"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΣΧΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΣΧΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΠΑΣΧΑ - ΓΛΩΣΣΑ - ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το Πάσχα ως εορτή πνευματικής ανά(σ)τασης




Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ

Για όλους όσοι ασπάζονται την χριστιανική πίστη
(Ορθόδοξοι, Καθολικοί, Προτεστάντες), ακόμη και για τους μη έντονα θρησκεύοντες, η Μεγάλη Εβδομάδα με κορύφωση την Ανάσταση είναι μια αφορμή πνευματικής ανάτασης. Περισσότερο ή λιγότερο πιστοί νηστεύουν, κοινωνούν και, κυρίως, συρρέουν στις εκκλησίες, ανάβουν ένα κερί και ακούνε με μεγαλύτερη ή μικρότερη προσοχή τις ακολουθίες των Παθών, την υμνολογία τής Μεγάλης Εβδομάδος. Η παραδοσιακή μάλιστα μετάδοση των ακολουθιών από την Τηλεόραση και το Ραδιόφωνο επιτρέπει να παρακολουθήσουν τις ακολουθίες και πιστοί που δεν μπορούν ή και επιλέγουν αυτή την δυνατότητα συμμετοχής στα τής Μεγάλης Εβδομάδος.  

Οι ύμνοι τής Μεγάλης Εβδομάδος ―ιδίως όταν ψάλλονται από γνώστες τής ψαλτικής τέχνης― συγκλονίζουν ως λόγος (περιεχόμενο) και ως άκουσμα («μελωδία») με κυρίαρχη την ελληνική γλώσσας στις καλύτερες εκφάνσεις της. Γεννούν σκέψεις, ανακαλούν εικόνες, προβληματίζουν συνειδήσεις. Λιγότερο ή περισσότερο συγκινούν. Αυτή ήταν και εξακολουθεί σε έναν κυμαινόμενο βαθμό να είναι η διαδικασία και το ευρύτερο πνεύμα τής μεγάλης χριστιανικής γιορτής∙ για την Ελλάδα και τους Ελληνες – συναινούντος και τού ανοιξιάτικου συνήθως καιρού― η μεγαλύτερη και πιο βιωματική γιορτή τής Χριστιανοσύνης.  

Τα κείμενα τού Ευαγγελίου, που διαβάζονται την Μεγάλη Εβδομάδα μαζί με τα ποιητικά κείμενα των προσευχητικών ψαλμών τής Παλαιάς Διαθήκης διαμορφώνουν το ιστορικό πλαίσιο τής πορείας των Παθών τού Χριστού μέχρι την σταυρική του θυσία και το δοξαστικό μήνυμα τής Αναστάσεως. Και όλα αυτά πλαισιωμένα από μια έντονα βιωματική υμνολογία που σχολιάζει με καθαρά ποιητικό τρόπο το ιστορικό των Παθών και τής Ανάστασης τού Χριστού. 

Δοθέντων αυτών ο εορτασμός τού Πάσχα έχει προσλάβει στην συνείδηση των πιστών στην Ελλάδα έναν έντονα παραδοσιακό και οικογενειακό χαρακτήρα (θα τον παρομοίαζε κανείς ως μορφή εορτασμού με την μεγάλη βαρύτητα που δίνουν λ.χ. οι Αμερικανοί στην Εορτή των Ευχαριστιών, εορτή βεβαίως διαφορετικού εντελώς περιεχομένου και σκοπού). Αυτό εξηγεί και την επιστροφή χιλιάδων Ελλήνων στις πατρογονικές εστίες καταγωγής, σε πόλεις και χωριά διαφόρων περιοχών μακριά από την πρωτεύουσα ή την συμπρωτεύουσα τής χώρας μας ειδικά για τον εορτασμό τού Πάσχα. 

Τελευταία, ωστόσο, παρατηρείται μια περισσότερο ή λιγότερο αποκλίνουσα τάση. Πάει, σε κάποιον βαθμό, να αλλοιώθεί και να υποβαθμισθεί ο παραδοσιακός εορταστικός χαρακτήρας τού Πάσχα των Ελλήνων και να προστεθεί στον τύπο των «διακοπών» τουριστικού τύπου. Έτσι, δεν είναι λίγοι αυτοί από τις μεγάλες πόλεις που επιλέγουν να εορτάσουν το Πάσχα στο εξωτερικό ή σε παγοδρομικά κέντρα ή σε πολυτελή ξενοδοχεία με ανέσεις και προσφορές (all inclusive) κ.λπ., δηλαδή σαν καλοκαιρινές ή άλλες διακοπές και όχι ως συγκεκριμένο παραδοσιακά βιούμενο εορτασμό. Έχουμε δηλ. ένα είδος εκκοσμίκευσης και τουριστικοποίησης τής ανάτασης και ανάστασης που συνιστά αυτός ειδικά ο πνευματικός και θρησκευτικός μείζων εορτασμός.  

Έτσι η χριστιανική Λαμπρή χάνει το φως το πνευματικό που εκπέμπει. Ας βοηθήσουμε όλοι, Πολιτεία, τοπική αυτοδιοίκηση, πολιτιστικοί φορείς, ιδιώτες να διατηρηθεί το κλίμα τής πασχαλιάτικης γιορτής, με ήθη και έθιμα που ανεβάζουν την διάθεσή μας και την σκέψη μας έξω και πάνω από τα όρια τής καθημερινότητας. Η καταναλωτική κακογουστιά που παράγει πασχαλινά αβγά με εικόνες ποδοσφαιρικών ομάδων ή καλλίγραμμων γυναικών ή ό,τι παραγγείλει ο καταναλωτής δεν έχουν σχέση με Πάσχα και Ανάσταση. Και ο εορτασμός δεν έχει σχέση με το πόσο πωλείται η όποια ποσότητα και είδος κρέατος στα σούπερ μάρκετ ή στα κρεοπωλεία τής γειτονιάς ή στην κεντρική αγορά (χαρακτηρίζεται πομπωδώς και «έρευνα αγοράς»), ένα καταναλωτικό γεγονός που ανάγεται σε μείζονα πασχαλινή πληροφορία, ενώ κάθε οικογενειάρχης ξέρει γιατί και από πού ψωνίζει.  

Αλλιώς, μπορείς να συμβάλεις στην διαμόρφωση ενός εορταστικού κλίματος, ρωτώντας λ.χ. πώς αισθάνεται ο Έλληνας τής μακρινής Αυστραλίας που έρχεται να κάνει Πάσχα στο χωριό του. Ο ξένος που γιορτάζει το ελληνικό Πάσχα. Αν και πώς γιορτάζει και αν κάτι αισθάνεται ο μετανάστης που ζει στην Ελλάδα. Πώς βάφει τα αβγά και πώς ετοιμάζει τα γλυκίσματα (κουλούρια, τσουρέκια κ.λπ.) η νοικοκυρά σε πόλεις και χωριά τής Ελλάδος. Πώς ψάλλει σε μια εκκλησία τις ημέρες αυτές ένας έμπειρος ψάλτης (υπεριχύει συχνά και έγκριτων κοσμικών τραγουδιστών) αλλά και ένας «επ’ ευκαιρία» ψάλτης (που αυτοσχεδιάζει εν πολλοίς για να βγει η ακολουθία) και, προπάντων, πώς ο ορθόδοξος παππάς τής επαρχίας ανασταίνει συχνά «από χωρίου εις χωρίον». 

Εξασφαλίζεται η παπαδιαμαντική κατάνυξη ή υπερισχύουν βεγγαλικές επιδόσεις που μιμούνται βαλλιστικές καταστάσεις; 

Γιατί πολλοί συρρέουν στα Μοναστήρια στις ακολουθίες των Παθών; 

Ευτυχώς, πάντως, που ―περισσότερο από δημοσιογραφική αίσθηση «επικαιρότητας»― άρχισαν και κάποιοι τηλεοπτικοί σταθμοί (δημόσιοι κυρίως και ελάχιστοι ιδιωτικοί) να συμμετέχουν στο πνευματικό κλίμα τού πασχαλινού εορτασμού με κάποιες ἐπὶ τούτῳ εκπομπές, πράγμα που παλαιότερα συνέβαινε συστηματικά και προβεβλημένα.  

Τέλος, ευτυχώς που δεν αποφεύγουμε πλέον, για λόγους πολιτικής ορθότητας (να μη θίξουμε πιστούς άλλων θρησκειών, αγνωστικιστές ή και άθεους), να ευχόμαστε μεταξύ μας την επιβεβλημένη χριστιανική ευχή «Καλή Ανάσταση» αντί τού ουδέτερου (και βαθύτατα έως εσκεμμένα κοσμικού) «Καλές Γιορτές», που ακόμη εξαγιάζεται από την ευχή «Καλό Πάσχα». 

Ετυμολογία των λέξεων Πάσχα, Ανάσταση και Λαμπρή:

ΠΑΣΧΑ - ΓΛΩΣΣΑ - ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Αφθαρσίαν δωρούμενος των ανθρώπων τω γένει.

 Του Ανδρέα Τσιφτσιάν

Τι όμορφη που είναι η γλώσσα μας.

Και τι όμορφο να την ακούς σε όλες τις αρχαίες εκδοχές  της.

Παιδευτική γλώσσα, γυμνάζει το μυαλό.

Πού ακούς αρχαία ελληνικά σήμερα;

Ούτε στην Επίδαυρο. Πέρυσι το καλοκαίρι μάλιστα, στην «Ορέστεια» του Αισχύλου, ακούσαμε και αραβικό μοιρολόι στα τείχη, από την Κασσάνδρα. 

Η ειρωνεία, για όλους όσοι την πολεμούν και την ειρωνεύονται, είναι  ότι για να ακούσεις σωστά ελληνικά, σήμερα, πρέπει να πας στην εκκλησία.


Με αξίωσε ο Θεός, και μάλλον για πρώτη φορά στη ζωή μου και δεν διασκορπίστηκα με τους περισσότερους μετά το «Χριστός Ανέστη…». Επέστρεψα.


Και δεν το μετάνιωσα. Πολύ ωφελήθηκα.

Το πήρα αμανάτι, διότι άκουσα κάποια στιγμή ένα κήρυγμα του Σιατίστης Παύλου που ανέφερε το «Αναστήτω ο Θεός και διεσκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού…». Κι άμα  δεις, πράγματι, ίσα με το που το είπε μια φορά το «Χριστός Ανέστη…» ο παπάς, άδειασε η πλατεία με μιας. Σφαίρα έφυγαν.   

Αρμένικο ινάτι είν’ αυτό, είπα, έτσι είσαι;  

Ε, λοιπόν, φέτος εχθροφανής δε θα γίνω. 

Στην εκκλησία προσπαθώ να καταλάβω τι λέει ο παπάς και οι ψάλτες.

Δεν τα καταλαβαίνω όλα, το παραδέχομαι, αλλά τα «σημειώνω» και μετά έρχομαι σπίτι και την ψάχνω, να δω τι σημαίνουν τούτες οι λέξεις. 

