"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΟΥΝΤΟΓΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΟΥΝΤΟΓΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΣΥΡΙΖΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Τα…Πολάκια και οι μούτοι…..

Ιατρου νεφρολόγου


Στο μυαλό ορισμένων η πολιτική είναι μια εξελιγμένη μορφή καφενείου. Εκτός από το να λένε ό,τι τους κατέβει στο κεφάλι αυτή η μορφή καφενείου τους εξασφαλίζει ένα παχυλό εισόδημα και ένα πασπαρτού για να ανοίγουν ευκολότερα  τις κλειδαμπαρωμένες πόρτες της ζωής. Όνειρο ζουν μην τους ξυπνάτε! Αυτό που διαχωρίζει όμως την πολιτική από το καφενείο και καθίσταται όριο απαραβίαστο του δημόσιου χώρου είναι η ποιότητα του Λόγου που εκφέρεται δημόσια. Κοινώς η διάκριση της παρόλας από την γνώμη.


Όλοι έχουμε άποψη. Πολίτες και πολιτικοί. Γνώμη όμως, κοινώς άποψη εδραιωμένη στην γνώση, έχουν πολύ συγκεκριμένοι άνθρωποι. Όχι κατανάγκην οι σπουδαγμένοι και οι ακαδημαϊκά καταρτισμένοι, καθώς τα πολιτικά ζητήματα, ως σύνθετα και πολυεπίπεδα εκ φύσεως,  απαιτούν ευρύτητα σκέψης, στοιχείο που ένα πτυχίο δεν μπορεί να στην εξασφαλίσει απαραίτητα, αλλά άνθρωποι που έχουν εντρυφήσει στα επιμέρους ζητήματα και είναι ικανοί να αντιλαμβάνονται τα κοινωνικά και πολιτικά συμφραζόμενα πέριξ αυτών.


Έτσι και στον πολύπαθο χώρο της Υγείας. Από την παρόλα του κάθε αιρετού Πολάκη που ανάγει τα ζητήματα υγείας αποκλειστικά σε ζητήματα προσλήψεων, προμηθειών, ΚΕΕΛΠΝΟ και εργολαβιών καθαριότητας – επειδή μέχρι εκεί φτάνει η γκλάβα του και δυστυχώς έως σήμερα η αιρετότητα δεν έχει φανεί να διευρύνει τις δυνατότητες της φτωχής γκλάβας – μέχρι την επιστήμη των συστημάτων Υγείας που προσεγγίζει τα ζητήματα αυτά με όρους διαθεσιμότητας, προσπελασιμότητας, αποτελεσματικότητας, ισότητας και κόστους και εισάγει κριτήρια αξιολόγησης και διαστάσεις ποιοτικής αποτίμησης , το χάσμα καθίσταται χαοτικό.


«Κάναμε προσλήψεις», λένε, «στο ΕΣΥ». 


«Ε και;», θα έπρεπε να ήταν η απάντηση μιας αντιπολίτευσης που ξέρει τι λέει, γιατί το λέει και ποιους έχει επιφορτίσει για να το λένε. Δυστυχώς κι εδώ χαοτικό το χάσμα μεταξύ προθέσεων και διακηρύξεων ηγεσίας και καθημέρας πολιτικής πράξης. Εξου και ο αχταρμάς. Eξου και ο καθένας να λέει ό,τι του κατέβει, χωρίς καμία τεκμηρίωση, χωρίς κανέναν σοβαρό αντίλογο, χωρίς καμία επίπτωση στην, ούτως ή άλλως, χαμένη αξιοπιστία του. Ας δούμε όμως τι συμβαίνει στον πολιτισμένο κόσμο.


Εκεί η αξιολόγηση ενός σύγχρονου συστήματος υγείας γίνεται με όρους ποιότητας και οι ποιοτικοί δείκτες χρησιμοποιούνται για να καταστήσουν την ποιότητα αυτή, από αντικείμενο μικροπολιτικών αντιδικιών σε απτό και μετρήσιμο μέγεθος, ικανό να καθορίσει στοχευμένες πολιτικές υγείας και να νομιμοποιήσει την παρουσία ανθρώπων σε θέσεις ευθύνης ,που γνωρίζουν τα στοιχειώδη γύρω από την οργάνωση και την λειτουργία των συστημάτων υγείας . Η ποιότητα ορίζεται ως η παροχή της καλύτερης δυνατής περίθαλψης στους ασθενείς και στην παροχή της αποτελεσματικότερης φροντίδας με τον οικονομικά αποτελεσματικότερο τρόπο. Από τους δείκτες που χρησιμοποιούνται σήμερα για την αποτύπωση της: δομή (ανθρώπινο δυναμικό, υποδομές, εξοπλισμός), διαδικασίες και αποτελέσματα, ο αριθμός του προσωπικού δεν αποτελεί παρά μια μόνο από τις πάμπολλες παραμέτρους που καθορίζουν την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα ενός συστήματος υγείας. Οι δείκτες όμως που έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα και καθορίζουν εν τέλει την ποιότητα έχουν να κάνουν κυρίως με τις διαδικασίες που ακολουθούνται και τα αποτελέσματα που επιτυγχάνονται.


Ας μας πουν, λοιπόν, τα Πολάκια που πανηγυρίζουν τον τελευταίο καιρό για τις προσλήψεις γιατρών τι ακριβώς έχουν πετύχει σε επίπεδο ποιότητας στις παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας. Και για να μην το κουράζουμε ας το κάνουμε συγκεκριμένο:

ΥΠΑΡΚΤΟΥ ΣΥΡIZAίικου ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ "ΚΛΑΣΙΚΟΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ:- Πολάκης, ο κλασικός μ@λ@κας γιατρός…

Ιατρου (Νεφρολόγου)


Ντρέπομαι που είμαι γιατρός και με εκπροσωπεί ο Πολάκης. 


Ντρέπομαι για τα χρόνια που εφαγα, τα ξενύχτια που έκανα, τα άγχη που τράβηξα, τις ελπίδες που είχα.


Πίστευα πως το να εισαι γιατρός σημαίνει πάνω απο όλα να έχεις ηρεμία ψυχής, να μαθαίνεις να ακούς, να μη βγάζεις διάγνωση στο πόδι, να μην ακυρώνεις τον συνάδελφο για να πάρεις λιγάκι μπόι, να είσαι ευγενής και πράος.


Πίστευα πως όλα τα επαγγέλματα, διάολε έχουν την αξία τους αλλα να, στο δικό μας είναι και αυτά τα μάτια που σε κοιτάνε σαν Θεό και μεγαλώνει η ευθύνη. Θεός δεν γίνεσαι, βέβαια, υπάρχουνε διάολοι πολλοί που σε ξεστρατίζουν και σε κάνουν σαν τα μούτρα τους . Αλλα να. Στην κορυφή, στην εκπροσώπηση, σε αυτό που λένε «μιλάω εγώ για σένα» ήθελα έναν μικρό Θεό. Γιατί υπάρχουν και αυτοί ανάμεσά μας, γιατί κατάφεραν σε κάποια έρημο να νικήσουν τους δικούς τους τους διαόλους. Και ας έρχονται μετά οι ανόητοι να ψέξουν τους άριστους και τους μικρους Θεούς, γιατί όσα δεν φτάνει η αλεπού είναι γνωστό πως τα κάνει κρεμαστάρια.


Και αντί για αυτούς, ήρθε ο Πολάκης.  


Απαίδευτος -μην πω, αμόρφωτος, και μου κουνήσει κανείς κανα πτυχίο, ολίγον ανορθόγραφος, λεβέντης, αθυρόστομος, μαγκάκος. 


