"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΗΜΕΡΙΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΗΜΕΡΙΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Χρειάζεται στρατηγική για το φυσικό αέριο

Απο την "ΣΗΜΕΡΙΝΗ" 
(Μέσω "ΙNFOGNOMONPOLITICS")

Η Τουρκία επηρεάζεται από τα νέα δεδομένα, εξηγεί ο Παναγιώτης Ήφαιστος
 
Η στρατηγική διαχείριση τόσο μεγάλων ανακατατάξεων πρέπει να ξεφύγει τελείως από πεζές και αναχρονιστικές λογικές που αντιβαίνουν στο έσχατο συμφέρον επιβίωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, τονίζει.

Ερωτηθείς τι σημαίνει για μια χώρα να εντάσσεται στον ενεργειακό χάρτη, ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς Παναγιώτης Ήφαιστος, συνόψισε σε λίγες μόλις λέξεις την πραγματικότητα: «Σημαίνει ότι αλλάζουν τα πάντα». 

Σε συνέντευξή του στη «Σ», τόνισε, ωστόσο, ότι αυτό ισχύει υπό την αίρεση ότι θα γίνουν σωστοί χειρισμοί, εφόσον, δηλαδή, η Κύπρος χαράξει και εφαρμόσει μια σωστή στρατηγική.

Χωρίς φοβικά σύνδρομα
Η συσσώρευση ξένων συμφερόντων στην κυπριακή θάλασσα, πώς θα επηρεάσει την στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στην Κύπρο;

 

Η θέση της Αθήνας το 1979 για την ΑΟΖ Απαράδεκτες τουρκικές προτάσεις για μοιρασιά του Αιγαίου και υφαλοκρηπίδας

Της Φανούλας Αργυρού
(Μέρος α’)

Ο τουρκικός χάρτης δεν έδιδε υφαλοκρηπίδα στα ελληνικά νησιά και η τουρκική γραμμή οριοθέτησης περιλάμβανε μια μεγάλη περιοχή προς δυτικά. Προς νότια η τουρκική γραμμή δεν προνοούσε υφαλοκρηπίδα ούτε για την Κρήτη.

Στις 24 Ιανουαρίου 1979, η βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα ενημερώνει τον κ. T.L.A. Daunt του Νοτίου Τμήματος Ευρώπης στο Φόρεϊν Όφις, για τις πληροφορίες που πήρε από τον τότε Γενικό Διευθυντή του ελληνικού ΥΠΕΞ κ. Ιωάννη Τζούνη, σχετικά με τις διαπραγματεύσεις που είχε η ελληνική κυβέρνηση με την Τουρκία, για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου. Εκ μέρους της Τουρκίας διαπραγματευτής ήταν ο κ. Μπιλτζί.

Δύο χάρτες
Η συνάντηση έγινε στις 23 Ιανουαρίου και είχε ήδη προηγηθεί συνάντηση Ελλήνων και Τούρκων στο Παρίσι τον προηγούμενο Δεκέμβριο, την οποία ο κ. Τζούνης χαρακτήρισε ως σημαντικό βήμα, όταν αμφότερες οι πλευρές συμφώνησαν στο Παρίσι να συζητήσουν την πρακτική οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας, καθώς και η συνάντηση της Βιένης μεταξύ 9 και 12 Ιανουαρίου 1979.

Στη συνάντηση του Παρισιού είχε, επίσης, συμφωνηθεί όπως αμφότερες οι πλευρές παρουσιάσουν χάρτες, με τις απόψεις τους ως προς τη γραμμή των ορίων αυτών.Τελικά δέχθηκαν να δώσουν χάρτη σε κλειστή συνεδρία. Ένα χάρτη που άφησε έκπληκτους τους Έλληνες για την έκταση των τουρκικών απαιτήσεων. Ο τουρκικός χάρτης δεν έδιδε υφαλοκρηπίδα στα ελληνικά νησιά, δεν λάμβανε υπόψη τις προηγηθείσες ελληνικές θέσεις, η τουρκική γραμμή οριοθέτησης περιλάμβανε μια μεγάλη περιοχή προς δυτικά. Προς νότια και πάλιν η τουρκική γραμμή δεν προνοούσε υφαλοκρηπίδα ούτε για την Κρήτη, πράγμα που οι Έλληνες βρήκαν απαράδεκτο, εγκλώβιζε μεγάλο αριθμό ελληνικών νησιών. Τελικά στη Βιένη, σύμφωνα με τον κ. Τζούνη, οι Τούρκοι άρχισαν τη συζήτηση που διήρκεσε δύο μέρες, κατά πόσο έπρεπε να δώσουν χάρτη.