Παρότι είναι οι ίδιες με αυτές που χρησιμοποιούμε, πνιγόμαστε σε μια κουταλιά νερό. Τυχεροί οι φιλόλογοι εδώ. Οι οικονομολόγοι παίζουμε σε άλλο γήπεδο.

Λέει για παράδειγμα, «ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; Πού σου, Ἅδη, τό νίκος;»

Τί να εννοεί τώρα ο ποιητής. Κι όμως είναι τόσο απλό. «Πού είναι θάνατε το κεντρί σου; Πού είναι Άδη η νίκη σου;»

Ευκολάκι, έτσι;

Σήμερα λοιπόν στην εκκλησία άκουσα μια φράση που μου έκανε εντύπωση και θέλω να τη μοιραστώ μαζί σας, ειδικά με εσάς που διασκορπιστήκατε κι εύχομαι να θελήσετε κι εσείς, να επιστρέψετε, σε κάποια Ανάσταση, και πάλι στην εκκλησία. Εμένα μου πήρε μισόν αιώνα.

Η μαγειρίτσα νόστιμη μεν, νοστιμότερον όλων ο λόγος, για τον Λόγο δε… ούτε λόγος.

Φώναζε νικητήρια και δυνατά ο παπάς με υψωμένη τη γροθιά κι επαναλαμβάναμε και φωνάζαμε κι εμείς μετά από αυτόν, όλοι μαζί,  ο ενωμένος Λαός, σαν ασκέρι που πήραμε το κάστρο και, σε κάποια στιγμή λέει,

«Ἀνέστη Χριστός, καί ζωή πολιτεύεται».
 
Μου μαστίγωσε το μυαλό. Σκεφτόμουν από δω, το έφερνα από κει, άκρη δεν μπορούσα να βγάλω. Είχα ξεχάσει και τη μαγειρίτσα στον δρόμο για το σπίτι. Η πολιτική είναι το δικό μου μικρόβιο της ανησυχίας, χτύπησε νεύρο και μ’ έπιασε αδιάβαστο.

Θα πει τελικά, ότι Αναστήθηκε ο Χριστός και η ζωή βασιλεύει.

Ευκολάκι κι αυτό, έτσι;  

Έχουμε μάθει να φοβόμαστε την ίδια μας τη γλώσσα. Λες και τα αρχαία δεν είναι η ίδια γλώσσα (σε οποιαδήποτε εκδοχή, κλασσική αττική, κοινή ελληνιστική κοκ) . Κι αν ποτέ κάποιος δεν ξέρει, κάτι που ξέρετε εσείς, μην τον αποπάρετε και μην τον διορθώσετε με έπαρση ενώπιον άλλων. Χαίρομαι όταν με διορθώνουν κατ’ ιδίαν, καλοπροαίρετα και δε με εξετάζουν με αυστηρότητα. Πέτρες υπάρχουν  μπόλικες για όλους τους αναμάρτητους.

Και πήρε από το ένα χέρι τον Αδάμ κι από το άλλο την Εύα και τους επέστρεψε και πάλι στη χώρα τους, στη χαμένη τους Πατρίδα. Διήγαγαν νίκη οι έκπτωτοι με τον εκτοπισμό των πρωτοπλάστων, αλλά το σχέδιο του Θεού τους συνέτριψε. Συνέθλιψε την προδοσία του αντιδίκου.

Ανέλαβε ο Θεός την ευθύνη για τον άνθρωπο και τον έφερε πίσω.

Για εμάς τους ιδεαλιστές που πιστεύουμε στην οντολογία  πίσω από κάθε πραγματολογία, που πιστεύουμε στον κόσμο των ιδεών και της νόησης πίσω από κάθε υλική υπόσταση και στην αδιάσπαστη ενότητα (δηλαδή στην αλληλουχία ή αλλιώς, στην αμοιβαία συνοχή)  αισθητού και νοητού ή κοσμικού και υπερκόσμιου, η Ανάσταση είναι δώρο ελπίδας.

Το ‘χετε ξανακούσει όλοι, ποιος δεν έχει πάει άλλωστε σε κηδεία;

«…καὶ τὴν ποθεινὴν πατρίδα παράσχου µοι, Παραδείσου πάλιν ποιῶν πολίτην µε».

Όμορφο πράγμα η Πατρίδα.

Όμορφο πράγμα η γλώσσα μας.

Όμορφο πράγμα η νίκη.


Με τη σκέψη μας στα αδέρφια μας που εκτελούνται  και φονεύονται στη Συρία, στη Νιγηρία, στο Αρτσάχ, στο Σουδάν και ...

 

ΠΑΣΧΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Τι θα κάνεις το Πάσχα; Τίποτα, ελπίζω.

 


 Όπως πάντα, όταν πλησιάζει κάποια μεγάλη, τρόπος του λέγειν, αργία, ρωτάμε ο ένας τον άλλον μηχανικά, νωχελικά, καταναγκαστικά σχεδόν, «τι θα κάνει» (το Πάσχα, εν προκειμένω). Και πολλές φορές, η εξίσου κουρασμένη απάντηση είναι «τίποτα, ελπίζω», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η ανάγκη είναι κυρίως περί αποτοξίνωσης από τη μόνιμη εμπλοκή με την (έμμονη) ιδέα μάλλον παρά με την ουσία μιας διαρκούς παραγωγικότητας, αλλά και από την καταπιεστική σχέση με την ενημέρωση, την επικαιρότητα, την επικοινωνία στις οθόνες μας. 

Η μαύρη αλήθεια είναι όμως ότι στην εποχή μας «τίποτα δεν είναι πιο δύσκολο από το να μην κάνεις τίποτα», όπως γράφει η εικαστικός και συγγραφέας Jenny Odell στο νέο βιβλίο-μανιφέστο της με τίτλο How to do nothing: Resisting the attention economy (Πώς να μην κάνεις τίποτα: Τρόποι αντίστασης στην οικονομία της διαρκούς προσοχής). Το βιβλίο, αναφέρθηκε σε πρόσφατο άρθρο του περιοδικού «New Yorker» με θέμα τις απόπειρες της συντάκτριάς του Jia Tolentino να «ποδηγετήσει» την εξάρτησή της από τη διαρκή ροή πληροφοριών, τους ταχείς κύκλους επικαιρότητας και το διεγερτικό και συγχρόνως παραλυτικό νταραβέρι στα social media. Δεν είναι η ανεξέλεγκτη τεχνολογία το πρόβλημα, αλλά το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο που την κατευθύνει, επιβάλλοντας στον πολίτη-«χρήστη» την ιδέα ότι αν δεν εκφράζεται τακτικά online, ουσιαστικά παύει να υφίσταται ως οντότητα. Όπως παραδέχεται και η ίδια η δημοσιογράφος στο άρθρο της, τα «βιωματικά» άρθρα συναδέλφων που διακηρύσσουν την ηρωική έξοδό τους από τα social media έχουν γίνει κλισέ σε βαθμό αυτοπαρωδίας. Τον περασμένο μήνα, μάλιστα, αρθρογράφος της «Wall Street Journal» ξεκίνησε την εβδομαδιαία στήλη του στην εφημερίδα σατιρίζοντας ακριβώς αυτή την τάση: «Εδώ και δεκαπέντε λεπτά έχω σταματήσει να χρησιμοποιώ το Facebook, το Instagram και το Twitter. Αμέσως σχεδόν διαπίστωσα ότι ήμουν πιο ευτυχισμένος, πιο ήρεμος, πιο ισορροπημένος, πιο στοχαστικός, πιο καλοσυνάτος με τους συνανθρώπους μου, αλλά και με τα κατοικίδια...». Jenny Odell, How to do nothing: Resisting the attention economy 
 
Πέρα από την πλάκα, όμως, είναι πολύ πιθανό, μετά από χρόνιο εθισμό στα πίξελ και στη διαχείριση της πληροφορίας που καλπάζει ασθμαίνοντας στην οθόνη, το απότομο «κόψιμο μαχαίρι» να σε κάνει να νιώσεις ξαφνικά υπερβατικός γκουρού που πλέει χαλαρά και ανέμελα «στο παν και στο τίποτα» μιας αναλογικής νιρβάνας. 
 
Το βιβλίο της Odell, πάντως, μοιάζει σοβαρό και πολιτικά καίριο και σίγουρα δεν έχει σχέση με το πλήθος οδηγών αυτοβοήθειας και απεμπλοκής από την ψηφιακή εξάρτηση και τη σύγχρονη εμμονή περί διαρκούς παραγωγικότητας. Λέει απλά ότι το εσωτερικό χάος που βιώνουμε είναι σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα ενός αλύπητου επιχειρηματικού μοντέλου που έχει επικρατήσει και καταδικάζει χωρίς αναστολές οποιαδήποτε δραστηριότητα δεν εμπίπτει στο υπόδειγμα της «παραγωγικότητας» αλλά και της συνεχούς τροφοδοσίας των εταιρειών κοινωνικής δικτύωσης.  
 
Λέει, επίσης, ότι δεν είναι η ανεξέλεγκτη τεχνολογία το πρόβλημα, αλλά το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο που την κατευθύνει, επιβάλλοντας στον πολίτη-«χρήστη» την ιδέα ότι αν δεν εκφράζεται τακτικά online, ουσιαστικά παύει να υφίσταται ως οντότητα. Η αρθρογράφος του «New Yorker», πάντως, μοιάζει να δρέπει ήδη τους καρπούς της «ψηφιακής» νηστείας που ξεκίνησε πριν από λίγο καιρό και την έχει οδηγήσει, όπως δηλώνει γλαφυρά, σε μια «ευχάριστη κενότητα»:  
«Ένα απόγευμα...

ΠΑΣΧΑ: Μικρό Αναστάσιμο


 Της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ

Η ενορία μου έχει μια εκκλησία τσιμεντένια με ηλεκτρικές καμπάνες και εκκωφαντικά μεγάφωνα
. Όσο καλά και να ψάλλουν οι ψαλτάδες, η ένταση των μεγαφώνων ισοπεδώνει τον ήχο. Χριστός Ανέστη δεν φχαριστιέσαι. Ο κόσμος συγκεντρώνεται στην πλατειά αυλή της εκκλησίας, περιμένοντας κυρίως το πολεμικό κήρυγμα, εναντίον άλλου εχθρού κάθε χρονιά, που ακολουθεί τον μακρύ χαιρετισμό σε όλους ανεξαιρέτως τους πολιτικούς άνδρες και γυναίκες, όσο ασήμαντη κι αν είναι η θέση τους, ιδίως αν η χρονιά είναι χρονιά εκλογών, που κάνουν την τιμή στο εκκλησίασμα να παρίστανται.  

Φέτος είπα να χάσουμε αυτή την τιμή και να πάμε στον Άη Δημήτρη, όπου με τράβαγε και μένα η μάνα μου με κάθε ευκαιρία, όταν βρισκόμασταν στο κέντρο, σαν επίσκεψη σε βαρετή θεία. Πόσα περιθώρια έχω κι εγώ να καταπιέσω το μπουμπουκάκι μου;

Για ό,τι και να κατεβαίναμε στην αγορά, ανηφορίζαμε και στον Άη Δημήτρη για κεράκι. Μη και νομίσει ότι τον ξεχάσαμε. 

