"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Π.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Π.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ: Δυσοίωνα σενάρια για τα επόμενα 20 χρόνια


 Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου

Το 1997, επί προεδρίας Μπιλ Κλίντον, οι 18 αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες (συμπεριλαμβανομένων των CIA και NSA) αποφάσισαν να συνεργαστούν για να συντάξουν ένα ντοκουμέντο πολύ διαφορετικό από τα μυστικά έγγραφα που περιμένει κανείς συνήθως από κατασκόπους και πράκτορες: μια έκθεση που απευθύνεται μεν στην πολιτική ηγεσία, αλλά είναι προσβάσιμη από κάθε ενδιαφερόμενο και έχει ως αντικείμενο εκτιμήσεις και εναλλακτικά σενάρια για τις τάσεις που είναι πιθανό να κυριαρχήσουν στον κόσμο τα επόμενα 20 χρόνια.

Eκτοτε, η έκθεση Global Trends (Παγκόσμιες Τάσεις) εκδίδεται τακτικά ανά τέσσερα χρόνια, στην αρχή της εκάστοτε αμερικανικής προεδρίας. 

Κάποιες από τις προβλέψεις των εκθέσεων δικαιώθηκαν αναδρομικά. Για παράδειγμα, η έκθεση του 2008 ανέφερε ως πολύ ισχυρή την πιθανότητα να ξεσπάσει μια πανδημία στην Ανατολική Ασία και να επεκταθεί σύντομα σε όλο τον κόσμο.

«Η μόνη λειτουργία των οικονομικών προβλέψεων είναι ότι κάνουν την αστρολογία να φαντάζει αξιοσέβαστη», είχε πει κάποτε ο σπουδαίος οικονομολόγος Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ.  

Ο σαρκασμός του ισχύει εξίσου για τη σφαίρα των διεθνών σχέσεων, κάτι που δεν αγνοούν οι συντάκτες του Global Trends. Οι εκτιμήσεις τους είναι πάντα ενδεχόμενες, ποτέ κατηγορηματικές, και βασίζονται σε ήδη διαπιστωμένες τάσεις του παγκόσμιου γίγνεσθαι.

Αλλωστε και η περί πανδημίας πρόβλεψη του 2008 δεν βγήκε ούτε από κρυστάλλινη σφαίρα ούτε από πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης: απλούστατα, είχε προηγηθεί, τη διετία 2002-2004, η επιδημία του SARS που ξέσπασε στην Απω Ανατολή και προκάλεσε ανησυχία σε όλο τον κόσμο.

Με άλλα λόγια, είναι πάντα ασφαλέστερο να προβλέπεις το παρόν. Το σκληρό παρόν, η πανδημία της COVID-19, επηρέασε καθοριστικά τη φετινή έκθεση Global Trends 2040, που δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα. Κατά γενική ομολογία, είναι η πιο γκρίζα, η πιο απαισιόδοξη ανάμεσα στις επτά εκθέσεις που έχουν μέχρι σήμερα εκπονηθεί.

Οι συντάκτες της βλέπουν την πανδημία όχι μόνο ως την «πιο σημαντική διεθνή αναστάτωση από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», αλλά και ως το προείκασμα ενός πιο αβέβαιου και επίφοβου κόσμου στις επόμενες δεκαετίες.

  Για πρώτη φορά, η έκθεση των μυστικών υπηρεσιών μιλά ανοιχτά για έναν «μετα-αμερικανικό κόσμο», αναγνωρίζοντας ότι οι ΗΠΑ δεν θα μπορούν πλέον να κυριαρχούν σε όλο τον πλανήτη ή να έχουν το προβάδισμα σε όλα τα κρίσιμα πεδία ισχύος.

Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ – Κίνας αναγορεύεται στον κύριο άξονα των διεθνών συγκρούσεων και σε κοινό παρονομαστή των πέντε, πολύ διαφορετικών, εναλλακτικών σεναρίων για το μέλλον που σκιαγραφούν οι Αμερικανοί αναλυτές. 

Μια άλλη, κεντρική εκτίμηση της έκθεσης είναι ότι οι εθνικές κυβερνήσεις, δημοκρατικές ή μη, θα βρεθούν αντιμέτωπες με επικίνδυνα κύματα κοινωνικής αμφισβήτησης, εξεγέρσεων ή και ανατροπών, καθώς θα δοκιμαστούν από δημογραφικές πιέσεις, οικονομικές κρίσεις, περιβαλλοντικές προκλήσεις και κοινωνικές απαιτήσεις στις οποίες αδυνατούν να ανταποκριθούν.

Τέσσερις μεγάλες μετακινούμενες τεκτονικές πλάκες είναι οι παράγοντες που σε μεγάλο βαθμό καθορίζουν, στην αλληλοδιαπλοκή τους, τη δυναμική του παγκόσμιου γίγνεσθαι, κατά τους Αμερικανούς αναλυτές: δημογραφικό – οικονομία – κλιματικό – τεχνολογία.  

Σε ό,τι αφορά το δημογραφικό, αν και προβλέπεται ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός θα αυξηθεί περαιτέρω κατά 1,4 δισ. ανθρώπους, για να φτάσει τα 9,2 δισεκατομμύρια το 2040, η βασική τάση είναι η επιβράδυνση της αύξησης σε παγκόσμια κλίμακα και ιδιαίτερα η γήρανση του πληθυσμού στην Ευρώπη και την Ανατολική Ασία. Παράλληλα, θα συνεχιστεί με αμείωτο ρυθμό η αστικοποίηση, με τους κατοίκους των αστικών κέντρων να φτάνουν τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού, από 56% που είναι σήμερα.  

Οι δημογραφικές αλλαγές αναμένεται να ενισχύσουν τα μεταναστευτικά ρεύματα και να θέσουν υπό ισχυρή πίεση πολλές κυβερνήσεις ανεπτυγμένων χωρών, οι οποίες «θα δυσκολευτούν να ενισχύσουν ή έστω να διατηρήσουν σημαντικά κοινωνικά κεκτημένα δεκαετιών στην εκπαίδευση, την υγεία ή τη μείωση της φτώχειας». Την προειδοποίηση αυτή έρχονται να ενισχύσουν οι δυσοίωνες προβλέψεις για τα παγκόσμια οικονομικά στον μετά COVID κόσμο. Η έκθεση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην εκτίναξη των κρατικών, αλλά και των ιδιωτικών χρεών, που απειλούν να εκτροχιάσουν την παγκόσμια οικονομία και μειώνουν τα περιθώρια δημοσιονομικής πολιτικής από τις εθνικές κυβερνήσεις.  

Σε αυτό το καίριο πρόβλημα, έρχονται να προστεθούν τρεις ακόμη αποσταθεροποιητικοί παράγοντες: η ολοένα και ισχυρότερη τάση διάρρηξης της παγκοσμιοποίησης και ενίσχυσης του προστατευτισμού στο διεθνές εμπόριο, η αποδυνάμωση των εθνικών κυβερνήσεων απέναντι στις κολοσσιαίες επιχειρήσεις-πλατφόρμες που ελέγχουν την ψηφιακή οικονομία και η επέκταση της ελαστικής απασχόλησης εις βάρος της καλά αμειβόμενης, σταθερής εργασίας λόγω της γενικευμένης αυτοματοποίησης.
 

Η τρίτη μεγάλη τεκτονική πλάκα είναι η κλιματική αλλαγή, η οποία για πρώτη φορά καταλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο σε παρόμοια έκθεση των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Παρά τις δεσμεύσεις των κυβερνήσεων για μείωση των ρύπων, η όποια πρόοδος δεν θα αποτρέψει την άνοδο της θερμοκρασίας του πλανήτη και την πύκνωση των ακραίων καιρικών φαινομένων, με καταστροφικές συνέπειες, ιδίως στην αναπτυσσόμενο κόσμο – όχι επαρκής πρόσβαση σε πόσιμο νερό, τρόφιμα, ενέργεια, φαινόμενα που θα ενισχύσουν την πολιτική αστάθεια και τα μεταναστευτικά κύματα. Σε αυτό το φόντο, σε ορισμένες χώρες προβλέπεται να ακουστούν πιο δυνατά οι σειρήνες της Γεωμηχανικής, δηλαδή εκείνων που συνηγορούν υπέρ μεγάλης κλίμακας μηχανικών παρεμβάσεων στην επιφάνεια και στην ατμόσφαιρα της Γης για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής χωρίς να θιγούν τα οικονομικά και καταναλωτικά πρότυπα που την προκάλεσαν, μια νοοτροπία που θα μπορούσε να έχει ολέθριες επιπτώσεις στο οικοσύστημα.

Σε ό,τι αφορά την τέταρτη τεκτονική πλάκα, την τεχνολογία, η έμφαση δίνεται στις αναμενόμενες, θεαματικές προόδους στην τεχνητή νοημοσύνη, τη ρομποτική, τη νανοτεχνολογία, τα έξυπνα υλικά και τη βιοτεχνολογία. Ενδεικτικά, μέχρι το 2025 οι συσκευές που θα συνδέονται με το Ιντερνετ των Πραγμάτων (IoT) αναμένεται να φτάσουν τα 64 εκατομμύρια και το 2040 να είναι της τάξεως των τρισεκατομμυρίων. Αλλά και εδώ οι τόνοι είναι λιγότερο διθυραμβικοί και περισσότερο ανησυχητικοί: Οι νέες τεχνολογίες θα παροξύνουν, κατά τους αναλυτές, τον στρατηγικό ανταγωνισμό ΗΠΑ – Κίνας, θα απειλήσουν προσωπικά δεδομένα και δημοκρατικές ελευθερίες, ίσως μάλιστα θέσουν και υπαρξιακά ζητήματα ενώπιον της ανθρωπότητας, με τις αναδυόμενες μορφές σύμφυσης ανθρώπου-μηχανής. 

 Στο σύνολό τους και στην αλληλεπίδρασή τους, οι αλλαγές στις τέσσερις αυτές σφαίρες οδηγούν σε έναν «Περισσότερο συγκρουσιακό κόσμο» (όπως λέει και ο υπότιτλος στο φετινό Global Trends), έναν κόσμο άκρως αβέβαιο, ανήσυχο και κατακερματισμένο, όπου συρρικνώνεται ραγδαία η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους υπάρχοντες θεσμούς, κυβερνήσεις και ηγεσίες. 

Αποτέλεσμα: 

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΟΠΛΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ - ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ: Η συμφωνία που αλλάζει τη Μ. Ανατολή


Η εκτόξευση του Μπαράκ Ομπάμα από το έδρανο του τοπικού γερουσιαστή του Ιλινόι στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου βασίστηκε σε ένα τολμηρό στοίχημα: ο μαύρος πολιτικός υποσχέθηκε ότι θα είναι ο αντι-Μπους, ο πρόεδρος που θα τερμάτιζε όχι μόνο τον πόλεμο στο Ιράκ, αλλά και ολόκληρη την υπερεπιθετική εξωτερική πολιτική των νεοσυντηρητικών ιεράκων, που τόσο είχε κοστίσει -σε χρήμα, ανθρώπινες ζωές και ηθικό κύρος- στην αμερικανική υπερδύναμη.