Ο κλασικός μαλάκας Έλληνας γιατρός που...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Όλοι μαζί δεν τα φάγαμε, αλλά όλοι μαζί βάλαμε το χεράκι μας για να πτωχεύσει η χώρα

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ


Για να ΄μαστε συνεννοημένοι. Πείνα δε γνώρισε η γενιά μας. Αυτό μας έλειπε. Τα οικογενειακά τραπέζια μας ξεχειλίζανε ντόπια κρέατα, ζυμαρικά, λαχανικά και όλων των λογιών τα φρούτα. Ίσως στις μπανάνες υστερούσαμε λίγο, αλλά πήγαιναν που και που οι γονείς μας στα Μπίτολα και επέστρεφαν με σακκούλες γεμάτες απο το εξωτικό αυτό έδεσμα. Το 90% των διατροφικών μας αναγκών το καλύπταμε, ενώ  και οι στερήσεις μας ήταν μετρημένες και αυτές. Ίσαμε κάποιο αντικείμενο που είχε ο διπλανός συμμαθητής μας, μια κασετίνα ας πούμε με τίποτα μαγνητάκια και πολλά κουμπιά, και όχι εμείς.


Για τέτοιες γελοίες στερήσεις συζητάμε. Με μια πλεχτή καζάκα της γιαγιάς και δυο ζευγάρια φόρμες από κάποιο πανέρι λαικής, έτσι φτιάξαμε τα παιδικά μας χρόνια. Και αργότερα, στις εφηβείες, ήρθε και το καλό μας τζιν, Levis κατά προτίμηση, άντε και κανα Diesel,  στρωμένο στο μεσαίο ράφι της ντουλάπας, ένα ζευγάρι αθλητικά της Nike, στο ράφι από κάτω, και ένα γιλέκο, μαύρο, δερμάτινο και καλοσιδερωμένο στην κρεμάστρα από πάνω. Για ένα ραντεβού, για μια έξοδο Σαββάτου, για μια υπόνοια ακριβής ζωής. Και κάποιο θάμα, ας το χρεώσουμε στην Παναγιά την Φαρμακολύτρα, μας έφτασε εως τις μέρες μας γερούς και καλοζωισμένους. Ούτε φυματικοί γινήκαμε, ούτε κουτσοί, ούτε στραβοί, ούτε κανα κουσούρι πάνω μας να ανοιγοκλείνει σαν φωτεινή επιγραφή. Δοξα σοι ο Θεός καλά είμαστε και καλά φτάσαμε στο λιγάκι παρακάτω.


Και κάπου εκεί ήρθανε τα νήματα της εποχής, αυτά τα αόρατα, τα συφοριασμένα, και άρχισαν να μας κουνάνε όλους σε αλλόκοτους ρυθμούς. Και εμείς, μικροί κομπάρσοι, βρεθήκαμε πάνω σε μια λαμπερή σκηνή, γεμάτη  φώτα εκτυφλωτικά, εντυπωσιακά σκηνικά, χορευτικά εξωτικής λαγνείας και δεν ξέραμε αν το κούνημα γινότανε με χάρη ή αν ξεφτιλιζόμασταν και δεν το παίρναμε χαμπάρι. 


Αργότερα μάθαμε πως απλά ξεφτιλιζόμασταν καθώς κουνιόμασταν σαν μπαλαρίνες τρίτης κλάσης. Το ΄νιωθες το κλίμα του χοντροκομμένου γύρω σου. 


Ο κύριος Μενέλαος, υπάλληλος καριέρας στο Υπουργείο, μακρινός ξάδελφος του μπαμπά από την μεριά της μάνας του, και μέσα σε λίγα χρόνια – καριέρας πάντα- ξεμύτισε στο χωριό με ένα μαύρο, πέντε μέτρα τζιπ, που το ζήλεψε ακόμα και ο πάντα εγκρατής πατέρας μου. Το κοίταζε όλο το χωριό και καμάρωνε για τον Μενέλαο που ξεκίνησε ξυπόλυτο αλητόπαιδο από τον μαχαλά των Κασκουραίων και μέσα σε λιγότερο από μισό αιώνα – καριέρας πάντα- κατάφερε να εξασφαλίσει τη δική του καλοπέραση, της γενιάς που ζούσε δίπλα του και της γενιάς που θα ερχόταν στο κατόπι. 


Ένα Πάσχα θυμάμαι τον ρώτησε ο πατέρας:


–         Κρατιέσαι καλά ξάδερφε. Πως τα κατάφερες, αλήθεια;


Ο ξάδερφος πήρε εκείνο το περισπούδαστο ύφος του ηλίθιου που περνιέται για κάτι σημαντικό, ύφος τόσο οικείο στις μέρες μας που δεν υπάρχει ελληνική οικογένεια που να μην φιλοξενεί στο σπίτι της ένα τουλάχιστον τέτοιο ύφος, και άρχισε να εκθειάζει το κόμμα που κατάλαβε γρήγορα την αξία του και τον προώθησε στα ρετιρέ της εξουσίας. Διευθύνων σύμβουλος σε δημόσιο οργανισμό.


–         Καλά, ρε ξάδερφε. Και τι πτυχία έχεις εσύ που σου άνοιξαν τέτοιες πόρτες; Εμείς με ένα πτυχίο των Οικονομικών και ένα δεύτερο της Νομικής δεν καταφέραμε ποτέ μας να τις διαβούμε.


–         Πτυχία; Α, ξάδερφε. Εδώ θα τα χαλάσουμε. Τι τα θες τα παλιόχαρτα;
Λες και αυτοί που τα είχαν προηγουμένως έκαναν κάτι σπουδαίο. Λοιπόν, άκου. Αυτό που μετράει εκεί έξω είναι να κατέχεις την επιστήμη του πεζοδρομίου. Να γρικάς στα κρυφά τι λέει ο κόσμος στα καφενεία και τις παρέες του και να έρχεσαι μετά εσύ, γαλαντόμος και κιμπάρης, και να του ξεφουρνίζεις στα φανερά ό,τι θέλει να ακούσει.


Ο πατέρας τον κοιτούσε σιωπηλός. Όση ώρα ο ξάδερφος ξεφούρνιζε όλες αυτές τις ανοησίες  ο πατέρας έριξε το βλέμμα του πέρα μακριά στα καβάκια που έζωναν το χωριό της μαμάς από παντού. «Κυπαρίσσια θέλανε να γίνουνε τα δύσμοιρα αλλά καβάκια μείνανε».


Χαμογέλασε και γύρισε στον ξάδερφο. Είχε αναψοκοκκινήσει από την προσπάθειά του να πείσει τους συγγενείς που είχαν μαζευτεί γύρω μας πως ένας χαζός δικαιούται να γίνει διευθύνων σύμβουλος ενός δημόσιου οργανισμού και στο στόμα του είχαν αρχίσει να εμφανίζονται εκείνα τα άσπρα στίγματα στις φαγωμένες, από τον χρόνο, γωνίες του , σαν να προσπαθούσε η φύση να κολλήσει τα χείλη μεταξύ τους για να μην ξεστομίζουνε βλακείες. Στο τέλος, βέβαια, έπεισε τους περισσότερους από τους συγκεντρωμένους, οι οποίοι στο πρόσωπο του ξάδερφου έβλεπαν μια διέξοδο για τους ίδιους και τα παιδιά τους.
«Αφού τα κατάφερε αυτός, χωρίς πτυχία, θα τα καταφέρουμε κι εμείς».


Και το μικρόβιο της καριέρας χωρίς προσόντα κόλλησε και τους επόμενους και ήρθε η σειρά των μεθεπόμενων, μέχρι να προσβληθούν όλοι από αυτήν την ανίατη αρρώστια που δεν σε πεθαίνει βέβαια, αλλά σε καταντά παράλυτο στην σκέψη και υπερκινητικό στην πόζα.


Η εποχή είχε ρίξει πάνω μας την σκιά της και οι άνθρωποι που είχαν λίγη παραπάνω εξουσία, σκιαγραφούσαν τις ζωές μας. Δεν ήταν εύκολο να ξωκείλεις από εκείνη την ρότα στην οποία έμπαιναν όλοι και η οποία καθόριζε το ποιος θα έπαιρνε το δικό του μερίδιο στην επιτυχία. 