Όταν ήμουν στο Δημοτικό νόμιζα ότι μπορούσε πράγματι να μας κρατήσει μούτρα, ότι τάχα πήγαμε ως εκεί και βαρεθήκαμε να ανεβούμε για να χαιρετίσουμε. Οι θείες και οι Άγιοι κρατάνε μούτρα για κάτι τέτοια. 

Όταν μεγάλωσα μου έκανε εντύπωση πως στεκόταν ανάμεσα σε προύχοντες στα ψηφιδωτά.  

Εσύ είσαι που αγαπάς όλο τον λαό; Για καλοπιάνεις την πλουτοκρατία;  

Kι ενός πλουσίου δέχθηκε και το μνήμα του να κοτσάρει ψηλά σε κεντρικότατο σημείο, πιο μπροστά κι από το δικό του το κιβούρι. Αλλά αυτά είναι παλιά. Ας αγκαλιάζει όποιον θέλει κι είναι σχεδόν σίγουρο ότι δεν μου κρατάει μούτρα.

Καθώς στάθηκα για λίγα λεπτά μετά την Ανάσταση στο εσωτερικό για να ακούσω τα λόγια -το μπουμπούκι κάθισε σ΄ ένα πεζουλάκι στην πλατειά αυλή με τις λαμπάδες γιατί βαριόταν να ξαναμπεί μέσα- κατάλαβα πρώτη φορά ό,τι έλειπε από το κτίριο και τα ψηφιδωτά και τις σβησμένες τοιχογραφίες, που για ένα διάστημα τα είχα μάθει απ’ έξω. Ήταν ο λαός της πόλης, ο άνω της Εγνατίας, ούτε επιδεικτικά ντυμένος, ούτε πρόχειρα, με καρότσια μωρών, με ηλικιωμένους σε αμαξίδια, οικογένειες, ζευγάρια, γείτονες. Ο κόσμος έψαλλε, το κτίριο έθαλπε από μια συλλογική ψυχή. Ο Άγιος αγκάλιαζε στον αριστερό πεσσό τα δυό καλοντυμένα αδελφάκια, το αγοράκι στρουμπουλός μπόμπιρας, το κοριτσάκι λιγνό σαν να μην τρώει το φαΐ του. Θα το φάει και θα μεγαλώσει.

Αντίθετα με τις άλλες εκκλησίες, που εικονίζονται Άγιοι και πάλι Άγιοι και όσιοι και ασκητές και μας κοιτάνε εκείνοι από εκεί πάνω, εμάς εδώ κάτω, ο Άγιος Δημήτριος σχεδίασε τα πράγματα αλλιώς. 

Τράβηξε τους εκλεκτούς του και τους κάθισε πλάι του ή στάθηκε ανάμεσά τους. Ο Άγιος και οι άνθρωποί του, κανονικοί, πολίτες. 

Θα μου πεις, δεν ήταν τυχαίοι αυτοί. Θα ήταν ας πούμε εφοπλιστάδες, μεγαλέμποροι, στρατηγοί και διοικητές. Και τα παιδάκια αυτών. Ο μόνος που ξέφυγε, ένας απλός διάκονος που τράβηξε όλους τους κόπους για την ανακαίνιση της εκκλησίας κάποτε παλιά που κάηκε. Όμως, πολίτες. Απάνω στους τοίχους της εκκλησίας και κάτω, στο εκκλησίασμα, ο Άγιος μπήκε ανάμεσά τους. Ακούει, δέχεται αιτήματα, ακόμη και αισθηματικής φύσεως (γιατί σβήσανε εκείνα τα Κ+Μ=love από την παλιά τοιχογραφία του τάφου απορώ), παρηγορεί, εμψυχώνει. Άγιος και ήρωας και μέγας πολιτικός.

Έξω έπεφταν πυροτεχνήματα. Τους δρόμους διέσχιζαν οι τελευταίοι με τις λαμπάδες. Η ψυχή της πόλης άρχισε να νυστάζει.  

Να βρισκότανε λέει ένας αρχηγός, να...

 

ΠΑΣΧΑ: Να αναστηθούμε εν ζωή



Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΛΙΑΚΟΥ

«Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; οὐκ ἔστιν ὧδε, ἀλλʼ ἠγέρθη» (Λουκ. κδ΄ 5-6).

«Γιατί ψάχνετε τον ζωντανό ανάμεσα στους νεκρούς; Δεν είναι εδώ, αλλ’ αναστήθηκε». Με αυτές τις φράσεις οι άγγελοι με τις αστραφτερές στολές ενημέρωσαν τις μυροφόρες ότι ο Χριστός αναστήθηκε. Ο Ων εξήλθε του τάφου. Δεν λογίζεται πλέον μέλος της κοινότητας των τεθνεώτων.  

Ο Υιός του Θεού δεν ήταν δυνατόν να παραμένει εσαεί στο μουντό βασίλειο του Αδη. Απέδρασε και υποσχέθηκε στο ανθρώπινο είδος να μπορέσει κι εκείνο να διαρρήξει σχέσεις με τον θάνατο, αν ακολουθήσει το θείο μονοπάτι της αγάπης στον πλησίον, της πίστης και της αρετής.

Οι τρεις προϋποθέσεις της συμμετοχής μας στο ανεκτίμητο κεφάλαιο της αθανασίας δυσκόλεψαν στις εποχές που ακολούθησαν τη Βιομηχανική Επανάσταση.  

Ενα από τα αίτια είναι το δέος που ένιωσε ο άνθρωπος μπροστά στην ταχύτητα και την έλλειψη κόπου της μηχανής, η οποία κάνει γρήγορα, με ακρίβεια, το ίδιο και το ίδιο, δίχως να βαρεθεί, να αποκάμει, να αποκαρδιωθεί, να διαμαρτυρηθεί, να απεργήσει, να ζητήσει αύξηση. Το συνειδητοποιήσαμε απλώς βλέποντάς το να γίνεται: στην εργασία της γραμμής παραγωγής δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε τη μηχανή. Ο,τι μας ξεπερνά το θαυμάζουμε. Αλλες φορές το σκοτώνουμε από φθόνο κι άλλες υποτασσόμαστε σε αυτό. Τη μηχανή την τοποθετήσαμε ψηλά στη συνείδησή μας.  

Δεν χρειάστηκε καν να το συζητήσουμε μεταξύ μας, να κάνουμε συνέδρια και ημερίδες, να την αναδείξουμε διά της ψήφου μας σε οντότητα υπεράνθρωπη, άψυχη μεν αλλά πανίσχυρη.

Πάντοτε εκτιμούμε την ισχύ. Είναι χειροπιαστό μέγεθος και συχνότατα αυταπόδεικτο. Με την ισχύ μπορούμε προσωρινά να ξεγλιστρούμε από τα δίχτυα της ανάγκης και τη θηλιά που περνά γύρω από τον λαιμό μας ο θάνατος. Ετσι, η μηχανή εγκαταστάθηκε σε θρόνο δυσπρόσιτο, ημιθεϊκό.

Η αγάπη στον πλησίον από ευρύτατες μάζες καταχωρίστηκε στην ενότητα της αδυναμίας. 

Οσοι αγαπούν δίνουν. Το δόσιμο, αν φοράς τα γυαλιά του υλισμού, μπορεί και να το θεωρήσεις αιμορραγία, αποδυνάμωση. 

Και την αρετή, ομοίως. 

Βολικότερος για την απόκτηση ισχύος ο αμοραλισμός, η έλλειψη ηθικών και άλλων ανασχετικών παραγόντων. Ο υλιστής είναι πεπεισμένος ότι, αν στο όχημα που οδηγεί στο χρήμα και στη δύναμη δεν έχεις τα φρένα του… αόρατου, θα φτάσεις γρηγορότερα εκεί.

Μόνο τη δύναμη της πίστης υπολογίζουν και σέβονται οι θαυμαστές της μηχανής. Δεν μπορούν ακόμα να ορίσουν τους λόγους, να εξηγήσουν με ποιον τρόπο αυτό το βαθύ και δύσκολα αποκτήσιμο αίσθημα βοηθά στα πάντα, αλλά επιδιώκουν την απόκτησή του. Θέλουν να το κατακτήσουν για να ωφεληθούν. Κι όλο αυτό το συναισθηματικό παίγνιο και «φλερτ» με το μεταφυσικό, ανεξήγητο αίσθημα της πίστης γίνεται για την ύλη. Για τη διεύρυνση των ορίων της άνεσης, για μια μικρή παράταση, μια βραχύχρονη αναστολή της εκτέλεσης της ποινής του θανάτου, που έχει επιβληθεί σε ό,τι ήταν, είναι και θα βρεθεί να ζει στην πλάση μας. Αντίτιμο της ζωής, ο θάνατος.

Αν η μηχανή θαυμάστηκε σαν ημιθεϊκό κατασκεύασμα, που ξεπέρασε τον κατασκευαστή του, η τεχνολογία και η Τεχνητή Νοημοσύνη αποθεώθηκαν. Τοποθετήθηκαν στο ψηλότερο βάθρο από τους σύγχρονους εφήμερους ανθρώπους, που επιβιώνουν μέχρι να πεθάνουν χωρίς ποτέ να σιγουρευτούν ότι έζησαν στ’ αλήθεια, έστω για μια στιγμή.

Το κατασκεύασμα μάγεψε τον κατασκευαστή, που λησμόνησε τον εαυτό του και τον ίδιο τον Δημιουργό του. Ο άνθρωπος πείστηκε ότι δεν υπάρχει κάτι ή κάποιος στο σύμπαν που να έχει τις δυνατότητες να ξεπεράσει σε ευφυΐα τα προϊόντα της τεχνολογίας. Κάθεται με τις ώρες και τα κοιτά αποσβολωμένος, λησμονώντας τον εαυτό του, τον πλησίον, τον Θεό. Οι ώρες περνούν, ο καιρός τον προσπερνά, οι εμπειρίες χρωματίζονται με τη μουντάδα της ύπαρξης στον Αδη Αυτή η μουντάδα υποχρέωσε τη σκιά του Αχιλλέα να εύχεται
«πάνω στη γη να ζούσα, κι ας ξενοδούλευα σε κάποιον, άκληρο πια, που να μην έχει και μεγάλο βιος, παρά να είμαι ο άρχοντας στον κάτω κόσμο των νεκρών» («Οδύσσεια», λ, 488-490).

Η Ανάσταση του Χριστού μάς υπενθυμίζει τα καθήκοντά μας ως ανθρώπων που γνωρίζουμε πια τις διδαχές Του. 

Επίσης, μας θυμίζει ότι έχουμε και την επιλογή να ζήσουμε κανονικά, πριν επέλθει ο θάνατος. Να αναστηθούμε εν ζωή.  

Να ...

 

ΠΑΣΧΑ: Εσπερινός της αγάπης (ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ποίημα του Γιάννη Βαρβέρη)

 

Εσπερινός της αγάπης (Γιάννης Βαρβέρης)
 

Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.

 

Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.

 

Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες,
σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
 

Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.

 

Όμως...