Το στοίχημα κερδήθηκε και η υπόσχεση εκπληρώθηκε. Μετά την αποχώρηση του κύριου όγκου των αμερικανικών δυνάμεων από το Ιράκ και το Αφγανιστάν, ο Μπαράκ Ομπάμα συνέχισε με την εξομάλυνση των σχέσεων ΗΠΑ - Κούβας και ετοιμάζεται, αυτό τον καιρό, να ξανανοίξει την αμερικανική πρεσβεία στην Αβάνα. Αλλά όσο σημαντικό κι αν είναι αυτό στο συμβολικό επίπεδο, δεν συγκρίνεται στο ελάχιστο, ως προς τις μακροπρόθεσμες συνέπειές της, με τη συμφωνία-σταθμό της περασμένης Τρίτης στη Βιέννη για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Μια εξέλιξη, η οποία παραλληλίζεται από Αμερικανούς αναλυτές, όπως ο Ντέιβιντ Σάνγκερ των New York Times, με το ιστορικό άνοιγμα των Νίξον-Κίσινγκερ στην Κίνα του Μάο Τσετούνγκ.

Αποτέλεσμα ενός μαραθώνιου διαβουλεύσεων μεταξύ έξι μεγάλων δυνάμεων (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία) και της Ισλαμικής Δημοκρατίας, η τελική συμφωνία της Βιέννης αφαιρεί μια από τις πιο επικίνδυνες εστίες έντασης και μελλοντικών πολέμων στην ηφαιστειακή ζώνη της Μέσης Ανατολής.  

Το Ιράν υποχρεώνεται να περιορίσει σε μεγάλο βαθμό το πυρηνικό του πρόγραμμα, σε συνθήκες αυστηρής διεθνούς επιτήρησης, με αντάλλαγμα τη σύντομη άρση όλων των οικονομικών κυρώσεων που του έχουν επιβληθεί και που είχαν ως αποτέλεσμα τη συρρίκνωση της παραγωγής κατά 20%

Η έξοδος του Ιράν από τη διεθνή διπλωματική καραντίνα θα έχει άμεσες ευεργετικές συνέπειες στην οικονομία του. 

Η πρώτη τονωτική ένεση θα έρθει με την πρόσβασή του σε περιουσιακά στοιχεία της τάξης των 100 δισ. ευρώ, τα οποία είχαν δεσμευτεί, λόγω κυρώσεων, στο εξωτερικό. Αυτές τις μέρες, οι υπουργοί Εξωτερικών Γερμανίας και Γαλλίας σπεύδουν στην Τεχεράνη, συνοδευόμενοι από εκπροσώπους μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, προκειμένου οι χώρες τους να «πλασαριστούν» σε προνομιακές θέσεις, ενόψει του ράλι επενδύσεων που αναμένεται στο Ιράν μετά την άρση των κυρώσεων.

Για την παγκόσμια οικονομία, η σταδιακή αποκατάσταση της ιρανικής παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου στα προ των κυρώσεων επίπεδα υπόσχεται να κρατήσει χαμηλά τις τιμές των ορυκτών καυσίμων, ενισχύοντας τις αναπτυξιακές προοπτικές.

Προβλέψιμα, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου χαρακτήρισε τη συμφωνία της Βιέννης «μια από τις πιο μαύρες σελίδες της σύγχρονης Ιστορίας» ενώ άλλοι Ισραηλινοί πολιτικοί και αναλυτές έφτασαν στο σημείο να κάνουν συγκρίσεις με τη συμφωνία του Μονάχου, που παρέδωσε την Τσεχοσλοβακία στον Χίτλερ. Πέρα από το εντελώς ανιστόρητο του παραλληλισμού, είναι ηλίου φαεινότερον ότι οι φόβοι που επικαλείται ο Νετανιάχου είναι ολότελα ανυπόστατοι: Μαζί με τον αυστηρότατο έλεγχο του πυρηνικού του προγράμματος, το Ιράν δέχθηκε να διατηρηθούν για πέντε χρόνια το εμπάργκο όπλων του ΟΗΕ και για οκτώ χρόνια οι απαγορεύσεις στο πεδίο των βαλλιστικών πυραύλων. Ακόμη και στενότατοι σύμμαχοι του Ισραήλ, όπως η Βρετανία, αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν, διά στόματος του υπουργού Εξωτερικών Φίλιπ Χάμοντ, ότι ο Νετανιάχου δεν ήθελε και δεν θέλει καμία συμφωνία με το Ιράν, προτιμώντας να συντηρεί, για δικούς του λόγους, κατάσταση μόνιμης αντιπαράθεσης.

Ποτέ άλλοτε στην ιστορία του το κράτος του Ισραήλ δεν ήταν τόσο απομονωμένο σε μια μεγάλη διεθνή κρίση. Οι ύστατες ελπίδες του Νετανιάχου ότι το αμερικανικό Κογκρέσο, όπου πλειοψηφούν οι Ρεπουμπλικανοί, θα μπλοκάρει τη συμφωνία, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα αποδειχθούν όνειρο θερινής νυκτός. Φαίνεται απίθανο να βρεθούν τόσοι πολλοί «αντάρτες» των Δημοκρατικών (αν υποτεθεί ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα ψηφίσουν μονοκούκι στη γραμμή Νετανιάχου) ώστε να ανατρέψουν το βέβαιο προεδρικό βέτο του Ομπάμα σε οποιαδήποτε προσπάθεια αμφισβήτησης της συμφωνίας.

Εκείνο που ανησυχεί, στην πραγματικότητα, το Ισραήλ δεν είναι ο εξωπραγματικός κίνδυνος επίθεσης από το Ιράν, αλλά το πραγματικό ενδεχόμενο σχετικής υποβάθμισης της δικής του αξίας χρήσης, έναντι του αμερικανικού παράγοντα. 

Ασφαλώς, ΗΠΑ και Ιράν δεν θα γίνουν οι καλύτεροι φίλοι από τη μια μέρα στην άλλη. Θα συνεχίσουν να συγκρούονται σε σειρά περιφερειακών κρίσεων, από τη Συρία και τον Λίβανο μέχρι την Υεμένη. Ωστόσο, στο πρόσωπο του Ιράν η Αμερική διαθέτει έναν δύστροπο μεν, πλην πολύτιμο αρωγό εκεί όπου υπάρχει σύγκλιση συμφερόντων, όπως στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν και στον αγώνα εναντίον του «Ισλαμικού Κράτους». Ας αφήσουμε που οι ιρανικοί υδρογονάνθρακες αποτελούν για αρκετές χώρες και μια εναλλακτική λύση έναντι της ενεργειακής στήριξης στη Ρωσία.

Τουρκικά διλήμματα:

ΤΟΥΡΚΙΑ: Ο Ερντογάν στο ναρκοπέδιο της Συρίας και ο κυνισμός των ΗΠΑ


Η Αραβική Ανοιξη του 2011 απογείωσε τις μεγαλοϊδεατικές βλέψεις του δίδυμου Ερντογάν - Νταβούτογλου. 

Ο ισχυρός άνδρας της Αγκυρας και ο θεωρητικός της νέας, τουρκικής εξωτερικής πολιτικής υπολόγιζαν ότι η κατάρρευση του κοσμικού, απολυταρχικού καθεστώτος Μουμπάρακ στην Αίγυπτο και η προσδοκώμενη ανατροπή του Ασαντ στη Συρία θα αναδείκνυαν σε κυρίαρχη δύναμη και στις δύο χώρες τους Αδελφούς Μουσουλμάνους. Μια δύναμη στενά συνδεδεμένη με το κυβερνών ισλαμικό κόμμα της Τουρκίας, το οποίο, έχοντας ήδη αγκαλιάσει την παλαιστινιακή Χαμάς, θα αποκτούσε ισχυρά ερείσματα για την προώθηση των νεοοθωμανικών, ηγεμονικών του βλέψεων.
Από τα μέσα του 2013, οι στρατηγικές φιλοδοξίες της Αγκυρας μετατρέπονται σε σωρό ερειπίων. Το πραξικόπημα του στρατηγού Σίσι στην Αίγυπτο τσάκισε τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, ενώ ο Μπασάρ Ασαντ αποδείχθηκε πολύ ανθεκτικότερος από όσο υπολόγιζε η τουρκική ηγεσία. Το τελευταίο τρίμηνο, η προέλαση του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) στη Συρία και το Ιράκ έφερε στο εδώλιο του κατηγορουμένου την Τουρκία για τη βοήθεια που τόσο απλόχερα προσέφερε στους τζιχαντιστές. Ακόμη χειρότερα, ζωντάνεψε τον χειρότερο εφιάλτη της Αγκυρας, τον οποίο ο Ταγίπ Ερντογάν πάσχιζε να εξορκίσει: την απειλή μιας γενικευμένης κουρδικής εξέγερσης.

Δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να καταλάβει κανείς τα συναισθήματα που διακατέχουν αυτές τις μέρες τους Κούρδους της Τουρκίας: μπροστά στα μάτια τους, ούτε ένα χιλιόμετρο από τα τουρκικά σύνορα, οι τζιχαντιστές του ISIS πολιορκούν επί τρεις εβδομάδες την πόλη Κομπάνι και απειλούν να σφαγιάσουν τους Κούρδους υπερασπιστές της, με την Αγκυρα να μην κουνάει ούτε το μικρό της δαχτυλάκι, αποφεύγοντας ακόμη και να ανοίξει διάδρομο ανεφοδιασμού. 


Αποκαλυπτικός ο Ταγίπ Ερντογάν, δήλωσε ότι «το (κουρδικό) ΡΚΚ και ο ISIS είναι για μας το ίδιο πράγμα». Ας τους αφήσουμε λοιπόν να βγάλουν τα μάτια τους –και μεταξύ μας, καλύτερα να έχουμε σύνορα με φανατικούς, έστω, ισλαμιστές παρά με Κούρδους– ήταν το υπόρρητο συμπέρασμα.
Το αποτέλεσμα δεν εξέπληξε κανέναν. Τη νύχτα της Τρίτης προς Τετάρτη, 22 τουρκικές πόλεις, από το Ντιγιάρμπακιρ και το Βαν μέχρι την Αγκυρα και την Κωνσταντινούπολη, τυλίχτηκαν στις φλόγες μιας κουρδικής «Ιντιφάντα», που άφησε πίσω της δεκάδων νεκρούς, ύστερα από βιαιότατες οδομαχίες με ισλαμιστές. Οργισμένοι Κούρδοι γκρέμιζαν αγάλματα του Κεμάλ Ατατούρκ, ενώ ο φυλακισμένος ηγέτης του ΡΚΚ Αμπντουλάχ Οτσαλάν έθετε τελεσίγραφο για την επίλυση του Κουρδικού μέχρι τις 15 Οκτωβρίου, απειλώντας με επιστροφή στον ένοπλο αγώνα.