Σαν το προσπαθούσες σε κοιτούσαν όλοι σαν τον τρελό του χωριού -και εσύ διάολε δεν ήρθες στον κόσμο αυτό για να περνιέσαι για τρελός. Συνήθιζες σιγά σιγά όλο αυτό που συνέβαινε γύρω σου.


Πρώτα οι λέξεις άλλαζαν και κατόπιν το μυαλό. Και μετά οι εκφράσεις του προσώπου, οι συνήθειες, οι ηθικές, τα πάθη. Τίποτα δεν έμεινε όρθιο από όλον εκείνο τον χαμό. 


Στην αρχή άνθρωποι σαν τον πατέρα μου πιστέψανε πως οι αλλαγές αυτές χρειάζονταν. Πως η ιστορία χρώσταγε σε πολλούς ανθρώπους μια κάποια ανταπόδοση για τα χρόνια εκείνα που οι ζωές τους βολόδερναν σε ένα περιθώριο. Υπήρχε μια σχετική ανοχή, ίσως και κάποια ελπίδα για αυτό που ερχότανε.


Τους έβλεπες τους ανθρώπους γύρω σου, με μια αψάδα στο πρόσωπο και μια αγένεια στον λόγο, να γκρεμίζουν ό,τι είχε φτιαχτεί. Βγαίναν από τα περιθώρια και διεκδικούσαν χώρους. Και αυτοί οι χώροι γίναν φέουδα. Και τα φέουδα με τον καιρό έφτιαξαν μικρούς και ξιπασμένους φεουδάρχες. Όλοι τους έφεραν και έναν τίτλο μιας κάποιας εξουσίας. Δεν υπήρχε παρέα στην οποία να μην κοκορευόταν κάποιος Πρόεδρος και γειτονιά που να μην φιλοξενούσε κάποιον αιρετό ή διορισμένο. Και όλοι τους μιλούσαν για την Δημοκρατία και τα καλά της.  


Της φόρτωσαν όλες τις ιδιοτέλειες του ανθρώπου, όλα εκείνα τα καλά και τα συμφέροντα που ανοίγουν δρόμο μέσα στο γενικό καλό και το χωρίζουν σε μικρά μικρά χωραφάκια, ώστε να μην μπορεί αργότερα ούτε ένας δρόμος κοινής ωφελείας να ανοιχτεί, δίχως να χρειαστούνε καμιά εκατοστί υπογραφές από τους μικρούς αυτούς ιδιοκτήτες.


Tέτοια Δημοκρατία έφτιαξαν. Να υπηρετεί το συμφέρον των πολλών, μα με μια έννοια αποκρουστική, χυδαία. Γιατί το συμφέρον τους αυτοί, οι πολλοί, οι κραταιοί του Δήμου, το μετρούσαν με τον παρά στην τσέπη, τα τετραγωνικά στο σπίτι και τα κυβικά στην μηχανή του αυτοκινήτου. Όποιος τους τα εξασφάλιζε αυτά, με την κουτοπονηριά ενός Μενέλαου, κατόχου διδακτορικού στις πεζοδρομήσεις, τον αποθέωναν στην Αγορά και τις πλατείες. Και όποιος τολμούσε να τους τα στερήσει έβλεπε το όνομα του πάνω σε ένα όστρακο να ξεχωρίζει. Και αυτό το κράτος της λιπαρής γαστέρας, της κατανάλωσης και της επιδειξιομανίας το ονομάσανε Δημοκρατία και έζησαν αυτοί καλά και οι επόμενοι την πτώχευση της χώρας. 

Αλλά έχει δρόμο μέχρι εκεί. Γινήκανε πολλά που αξίζει να τα αφηγηθούμε.


Το κακό ξεκίνησε από...

ΥΠΑΡΚΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Κόψε την κλάψα για το γκολ οσφάιντ του ΠΑΟΚ, τον Ιβάν, τον Καλογρίτσα και νιώσε επιτέλους σε ποια χώρα ζεις και πώς λειτουργεί το σύστημα.

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Του ΤΑΣΟΥ ΦΟΥΝΤΟΓΛΟΥ


Για να καταλαβαίνουμε σιγά σιγά τί παίζει σε αυτή τη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας. Ηθικό πλεονέκτημα δεν έχει κανένας. Είτε είναι κόμμα, είτε ποδοσφαιρική ομάδα, είτε συντεχνία, είτε λέγεται Μπάμπης και είναι απο τα Καμίνια, είτε σερ Μητσος και από την Άνω Ραχούλα βρέθηκε σε μεζονέτα στην Δροσιά.


Σε αυτή τη χώρα ο καθένας προσπαθεί να βρεί την άκρη του. Να προσπεράσει αντικανονικά, να πατήσει επι πτωμάτων, να κερδίσει τον αγώνα της ζωής με όσα περισσότερα οφ σαιντ μπορεί. Δεν υπάρχει διαιτητής σε αυτές τις περιπτώσεις και συμβαίνει. μάλιστα. ο καλύτερος παίκτης να είναι αυτός με τα περισσότερα γκολ απο οφ σαιντ!


Μπορείς να στήσεις παράγκα; 


Κάντο και πάρε όσα πρωταθλήματα τραβάει η ψυχή σου.  

Μπορείς να γλείψεις και να το παίξεις και λίγο γελωτοποιός στην αυλή κανενός Καθηγητή. 


Κάντο και πάρε όσα διδακτορικά, δημοσιεύσεις και ακαδημαϊκές καριέρες τραβάει η όρεξη σου.  


Μπορείς να γίνεις πελάτης σε κάποιον βουλευτή;  


Κάντο και προχώρα ευθεία. Καμία πόρτα δεν πρόκειται να κλείσει.


Κοινώς, δεν υπάρχουν άγγελοι σε αυτή τη χώρα, το ηθικό είναι ό,τι σου επιτρέπει ο νόμος κουρελού, η αξιοσύνη χαρίζεται και δεν κατακτιέται.  


Γι αυτο...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Μια γενιά, η γενιά μας, στο λούκι…

(Ιατρού)


Aδυνατώ, πλέον, να καταλάβω τη γενιά μας. Έφτασε στο σύνορο της απόγνωσης και αυτή ακόμα η μικρή ελπίδα που υπήρχε κάποτε, πως αυτή η γενιά έχει όλα τα φόντα για να μεγαλουργήσει. Σπουδές, ταξίδια στο εξωτερικό, μεταπτυχιακά και διδακτορικά, άλλες προσλαμβάνουσες, ένα διαδίκτυο γεμάτο γνώση, την σύγκριση με τις αφηγήσεις των παππούδων της. Είναι αυτή η σύγκριση, που πάντοτε πίστευα πως απελευθερώνει το μυαλό από προκαταλήψεις και προκάτ συνταγές σκέψης και, όσο και να το κάνεις, θεοποίησα αυτή τη σύγκριση και περίμενα, σε κάποια φάση, να πετάξει και το μάνα εξ ουρανού της στα κεφάλια μας, για να ξεκινήσουμε να αλλάζουμε τον κόσμο. 


Μάταια όμως. Βαλκάνιοι είμασταν και βαλκάνιοι συνεχίζουμε να είμαστε. Ρίζα φτωχική, αγροτική, προνεωτερική, προκαπιταλιστική, προβιομηχανική, ολίγον φεουδαρχική, με κοταζαμπάσηδες, κολίγους και πολλούς μικροαστούς. Άλλοι νεόπλουτοι, άλλοι στα όρια της φτώχειας, άλλοι μανταμσουσούδες στα βόρεια των προαστίων και άλλοι περήφανοι και φτωχικοί ζορμπάδες, κάπου εκεί στο νότο. Αλλά όλοι μας μικροαστοί. Μαγιά άνετοιμη να μας φουσκώσει γρήγορα και να μας φτάσει στους μέσους όρους της Ευρώπης.  