ΠΑΣΧΑ «Το Τραγούδι του Σταυρού» --- Μόνο οι ποιητές, οι πιστοί, οι αθώοι μπορούν να νιώσουν και να κατανοήσουν το μεγαλείο ενός θνήσκοντος Θεού

Τoυ  ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΛΙΑΚΟΥ
 
Ένας από τους σημαντικότερους χορηγούς πνευματικής ουσίας του νεότερου Ελληνισμού είναι ο Κωστής Παλαμάς.
 

Στην ποιητική συλλογή του «Ασάλευτη Ζωή», που εκδόθηκε το 1904, περιλαμβάνεται το αριστουργηματικό «Το Τραγούδι του Σταυρού». 

Διαβάστε το με μεγάλη προσοχή και με ορθάνοιχτη την καρδιά σας για τα μηνύματά του.

«Κ’ έγυρ’ Εκείνος το άχραντο κεφάλι και ξεψύχησε στο μαύρο το κορμί μου απάνου·

άστρα γινήκαν τα καρφιά του μαρτυρίου του, άστραψα κι από τα χιόνια πιο λευκός τα αιώνια του Λιβάνου.

Οι καταφρονεμένοι μ’ αγκαλιάσανε και σα βουνά και σα Θαβώρ υψώθηκαν εμπρός μου·

οι δυνατοί του κόσμου με κατάτρεξαν γονάτισα στον ήσκιο μου τους δυνατούς του κόσμου.

Τον κόσμο αν εμαρμάρωσα, τον κόσμο τον ανάστησα, στα πόδια μου άγγελοι οι Καιροί, γύρω μου σκλάβες οι Ωρες.

Δείχνω μια μυστική Χαναάν στα γαλανά υπερκόσμια·

μα εδώ πατρίδες πάναγνες είσαστ’ εσείς, τρεις Χώρες!

Ω πρώτη εσύ, Ιερουσαλήμ! του βασιλιά προφήτη σου μικρή είν’ η άρπα για να ειπή τη νέα μεγαλωσύνη.

Του Σολομώντα σου ο ναός μ’ αντίκρυσε, και ράγισε·

καινούργια δόξα ντύθηκαν της Ιουδαίας οι κρίνοι.

Κ’ ύστερα...

 

ΠΑΣΧΑ: Χριστός Ανέστη! Κατηχητικός Λόγος Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

 

ΠΑΣΧΑ: To Χριστός Ανέστη σε διαφορετικές γλώσσσες του κόσμου

 

ΠΑΣΧΑ - ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ: "Επίγεια σοφία"

 

Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος;


Ἀνέστη Χριστός καί σύ καταβέβλησαι.


Ἀνέστη Χριστός καί πεπτώκασι δαίμονες.


Ἀνέστη Χριστός καί χαίρουσιν ἄγγελοι.


Ἀνέστη Χριστός, καί ζωή πολιτεύεται.


Ἀνέστη Χριστός καί...

 

ΠΑΣΧΑ - ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ: Ημέρα Αναστάσεως

Σ​​τα μέσα του πρώτου αιώνος, και ειδικότερα το 51 μ.Χ., ο Απόστολος Παύλος έφθασε στην Αθήνα.  
 
Η πόλη την εποχή εκείνη ήταν σκιώδες αποτύπωμα του μεγαλείου εις το οποίο είχε φθάσει τον 5ο και τον 4ο αιώνα π.Χ. Αλλά οι Αθηναίοι και οι επιδημούντες ξένοι δεν είχαν ως φαίνεται αλλάξει· δεν έχαναν ποτέ την ευκαιρία να λέγουν ή να ακούν κάτι πρωτάκουστο, «καινότερον», όπως διαβάζαμε στις Πράξεις των Αποστόλων.
 
Σοφιστές και Επικούρειοι φιλόσοφοι σύχναζαν στην Αρχαία Αγορά και αφού συζήτησαν με τον νεοαφιχθέντα επισκέπτη, τον οδήγησαν στον Αρειο Πάγο. Ακουαν οι φιλοπερίεργοι συγκεντρωθέντες τα περί του «αγνώστου θεού», αλλά όταν ο Παύλος ομίλησε για την ανάσταση νεκρών, άλλοι εχλεύαζαν και άλλοι είπαν φεύγοντας «θα μας τα ξαναπείς μιαν άλλη φορά». Το ασκημένο, λογοκρατούμενο πνεύμα των Αθηναίων δεν ήταν διατεθειμένο να δεχθεί κήρυγμα υπερβατικό, διότι συνεπάγετο κατάρρευση ενός περίτεχνου οικοδομήματος του ανθρωπίνου λογισμού.
 
Αλλά η κατάρρευση επήλθε τελικώς, και σε αυτό το μοναδικό χωνευτήρι ιδεών και αντιλήψεων αισθητικής –στην επικράτεια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας– οικοδομήθηκε νέο σύστημα, ακραίως ανατρεπτικό των αντιλήψεων του παρελθόντος, με αποκλειστικό σημείο αναφοράς την Ανάσταση του Χριστού αλλά και του ανθρώπου, καθιστώντας την αντίληψη του θανάτου πέρασμα απλώς προς μια υπερβατική πραγματικότητα και την επίγεια ζωή άσκηση προς την επίτευξη αυτού του στόχου. Και αυτό το νέο σύστημα κατίσχυσε εις πείσμα των ορθολογιστών και διαμόρφωσε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.
 
Οικτίρουν τη «μειονεξία» της Ορθοδοξίας –αριστεροί και φιλελεύθεροι και εκσυγχρονιστές εν γένει– έναντι των υπολοίπων χριστιανικών δογμάτων της Δύσεως. Διότι δεν εξάντλησε τις δυνατότητες της αριστοτελικής λογικής για να εκπονήσει δογματική, ωσάν το απερινόητο να είναι δυνατόν να εγκλωβισθεί σε λέξεις.
 
Αγνοούν απλώς ότι το αξεπέραστο επίτευγμα της Ορθοδοξίας είναι οι Θείες Λειτουργίες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, των Παθών, της Αναστάσεως του Χριστού, της Πεντηκοστής και φυσικά του μυστηρίου της Θείας Eυχαριστίας, εις την κοινή ελληνική.  
 
Τις περικοπές των Ευαγγελίων πλαισιώνουν ύμνοι των πλέον εξεχόντων ποιητών και μελωδών μιας αυτοκρατορίας στην περίοδο της μεγαλύτερης ακμής της.
 
Το κυριότερο βεβαίως, ότι όλα αυτά δεν τελετουργούνται αποκλειστικά σε μητροπολιτικούς ναούς, κεκοσμημένους μεγαλοπρεπώς, αλλά και στην πλέον ταπεινή εκκλησία, για δύο χιλιάδες χρόνια. 
 
Και οι ιερείς στο σύνολό τους δεν είναι ασφαλώς φιλόσοφοι· και υπήρχαν ασφαλώς περίοδοι που αγνοούσαν το ακριβές νόημα των λέξεων, όπως και οι ιεροψάλτες.
 
Ούτε οι εκκλησιαζόμενοι είναι στο σύνολό τους εκπαιδευμένοι ακροατές, αλλά ο καθείς ανάλογα της εμπειρίας ή της πίστης του μετέχει, δίχως να εκλογικεύει το μυστήριο.  
 
Ο φόβος του θανάτου δεν υπάρχει στην Ορθοδοξία. Ο Επιτάφιος καλύπτεται με άνθη. Ο συγγραφέας Ν.Γ. Πεντζίκης προσομοίαζε τους τάφους των νεκροταφείων με τούρτες.
 
Σήμερα  οι χριστιανοί εορτάζουν την Ανάσταση. 
 
Αλλά και οι αγνωστικιστές μετέχουν στον εορτασμό, έστω και υπό την έννοια του «φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν». 
 
Το Πάσχα των ορθοδόξων είναι...

ΠΑΣΧΑ: Ηρθα να σε βρω στην εκκλησία σου ...και δεν με πέταξες έξω με τις κλωτσιές


 
Της ΓΛΥΚΕΡΙΑΣ ΜΠΑΣΔΕΚΗ
 
Ντρεπόμουνα στην αρχή να ζητήσω. 
 
Λέω οι άλλοι καλεσμένοι θα 'χουνε τα σοβαρά τους - δεν παρακαλάνε να τους αγαπήσει αυτός που δεν τους αγαπάει και να καταλάβει (αυτός ο ίδιος ο σκληρόκαρδος πρίγκηψ) ότι είστε -περίπου- πλασμένοι ο ένας για τον άλλο.  
 
Οι άλλοι καλεσμένοι όμως μου φάνηκαν γνωστοί κι ένα ωραίο κορίτσι διάβαζε σαν να έψαλλε κι έξω είχε πολύ άνοιξη. 
 
Λίγο ήθελα να πάρω θάρρος και να στρογγυλοκαθήσω και να βγάλω τη λίστα με τα αιτήματα-πάντα με ευγένεια, αλλά τέρας επιμονής, από παιδί το είχα το κουσούρι. Είχαν περάσει και οι πέντε οι φρόνιμες και οι πέντε που μου έμοιαζαν, κι είχε βγει η Κασσιανή από τη ντουλάπα γιατί είχε φύγει ο αυτοκράτορας. Κι εγώ ζητούσα και ζητούσα και ζητούσα.  
 
Κι ό,τι ζητούσα ήταν να μ' αγαπήσεις κι ούτε κουβέντα για τον υπόλοιπο κόσμο που θα' χε σοβαρότερα αιτήματα να αιτηθεί, φουλ του εγώ μεγάλη εβδομάδα κέντρο πρωτευούσης. 
 
Κι εκεί που κανονικά έπρεπε να σηκωθείς και να με πετάξεις έξω με τις κλωτσιές (γιατί γρι δεν κατάλαβα από τάλαντα και παραβολές και έπιανα και στασίδι μπροστά μπροστά), ξαναείδα...
 

ΠΑΣΧΑ: Τα Easter blues και το νόημα των ημερών

Της Νίκης Λυμπεράκη


Τόσο μελάνι, τόσες αναλύσεις για την κατάθλιψη των Χριστουγέννων και για τα υπαρξιακά του Πάσχα, σιωπή.
 
 
Υπάρχει δηλαδή άνθρωπος που τέτοιες μέρες δεν σκέφτεται το παρελθόν;  
 
Δεν φέρνει στον νου με ζεστασιά αλλά και θλίψη για την απώλεια, τα ροζιασμένα χέρια της γιαγιάς του;
 
 Τη χαρά της λαμπάδας; Τα καινούργια παπούτσια της νονάς; Εκείνους που έφυγαν; Το χωριό που είναι πια χωριό πεθαμένων και όπου να ‘ναι θα σβήσει από τον χάρτη;

Κοιτώ τον γιο μου που κοντεύει τεσσάρων ετών και αναρωτιέμαι σε ποιον βαθμό έχει συνειδητοποιήσει τη θνητότητά μας. Τι κρίμα να μη θυμόμαστε πώς ήταν η ζωή για αυτό το λίγο που πορευτήκαμε χωρίς να γνωρίζουμε την έννοια της φθοράς και του θανάτου, το αναπόδραστο τέλος μας.