Η πρόταση της ελληνικής πλευράς βασιζόταν στην γραμμή ορίων που περνούσε μεταξύ των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και των τουρκικών ακτών, και πρότεινε «τρία δάκτυλα» μεταξύ Λήμνου και Λέσβου, Λέσβου και Χίου, και Χίου και Ικαρίας. Η περιοχή νότια της Ικαρίας, τα σύνορα μεταξύ της Δωδεκανήσου και των τουρκικών ακτών είχαν διευθετηθεί με διεθνή συμφωνία του 1932. Οι Τούρκοι δικαιολόγησαν τη γραμμή που πρότειναν, λέγοντας ότι η υφαλοκρηπίδα τους πρέπει να επεκτείνεται, δίχως εμπόδια, στο Αιγαίο πέραν των ελληνικών νήσων, για να μπορούν τα τουρκικά πλοία να έχουν προσπέλαση παραμένοντας στη δική τους υφαλοκρηπίδα. Η ελληνική πλευρά, από την άλλη, επέμενε ότι κανένα ελληνικό νησί δεν έπρεπε να μένει εγκλωβισμένο. Ο Τζούνης δεν μπορούσε να κατανοήσει τη λογική των Τούρκων.

Καθησυχαστικές προτάσεις
Σε μια προσπάθεια να καθησυχάσουν τους Τούρκους, οι Έλληνες προσέφεραν κάποιες δεσμεύσεις, περιλαμβανομένων εγγυήσεων για ελεύθερη διακίνηση για τα τουρκικά πλοία σε περιοχές ελληνικής υφαλοκρηπίδας, ότι καμία πλευρά δεν θα προβεί σε ανακήρυξη αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ) στο Αιγαίο, και πως καμία πλευρά δεν θα μεταφέρει επιθετικά όπλα στο θαλάσσιο βυθό στη δική της υφαλοκρηπίδα. Οι Τούρκοι ούτε καν ενδιαφέρθηκαν γι' αυτές τις ιδέες.

Ο κ. Τζούνης, εν πάση περιπτώσει, επέμενε ότι η ελληνική θέση στο θέμα του μη εγκλωβισμού νησιών δεν ήταν διαπραγματεύσιμη. Ο ελληνικός λαός πίστευε ότι οι Τούρκοι θα εκμεταλλεύονταν την κατάσταση, για να διεκδικήσουν κυριαρχία πάνω στα νησιά. Η ελληνική πλευρά δεν ήταν αισιόδοξη για συμφωνία για το θέμα αυτό με τους Τούρκους.

Τουρκικά τα ελληνικά νησιά
Εν τω μεταξύ, είχε προηγηθεί και η αναφορά του κ. Αθανασίου της Ελληνικής πρεσβείας στο Λονδίνο, και πάλιν προς τον κ. T.L.A. Daunt του Νοτίου Τμήματος Ευρώπης στο Φόρεϊν Όφις, ημερ. 17 Ιανουαρίου 1979, όταν ο κ. Αθανασίου τόνισε και εκείνος ότι «κανένα ελληνικό νησί δεν έπρεπε να εγκλωβιστεί, όμως η Ελλάδα είχε δεχθεί την ιδέα η Τουρκία να εξασφαλίσει υφαλοκρηπίδα μεταξύ των προεξοχών των «δακτύλων» μεταξύ των ελληνικών νησιών». 