Υπό τη διπλή πίεση Κούρδων και Δύσης, η τουρκική κυβέρνηση επιχείρησε να ελιχθεί. Με συνέντευξή του στο CNN, ο Αχμέτ Νταβούτογλου δήλωσε ότι είναι έτοιμος να στείλει χερσαίες δυνάμεις εναντίον του ISIS, μόνον εφόσον η Αμερική δεχθεί να τεθεί ως προτεραιότητα η ανατροπή του... Ασαντ! Παράλληλα, ζήτησε να δημιουργηθεί ουδέτερη ζώνη, υπό τον έλεγχο της Τουρκίας, στα σύνορα με τη Συρία – κάτι που πρακτικά θα σήμαινε κατοχή συριακών εδαφών. Εν ολίγοις, η Αγκυρα προτείνει στη Δύση έναν πόλεμο σε τρία μέτωπα – εναντίον του ISIS, του Ασαντ και των Κούρδων «τρομοκρατών» ταυτόχρονα.

Είναι αλήθεια ότι η Ουάσιγκτον έχει αποδείξει ότι είναι ικανή για τεράστια λάθη, αλλά μια ηλιθιότητα των διαστάσεων που της προτείνει η Αγκυρα είναι κάτι που την υπερβαίνει:


Ακόμη κι αν ο Ομπάμα σκεπτόταν να βάλει αυτή τη στιγμή στο στόχαστρο τον Ασαντ, ποιον θα τοποθετούσε άραγε στη θέση του; 

Μήπως δεν βλέπει όλος ο κόσμος το χάλι της Λιβύης, όπου το ΝΑΤΟ ανέτρεψε τον Καντάφι, μόνο για να δει τη χώρα να μετατρέπεται σε Σομαλία της Μεσογείου, με ισλαμιστές πολέμαρχους να ελέγχουν τις τρεις μεγαλύτερες πόλεις, ενώ η κυβέρνηση στριμώχνεται σε ένα ξενοδοχείο στο Τομπρούκ, δίπλα στα σύνορα με την Αίγυπτο, για να μπορεί να διαφύγει σε στιγμή ανάγκης;
Ισως ο Ερντογάν σκέφτεται ότι, από τη στιγμή που ο Ομπάμα διέβη τη μία όχθη του Ρουβίκωνα, εμπλεκόμενος στον συριακό εμφύλιο με τις αεροπορικές επιθέσεις εναντίον του ISIS, κάποια στιγμή θα αναγκαστεί να περάσει και την άλλη όχθη, βάζοντας πλώρη για την ανατροπή του Ασαντ. Επί του παρόντος, τίποτα δεν επιβεβαιώνει αυτούς τους υπολογισμούς, αν κρίνουμε από την απάντηση του Λευκού Οίκου στον Νταβούτογλου, που κατέστησε σαφές ότι προτεραιότητα της Ουάσιγκτον είναι η αντιμετώπιση του ISIS και όχι η ανατροπή του Ασαντ.


Δύο μέτρα και δύο σταθμά από τις ΗΠΑ:

Καθώς οι τζιχαντιστές του ISIS είχαν καταφέρει να καταλάβουν τη μισή έκταση του Κομπάνι και η τελική πτώση της φαινόταν αναπόφευκτη, ορισμένα εύλογα ερωτήματα παρέμεναν αναπάντητα:  

Γιατί οι Αμερικανοί δεν βομβάρδισαν τις δυνάμεις του ISIS στις 17 Σεπτεμβρίου, όταν αυτές πέρασαν τη γέφυρα του Ευφράτη προς το Κομπάνι και για τις επόμενες 11 ημέρες, όταν βρίσκονταν στην έρημο και αποτελούσαν εύκολους στόχους; 

Γιατί περίμεναν να καταλάβουν οι ισλαμιστές 320 από τα 354 γύρω χωριά και να φτάσουν στα περίχωρα του Κομπάνι για να αρχίσουν σποραδικούς βομβαρδισμούς ― πολύ δυσκολότερους τώρα, αφού οι τζιχαντιστές αναμειγνύονταν με τον άμαχο πληθυσμό; 

Γιατί αυτή η χτυπητή διαφορά με τους (φίλα προσκείμενους στην Αμερική) Κούρδους του βορείου Ιράκ, στους οποίους η αμερικανική αεροπορία προσέφερε αποτελεσματική προστασία όταν οι τζιχαντιστές είχαν φτάσει να απειλούν την πρωτεύουσά τους, Αρμπίλ;
Την περασμένη Τετάρτη, στη διάρκεια κοινής συνέντευξης Τύπου με τον Βρετανό ομόλογό του, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Τζον Κέρι αποπειράθηκε να δώσει απαντήσεις. 

«Οσο φρικτό κι αν είναι να παρακολουθούμε σε πραγματικό χρόνο τα δρώμενα στο Κομπάνι», είπε ο επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, «οφείλουμε να κάνουμε ένα βήμα πίσω για να αντιληφθούμε τους στρατηγικούς στόχους»

Δηλαδή; 

«Ανεξάρτητα από την κρίση στο Κομπάνι», συνέχισε στο ίδιο, αποστασιοποιημένο ύφος ο Αμερικανός αξιωματούχος, «οι στόχοι που εξαρχής είχαμε θέσει στην εκστρατεία μας ήταν τα κέντρα διοίκησης και ελέγχου, όπως και οι υποδομές των τζιχαντιστών». 

Εν ολίγοις: 

ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΗΡΩΕΣ - Κομπάνι: H Γκουέρνικα των Κούρδων


Μια μικρή πόλη περίπου 50.000 κατοίκων στα σύνορα Συρίας και Τουρκίας έγινε παγκοσμίως διάσημη, τον τελευταίο μήνα, χάρη στην πεισματική αντίσταση των Κούρδων υπερασπιστών της απέναντι στις κατά πολύ υπέρτερες δυνάμεις των φανατικών ισλαμιστών.  

Στη συλλογική συνείδηση των Κούρδων έχει ήδη πολιτογραφηθεί ως η δική τους «Γκουέρνικα», κατ’ αναλογία προς τη μαρτυρική πόλη του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, που ενέπνευσε τον Πικάσο: σύμβολο ηρωισμού, αλλά και προδοσίας από την πλευρά των γειτόνων και συμμάχων που θα έπρεπε, θεωρητικά, να την προστατεύσουν. 

Εκείνο που δεν γνωρίζει το ευρύ κοινό είναι ότι η μικρή αυτή πόλη αποτελεί λίκνο μιας σιωπηλής, αλλά πολύ ελπιδοφόρας επανάστασης, που κινδυνεύει να συντριβεί από τη βαρβαρότητα των τζιχαντιστών.
Η πόλη Κομπάνι λέγεται στα αραβικά Αΐν αλ Αράμπ, που σημαίνει, για ειρωνεία της ιστορίας, Αραβική Ανοιξη. Κατοικείται κυρίως από Κούρδους, αλλά και από Αραβες, Τουρκμένιους και Αρμενίους. Οταν ξέσπασε η αρχικά ειρηνική εξέγερση εναντίον του απολυταρχικού καθεστώτος Ασαντ, τον Μάρτιο του 2011, η πλειονότητα των κατοίκων της τάχθηκε υπέρ του δημοκρατικού κινήματος. Αυτή ήταν η θέση και του ισχυρότερου (και φυσικά παράνομου) κουρδικού κόμματος της βόρειας Συρίας, του PYD – μιας αριστερής δύναμης, που διατηρεί στενές σχέσεις με το ΡΚΚ του Αμπντουλάχ Οτσαλάν στη γειτονική Τουρκία, αν και ιδεολογικά βρίσκεται πιο κοντά στους Ζαπατίστας του Μεξικού, παρά στον Λένιν και τον Μάο. Στόχος του είναι όχι η απόσχιση από τη Συρία, αλλά η δημιουργία μιας ζώνης άμεσης δημοκρατίας, εθνικού και πολιτικού πλουραλισμού, στο πλαίσιο μιας ενισχυμένης περιφερειακής αυτονομίας, στην ευρύτερη περιοχή της «Ροτζάβα», δηλαδή το Συριακό Κουρδιστάν.

Οταν η εξέγερση κατά του Ασαντ εξελίχθηκε σε εμφύλιο πόλεμο, το κοσμικό PYD βρέθηκε ανάμεσα σε δύο πυρά – από τη μια οι δυνάμεις του καθεστώτος, από την άλλη οι τζιχαντιστές. Για να προστατεύσει τον εαυτό του και τον τοπικό πληθυσμό, δημιούργησε ομάδες λαϊκής αυτοάμυνας (YPG). Τον Ιούλιο του 2012, ο κυβερνητικός στρατός αποσύρθηκε από την περιοχή για να ενισχύσει την άμυνα των μεγάλων πόλεων, κυρίως της Δαμασκού. Καλύπτοντας το κενό, το PYD κατέλαβε την εξουσία στο Κομπάνι και άλλες πόλεις της Ροτζάβα. Ειδικά η κατάληψη της πόλης Κομπάνι είχε ξεχωριστή στρατηγική σημασία, καθώς διέκοπτε την επικοινωνία ανάμεσα στην άτυπη «πρωτεύουσα» του Ισλαμικού Κράτους, Ράκα, και τις δυνάμεις του που μάχονται τον Ασαντ στη μεγαλύτερη πόλη της Συρίας, το Χαλέπι.

Σύντομα το Κομπάνι και η γύρω περιοχή σχημάτισαν ένα από τα τρία καντόνια της ντε φάκτο αυτονομημένης Ροτζάβα. Τη διοίκηση της περιοχής ανέλαβε συνασπισμός κομμάτων με κυριότερους πόλους το PYD και το επίσης κουρδικό KNC, το οποίο πρόσκειται στην τοπική κυβέρνηση του ιρακινού Κουρδιστάν, υπό τον Μασούντ Μπαρζανί. Στο πρόσφατο παρελθόν, οι δύο οργανώσεις είχαν συγκρουσθεί, ακόμη και ένοπλα, με το PYD να κατηγορεί το KNC ως ενεργούμενο της Αγκυρας και να κατηγορείται από αυτό ως μαριονέτα του Ασαντ – κατηγορίες εξόφθαλμα υπερβολικές.

Οπως και να ’χουν τα πράγματα, το PYD ήταν εκείνο που έδωσε τον τόνο, χάρη στην πολύ ισχυρότερη κοινωνική επιρροή και στρατιωτική του δύναμη. Σε σύντομο διάστημα, η απελευθερωμένη Ροτζάβα έγινε πεδίο μιας πραγματικής κοινωνικής επανάστασης. Η διοίκηση των πόλεων και των περιοχών ανατέθηκε σε λαϊκές συνελεύσεις και ανακλητά συμβούλια, όπου συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των εθνικών και θρησκευτικών ομάδων. Η ισοτιμία της γυναίκας κατοχυρώθηκε πλήρως, ακόμη και στο πεδίο της μάχης, με τον σχηματισμό αυτόνομων γυναικείων πολιτοφυλακών. Εκτάσεις απαλλοτριώθηκαν και σχηματίσθηκαν αγροτικοί συνεταιρισμοί. Το Συριακό Κουρδιστάν εμφανιζόταν ως ο υπαρκτός τρίτος δρόμος, ανάμεσα στον κοσμικό απολυταρχισμό του Ασαντ και τη θρησκευτική τύφλωση των τζιχαντιστών.