Το Πάσχα είναι, νομίζω, που φέρνει πάντα στο προσκήνιο το ζήτημα του θανάτου. Οσοι θρησκεύουν βέβαια θα σπεύσουν ίσως να σημειώσουν πως, κατ’ ακριβολογία, το Πάσχα φωτίζει τον θρίαμβο της ζωής επί του θανάτου και μάλιστα με όπλο τον ίδιο τον θάνατο. Θανάτω θάνατον πατήσας… Τους ζηλεύω.

Κι έπειτα δεν είναι μόνο το νόημα αυτών των ημερών. Είναι και το ύφος τους. Σε πλήρη αντίθεση με τα πολύχρωμα, φωτεινά, αισιόδοξα Χριστούγεννα με τα παιχνίδια, τις χαρές και τις βασιλόπιτες, το Πάσχα, φασαριόζικο, μεγαλοπρεπές, κατανυκτικό και πένθιμο, μας βαραίνει ακόμη παραπάνω.

Από την αφετηρία, με τα υπερφορτωμένα αυτοκίνητα και τα παιδιά που κάθε τόσο, ανυπόμονα ρωτούν αν «φτάσαμε»… Από τις ουρές και τον εκνευρισμό στα λιμάνια και στα διόδια… Ως την τελετουργία της Μεγάλης Εβδομάδας.

Φαναράκια, κόκκινα αβγά, καθηλωτικά εγκώμια κι ύστερα η κορύφωση του Θείου Δράματος και η… βαρβαρότητα της σούβλας. Βαρβαρότητα, ναι. Οχι από πολιτική ορθότητα ή ελιτισμό. Απλή παρατήρηση. Μπορεί βέβαια να φταίει και η εμπειρία του χωριού που δεν χαρίζεται. Στο χωριό η επίσκεψη στον χασάπη αντικαθίσταται πολλές φορές από τη μαρτυρία της σφαγής. Ή τουλάχιστον αυτό συνέβαινε τη δεκαετία του ’80 στην ελληνική επαρχία.

Στον νου μου έχω μια σκηνή που όσο κι αν προσπαθώ να τη σβήσω, επιμένει κάπου τριάντα πέντε χρόνια τώρα.

Φέρνει μαζί της αυτή την τόσο χαρακτηριστική μυρωδιά της άνοιξης, το φως μια λαμπερής πασχαλιάτικης μέρας, αλλά κι...

ΠΑΣΧΑ - ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ (ΔΕΝ) ΣΒΗΝΟΥΝ: Λαμπρή ημέρα

Του ΚΟΣΜΑ ΒΙΔΟΥ


«Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε/ της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι/ σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε/ τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη».

Πάντως οι δικές µου παιδικές αναµνήνεις από το Πάσχα στο νησί καθόλου δεν μοιάζουν με τα όσα περιγράφει ο Διονύσιος Σολωμός στην «Ημέρα της Λαμπρής».  
 
Τις περισσότερες φορές στα μέρη τα δικά μας έκανε κρύο. Φυσούσε πολύ, με τον παγωμένο αέρα του Αιγαίου να καθιστά την περιφορά του Επιταφίου αλλά και την αναμονή για την Ανάσταση έξω από την εκκλησία περιπετειώδεις εμπειρίες. Ούτε αυτό το «Κάθε πρόσωπο λάμπει απ' τ' αγιοκέρι / οπού κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι» (πάντα Σολωμός) το πολυθυμάμαι, γιατί τις περισσότερες φορές ο αέρας το έσβηνε το αγιοκέρι.
 
Αυτός ο επίμονος Βοριάς που, φύσα και ξαναφύσα, πήρε μαζί του χρόνια και ανθρώπους. Φτάνω τώρα να σκέφτομαι πως δεν θα υπάρξει ποτέ Πάσχα όμοιο με εκείνα που έζησα μικρός. Την πιο συναισθηματική, για εμένα, γιορτή της χρονιάς την έκαναν εκείνοι που έφυγαν. 
 
 Τώρα, τις περισσότερες φορές, τέτοια εποχή λείπω από την Ελλάδα. Oχι επειδή αποφεύγω όσα μπορεί να με στενοχωρήσουν - έθιμα, εικόνες και μυρωδιές - αλλά (και) επειδή δεν υπάρχουν πια εκείνα που μετέτρεπαν τις δικές μου γιορτινές μέρες σε γεγονός ξεχωριστό.

Δεν µιλώ µε λύπη, αλλά με τη συναίσθηση πως αυτή είναι η ζωή. Εξάλλου και στο εξωτερικό θαυμάσια περνάω, απλώς όλα εκεί είναι αλλιώς. Χωρίς Πάσχα. Εδώ τη διαφορά την έκαναν οι γιαγιάδες που ετοίμαζαν τσουρέκια και έφτιαχναν λυχναράκια (αλλού τα λένε σκαλτσούνια ή τυροπιτάκια) και οι φίλοι και τα ξαδέλφια με τα οποία ξαμολιόμασταν στο χωριό και παίζαμε μέχρι αργά το βράδυ, αξιοποιώντας προς όφελός μας το μεγάλωμα της μέρας. Αίσθηση γιορτής, γιατί όσο και αν εμπεριέχει πένθος, το Πάσχα εγώ εξακολουθώ να το θεωρώ την ωραιότερη γιορτή για τα παιδιά. Ακόμη πιο όμορφη και από τα Χριστούγεννα, γιατί έχει αυτή την ανάταση της ανοιξιάτικης εκδρομής. Γιατί υπόσχεται πως σύντομα θα έρθει το καλοκαίρι.

Θυμάμαι λοιπόν ένα Πάσχα στο νησί, που η άνοιξη προσπαθούσε μάταια να διώξει με τις μυρωδιές της τον χειμώνα που ακόμη λυσσομανούσε και να φέρει ένα καλοκαίρι, που η αλήθεια είναι πως έμοιαζε πολύ μακρινό. Είχαμε πάει κουκουλωμένοι στην εκκλησία, φορώντας περισσότερα ρούχα και από τα όσα φοράει κανείς στην αλλαγή του χρόνου. Και είχαμε βάλει στοίχημα, τα παιδιά, ποιο θα καταφέρει να πάει το Αγιο Φως αναμμένο ως το σπίτι. Δεν τα κατάφερε κανένα. Στη διαδρομή, ανάψαμε ξανά και ξανά από συγχωριανούς που επέστρεφαν στα δικά τους σπίτια προσπαθώντας και αυτοί να προφυλάξουν τη φλογίτσα τους, άναψαν και εκείνοι από εμάς...

Τελικά, φτάσαµε στην εξώπορτα με όλα τα κεριά σβησμένα. Κανένας δεν περνούσε για να μας δανείσει λίγη φλόγα. Hττα.  
 
Τότε η γιαγιά που μας συνόδευε έβγαλε από την τσέπη της τον αναπτήρα που είχε πάντα για να ανάβει τις λάμπες πετρελαίου - διότι, ναι, τότε ακόμη άναβε (και) λάμπες πετρελαίου - και άναψε το κερί της προτρέποντάς μας να πάρουμε φωτιά. 
 
«Δεν είναι από την εκκλησία!». 
 
«Φως είναι και αυτό». Ακολούθως σήκωσε το κερί της και σημάδεψε τον σταυρό πάνω από το κατώφλι. Η ίδια διέπραξε μεν την παρασπονδία της ελαφρά τη καρδία (παρότι δεν της έλειπε η θρησκευτική πίστη), εμάς όμως δεν μας είχε αφήσει τις προηγούμενες ημέρες να αγγίξουμε γλυκό και τσουρέκι «προτού αναστήσουμε, γιατί είναι αμαρτία!». 
 
«Αυτό που έκανες εσύ δεν είναι αμαρτία;». 
 
«Αυτό είναι δική μου αμαρτία, οι μεγάλοι κάνουμε πότε-πότε καμιά, τα παιδιά απαγορεύεται».

Πάνε λοιπόν εκείνα τα αμαρτωλά Πάσχα. Πάει, γενικώς, το Πάσχα όπως το ξέραμε. Αλλαξε και αυτή η γιορτή, όπως αλλάζουν όλα. Ακόμα και η σούβλα (αν και εμείς, στην οικογένειά μου, ποτέ δεν ψήναμε), κινείται πλέον με μπαταρία και αυτόματο μηχανισμό. Μπορεί σε μερικά χρόνια να είναι εικονική και το αρνί να είναι ολόγραμμα.  
 
Μόνο η άνοιξη θα συνεχίσει να έρχεται, κάθε χρόνο τέτοιες μέρες. Και τα παιδιά που ζουν πλέον το νεωτερικό τους Πάσχα ως αυτόπτες μάρτυρες των θαυμάτων της νέας εποχής, θα έρθουν καιροί που...
 

ΠΑΣΧΑ - ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ (ΔΕΝ) ΣΒΗΝΟΥΝ: Η Ανάσταση που δεν έγινε

Του ΛΕΥΤΕΡΗ ΚΟΥΣΟΥΛΗ

Συμβαίνει συχνά να ανακαλούμε στην μνήμη μας στιγμές ανεκπλήρωτων επιθυμιών και σχεδίων. Και αυτές επιστρέφουν τόσο δυνατές, όσο περισσότερη φαντασία είχε μέσα της η αρχική σύλληψη. Όσο και να τις γράφεις και να τις ξαναγράφεις, θα διαφεύγει η αρχική δόνηση.

Εκείνη η ιδέα, εκείνη η έμπνευση επανερχόταν σταθερά στην εφηβική παρέα τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας. Ίσως η Άνοιξη, ίσως το περίκλειστο του τόπου, που ήθελε η νεανική ορμή να σπάσει, ίσως το σημείο του ναού, που εκεί στην κορυφογραμμή του Πάρνωνα είχε το προνόμιο να βλέπει δύο θάλασσες. Τον Λακωνικό και το Μυρτώο. Κάθε φορά που βρισκόμαστε στο σημείο, στεκόμαστε με τις ώρες να θαυμάζουμε τους δύο ορίζοντες, τον έναν ανατολικά, τον άλλον δυτικά, διχασμένοι μπροστά στους πολλούς κόσμους, που φανταζόμαστε μακριά.

Εκεί χρόνια, αιώνες ίσως, ο ναός, ο ερειπωμένος ναός, άντεχε στο χρόνο, με τους τοίχους του όρθιους, τα πορτοπαράθυρα ελεύθερα στους ανέμους, τη στέγη πεσμένη στην καρδιά του. Ένας προφήτης Ηλίας. Στολισμένος κάθε άνοιξη, με την πρασινάδα να φουντώνει μέσα του, πάνω στα ερείπια και τις πέτρες. Και τα δέντρα που βρίσκαν φιλοξενία στον ευλογημένο χώρο του να ανεμίζουν από μακριά στα ερείσματα της παλιάς στέγης.

Η ιδέα ήταν τολμηρή. Τη σκεφτόμαστε χρόνια. Διστάζαμε.  