Μετά από αυτή την εισήγηση, προφανώς ο Τούρκος διαπραγματευτής κ. Μπιλτζί διαμόρφωσε το τουρκικό αίτημα: Μια γραμμή που περνά διαμέσου του Αιγαίου δυτικά της διαχωριστικής γραμμής. Έθετε αριθμό μεγάλων ελληνικών νησιών σίγουρα μέσα στην τουρκική περιοχή (περιλαμβανομένων της Λήμνου, Λέσβου, Χίου, Ικαρίας, Σάμου, Κως, Ρόδου, Καρπάθου και Κάσου). Η γραμμή δυτικά της Κάσου ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, τόνισε ο κ. Αθανασίου, γιατί υπονοούσε την τουρκική άποψη, ότι η Κρήτη δεν έχει υφαλοκρηπίδα.

Ιστορικό (Σύμφωνα με τα βρετανικά αρχεία)
Μετά από πολύχρονες προσπάθειες ερευνών στο Αιγαίο τον Ιανουάριο του 1974 η Ελλάδα ανακάλυψε πετρέλαιο κοντά στη νήσο Θάσο. Τον προηγούμενο Νοέμβριο του 1973, η τουρκική κυβέρνηση έδωσε άδειες σε τουρκική κυβερνητική εταιρεία πετρελαίου να προχωρήσει με εξερευνήσεις σε 27 σημεία του βορειοανατολικού βυθού του Αιγαίου, να σημειωθεί πλησίον των ελληνικών νήσων Σαμοθράκης, Μυτιλήνης και Χίου (όμως εκτός των χωρικών τους υδάτων). Σε κατάθεσή της η Ελλάδα στο Διεθνές Δικαστήριο το 1976, ισχυρίστηκε ότι οι άδειες που έδωσε η Τουρκία παραβίαζαν την υφαλοκρηπίδα ελληνικών νήσων.

Η Τουρκία απάντησε ισχυριζόμενη ότι κατά την ώρα εκείνη η Ελλάδα δεν είχε οριθετημένα κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο, πέραν των δικών της χωρικών υδάτων.

Αφού ανταλλάχτηκαν σημειώσεις τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1975 μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, οι υπουργοί Εξωτερικών αμφοτέρων των χωρών συναντήθηκαν στη Ρώμη το Μάιο (του 1975), όπου πάρθηκε απόφαση να καταθέσουν το θέμα στο Διεθνές Δικαστήριο. Στις 31 Μαΐου 1975, οι πρωθυπουργοί Ελλάδας και Τουρκίας συναντήθηκαν στις Βρυξέλλες και εξέδωσαν κοινό ανακοινωθέν, λέγοντας ότι αποφάσισαν τα προβλήματα μεταξύ των χωρών τους «λυθούν ειρηνικά με διαπραγματεύσεις και όσον αφορά την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου, από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης». Η ελληνική πλευρά ισχυρίστηκε ότι η Τουρκία υπαναχώρησε στην υποχρέωση αυτή. Με σημείωμά της η Τουρκία, ημερ. 18 Νοεμβρίου 1975, διαφώνησε ότι είχαν συμφωνήσει να παραπέμψουν το θέμα της υφαλοκρηπίδας στο Διεθνές Δικαστήριο. Η τουρκική πλευρά υποστήριζε ότι θα έπρεπε πρώτα να προηγηθούν διμερείς διαπραγματεύσεις και μόνο τα σημεία των διαφωνιών να αφεθούν για το Δικαστήριο.

Τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1976 βγήκε το «Σισμίκ» για έρευνες σε αμφισβητούμενες περιοχές στο Αιγαίο. Η Ελλάδα μονομερώς παρέπεμψε το θέμα στο Διεθνές Δικαστήριο στις 10 Αυγούστου 1976, ζητώντας από το δικαστήριο να αποφανθεί για τα σύνορα της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στο Αιγαίο.