Δεν αποποιούμαι τη ρίζα μας, δεν την αξιολογώ με θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Αυτή είναι και με αυτήν καλούμαστε να πορευτούμε. Αλλά και στην ιδιαιτερότητα μας πάλι αποτύχαμε.


Βλέπω συνεχώς μπροστά μου μια μιζέρια και μια παραίτηση.  


Μια οργή για κάτι που μας κλέψανε και το θεωρούσαμε δεδομένο και δικό μας. Μια εύκολη ζωή, μια κατανάλωση με δανεικά, μια συνεχή βελτίωση, μια φενάκη. Δεν κρίνω αρνητικά, προσπαθώ απλά να καταλάβω. Πώς είναι δυνατόν να καταρρέουν οι βεβαιότητες γύρω μας, να αντιλαμβανόμαστε πως αυτό που είχαμε ήταν μια τεράστια φούσκα χωρίς επιστροφή και, όμως, εμείς να επιμένουμε εκεί. Φέρτε τα όνειρα μας πίσω. 


 Ποια όνειρα; 


Του δημοσίου υπαλλήλου που ξύνεται σε ένα γραφείο, του μαυραγορίτη ελευθεροεπαγγελματία  που χτίζει βίλα μέσα σε λίγα χρόνια, του αεριτζή επιχειρηματία που εισάγει με πέντε και πουλάει με δεκαπέντε, του επαγγελματία πολιτικού, του εισοδηματία,του ξαπλώπουλου στην πατρική περιουσία. Σπουδαία όνειρα, τι να σου πώ!


Μαζέψαμε τίτλους σπουδών, κορνιζάραμε πτυχία, βγήκαμε σέλφι σε μια ορκωμοσία και όταν συνειδητοποιήσαμε πως η αγορά εργασίας δεν χρειάζεται ούτε φιλοσόφους, ούτε οικονομολόγους, ούτε μηχανικούς, ούτε αλλους γιατρούς, την είδαμε αλλιώς. Οργισμένα νιάτα και επαναστάτες χωρίς αιτία. 


Μας φταίει ο μπαμπάς μας, που μας σπούδασε, ο παππούς μας, που μας χαρτζιλικώνει, η θεία μας η Μαρίκα, που με ένα ανήλικο κοτζάμ γαιδούρι ξεκοκαλίζει τις δικές μας πενιχρές εισφορές, ο μπατζανάκης μας, που τρούπωσε σε έναν ΟΤΑ και βγάζει ένα μεροκάματο, χτυπώντας μια σφραγίδα. Εμείς πουθενά στην διανομή ευθυνών και παραπόνων. Ο πρωτογενής τομέας διαλυμένος, οι βιοτεχνίες άφαντες, η παραγωγή στον πάτο, η εξωστρέφεια να αναζητείται, τα ΕΣΠΑ να επιδοτούν ακόμα καφετέριες, το όνειρο να παραμένει εμμονικά ένα γραφείο και εμείς ιδιοκτήτες ή υπάλληλοι του. Αλλά εμείς εκεί. Φταίτε εσείς που δεν μας αφήνετε να ζήσουμε το όνειρά μας!


Και δώστου αναθέματα στην πολιτική, και δώστου κατάρες στους πολιτικούς. 


Όχι, δεν φταίνε αυτοί για το χάλι το δικό μας. Η πολιτική είναι ο καθρέφτης και τον καθρέφτη είναι άδικο να τον κατηγορείς για το είδωλο που δείχνει. Το είδωλο φταίει για το χάλι μας. Άσχημο, γεμάτο ρυτίδες, γκρίνια και αμέτρητα κόμπλεξ. Για τον άλλον που πάει να ξεχωρίσει. Για τον διπλανό μας που κάτι διαφορετικό λέει, αλλά ποιος τον λογαριάζει.


Βιώνουμε μια κατάσταση συνολικής ανικανότητας σε όλα τα επίπεδα. Μια κρίση που έφερε στην επιφάνεια όλη την κακομοιριά της ελληνικής κοινωνίας και της παραχώρησε δημόσια αξιώματα, τίτλους πολιτικής ευγενείας, βήμα για δεκάρικους και πασαρέλες επίδειξης του τίποτα.  Ό,τι χειρότερο διέθετε αυτή η κοινωνία σε μορφωτικό επίπεδο, ικανότητες, δεξιότητες και γνώσεις  αξιοποιήθηκε από την οργή των ημερών και μας μπαστακώθηκε στην κεφαλή μας.  Στην αυτοδιοίκηση, στα επαγγελματικά σωματεία, στον συνδικαλισμό, στην κεντρική πολιτική σκηνή, στα πανεπιστήμια, όπου τελοσπάντων λαμβάνει χώρα ο δημόσιος βίος αυτής της χώρας. Παντού μέτριοι, ατάλαντοι και σπιθαμιαίοι. Και επειδή το ανάστημά τους είναι λειψό επιζητούν να κοντύνουν και τη χώρα. Τη θέλουν μικρή, ανυπότακτη και μονίμως ανεπρόκοπη. Φυσικά, έξω από την Ευρώπη και αν είναι δυνατόν να την έχουν και μέσα σε μια γυάλα στο σπίτι τους, για να την κοιτούν και να της ρίχνουν ψίχουλα, θα το έκαναν μετά χαράς. Για να μπορούν να την έχουν στα μέτρα τους,να την κουμαντάρουν και να την εξουσιάζουν.


Αλλά και ό,τι αξίζει να αξιοποιηθεί, ό,τι έχει τις ικανότητες να αλλάξει αυτήν τη χώρα, σπαταλιέται στα φατσοβιβλία και στις μασονικές στοές του ελιτισμού. Μια αφ΄υψηλού κριτική σε όλα, μια εύκολη στοχοποίηση των πάντων και στο δια ταύτα τίποτα.  


Κανείς δεν μπορεί να συνεργαστεί με κανέναν. 


Κανείς δεν έχει τη διάθεση  να χαμηλώσει το εγώ του και να χαράξει μια κοινή πορεία με τους άλλους.  


Να...

ΣΥΡΙΖΟΤΣΑΡΛΑΤΑΝΑΔΙΚΟ: Το καραβάνι προχωράει γιατί τα σκυλιά σιωπούν….



Δεν έχει νόημα να ασχολείσαι πλέον με το πολιτικό τσίρκο που φαντασιώνεται πως διοικεί την χώρα, ούτε με τους θλιβερούς χειροκροτητές του, που δεν μπορούν να αντιληφθούν την κεφαλαιώδη διαφορά μεταξύ κράτους δικαίου και κοινωνικού κράτους. Κοινως την διαφορά μεταξύ μιας συντεταγμένης πολιτείας που λειτουργεί με βάση καθορισμένους κανόνες δικαίου και ενός κράτους που έχει την υποχρέωση να στηρίζει τα ευάλωτα κοινωνικά στρώματα και να παρέχει στοιχειώδεις υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας.


Η λογική εξάλλου του τσίρκου και των χειροκροτητών του είναι γνωστή από καιρό. Στοχοποιώ τους λίγους για να προσεταιριστώ τους πολλούς και αμα λάχει βγάζω και τα παιδάκια που πεινάνε στην σέντρα. Το έκαναν οι αξιολύπητοι στο παρελθόν, συνεχίζουν να το κάνουν και σήμερα. Ανάξιοι λόγου.



Αυτό που έχει νόημα όμως και καθίσταται πλέον επιτακτικό καθήκον είναι το μέτωπο που καλείται η αντιπολίτευση να ορθώσει απέναντι σε αυτόν τον κλαψομουνίστικο ορυμαγδό λαϊκισμού, παρόλας, ανικανότητας και ευτελισμού της στοιχειώδους λογικής. Ένα μέτωπο που όσο αργεί να συγκροτηθεί επιτρέπει στον εν λογω ορυμαγδό να διαστρέφει την πραγματικότητα και να πείθει ολοένα και περισσότερους πολίτες για το πραγματικό της διαστροφής. Δεν υπάρχουν πλέον άλλοθι αδράνειας ούτε και μπορούν να γίνουν ανεκτοί τακτικισμοί και προσπάθειες διατήρησης φαιδρών εσωκομματικών ισορροπιών.



Η χώρα οδεύει με μαθηματική ακρίβεια σε έναν πρωτόγονο εκφασισμό, με την αντίθετη άποψη να αποτελεί αφορμή χυδαίας επίθεσης, με τα ανώνυμα τρολ του διαδικτύου να αλωνίζουν και να σπιλώνουν υπολήψεις, με τους Πολάκηδες να αναγάγουν τον τσαμπουκά σε πολιτικό επιχείρημα, με το Σύνταγμα να μετατρέπεται σε κουρελού και με ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας να ψάχνει απεγνωσμένα να πιαστεί από κοινούς απατεώνες, αριβίστες και ατάλαντους δημαγωγούς.



Όταν όλα αυτά συμβαίνουν γύρω σου δεν μπορείς και δεν σου επιτρέπεται να παίζεις με παλιούς όρους παλιών παιχνιδιών.



Αν ο πρώτος βουλευτής ενός νομού σου κλαψουρίζεται για τα πρωτεία του, αλλά είναι παντελώς ανίκανος να αντιμετωπίσει με λόγο και επιχείρημα αυτόν τον ορυμαγδό, απλά τον διώχνεις.  


Αν οι παλιοί σου πολιτευτές συνωστίζονται στον προθάλαμο σου για να κατοχυρώσουν την θεσούλα τους, αλλά μιλώντας μαζί τους καταλαβαίνεις πως οι νοητικές τους ικανότητες εξαντλούνται στην ανάγνωση του προεκλογικού σου προγράμματος, τους ξεπροβοδίζεις απλά έξω από την πόρτα.



Αν οι παλιοί σου αρχηγοί αξιώνουν να διατηρήσεις τα πρωτοπαλίκαρά τους στην πρώτη γραμμή, αλλά είσαι πεπεισμένος για το ρηχό των δυνατότητων τους, επιστρέφεις απλά τα μπιλιετάκια πίσω.



Aν...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Τα βουτυρόπαιδα και οι καταληψίες….




Του ΤΑΣΟΥ ΦΟΥΝΤΟΓΛΟΥ


Τους γουστάρω αυτούς τους «παραιτηθείτε». Αναδύουν μια μόρφωση και έναν αστισμό που με τρελαίνει. Ακόμα και αν η έγκυρη δημοσιογραφία του Λάκη, του Λαλάκη και του Λωλοστεφανάκη  μου αποκαλύψει πως οι μισοί από αυτούς είναι υποκινούμενα καθάρματα, που εξυπηρετούν ιδιοτελείς σκοπούς και προάγουν σκοτεινά συμφέροντα των Σαμαροβενιζέλων, εγώ πάλι θα τους γουστάρω και πάλι θα τρελαίνομαι με δαύτους.  Για τον απλούστατο λόγο πως δεν ντρέπονται για το γεγονός πως είναι αστοί, μορφωμένοι και ίσως και πετυχημένοι σε αυτό που διάλεξαν να κάνουν ως επάγγελμα και παρά τα «κουσούρια» τους αυτά και την γιάπικη, κολλαγονούχα φάτσα τους αποφασίζουν να εκτεθούν δημόσια και μάλιστα σε πανελλήνια πρώτη.  


Στην χωρα της φαιδράς πορτοκολέας, βλέπετε,  υπήρχε ένα αναμφίλεκτο ταμπού, δεκαετίες τώρα,  το οποίο τα συγκεκριμένα ιδιοτελή καθάρματα κατάφεραν να  αμφισβητήσουν. Σύμφωνα με το ταμπού αυτό τα πεζοδρόμια και οι πλατείες, ο δημόσιος χώρος εν γένει,  αποτελούσαν αποκλειστικούς χώρους εκτόνωσης των περιβόητων «παιδιών του λαού», των καταληψιών για να συνεννοούμαστε,  με τα βουτυρόπαιδα να στέλνονται στο πυρ το εξώτερον των Μικέλ, άντε και κανενός πιο κλασάτου καφέ στο Κολωνάκι.



Η μετεμφυλιακή ενοχική κουλτούρα του κράτους απέναντι στην Αριστερά, ανακατεμένη με ολίγον αντιστασιακό φαντασιακό, μπόλικο Βελουχιώτη και μια συλλογική ψευδαίσθηση πως ο μικροαστός μπορεί να γίνει επιτέλους νεόπλουτος και αστός, όχι μέσω της μόρφωσης και της εργασίας του, αλλά μέσω ενός συνδικάτου, ενός βουλευτικού γραφείου ή μιας προνομιούχας συντεχνίας, δημιούργησαν στα χρόνια που μας πέρασαν το αρχέτυπο του λαικού αγωνιστή και καταληψία.  


Αξούριστος, ολίγον άπλυτος, κιμπάρης, με άποψη επι παντός επιστητού, αθυρόστομος, κρατιστής βεβαίως βεβαίως και με πτυχίο της Μεγάλης του Πεζοδρομίου Σχολής .  


Πολλοί από αυτούς βολεύτηκαν σε κάποιον δημόσιο οργανισμό στα χρόνια της πλέριας δημοκρατικής εμπέδωσης του Αντρέα, άλλοι εξασφάλισαν σύνταξη από τα πενήντα τους στα χρόνια των επόμενων συνεχιστών της δημοκρατικής εμπέδωσης ενώ άλλοι πάλι τον βρήκαν τον τρόπο τους να απομυζούν τα ταμεία του κράτους, κινούμενοι στον τρισκατάρατο χώρο της ελεύθερης αγοράς. Στο όνομα της δημοκρατικής εμπέδωσης πάντα.



Δεν ηταν πολλοί, αν τους συγκρίνει κανείς με τα εκατομμύρια των Ελλήνων, αλλά ήταν οργανωμένοι καλά. Με το που επιχειρούσε το πολιτικό σύστημα να μεταρρυθμίσει έναν από τους κλάδους τους – όχι από αγαθές προθέσεις βέβαια αλλά για το ξεκάρφωμα του εξευρωπαισμού μας- οι εν λόγω συνασπίζονταν σε χρόνο dt και αποκτούσαν το απαραίτητο συντεχνιακό μέγεθος. Αυτό που τρόμαζε τις κυβερνήσεις και οδηγούσε στους απαραίτητους συμβιβασμούς. «Αν τους πειράξουν αυτούς μετά έχουμε σειρά εμείς», σκέφτονταν οι εν λόγω και η σκέψη αυτή αποτελούσε την δική τους συγκολλητική ουσία. 


Καθώς περνούσαν τα χρόνια οι καταληψίες απέκτησαν και πολιτικά χαρακτηριστικά. Ήταν αριστεροί στις ιδέες τους, κοινοτιστές, αντικαπιταλιστές και φυσικά αντιφιλελεύθεροι. Στις παρόλες πάντα. Γιατί στην καθ΄ ημερα πράξη τους ήταν γνήσιοι φιλοτομαριστές, ενίοτε δεξιοί στην τσέπη, γευσιγνώστες των αγαθών του καπιταλισμού και φυσικά κάθε τους σκέψη είχε ως κατάληξη μια φιλελεύθερη αρχή λοκιανού τύπου σε νεοελληναράδικη μετάφραση: «μην ακουμπήσετε την περιουσία μου, πίσω και σας έφαγα». 


Αλλά τι κάθομαι και σας λέω; Τους περιγράφει καλύτερα ο Αριστοφάνης (ο ορίτζιναλ ντε και μην διανοηθεί κανείς να τον μπερδέψει με τον ιμιτασιόν) στους Βατράχους του: «Πολίτης αργός στο να ωφελεί την πόλη, γοργός στο να την βλάφτει, ανοιχτομάτης για τον εαυτό του και για κείνη στείρος»!



Όταν κατέρρευσε, που λέτε, το γελοίο οικονομικό μοντέλο που τους σίτιζε και τους μοίραζε προνόμια και θέσεις οι αγωνιστές του λαού την είδαν αγανακτισμένοι. Μπήκαν μπροστά στο πλήθος που περικύκλωνε κατά καιρούς το μπουρδέλο που τους σίτιζε τόσα χρόνια – τους μπροστάρηδες για να μην παρεξηγούμαστε- και ύψωσαν το λάβαρο της λαικής επανάστασης. Δεν πλήρωναν διόδια, λευκοαπεργούσαν στα γραφεία τους, απαιτούσαν αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, απειλούσαν θεούς και δαίμονες, φώναζαν στα καφενεία για τον ΕΝΦΙΑ των Σαμαροβενιζέλων, ρουφούσαν φραπέδες και με ύφος σου έλεγαν: «βούλωστο εσύ πουλημένε. Εμείς θα ξαναφέρουμε την αξιοπρέπεια στην χώρα». 


Για την οικονομία της συζήτησης να πούμε απλά πως λίγα χρόνια μετά ξαναφέρανε Μνημόνιο και ένα υπερταμείο ιδιωτικοποιήσεων «να», με το συμπάθειο, ενώ ορισμένοι από δαύτους ανεβάζουν σήμερα τραγουδάκια στο φου μπου, ποζάρουν οικογενειακώς σε στιγμές ανεμελιάς και διαρκούς ευτυχίας και ετοιμάζονται για το επόμενο σάλτο στα κόμματα των Σαμαροβενιζέλων. Ανάξιοι λόγου.



Οι «παραιτηθείτε», λοιπόν, είναι το ακριβώς αντίθετο. Για να το πούμε απλά και κατανοητά είναι...

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ιάσονα Σχινά Παπαδόπουλε…στα τσακίδια

EΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Ιατρού

Διάβασα την πρώτη δακρύβρεχτη ανακοίνωση του Γραμματέα της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ, στην οποία προσπαθεί να εκλογικεύσει τα οικογενειακά ρουσφέτια ( μητέρα, αδερφός, γκόμενα), επικαλούμενος την οικογενειακή παράδοση στους αγώνες της Αριστεράς. Ακολούθησε και δεύτερη, ως είθισται, ανακοίνωση, μιας και σε αυτόν τον χώρο έχουν μια μακρά παράδοση στα δεύτερα γράμματα που αναιρούν τα πρώτα ( τιμή και δόξα στον σύντροφο Ζαχαριάδη), όπου ενημερωθήκαμε πως ό,τι έγινε, έγινε καλώς!


Δεν θα σταθώ στο περιεχόμενο του δακρύβρεχτου, το οποίο καταφανώς είναι για τα πανηγύρια, ούτε στο εν κατακλείδι του δακρύβρεχτου, όπου σουλατσάρουν τα παλαιότερα των υποδημάτων του εν λόγω νεολαίου γραμματέα. Θα σταθώ μονάχα στην ιδιότητα αυτού του επαναστάτη νεανία: Γραμματέας της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ!!! 


Τελικά γίναμε- ως γενιά- σαν τα μούτρα αυτών που κριτικάραμε. Σαν βγήκαμε στον πηγαιμό για την Ιθάκη κιοτέψαμε και λουφάξαμε στο πρώτο εξωτικό νησί που βρέθηκε μπροστά μας. Και η πυξίδα πάντα η ίδια. Να βολευτούμε ρε. Και όλοι οι άλλοι να πάν να μαμηθούνε.


Έγινε το χρέος προς την ιστορία αντικείμενο χρηματικής συναλλαγής. Καταντήσαμε σε αυτή τη χώρα των φαιδρών και μισθοφόρων να μισθοδοτούμε από τα κρατικά ταμεία το οτιδήποτε.  


Εγώ είμαι της γενιάς του Πολυτεχνείου. Πάρε μια θέση σύντροφε. 


Εγώ είμαι του αντιδικτατορικού αγώνα. Πάρε έναν μισθό και εσύ. 


Εγώ είμαι της Εθνικής Αντίστασης. Πάρε μια εθνική σύνταξη και εσύ.  


Μπορείς. Πληρώνει ο αιώνιος μαλάκας, εξάλλου. Και φτάσαμε να μισθοδοτούμε, τις καλές εποχές, τον κάθε πικραμένο αντιστασιακό και επαναστάτη.


Και φάγανε και φάγανε και φάγανε και μας χρεώσανε, μας χρεώσανε, μας χρεώσανε. Εις τον κύβο, πάντα, ανάγονται οι αμαρτωλές ανταλλαγές σε αυτόν τον τόπο. Γιατί η πατρίδα τους χρωστούσε, βλέπεις. Έπρεπε να τους αποκαταστήσει για το ηρωικό των νεανικών τους χρόνων. Λες και η αντίσταση στη σκλαβιά και τον ολοκληρωτισμό δεν αποτελούν προσωπικό χρέος του καθενός, αλλά γυρεύουν ανταπόδοση. Και τώρα που φεύγουν αυτοί έρχονται «πλησίστια» τα παιδιά τους. Και αύριο τα εγγόνια τους. Και μεθαύριο τα δισέγγονα τους. Κουβαλάνε τα ένσημα της αντίστασης παραμάσχαλα και επαιτούν και αυτά το κατιτις τους. Μια θεσούλα, καλέ μου κύριε. Της Αντίστασης είμαι και εγώ. Ξέρεις πόσους χειμώνες μπροστά στο τζάκι άκουγα και ξαναάκουγα τους ηρωισμούς του παππού μου; Τι; Δεν αξίζω και εγώ το κατιτις μου για όλες αυτές τις βαρύγδουπες ακροάσεις;


Όχι, ρε μπαγάσα Παπαδόπουλε.  Δεν με νοιάζει που πολέμησε ο παππούς σου. Ούτε που έβαζε βόμβες ο μπαμπάς σου. Ούτε το κόμμα σου, με νοιάζει. Ούτε οι πλάτες των βαστάζων σας. Ούτε οι μολότοφ και τα κρατητήρια σας. Ούτε οι μανάδες και οι πατεράδες σας που σας ζύμωναν για να γίνετε σαν τα δικά τους μούτρα.  


Και, κυρίως, δεν με νοιάζουν... 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Μια μάνα με την κόρη

(Ιατρού)

Φοβήθηκα να ανοίξω την πόρτα. Όχι. Δεν ήταν εκείνος ο φόβος, ο κοινός, που γεμίζει ιδρώτα τις παλάμες και αναγκάζει την καρδιά να χτυπά λιγάκι παραπάνω απο το κανονικό. Αυτόν τον φόβο τον ήξερα καλά και δεν τον υπολόγιζα πια για σημαντικό. Ήταν ο φόβος να μην σφιχτεί και πάλι η καρδιά από τα πρόσωπα και τις ζωές που θα αντίκριζα για πολλοστή φορά.  


Μια μάνα και μια κόρη μέσα σε έναν θάλαμο νοσοκομείου να ψάχνουνε να ημερέψουν το κακότυχο και το δύστροπο της κοινής τους μοίρας. Η μάνα κοντή, συφοριασμένη, γεμάτη ρυτίδες που ήρθαν ακάλεστες από τα χρόνια της και δεν της έπρεπαν ακόμα. Η κόρη του ίδιου αναστήματος, με το μισό κορμάκι της ανάπηρο, καθηλωμένο.



Το χέρι κολλημένο στο ένα της πλευρό να ακολουθεί το σώμα σε κείνο το αλλόκοτο περπάτημα, με το δεξί της πόδι να πατάει γερά και το υπόλοιπο κορμί να σκαρφαλώνει πάνω του και να τινάζεται εμπρός του. Μια ολάκερη ζωή να κρέμεται από το δεξί της πόδι! Και σαν της ζητούσαμε να κάνει κάποια κίνηση που θα διευκόλυνε την κλινική μας εξέταση, μας κοιτούσε απορημένη και μας μάλωνε «μα δεν βλέπετε;». Και εμείς, τις περισσότερες φορές δεν βλέπαμε. Και αυτή τις ισόποσες φορές μας μάλωνε. Την αρρώστια της ας μην την ονομάσουμε. Θέλει, άραγε, και τίτλο ο πόνος της ζωής για να καρπωθεί τα δικά του παράσημα; Για να χει το βαρύγδουπο ενός ακόμα ονόματος μήπως και προκαλέσει εντύπωση σε μια ακόμα περιέργεια περαστικών ανθρώπων;



Μαλώνανε για το φαγητό. Η κόρη δεν ήθελε να φάει, ίσως παραιτημένη πια απ΄ την αρρώστια της,  ίσως  απλά και να μην πεινούσε – ας μην βάζουμε διάγνωση σε χωράφια που δεν μας ανήκουν – και η μάνα ακολουθώντας τα μητροπαράδοτα την πίεζε να κατεβάσει μια μπουκιά. Εικόνα γνώριμη, μάχες που δόθηκαν πολλές φορές με εκατέρωθεν τροπαιούχους και ηττημένους. Αυτό το «να φας» κατέληξε τελικά να μας ορίζει. Και το «να φας» οδηγεί κάποτε και σε οργισμένα λόγια. Σε λόγια σκληρά που ξεχύνονταν από τις ρωγμές εκείνου του θαλάμου και έκαναν τους γείτονες να ξεπροβάλλουν από τις δικές τους ρωγμές, των δικών τους θαλάμων, και να στήνουν εκείνα τα θλιβερά «πηγαδάκια» όπου άνθρωποι ξεσκίζουνε ανθρώπους.



«Μα δεν ντρέπεται να της μιλάει έτσι; Μάνα είναι αυτή; Που κρύφτηκε η συνηθισμένη υπομονή της; Είναι δυνατόν να της λέει πως τόσα χρόνια σε ανέχτηκα και δεν αντέχω άλλο;» Τα λόγια τα σκληρά που λέγαμε. Τριανταεπτά χρόνια αυτή η ιστορία. Μια μάνα κολλημένη πάνω στην μονάκριβή της κόρη και αν ακολουθούσες τον συνειρμό της παρομοίωσης θα την έβαζες στην θέση του δεξιού ποδιού της. Χωρίς αυτήν ούτε βήμα εμπρός, ούτε βήμα πίσω.



Άνοιξα την πόρτα και εκείνος ο φόβος ο αλλιώτικος σκόρπισε στα γύρω μονομιάς. Γερμένη στην αγκαλιά της μάνας η κόρη έκλαιγε. Και έκλαιγε και εκείνη σκορπώντας την συγγνώμη της μές στις σταλαγματιές των καστανών ματιών της. «Συγγνώμη κόρη μου. Δεν το θελα».



Στα δικά μου τριανταεπτά χρόνια ήταν η δεύτερη φορά που το ΄νιωθα, πόση δύναμη έχει μια αληθινή συγγνώμη. Τις υπόλοιπες, τις πληθωρικές και εύκολες , τις έχω πετάξει ήδη. Μπροστά σε τέτοια εικόνα σκύβεις απλά το κεφάλι σου, ζητάς μια πληθωρική και εύκολη συγγνώμη  και βγαίνεις έξω. Ρίχνεις και μια βλοσυρή  ματιά στους περίεργους γείτονες και τους χαλάς τα πηγαδάκια. Εκεί που αναβλύζει απ΄ τα έγκατα της φύσης των ανθρώπων η χολεριασμένη κρίση για τις ζωές των άλλων. Δίχως να ξέρει τα κρυμμένα, δίχως να φροντίζει να τα μάθει.



Δεν είναι ήρωες οι άνθρωποι αυτοί. Ίσως τους βλέπουμε για ήρωες μπας και ξορκίσουμε την μίζερη μουρμούρα της ζωής μας. Αυτήν που σαν αρχίσει δεν λέει να σταματήσει και μόνο απέναντι σε κάποιον ήρωα συνηθίζει να σιωπά, και αυτό μοναχά για λίγο. Άσε που το «ήρωας» κατάντησε αφορμή για να την κάνουν οι ενοχές μας με ελαφρά πηδηματάκια. Ήρωας είναι αυτός, μονολογείς, που πάει να πει τα καταφέρνει και μονάχος. Και δώστου ελαφρά πηδηματάκια και φύγε κακό από τα  δικά μας μάτια .


  Δεν είναι ήρωες λοιπόν. Ταλαιπωρημένοι άνθρωποι είναι, που χρειάζονται μια κουβέντα παραπάνω. Ένα χαμόγελο, μια οικεία οικειότητα, μια ανόητη σαχλαμάρα για να γελάσει λίγο το χειλάκι τους. Αυτά για τα μπροστά των μεταξύ μας σχέσεων. Γιατί στα από πίσω δεν μάθαμε ακόμα να χώνουμε το βλέμμα μας. Όχι με τη βρωμιά ενός ακόμα σούσουρου και ενός ακόμα χτυπήματος στην πλάτη. Αλλά με εκείνη την καθάρια ματιά που νοιάζεται, που ψάχνει να απαλύνει πόνους.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η γενιά του Grexit

EΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Ιατρού

Θα γίνουμε τελικά η γενιά του Grexit;  


Η γενιά που ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς και κατέληξε μια γενιά σε πλήρη διάλυση και φευγάτη;  


H γενιά που επέτρεψε σε ονειροπόλους και φαντασμένους συμπολίτες της να πετάξουν την χώρα από την Ευρώπη και το κοινό μας μέλλον για ένα αριστερό καπρίτσιο; Για μια πλασματική αίσθηση εθνικής ανεξαρτησίας;


 Για να μην στεναχωρηθεί ο πενηντάρης συνταξιούχος και δεν τους ξαναδώσει την ψήφο του; 


Για να μην απογοητευτούν οι συντεχνίες των ΔΕΚΟ, που όταν πάνε να τις ιδιωτικοποιήσουν αποτελούν δημόσια περιουρία και όταν τίθεται θέμα ενιαίου μισθολογίου μετατρέπονται εν μια νυκτί σε ιδιωτικές και εισηγμένες στο Χρηματιστήριο; 


Για να μην ξεβολευτούν οι χιλιάδες πελάτες των βουλευτικών γραφείων που τρούπωσαν σε άχρηστες θέσεις του δημόσιου τομέα και για να μην αντιδράσουν οι εκατοντάδες χιλιάδες αυτοαπασχολούμενοι που φοροδιαφεύγουν προκλητικά;



Μάλλον ναι. 


Δεν θα αναφερθώ στο τι συνεπάγεται για την χώρα η έξοδος από το ευρώ. 


Αφενός υπάρχουν καταλληλότεροι από εμένα για να μας το πουν και αφετέρου κοντός ψαλμός αλληλούια. Θα ζήσουμε και θα το μάθουμε και αυτό. Με την ελπίδα μόνο να διαψευστούμε όλοι εμείς που αφηγούμαστε μια εθνική καταστροφή και να επιβεβαιωθούν όλοι εκείνοι που βλέπουν στην έξοδο μια μοναδική ευκαιρία ανασύνταξης της ελληνικής οικονομίας.



Με οποιοδήποτε νόμισμα, όμως, αυτή η χώρα δεν πρόκειται, υπο τις παρούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, να πετύχει τίποτα. 


Μια κοινωνία εθισμένη στο ετοιματζίδικο, το πρόχειρο και το βρώμικο μιας κακόγουστης και ελεεινής πολιτειακής «καντίνας», μια κοινωνία της αρπαχτής και της ανομίας, δεν πρόκειται ποτέ να πρωτοστατήσει στην αναγέννηση της χώρας.  