Κάποιος θα έπρεπε να πείσει τον ιερέα, τον παπα- Κυριάκο. Καταλαβαίναμε τις πιθανές αντιρρήσεις του, την εύλογη επιφύλαξή του και είμαστε πια προετοιμασμένοι για την άρνηση, όταν βρήκαμε το θάρρος να το πούμε με μια φωνή: να κάνουμε φέτος ανάσταση στον προφήτη Ηλία. Στην καρδιά του ναού.

Ξαφνιάστηκε ο παπα- Κυριάκος.
Μου ζητάτε να κάνουμε ανάσταση στον ερειπωμένο ναό;  

Με μια φωνή ενθουσιασμένη η παρέα απαντά: γιατί όχι;  

Εκεί, έξω, στον ανοιχτό χώρο, στους δύο ορίζοντες, με τη θέα ανεμπόδιστη, τους αναστάσιμους ψαλμούς να ταξιδεύουν και ο ναός να φωτιστεί ξανά από το ανέσπερο φως. Να κατεβούμε από το βουνό με τις αναμμένες λαμπάδες, να σταθούμε στην μικρή πλατεία του χωριού, όλοι σαν μια κοινότητα σε διάθεση εορταστική και διπλά αναστάσιμη.

Μας είχε ακούσει με προσοχή ο πράος εκείνος ιερέας. Και ήταν φανερό. Ήθελε τόσο πολύ, αυτός που όργωσε την γύρω γη και μίλησε με τον τόπο, να κάνει μια ανάσταση στον ερειπωμένο ναό! Η εικόνα πέρασε μπροστά μας. Όπως τη διαβάσαμε στη σκέψη του. Μια Αγία Τράπεζα στο μέσο του ναού. Στην ανθισμένη άνοιξη, μπροστά στις ορθάνοιχτες πύλες που ακουμπούσαν τα μακρινά πελάγη, τους αναστάσιμους ύμνους να ταξιδεύουν στο χώρο, την παλαιά ζωή του ναού να είναι δίπλα μας σαν ανάσα και σαν μνήμη. Και ο παπα- Κυριάκος μας εξήγησε την κατανοητή άρνησή του να κάνει πράξη αυτή τη φαντασία. 

Σήμερα ο ναός...

 

ΠΑΣΧΑ - ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ: Ο Θεάνθρωπος γίνεται το ίδιο με εμάς και τελικά αντιστρέφει το «ρολόι» της ζωής




Από τον Δημήτρη Ριζούλη


Ο μεγαλύτερος φόβος του ανθρώπου είναι ο θάνατος. Πολλές φορές ανίκητος, σκιάζει όλη τη ζωή μας και απειλεί κάθε βήμα μας. Η φθορά του χρόνου και της ανθρώπινης φύσης επιτείνει τον φόβο και σε πολλές περιπτώσεις οδηγεί σε ακραίες καταστάσεις. Απελπισία, κατάθλιψη, παραίτηση.  
 
Η αλήθεια είναι όμως ότι η φθορά ξεκίνα ταυτόχρονα με τη γέννησή μας. Παρότι θα χρειαστούν κάποια χρόνια ακόμα για να μεγαλώσουμε και να αναπτυχθούμε, ο χρόνος θα έχει ήδη αρχίσει να μετρά αντίστροφα.
 
Το μέγα μυστήριο του θανάτου πάντα τρόμαζε τους ανθρώπους, οι οποίοι προσπαθούσαν με κάποιον τρόπο να τον κατευνάσουν ή να τον... κοροϊδέψουν. Ο Χάρος της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας ήταν ένας τρόπος «εξανθρωπισμού» του θανάτου και στο πέρασμα των αιώνων διατηρήθηκε αυτή η «εικόνα» που έφτασε έως τα δημοτικά μας τραγούδια. Οταν ο άνθρωπος έδωσε πρόσωπο και σχήμα στον θάνατο, θεώρησε ότι μπορεί να τον αντιμετωπίσει καλύτερα. Μάλλον μάταιο...
 
Η φιλοδοξία, ο εγωισμός, η φιλαργυρία και σχεδόν όλα τα πάθη μας έχουν αφετηρία την αντιμετώπιση του θανάτου. Οσο πιο ισχυροί τόσο λιγότερο ευάλωτοι... Αυτό νομίζουμε. Ο πόθος της αθανασίας, ουσιαστικά η ψευδαίσθησή της, ήταν ένα πανάρχαιο ζητούμενο.  
 
Κάποια στιγμή ο άνθρωπος πίστεψε ότι θα νικήσει τον θάνατο μέσω των έργων του που θα ξεπεράσουν τον χρόνο. Βασιλείς και μεγιστάνες έφτιαξαν τεράστια κτίρια και μνημεία για να ζήσουν οι ίδιοι για πάντα, όχι βιολογικά, αλλά μέσω της ανάμνησής τους. Αυτή η διέξοδος που υποκρύπτει βαθύ και προβληματικό ναρκισσισμό μπορεί να φτάσει (και έφτασε στην Ιστορία πολλές φορές) στα όρια της παραφροσύνης. Φυσικά, υπάρχουν κι εκείνοι που με το έργο τους πράγματι «έζησαν» για πάντα, όμως δεν το έκαναν επί τούτου και κυρίως άφησαν εις τους αιώνες των αιώνων πνευματικά και όχι υλικά έργα.

Ακόμα ένας τρόπος αποφυγής του θανάτου είναι η άρνηση. Για παράδειγμα, πολλοί δεν τολμούν να κάνουν ιατρικές εξετάσεις φοβούμενοι για το αποτέλεσμά τους. Τελικά το πιθανότερο είναι να βρεθούν απροετοίμαστοι ενώπιον μιας ενδεχόμενης ασθένειας και να μην προλάβουν να την περιορίσουν. Αρνηση υπάρχει για πολλούς και στη σκέψη του θανάτου. Μεταθέτουν για αργότερα όλες τις σκοτεινές εικόνες που γεννά το μυαλό, λες και ξέρουν ότι πράγματι θα πεθάνουν... αργότερα και όχι αύριο!

Η αλήθεια είναι μία, αν και σκληρή. Σίγουρα δύσκολα διαχειρίσιμη. Είναι αδύνατον να απαλλαγεί κανείς από την ενασχόληση με τον θάνατο και όσο πιο απεγνωσμένα «ελαφραίνει» τη συζήτηση τόσο πιο πολύ καλεί τη σκιά του θανάτου πάνω του. 
 
Την «απάντηση» στο μυστήριο και το αδιέξοδο του θανάτου έδωσαν μόνον οι θρησκείες. Ολες δέχονται τη μετά τον θάνατο συνέχεια με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο. Καμία δεν αποδέχεται τον μηδενισμό της εξαφάνισης. Ακριβώς εκεί συνίσταται και το «δράμα» των αυτοαποκαλούμενων «αθέων». Πιστεύουν σε μια ζωή χωρίς κανένα απολύτως νόημα. Βιώνουν την απόλυτη δυστυχία και το τέλμα του τίποτα! Αντίθετα, όσοι πιστεύουν σε κάποιον θεό, ακόμα κι αν δεν έχουν ανακαλύψει την αλήθεια της Ορθοδοξίας, ζουν με την ελπίδα ότι δεν είναι όλα μάταια και περαστικά. Οτι υπάρχει νόημα στη ζωή μας.

Ο Χριστός  σταυρώνεται και πεθαίνει με σκοπό να αναστηθεί και να νικήσει τον θάνατο. Υπάρχει όμως μια τεράστια διαφορά στον χριστιανισμό σε σχέση με τις άλλες θρησκείες. Ο Χριστός πάσχει, πονάει, κλαίει και φοβάται τον θάνατο όπως κάθε άνθρωπος. «Αγκαλιάζει» το ανθρώπινο άγχος του θανάτου και μας διδάσκει ότι δεν είναι κάτι αφύσικο που πρέπει να κρύβουμε ή να ντρεπόμαστε. Γίνεται δηλαδή το ίδιο με εμάς και τελικά μας δείχνει τον τρόπο να τον νικήσουμε οριστικά. 
 
Ο θάνατος και η Ανάστασή του, με βάση τα ανθρώπινα όρια, αντιστρέφει το «ρολόι» της ζωής. 
 
Ο π. Δημήτριος Στανιλοάε έλεγε ότι με την Ανάσταση του Χριστού ο χρόνος από το να είναι ροή προς τον θάνατο, κίνηση προς το χωρίς νόημα σκοτάδι, μετατράπηκε σε κίνηση προς την Ανάσταση. 
 
 Αυτή η αντιστροφή της φθοράς...

ΠΑΣΧΑ: "Εξοχική Λαμπρή"

 

 

 ΕΞΟΧΙΚΗ ΛΑΜΠΡΗ
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851 - 1911)


Καλὰ τὸ ἔλεγεν ὁ μπαρμπα-Μηλιός, ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκινδύνευον νὰ μείνουν οἱ ἄνθρωποι οἱ χριστιανοί, οἱ ξωμερίτες*, τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἀλειτούργητοι. Καὶ οὐδέποτε πρόρρησις ἔφθασε τόσον ἐγγὺς νὰ πληρωθῇ, ὅσον αὐτή· διότι δὶς ἐκινδύνευσε νὰ ἐπαληθεύσῃ, ἀλλ᾽ εὐτυχῶς ὁ Θεὸς ἔδωκε καλὴν φώτισιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους καὶ οἱ πτωχοὶ χωρικοί, οἱ γεωργοποιμένες τοῦ μέρους ἐκείνου, ἠξιώθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀκούσωσι τὸν καλὸν λόγον* καὶ νὰ φάγωσι καὶ αὐτοὶ τὸ κόκκινο αὐγό.

Ὅλα αὐτὰ διότι τὸ μὲν ταχύπλουν, αὐτὸ τὸ προκομμένον πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἐκτελεῖ δῆθεν τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ τῶν ἀτυχῶν νήσων καὶ τῆς ἀπέναντι ἀξένου ἀκτῆς, σχεδὸν τακτικῶς δὶς τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ τὶς δύο ἀλλαξοκαιριές, τὸ φθινόπωρον καὶ τὸ ἔαρ, βυθίζεται, καὶ συνήθως χάνεται αὔτανδρον· εἶτα γίνεται νέα δημοπρασία, καὶ εὑρίσκεται τολμητίας τις πτωχὸς κυβερνήτης, ὅστις δὲν σωφρονίζεται ἀπὸ τὸ πάθημα τοῦ προκατόχου του, ἀναλαμβάνων ἑκάστοτε τὸ κινδυνωδέστατον ἔργον· καὶ τὴν φορὰν ταύτην, τὸ ταχύπλουν, λήγοντος τοῦ Μαρτίου, τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ τοῦ χειμῶνος γενομένου, εἶχε βυθισθῆ· ὁ δὲ παπα-Βαγγέλης, ὁ ἐφημέριος ἅμα καὶ ἡγούμενος καὶ μόνος ἀδελφὸς τοῦ μονυδρίου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἔχων κατ᾽ εὔνοιαν τοῦ ἐπισκόπου καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐξάρχου καὶ πνευματικοῦ τῶν ἀπέναντι χωρίων, καίτοι γέρων ἤδη, ἔπλεε τετράκις τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ πᾶσαν τεσσαρακοστήν, εἰς τὰς ἀντικρὺ ἐκτεινομένας ἀκτάς, ὅπως ἐξομολογήσῃ καὶ καταρτίσῃ πνευματικῶς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους δουλοπαροίκους, τοὺς «κουκκουβίνους ἢ κουκκοσκιάχτες»*, ὅπως τοὺς ὠνόμαζον, σπεύδων, κατὰ τὴν Μ. Τεσσαρακοστήν, νὰ ἐπιστρέψῃ ἐγκαίρως εἰς τὴν μονήν του ὅπως ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα· ἀλλὰ κατ᾽ ἐκεῖνο τὸ ἔτος, τὸ ταχύπλουν εἶχε βυθισθῆ, ὡς εἴπομεν, ἡ συγκοινωνία ἐκόπη ἐπί τινας ἡμέρας, καὶ οὕτως ὁ παπα-Βαγγέλης ἔμεινεν ἀκουσίως, ἠναγκασμένος νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα πέραν τῆς πολυκυμάντου καὶ βορειοπλήκτου θαλάσσης, τὸ δὲ μικρὸν ποίμνιόν του, οἱ γείτονες τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου, οἱ χωρικοὶ τῶν Καλυβιῶν, ἐκινδύνευον νὰ μείνωσιν ἀλειτούργητοι.