Μετά από έντονες διαπραγματεύσεις, οι 4 δυτικές χώρες, μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, με το ψήφισμα 395 κάλεσαν αμφότερες τις πλευρές να αποφεύγουν εμπρηστικές ενέργειες και μετά από συναντήσεις στη Νέα Υόρκη μεταξύ των υπουργών Εξωτερικών, συμφωνήθηκε να επαναρχίσουν διαπραγματεύσεις στις 2 Νοεμβρίου. Στις 11 Σεπτεμβρίου... Το δικαστήριο ανέβαλε την απόφασή του ενόσω συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις. Περαιτέρω συνομιλίες έλαβαν χώρα στο Λονδίνο μεταξύ 31 Ιανουαρίου και 4 Φεβρουαρίου 1977, δίχως αποτέλεσμα, όπως και συνομιλίες στο Παρίσι 1 και 2 Ιουνίου 1977...

http://www.sigmalive.com/simerini/politics/reportaz/357585

http://www.sigmalive.com/files/filefield/4/0/7/simerini 24022011.pdf

Το μπούμερανγκ μιας πολιτικής...

Του Δρ Διεθνών Σχέσεων ΓΙΑΝΝΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ
Πώς η διζωνική και οι συνομιλίες ενισχύουν τις τάσεις διχοτόμησης

Η Τουρκία δεν είναι έτοιμη για λύση. Αυτή είναι η θέση την οποία υποστηρίζει ο Πρόεδρος Χριστόφιας. Και είναι πολιτικά λογική. Θα μπορούσε δε, κάποιος, να ισχυριστεί και το εξής: Η Άγκυρα όχι μόνο δεν είναι έτοιμη για λύση, αλλά επί του παρόντος διαχειρίζεται τη μη λύση, με στόχο να καταλογιστούν ευθύνες στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Και επί τούτου να προσθέσει: Ακόμη και αν πει ναι σε λύση, αυτή θα είναι διχοτομικού χαρακτήρα.

Κλασικό παράδειγμα τεκμηρίωσης της άποψης αυτής αποτελούν οι δηλώσεις του Εγκεμέν Μπαγίς και της τουρκικής κυβέρνησης περί λύσης «δύο κρατών». Υπό αυτές τις συνθήκες γιατί να μην υποψιάζεται ο απλός πολίτης ότι: Η προσεχής τριμερής της Νέας Υόρκης είναι δυνατό να εξελιχθεί σε μια διαδικασία συγκάλυψης των τουρκικών ευθυνών, διευκόλυνσης της τουρκικής ενταξιακής διαδικασίας και παγίδευσης της ελληνοκυπριακής πλευράς στην αλλαγή της υφιστάμενης διαδικασίας. Ακόμη και στον καταλογισμό ευθυνών, καθώς και στην επιβολή ενός οδικού χάρτη λύσης, όπως οι Τούρκοι επιδιώκουν, στην πρακτική μιας έμμεσης επιδιαιτησίας, διά προτάσεων που θα υποβάλλονται από τον ΟΗΕ, και δη από τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς, μέσω Ντάουνερ, στη λογική της γεφύρωσης των διαφορών.

Προτάσεις γεφύρωσης
Ερώτημα λοιπόν: Γιατί να είμαστε αρνητικοί σε υποβοηθητικές προτάσεις προερχόμενες από τον ΟΗΕ; Ο προβληματισμός είναι ορθός. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι εάν θα υποβληθούν τέτοιες προτάσεις, αλλά προς ποιαν κατεύθυνση θα στραφούν και τι θα πρεσβεύουν; 

 Εάν υποθέσουμε ότι η βιωσιμότητα της λύσης είναι συναφής με το δημοκρατικό της χαρακτήρα, ποιες πιθανότητες υπάρχουν να είναι οι εν λόγω παρεμβάσεις προς την ορθή κατεύθυνση και να στηρίζονται επί των αρχών και των αξιών της ΕΕ και του ΟΗΕ, όταν ο κ. Ντάουνερ:  

1. Μιλά απαξιωτικά για τους Ελληνοκύπριους. 

2. Είναι ένθερμος υποστηρικτικής της επιστροφής του σχεδίου Ανάν με άλλο όνομα. 

3. Είναι γνωστές, μέσω άλλων δραστηριοτήτων του, οι σχέσεις του με τους Βρετανούς. Και είναι γνωστές οι διχοτομικές προσεγγίσεις του Λονδίνου.