Αυτό το σπάνιο για τα δεδομένα της Μέσης Ανατολής κοινωνικό και πολιτικό πείραμα κινδυνεύει να συντριβεί από τους τζιχαντιστές ή και από ενδεχόμενη τουρκική κατοχή υπό τον μανδύα της «ουδέτερης ζώνης». Ηδη, η ευρύτερη περιοχή γύρω από το Κομπάνι έχει ερημωθεί, καθώς περίπου 200.000 άνθρωποι, η τεράστια πλειονότητα των αμάχων, έχουν γίνει πρόσφυγες για να αποφύγουν τη σφαγή.

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Η Σκωτία αποφασίζει, η Ευρώπη ανησυχεί

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Αυτό που μέχρι χθες φαινόταν όνειρο θερινής νυκτός για τις λονδρέζικες ελίτ και πολιτικό ανέκδοτο για τον υπόλοιπο κόσμο, εμφανίζεται πλέον ως ρεαλιστικό ενδεχόμενο: ύστερα από 307 χρόνια λίγο–πολύ ομαλής συμβίωσης, ο ιστορικός «γάμος» μεταξύ Αγγλίας και Σκωτίας κινδυνεύει να διαλυθεί με το δημοψήφισμα της ερχόμενης Πέμπτης.  

Αυτό τουλάχιστον έδειχναν πολλές δημοσκοπήσεις, που έφερναν τη διαφορά μεταξύ του «ναι» και του «όχι» στα όρια του στατιστικού λάθους.
Σε μια εποχή όπου οι αλλαγές συνόρων, από το Ιράκ και τη Συρία μέχρι την Ουκρανία, κρίνονται από την ωμή δύναμη, η διεξαγωγή και μόνο του δημοψηφίσματος αποτελεί θρίαμβο της δημοκρατίας στη γενέτειρα του κοινοβουλευτισμού. Είναι εξαιρετικά σπάνιο, ειδικά στην ιστορία των μεγάλων δυνάμεων, να αναγνωρίζεται το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης μιας σχετικά μικρής εθνότητας και να διανοίγεται η προοπτική μονομερούς αλλαγής συνόρων χωρίς να χυθεί σταγόνα αίμα.

Ωστόσο αυτή η ηθική νίκη πολύ δύσκολα θα παρηγορήσει το Λονδίνο σε ενδεχόμενη επικράτηση του «ναι». Το αντίθετο, η ιστορία μάλλον θα καταχωρίσει τον Ντέιβιντ Κάμερον ως χρεοκοπημένο πολιτικό τυχοδιώκτη, που έπαιξε απερίσκεπτα με την εδαφική ακεραιότητα της χώρας του, με την άφρονα βεβαιότητα ότι θα κέρδιζε.

Η απόσχιση της Σκωτίας δεν θα στερήσει από τη Βρετανία μόνο το ένα τρίτο του εδάφους της, 5,3 εκατ. κατοίκους, το πετρέλαιο της Βόρειας Θάλασσας και σημαντικές πυρηνικές βάσεις. Θα φέρει πιο κοντά την προοπτική απόσχισης της Βόρειας Ιρλανδίας, κάτι που θα συρρικνώσει το Ηνωμένο Βασίλειο σε μια ασταθή, ετεροβαρή ένωση Αγγλίας και Ουαλλίας. Ακόμη και αν ο ακρωτηριασμός περιοριστεί στη Σκωτία, το πλήγμα για το διεθνές γόητρο της Βρετανίας θα είναι βαρύ, σε σημείο που αρκετοί να μιλούν ήδη για αμφισβήτηση της μόνιμης θέσης της στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Σοβαρότατες προβλέπονται οι επιπτώσεις και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Χάρη σε μια άλλη, υψηλού ρίσκου πρωτοβουλία του Κάμερον, η Βρετανία προβλέπεται να πραγματοποιήσει και δεύτερο, κρίσιμο δημοψήφισμα το 2017, με ερώτημα την παραμονή ή όχι στην Ε.Ε. Με δεδομένο ότι οι Σκωτσέζοι εκπροσωπούν το πιο φιλοευρωπαϊκό κομμάτι του Ηνωμένου Βασιλείου και ότι οι Αγγλοι ευρωσκεπτικιστές βρίσκονται σε διαρκή άνοδο, η απόσχιση της Σκωτίας θα ενισχύσει σοβαρά τις πιθανότητες εξόδου της Βρετανίας από την Ενωση. Μια εξέλιξη που θα υποβάθμιζε σοβαρά την Ε.Ε. σε όλα τα επίπεδα –ιδίως στο στρατιωτικό και το χρηματοπιστωτικό– ενώ θα ανέτρεπε τις υπάρχουσες ισορροπίες στο εσωτερικό της, οδηγώντας σε μια πιο γερμανική Ευρώπη και μια πιο ανήσυχη Γαλλία.

Επιπλέον, η επικράτηση του «ναι» στη Σκωτία θα δώσει φτερά στα πόδια των αυτονομιστών σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης

Πρώτα απ’ όλα στην Καταλωνία, η οποία προσανατολίζεται σε δημοψήφισμα, χωρίς τη νομιμοποίηση της Μαδρίτης, στις 9 Νοεμβρίου. Αν η Ε.Ε. δεχθεί –και φυσικά θα δεχθεί, αν και όχι αυτόματα– στους κόλπους της τη Σκωτία, πώς μπορεί να αρνηθεί το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση των Καταλανών; Οπως και των Βάσκων, των Φλαμανδών του Βελγίου και των Τυρολέζων της Βόρειας Ιταλίας – για να μην αναφέρουμε τους ρωσόφωνους αυτονομιστές της Κριμαίας, του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ;
Πικρά διδάγματα
Ακόμη και αν επικρατήσει τελικά το «όχι», όπως προέβλεπε η τελευταία δημοσκόπηση της εβδομάδας, η περιπέτεια της Σκωτίας θα προσφέρει πικρά διδάγματα σε πολλούς.  
Τη δεκαετία του ’30, το αυτονομιστικό κόμμα SNP περιοριζόταν στο 30% των ψήφων και στην ήπια διεκδίκηση μεγαλύτερης αυτονομίας. Τα πράγματα άλλαξαν άρδην με την έλευση του Θατσερισμού, την αποβιομηχάνιση και την αποξένωση μιας Σκωτίας που ποτέ δεν υπερψήφισε τους Συντηρητικούς τα τελευταία 50 χρόνια. Στη Σκωτία ο όρος «Συντηρητικός» είναι συνώνυμος του πολιτικού Εμπολα και οι Τόρις αποτελούν περιθωριακή ομάδα στην τοπική Βουλή του Εδιμβούργου.
Πολλοί θα αμφισβητήσουν με ισχυρά επιχειρήματα πως η ανεξαρτησία αποτελεί τη λύση, δύσκολα όμως θα αρνηθούν ότι υποδεικνύει ένα πολύ ευρύτερο πρόβλημα:  

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Προμηνύματα Βαλκανικής Ανοιξης?



Στις 28 Ιουνίου συμπληρώνεται ένας αιώνας από τη δολοφονία του αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου, διαδόχου της Αυστροουγρικής Αυτοκρατορίας, στο Σεράγεβο, η οποία έγινε η αφορμή για την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Με τη βαριά κληρονομιά του Ανατολικού Ζητήματος –του ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων για τη διανομή της λείας από τη βραδεία αποσύνθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας– τα Βαλκάνια θα συνοδεύονταν στο εξής από την κακή φήμη της «πυριτιδαποθήκης της Ευρώπης». Μια φήμη, την οποία θα δικαίωναν εκ νέου τη δεκαετία του 1990, με τη διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας και τον σκληρό βοσνιακό εμφύλιο, που στοίχισε τη ζωή 100.000 ανθρώπων σε μια χώρα 3,8 εκατομμυρίων κατοίκων.
 

Εδώ και ενάμιση μήνα, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη στροβιλίζεται στη δίνη μιας νέας αναστάτωσης, εντελώς διαφορετικού χαρακτήρα, η οποία έχει υποτιμηθεί ως μη ώφειλε από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Για πρώτη φορά από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της, οι εθνικιστικές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ μουσουλμάνων, Σέρβων και Κροατών υποχωρούν ενώπιον του κοινωνικού ρήγματος, που αναδεικνύεται σε κυρίαρχη διαχωριστική γραμμή. Στο Μόσταρ, διαδηλωτές πυρπολούν διαδοχικά τα κεντρικά γραφεία του μουσουλμανικού κόμματος SDA και του κροατικού HDZ, ενώ ένα πελώριο πανό γράφει: «Πεινάμε σε τρεις διαφορετικές γλώσσες»!
 

Παράλληλη εξουσία
 
Σε αρκετές πόλεις, βιομηχανικοί εργάτες, νέοι και άνεργοι συγκρούονται με τις αστυνομικές δυνάμεις, ζητούν την παραίτηση της κυβέρνησης και των τοπικών Αρχών και δημιουργούν μορφές παράλληλης εξουσίας, τα περίφημα Plenums, έχοντας την υποστήριξη –σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις– του 88% των πολιτών. Μια εικόνα στον αντίποδα του παροξυσμού εθνικιστικών παθών που ταλανίζει αυτές τις μέρες την Ουκρανία και πιο κοντινή στα κινήματα τύπου «Αγανακτισμένων» και «Occupy Wall Street», που έζησαν ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης με φόντο τη μεγάλη οικονομική κρίση του 2008.
 

Το κοινωνικό αυτό κίνημα ξεκίνησε στις 4 Φεβρουαρίου, στην Τούζλα, όταν εργάτες μεγάλων βιομηχανιών, όπως οι Dita, Polihem, Guming και Konjuh, κατέβηκαν στους δρόμους, συγκρούστηκαν με αστυνομικές δυνάμεις και πολιόρκησαν το κτίριο της τοπικής κυβέρνησης αξιώνοντας να τους καταβληθούν τα δεδουλευμένα και να κατοχυρωθούν τα ασφαλιστικά τους δικαιώματα. Η βιομηχανική αυτή πόλη είχε υποστεί, την προηγούμενη δεκαετία, μια διαδικασία βίαιων και ληστρικών ιδιωτικοποιήσεων. Δημόσιες επιχειρήσεις εκποιήθηκαν, αντί πινακίου φακής, σε ιδιώτες, κυρίως ξένους, οι οποίοι, αφού τις εκμεταλλεύθηκαν στο έπακρο, τις οδήγησαν στη χρεοκοπία, οδηγώντας στην ανεργία, ανασφάλιστους και απλήρωτους, χιλιάδες εργαζομένους. Σε χρόνο μηδέν, οι διαδηλώσεις και καταλήψεις εξαπλώθηκαν σε περισσότερες από 20 πόλεις, συμπεριλαμβανομένου του Σεράγεβο.
 