Τινὲς εἶπον γνώμην νὰ παραλάβωσι τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα των καὶ νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν πολίχνην, ὅπως ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν καὶ λειτουργηθῶσιν· ἀλλ᾽ ὁ μπαρμπα-Μηλιός, ὅστις ἔκαμνε τὸν προεστὸν εἰς τὰ Καλύβια, καὶ ἤθελε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα ὅπως αὐτὸς ἐνόει, ὁ Φταμηνίτης, ὅστις δὲν ἤθελε νὰ ἐκθέσῃ τὴν γυναῖκά του εἰς τὰ ὄμματα τοῦ πλήθους, καὶ ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης, χωρικὸς ὅστις «τὰ ἤξευρεν ἀπ᾽ ἔξω ὅλα τὰ γράμματα τῆς Λαμπρῆς», ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ν᾽ ἀναγνώσῃ τίποτε «ἀπὸ μέσα», καὶ ἐπεθύμει νὰ ψάλῃ τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε», ― οἱ τρεῖς οὗτοι ἐπέμειναν, καὶ πολλοὶ ἠσπάσθησαν τὴν γνώμην των, ὅτι ἔπρεπεν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ πείσωσιν ἕνα τῶν ἐν τῇ πόλει ἐφημερίων ν᾽ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια νὰ τοὺς λειτουργήσῃ.

Ὁ καταλληλότερος δέ, κατὰ τὴν γνώμην πάντων, ἱερεὺς τῆς πόλεως, ἦτο ὁ παπα-Κυριάκος, ὅστις δὲν ἦτο «ἀπὸ μεγάλο τζάκι», εἶχε μάλιστα καὶ συγγένειαν μέ τινας τῶν ἐξωμεριτῶν, καὶ τοὺς κατεδέχετο. Ἦτο ὀλίγον τσάμης, καθὼς ἔλεγαν. Δὲν ἔτρεφε προλήψεις. Ἠκούετο μάλιστα ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ, ὅτι ὁ ἱερεὺς οὗτος εἶχε καὶ τὴν συνήθειαν «ν᾽ ἀποσώνῃ* τὰ παιδιὰ» εἰς τοὺς κόλπους τῶν μητέρων, τῶν ἐνοριτισσῶν του. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἔλεγον οἱ ἀστεῖοι ἢ οἱ φθονεροί, καὶ μόνον οἱ ἀνόητοι τὸ ἐπίστευον. Ὁ ἐφημέριος οὗτος, ὡς οἱ πλεῖστοι τοῦ γνησίου ἑλληνικοῦ κλήρου, πλὴν μικροῦ ἐλευθεριασμοῦ, ἦτο κατὰ τὰ ἄλλα ἄμεμπτος.

Τοῦτο ναί, ἀληθεύει, ἀλλ᾽ οἱ ἔγγαμοι ἱερεῖς, πενόμενοι καὶ δυσπραγοῦντες, ἐπιτακτικὴν ἔχοντες ἀνάγκην νὰ θρέψωσι τὰ τέκνα των, φαίνονται ὡς πλεονέκται, καὶ καταντῶσι νὰ μὴ τρέφωσι πλέον ἐμπιστοσύνην οὐδ᾽ εἰς αὐτοὺς τοὺς συλλειτουργούς των. Τοῦτο ἔπασχε καὶ ὁ παπα-Κυριάκος, ὅστις ἐπεθύμει μὲν νὰ ὑπάγῃ νὰ κάμῃ Ἀνάστασιν εἰς τοὺς χωρικούς, διότι ἦτο ἀνοιχτόκαρδος καὶ ἤθελε νὰ χαρῇ καὶ αὐτὸς ὀλίγην Ἀνάστασιν καὶ ὀλίγην ἄνοιξιν, ἀλλ᾽ ἐδυσπίστει εἰς τὸν συνεφημέριόν του, καὶ ἔπειτα δὲν ἤθελε νὰ ἀφήσῃ τὴν ἐνορίαν μὲ ἕνα μόνον ἱερέα τοιαύτην ἡμέραν. Ἀλλ᾽ αὐτὸς ὁ παπα-Θεοδωρὴς ὁ Σφοντύλας, ὁ συνεφημέριός του, τὸν παρεκίνησε νὰ ὑπάγῃ, εἰπὼν ὅτι καλὸν ἦτο νὰ μὴ χάσωσι καὶ τὸ εἰσόδημα τῶν Καλυβιῶν, αἰνιττόμενος ὅτι τά τε ἐκ τοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ ἔσοδα καὶ τὰ τῆς ἐξοχικῆς παροικίας, ἀμφότερα ἐξ ἴσου θὰ τὰ ἐμοιράζοντο.

Τοῦτο δὲν ἔπεισε τὸν παπα-Κυριάκον, τῷ ἐνέπνευσε μάλιστα πλείονας ὑποψίας· ἀλλ᾽ ὅτε ἠρώτησε τὴν γνώμην τοῦ συλλειτουργοῦ του, ἦτο ἤδη κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα ἀποφασισμένος νὰ ὑπάγῃ· ἔπειτα ὑπεχρέωσε τὸν υἱόν του Ζάχον, μορφάζοντα καὶ μεμψιμοιροῦντα, νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῷ κατάσκοπος εἰς τὸ ἱερὸν βῆμα, νὰ παραλάβῃ τὸ μερίδιον τῶν προσφορῶν καὶ συλλειτουργικῶν, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὅτε θὰ ἀνέτελλεν ἤδη ἡ ἡμέρα, ν᾽ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια παρ᾽ αὐτῷ.

*  *  *

Ἡ Πούλια ἦτο ἤδη ὑψηλά, «τέσσαρες ὧρες νὰ φέξῃ», καὶ ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης, ἀφοῦ ἐξύπνισε τὸν ἱερέα, κατασκευάσας πρόχειρον σήμαντρον ἐκ στερεοῦ ξύλου καρυᾶς καὶ πλῆκτρον, περιήρχετο τὰ Καλύβια θορυβωδῶς κρούων ὅπως ἐξεγείρῃ τοὺς χωρικούς.

Εἰσῆλθον εἰς τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγ. Δημητρίου. Εἷς μετὰ τὸν ἄλλον προσήρχοντο οἱ χωρικοὶ μὲ τὰς χωρικάς των καὶ μὲ τὰ καλά των ἐνδύματα.

Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητόν.

Ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ τὰ λέγῃ ὅλα ἀπ᾽ ἔξω, τὴν προκαταρκτικὴν προσευχὴν καὶ τὸν Κανόνα, τὸ Κύματι θαλάσσης.


Ὁ παπα-Κυριάκος προέκυψεν εἰς τὰ βημόθυρα, ψάλλων τὸ Δεῦτε λάβετε φῶς.

Ἤναψαν τὰς λαμπάδας κ᾽ ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὸ ὕπαιθρον ν᾽ ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν. Γλυκεῖαν καὶ κατανυκτικὴν Ἀνάστασιν ἐν μέσῳ τῶν ἀνθούντων δένδρων, 〈τῶν〉 ὑπὸ ἐλαφρᾶς αὔρας σειομένων εὐωδῶν θάμνων, καὶ τῶν λευκῶν ἀνθέων τῆς ἀγραμπελιᾶς, «neige odorante du printemps»*.

Ψαλέντος τοῦ Χριστὸς ἀνέστη, εἰσῆλθον πάντες εἰς τὸν ναόν. Θὰ ἦσαν τὸ πολὺ ἑβδομήκοντα ἄνθρωποι, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παῖδες.

Ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸν Κανόνα τοῦ Πάσχα, ὁ δὲ ἱερεύς, ἅμα ἀντιψάλλων αὐτῷ ἐξ ἀνάγκης ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ βήματος, ἡτοιμάζετο «νὰ πάρῃ καιρόν»*, καὶ ἀφοῦ τελέσῃ τὸν ἀσπασμόν, νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν λειτουργίαν.

Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, εἰσῆλθεν ἢ μᾶλλον εἰσώρμησεν εἰς τὸ ναΐδιον, ἀκολουθούμενος ὑπὸ δύο ἄλλων ὁμηλίκων του, δωδεκαέτης περίπου παῖς, ὑψηλὸς ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν του, ἀσθμαίνων καὶ ἐν ἐξάψει. Ἦτο ὁ Ζάχος, ὁ υἱὸς τοῦ παπα-Κυριάκου.

Εἰσέβαλε πνευστιῶν εἰς τὸ ἱερὸν βῆμα καὶ ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ πρὸς τὸν ἱερέα
. Ἡ φωνή του ἠκούετο ἀπὸ τοῦ χοροῦ, ἀλλ᾽ αἱ λέξεις δὲν διεκρίνοντο.

Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ἐν τούτοις·

―  Παπά, παπά!…

(Τὰ παπαδόπουλα ἐκάλουν συνήθως παπὰ τὸν πατέρα των.)

―  Παπά, παπά!… ὁ παπα-Σφοντύλας… ἀπ᾽ τὴν ὀξώπορτα… τὶς λειτουργιές… ἀπ᾽ τ᾽ ἁι-βῆμα ἡ πεθερά του… κ᾽ ἡ παπαδιά… κουβαλοῦν… ἀπ᾽ τὴν ὀξώπορτα… τὶς λειτουργιές… τοὺς εἶδα… ἀπ᾽ τὴν ὀξώπορτα… τὶς λειτουργιές… ἀπ᾽ τ᾽ ἁι-βῆμα… κ᾽ ἡ πεθερά του… κ᾽ ἡ παπαδιά…

Μόνος ὁ παπα-Κυριάκος ἦτο ἱκανὸς νὰ βγάλῃ νόημα ἀπὸ τὰ ἀσυνάρτητα ταῦτα καὶ ἀσθματικὰ τοῦ υἱοῦ του. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐξήγησε τὰ λεγόμενα· «Ὁ παπα-Θοδωρὴς ὁ Σφοντύλας, ὁ σύντροφός του εἰς τὴν ἐνορίαν, ἔκλεπτε τὰς προσφοράς, μεταβιβάζων αὐτὰς διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἱεροῦ βήματος εἰς χεῖρας τῆς συζύγου καὶ τῆς πενθερᾶς του».

Ἴσως τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο τόσον ἀληθές, ὅσον ὁ Ζάχος ἤθελε νὰ τὸ παραστήσῃ. Διότι οὗτος, ἀγαπῶν ὡς ὅλοι οἱ νέοι τὴν ἐξοχὴν καὶ τὴν διασκέδασιν, μετὰ δυσκολίας εἶχεν ὑπακούσει εἰς τὸ πατρικὸν κέλευσμα, ὅπως μείνῃ εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἀφορμὴν θὰ ἐζήτει διὰ νὰ τὸ στρίψῃ καὶ μεταβῇ εἰς νυκτερινὴν ἐκδρομὴν εἰς τὰ Καλύβια, ἀφοῦ μάλιστα εὐκόλως εὕρισκε συνοδοιπόρους ὁμήλικας.

Ἀλλ᾽ ὁ παπα-Κυριάκος δὲν ἐσυλλογίσθη τίποτε. Ἐξήφθη ἀμέσως, ἠγανάκτησε, δὲν ἐκρατήθη. Ἥμαρτεν. Ἀντὶ δὲ νὰ καταφέρῃ σφοδρὸν ράπισμα κατὰ τῆς παρειᾶς τοῦ υἱοῦ του, καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἥσυχος τὸ καθῆκον του… ἀπέβαλεν εὐθὺς τὸ ἐπιτραχήλιον, ἐξεδύθη τὸ φαιλόνιον, καὶ διασχίσας τὸν ναὸν ἐξῆλθεν, ἀποφεύγων τὸ βλέμμα τῆς πρεσβυτέρας του, ἥτις τὸν ἔβλεπεν ἔντρομος.

Ἀλλ᾽ ὁ μπαρμπα-Μηλιὸς κάτι ὑπώπτευσεν ἐκ τῶν κινημάτων τούτων, καὶ ἐξῆλθε κατόπιν του.

Εἰς πεντήκοντα δὲ βημάτων ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ ναοῦ, μεταξὺ τριῶν δένδρων καὶ δύο φρακτῶν, ὁ ἑπόμενος διάλογος συνήφθη·

―  Παπά, παπά, ποῦ πᾷς;

―  Θὰ ᾽ρθῶ βλογημένε, τώρα, ἀμέσως πίσω.


Δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι εἶχεν ἀπόφασιν νὰ καταβῇ εἰς τὴν πόλιν καὶ ζητήσῃ λόγον διὰ τὴν κλοπὴν ἀπὸ τὸν συνεφημέριόν του! Εἰς τὸ βάθος δὲ τῆς συνειδήσεώς του ἔλεγεν ὅτι εἶχε καιρὸν νὰ ἐπιστρέψῃ πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου, καὶ τελέσῃ τὴν λειτουργίαν.

―  Ποῦ πᾷς; ἐπέμενεν ὁ μπαρμπα-Μηλιός.

―῍Ας διαβάζῃ ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, κ᾽ ἔφθασα.


Ἐλησμόνει ὅτι ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης δὲν ἠδύνατο ν᾽ ἀναγνώσῃ ἄλλα ἢ ὅσα ἀπὸ στήθους ἐγνώριζεν.

― Ἀφήνω καὶ τὴν παπαδιά μου, ἐδῶ, βλογημένε, ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Κυριάκος, ἀμηχανῶν τί νὰ εἴπῃ· σᾶς ἀφήνω τὴν παπαδιά μου!

Καὶ λέγων ἔτρεχεν.

Ὁ μπαρμπα-Μηλιὸς ἐπανῆλθε κατηφὴς ἐντὸς τοῦ ναοῦ.

―  Καλὰ τὸ ἔλεγα ἐγώ, ἐψιθύρισε.

*  *  *

Μεγίστη ἀπορία ἐπεκράτει ἐν τῷ παρεκκλησίῳ. Οἱ χωρικοὶ ἐκοίταζον ἐρωτηματικῶς ἀλλήλους. Ψιθυρισμοὶ ἠκούοντο.

Αἱ γυναῖκες ἠρώτων τὴν παπαδιὰ νὰ εἴπῃ αὐταῖς τί τρέχει· ἀλλ᾽ αὕτη ἦτο ἡ ὀλιγώτερον πάντων τῶν ἄλλων γνωρίζουσα.

Ἐν τούτοις ὁ ἱερεὺς ἔτρεχεν, ἔτρεχεν. Ὁ ψυχρὸς ἀὴρ ἐδρόσισεν ὀλίγον τὸ μέτωπόν του.

―  Καὶ πῶς νὰ θρέψω ἐγὼ τόσα παιδιά, ἔλεγεν, ὀκτώ, μὲ συμπάθειο, κ᾽ ἡ παπαδιὰ ἐννιά, κ᾽ ἐγὼ δέκα! Ὁ ἕνας νὰ σὲ κλέφτῃ ἀπ᾽ ἐδῶ, κι ὁ ἄλλος ἀπ᾽ ἐκεῖ!…

Πεντακόσια βήματα ἀπὸ τοῦ ναοῦ, ὁ δρόμος ἐκατηφόριζε, καὶ κατήρχετό τις εἰς ὡραίαν κοιλάδα. Εἷς νερόμυλος εὑρίσκετο ἐπὶ τῆς κλιτύος ἐκείνης, παρὰ τὴν ὁδόν.

Ἀκούσας ὁ ἱερεὺς τὸν ἡδὺν μορμυρισμὸν τοῦ ρύακος, αἰσθανθεὶς ἐπὶ τοῦ προσώπου του τὴν δρόσον, ἐλησμόνησεν ὅτι εἶχε νὰ λειτουργήσῃ (πῶς καὶ ποῦ νὰ λειτουργήσῃ;) καὶ ἔκυψε νὰ πίῃ ὕδωρ. Ἀλλὰ τὸ χεῖλός του δὲν εἶχε βραχῆ ἀκόμη, καὶ αἴφνης ἐνθυμήθη, ἀνένηψεν.

―Ἐγὼ ἔχω νὰ λειτουργήσω, εἶπε, καὶ πίνω νερό;…

Καὶ δὲν ἔπιε.

Τότε ἦλθεν εἰς αἴσθησιν.

―  Τί κάμνω ἐγώ, εἶπε, ποῦ πάω;

Καὶ ποιήσας τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ·

―Ἥμαρτον, Κύριε, εἶπεν, ἥμαρτον! μὴ μὲ συνερισθῇς.


Ἐπανέλαβε δέ:

―Ἐὰν ἐκεῖνος ἔκλεψεν, ὁ Θεὸς ἂς τὸν… συγχωρήσῃ… κ᾽ ἐκεῖνον κ᾽ ἐμέ. Ἐγὼ πρέπει νὰ κάμω τὸ χρέος μου.


ᾘσθάνθη δάκρυ βρέχον τὴν παρειάν του.

―Ὦ Κύριε, εἶπεν ὁλοψύχως, ἥμαρτον, ἥμαρτον! Σὺ παρεδόθης διὰ τὰς ἁμαρτίας μας, καὶ ἡμεῖς σὲ σταυρώνομεν κάθε μέρα.

Καὶ ἐστράφη πρὸς τὸν ἀνήφορον, σπεύδων νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρεκκλήσιον, ὅπως λειτουργήσῃ.

―  Καὶ ἤθελα νὰ πιῶ καὶ νερό, εἶπε, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λειτουργήσω. Ἀλλὰ πῶς νὰ κάμω; Δὲν πρέπει νὰ μεταλάβω! Θὰ λειτουργήσω χωρὶς μετάληψιν, δὲν εἶμαι ἄξιος!… «Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος!…» Ἐγὼ ἄξιος δὲν εἶμαι!

Καὶ...

 

ΠΑΣΧΑ - ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ: O συγχωρεμένος Χ. Γιανναράς μιλά για το Πάσχα και την ορθόδοξη πίστη

 

ΠΑΣΧΑ - ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ: Μια Ανάσταση σχεδόν σιωπηλή

 Του Παναγιώτη Λιάκου

Ονειροφαντασία μπορεί να χαρακτηριστεί, φρούδα ελπίδα και εκ προοιμίου ματαιωμένη ευχή, αλλά πάντοτε στριφογυρνά η ιδέα σε διαφόρους: πώς θα ήταν αν οι οικογένειες (στην Ελλάδα τουλάχιστον, ας μην έχουμε παγκόσμιες βλέψεις) εστίαζαν το ενδιαφέρον τους στην ουσιαστική διάσταση των ημερών;  

Να συζητήσουν γονείς, παιδιά και λοιποί συγγενείς για τα Πάθη του Κυρίου, για το νόημα των ευαγγελίων, των επιστολών, των ύμνων και γενικότερα των κειμένων που ακούμε να ψάλλονται ή να απαγγέλλονται στους ιερούς ναούς.  

Να μπει στο θολό παρασκήνιο η μέριμνα για το αρνί, για τη γαρδούμπα, για τα εντόσθια και τους τρόπους που θα μαγειρευτούν. 

Να νηστεύσουν οι χριστιανοί την αμαρτία και να απέχουν από το αγαπημένο «σπορ» μικρών και μεγάλων: την κακολογία.

Οι άνθρωποι που συρρέουν στις εκκλησιές και στα παρεκκλήσια να είναι σιωπηλοί, να μη μιλάνε στα κινητά τηλέφωνα, να δίνουν βάση σε όσα ακούνε, να σέβονται τον χώρο και τους πλησίον τους. Οι εφημέριοι των ναών να μη στήσουν μεγαφωνικές εγκαταστάσεις για να ακούγονται εκκωφαντικά η λειτουργία και το κήρυγμά τους, αλλά να στηριχτούν στη δική τους φωνή, χωρίς παραμορφωμένη ηλεκτρική υποβοήθηση.

Την ώρα της Ανάστασης να μην ταράξουν τον αιθέρα οι κρότοι από τα βαρελότα αφιονισμένων πανηγυρτζήδων, που πάνε στη λειτουργία για να τρομάξουν τους άλλους και να «γιορτάσουν» κάνοντας κούφια επίδειξη της «ανδρείας» τους, αλλά να δονήσει τον αέρα ο ήχος από τις καμπάνες και το «Χριστός Ανέστη» των πιστών.

Και, για φαντάσου, μόλις ειπωθεί αυτό το πολυπόθητο «Χριστός Ανέστη» να μην έφευγαν οι περισσότεροι για να πάνε να φάνε του σκασμού, αλλά να έμεναν σε ολόκληρη την αναστάσιμη ακολουθία για να ακούσουν αυτό που ψάλλεται στη συνέχεια:
«Ἀναστήτω ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν».

Δεν είναι ανατριχιαστικά ειρωνικό να...