Υπάρχει, όμως, και κάτι άλλο συναφές: Ποια είναι η βάση των συνομιλιών για να μπορεί να καταθέτει γεφυρωτικές προτάσεις ο κ. Ντάουνερ ή ο οποιοσδήποτε μεσολαβητής; Είναι η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, όπως την εννοεί ο Πρόεδρος Χριστόφιας, ή ένα συνομοσπονδιακό σύστημα «δύο συνιστώντων κρατών», όπως το καθορίζουν Έρογλου και Άγκυρα;  

Η υποβολή τέτοιων προτάσεων ποιον θα φέρει σε δύσκολη θέση; Την τουρκοκυπριακή ή την ελληνοκυπριακή πλευρά; Μάλλον τη δεύτερη, καθότι, ούτως ή άλλως, η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία ήταν ανέκαθεν λύση διχοτομικού χαρακτήρα. 

Συνεπώς, τα όριά της με τη συνομοσπονδία, ειδικώς στην περίπτωση της Κύπρου, θα είναι δυσδιάκριτα. Εξού και οι προτάσεις του Προέδρου Χριστόφια για την εκ περιτροπής προεδρία, τη σταθμισμένη ψήφο, την παραμονή 50 χιλιάδων εποίκων και για το περιουσιακό, όπου, μέσω των κριτηρίων, οδηγούμαστε, τελικώς, στο εξής φαινόμενο: Θεωρητικά και μόνο οι Ελληνοκύπριοι θα έχουν το δικαίωμα της επιστροφής. Στην πράξη οι προτάσεις του Προέδρου δημιουργούν την εντύπωση ότι στη λογική της καλής θέλησης τείνουν να προσεγγίσουν την τουρκική αρχή λύσης ότι στο βορρά θα πρέπει να έχουν πλειοψηφία επί του εδάφους και του πληθυσμού οι Τούρκοι (Τουρκοκύπριοι και έποικοι). 

Ποιο είναι, λοιπόν, το πρόβλημα; Οι προτάσεις του Προέδρου, όντως, προσεγγίζουν τις τουρκικές θέσεις για μια μορφή διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, η οποία εκ της φύσεώς της και μέσω της κατανομής των εξουσιών θα συνιστά πολιτειακό σύστημα συνομοσπονδιακού χαρακτήρα και μια παραλλαγή του απορριφθέντος σχεδίου Ανάν.

Οι ευθύνες και ο Ντάουνερ
Η κεντρική πολιτική του Προέδρου, δηλαδή το δίλημμα ομοσπονδία ή διχοτόμηση, κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μπούμερανγκ. Διότι, οι προτάσεις του Προέδρου, δεν βρίσκουν σύμφωνη την πλειοψηφία της κοινής γνώμης, η οποία θεωρεί την υπό συζήτηση λύση και το ενδεχόμενο αποτέλεσμά της άδικο, δυσλειτουργικό και χειρότερο ακόμη και από αυτήν τη διχοτόμηση. Υπό αυτές τις συνθήκες αυξάνονται συνεχώς οι τάσεις προς διχοτόμηση. Γιατί; Διότι, η κοινή γνώμη, αισθάνεται πιο ασφαλής από την υφιστάμενη κατάσταση παρά την επιλογή ενός πολιτειακού πειράματος αμφιβόλου βιωσιμότητας. 

Συνεπώς, στη βάση ποιας πολιτική λογικής θα μπορούσαν οι προτάσεις Ντάουνερ να γίνουν αποδεκτές, όταν εκ των προτέρων η κοινή γνώμη κατανοεί ότι οδηγούμαστε προς μιαν από τις χειρότερες μορφές διχοτόμησης; Καθώς, λοιπόν, γίνεται λόγος για τον κ. Ντάουνερ, πρέπει να είμαστε δίκαιοι. Ως εκ τούτου, εάν υπάρχει ασάφεια στη βάση των συνομιλιών, η ευθύνη ανήκει πρωτίστως στους ηγέτες των δύο Κοινοτήτων και μετά στον κ. Ντάουνερ.Επειδή δε η τουρκική πλευρά επιδίωκε την ασάφεια, η κύρια ευθύνη ανήκει στην ελληνοκυπριακή πλευρά που αποδέχθηκε και αποδέχεται την ασφάλεια. Εάν ο κ. Ντάουνερ είναι μεροληπτικός υπέρ των Τούρκων και εχθρικός έναντι των Ελληνοκυπρίων, είναι όντως κατακριτέος, διότι ξεπερνά τον ουδέτερο ρόλο του, και υπέχει ευθύνη. Ευθύνη, όμως, έχει και η κυπριακή Κυβέρνηση, η οποία, παρά τις σκανδαλώδεις ενέργειές του, ουδόλως ζητά την αντικατάστασή του. Κανείς δεν θέλει να πιστεύει ότι από τη στάση του κ. Ντάουνερ βολεύεται και η Κυβέρνηση, υπό την έννοια ότι μπορεί να δικαιολογεί, λόγω του αρνητικού κλίματος, τις υποχωρήσεις της!

Η αλλαγή ρόλων και ο καταλογισμός ευθυνών
ΣΤΟ σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε και το εξής: Εάν υπάρχουν κίνδυνοι από την τριμερή, δεν ευθύνεται μόνο ο Γ.Γ. του ΟΗΕ, ο κ. Ντάουνερ και οι Βρετανοί, που την οργάνωσαν, αλλά και η Κυβέρνηση, η οποία, επί τρία σχεδόν έτη, δεν έκανε καλούς λογαριασμούς και δεν έχει θέσει κόκκινες γραμμές. Για να ξέρουν και η ίδια και ο Γ.Γ. του ΟΗΕ πού πατούν και πού πηγαίνουν. Αντιθέτως, οι Τούρκοι ξέρουν καλά τι τους γίνεται. 

Το είπε για πολλοστή φορά ο Τούρκος υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Εγκεμέν Μπαγίς: «Στην Κύπρο υπάρχουν δύο Πρόεδροι, δύο λαοί, δύο πολιτειακά συστήματα». Και πρόσθεσε ότι η λύση θα στηρίζεται επί των «δύο» υφιστάμενων «κρατών». 

Έχει, λοιπόν, δίκαιο ο Πρόεδρος να τονίζει ότι η τουρκική πλευρά δεν είναι έτοιμη για λύση. Είναι έτοιμη για διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και μπορεί μεν να είναι κυπριακής ιδιοκτησίας ο διάλογος σε επίπεδο δικοινοτικό, όμως το κλειδί για να προχωρήσει η διαδικασία βρίσκεται στην Τουρκία. Πώς, όμως, η Άγκυρα θα αλλάξει πολιτική όταν δεν επωμίζεται πραγματικό κόστος ούτε στον ΟΗΕ ούτε στην Ε.Ε.;

Η Τουρκία θα ήταν δυνατό να επωμιστεί κόστος εάν η πραγματική διάσταση του Κυπριακού, δηλαδή της κατοχής, δεν είχε παγιδευτεί και δεν είχε εξουδετερωθεί στη δικοινοτική του υφή. Η υφιστάμενη πολιτική πρακτική δεν επιτρέπει ουσιαστικές κυρώσεις στην Τουρκία. Ακόμη και αν η έκθεση αξιολόγησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που θα εκδοθεί στις επόμενες μέρες, καταλόγιζε ευθύνες στην Τουρκία λόγω μη λύσης στο Κυπριακό, θα έμενε επιταγή χωρίς αντίκρισμα, διότι δεν θα συνοδευόταν με την επιβολή νέων κυρώσεων, υπό το διπλό πρόσχημα ότι: Αφενός, θα πλήττονταν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις των ισλαμιστών στην Τουρκία ενόψει εκλογών, αφετέρου θα προκαλούνταν προβλήματα στις συνομιλίες. 

Αντί η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας να χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης για δημοκρατική λύση, χρησιμοποιούνται οι συνομιλίες για να κινείται η Τουρκία χωρίς κόστος εντός της Ε.Ε. Η υφιστάμενη διαδικασία επιτρέπει στον κ. Ντάουνερ και στον κ. Μπαν Κι Μουν να παραγνωρίζουν την κατοχή και τον εισβολέα και τώρα να εγκυμονείται ο κίνδυνος κατά πόσο θα καταλογιστούν ευθύνες και στην ελληνοκυπριακή πλευρά, επειδή δεν αποδέχεται λύση που προσεγγίζει την πλήρη συνθηκολόγηση.

Η ουτοπία της κατοχής και η τριμερής του ΟΗΕ
ΕΝΟΨΕΙ της τριμερούς και του ρόλου που έχει το Εθνικό Συμβούλιο, εγείρεται άλλο ένα ζήτημα: Πώς μπορεί να υπάρξει κοινή θέση επί της ουσίας και της λύσης του Κυπριακού μεταξύ των κομμάτων, όταν επί της ουσίας υπάρχει χάσμα ανάμεσα στον Πρόεδρο, από τη μια, και το ΔΗΚΟ, την ΕΔΕΚ, το Ευρωπαϊκό Κόμμα και τους Οικολόγους από την άλλη; 

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, πλην του ΔΗΣΥ, καλούν τον Πρόεδρο -ο οποίος αρνείται- να αλλάξει πολιτική και στρατηγική, αρχίζοντας με την απαγκίστρωσή του από τις θέσεις του για την εκ περιτροπής προεδρία, τη σταθμισμένη ψήφο, την παραμονή των εποίκων και το περιουσιακό. Ακόμη και αν στη Νέα Υόρκη δεν αλλάξει η διαδικασία των συνομιλιών, δεν σημαίνει ότι κερδίσαμε.  

Για να γίνουν βήματα μπροστά, θα πρέπει να έρθει στο προσκήνιο η υφή του Κυπριακού ως εισβολής-κατοχής. 

Το ζήτημα δεν είναι μόνο εάν θα αλλάξει ή όχι η διαδικασία, αλλά εάν θα καθοριστεί ότι το Κυπριακό δεν είναι μόνο δικοινοτικό, αλλά πρωτίστως πρόβλημα εισβολής-κατοχής. Και είναι πρώτης τάξεως ευκαιρία να καταγράψει ο Γ.Γ. στην έκθεσή του την τουρκική κατοχή και τη συνεχιζόμενη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 

Ερώτημα: Θα είναι τόσο δύσκολο να λάβει μια τέτοια απόφαση το Εθνικό Συμβούλιο και θα είναι τόσο δύσκολο για τον Πρόεδρο να τη θέσει ενώπιον του Γ.Γ. του ΟΗΕ; Ποιο είναι το περί του αντιθέτου επιχείρημα: Ότι θα χαλάσει το καλό κλίμα; Και πού βρίσκεται το καλό κλίμα; Στις προκλήσεις Μπαγίς περί «δύο κρατών» ή στην αδιάλλακτη στάση του Έρογλου; Ή, μήπως, θα προβληθεί ο ισχυρισμός ότι δεν είναι κατάλληλος ο χρόνος για να εγερθεί το θέμα της εισβολής-κατοχής; Εάν δεν είναι ο Γ.Γ. των Ην. Εθνών το κατάλληλο πρόσωπο και ο κατάλληλος θεσμός, τότε ποιος είναι; Και γιατί επενδύουμε τόσα χρόνια στον ΟΗΕ ως χώρο που πρεσβεύει το παγκόσμιο δημοκρατικό σύστημα αρχών και αξιών; Από την άλλη, εάν ισχυριστεί κάποιος ότι είναι ουτοπία να εγερθεί ένα τέτοιο ζήτημα, τότε τι να υποθέσουμε;  
Ότι η κατοχή, η πιο σκληρή πραγματικότητα, είναι μια ουτοπία ή ότι θα νομιμοποιήσουμε τα διχοτομικά της τετελεσμένα μέσω μιας διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας συνομοσπονδιακού χαρακτήρα, που θα καλυφθεί κάτω από το μανδύα του ΟΗΕ!