Κανένα κόμμα, κανένα συνδικάτο και καμία εθνική ομάδα δεν καθοδηγεί αυτό το κίνημα. Υπήρξαν βέβαια κάποιες θεωρίες συνωμοσίας – κυρίως από την κυβέρνηση της Σερβικής Δημοκρατίας (SPKRA), η οποία συναποτελεί μαζί με την Κροατομουσουλμανική Ομοσπονδία το κράτος της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Σύμφωνα με αυτές, οι ταραχές υποκινήθηκαν από την Ε.Ε. και τις ΗΠΑ, με στόχο να αναθεωρηθεί η συνθήκη του Ντέιτον (1995) και να επιβληθεί μια πιο συγκεντρωτική, κρατική μορφή, που θα ισοπεδώσει τα δικαιώματα των Σέρβων. Στην πραγματικότητα, «υποκινητής» των διαδηλώσεων δεν είναι άλλος από την εκρηκτική οικονομική και κοινωνική κρίση, σε μια χώρα όπου ο μέσος μισθός είναι γύρω στα 420 ευρώ και η επίσημη ανεργία στο 27%, ενώ το 20% του πληθυσμού απασχολείται στη «μαύρη» οικονομία. Αλλωστε, αρκετά σερβικά συνδικάτα παίρνουν μέρος το κίνημα, μία από τις εστίες του οποίου είναι η σερβική πόλη Μπάνια Λούκα. Εξάλλου, ο ύπατος αρμοστής της Ε.Ε. της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, Βαλεντίν Ιντσκο, θορυβήθηκε τόσο πολύ από τις ταραχές, που εισηγήθηκε τη μεταφορά δυνάμεων του ευρωστρατού για την καταστολή των διαδηλωτών.
 

Αν και «ακέφαλη», η βοσνιακή εξέγερση δεν είναι πολιτικά άχρωμη. Ανάμεσα στις διεκδικήσεις των Λαϊκών Συνελεύσεων, εκείνη που ξεχωρίζει είναι η επιστροφή των επιχειρήσεων που ιδιωτικοποιήθηκαν στους εργαζομένους, υπό δημόσιο έλεγχο. Πρόκειται για πραγματικό σημείο καμπής. Μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», ο νεοφιλελευθερισμός απέκτησε συντριπτική ιδεολογική ηγεμονία σε ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια – κάτι που ισχύει και για την Τουρκία, όπου η νεοφιλελεύθερη πολιτική του Ερντογάν βρήκε ευρεία κοινωνική στήριξη λόγω της απαξίωσης και φθοράς του διεφθαρμένου κεμαλικού κρατισμού.
 

Ο «ιός» εξαπλώνεται
 
Η εξέγερση της Βοσνίας διαμηνύει πως η νεοφιλελεύθερη ηγεμονία κλονίζεται στη νοτιοανατολική Ευρώπη· και δεν πρόκειται για ιδιόμορφη, μοναχική περίπτωση. Η πρώτη που άνοιξε τον χορό ήταν η Κροατία, με το κίνημα των «Αγανακτισμένων του Facebook», το 2011. Ακολούθησαν οι ανατροπές κυβερνήσεων από μεγάλα κινήματα εναντίον της λιτότητας και της διαφθοράς των πολιτικών, σε Ρουμανία και Βουλγαρία, το 2012 και το 2013. Το ίδιο συνέβη, την περυσινή χρονιά, στη Σλοβενία, τη χώρα που αποτελούσε παράδειγμα προς μίμηση στα μάτια της Ε.Ε., με κατά κεφαλήν εισόδημα στο 84% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Παρά τις κυβερνητικές αλλαγές που μεσολάβησαν, οι κοινωνικές εντάσεις παραμένουν υψηλές σε όλες αυτές τις χώρες, ενώ ο «ιός» της βοσνιακής εξέγερσης απειλεί να διαδοθεί σε Μαυροβούνιο, Σκόπια και Σερβία, όπως δείχνουν οι πρώτες διαδηλώσεις.
 

Αρκετοί αναλυτές εικάζουν ότι βρισκόμαστε στα πρόθυρα μιας «Βαλκανικής Ανοιξης», κατ’ αναλογία με την Αραβική Ανοιξη που συγκλόνισε τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, πριν από τρία χρόνια.  


Ο Κροάτης φιλόσοφος Σρέτσκο Χόρβατ δεν το αποκλείει, αλλά εφιστά την προσοχή στις ουσιώδεις διαφορές:

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η ελαφρότητα της ρωσοφοβίας



Ανάμεσα σε αυτούς που έχουν μάθει να περιμένουν πάντα το φως εκ της Εσπερίας, δεν ήταν λίγοι όσοι υποδέχθηκαν τα δραματικά γεγονότα της Ουκρανίας υπό το κράτος μιας εμμονικής ρωσοφοβίας. 


Τα γνωστά στερεότυπα του Ψυχρού Πολέμου ανασύρθηκαν από τη ναφθαλίνη: η Ρωσική Αρκούδα, η σκοτεινή χώρα του τσαρικού ή σταλινικού δεσποτισμού και της μισοασιατικής βαρβαρότητας, η τόσο ξένη με τον Δυτικό πολιτισμό, απειλεί να πνίξει στο αίμα τους δημοκρατικούς πόθους ενός έθνους που σπάει τις αλυσίδες του. 


Πώς να μην εξεγερθούν οι ευαίσθητες συνειδήσεις ανθρώπων της Τέχνης, όπως η Μιμή Ντενίση, η Βάνα Μπάρμπα, ο Στέλιος Ρόκκος και η Γωγώ Μαστροκώστα, που στάθηκαν θαρραλέα στο πλευρό μιας σύγχρονης Πασιονάριας, όπως η ομότεχνός τους Ρουσλάνα;
 
 
Προφανώς, τα κριτήρια των εν λόγω προσωπικοτήτων, όπως και όσων μοιράζονται τις εμμονές τους, είναι εξαιρετικά αυστηρά. Τόσο αυστηρά, που δεν καταδέχονται να συμπεριλάβουν στον ευρωπαϊκό πολιτισμό τα μυθιστορήματα του Ντοστογέφσκι, την ποίηση του Μαγιακόφσκι, το θέατρο του Τσέχοφ, τον κινηματογράφο του Αϊζενστάιν, τους πίνακες του Σαγκάλ, τις συμφωνίες του Τσαϊκόφσκι, τη φιλοσοφία του Τσερνισέφσκι, το πολιτικό δαιμόνιο του Λένιν, τον περιοδικό πίνακα του Μεντελέγεφ, τη φυσιολογία του Παβλόφ, το ταξίδι του Γκαγκάριν και την πυρηνική φυσική του Ζαχάροφ.  


Αλλά αν η πνευματική ελαφρότητα της ρωσοφοβίας έχει τη διασκεδαστική της πλευρά, δεν συμβαίνει το ίδιο με τα πολιτικά της συνεπακόλουθα.

 

Είναι αλήθεια ότι η αχανής ευρασιατική χώρα δεν ακολούθησε, για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους, το Δυτικό κοινωνικοπολιτικό πρότυπο, που αποθεώνει την ατομικότητα και στηρίζεται στον κοινοβουλευτισμό. Ακόμη και επί τσαρικής εποχής, οι αγροτικές κοινότητες με την κοινή ιδιοκτησία της γης στην ύπαιθρο (obshchina) και οι συνεταιρισμοί των μαστόρων στις πόλεις (artel) τροφοδοτούσαν μια ισχυρή παράδοση συλλογικότητας, αυτό το αίσθημα της αλληλεγγύης και της κοινής μοίρας, που ξεπερνά την ατομική ύπαρξη και εκδηλώνεται με τον παροιμιώδη ηρωισμό του Ρώσου στρατιώτη στο πεδίο της μάχης.
 

Αλλο τόσο αλήθεια είναι ότι η Ρωσία ουδέποτε απείλησε τις μεγάλες, φιλελεύθερες χώρες της Δύσης, με τις οποίες βρέθηκε στο ίδιο στρατόπεδο τόσο στην υποστήριξη της ελληνικής ανεξαρτησίας, απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όσο και στους δύο παγκοσμίους πολέμους. Αντίθετα, ήταν εκείνη που γνώρισε διαδοχικές εισβολές από τη Δύση – πρώτα από τον Ναπολέοντα, μετά από τον δυτικό συνασπισμό στον Κριμαϊκό Πόλεμο και ύστερα από την Αντάντ, την επαύριο της Οκτωβριανής Επανάστασης. Η θυσία είκοσι εκατομμυρίων Σοβιετικών στον βωμό της αντιφασιστικής νίκης ήταν ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες που έσωσαν την αστική δημοκρατία από τη ναζιστική απειλή.
 

Με τη διάλυση της ΕΣΣΔ και την τροχοδρόμηση της Ρωσίας στον καπιταλιστικό δρόμο θα περίμενε κανείς από τις ηγετικές ελίτ της Δύσης να απαλλαγούν από τα κληροδοτημένα αντιρωσικά αντανακλαστικά τους. Ωστόσο, τίποτα τέτοιο δεν συνέβη. Παραβιάζοντας τις υποσχέσεις που είχε δώσει ο πατήρ Μπους στον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ για να εξασφαλίσει τη συναίνεσή του στη γερμανική ενοποίηση, οι Αμερικανοί βάλθηκαν να περικυκλώσουν τη Ρωσία με τη διαβόητη «αντιπυραυλική ασπίδα» και την ένταξη πρώην σοβιετικών δημοκρατιών στο ΝΑΤΟ. Τα δύο πλέον πολύκροτα βιβλία της αμερικανικής γεωπολιτικής σκέψης τη δεκαετία του 1990, η «Μεγάλη σκακιέρα» του Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι και ο «Πόλεμος των πολιτισμών» του Σάμιουελ Χάντιγκτον, παρά τις μεγάλες διαφορές τους στο επίπεδο της ανάλυσης, συνέπιπταν σε δύο βασικά σημεία: η νέα Ρωσία παραμένει ο υπ’ αριθμόν ένα γεωπολιτικός αντίπαλος της Δύσης και το πιο σημαντικό πεδίο της αντιπαράθεσης θα είναι η Ουκρανία.
 

Η διαχωριστική γραμμή
Στο πρώτο από αυτά τα βιβλία, ο πρώην σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Τζίμι Κάρτερ είναι κατηγορηματικός: χωρίς την Ουκρανία, η Ρωσία θα είναι απλώς μια μεγάλη περιφερειακή, βασικά ασιατική δύναμη, με την Ουκρανία θα ξαναγίνει παγκόσμια υπερδύναμη, κάτι που πρέπει πάση θυσία να αποφευχθεί. 