Με οποιοδήποτε νόμισμα αυτή η κοινωνία είναι καταδικασμένη στον εμφύλιο σπαραγμό και τις διαθέσεις των κάθε είδους βροχοποιών που θα εμφανιστούν την επόμενη μέρα της πτώχευσης για να φέρουνε την πολυπόθητη βροχή σε μια χώρα ερειπωμένη, ξερή και άνυδρη. 


Μην έχουμε αυταπάτες. Η έξοδος από το ευρώ και η δημιουργία από την αρχή μιας παραγωγικής εθνικής οικονομίας απαιτεί ένα πολιτικό σύστημα υψηλών ικανοτήτων και μια κοινωνία με υψηλό αίσθημα ευθύνης. Μια κοινωνία συνειδητοποιημένη πως η αφετηρία αυτή θα απαιτήσει μεγάλες αλλάγες στις σημερινές καταναλωτικές και επαγγελματικές μας συνήθειες και πως οι αλλαγές αυτές θα είναι δύσκολες για ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Και εμείς, αντί για αυτά, έχουμε:


Eνα πολιτικό σύστημα κατακερματισμένο, χωρισμένο σε φατρίες και πολύχρωμες συνιστώσες, με ανθρώπους που σε άλλες εποχές, όχι θυρωροί στην πολυκατοικία του Κουτσόγιωργα δεν θα ήταν αλλά ούτε καν υπάλληλοι σε ταβέρνα δεύτερης διαλογής.  


Και μια κοινωνία, της οποίας ένα μεγάλο μέρος πιστεύει πως την επόμενη μέρα το μπουκαλάκι νερό θα ξαναπάει στις 100 δρχ, ο καφές στα 5 κατοστάρικα και οι μισθοί στις 150.000 δρχ και ούτε γάτα ούτε ζημιά.



Δεν έχουμε τις ποιοτητες εκείνες που θα ηγηθούν μιας αναπτυξιακής πορείας. Κανείς δεν έχει σχέδιο για την επόμενη ημέρα και όλα θα γίνουν ασύντακτα και με μεγάλο πόνο. 


Θα με ρωτήσεις γιατί είμαι τόσο σίγουρος. 


Δεν θα σου δώσω απάντηση, τέτοια τουλάχιστον που περιμένεις. 


Θα σου ζητήσω μόνο να ρίξεις μια ματιά γύρω σου και με εντιμότητα να μου απαντήσεις: 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Γερμανοτσολιάς εγώ; Βρε άντε γαμήσου…

Ιατρού

Έχω συμβιβαστεί με την ιδέα του μαλάκα που επιλέγει να διχάσει για να φανεί λιγάκι η μούρη του, όπως έχω αποδεχτεί και το γεγονός πως σε περιόδους βαθιάς κρίσης η γλώσσα που μεταχειριζόμαστε ξεχνάει τα ευγενικά πρωτόκολλα και ξεχύνεται για να πληγώσει τον απέναντι. Δεν λογαριάζει τιμές, υπολήψεις , ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα και οτιδήποτε άλλο ανήκει στα σώψυχα και τα ιδιωτικά του άλλου.


Ας ειναι. Πεινάει κόσμος, κόπηκαν μισθοί, απολύθηκαν άνθρωποι, κατέρρευσαν ευσεβείς και ασεβείς πόθοι, οπότε ας είμαστε λιγάκι ανεκτικοί απέναντι στο ξέσπασμα και το αγοραίο του λόγου.
 

Αλλά μέχρι εκεί βλαμμένε (το αγοραίο που λέγαμε). Ίντσα παραπάνω. Πες  ό,τι θέλεις για την μάνα μου τη μακαρίτισσα, για το νοητικό μου επίπεδο, για την φάτσα και το παρουσιαστικό μου, αλλά αν με ξαναπείς Γερμανοτσολιά και εξωνημένο τον Εθνικό Διχασμό δεν τον γλιτώνεις. 


Και στο υπόσχομαι πως σε αυτόν τον Εθνικό Διχασμό δεν θα βγεί κανείς μας αλώβητος και με ανέπαφη την μόστρα του. Θα στραπατσαριστούμε όλοι.


Ζούμε σε μια ιστορική χώρα με μεγάλο βάρος πολιτισμού, πνεύματος και αγώνων για την ελευθερία. Διχαστήκαμε πολλές φορές, αλληλοσκοτωθήκαμε και ξαναστηθήκαμε στα πόδια μας. Δεν μάθαμε ποτέ μας να συνεργαζόμαστε και πάντα εμπιστευόμασταν το μέλλον μας στα χέρια προστατών και λαοπλάνων. Αλλά τις στιγμές του «πρέπει» ξεχνούσαμε τις μεταξύ μας διαφορές και ενώναμε τις ψυχές μας για τον κοινό σκοπό. Πατριώτες όλοι μας. Δεξιοί, αριστεροί, κεντρώοι, ανεξαρτήτως αφετηρίας, υψώναμε την πατρίδα πάνω από τις μικρές λοβοτομές μας και καταφέρναμε τουλάχιστον να διασωθούμε. Γιατί οι «άγγελοι είναι πληθυντικοί και αμφιλεγόμενοι» και ως τέτοιοι δεν καταχωρούνται μονάχα στην μια ή στην άλλη όχθη. Υπάρχουνε παντού και αγωνίζονται για την λευτεριά του κόσμου.


Δεν θα επιτρέψω ως Έλληνας σε καμιά εμετική Κωνσταντοπούλου, με το θλιβερό σκυλολόι που την ακολουθεί κατά πόδας,  να διαχωρίζει τους πολίτες αυτής της χώρας σε ήρωες και προσκυνημένους. Και δεν θα το επιτρέψω, όχι γιατί διαθέτω κάποια ισχύ σαν αυτήν που έλαχε από κάποιο κάμωμα της τύχης στην  κόρη του Κωνσταντόπουλου, αλλά γιατί αυτή η χώρα ανήκει και σε μένα όπως ανήκει και σε σένα. 


 Όπως δεν υπάρχουν ενοικιαστές και ιδιοκτήτες στην Ευρώπη, έτσι δεν υπάρχουν πατριώτες και προδότες σε τούτη την κατατρεγμένη βαλκανική γωνιά. Έχουμε, απλώς, διαφορετικό τρόπο για να βλέπουμε τα πράγματα. Και αυτόν τον τρόπο είτε θα τον αποδεχτούμε ο ένας για τον άλλον, είτε θα τον εγκαταλείψουμε βορά στα κέφια και τις καριέρες των επαγγελματιών πατριδοκάπηλων.


Αυτών που έμαθαν μια ζωή να διαιρούν για να πορεύονται και να τα κονομάνε. 


Αυτών που δεν φοβήθηκαν τα μεγαλεία και δεν μπόρεσαν να υπερνικήσουν τις φιλοδοξίες που αυτά γεννούν , βάζοντας τον δισταγμό μπροστά τους , όπως τους κάλεσε κάποτε ο εθνικός Καβάφης .  


Αυτών που δεν μπορούν να αντιληφθούν την σημασία της ανοχής, της συναίνεσης, της διαφωνίας και της σύγκρουσης μέσα σε ένα συντεταγμένο πλαίσιο δημοκρατικού πλουραλισμού.  Του μόνου ικανού να προασπιστεί την συνοχή της κοινωνίας και την ιστορική της συνέχεια. Γιατί η Δημοκρατία που επικαλούνται κάποιοι δεν είναι ένα πουκάμισο αδειανό που μέσα του μπορούνε να χωρέσουνε πάθη πλεονεξίας, κίβδηλοι διαχωρισμοί και λόγια του «μαζί μας είσαι ή με τους άλλους» .


 Η Δημοκρατία είναι μονάχα αυτό: η δύναμη της αποδοχής του άλλου.


Σε αυτήν την χώρα υπάρχουν, λοιπόν, δυο κατηγορίες πολιτών: