"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΒΑΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΒΑΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΝουΔο-γαλαζαίικα ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Γιατί πήρε φωτιά το μέτωπο Μητσοτάκη – Σαμαρά

Του ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΩΒΑΙΟΥ

Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η εκδήλωση ανησυχίας του Αντώνη Σαμαρά για τη συμφωνία με την Chevron αιφνιδίασε
. Και για το γεγονός ότι ο πρώην Πρωθυπουργός, από τη δική του οπτική γωνιά, θέλησε να αναδείξει κάποια σημεία, τα οποία κανείς άλλος δεν επισήμανε, αλλά και επειδή θα ανέμενε κανείς ότι στην παρούσα συγκυρία, μία συμφωνία μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης και Chevron, υπό την «ομπρέλα» του Ντόναλντ Τραμπ, δεν θα έδινε αφορμή για τέτοια σχόλια στον πρώην Πρωθυπουργό. 

Οσο και αν αιφνιδίασε η δήλωση Σαμαρά, ακόμη περισσότερο αιφνιδίασε η συνέχεια και τα όσα ακολούθησαν, έκαναν την ατμόσφαιρα να μυρίζει μπαρούτι. 

Αρχικά ήρθε η ημι-επίσημη, οξεία και απαξιωτική διαρροή του Μεγάρου Μαξίμου, που χαρακτήριζε τα λεγόμενα Σαμαρά «συνήθεις εκτός πραγματικότητας τοποθετήσεις».  

Το σχόλιο ήταν ασυνήθιστα σκληρό και έδειξε μία αλλαγή τακτικής. Εως και πρόσφατα η κυβέρνηση ή το Μαξίμου ακολουθούσαν την γραμμή «δεν σχολιάζουμε δηλώσεις πρώην Πρωθυπουργών» – ειδικά αν αυτοί προέρχονται από τη ΝΔ, θα μπορούσε να συμπληρώσει κανείς. Τώρα αυτή η τακτική εγκαταλείπεται και η κυβέρνηση αντεπιτίθεται με σφοδρότητα. 

Αυτό επιβεβαιώθηκε την Πέμπτη (26/2), με την ακόμη πιο ασυνήθιστη και πιο σκληρή απάντηση του ίδιου του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος κατά την έναρξη της συνεδρίασης του υπουργικού συμβουλίου επιτέθηκε με χαρακτηρισμούς στον πρώην Πρωθυπουργό (και όσους άλλους συντάσσονται με εκείνον). 

Αν μη τι άλλο, η επιλογή αυτή της σφοδρής σύγκρουσης εκ μέρους της κυβέρνησης, δεν είναι τυχαία. Είναι αποτέλεσμα σκέψης – λογικά και κάποιας σύσκεψης – και συμβαίνει για συγκεκριμένους λόγους. Θα μπορούσε η απάντηση στον Αντώνη Σαμαρά να έχει περιοριστεί στα επί της ουσίας, να μην έχει προχωρήσει στα περαιτέρω και να είναι διατυπωμένη σε διαφορετικό ύφος. Είναι όμως σαφές ότι στο Μέγαρο Μαξίμου θεώρησαν ότι κάτι τέτοιο δεν θα αρκούσε και ότι θα πρέπει όχι απλώς να είναι πολύ πιο σκληρές οι διατυπώσεις, αλλά ενδεχομένως και να δοθεί το σύνθημα για μία συνολική αντεπίθεση, κατ’ αρχάς εναντίον του πρώην Πρωθυπουργού και εν συνεχεία συνολικά εναντίον του εκ δεξιών αντικυβερνητικού μετώπου.  

Κατά μία εκδοχή αυτό περιλαμβάνει και κορυφαία στελέχη, τα οποία τον τελευταίο καιρό έχουν εκδηλώσει άλλου τύπου (δημοσκοπικές, μεταξύ άλλων) ανησυχίες και αμφισβητούν με δικούς τους τρόπους τις κεντρικές επιλογές. 

Ο λόγος για τον οποίο συμβαίνουν αυτά και με τέτοια ένταση είναι πολλαπλός. Οσο πλησιάζουν οι εκλογές, στο στενό επιτελείο του Κυριάκου Μητσοτάκη έχουν αντιληφθεί ότι ο εκ δεξιών «κίνδυνος» είναι υπαρκτός. Κάθε ενδεχόμενη εκλογική απώλεια, είναι κρίσιμη. Και γνωρίζουν πλέον, ότι σε συγκεκριμένους «μιντιακούς» χώρους καλλιεργείται καθημερινώς ένα κλίμα δυσπιστίας, αμφισβήτησης ή και μία απόπειρα συνολικής αποδόμησης της κυβέρνησης, που απευθύνεται σε ένα δύσθυμο και απογοητευμένο ακροατήριο, κυρίως λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει και βρίσκει εύκολα διέξοδο σε φωνές και σχήματα που επιχειρούν να «ροκανίσουν» την κυβέρνηση. Αυτό το ακροατήριο ή το τμήμα του εκείνο που ψηφίζει Δεξιά, είναι ένα δυνάμει εκλογικό κοινό του Αντώνη Σαμαρά, σε περίπτωση που ο πρώην Πρωθυπουργός σχηματίσει τελικά κόμμα και πάντως είναι πρόθυμο να ακούσει τον πρώην Πρωθυπουργό. 

Αυτός εκτιμάται ότι είναι και ο λόγος για τον οποίο η κυβέρνηση αντέδρασε, σε αυτή τη φάση της αντιπαράθεσης με τον πρώην Πρωθυπουργό, με τόσο έντονο τρόπο. Από τη στιγμή που εγκαινιάστηκε όμως αυτή η τακτική, μπορεί κανείς βάσιμα να υποστηρίξει ότι...

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΑΓΡΟΤΟ-ΚΗΦΗΝΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Καλώς ήρθαν τα τρακτέρ!

 Toυ ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΩΒΑΙΟΥ

Επειτα από διαδοχικές συναντήσεις του Πρωθυπουργού με τους αγροτοσυνδικαλιστές, αφότου οι κινητοποιήσεις τους ταλαιπώρησαν μία ολόκληρη χώρα επί έναν και πλέον μήνα, παρόλο που η κυβέρνηση υποχώρησε μέχρι εκεί που επέτρεπαν τα πολιτικά και δημοσιονομικά της περιθώρια, τα τρακτέρ  «εισβάλουν» στην Αθήνα για να καταλάβουν την Πλατεία Συντάγματος την Παρασκευή. 

Το κράτος, δηλαδή η κυβέρνηση, υποδέχεται την εισβολή έχοντας υψώσει λευκή σημαία.  

Σε μία επιβεβαίωση του ότι όποιος θέλει κάνει ό,τι θέλει σε αυτήν την χώρα (αρκεί να μην επιβαίνει δίχως εισιτήριο σε ΜΜΜ ή να μην οδηγεί έχοντας πιει δυο μπίρες – εκεί η αυστηρότητα εξαντλείται), η «κινητοποίηση» της 13ης Φεβρουαρίου είναι μία ακόμη ένδειξη της στρεβλής και διαβρωτικής νοοτροπίας της ύστερης Μεταπολίτευσης. 

Σύμφωνα με αυτήν, το κράτος πρέπει να χαϊδεύει τον πολίτη, έστω κι αν την ίδια στιγμή τον περιφρονεί και τον υποτιμά. 

Η κυβέρνηση, ως εκπρόσωπος του κράτους, φυσικά και δεν θέλει να συγκρουστεί. Ποιος θα φανταζόταν να παρεμποδιστούν με οποιονδήποτε τρόπο οι φάλαγγες των τρακτέρ και η επέλασή τους  προς την Αθήνα . 

Αντιθέτως, είναι πιθανόν οι αστυνομικές δυνάμεις να διευκολύνουν κιόλας, να ανοίξουν τους δρόμους (που θα έχουν κλείσει για όλους τους υπόλοιπους) και να μεριμνήσουν μην τυχόν και δεν εξελιχθεί ομαλά η… ανωμαλία.  

Εννοείται ότι όλα αυτά είναι και ο παράδεισος των καναλιών. Τέτοιο υπερθέαμα σε ζωντανή μετάδοση σπάνια προσφέρεται. 

Θα πει κάποιος, τα ίδια συμβαίνουν και στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες. Και εκεί κατέβηκαν τρακτέρ και απέκλεισαν τις πόλεις.  

Η μία απάντηση είναι: ε και; 

Μία άλλη είναι αν έχουν υπόψη τους οι δημοκρατικά υπερευαίσθητοι, με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται μπαχαλοειδείς ενέργειες σε άλλες χώρες, αν θεωρούν ότι στη Γαλλία και το Βέλγιο τα πράγματα είναι αξιοζήλευτα. 

Κακά τα ψέματα, γεγονός είναι ότι οι Αθηναίοι έχουν συνηθίσει το μπάχαλο και την ταλαιπωρία. Και πιθανώς, με αυτή τη μοιρολατρική απάθεια να θεωρούν και τον αποκλεισμό της πόλης από τα τρακτέρ απλώς άλλη μία ενόχληση. Πόσο αναπόφευκτη είναι, μπορεί να συζητηθεί. Είναι πιθανό αυτή η κοινωνική απάθεια να έχει εφοδιάσει και την κυβέρνηση με δικαιολογίες για τη δική της απουσία. «Εντάξει, θα περάσει κι αυτό, πού να ανοίγουμε τώρα μέτωπα», είναι πιθανό να συζητήθηκε μεταξύ κυβερνητικών στελεχών. 

Αυτό που δεν υπολογίζεται όσο θα έπρεπε, είναι όμως το μέτωπο που ενδέχεται να ανοίγει η κυβερνητική αδράνεια με ένα άλλο ακροατήριο. Με εκείνους που αναμένουν κάποια βελτίωση στα αυτονόητα και βλέπουν μόνο επιδείνωση, με εκείνους που δεν ανέχονται πλέον να ακούν εξαγγελίες που είτε μένουν ανεφάρμοστες, είτε είναι αναποτελεσματικές ή με εκείνους που έχουν ψηλά στα κριτήρια πολιτικής αξιολόγησης το πώς και από τι επηρεάζεται η καθημερινότητά τους. 

Εδώ εντοπίζεται η μεγάλη αντίφαση, που θα μένει να φανεί πώς θα επιδράσει πολιτικά: Η κυβέρνηση έχει χάσει ούτως ή άλλως ένα μεγάλο μέρος της εκλογικής της επιρροής στην επαρχία και τώρα δείχνει να μην την απασχολεί ιδιαιτέρως το...

 

ΝουΔο-γαλαζαίικα ΤΡΑΜΠΟΥΚΟΦΟΒΙΚΑ ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Μπορεί η εφαρμογή του νόμου να είναι το «plan B»;

 Toυ ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΩΒΑΙΟΥ

Ιδιαίτερη σημασία ανάμεσα στα πολλά στοιχεία του δημοκρατικού πολιτεύματος έχει η αξιοπιστία και το κύρος – πρωτίστως της εκτελεστικής εξουσίας.
Οταν αυτά λείπουν ή αρχίζουν να φθίνουν, ακολουθεί ο εκφυλισμός, η έκπτωση, η παρακμή.  

Με αφορμή τη διαχείριση των μπλόκων, η κυβέρνηση γίνεται αισθητό ότι πλησιάζει σε ένα σημείο καμπής ως προς αυτά τα δύο στοιχεία. Εχει δώσει όσα μπορεί να δώσει, ίσως και περισσότερα από όσα θα έπρεπε, προσκαλεί σε διάλογο, εισπράττει άρνηση και βρίσκεται πλέον σε θέση παρατηρητή μίας κατάστασης με πολλά στοιχεία σουρεαλισμού. 

 «Σουρεαλιστικό» είναι ένας ευφημισμός όταν ακούει κανείς ότι η κυβέρνηση θα προχωρήσει τώρα σε ένα «plan B», που ερμηνεύεται ως «εφαρμογή του νόμου» και σημαίνει βεβαίωση παραβάσεων του ΚΟΚ και διώξεις σε βάρος όσων παραμένουν στα μπλόκα, για αδικήματα όπως η παρακώλυση συγκοινωνιών, η διατάραξη της ασφάλειας στους δρόμους κ.ά.  

Με έναν άλλο τρόπο, εξίσου σουρεαλιστική και κάπως χαριτωμένη είναι η διαπίστωση (ΣΚΑΪ, 8/1) του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη ότι «παρατράβηξε» η κατάσταση με τα μπλόκα και στο εξής θα εφαρμοστεί ο νόμος. 

Η εφαρμογή του νόμου είναι λοιπόν το «plan B». Κάτι που λογικά σημαίνει ότι το «plan A» είναι η μη εφαρμογή του.  

Ο συνδυασμός είναι ό,τι χειρότερο για μία κυβέρνηση που επαίρεται για τα επιτεύγματά της, την επάρκειά της, την αποτελεσματικότητά της, την αξιοπιστία της. Παρεμπιπτόντως, εδώ και κάποιον καιρό διακηρυγμένη προτεραιότητα της κυβέρνησης είναι η «καθημερινότητα». Ολη η χώρα παρακολουθεί πώς διαχειρίζεται αυτό το κομμάτι της καθημερινότητας τις τελευταίες σχεδόν 40 ημέρες. Με τις παραδοχές της ίδιας της κυβέρνησης, το θέμα πλέον έχει ξεφύγει από τα προβλήματα του αγροτικού τομέα, το αν τα αιτήματα των αγροτών  είναι δίκαια ή όχι ή ακόμη και από την ευρύτερη συζήτηση για το «μέλλον του πρωτογενούς τομέα». 

Το ζήτημα στο εξής είναι αν η κυβέρνηση έχει τον έλεγχο της χώρας και είναι σε θέση να διαφυλάξει τη λειτουργία του κράτους.  

Η ίδια έχει καλλιεργήσει τις σχετικές προσδοκίες, με πομπώδεις εξαγγελίες και ανακοινώσεις, που προς το παρόν αποδεικνύονται λόγια του αέρα. 

Το χειρότερο που μπορεί να συμβεί από εδώ κι έπειτα για την κυβέρνηση, είναι...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΟΤΟ-ΚΗΦΗΝΟ-ΖΗΤΟΥΛΟ-ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ποιος πληρώνει την «γενναιοδωρία» των μπλόκων;

 Toυ ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΩΒΑΙΟΥ

Οπως εξελίσσεται το ζήτημα των μπλόκων, αρχίζει και απομακρύνεται η συζήτηση από τα αιτήματα των αγροτών και το πόσο αυτά είναι δίκαια ή άδικα, λογικά ή παράλογα, ρεαλιστικά ή απλώς εκβιαστικά. Η συζήτηση στρέφεται πλέον στο ποιος κάνει κουμάντο στη χώρα. Ή, ακριβέστερα, στο ποιος έχει την ευθύνη της λειτουργίας του ελληνικού κράτους. 

Η ευθύνη προφανώς είναι της κυβέρνησης και αυτή θα κριθεί από το πώς και πότε θα αποφασίσει να μην θέτει πλέον τον εαυτό της και τη χώρα σε καθεστώς ομηρείας από μία συγκεκριμένη επαγγελματική τάξη. Πριν από αυτό όμως, αποκαλύπτονται ορισμένα άλλα στοιχεία που πιθανώς να αποτελέσουν και τη βάση για μία μεταστροφή της κοινής γνώμης, που στα αόριστα και παραπλανητικά ερωτήματα των δημοσκοπήσεων, εμφανίζεται να στηρίζει τα αιτήματα των αγροτών. 

Αλήθεια, ποια ακριβώς αιτήματα στηρίζει η «κοινή γνώμη»; 

Το να μην μεταφερθεί ο ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, η οποία κατά τα άλλα «ξεσκονίζει» με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο τους απλούς φορολογούμενους, που δεν λαμβάνουν καμία ευρωπαϊκή ενίσχυση; 

Ή μήπως το αίτημα για μείωση της τιμής της κιλοβατώρας στα 7 λεπτά, ενώ οι υπόλοιποι πληρώνουν τα διπλάσια ή και περισσότερα; 

Οσο για το αίτημα διπλασιασμού των συντάξεων και μάλιστα άμεσα, εύκολα κατανοεί κανείς ποιος άλλος, «κανονικός» συνταξιούχος ή εργαζόμενος θα το στήριζε αν γινόταν συγκεκριμένη και όχι αόριστη ερώτηση.  

Σε γενικές γραμμές, αν μελετήσει κανείς έστω και πρόχειρα τα αιτήματα των αγροτών ή των αγροτοσυνδικαλιστών, θα δει ότι ζητούν να είναι εγγυημένα τα πάντα. Εγγυημένο εισόδημα, εγγυημένες τιμές, εγγυημένες αποζημιώσεις, να παγώσουν ή και να διαγραφούν χρέη, να καταργηθεί ο ΦΠΑ και διάφορα άλλα, που όχι απλώς καμία άλλη επαγγελματική τάξη δεν απολαμβάνει, αλλά και ούτε διανοείται να διεκδικήσει. 

Περιττό ή μη, αξίζει να επισημανθεί, ότι τα περισσότερα από τα αιτήματα δεν είναι τζάμπα. Σε μία υποθετική περίπτωση που γίνονταν δεκτά, ό,τι «εγγυημένο» θα απολάμβαναν οι αγρότες, θα το πλήρωναν κάποιοι άλλοι, δηλαδή οι υπόλοιποι πολίτες. 

Αυτό συμβαίνει παρεμπιπτόντως και με τα διόδια, όπου έτσι γενναιόδωρα αφήνουν, λέει, ελεύθερη την διέλευση οι αγροτοσυνδικαλιστές. Υπάρχουν συγκεκριμένες ρήτρες, σύμφωνα με τις οποίες όταν οι δρόμοι κλείνουν δίχως ευθύνη του παραχωρησιούχου, το κόστος – εν προκειμένω τα διαφυγόντα έσοδα από τα διόδια – πληρώνει η κυβέρνηση, δηλαδή το κράτος, δηλαδή οι πολίτες.  

Αυτό και μόνο το κόστος φτάνει στα 2,5 εκατ. ευρώ την ημέρα, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις του υπουργού Υποδομών και Μεταφορών, Χρίστου Δήμα. Οι αποκλεισμοί ξεκίνησαν στις 30 Νοεμβρίου και τα απλά μαθηματικά ανεβάζουν μέχρι στιγμής τον «λογαριασμό» στα 55 εκατ.  

Κατά τα άλλα, οι αγρότες «σηκώνουν τις μπάρες». 

Αν παραμείνει κανείς στη συζήτηση «έχουν δίκιο ή άδικο οι αγρότες», έχει πλέον πολλούς λόγους να υποστηρίξει ότι έχουν άδικο. Και, επίσης, ακόμη και αν κάπου έχουν δίκιο, δεν ενδιαφέρει πλέον και πολλούς, από τη στιγμή που απορρίπτουν τον διάλογο και στην ουσία κάνουν μία πραξικοπηματική επίδειξη αυθαιρεσίας και ασυδοσίας, με ανοχή φυσικά του κράτους. 

Ποια ακριβώς μπορεί να είναι η συνέχεια, ίσως να είναι δύσκολο να προβλεφθεί με ακρίβεια. Ομως είναι πλέον υπαρκτό το ενδεχόμενο να...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΡΓΑΤΟΠΑΤΕΡΟ-ΚΗΦΗΝΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Αυτό που έγινε στο Μετρό ήταν κοινωνικό σαμποτάζ

 




Του ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΩΒΑΙΟΥ

Μπορεί κανείς να υποβαθμίσει ένα γεγονός, όπως ο τραγικός θάνατος ενός ανθρώπου σε ώρα εργασίας;  

Κατηγορηματικά όχι, σε καμία περίπτωση. Αυτό συνέβη το πρωί της Τετάρτης, 26 Νοεμβρίου, στο αμαξοστάσιο της ΣΤΑΣΥ στον Πειραιά. Θα όφειλε να είναι μία από τις σημαντικές ειδήσεις της ημέρας, να γίνουν γνωστά τα αίτια και οι συνθήκες του δυστυχήματος, να γίνει γνωστό τι συνθήκες επικρατούν στον χώρο των συγκοινωνιών, που ούτως ή άλλως είναι μία ανοιχτή πληγή.  

Και όμως δεν συνέβη αυτό. 

Και την ευθύνη δεν φέρουν τα ΜΜΕ. Την φέρουν οι συνδικαλιστές της ΣΤΑΣΥ, που αποφάσισαν ότι σε ένδειξη πένθους – ή διαμαρτυρίας, ή μήπως τιμωρίας της κοινωνίας; – έπρεπε να κατεβάσουν αιφνιδιαστικά, απροειδοποίητα, τα ρολά σε όλα τα μέσα σταθερής τροχιάς, δηλαδή στον ΗΣΑΠ και στις γραμμές 2 και 3 του Μετρό, για έξι ολόκληρες ώρες. Ενώ θα μπορούσαν να κάνουν τη στάση εργασίας την επόμενη ημέρα έχοντας προετοιμάσει τους πολίτες που με το εισιτήριό τους χρηματοδοτούν και αυτοί τους μισθούς των συνδικαλιστών. 

Τι επιπτώσεις είχε αυτή η απόφαση στη ζωή της Αθήνας το γνωρίζουν όσοι το έζησαν και δεν μπορούν καν να το φανταστούν όσοι δεν κινούνταν εκείνες τις ώρες στην πόλη. Δυστυχώς, αυτοί που επηρεάστηκαν από την αιφνιδιαστική στάση εργασίας ήταν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι. Οσοι εκδιώχθηκαν από τους συρμούς του Μετρό και ξεχύθηκαν στους δρόμους αναζητώντας εναλλακτικούς τρόπους μετακίνησης, όσοι στριμώχθηκαν ασφυκτικά στα λεωφορεία και τα τρόλεϊ, όσοι ματαίως αναζητούσαν ταξί, όσοι, Ελληνες και ξένοι, έχασαν τις προγραμματισμένες πτήσεις τους, όσοι δεν είχαν τρόπο να φτάσουν στους προορισμούς τους, όσοι βρίσκονταν στα ΙΧ τους και προσπαθούσαν να κατανοήσουν τι έχει συμβεί. 

Η είδηση μετατράπηκε αυτομάτως σε κάτι άλλο: πώς η Αθήνα μπορεί να φτάσει στα πρόθυρα της αυτανάφλεξης ή της εσωτερικής κατάρρευσης, όταν κάποιος αποφασίζει να κάνει μία τέτοια δολιοφθορά.

Πρόκειται ακριβώς περί αυτού: δολιοφθοράς σε βάρος του συνόλου της κοινωνίας, οριζοντίως, καθέτως και αδιακρίτως.  

Κάποιος αποφάσισε να κλείσει το Μετρό, λες και είναι δικό του «μαγαζί».  

Δεν είναι δικό του και από τη στιγμή που το έκλεισε θα έπρεπε να υπάρχουν επιπτώσεις.  

Δεν υπήρξαν όμως ούτε καν δηλώσεις, ούτε καν μία επίσημη αποδοκιμασία από την οργανωμένη πολιτεία.  

Μετά τον θάνατο του συναδέλφου τους, οι συνδικαλιστές της ΣΤΑΣΥ στράφηκαν κατά του κοινωνικού συνόλου.  

Τελικά, πόσο πιο ασεβής επιλογή μπορούσε να γίνει;  

Είναι αυτές οι εκδηλώσεις εξαιρετικά ενοχλητικά δείγματα μίας σάπιας αντίληψης και νοοτροπίας της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. 

Και την ίδια στιγμή μία ένδειξη του στρεβλού τρόπου με τον οποίο ερμηνεύονται οι έννοιες του «δικαιώματος», της «ελευθερίας» και, εν τέλει, μία υπενθύμιση για κάτι ακόμη: το σημείο όπου τέμνονται οι έννοιες του ολοκληρωτισμού, του αυταρχισμού και του λαϊκισμού.  

Ολα αυτά, ειδικά όταν έχουν κάποιο «αριστερό» πρόσημο, μένουν στην Ελλάδα ατιμώρητα, αφήνονται και εκδηλώνονται ανενόχλητα, ανατροφοδοτούνται και σχηματίζουν θυλάκους (κακώς εννοούμενης) αντίδρασης μέσα στον κοινωνικό ιστό. Και κάπως έτσι, διαμορφώνεται ένα πλαίσιο ασυλίας σε κάθε είδους κοινωνικά σαμποτάζ. Από το πώς κλείνει τους δρόμους όποιος θέλει, όποτε θέλει, πώς αφήνονται ανενόχλητες οι παρελάσεις όλων των συνδικαλιστικών παραφυάδων της κομμουνιστικής Αριστεράς με τα στυλιάρια και πώς, τελικά, όλα αυτά βαφτίζονται «δημοκρατικό δικαίωμα». 

Πρόκειται περί του ακριβώς αντιθέτου. Είναι πολλαπλές εκδηλώσεις ανομίας και βίας σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, που εμπίπτουν μάλιστα σε πολλές κατηγορίες αδικημάτων, για τα οποία προβλέπεται τιμωρία. 

Το ελληνικό κράτος και ένα μεγάλο μέρος του κοινωνικού συνόλου, τα υφίστανται όλα αυτά, με μία νοσηρή παθητικότητα και μία διαβρωτική αδράνεια. Ολοι ενοχλούνται από τους λίγους, όλοι καταπιέζονται, όλοι διαμαρτύρονται, όμως ξεσπούν στον κλειστό τους κύκλο και περίγυρο, πολλές φορές επειδή υπάρχει αυτή η καταπίεση από τις αντιδραστικές μειοψηφίες.  

Το στοιχείο αυτό οδηγεί δυνητικά σε κοινωνική διάβρωση. Αντιστρέφει τους όρους της δημοκρατίας, διαστρεβλώνει τις έννοιες του δικαιώματος και της υποχρέωσης, για την ακρίβεια, τις αποσυνδέει και ακυρώνει τη δεύτερη σε βάρος του πρώτου. 

Πώς αποκαθίσταται η ισορροπία που έχει ανατραπεί; 

Μόνο με ...

 

ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίικα ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Ο Τσίπρας και η τελευταία ευκαιρία του ΠΑΣΟΚ

 

 

Toυ ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΩΒΑΙΟΥ 

Οι δημοσκοπήσεις έχουν αρχίσει να προξενούν πλήξη, αφού παρουσιάζουν εδώ και περίπου ενάμιση χρόνο την ίδια εικόνα. Σταθερά μπροστά η ΝΔ, με την πρόθεση ψήφου κάπου στο 25% και την εκτίμηση αποτελέσματος στη σφαίρα του 30%, σταθερά δεύτερο το ΠΑΣΟΚ, με τα αντίστοιχα ποσοστά στο 11-12% και 13-14% και όλοι οι υπόλοιποι με τις αυξομειώσεις τους να ακολουθούν. Κάποιες μετακινήσεις παρατηρήθηκαν όταν ήταν σε έξαρση το θέμα των Τεμπών, φαίνεται όμως ότι ήταν μάλλον παροδικές μεταβολές, υπέρ του ενός ή του άλλου εκφραστή της εξαλλότητας.  

Υπό αυτές τις συνθήκες, έχει αρχίσει να διατυπώνεται από ορισμένους η εύλογη απορία ως προς τη σκοπιμότητα των δημοσκοπήσεων, από τη στιγμή που δεν υπάρχουν πραγματικά νέα στοιχεία στην πολιτική επικαιρότητα. Αυτά αναμένονται όμως κάποια στιγμή, λογικά με το νέο έτος, αφότου λάβουν τις αποφάσεις τους ο Αλέξης Τσίπρας, ο Αντώνης Σαμαράς και η Μαρία Καρυστιανού, που φέρονται ως επίδοξοι επικεφαλής νέων κομματικών σχηματισμών. Εφόσον αυτά τα σχέδια προχωρήσουν και υλοποιηθούν, όπως και αν, τελικά, ματαιωθούν, θα δώσουν πραγματικό νόημα στις δημοσκοπήσεις και θα δείξουν ποιες είναι οι πραγματικές τάσεις. 

Τι μπορεί κανείς να αναμένει; 

Ο συνδυασμός της παρουσίας ενός κόμματος Τσίπρα και ενός κόμματος Σαμαρά, πιθανολογείται ότι θα ξεκαθαρίσει το τοπίο, σε έναν μεγάλο βαθμό, τουλάχιστον.  

Αν υπάρξει και «κόμμα Καρυστιανού» τα δεδομένα θα αλλάξουν, πιθανώς για όλους.  

Ο μεν πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ λογικά θα συσπειρώσει ένα εκλογικό κοινό της Αριστεράς και θα απορροφήσει απομεινάρια και αποκόμματα του ΣΥΡΙΖΑ, ο δε πρώην πρόεδρος της ΝΔ θα φανεί αν αντλεί οπαδούς από το σώμα της ΝΔ ή από όσους έχουν ήδη στραφεί δεξιότερα. Πάντως η δυναμική ενός «κόμματος Σαμαρά» δεν εμφανίζεται αυτή τη στιγμή ισχυρή, στο βαθμό που κάτι τέτοιο μπορεί να μετρηθεί. Κατά γενική εκτίμηση, η εμφάνιση στο πολιτικό σκηνικό ενός «κόμματος Τσίπρα» είναι ο πιθανός καταλύτης (σε στενή συνάρτηση όμως με ένα ενδεχόμενο «κόμμα Καρυστιανού»). 

Η κυριαρχία του στο χώρο της Αριστεράς προεξοφλείται, όμως το κρίσιμο βρίσκεται αλλού: πόσο και πώς θα επηρεάσει ένα τέτοιο κόμμα το ΠΑΣΟΚ.  

Κατ’ αρχάς, αυτό θα έχει αριθμητική αποτύπωση και θα κριθεί από το αν ο πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, με νέο κομματικό περίβλημα, θα προσελκύσει ψηφοφόρους, οι οποίοι, προφανώς προέρχονταν από το ΠΑΣΟΚ, «μετανάστευσαν» στο ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο 2012-2023, επέστρεψαν στο ΠΑΣΟΚ στη συνέχεια και σήμερα εκτιμάται ότι είναι πιθανό να «ξαναμεταναστεύσουν» αν δουν περισσότερες προοπτικές κάπου αλλού. Με άλλα λόγια και όπως συμφωνούν δημοσκόποι, πολιτικά στελέχη και παρατηρητές, το ζήτημα των επόμενων εβδομάδων και μηνών είναι αν το ΠΑΣΟΚ θα αντέξει στη δεύτερη θέση, έστω και με τη «βελόνα» να μετακινείται ανεπαίσθητα ή αν θα το ξεπεράσει ο Αλέξης Τσίπρας, άμα τη επανεμφανίσει του. 

Ως προς αυτά, υπάρχει και μία άλλη πιθανή επίδραση της πιθανολογούμενης πολιτικής ενεργοποίησης του πρώην Πρωθυπουργού της περιόδου 2015-2019. Αυτή αφορά το ποσοστό των αναποφάσιστων που μετριέται στα επίπεδα του 14-16% και εκτιμάται ότι αποτελείται κατά μείζονα λόγο από μετριοπαθείς κεντρώους, που στις τελευταίες εκλογές είχαν ψηφίσει ΝΔ. Το κρίσιμο θα είναι αν η εμφάνιση ενός «κόμματος Τσίπρα» θα επανασυσπειρώσει αυτά τα κοινά και θα τα επαναφέρει ΝΔ, αν θα οδηγήσει ένα μέρος τους στο ΠΑΣΟΚ (μάλλον απίθανο αφού δεν έχει συμβεί μέχρι στιγμής) ή αν θα επιδράσει λίγο – πολύ ουδέτερα. 

Ολα αυτά τα ενδεχόμενα πολιτικά και δημοσκοπικά σενάρια συνοψίζονται στην κρίσιμη εκκρεμότητα και το ζητούμενο της προσεχούς περιόδου:  

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΙΚΟ: Η δεύτερη βόμβα του ΟΠΕΚΕΠΕ


 Toυ ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΩΒΑΙΟΥ

Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι από μόνο του μια πολιτική βόμβα για την κυβέρνηση
. 

Οι ήδη γνωστές αποκαλύψεις είναι βαριές ως προς τη διαχείριση και τον ρόλο συγκεκριμένων πολιτικών προσώπων, σε διαφόρους κύκλους αρμοδιοτήτων, ενώ συνεχώς αιωρούνται πληροφορίες για νέες αποκαλύψεις και αναφέρονται διάφοροι άτσαλοι χειρισμοί, ακόμη και από στελέχη του στενού περιβάλλοντος του Μεγάρου Μαξίμου.  

Τώρα όμως, τρεις μήνες αφότου ξέσπασε το σκάνδαλο και ενώ έως τις αρχές Νοεμβρίου θα πρέπει να έχει κατατεθεί το νέο σχέδιο για τη λειτουργία του Οργανισμού, η κυβέρνηση βρίσκεται με μια δεύτερη βόμβα στα χέρια.  

Είναι η άτυπη στάση πληρωμής που έχει κηρύξει ο ΟΠΕΚΕΠΕ, με αποτέλεσμα οι οφειλές προς τους αγρότες για τη χρήση του 2024 να πλησιάζουν τα 600 εκατ. ευρώ. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι για τις καθυστερήσεις αυτών των πληρωμών η κυβέρνηση, δηλαδή η Ελλάδα, απειλείται με ένα νέο πρόστιμο από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Πέραν αυτού, πιθανότατα δεν θα δοθεί η προκαταβολή της ενιαίας ενίσχυσης εντός του Οκτωβρίου, όπως ήταν συνηθισμένο έως και πρόσφατα. Σύμφωνα με πληροφορίες, στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης δηλώνεται άγνοια ως προς τον χρόνο αυτών των πληρωμών. 

Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι αν η καθυστέρηση είναι μεγάλη και οι προκαταβολές των ενισχύσεων συν τις οφειλές για το 2024 δεν δοθούν έως το τέλος του χρόνου, τα αγροτικά μπλόκα θα προστεθούν στην ημερήσια διάταξη και ένα νέο κοινωνικό μέτωπο θα ανοίξει, ίσως με πολύ πιο δυναμικό τρόπο σε σχέση με το παρελθόν.  

Πώς αντιμετωπίζει η κυβέρνηση αυτή τη βόμβα που έχει στα χέρια της; 

Οχι με τον δέοντα πανικό.  

Η επιλογή κατάργησης του ΟΠΕΚΕΠΕ και ανάληψης του έργου του από την ΑΑΔΕ έχει προξενήσει τις αναμενόμενες καθυστερήσεις και αρκεί μόνο να παρατηρήσει κανείς τα λόγια του Κωστή Χατζηδάκη για να κατανοήσει ότι το ενδεχόμενο σοβαρής εμπλοκής είναι μεγάλο.  

Προσπαθώντας να δείξει ότι γίνεται ένας «αγώνας δρόμου» για την καταβολή των χρωστουμένων, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης περιέγραψε τη διαδικασία ως εξής (ΑΝΤ1): «Θα γίνουν οι έλεγχοι από την ΑΑΔΕ για τις δηλώσεις των αγροτών με βάση τις προϋποθέσεις που θέτει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για να βεβαιωθεί ότι πράγματι οι αγρότες είναι κάτοχοι της γης τους, ότι οι κτηνοτρόφοι διαθέτουν τα ζώα. Και ακολούθως θα ανακοινωθούν τα χρονοδιαγράμματα, όταν υπάρχει βεβαιότητα και έχουν προχωρήσει οι διασταυρωτικοί έλεγχοι».  

Αφότου γίνουν αυτά, θα ακολουθήσουν τα επόμενα βήματα: 

Κατά προτεραιότητα θα εξεταστούν αποζημιώσεις των τελευταίων μηνών και μέσα σε 10-15 μέρες από σήμερα θα ξεκινήσουν οι πληρωμές, αφού έχουν ολοκληρωθεί οι έλεγχοι. Αυτές οι περιπτώσεις αφορούν αποζημιώσεις για τον Daniel, επιδοτήσεις για τις ζωοτροφές, για την ευλογιά, αλλά και η τελευταία δόση, 30% για τη βιολογική γεωργία, μελισσοκομία και κτηνοτροφία, αφού γίνουν προηγουμένως οι λεγόμενοι διασταυρωτικοί έλεγχοι. 

Στη συνέχεια θα ακολουθήσουν οι ετήσιες επιδοτήσεις, για τις οποίες, σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, έχουν υποβάλει οριστικά δηλώσεις πάνω από 600.000 αγρότες και εκκρεμεί η οριστικοποίηση άλλων 40.000. Περίπου 40.000 από αυτές τις δηλώσεις παρουσιάζουν όμως εκκρεμότητες με το ΑΤΑΚ, τις βεβαιώσεις, δηλαδή, για την περιουσία. Στους δικαιούχους αυτών των δηλώσεων θα σταλεί προσεχώς ειδοποίηση για τις αναγκαίες διορθώσεις, ενώ για περίπου άλλες 25.000 περιπτώσεις στη Βόρεια Ελλάδα, όπου προκύπτουν άλλου είδους περιουσιακά ζητήματα, θα εκδοθούν ειδικές εγκύκλιοι και ανακοινώσεις. 

Καταλαβαίνει κανείς σχετικά εύκολα τι σημαίνουν αυτές οι διαδικασίες και πόσο ρεαλιστική μπορεί να είναι η προσδοκία, ότι οι οφειλές προς τους αγρότες θα τακτοποιηθούν σύντομα. 

Οπως φαίνεται, από τη στιγμή που ξέσπασε το σκάνδαλο, μηχανισμοί και δομές παρέλυσαν, με αποτέλεσμα το σημερινό βραχυκύκλωμα και με ορατό το ενδεχόμενο...

 

ΣΥΡΙΖΑίικα ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Ο Τσίπρας και το παραμύθι του rebranding

 Του ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΩΒΑΙΟΥ

Μεταξύ Μαΐου και Ιουνίου 2023 ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε να τρομοκρατήσει το εκλογικό ακροατήριο και ζητούσε να τον ψηφίσουν ώστε να αποτρέψει την «μονοκρατορία» που επιχειρούσε να εγκαταστήσει ο Μητσοτάκης.
 

Η φοβέρα δεν έπιασε· ο Μητσοτάκης πήρε στις επαναληπτικές εκλογές του Ιουνίου 40,56% (40,79% είχε πάρει τον Μάιο) και ο Τσίπρας έπεσε από το 20,07% στο 17,83%.  

Εκλογοτεχνικά και πολιτικά, αυτό ονομάζεται φιάσκο. Οσο κι αν θέλουν ορισμένοι και πιθανώς και ο ίδιος ο Τσίπρας να το υποβαθμίζουν, με τα επίχειρα αυτού του φιάσκου και των προηγούμενων κατορθωμάτων του θα είναι αντιμέτωπος για πολύ καιρό ακόμη.  

Επειδή η μνήμη στην Ελλάδα είναι κοντή, είναι φανερό ότι ορισμένοι κύκλοι, πολιτικοί και παραπολιτικοί, επιχειρούν αυτήν την περίοδο να σβήσουν το παρελθόν. Το ίδιο φυσικά επιχειρεί και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας και κάπως έτσι γεννιέται το παραμύθι του rebranding – αφού φαίνεται ότι στο περιβάλλον του υπό αναβάπτιση πρώην προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ και πρώην Πρωθυπουργού, προτιμάται η αγγλική jargon. 

Φαίνεται όμως ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο από ό,τι μπορεί να θεωρείται.  

Ο Τσίπρας δεν είναι σήμερα αγαπητός στον ΣΥΡΙΖΑ, αφού μία μερίδα θεωρεί ότι «τους πούλησε», ενώ άλλοι εκτιμούν ότι η παρουσία του και οι παρεμβάσεις του είναι υπονομευτικές για τη σημερινή ηγεσία. Υπονομευτική θεωρήθηκε και η αποχώρησή του πριν από δύο χρόνια (και μετά το φιάσκο των εκλογών), όταν εντέχνως άνοιξε το δρόμο για τον Κασσελάκη και άφησε τους πάντες σύξυλους, επειδή έτσι θα έπαιρνε την εκδίκησή του από την ομάδα Αχτσιόγλου, Χαρίτση, Τσακαλώτου, κ.λπ, που θεωρούσε ότι του στέκονταν εμπόδιο προς τη δόξα. 

Αργότερα επιχείρησε όσο πιο άτσαλα γινόταν, να υπονομεύσει και τον Κασσελάκη λίγο πριν από ένα συνέδριο παρωδία, στο οποίο πάντως ο ουρανοκατέβατος πρόεδρος εξευτέλισε τους πάντες. 

Και στη συνέχεια, όλοι μαζί οι εναπομείναντες στο ΣΥΡΙΖΑ εξευτέλισαν κάθε έννοια δημοκρατίας και κομματικής λειτουργίας, όταν εκπαραθύρωσαν τον Κασσελάκη, που ήταν εκλεγμένος πρόεδρος και έβγαλαν στη θέση του τον Φάμελλο. 

Οι υπενθυμίσεις είναι χρήσιμες ώστε να υπάρχει συναίσθηση για τι ακριβώς μιλάμε. Και υπό αυτό το πρίσμα, η συζήτηση εισέρχεται στο πεδίο του σουρεαλισμού. 

 Εχει πράγματι σουρεαλιστική διάσταση το να οργανώνει ο Τσίπρας εκδηλώσεις και παρεμβάσεις με αντικείμενο την οικονομία. Θα τον ακολουθεί πάντα ότι κόντεψε να την διαλύσει και ότι είχε στήσει κάποια εκατομμύρια Ελληνες στις ουρές των τραπεζών να σηκώνουν 60ευρα. 

 Ακόμη πιο σουρεαλιστικό είναι να οργανώνονται άλλες εκδηλώσεις, στις οποίες ο Τσίπρας να μιλάει για το Κράτος Δικαίου. Θα τον ακολουθεί πάντα η φράση για τους «αρμούς της εξουσίας», η προσπάθεια του στησίματος του διαγωνισμού για τα κανάλια, το «παραϋπουργείο Δικαιοσύνης που είχε στηθεί στο Μαξίμου» (Στ. Κοντονής, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης), η σκευωρία-φιάσκο της Novartis, ο διορισμός της πρώην προέδρου του Αρείου Πάγου σε θέση προσωπικού συμβούλου αμέσως μετά από την αφυπηρέτησή της και πόσα άλλα. 

Με αυτά, τα γνωστά, ο Αλέξης Τσίπρας έχει κατορθώσει σήμερα να μην συγκινεί όχι μόνο εκείνους που δεν συγκινούσε ποτέ, αλλά ακόμη και έναν κρίσιμο πυρήνα του κόσμου της Αριστεράς. Μπορεί αυτό να έχει πολλούς και διαφορετικούς λόγους για την μία ή την άλλη ομάδα, όμως είναι μία πραγματικότητα. Και αυτό εκδηλώνεται και στις δημοσκοπήσεις που είτε ο ίδιος ο πρώην  Πρωθυπουργός παραγγέλνει, είτε άλλοι για λογαριασμό του. Σε καμία από τις μετρήσεις των τελευταίων εβδομάδων και ημερών δεν φαίνεται να υπάρχει ζήτηση για το «προϊόν» Τσίπρας· το οποίο από την άλλη πλευρά δεν έχει ούτε περιεχόμενο, ούτε και ελκυστική συσκευασία και περιτύλιγμα. 

Το επόμενο βήμα του Αλέξη Τσίπρα λέγεται ότι θα είναι ένα βιβλίο για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Προμηνύεται αποκαλυπτικό, όμως δεν θα πρέπει να αναμένεται πριν από το 2026. Οι επιφυλάξεις για το τι ακριβώς θα αποκαλύπτει είναι δικαιολογημένες. Παρά ταύτα, οι Πρέσπες θεωρούνται από μία μερίδα πολιτικών στελεχών και αναλυτών ένα από τα επιτεύγματα του πρώην Πρωθυπουργού – ή και το μοναδικό. Οταν φτάνει κανείς σε αυτό το σημείο, η συζήτηση μπορεί να εκτραπεί ή να γίνει ατέρμονη, είτε για τα ελλείμματα της συμφωνίας, είτε για το πώς αποδεικνύεται προβληματική στην εφαρμογή της, είτε για το ίδιο το γεγονός ότι οι ίδιοι οι Βορειομακεδόνες σήμερα κάνουν ότι «δεν είδαν, δεν γνωρίζουν».  

Δεν πρέπει όμως να αγνοείται μία λεπτομέρεια. Οτι με τις Πρέσπες...

 

ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίικα ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Σκέφτονται ο Τσίπρας και ο Δούκας το ίδιο πράγμα;

 Του ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΩΒΑΙΟΥ

Τα επεισόδια του Σαββάτου (12/4) στο λόφο του Στρέφη υπενθύμισαν ένα ζήτημα που είχε συζητηθεί εκτενώς πριν από τις δημοτικές εκλογές του 2023.
Ηταν αυτό της ανάπλασης της περιοχής, την οποία είχε δρομολογήσει ο Κώστας Μπακογιάννης, είχε σταματήσει έπειτα από προσφυγές κατοίκων και «περιοίκων» το ΣτΕ και εν συνεχεία άφησε – προφανώς όχι τυχαία – σε μία παραλυτική εκκρεμότητα ο νυν δήμαρχος Χάρης Δούκας. 

Το θέμα εν προκειμένω δεν είναι η ανάπλαση, είναι ο πολιτικός σχεδιασμός του δημάρχου. Για του Στρέφη, όπως και για το μετρό στα Εξάρχεια, είχε ταχθεί στην πλευρά του ακτιβισμού, δηλαδή της Αριστεράς και των πάσης φύσεως αριστεριστών και «συλλογικοτήτων». Δεν πρέπει να λησμονείται άλλωστε, ότι με τις ψήφους του ΣΥΡΙΖΑ και την αποχή των νεοδημοκρατών, κέρδισε τον δεύτερο γύρο για τον Δήμο της Αθήνας. Γνωστά είναι αυτά. 

Αυτό που δεν ανέμενε σχεδόν κανείς και συνεχίζει να εκδηλώνεται με κάθε αφορμή, είναι η πολιτική δράση του δημάρχου. Ηταν ένας υποψήφιος που ήρθε σχεδόν από το πουθενά, στηρίχθηκε από το ΠΑΣΟΚ και κέρδισε τις εκλογές. Σχεδόν αμέσως όμως, έδειξε ότι δεν θέλει να κάνει τον δήμαρχο, αλλά τον κομματάρχη. Ηταν υποψήφιος για την αρχηγία απέναντι στον Ανδρουλάκη, την έχασε και από τότε εξακολουθεί να μην θέλει να ασκήσει καθήκοντα δημάρχου, αλλά κυρίως να κάνει μία συνεχή, αριστερίστικη δολιοφθορά στον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ.  

Περισσότερο ασχολείται με τη Μπατζελή, παρά με τα του δήμου, ή πάντως το κόμμα δείχνει να τον ενδιαφέρει περισσότερο.  

Για την ακρίβεια –και έτσι όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα, δεν είναι το ίδιο το κόμμα που τον απασχολεί, αλλά πώς ο ίδιος θα εμφανιστεί ως επικεφαλής μίας γενικώς και αορίστως αριστερόστροφης κίνησης, ασχέτως του αν για κάποιους πολύ ιδιαίτερους λόγους, ορισμένοι εξακολουθούν να μην κατανοούν ότι κάτι τέτοιο δεν προσδίδει εκλογική δυναμική στο ΠΑΣΟΚ. Εχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς ποιοι άλλοι ακολουθούν παρόμοια τακτική και πιστεύουν τα ίδια ιδεολογικά κατασκευάσματα. 

Εντάξει, κάτι τέτοια λέει ο Φάμελλος, όμως είναι προφανές γιατί το κάνει, αφού έτσι εμφανίζει το μπόι του ΣΥΡΙΖΑ ίσο με την απογευματινή σκιά του. Ολοι βλέπουν πόσο λάθος είναι αυτό.  

Τα ίδια όμως φαίνεται ότι έχει στο μυαλό του και ο Τσίπρας που, ελλείψει κομματικού οχήματος (αν και βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ), περιφέρεται εδώ κι εκεί και λέει διάφορα συγκεχυμένα και οριακά ακατανόητα, για προοδευτικές διακυβερνήσεις και ανεδαφικές λύσεις, που κανείς δεν γνωρίζει ποιος πολιτικός φορέας θα τα διακηρύξει και θα τα υποστηρίξει στις εκλογές. 

Η πολιτική ελαφρότητα της χώρας δεν δικαιολογεί αυταπάτες· πράγματι, ο Δούκας και ο Τσίπρας (και ορισμένοι ακόμη) σκέφτονται το ίδιο πράγμα και κάποιοι τους σιγοντάρουν.  

Η εν τοις πράγμασι διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να δικαιολογεί τέτοιες φιλοδοξίες, ειδικά για όσους η βελόνα έχει κολλήσει στο «αριστερά – δεξιά». Και η στασιμότητα του ΠΑΣΟΚ μπερδεύει τα πράγματα, για όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι τα διλήμματα είναι ιδεολογικά. Υπό αυτούς τους όρους, ο Τσίπρας και ο Δούκας σκέφτονται το ίδιο πράγμα, με όχι πολύ διαφορετικό τρόπο. Και στα πέριξ της Πλατείας Κοτζιά έχει αρχίσει να ψιθυρίζεται ότι...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΞΥΛΟΛΙΟ-ΛΑΜΟΓΙΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οι παραπλανημένοι των Τεμπών

 Toυ ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΩΒΑΙΟΥ

Δύο και πλέον χρόνια μετά το δυστύχημα των Τεμπών διαπιστώνεται μία από τις θλιβερές πτυχές της νεοελληνικής πραγματικότητας.
Με μεγάλο βαθμό βεβαιότητας, μπορεί κάποιος να υποθέσει ότι δεν υπάρχουν άλλες χώρες στον κόσμο, τουλάχιστον σε αυτόν που περιγράφεται ως «αναπτυγμένος», όπου δύο χρόνια μετά από μια τραγωδία τέτοιας έκτασης, δεν είναι γνωστό, διαπιστωμένο και τεκμηριωμένο τι ακριβώς έχει συμβεί. 

Με τα όσα μέχρι στιγμής έχουν εξελιχθεί, η εθνική τραγωδία μετατρέπεται σε εθνικό φιάσκο. Ειδικώς έπειτα από τα όσα αδιανόητα λέγονται τις τελευταίες ημέρες και ακυρώνουν το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ, η λέξη φιάσκο είναι μάλλον ένας ανώδυνος ευφημισμός.  

Αποτέλεσμα: η ουσία για το πώς συνέβη το τραγικό δυστύχημα παραμένει στο σκοτεινό φόντο και επανέρχεται με άλλους όρους, μια ενοχλητικά και ύποπτα συγκεχυμένη συζήτηση περί του αόρατου φορτίου.  

Τι κυριαρχεί; 

Η ασάφεια, η αοριστία, η φημολογία, η ατεκμηρίωτη υπόθεση. Και επιπλέον, αναδεικνύονται ορισμένα κρίσιμα στοιχεία, τα οποία για έναν ανεξήγητο λόγο (ή και περισσότερους), είχαν μείνει στο σκοτάδι όλο το προηγούμενο διάστημα. Κυρίαρχο μεταξύ αυτών, το γεγονός ότι ένας από τους περιφερόμενους στα κανάλια «πραγματογνώμονες» ή «τεχνικούς συμβούλους» της πλευράς των οικογενειών των θυμάτων, δεν διαθέτει τα απαραίτητα τυπικά εχέγγυα ώστε να μιλά ως ειδήμων. Τα όσα ανάφερε όλο αυτό το διάστημα και τα αντίθετά τους, τα οποία υιοθετούσε με μεγάλη ευκολία, δεν διέφεραν πολύ, ως προς την εγκυρότητά τους, από τα όσα θα μπορούσαν να λέγονται σε ένα καφενείο. 

Το κακό όμως είναι ότι όλα αυτά έδωσαν τροφή και περιεχόμενο στις συζητήσεις των καφενείων, των πραγματικών και των ψηφιακών. 

Δεν πρέπει να λησμονηθούν οι ευθύνες της κυβέρνησης, ως εκπροσώπου του κράτους, για αυτήν τη νεφελώδη εικόνα. Οπως έχει επανειλημμένως επισημανθεί, το θέμα υποβαθμίστηκε την προεκλογική περίοδο του 2023, η θριαμβευτική νίκη στη συνέχεια «τύφλωσε» το κυβερνητικό επιτελείο και όταν φάνηκε η ισχύς της οργιώδους φημολογίας και συνωμοσιολογίας, ήταν πλέον αργά. Αποτέλεσμα ήταν ο ίδιος ο Πρωθυπουργός τη μία στιγμή να εμφανίζεται βέβαιος για κάτι, την άλλη να είναι έτοιμος να υιοθετήσει το αντίθετο και στη συνέχεια να επικαλείται ένα πόρισμα της διερεύνησης του δυστυχήματος, που τώρα ουσιαστικά ανακαλείται. 


 Κάπου εκεί «είδαν φως και μπήκαν» τα κόμματα και κομματίδια, που είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμα να μπουρλοτιάσουν την ελληνική κοινωνία με ψεύδη και τερατολογίες.

 Η σύγχυση και η οργανωμένη χειραγώγηση, ειδικώς της νεολαίας, μέσω της ορμητικής ψευδολογίας των κοινωνικών δικτύων, σε συνδυασμό με την επίπλαστη εγκυρότητα των δήθεν πραγματογνωμόνων, διαμόρφωσε κάπως έτσι ένα περιβάλλον ιδανικό για τον Βελόπουλο και την Κωνσταντοπούλου. 

Υπό αυτό το πρίσμα και καθώς όλα είναι και πάλι στον αέρα, αφού πορίσματα αμφισβητούνται και ανακαλούνται, εγείρονται πολλά ερωτήματα.  

Το βασικό είναι πού και πώς τακτοποιείται όλο αυτό το χάος; 

Και επίσης, πώς μπορεί να εμφανίζεται ο οποιοσδήποτε ως ειδικός και με ποια κριτήρια αναγορεύεται σε πραγματογνώμονα, ενώ δεν διαθέτει ούτε καν τα τυπικά προαπαιτούμενα;  


Αλήθεια, τι να λέει άραγε το πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ αλλά και το ΕΣΡ για την παρέλαση τέτοιων προσώπων από ραδιόφωνα και τηλεοράσεις;  

Αφελής απορία. 

Με τις τελευταίες αυτές εξελίξεις, η υπόθεση προσλαμβάνει ακόμη μεγαλύτερη κρισιμότητα, κατά κύριο λόγο επειδή γιγαντώνεται η παράμετρος της γενικευμένης αναξιοπιστίας. Κανείς δεν έχει πλέον ουσιαστική δικαιολογητική βάση, ώστε να πιστέψει μία εκδοχή. Ισχύουν όλα και τα αντίθετά τους. Και ο καθένας διαλέγει ποια εκδοχή του ταιριάζει. 

Με αυτόν τον τρόπο, ένα βέβαιο συμβαίνει και αυτό είναι...

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΙΚΟ: Κυβέρνηση χωρίς πυξίδα – ζητείται αναστοχασμός

 

 

Toυ ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΩΒΑΙΟΥ

Από την ημέρα του ανασχηματισμού και έπειτα φαίνεται ότι εκδηλώνεται ένα πολιτικό σύνδρομο που μπορεί να έχει δυσάρεστη εξέλιξη, αν δεν προσεχθεί εγκαίρως
. Ο Πρωθυπουργός επισκέπτεται υπουργεία, συμμετέχει σε συσκέψεις, γίνονται ανακοινώσεις, αυξάνεται ο κατώτατος μισθός, δημοσιεύονται εξηγήσεις και παραδείγματα – και όμως: δεν «περνάει» σχεδόν τίποτε.  

Αντιθέτως, περισσότερα πολιτικά αποτελέσματα παράγουν τα ενδοκυβερνητικά παρατράγουδα, όπως φάνηκε με τις αυξήσεις στο μισθολόγιο των ενστόλων.  

Αυτό που φανερώθηκε ήταν ένας υπουργός να κτίζει ηγετικό προφίλ, άλλοι να παίζουν ατομικό παιχνίδι και να απευθύνονται στην εκλογική τους πελατεία, πλειοδοτώντας υπέρ άλλων δικαιούχων, ενώ ομάδες βουλευτών άρχισαν το αντάρτικο (με τα νεροπίστολα), αφού η μοίρα τούς αδίκησε, η συναστρία ήταν κακή και δεν έγιναν υπουργοί. 

Κυβερνητικά στελέχη σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις παραδέχονται: η κυβέρνηση αυτήν την περίοδο αρμενίζει δίχως πυξίδα, η δράση της είναι αποσπασματική, με ασύμμετρη έμφαση στην επικοινωνία και –εν τέλει– με πενιχρά αποτελέσματα. Με λίγα λόγια, στο μισό της δεύτερης κυβερνητικής θητείας απαιτείται ένας συνολικός αναστοχασμός και στρατηγικός επανασχεδιασμός. 

Αν ανατρέξει κάποιος στην προεκλογική περίοδο του 2023 και στις πρώτες μετεκλογικές δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη, η προτεραιότητα για τη δεύτερη τετραετία ήταν η σύγκρουση με το βαθύ κράτος. Αποδεικνύεται ότι ο στόχος ήταν υπερβολικά φιλόδοξος και όποιος τα ακούει αυτά σήμερα, στην καλύτερη περίπτωση σκάει ένα πικρό χαμόγελο. 

Αρκεί να δει κάποιος τον ΟΣΕ και τις πολεοδομίες ως «φωτογραφίες» του βαθέος κράτους, γιατί αυτό είναι. 

Δεν θα ήταν ανακριβής η διαπίστωση ότι η κυβέρνηση όχι μόνο δεν συγκρούστηκε με αυτό, αντιθέτως έγινε όμηρός του. 

Βασίμως μπορεί να υποθέσει κανείς ότι σήμερα ούτε πρόθεση για τέτοιες συγκρούσεις υπάρχει, ούτε και δυνατότητα. Και θα μπορούσε να υπάρξει μια ευρεία συμφωνία ότι καλό θα είναι απλώς να τίθενται πιο ρεαλιστικοί στόχοι, αρκεί να επιτυγχάνονται. Με άλλα λόγια, αφού παρατηρείται αυτή η κόπωση της κυβέρνησης και η αδυναμία της να αναλάβει δυναμικές πρωτοβουλίες που θα αναλογούσαν στην πολιτική της κυριαρχία (έστω και με την εύλογη φθορά), ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρέπει να επανεφεύρει τον εαυτό του.  

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να θέσει σαφείς πολιτικούς και οικονομικούς στόχους, να εμπνεύσει στον βαθμό του εφικτού τους πολίτες και να δείξει τι ακριβώς είναι αυτό που οραματίζεται για τη χώρα.  

Στην ουσία διαπιστώνεται ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η ομάδα που τον περιβάλλει δεν κατόρθωσαν μετά την ευρεία νίκη του 2023 να περιγράψουν ένα πολιτικό όραμα, έστω ένα πρόταγμα, στο πλαίσιο της ομαλότητας και της κανονικότητας. Αυτό λείπει, αυτό πρέπει και να επινοηθεί.  

Δεν χρειάζεται κανένας μεγαλοϊδεατισμός· άλλωστε τέτοιες πολιτικές φιλοδοξίες τις περισσότερες φορές έχουν μοιραία κατάληξη. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα στοιχειώδες σχέδιο, υλοποιήσιμο και ρεαλιστικό, που θα έχει όσο το δυνατόν συντομότερα ορατά αποτελέσματα. 

Κακά τα ψέματα, το πεδίο στο οποίο κρίνονται σχεδόν όλα είναι η οικονομία. Και εκεί απαιτείται ένας απεγκλωβισμός από διάφορες εμμονές, όπως είναι το κυνήγι μέχρι εξοντώσεως των μικρομεσαίων επιχειρήσεων ή η λατρεία του real estate, σε βάρος μιας σειράς άλλων παραγωγικών δραστηριοτήτων.  

Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση σκοπεύει να μοιράσει χρήμα, αφού εκλογές δίχως παροχές μοιάζουν με σχοινοβασία δίχως προστατευτικό δίχτυ. 

Το θέμα είναι...

ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΟΥΡΓΕΛΑΡΑΔΙΚΟ: Η πικρή για τον ευρωβοσκό αλήθεια

Του ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΩΒΑΙΟΥ

Αφότου, λογικά, και στο ΠΑΣΟΚ θα έχουν αποδεχθεί την πικρή αλήθεια, ότι η δημοσκοπική τους καθήλωση δεν οφείλεται σε μια συνωμοσία των υπεργαλαξιακών δυνάμεων που θέλουν να διατηρήσουν τον Μητσοτάκη στην εξουσία, προκύπτει μια απορία: υπάρχει κάποιος να πει στον Νίκο Ανδρουλάκη ότι ορισμένα πράγματα λέγονται, αποφασίζονται και γίνονται με τον λάθος τρόπο; 

Η απορία είναι αφελής και η απάντηση είναι γνωστή: Οχι, δεν υπάρχει κανείς να αναλάβει αυτή τη δύσκολη αποστολή. 

Σε αντίθεση με ό,τι θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει, με την  επανεκλογή του Ανδρουλάκη στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, όλα όσα πήγαιναν στραβά την προηγούμενη περίοδο έγιναν πολύ χειρότερα. 

Για να μην υπάρχουν αυταπάτες, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δεν έχει, ας πούμε, κάποια ουσιαστική επαφή με τον Γερουλάνο ή τη Διαμαντοπούλου ή ακόμη και με παλαιότερα στελέχη, κάποια από τα οποία θα ήταν πρόθυμα να πουν, έστω, μια γνώμη για το τι δεν πάει καλά. 

Κομματικά όργανα δεν λειτουργούν ώστε να υπάρχει έστω η θεωρητική δυνατότητα να συζητηθούν στρατηγικές και τακτικές, και όσοι έχουν πρόσβαση στο στενό περιβάλλον του Ανδρουλάκη θεωρούν ότι ο άδικος ετούτος κόσμος δεν αντιλαμβάνεται το μεγαλείο του προέδρου.   

Το κακό είναι, όπως πλέον έχουν αποδεχθεί πέραν αμφιβολίας κομματικά στελέχη που δεν τα λες και εχθρούς του Ανδρουλάκη, ότι ο ίδιος ο αρχηγός δεν έχει διάθεση να λειτουργήσει αυτοκριτικά και αναστοχαστικά. Ο ηγέτης φράξιας δεν είναι απαραιτήτως κατάλληλος και για ηγέτης, ιδίως αν παραμένει ερμητικά κλεισμένος σε ένα δωμάτιο με «καθρέφτες».  

Το ακόμη χειρότερο, όμως, όπως μαρτυρά ιστορικό στέλεχος του κόμματος, είναι ότι η ηγεσία δεν ανησυχεί για τίποτε από αυτά, δεν ενοχλείται από τη στασιμότητα, είναι βολεμένη και άνετη στη συνθήκη αυτή. 

Οπως εξελίσσονται τα πράγματα, και εκτός ενός αδιανόητου, συγκλονιστικού απροόπτου, το ΠΑΣΟΚ θα πορευτεί έτσι. Ο τρόπος (μη) λειτουργίας του κόμματος δεν θα αλλάξει και οι αμφιταλαντεύσεις, οι αντιφάσεις, οι γκάφες και τα θολά μηνύματα θα συνεχιστούν.  

Ορισμένες πηγές εκτιμούν ότι κάποια στιγμή, σύντομα, μια ομάδα στελεχών θα επιχειρήσει μια προειδοποίηση και μια έκκληση για την οργάνωση και δραστηριοποίηση κάποιου κεντρικού οργάνου, κάτι σαν τα περιβόητα Εκτελεστικά Γραφεία του παρελθόντος. Τι να κάνουμε, μόνο έτσι λειτουργούν τα κόμματα και ειδικά εκείνα της αντιπολίτευσης. Το σίγουρο είναι, πάντως, ότι παρά τις οδυνηρές διαπιστώσεις, κανένα από τα λεγόμενα πρωτοκλασάτα στελέχη δεν πρόκειται να αναλάβει πρωτοβουλία αμφισβήτησης του Ανδρουλάκη.  

Λογικό.  

Η εκλογή του είναι πολύ πρόσφατη και όποια κίνηση και αν εκδηλωνόταν θα χαρακτηριζόταν υπονομευτική και προδοτική. 

Συνεπώς, το ΠΑΣΟΚ...

 

ΠΑΣΟΚικα ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Ο μικρομεγαλισμός του Ευρωβοσκού

 Του ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΩΒΑΙΟΥ

Οταν ένα κόμμα, και κυρίως η ηγεσία του, αναρωτιέται τι πάει στραβά και «δεν τραβάει», το πρόβλημα είναι βαθύ.
Δείχνει ότι δεν υπάρχει επίγνωση της πραγματικότητας, ούτε, φυσικά, και διάθεση για προσαρμογή σε αυτήν.  

Στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ είναι αμφίβολο ακόμη και αν υπάρχει αυτή η αναζήτηση.  

Αυτό δείχνει η πρώτη αντίδραση σε οποιοδήποτε αρνητικό δημοσκοπικό εύρημα ή δημοσίευμα: είναι «αποκυήματα φαντασίας» μητσοτακικών κέντρων και παράκεντρων, «μεθοδευμένες επιθέσεις» και υπονομεύσεις και συστηματικές προσπάθειες δολιοφθοράς. Αν έλειπαν αυτά, το κόμμα θα κάλπαζε προς την εξουσία…  

Γεγονός είναι ότι την περίοδο αυτή, που το ΠΑΣΟΚ και ο Νίκος Ανδρουλάκης κοιτάζουν την πλάτη της Ζωής Κωνσταντοπούλου στις δημοσκοπήσεις, λησμονούν πολλά – και από το πρόσφατο και από το κάπως πιο μακρινό παρελθόν.  

Λησμονούν, για παράδειγμα, ότι μόλις επανεξελέγη ο Νίκος Ανδρουλάκης, το φθινόπωρο του 2024, ο Κυριάκος Μητσοτάκης τον έβαλε αμέσως απέναντί του, ως υπ’ αριθμόν 1 πολιτικό του αντίπαλο. Το ΠΑΣΟΚ δεν είχε ακόμη τότε αναρριχηθεί στα έδρανα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αφού τα ρεζιλίκια του ΣΥΡΙΖΑ δεν είχαν ολοκληρωθεί. Ομως ο Ανδρουλάκης είχε αποκτήσει ένα άτυπο status, ως ο δυνάμει πιο υπολογίσιμος αντίπαλος του Μητσοτάκη. Ηταν μια ευκαιρία.  

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ –και η ομάδα που τον περιβάλλει– την πέταξε στα σκουπίδια, αγνοώντας την προειδοποίηση του Κώστα Σημίτη ότι «οι ευκαιρίες δεν είναι άπειρες».  

Πώς την πέταξε στα σκουπίδια; 

 Δεν κατάλαβε ποτέ σε ποιον κόσμο πρέπει να απευθυνθεί, αν ευελπιστεί να ξαναγίνει ένα κόμμα που, είτε ως κυβερνητική δύναμη είτε ως αντιπολιτευτική, επηρεάζει την πορεία των πραγμάτων στη χώρα – με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. 

Το θέμα του ακροατηρίου θα έπρεπε να το έχουν λύσει από καιρό στο ΠΑΣΟΚ και δεν το έχουν κάνει, παρά τις βοήθειες που έχουν. Είναι σχετικά απλό ως διαπίστωση, χρειάζεται όμως πολλή δουλειά στη συνέχεια. Θα αρκούσε μια σχετικά απλή επαγωγική σκέψη. Η συνθήκη της περιόδου παρουσιάζεται στις δημοσκοπήσεις ως εξής: Ο ΣΥΡΙΖΑ εξατμίζεται, το ΠΑΣΟΚ ξεφουσκώνει και η Πλεύση Ελευθερίας ανοίγει πανιά (όσο ακόμη φυσάει αέρας από τα Τέμπη). Την ίδια στιγμή εμφανίζεται στις δημοσκοπήσεις ένα εξαιρετικά ευνοϊκό εύρημα για το ΠΑΣΟΚ. Στο ομολογουμένως ενδιαφέρον ερώτημα της «δυνητικής ψήφου» είναι πρώτο, με ένα εντυπωσιακό ποσοστό του 40%. Τέσσερις στους δέκα δηλώνουν ότι θα μπορούσαν, υπό όρους και προϋποθέσεις, να ψηφίσουν ΠΑΣΟΚ. Με τους όρους και τις προϋποθέσεις φαίνεται, όμως, ότι ούτε καν έχουν ασχοληθεί στο περιβάλλον του Ανδρουλάκη.  

Είναι οι ευκαιρίες, που έλεγε ο Σημίτης. 

Οταν τέσσερις στους δέκα σού λένε «βρες μου έναν τρόπο να σε ψηφίσω» και εσύ δεν τον βρίσκεις, δεν θα σε παρακαλούν για πολύ ακόμη. Και όταν έχεις όλες τις σοβαρές ενδείξεις ότι τα μέχρι τώρα πονταρίσματά σου ήταν ατυχή, προφανώς και δεν πρέπει να τα επαναλάβεις. 

Αντί γι’ αυτά, το ΠΑΣΟΚ έχει επιλέξει να καταφύγει σε έναν άτσαλο και άχαρο αντισυστημισμό, προσπαθώντας να ανταγωνιστεί τον ΣΥΡΙΖΑ και την Κωνσταντοπούλου σε ακτιβιστική μαχητικότητα για την υπόθεση των Τεμπών. 

Είναι δεδομένο και μετρημένο ότι το γήπεδο αυτό είναι για το ΠΑΣΟΚ πολύ βαρύ και η μπάλα θα κολλάει σε κάθε λασπολακκούβα. Ετσι, όμως, θα βγαίνουν πάντα κερδισμένοι όσοι παίζουν ούτως ή άλλως καταστροφικό παιχνίδι. Προφανώς και δεν πρέπει να απουσιάζει το ΠΑΣΟΚ από την αντιπολίτευση για τα Τέμπη ή για τις υποκλοπές. Θα ανέμενε όμως κανείς ότι υπάρχει επίγνωση για το ότι από εκεί δεν θα κερδίσει ψήφους.  

Πώς θα τις κερδίσει και ποιες θα μπορούσαν να είναι αυτές; 

 Είτε τις ονομάσει κανείς «κεντρώο χώρο» είτε «μετριοπαθείς» είτε οτιδήποτε άλλο, το κρίσιμο μέγεθος για τη μεταβολή ή και ανατροπή συσχετισμών μεταξύ ΝΔ και ΠΑΣΟΚ είναι αυτό που ήταν πάντα: οι διαρροές του ενός κόμματος προς το άλλο, οι ψηφοφόροι που σε μια εκλογή θα ψηφίσουν ΝΔ, στην άλλη δεν θα διστάσουν να ενισχύσουν το ΠΑΣΟΚ και σε μια επόμενη δεν θα είχαν πρόβλημα να ξαναψηφίσουν Κεντροδεξιά. Στη συντριπτική τους πλειονότητα αυτές οι ομάδες είτε παραμένουν πιστές στον Μητσοτάκη είτε προτιμούν το σπίτι τους, που στις δημοσκοπήσεις είναι το «ΔΞ/ΔΑ», και που πιθανώς στις εκλογές θα είναι αποχή ή έστω ένα τμήμα της.  

Γιατί συμβαίνει αυτό; 

Επειδή το ΠΑΣΟΚ δεν τους προτείνει κάποια λύση σε όλα αυτά για τα οποία κατά τα άλλα κραυγάζει. Πέρα από τις ατάκες και τα «όχι», ο Ανδρουλάκης μοιάζει να μην ξέρει σε ποιους να απευθυνθεί, ενώ είναι προφανές ότι πρέπει να απευθυνθεί σε όλους.  

Τι λέει και τι προτείνει για τους νέους; 

Τι έχει να πει για τους ελεύθερους επαγγελματίες; 

Τι έχει να πει για τις start up και την, κατά τα άλλα ωραία «καραμέλα», «4η Βιομηχανική Επανάσταση»; 

Τι λέει στους αγρότες, και αν το λέει, γιατί δεν τον ακούνε; 

Τι λέει για τις συντεχνίες και τις ομάδες συμφερόντων του Δημοσίου; 

Τι λέει για τη δράση των καρτέλ, πέρα από τις ευκολίες των μειώσεων του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων, που ούτε και εκείνο θα εφάρμοζε αν ήταν στην κυβέρνηση; 

Με λίγα λόγια...

 

ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίικα ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΕΛΕΥΘΕΡΟΠΛΕΟΥΜΕΝΑ ΚΗΡΑΛΟΙΦΟΠΛΗΚΤΑ ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Δικαιοσύνη ή τσίρκο;

 Του ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΩΒΑΙΟΥ

Η εμπειρία από τις Προανακριτικές και τις Εξεταστικές Επιτροπές της Βουλής θα έπρεπε να τους έχει κάνει όλους σοφότερους
. Σπανίως και με ελάχιστες εξαιρέσεις καταλήγουν κάπου, ώστε να παραπέμπεται ένας πρώην υπουργός στο Δικαστικό Συμβούλιο και στο Ειδικό Δικαστήριο· συνήθως, αυτό που συμβαίνει με βεβαιότητα είναι μία κακόγουστη κοινοβουλευτική παράσταση, με καβγάδες, κραυγές και με μικροκομματικές και προσωπικές σκοπιμότητες ως βασικά κίνητρα. 

Στη σημερινή συγκυρία και όπως διαμορφώνεται το γενικότερο κλίμα, οι συνεδριάσεις της Προανακριτικής Επιτροπής είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα εξελίσσονταν σε ένα κοινοβουλευτικό τσίρκο, σε μια κακόγουστη παράσταση μεγάλης διαρκείας.  

Υπό αυτή την έννοια, ακόμη και αν πρόκειται για επιλογή της κυβέρνησης, το αίτημα του Χρήστου Τριαντόπουλου να κριθεί απευθείας από τη Δικαιοσύνη, δίχως την παρεμβολή –ενδεχομένως– πολύμηνων κοκορομαχιών και συγκρούσεων, δεν νοείται να αντιμετωπίζεται και πάλι ως «απόπειρα συγκάλυψης». 

Τι άραγε επιχειρείται να συγκαλυφθεί πάλι, όταν κάποιος ζητεί την παραπομπή του στον φυσικό δικαστή, όπως επέμεναν κατά το προηγούμενο διάστημα όλοι εκείνοι που τώρα επιθυμούν κάτι άλλο; 

Μήπως το θέμα είναι να μη ματαιωθεί η παράσταση του τσίρκου της Προανακριτικής; 

Πιθανόν. Αρχίζουν (και θα συνεχιστούν) φλυαρίες περί παραβίασης του Συντάγματος, με την ασφάλεια ότι οι πολίτες δεν γνωρίζουν επακριβώς τι αναφέρει για την Προανακριτική Επιτροπή και τις αρμοδιότητές της. Κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή που ήδη έχει συσταθεί είναι αυτή που θα λάβει την απόφαση για την παραπομπή, δίχως να προηγηθούν όλα εκείνα τα θλιβερά, που όλοι μπορούν εκ προοιμίου να φανταστούν και να υποθέσουν. 

Παρεμπιπτόντως, έχει μάλλον ήδη λησμονηθεί ότι προηγήθηκε μία άλλη θορυβώδης και ενοχλητική αντιπαράθεση, επειδή οι υπό διερεύνηση ενέργειες του πρώην υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ από την Προανακριτική Επιτροπή έχουν πλημμεληματικό και όχι κακουργηματικό χαρακτήρα. 

Αλλά τι να γίνει, όταν έτσι προβλέπει η νομοθεσία;  

Λεπτομέρειες, που δεν απασχολούν όσους επιμένουν να φωνασκούν, επειδή έτσι άλλωστε παρακάμπτεται εύκολα η ουσία. 

Βεβαίως, η κυβερνητική πλειοψηφία φέρει βαριές ευθύνες για το κλίμα που έχει διαμορφωθεί και επιτρέπει να αιωρούνται όλα αυτά τα μολυσματικά σωματίδια της αμφιβολίας και της δυσπιστίας. Προηγήθηκε το φιάσκο της Εξεταστικής. Ηταν αχρείαστο και, όπως αποδεικνύεται, προκάλεσε τεράστια ζημιά στην αξιοπιστία των θεσμών. Κάτι τέτοιο ήταν περισσότερο από αναγκαίο να μην επαναληφθεί σε μία Προανακριτική που –πιθανότατα– θα συνεδρίαζε και εν μέσω συλλαλητηρίων ή και παράλληλα με λαϊκά δικαστήρια που θα στήνονταν έξω από τη Βουλή.  

Εστω και αν ο Τριαντόπουλος δεν ζητεί για αυτόν τον λόγο την άμεση παραπομπή του, το αποτέλεσμα θα είναι θετικό.  

Ή μήπως ορισμένοι πιστεύουν τελικά ότι είναι καλύτεροι δικαστές από τους ίδιους τους δικαστές; 

Εν τέλει, όλα καταλήγουν στο επίδικο. Ποιο ακριβώς είναι αυτό; Να αποδοθεί δικαιοσύνη ή να ανεβεί άλλη μία κακόγουστη παράσταση; 

 Βέβαια, στην πρώτη περίπτωση, ενδέχεται η δικαστική απόφαση να μην αρέσει στον όχλο.  

Στη δεύτερη, δεν έχει σημασία, «τζόγος να γίνεται». 

Πάντως θα όφειλε να είναι ξεκάθαρο ότι...

ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΟΥΡΓΕΛΑΡΑΔΙΚΟ: Πώς το ΠΑΣΟΚ «έφτιαξε» τη Ζωή

 

Του ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΩΒΑΙΟΥ

Οταν στην πολιτική χρειάζεται να εξηγήσεις για ποιο λόγο κάνεις ό,τι κάνεις ή αρχίζεις τις διευκρινίσεις και τα «δεν καταλάβατε…», έχεις ένα σοβαρό πρόβλημα.

Αυτό συμβαίνει εδώ και καιρό με το ΠΑΣΟΚ και η πρόταση δυσπιστίας ήταν μία χαρακτηριστική εκδήλωση του προβλήματος. Το πώς εξελίχθηκε η συζήτηση στη Βουλή την προηγούμενη εβδομάδα το απέδειξε.

Ποιο λόγο είχε τελικά ο Νίκος Ανδρουλάκης να συνυπογράψει ένα κείμενο με τον ΣΥΡΙΖΑ, την ΝΕΑΡ και – κυρίως – την Πλεύση Ελευθερίας;

Ναι, δεν διαθέτει τους 50 βουλευτές που απαιτούνται για την κατάθεση της πρότασης. Θα μπορούσε και θα όφειλε όμως να είναι πιο επιλεκτικός, από τη στιγμή που για κάποιον ανεξήγητο λόγο επέμενε σε αυτήν την πρωτοβουλία και δεν του αρκούσε μία προ ημερήσιας διάταξης συζήτηση. Τώρα πρέπει να εξηγεί.

Γιατί ταυτίστηκε με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, γιατί ταυτίστηκε με τις διάφορες εκδοχές του ΣΥΡΙΖΑ και – κυρίως – γιατί επέλεξε να εγκλωβιστεί σε μία πρόταση δυσπιστίας, που μοιραία θα τον υποχρεώνει να απολογείται για πολύ καιρό.

Ξεκίνησε με την παραδοξολογία, ότι κάνει πρόταση μομφής στην κυβέρνηση, αλλά δεν ζητάει εκλογές· μετά είπε ότι ζητάει· όμως δεν εξηγεί πώς θα σχηματίσει κυβέρνηση αν δεν συνεργαστεί με τον Φάμελλο, τον Χαρίτση και τη Ζωή Κωνσταντοπούλου. Και πλέον τρέχει και δεν φτάνει, προσπαθώντας να διώξει από πάνω του τη ρετσινιά του συνεργάτη όλων αυτών και βλέποντας την Πλεύση Ελευθερίας να τον προσπερνά στις δημοσκοπήσεις με άνεση και χαλαρότητα.

Με το που έληξε κατά τον γνωστό, άδοξο τρόπο η διαδικασία της δυσπιστίας, το ΠΑΣΟΚ απολογείται.

Ξορκίζει τη συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ (πόσο μάλλον με την Κωνσταντοπούλου), όχι όμως ομόθυμα.  Αλλοι σπεύδουν να την διαψεύσουν και άλλοι την βλέπουν ως στρατηγική επιλογή. Στον πυρήνα της βρίσκεται μία στείρα  αντι-Μητσοτακική εμμονή, όχι κάποια πολιτική φιλοσοφία και πάντως, είναι πιθανό το θέμα «συνεργασίες» να εξελιχθεί σε αφορμή για μία επεισοδιακή συζήτηση και στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ.

Την ίδια στιγμή, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκει σανίδα σωτηρίας. Παγιδευμένος στη δημοσκοπική του περιδίνηση θέλει τώρα να εμφανίζεται ως δυνάμει κυβερνητικός εταίρος.

Και κάπως έτσι, το σκηνικό αποκτά μία σουρεαλιστική νότα.

Τα διάφορα κόμματα της αντιπολίτευσης ισχυρίζονται ότι θέλουν εκλογές, δίχως κανένα να διαθέτει σοβαρά διαπιστευτήρια κυβερνησιμότητας και ταυτόχρονα, μιλούν για συνεργασίες γενικές και αόριστες, ενώ το ένα απορρίπτει το άλλο.

 Ισως είναι μάταιο να περιμένει κανείς κάτι καλύτερο. Και πάντως, ειδικά σε ό,τι αφορά το ΠΑΣΟΚ, προξενεί μία βαθιά απορία η υποτίμηση της καθοριστικής παραμέτρου που δεν είναι άλλη από τον κεντρώο χώρο. Και αυτός τρομάζει όταν ακούει «ΣΥΡΙΖΑ» και «Ζωή Κωνσταντοπούλου».

Υπάρχουν φορές βέβαια, που οι πολιτικοί συσχετισμοί μεταβάλλονται και δια της αδράνειας. Επειδή όμως φαίνεται ότι δεν βρισκόμαστε εκεί…