Από την πλευρά του, ο Χάντιγκτον, στον περίφημο χάρτη του, που απεικονίζει τα σύνορα Ανατολής–Δύσης, βάζει τη διαχωριστική γραμμή να περνάει από το Κίεβο, αφήνοντας τη μισή Ουκρανία στο ένα στρατόπεδο και την άλλη μισή στο απέναντι.  


Αμφότεροι επισημαίνουν ότι η μάχη για την Ουκρανία έχει τεράστια σημασία για να αποτραπεί όχι μόνο η νεκρανάσταση της ρωσικής αυτοκρατορίας, αλλά και μια στρατηγική, ενεργειακή και γεωπολιτική συνεργασία της με τη Γερμανία.
 

Ο πρώτος γύρος της ένοπλης εξέγερσης που ανέτρεψε τον –κλεπτοκράτη και ανίκανο– Γιανουκόβιτς δικαιώνει αυτήν τη γραμμή: 

Με πρωθυπουργό τον φιλοαμερικανό Αρσένι Γιατσένιουκ, η νέα κυβέρνηση του Κιέβου δείχνει αποφασισμένη να δρομολογήσει την οικονομική πρόσδεση της Ουκρανίας στην Ε.Ε. και το ΔΝΤ και τη στρατιωτική της αγκίστρωση στο ΝΑΤΟ. Ωστόσο, ο δεύτερος γύρος προμηνύεται ιδιαίτερα απρόβλεπτος, όσο και επικίνδυνος. Η Μόσχα ξεκαθαρίζει ότι η ανέκαθεν (φιλο)ρωσική Κριμαία θα παραμείνει υπό τον έλεγχό της, είτε ντε φάκτο είτε και ντε γιούρε, με την ενσωμάτωσή της στη Ρωσία, όπου ανήκε μέχρι το 1954, ύστερα από δημοψήφισμα. Παράλληλα, διαμηνύει στη Δύση ότι είτε θα δεχθεί μια συναινετική, πιθανόν ομοσπονδιακού τύπου, λύση για την υπόλοιπη Ουκρανία είτε θα διακινδυνεύσει τον δρόμο της Κριμαίας να ακολουθήσουν και οι ανατολικές περιοχές, με το έντονο ρωσικό στοιχείο, όπου είναι συγκεντρωμένος ο εθνικός πλούτος της χώρας.
 

Το μεγαλύτερο τίμημα, όμως, που κινδυνεύει να πληρώσει η Δύση είναι στο ηθικό επίπεδο:.

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Το ιρανικό αίνιγμα και η Δύση


Τον Φεβρουάριο, το Ιράν γιόρτασε τα 35 χρόνια από τη λαϊκή επανάσταση που ανέτρεψε τον σάχη και κατέληξε στην εγκαθίδρυση ενός ιστορικά πρωτότυπου καθεστώτος, της Ισλαμικής Δημοκρατίας. 

Σύμφωνα με το διαδικτυακό περιοδικό του Πανεπιστημίου του Γέιλ, «το Ιράν πλησιάζει τη δική του στιγμή Γκορμπατσόφ»

Οι συνειρμοί αναδύονται αβίαστα: όπως ο τελευταίος ηγέτης της ΕΣΣΔ, τη δεκαετία του 1980, έτσι και ο νέος πρόεδρος του Ιράν, Χασάν Ρουχανί, κληρονόμησε ένα ετοιμόρροπο, ολοκληρωτικό καθεστώς και μια χωλαίνουσα οικονομία. Σε μια απέλπιδα προσπάθεια να σώσει το καθεστώς, θα επιχειρήσει άνοιγμα προς τη Δύση –από εδώ και οι πρώτες υποχωρήσεις στο πυρηνικό πρόγραμμα– και μια εσωτερική «περεστρόικα», αλλά μόνο για να επιταχύνει την αναπότρεπτη κατάρρευση.
Σχεδόν ταυτόχρονα, το περιοδικό Foreign Affairs δημοσίευε ανάλυση με πανομοιότυπο τίτλο: «Η στιγμή Γκορμπατσόφ του Ρουχανί». Δεν είναι η πρώτη φορά που Δυτικοί αναλυτές αναγγέλλουν, με πληκτική έλλειψη φαντασίας, την επικείμενη κατάρρευση. Το 1997, όταν εξελέγη πρόεδρος ο μεταρρυθμιστής ιερωμένος Μοχάμεντ Χαταμί, πανηγύριζαν την έλευση του «αγιατολάχ Γκορμπατσόφ». Το 2003, οι νεοσυντηρητικοί σύμβουλοι του Τζορτζ Μπους υπολόγιζαν ότι, μετά τη Βαγδάτη, επόμενος σταθμός θα ήταν η Τεχεράνη. Υστερα από την αμφισβητούμενη επανεκλογή του Αχμεντινετζάντ στις εκλογές του 2009, χαιρέτισαν την «πράσινη επανάσταση», θεωρώντας ότι σήμανε, επιτέλους, η αντίστροφη μέτρηση. Παραφράζοντας τον Μαρκ Τουέιν, η Τεχεράνη θα μπορούσε να παρατηρήσει ότι οι ειδήσεις περί θανάτου της Ισλαμικής Δημοκρατίας υπήρξαν σε μεγάλο βαθμό υπερβολικές.

Η ανθεκτικότητα του καθεστώτος αποτελεί ανεξήγητο αίνιγμα για τους Δυτικούς, που βλέπουν αυτή τη χώρα μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς ενός υπεροπτικού οριενταλισμού. Το Ιράν είναι ένα μεγάλο έθνος, υπερήφανο για την ιστορία του, που δεν ξέπεσε ποτέ στο επίπεδο της αποικίας, παρά τον έντονο ανταγωνισμό Βρετανίας και τσαρικής Ρωσίας για τον διαμελισμό του. Το 1906 έγινε η πρώτη χώρα του Τρίτου Κόσμου που πραγματοποίησε δημοκρατική επανάσταση εναντίον της δυναστείας των Καζάρων, αποκτώντας Σύνταγμα και Βουλή. Με τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1945, ξεσπούν εξεγέρσεις που δημιουργούν σοβιετικές δημοκρατίες στο ιρανικό Κουρδιστάν και το Αζερμπαϊτζάν. Αν και βραχύβιες, είχαν σοβαρή λαϊκή υποστήριξη, όπως άλλωστε και το Κομμουνιστικό Κόμμα «Τουντέχ», στο σύνολο της επικράτειας.

«Επιχείρηση Αίας»
Το αποφασιστικό σημείο καμπής και βασικό ερμηνευτικό «κλειδί» για τις μετέπειτα εξελίξεις είναι το 1953. Εκείνη τη χρονιά, ο δημοκρατικά εκλεγμένος πρωθυπουργός Μοχάμεντ Μοσαντέκ, ένας αστός πατριώτης που είχε εθνικοποιήσει τις βρετανικές πετρελαϊκές εταιρείες, ανατρέπεται από πραξικόπημα της CIA και του MI6, τη διαβόητη «επιχείρηση Αίας». Ο βιασμός της ιρανικής κυριαρχίας θα εμφυτεύσει τον αντιαμερικανισμό στα βάθη της συλλογικής συνείδησης. Καθώς το αιμοσταγές καθεστώς του Ρεζά Παχλεβί καταδιώκει ανελέητα τους κομμουνιστές και τους φιλελεύθερους οπαδούς του Μοσαντέκ, το κενό καλύπτεται από τον ισλαμισμό, τη μόνη αντιπολιτευτική δύναμη που δεν μπορεί να συντρίψει, λόγω της δύναμης του σιιτικού κλήρου, ο «Οίκος του Παγωνιού».

Από τις φυλακές του σάχη πέρασαν και δύο σπουδαίοι διανοούμενοι, οι βασικοί «προφήτες» της επανάστασης του 1979: ο Αλί Σαριατί και ο Τζαλάλ Αλιαχμάντ. Και οι δύο ήταν τέκνα ιερωμένων, έγιναν καθηγητές Φιλολογίας, συμμετείχαν στο δημοκρατικό φοιτητικό κίνημα και εντάχθηκαν στο Εθνικό Μέτωπο του Μοσαντέκ. Μετά το 1953, όμως, οι διαδρομές τους αποκλίνουν. 


Ο Σαριατί κάνει διδακτορικό στη Σορβόννη, όπου έρχεται σε επαφή με τη μαρξιστική σκέψη, γνωρίζεται με τον Σαρτρ, επηρεάζεται από τον Φανόν, για να καταλήξει, τελικά, σε ένα ιδιόμορφο κράμα ισλαμισμού-σοσιαλισμού. Στη σύλληψη του Σαριατί, το Ισλάμ είναι μόνο ο «ξενιστής» της κοινωνικής αλλαγής σε μια μουσουλμανική χώρα του Τρίτου Κόσμου. Ο κλήρος δεν έχει κανέναν πολιτικό ρόλο: εκείνο που χρειάζεται είναι ένα επαναστατικό, λαϊκό κόμμα.
Αντίθετα, ο Αλιαχμάντ, παρότι είχε περάσει στα νιάτα του από το «Τουντέχ», γίνεται ο θεωρητικός ενός ανένδοτου αντιδυτικισμού και εναποθέτει τις ελπίδες του στον σιιτικό κλήρο. Το πολύκροτο βιβλίο του «Εκδυτικισμός: μια πανούκλα που έρχεται από τη Δύση» υιοθετείται με ενθουσιασμό από τον αγιατολάχ Χομεϊνί, καθώς του προσφέρει το ιδεολογικό υπόβαθρο για μια γραμμή που απορρίπτει εξίσου την Αμερική και την ΕΣΣΔ, τον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό.

Αντιφατικό υβρίδιο

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΣΚΩΤΙΑ: Aνοίγει το κουτί της Πανδώρας


Καθώς απομένουν μόλις επτά μήνες μέχρις ότου οι Σκωτσέζοι προσέλθουν στις κάλπες για να ψηφίσουν «ναι» ή «όχι» στην ανεξαρτησία, το υπόλοιπο του Ηνωμένου Βασιλείου μοιάζει με τον σύζυγο, η γυναίκα του οποίου τον απειλούσε εδώ και τρεις δεκαετίες με διαζύγιο, αλλά εκείνος περίμενε μέχρις ότου αυτή εμφανιστεί στο χολ με τη βαλίτσα στο χέρι, φορώντας το πανωφόρι της, για να της πετάξει, από τον καναπέ του: Δεν μπορούμε να το συζητήσουμε;».
 


Ετσι άρχιζε την ανάλυσή του ο αρθρογράφος του Guardian Τζόναθαν Φρίντλαντ την Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου, την ημέρα που ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον εκφωνούσε συναισθηματικά φορτισμένη ομιλία, εκλιπαρώντας τους Σκωτσέζους να μη διαλύσουν ένα «γάμο» που έχει κρατήσει 307 ολόκληρα χρόνια. Λίγο καθυστερημένα, είναι αλήθεια: η φωτιά της ανεξαρτησίας σιγόκαιγε εδώ και δεκαετίες στα Highlands της Σκωτίας, παρότι είχε υποτιμηθεί ασυγχώρητα από τις πολιτικές ελίτ στις όχθες του Τάμεση.
Εχοντας προϋπάρξει ως ανεξάρτητο βασίλειο στα μεσαιωνικά χρόνια, η Σκωτία διατηρούσε πάντα μια ιδιαίτερη εθνική ταυτότητα, για την οποία οι πολίτες της είχαν ισχυρούς λόγους να αισθάνονται υπερήφανοι. Τον 18ο αιώνα, ο σκωτσέζικος Διαφωτισμός ανέδειξε μορφές παγκόσμιου διαμετρήματος, όπως ο «πατέρας» του οικονομικού φιλελευθερισμού Ανταμ Σμιθ, ο θεμελιωτής του βρετανικού εμπειρισμού Ντέιβιντ Χιουμ και ο εφευρέτης της εξελιγμένης ατμομηχανής, που θα πυροδοτούσε τη Βιομηχανική Επανάσταση, Τζέιμς Βατ. Στα μέσα του αιώνα, οι Σκωτσέζοι ήταν ενδεχομένως η πιο πολιτισμένη εθνότητα του κόσμου, με το ποσοστό των εγγραμμάτων να φτάνει το 75%.

Το σύγχρονο εθνικιστικό κίνημα αρχίζει να διαμορφώνεται τη δεκαετία του 1920 υπό την επίδραση της εξέγερσης στην Ιρλανδία. Με ισχυρή ιδεολογική επιρροή από το ιρλανδικό Σιν Φέιν, συγκροτείται το Σκωτσέζικο Εθνικό Κόμμα (SNP), ένα αυτονομιστικό κόμμα με αριστερή, σοσιαλιστική κατεύθυνση. Το γεγονός, όμως, που έδωσε φτερά στα πόδια των αυτονομιστών ήταν η ανακάλυψη πλούσιων πετρελαϊκών κοιτασμάτων στη Βόρεια Θάλασσα, στα ανατολικά των σκωτσέζικων ακτών, το 1970. Η εκστρατεία του SNP με σύνθημα «Το πετρέλαιο ανήκει στη Σκωτία» είχε τεράστιο αντίκτυπο, μετατρέποντας σχεδόν ακαριαία το περιθωριακό, μέχρι τότε, ρεύμα σε υπολογίσιμο κόμμα με λαϊκή απήχηση.



Ο δεύτερος παράγοντας που ενίσχυσε την τάση της αυτονομίας ήταν η διακυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου από τη Μάργκαρετ Θάτσερ, από το 1979 έως το 1990. Η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού είχε βαρύτατες επιπτώσεις στις βιομηχανικές περιοχές της Σκωτίας, ανοίγοντας ένα πολιτικό και πολιτιστικό ρήγμα με το υπόλοιπο Ηνωμένο Βασίλειο, που δεν έπαψε να διευρύνεται μέχρι σήμερα. Ενώ στο Λονδίνο το πολιτικό κέντρο βάρους έχει μετατοπιστεί στον άξονα Συντηρητικών - Κόμματος της Ανεξαρτησίας (UKIP), που επιδίδονται σε έναν πλειστηριασμό ξενοφοβίας, αντιμεταναστευτικών μέτρων και ευρωσκεπτικισμού, στο Εδιμβούργο η πολιτική αντιπαράθεση διεξάγεται στην αριστερή πλευρά του φάσματος, μεταξύ του φιλοευρωπαϊκού SNP –που θέλει... περισσότερους μετανάστες στη Σκωτία– και των Εργατικών. Στις τελευταίες εκλογές, οι Τόρις εξέλεξαν μόλις δύο Σκωτσέζους βουλευτές της Βουλής των Κοινοτήτων σε σύνολο 59.

 


Απέναντι στον αρπακτικό καπιταλισμό του Σίτι, το SNP του χαρισματικού τοπικού πρωθυπουργού της Σκωτίας Αλεξ Σάλμοντ προωθεί μια τυπικά σοσιαλδημοκρατική πολιτική, εναρμονισμένη με τα πρότυπα των γειτονικών σκανδιναβικών χωρών. Πρόσφατες μελέτες, που δημοσίευσαν οι Financial Times, αναγνώριζαν ότι ένα ανεξάρτητο σκωτσέζικο κράτος, στηριγμένο στο πετρέλαιο, στο φυσικό αέριο και στις βιομηχανικές εξαγωγές, θα είχε μεγαλύτερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ από τη Γαλλία. Μια ανεξάρτητη Σκωτία θα ήταν πιο δίκαιη κοινωνία, διαμηνύει ο Σάλμοντ, απαιτώντας ταυτόχρονα την απομάκρυνση των πυρηνικών όπλων του ΝΑΤΟ και των στρατιωτικών βάσεων του Λονδίνου από την περιοχή. Το ίδιο μήνυμα μεταφέρουν σημαντικές προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών που ασπάζονται την υπόθεση της ανεξαρτησίας, όπως οι ηθοποιοί Σον Κόνερι και Αλαν Κάμινγκ, αλλά και η ποιήτρια Λιζ Λόκχιντ.

Αν μια άλλη παγκόσμια δύναμη, όπως οι ΗΠΑ ή η Γαλλία, αντιμετώπιζε στα σοβαρά το ενδεχόμενο να χάσει γύρω στο 10% του πληθυσμού και του ΑΕΠ της, είναι βέβαιο ότι θα αντιδρούσε με ανελέητη αποφασιστικότητα. Πώς να εξηγήσει λοιπόν κανείς αυτή τη ληθαργική ηρεμία του αγγλικού κατεστημένου μπροστά στην επαπειλούμενη απόσχιση;


ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Ουκρανία, το νέο «Ανατολικό Ζήτημα»


Την 1η Αυγούστου 1991, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους εκφώνησε από το βήμα της ουκρανικής Βουλής μια ομιλία που έμεινε στην ιστορία. Η Σοβιετική Ενωση του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ έπνεε τα λοίσθια και η Ουκρανία είχε αναγγείλει δημοψήφισμα με το ερώτημα της ανεξαρτησίας. Ωστόσο ο Αμερικανός ηγέτης έφερε το πολικό ψύχος στο Κίεβο, μέσα στο κατακαλόκαιρο.
«Οι Αμερικανοί δεν θα υποστηρίξουν όσους επιδιώκουν την απόσχιση για να αντικαταστήσουν έναν μακρινό τύραννο με έναν εγχώριο απολυταρχισμό. Δεν θα βοηθήσουν όσους προωθούν έναν αυτοχειριαστικό εθνικισμό», προειδοποίησε ο Μπους. 

Τέσσερις μήνες αργότερα, η Σοβιετική Ενωση δεν υπήρχε πλέον και η Ουκρανία γινόταν ανεξάρτητο κράτος. Ο συντηρητικός αρθρογράφος Γουίλιαμ Σαφάιρ, ο οποίος κάποτε έγραφε τους λόγους του Ρίτσαρντ Νίξον, «κόλλησε» στην γκάφα του Μπους το υποτιμητικό παρατσούκλι «Ομιλία του Κοτόπουλου του Κιέβου» – λογοπαίγνιο με μια δημοφιλή συνταγή της ρωσικής κουζίνας.

Η αλήθεια είναι ότι ο Τζορτζ Μπους δεν ήταν ο μόνος που έβλεπε με καχυποψία τις αποσχιστικές διαθέσεις. Νωρίτερα, η Μάργκαρετ Θάτσερ είχε δηλώσει ότι «το να ανοίξουμε πρεσβεία στο Κίεβο είναι εξίσου λογικό με το να εγκαινιάσουμε πρεσβεία στο Σαν Φρανσίσκο». Με πολύ πρόσφατη την ενθάρρυνση της απόσχισης Σλοβενίας και Κροατίας από την εκ νέου ενωμένη Γερμανία, Ουάσιγκτον και Λονδίνο ανησυχούσαν σοβαρά για το ενδεχόμενο μιας αλόγιστης γερμανικής επέκτασης προς Ανατολάς, που θα ξυπνούσε τα παλιά φαντάσματα. Ιδιαίτερα στην Ουκρανία, μια χώρα που αποτελούσε για αιώνες πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ Ρωσίας και άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Η καινούργια «πυρκαγιά» που μαίνεται εδώ και τέσσερις εβδομάδες στο Κίεβο επιβεβαιώνει ότι το παρελθόν εξακολουθεί να στοιχειώνει το παρόν.

Το «κράτος των Ρως»
Γεννημένο στο Κίεβο, τον 9ο αιώνα, το «κράτος των Ρως» θεωρείται η αρχή του ρωσικού πολιτισμού. Από τις επικές μάχες του Αλέξανδρου Νιέφσκι με τους Τεύτονες Ιππότες, το 1242, μέχρι την εποχή της Μεγάλης Αικατερίνης, στo δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, η Ουκρανία υπήρξε πάντα πεδίο αναμετρήσεων της Ρωσίας με Γερμανούς, Σουηδούς, Πολωνούς και Λιθουανούς. Στο τεράστιο συμβολικό της βάρος, ήρθε να προστεθεί η στρατηγική της σημασία από τη στιγμή που η Σεβαστούπολη, βασικό θέατρο του Κριμαϊκού Πολέμου (1853-56), έγινε ο βασικός ναύσταθμος του ρωσικού στόλου, πέρα από τις παγωμένες θάλασσες του Βορρά. Ουσιαστικά, η Ουκρανία αποκτά ξεκάθαρα σύνορα και ανεξάρτητη υπόσταση, ως ομόσπονδη δημοκρατία, μόνο με τη συγκρότηση της ΕΣΣΔ. Είναι ο Νικίτα Χρουστσόφ εκείνος που της κάνει «δώρο» τη Χερσόνησο της Κριμαίας, το 1954, προκειμένου να την εξευμενίσει για όσα είχε υποστεί επί Ιωσήφ Στάλιν.

Η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, το 1991, δεν έλυσε το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας, τον διχασμό της ανάμεσα στο ορθόδοξο ανατολικό τμήμα της, όπου οι περισσότεροι μιλούν ρωσικά, και το καθολικό δυτικό τμήμα, που βλέπει προς τη Δύση.  
Στη διάρκεια της «πορτοκαλί επανάστασης» του 2004, η Αμερική πίστεψε ότι ήταν σε θέση να κόψει τον γόρδιο δεσμό. Οπως αποκάλυψε τότε το Associated Press, η κυβέρνηση Μπους προσέφερε 65 εκατομμύρια δολάρια στους εκλεκτούς της, τον μετέπεια πρόεδρο Βίκτορ Γιούσενκο και τη Γιούλια Τιμοσένκο, για να υπερισχύσουν στον αγώνα εξουσίας με τον φιλορώσο Βίκτορ Γιανουκόβιτς. Από το 2002, τα αμερικανικά ιδρύματα NED, Freedom House και το Ινστιτούτο Open Society του Τζορτζ Σόρος είχαν αναλάβει την «εκπαίδευση» ουκρανικών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων στις τεχνικές της πολιτικής ανυπακοής.

Το φιλοδυτικό μπλοκ κέρδισε τη μάχη, αλλά όχι τον πόλεμο, όπως έδειξε η εκλογή του Γιανούκοβιτς το 2010. Η πρώτη πράξη του Γιανουκόβιτς ήταν να ανανεώσει μέχρι το 2042 τη ρωσική βάση στη Σεβαστούπολη, κάτι που συνάντησε την αποδοχή της μισής Ουκρανίας και την ανοχή της άλλης μισής. Ωστόσο, ο υπολανθάνων διχασμός εκδηλώθηκε με εκρηκτικό τρόπο τη στιγμή που ο Γιανουκόβιτς αρνήθηκε να υπογράψει τη συμφωνία σύνδεσης με την Ε.Ε. και στράφηκε προς στενότερες σχέσεις με τη Ρωσία. Το σκηνικό μιας δεύτερης «πορτοκαλί επανάστασης» είχε πλέον στηθεί, με νέους πρωταγωνιστές και σκηνοθέτες.

Το νέο δίδυμο

TOYΡΚΙΑ: Ο σουλτάνος απέναντι στον ιμάμη


Οσοι είδαν στην κοινωνική αναταραχή του περασμένου Ιουνίου τον προάγγελο μιας «Τουρκικής Ανοιξης» γρήγορα διαψεύστηκαν. Οι προσπάθειες να αναβιώσουν αυτό το φθινόπωρο οι διαδηλώσεις και οδομαχίες του Ιουνίου εναντίον του «σουλτάνου» δεν είχαν παρά αναιμικά αποτελέσματα. Επειτα από μια βραχύβια κάμψη, η δημοτικότητα του Ταγίπ Ερντογάν βρίσκεται και πάλι στα ύψη, ενώ το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) κυμαίνεται σταθερά γύρω στο 50% των προτιμήσεων ψήφου. Ο άνεμος πνέει ούριος στα πανιά του Ερντογάν ενόψει των δύο κρίσιμων εκλογικών αναμετρήσεων του 2014: των τοπικών εκλογών του Μαρτίου και των προεδρικών του Αυγούστου, οπότε οι Τούρκοι πολίτες θα κληθούν για πρώτη φορά να εκλέξουν οι ίδιοι τον πρόεδρό τους.

Αποτελεί κοινό μυστικό ότι ο Τούρκος πρωθυπουργός θα επιθυμούσε να μεταπηδήσει στον θώκο του Αμπντουλάχ Γκιουλ εφόσον η Βουλή αναθεωρήσει το σύνταγμα, καθιερώνοντας προεδρικό σύστημα. 

Οι αντίπαλοί του φρίττουν ενώπιον αυτού του ενδεχομένου, θεωρώντας ότι θα αποκτήσουν τον δικό τους «Πούτιν», έναν απολυταρχικό ηγέτη με κρυφή ισλαμική ατζέντα. 

Οι οπαδοί του το βλέπουν ως τη φυσιολογική επιβράβευση του πολιτικού που άλλαξε την εικόνα της χώρας του, περιόρισε τους πασάδες του στρατού στους στρατώνες, έσυρε στη φυλακή τους πραξικοπηματίες και έθεσε τις βάσεις για την επίλυση του Κουρδικού. Εχοντας συντρίψει τους Κεμαλικούς σε τρεις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις –την τελευταία φορά με ποσοστό σχεδόν 50%, σε εκλογές όπου συμμετείχε το 87% των ψηφοφόρων– ο Ερντογάν δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από μια διασπασμένη και ανυπόληπτη αντιπολίτευση.

Ωστόσο, ένας άλλος αντίπαλος παραμονεύει στη γωνία, έχοντας ξεπηδήσει αυτή τη φορά από το εσωτερικό του ισλαμικού στρατοπέδου. Αυτό διαμηνύει η σύγκρουση για ένα φαινομενικά δευτερεύον ζήτημα, που κυριαρχεί το τελευταίο διάστημα στην τουρκική πολιτική επικαιρότητα: το κυβερνητικό νομοσχέδιο για την κατάργηση των λεγόμενων «προπαρασκευαστικών σχολείων» (dershaneler). Πρόκειται για ιδιωτικά σχολεία, τα οποία λειτουργούν το Σαββατοκύριακο, προετοιμάζοντας τους υποψήφιους φοιτητές για τις εισαγωγικές εξετάσεις. Η κυβέρνηση επικαλείται την ισότητα ευκαιριών, αλλά οι πάντες μετέφρασαν το νομοσχέδιο ως κήρυξη πολέμου εναντίον της πολυπλόκαμης Αδελφότητας Γκιουλέν, η οποία ελέγχει το 25% των εν λόγω σχολείων

Ενας από τους ισχυρότερους συμμάχους του Ερντογάν, μέχρι πρόσφατα, ο ιμάμης Φετουλάχ Γκιουλέν, θεωρείται από πολλούς σήμερα ο πιο επικίνδυνος εχθρός του.

Ο πιο χαρισματικός θρησκευτικός παράγοντας της νεότερης Τουρκίας γεννήθηκε το 1941 στο συντηρητικό Ερζερούμ της Ανατολίας. Το 1963 άρχισε την καριέρα του ως ιεροκήρυκας, ενώ ταυτόχρονα εντάχθηκε στην Ενωση για την Καταπολέμηση του Κομμουνισμού. Συνδυάζοντας το Ισλάμ με τις Δυτικές αξίες, τη νεοφιλελεύθερη οικονομική φιλοσοφία με τον κοινωνικό συντηρητισμό, βάλθηκε να διαμορφώσει μια νέα, θεοσεβούμενη επιχειρηματική τάξη, δίνοντας έμφαση στην εκπαίδευση. Προϊόντος του χρόνου, κατάφερε να οικοδομήσει μια ολόκληρη αυτοκρατορία θρησκευτικών οργανώσεων, κοινωνικών δικτύων, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και μέσων ενημέρωσης σε πολλές χώρες του κόσμου.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 εξέδωσε το πρώτο του περιοδικό, με τίτλο Sintizi, δηλαδή Διείσδυση. Μιλώντας σε κλειστό κύκλο οπαδών του, το 1999, ανέπτυξε ως εξής τη στρατηγική της άλωσης του Κεμαλικού καθεστώτος εκ των ένδον: «Πρέπει να κινηθείτε στις αρτηρίες του συστήματος, χωρίς κανείς να καταλάβει την παρουσία σας μέχρις ότου φθάσετε σε όλα τα κέντρα εξουσίας... Μέχρι τότε, οποιοδήποτε βήμα θα είναι πρόωρο, σαν να σπάσεις ένα αυγό αντί να περιμένεις σαράντα ημέρες να εκκολαφθεί. Θα ήταν σαν να σκοτώνεις το έμβρυο που κλείνει μέσα του».

Σε καίριες θέσεις

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ: Η στρατηγική και οι επιλογές του Ομπάμα


Το 2008, ο Μπαράκ Ομπάμα εξελέγη πρόεδρος της Αμερικής έχοντας αντιταχθεί στον πόλεμο κατά του Ιράκ και γενικότερα στην ολέθρια εξωτερική πολιτική των νεοσυντηρητικών. Πέντε χρόνια αργότερα, αντιγράφει μεθόδους του προκατόχου του, προετοιμάζοντας πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον της Συρίας, μιας χώρας η οποία ουδέποτε έχει απειλήσει την ασφάλεια των ΗΠΑ. Τη θλιβερή διαπίστωση προσυπογράφει, με άρθρο του στην εφημερίδα Guardian, ο Χανς Μπλιξ, επικεφαλής των επιθεωρητών του ΟΗΕ για τα (ανύπαρκτα) «όπλα μαζικής καταστροφής» του Σαντάμ Χουσεΐν.

Οπως στην περίπτωση του Ιράκ, σημειώνει ο Μπλιξ, η Αμερική σπεύδει σε έναν πόλεμο χωρίς εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας και χωρίς να έχει διαπιστωθεί από τους επιθεωρητές του ΟΗΕ η χρήση χημικών όπλων από το καθεστώς Ασαντ.  

Αλλά ακόμη κι αν επιβεβαιωνόταν κάτι τέτοιο, διερωτάται ο Σουηδός διπλωμάτης, γιατί θα έπρεπε «οι ΗΠΑ ή το ΝΑΤΟ ή οποιοσδήποτε συνασπισμός προθύμων να δράσουν ως παγκόσμιοι χωροφύλακες»;

Το ούτως ή άλλως εξωφρενικό άλλοθι του «ανθρωπιστικού πολέμου» ελάχιστους πείθει. Γιατί η Ουάσιγκτον να σπεύσει σε πόλεμο ύστερα από τη θρυλούμενη εξόντωση 322 αμάχων, σύμφωνα με τη συριακή αντιπολίτευση, όταν στην Αίγυπτο σκοτώθηκαν 1.295 άνθρωποι μέσα σε ένα μόνο διήμερο ύστερα από ένα στρατιωτικό πραξικόπημα, το οποίο συνάντησε την αποδοχή των ΗΠΑ, χωρίς να συγκινηθεί κανείς στις δυτικές πρωτεύουσες;

Η θέση του Αμερικανού προέδρου έγινε ακόμη περισσότερο δεινή ύστερα από την ταπείνωση του πιο στενού συμμάχου του, του Βρετανού πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον, στη Βουλή των Κοινοτήτων, η οποία απέρριψε την εμπλοκή του Ηνωμένου Βασιλείου στην εκστρατεία κατά της Συρίας. 

Το δίλημμα που τίθεται ενώπιον του Μπαράκ Ομπάμα είναι εξαιρετικά επώδυνο: να αναστείλει την επιδρομή, στέλνοντας σε όλο τον κόσμο το μήνυμα ότι η Αμερική μοιάζει με «χάρτινη τίγρη» ή να εμπλακεί σε μια παράλογη περιπέτεια, χωρίς σαφή στόχο, με ισχνότατη διεθνή στήριξη; Μια περιπέτεια από την οποία έχουν αποστασιοποιηθεί, μεταξύ άλλων, Γερμανία, Ιταλία, Βέλγιο, Αίγυπτος και Ιορδανία, αφήνοντας μόνο τη Γαλλία και την Τουρκία να υπερθεματίζουν για την εξαπόλυση της επίθεσης.

Είναι πιθανό ο Ομπάμα να συρθεί –παρά τις αντιδράσεις και σημαντικής μερίδας του αμερικανικού Κογκρέσου– σε μια άκρως επικίνδυνη επιλογή, την οποία πάσχιζε επί μακρόν να αποφύγει.  

Στις 21 Αυγούστου, ακριβώς την ημέρα που εκδηλώθηκε η πολύ περίεργη επίθεση με χημικά όπλα στη Δαμασκό (σε απόσταση πέντε λεπτών με το αυτοκίνητο από το ξενοδοχείο όπου βρίσκονταν οι επιθεωρητές του ΟΗΕ!), ο αρχηγός των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, στρατηγός Ντέμπσι, απαντούσε ως εξής σε ερώτηση Δημοκρατικού βουλευτή: