"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΑΣΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΑΣΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΗΦΗΝΟ-ΕΡΓΑΤΟΠΑΤΕΡΟ-ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οι πολλοί όμηροι των λίγων

Image

 

 Photo: Ιδιοκτήτης λεωφορείου - θύμα των Σταμουλοκολλάδων αρχές της δεκαετίας του '90 (1992-1993)

33 χρόνια μετά τα καθάρματα συνεχίζουν να ζουν ανάμεσά μας με άλλο όνομα... 

 

Του Άγη Βερούτη

agissilaos@gmail.com

 

Στην Ελλάδα αρκούν μερικές εκατοντάδες καλά οργανωμένα άτομα για να κρατήσουν ομήρους εκατομμύρια.

Ένας κλειστός επαγγελματικός κλάδος, μια συνδικαλιστική ηγεσία, μερικοί τοπικοί παράγοντες ή μια αλυσίδα προσφυγών μπορούν να παγώσουν μια επένδυση, να αδειάσουν έναν νόμο από το περιεχόμενό του και να μεταθέσουν μια μεταρρύθμιση για την επόμενη κυβέρνηση.

Οι πολλοί μπορεί να περιμένουν την αλλαγή χρόνια. Έχουν δουλειές, παιδιά, υποχρεώσεις, λογαριασμούς και μια καθημερινότητα που πρέπει να συνεχιστεί.

Οι λίγοι έχουν έναν σκοπό: να μη χάσουν αυτό που κρατούν. Οργανώνονται, πιέζουν βουλευτές, κλείνουν δρόμους, εμφανίζονται στα κανάλια, προσφεύγουν στα δικαστήρια και υπόσχονται πολιτικό κόστος σε όποιον τολμήσει να τους αγγίξει. Συνήθως κερδίζουν, γιατί το όφελος της ακινησίας συγκεντρώνεται στους ίδιους, ενώ το κόστος σκορπίζεται σε εκατομμύρια ανθρώπους.

Εκείνος που κινδυνεύει να χάσει ένα προστατευμένο εισόδημα χιλιάδων ευρώ θα κινητοποιήσει όλο τον κλάδο του. Ο πολίτης που θα γλιτώσει δέκα ευρώ τον μήνα από το άνοιγμα μιας αγοράς δύσκολα θα αφήσει τη δουλειά του για να διαδηλώσει υπέρ της μεταρρύθμισης. Ο πρώτος γνωρίζει ακριβώς τι χάνει. Ο δεύτερος συνήθως αγνοεί ακόμη και τι πληρώνει.

Για χρόνια, το καθαρότερο παράδειγμα ήταν ο συνδικαλιστικός φορέας των εργαζομένων στη ΔΕΗ, η ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ. Στις μεγάλες συγκρούσεις της με τις κυβερνήσεις και τις διοικήσεις της ΔΕΗ, η απειλή ήταν γνωστή: μονάδες θα έβγαιναν εκτός λειτουργίας και η χώρα θα μετρούσε διακοπές ρεύματος. Το 2011, ενώ η απεργία βρισκόταν σε εξέλιξη, μονάδες βγήκαν εκτός συστήματος και η χώρα μπήκε σε περικοπές ηλεκτροδότησης.

Μερικές χιλιάδες εργαζόμενοι κρατούσαν το χέρι στον διακόπτη που έδινε ρεύμα στα σπίτια, στα εργοστάσια και σε ολόκληρη την οικονομία.

 

Τα αιτήματά τους μπορεί κάθε φορά να είχαν μικρότερη ή μεγαλύτερη βάση. Η πραγματική τους ισχύς προερχόταν από τη ζημιά που μπορούσαν να προκαλέσουν σε όλους τους υπόλοιπους.

Όσο μεγαλύτερο το κομμάτι της κοινωνίας που μπορείς να ταλαιπωρήσεις, τόσο πιο σοβαρά σε παίρνει το κράτος.

Ο νομοταγής πολίτης που πηγαίνει κανονικά στη δουλειά του, πληρώνει τους φόρους του και δεν απειλεί κανέναν βρίσκεται πάντα τελευταίος στη σειρά. Δεν έχει τρόπο να τρομάξει την κυβέρνηση. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να πληρώσει.

Παρόμοια ήταν για δεκαετίες η κατάσταση στο κέντρο της Αθήνας. Μέσα σε μία δεκαετία καταγράφηκαν στην πρωτεύουσα περίπου 45.000 συγκεντρώσεις και πορείες. Ανάμεσά τους υπήρχαν πολλές ολιγάριθμες συγκεντρώσεις εκατό ανθρώπων ή και λιγότερων, οι οποίες μπορούσαν να κλείσουν κεντρικούς δρόμους και να κάνουν απροσπέλαστη τη μισή πόλη.

Εκατό άνθρωποι αποκτούσαν δωρεάν προβολή και ισχυρό μέσο πίεσης.

Χιλιάδες εργαζόμενοι καθυστερούσαν στη δουλειά, επαγγελματίες έχαναν πελάτες, καταστήματα άδειαζαν και οδηγοί έλιωναν μέσα στην κίνηση.

Το δικαίωμα στη διαμαρτυρία είναι αυτονόητο. Η δυνατότητα εκατό διαδηλωτών να ακινητοποιούν δεκάδες χιλιάδες άλλους είχε γίνει εθιμικό προνόμιο.

Το αίτημα ήταν ιδιωτικό. Η ζημιά κοινωνικοποιημένη.

Για την πολιτεία ήταν ευκολότερο να παραδοθεί σε εκατό αποφασισμένους ανθρώπους παρά να εξηγήσει σε εκατομμύρια σιωπηλούς γιατί πλήρωναν ξανά τον λογαριασμό.

Ο άνθρωπος που θα ωφεληθεί σε πέντε χρόνια από μια επένδυση σήμερα είναι άγνωστος. Μπορεί να είναι ένας νέος μηχανικός, ένας μικρός προμηθευτής ή μια οικογένεια που θα ζήσει από εισόδημα το οποίο ακόμη δεν υπάρχει.

Ο τοπικός παράγοντας που εμφανίζεται με αρκετές ψήφους στο χέρι έχει όνομα, τηλέφωνο και πρόσβαση. Κλείνει ραντεβού και διαθέτει τις κομματικές διασυνδέσεις που θα βαφτίσουν το προσωπικό του συμφέρον κοινωνική αγωνία.

Ο υπουργός υπολογίζει πολύ περισσότερο τον δεύτερο.

Έτσι οι κυβερνήσεις ξεκινούν με μεγάλες μεταρρυθμίσεις και καταλήγουν να πανηγυρίζουν για ρυθμίσεις που αφήνουν σχεδόν ανέγγιχτη την πραγματικότητα. Το σχέδιο ψαλιδίζεται, ο νόμος γεμίζει εξαιρέσεις και η εφαρμογή μετατίθεται.

 

Η μεταρρύθμιση επιβιώνει στον τίτλο του δελτίου Τύπου. Η κυβέρνηση δηλώνει ότι προχώρησε, οι αντιδρώντες ότι την ανάγκασαν να υποχωρήσει και ο πολίτης μένει με την υπόσχεση πως η πραγματική αλλαγή θα γίνει την επόμενη φορά.

Κάθε υποχώρηση επιβεβαιώνει ότι η μέθοδος αποδίδει. Η επόμενη οργανωμένη ομάδα μαθαίνει ότι ο νόμος είναι μόνο η αρχή του παζαριού.

Η επένδυση που δεν έγινε και η δουλειά που δεν δημιουργήθηκε σπάνια εμφανίζονται ως ζημιά. Μένουν οι χαμηλοί μισθοί, η ακριβή καθημερινότητα και οι νέοι που φεύγουν.

Πιο δύσκολο είναι όμως να παραδεχτούμε ότι η χώρα μας συχνά αδυνατεί να πάρει μια απόφαση και ακόμη περισσότερο να την εφαρμόσει μέχρι τέλους. Η καθυστέρηση έχει γίνει φόρος για την κοινωνία χωρίς όμως έσοδα για το κράτος.

Τον πληρώνουν οι εργαζόμενοι, οι καταναλωτές, οι επιχειρήσεις και τα παιδιά μας. Το κράτος εισπράττει μηδέν. Οι οργανωμένες μειοψηφίες κρατούν τα κεκτημένα τους και το πολιτικό σύστημα παίρνει ανάσα επειδή απέφυγε άλλη μία δύσκολη απόφαση.

Η διαφωνία είναι δικαίωμα. Η μόνιμη ομηρία της κοινωνίας είναι προνόμιο που χάρισε το πολιτικό σύστημα σε όσους έμαθαν να προκαλούν τη μεγαλύτερη ζημιά.

Η πολιτεία πρέπει να ακούει τους πάντες. Κάποια στιγμή όμως η συζήτηση οφείλει να τελειώνει. Η πολιτεία να αποφασίζει και να εφαρμόζει τον νόμο.

Διαφορετικά, …

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΙΣΛΑΜΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Αριστερή τρομοκρατία, δημοκρατία και κράτος

Image 

 

Της ΣΩΤΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

Tο 1957, στο δοκίμιό του σε δύο μέρη «Πορτρέτο του Αποικιοκρατούμενου – Πορτρέτο του Αποικιοκράτη» (με πρόλογο του Σαρτρ), ο Albert Memmi διερεύνησε τη σχέση της αριστεράς με την τρομοκρατία.

Ο Μemmi, που, ως Τυνήσιος Εβραίος, είχε οδηγηθεί στον σοσιαλιστικό σιωνισμό και στο αντιαποικιοκρατικό κίνημα, επέμενε ότι η αριστερά «καταδίκαζε την τρομοκρατία και τις πολιτικές δολοφονίες ως ενέργειες ασταθών, ύποπτων και ανεξέλεγκτων στοιχείων» που φαίνονταν «ακατανόητες, σκανδαλώδεις και πολιτικά παράλογες», ειδικά όταν αφορούσαν «τον θάνατο παιδιών ή ατόμων άσχετων με τον ταξικό αγώνα». Αλλά αυτή η υπόθεση ήταν ήδη ξεπερασμένη όταν την έγραφε ο Memmi. Είχε ήδη συναφθεί στενή σχέση μεταξύ της αριστεράς και της τρομοκρατίας: όχι η παλιομοδίτικη παραλλαγή της που είχε στόχο τσάρους και εκπροσώπους της αυτοκρατορικής εξουσίας, αλλά εκείνη με «συμβολικό» σκοπό που στρεφόταν εναντίον άοπλων πολιτών.

Στην πραγματικότητα, αυτή η σχέση ξεκίνησε με τον πόλεμο της Αλγερίας και θα επιταχυνόταν στη διάρκεια των δεκαετιών του 1960 και 1970 και πέραν αυτών, με τη δράση των Ερυθρών Ταξιαρχιών, της Συμμορίας Μπάαντερ-Μάινοφ, του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (μαζί με τα παρακλάδια του), του Ιαπωνικού Ερυθρού Στρατού, των Weathermen, καθώς και ενός φάσματος ομάδων που συνέθεταν την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Όπως διακήρυττε εκείνη την εποχή ο Αιγύπτιος κομμουνιστής διανοούμενος Μοχάμεντ Σιντ-Αχμέντ, η Παλαιστινιακή Υπόθεση ενέπνεε την αριστερή τρομοκρατία στη Δύση και στην Ανατολή, τόσο με τις επιδιώξεις της όσο και με τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε.

Πράγματι, οι παλαιστινιακές ομάδες αναβάθμισαν με θεαματικές αεροπειρατείες και σφαγές την αριστερή τρομοκρατία η οποία είχε ταυτιστεί με αναρχικούς τύπου Ravachol, Auguste Vaillant, Émile Henry και Gaetano Bresci· οι Παλαιστίνιοι προσέδωσαν στην τρομοκρατία αύρα ιερότητας. Αυτό το στοιχείο έλειπε από τις βομβιστικές επιθέσεις και τις δολοφονίες που διέπρατταν οι υποστηρικτές της «προπαγάνδας της πράξης» του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, αλλά όχι από τους ίδιους τους δράστες οι οποίοι αναδεικνύονταν σε ήρωες επειδή τιμωρούνταν σκληρά για τις πράξεις τους. Οπωσδήποτε, η προπολεμική ιδέα για τον Νόμο και την Τάξη διέφερε ριζικά από τη σημερινή.

Οι τρομοκράτες του μεταπολεμικού κόσμου συνδύαζαν τον ταξικό με τον αντιαποικιακό αγώνα και πρόβαλλαν υπαρκτά πρότυπα κοινωνικής οργάνωσης: αν και εμπνέονταν από την ιδέα της Συμμορίας του Bonnot ότι οι ένοπλες ληστείες λειτουργούν ως «επαναστατική απαλλοτρίωση» του πλούτου των αστών, πολλοί ήταν κινεζόφιλοι μαοϊκοί, οπαδοί του Φιντέλ Κάστρο και διεθνιστές που όφειλαν αλληλεγγύη στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του επονομαζόμενου τότε Τρίτου Κόσμου.

Αν και δεν συμφωνούσαν όλοι οι αριστεροί με τις τρομοκρατικές πρακτικές, οι επιφυλάξεις τους βασίζονταν συνήθως σε ωφελιμιστικά κριτήρια —στο ότι, για παράδειγμα, η τρομοκρατία εναντίον μεμονωμένων πολιτών αποξενώνει τους λαούς και τους ωθεί προς τα δεξιά. Καθώς φοβούνταν μήπως χαρακτηριστούν συντηρητικοί και ηθικολόγοι, μερικοί χαρακτήριζαν τους αριστερούς τρομοκράτες «προβοκάτορες», ρίχνοντας, βολικά, το φταίξιμο στο δεξιό Κατεστημένο που συνωμοτούσε για να αφαιρέσει από την αριστερά το ηθικό πλεονέκτημα.

Στη συνέχεια, οι αριστερές τρομοκρατικές ομάδες του 20ού αιώνα εξαρθρώθηκαν, ενώ η αριστερά κατήγγελλε τον «αυταρχισμό» του κράτους, δικαιολογούσε «υπό όρους» τις τρομοκρατικές πράξεις και εξήρε τον ηρωισμό των ανταρτών πόλεων. Στο μεταξύ, ενισχύθηκε και επεκτάθηκε η ισλαμιστική τρομοκρατία, η οποία, αν και δεν σχετίζεται με τον μαρξισμό, κέρδισε την ανοχή και τη συμπάθεια του μαρξιστικού και αναρχικού χώρου: Ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου.

Μολονότι οι αριστεροί υποστηρικτές της Αλ Κάιντα, του ISIS, των Ταλιμπάν ή της Μπόκο Χαράμ δεν εκφράζονται ανοιχτά, αντιμετωπίζουν τη Χαμάς, την Ισλαμική Τζιχάντ και τη Χεζμπολάχ ως αντιστασιακή και αντιαποικιοκρατική απάντηση στη «δεξιά» τρομοκρατία του Ισραήλ.

Αυτή η εξελικτική γραμμή από τον αναρχισμό στην άκρα αριστερά και στη θρησκευτική τρομοκρατία δεν περιλαμβάνει ούτε την κρατική τρομοκρατία —όπως εκείνη που ακολούθησε τη Γαλλική Επανάσταση, την Οκτωβριανή Επανάσταση, την επικράτηση των Ναζί στη Γερμανία— ούτε την κοινωνική τρομοκρατία όπως εκείνη της Κου Κλουξ Κλαν· παρ’ όλ’ αυτά, όλες οι τρομοκρατικές ομάδες υψηλής δυναμικότητας μοιράζονται την ίδια στρατηγική εκφοβισμού. Άλλωστε, οι εσωτερικές δομές αυτών των ομάδων είναι όμοιες: ο Ιαπωνικός Ερυθρός Στρατός, αν και τα μέλη του δήλωναν αριστεροί επαναστάτες, ήταν ακραίος φασιστικός, πουριτανικός, μισογυνικός μηχανισμός — όπως οι ισλαμιστικές οργανώσεις. Όσο για τους ισλαμιστές, τους επονομαζόμενους μοναχικούς λύκους, που μαχαιρώνουν τυχαία άτομα στις δυτικές χώρες, μοιάζουν με τους αναρχοκομμουνιστές που σκότωναν επιχειρηματίες και πολιτικούς εξίσου «τυχαία», βάσει κάποιας ιδεοληψίας χωρίς αντιστοιχία με την πραγματικότητα.

Εφόσον για τους αναρχικούς το ζητούμενο είναι η δικαιοσύνη και η κοινωνική ισότητα, ενώ για τους ισλαμιστές είναι η καταστροφή της Δύσης και η επιβολή της Σαρία, αν βρίσκονταν μαζί σε ένα δωμάτιο, ίσως, παρά την αναγνώριση του κοινού εχθρού, να σκότωναν ο ένας τον άλλον. Πράγμα που δεν αίρει το γεγονός ότι μοιράζονται την πεποίθηση της μανιχαϊστικής διαίρεσης μεταξύ του απόλυτου Καλού και απόλυτου Κακού· το ότι η ανατροπή της τάξης του κόσμου είναι ιερός σκοπός· ότι μόνο η βία μπορεί να φέρει πραγματική αλλαγή· ότι οι ηθικές υποχρεώσεις είναι μέρος της δόλιας δυτικής μυθολογίας. Αμφότερες οι παραλλαγές τρομοκρατών προβάλλουν ένα αποκαλυπτικό όραμα στο οποίο αυτός ο κόσμος αντικαθίσταται από έναν άλλον μέσω της αφοσίωσης που επιτρέπει την προσωπική θυσία και μέσω της πίστης ότι όσοι δρουν επαναστατικά θα γίνουν μάρτυρες.

Οι εξτρεμιστές αντιπροσωπεύουν πάντοτε μια μικρή μειονότητα. Ωστόσο κινητοποιούν τεράστιο αριθμό ανθρώπων, μερικοί από τους οποίους καταφεύγουν σε βιαιοπραγίες για να επιβάλουν στους άλλους την ιδεολογία τους. Εξάλλου, υπάρχει πάντοτε το πρόβλημα της παθητικής και ενεργητικής ανοχής, της συστηματικής θώπευσης εκ μέρους των αριστερών διανοουμένων και της μυθοποίησης του κοινωνικού περιθωρίου στο οποίο οι τρομοκράτες συνωθούνται μαζί με κάθε λογής παραβάτες και τους ακτιβιστές συνηγόρους τους. Αλλά ακόμα και όταν τα άτομα εμφανίζονται ως «μοναχικά», παραμένουν συνδεδεμένα με όσους συμμερίζονται τις πεποιθήσεις τους· το να μιλάμε για μοναχικούς λύκους υπονοεί αγέλη λύκων. Οι τρομοκράτες μαθαίνουν από άλλους τρομοκράτες.

Στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες τα όρια της νομιμότητας έχουν ξεχειλώσει. Αν και στις περισσότερες δεν υφίσταται πλέον φαινόμενο αριστερής τρομοκρατίας τύπου Ερυθρών Ταξιαρχιών ή 17ης Νοέμβρη, το μαύρο μπλοκ δραστηριοποιείται σε όλες ανεξαιρέτως τις μαζικές εκδηλώσεις υποδαυλίζοντας ταραχές, ενώ ταυτοχρόνως, η άκρα αριστερά, είτε συμμετέχει στα κοινοβούλια είτε όχι, επωφελείται της προσοχής των ΜΜΕ: η δράση της με ακραία συνθήματα και βανδαλισμούς αποκτά δυσανάλογη ορατότητα, με τις κρατικές αρχές να βρίσκονται μονίμως σε θέση απολογητικής άμυνας για δήθεν κατάχρηση εξουσίας και άσκηση αστυνομικής βίας.

Διαδοχικά κύματα μικροτρομοκρατίας παρατηρούνται ιδιαίτερα στην Ελλάδα και στη Γαλλία όπου ομάδες ultras οργανώνουν «δράσεις» εναντίον προσώπων, συγκρούονται με την αστυνομία, καταστρέφουν δημόσια και ιδιωτική περιουσία (χωρίς κίνδυνο να τους ζητηθεί αποζημίωση) και συνεργάζονται με ληστές και ναρκεμπόρους —όλα είναι εύκολα στο πλαίσιο της δημοκρατίας όπου σπανίως διώκεται η προτροπή σε βία, η ηθική αυτουργία, η κατοχή εμπρηστικών υλικών, οι επιθέσεις σε αστυνομικούς και η διατήρηση της «εξεγερσιακής κατάστασης». Αυτή την κατάσταση απολαμβάνουν πρωτίστως νεαροί με διαταγμένο ψυχισμό, αλλά και ηλικιωμένοι που τους αναθέτουν τον ακτιβισμό χειροκροτώντας από το θεωρείο του Μάπετ Σόου.

Η ελληνική περίπτωση εμφανίζει χαρακτηριστικά στασιμότητας. Μεγάλο μέρος των Ελλήνων φαίνεται να μην επιθυμεί συναίνεση και κοινωνική συνοχή, ενώ ταυτοχρόνως, σύμφωνα με τις σχετικές δημοσκοπήσεις, πιστεύει ότι οι θεσμοί είναι ανούσιοι και διεφθαρμένοι. Η εύλογη διαπίστωση περί δυσλειτουργικού κράτους διαφέρει ριζικά από την απαξίωση της ιδέας του κράτους: αυτή η τελευταία στάση συνιστά, πάνω-κάτω, το περιεχόμενο του μηδενισμού, ο οποίος εκδηλώνεται με ριζοσπαστικό σκεπτικισμό όχι μόνον έναντι οποιασδήποτε διακυβέρνησης αλλά γενικότερα έναντι της οργανωμένης κοινωνίας —πράγμα που σημαίνει μισανθρωπισμό (ακραία εκδήλωση του οποίου ήταν οι δολοφονίες στη Marfin), κατεδάφιση και χορό επί των ερειπίων. Πολλοί Έλληνες είναι ανεπίγνωστα ή και συνειδητά, μηδενιστές, που, αν και δεν έχουν ιδέα ούτε για την ιδεολογία των Ρώσων υπερεπαναστατών του 19ου αιώνα, ούτε για την ιστορική τους συνέχεια, επιδιώκουν την κατάρρευση της πολιτικής και κοινωνικής τάξης —κι όπου βγει. Όσο για τις συμμορίες, όπως προκύπτει από την ποικιλία των συνθημάτων τους, φρονούν ότι «η κοινωνία είναι βόθρος» και ότι ζουν υπό χουντική τυραννία.

Συμφωνεί μαζί τους, ρητά ή υπόρρητα, η αριστερά και πολλοί φιλοσοφίζοντες που εγκωμιάζουν τον παραλογισμό και το χάος. Ίσως δεν το εννοούν πραγματικά· ίσως πρόκειται για μια από τις πόζες εκείνων των διανοουμένων με ακαταμάχητη ροπή προς το λάθος που δεν συνειδητοποιούν τις συνέπειες των υποδείξεών τους.

Ούτε οι αρχές έχουν σαφή εικόνα της πραγματικότητας: ότι δηλαδή η άκρα αριστερά και γενικότερα ο εξτρεμισμός έχει κατακτήσει εδάφη —τα Εξάρχεια, τα πανεπιστήμια, τις ΜΚΟ— ασκώντας βία, προωθώντας ισλαμοφιλία και αντισημιτισμό, επιβάλλοντας μετριότητα και παραβιάζοντας τους νόμους του κράτους.

Ο μηδενισμός παρεισφρέει σε αμφότερα τα πολιτικά άκρα, αλλά συνήθως η άκρα δεξιά τιμωρείται και περιθωριοποιείται.

Αντιθέτως, η άκρα αριστερά…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΦΑΣΙΣΤΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Θεσσαλονίκη-Μαρφίν: Το ηθικό πλεονέκτημα και οι άτυχοι «κυρ-Παντελήδες»

https://www.protagon.gr/wp-content/uploads/2026/07/thessaloniki-marfin-hypocrisy-pr.jpg

 

Του ΑΡΓΥΡΗ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗ

Δεν εννοώ τα ορυχεία του Μάντσεστερ. Εννοώ την Αντίπαρο και τα ακριβά εστιατόρια της Αίγινας. Δεν έφτασε ποτέ για unboxing στη ζώνη του Περάματος το πολυτελές πακέτο που φέρει την επιγραφή «ηθικό πλεονέκτημα».

Στη Φιλοθέη και στο Ψυχικό όμως έφτασε και ταίριαξε με πολλά. Υπάρχει ωραιότερο πράγμα στον κόσμο από το να έχεις και τον σκύλο χορτάτο και την πίτα ολόκληρη, από το να απολαμβάνεις την «καλή ζωή» αλλά να είσαι και με «το δίκιο»;

Τι ωραίοτερο από το να καταχεριάζεις τους μικροαστούς «που κοιτάζουν τη δουλίτσα τους» κάτω από το αρμυρίκι στη Σέριφο με παρεό των 900 ευρώ: «Τι να κάνουμε αν βρέθηκαν στη λάθος μεριά όταν έπεφταν μολότοφ;»

Αυτό είναι το πλήρες πακέτο.

Η πατρίδα μας το προσφέρει και, δόξα τω Θεώ, υπάρχουν άνθρωποι που δεν είναι καθόλου χαζοί για να αγνοήσουν τα προνόμια. Γι’ αυτό και παραμένουν ενεργοί συνδρομητές.

Μεταξύ μας, τώρα που η «κανονικότητα» αποδείχθηκε για μια ακόμη φορά χίμαιρα, μετά από τόσα σκάνδαλα και εν μέσω κυβερνητικά τροφοδοτούμενης (εδώ) πληθωριστικής κρίσης, αυτή είναι και η μόνη συνταγή ευδαιμονίας που διατίθεται. Ολα τα υπόλοιπα (όπως το να στριφογυρνάς ματαιωμένος στον κενό χώρο του Κέντρου ανάμεσα σε ηθικά υπερέχοντες από αριστερά και ακροκεντρώους από δεξιά) είναι για τους λάτρεις της ταλαιπωρίας.

Ενα απαραίτητο, λοιπόν, αξεσουάρ του εγχώριου πακέτου ευδαιμονίας που ονομάζεται «ηθικό πλεονέκτημα» είναι η βαθιά ενόχληση όταν ερευνώνται εγκλήματα (κανονικές δολοφονίες) που σχετίζονται με δήθεν κοινωνικούς αγώνες.

Το ξαναβλέπουμε (γιατί δεν είναι προφανώς κάτι καινούργιο) το τελευταίο διάστημα στα ΜΜΕ, στην πολιτική και στα social με αφορμή τη Θεσσαλονίκη και τη Μαρφίν. Είναι άραγε παραλογισμός να θεωρούνται a priori ύποπτες έως καταγέλαστες (και προφανώς αφορμή για καζούρα στα social) οι έρευνες της αστυνομίας για την εξιχνίαση δολοφονικών ενεργειών;

Καθόλου, είναι κάτι απολύτως συνεπές με τους συνδρομητικούς κανόνες του πακέτου ευδαιμονίας που ονομάζεται «ηθικό πλεονέκτημα». Το πακέτο αυτό είναι ιδανικό για τη χώρα μας διότι, εκτός από καλή ζωή και αίσθημα ηθικής ανωτερότητας, προσφέρει και το αντικειμενικό πλεονέκτημα της ασφάλειας. Διότι συντάσσεσαι με την πλευρά από την οποία εκτοξεύεται η μολότοφ και όχι με αυτή των «συμβιβασμένων μικροαστών – παράπλευρων απωλειών» στους οποίους ενίοτε καταλήγει το κύμα της φωτιάς στερώντας τους τη ζωή. «Αλλωστε τι σχέση έχουμε εμείς με τους μικροαστούς; Tough luck».

Αυτό είναι το πνεύμα των ημερών, και εξηγείται, καθώς αποτελεί ζωτικό τμήμα του lifestyle του ηθικού πλεονεκτήματος. Το οποίο παραγγέλνεις εγκαίρως αν δεν θες να ανήκεις στους «βλάκες» που ταλαιπωρούνται μια ζωή – και κάνει τη ζωή σου αμέσως καλύτερη.

Αλλωστε το «πακέτο» έχει ένα χαρακτηριστικό που καθιστά πολύ εύκολη την «είσοδο σε έναν κόσμο προνομίων»:

 Δεν απαιτείται να σου αποδώσει κάποιος άλλος τα εύσημα του «ηθικού πλεονεκτήματος». Δηλώνεις μόνος σου ότι «είσαι με το δίκιο», και όχι φυσικά με τους (άτυχους) «κυρ-Παντελήδες». Αυτό ήταν. Είσαι πλέον συνδρομητής.

Στη συνέχεια, ακόμη κι αν δεν έχεις χιούμορ, τα αστεία σου θα θεωρούνται ξεκαρδιστικά, ενώ ακόμη κι αν δεν έχεις δράμι ταλέντου θα θεωρείσαι σημαντικός καλλιτέχνης. Είναι τόσο απλό. Και διαρκεί για πάντα.

Με μια προϋπόθεση:

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΦΑΣΙΣΤΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: «Η Αριστερά θέλει να σε βρίζει κι εσύ να είσαι μούγκα στη στρούγκα»

 

Toυ ΣΑΚΗ ΜΟΥΜΤΖΗ 

Αυτά και άλλα πολλά απολαυστικά είπε ο γνωστός ηθοποιός Χάρης Ρώμας στην «Ομάδα της Αλήθειας».

Δεν πρωτοτύπησε στις διαπιστώσεις του, η επιθετικότητα της πλειοψηφίας των αριστερών στην άλλη άποψη είναι γνωστή, ιδίως στον χώρο των καλλιτεχνών. Όποιος καλλιτέχνης ξεφεύγει από τις γνωστές νόρμες, δηλαδή δεν στέκεται δίπλα στον «Άνθρωπο», δεν είναι κατά του «γενοκτονικού» κράτους, δεν είναι υπέρ μια «ανώτερης κοινωνίας», δε στηρίζει το ηρωικό καθεστώς της Κούβας, και όλα αυτά με την υπογραφή του, τότε δέχεται μια ανελέητη επίθεση τόσο από επώνυμα στελέχη της Αριστεράς όσο και από έναν όχλο στο Διαδίκτυο.

Όπως είπε ο Χάρης Ρώμας, η καλή του φίλη και συμπατριώτισσα η Νατάσσα Μποφίλιου έχει κάθε δικαίωμα να θέλει να ανέβει στο βουνό, όμως θα πρέπει να είναι σεβαστή και η θέση όσων δε θέλουν να ανέβουν στο βουνό. Τι να κάνουμε; Σε μια δημοκρατία όλες οι γνώμες θα πρέπει να ακούγονται χωρίς κατάρες και κραυγές.


Όμως, όταν κάποιοι πιστεύουν πως αυτοί εκφράζουν την πρόοδο και το απόλυτο καλό για τον Άνθρωπο, είναι επόμενο να κηρύσσουν πόλεμο στην αντίθετη άποψη.

Η λέξη «αντιδραστικός», με το ιδιαίτερα αρνητικό φορτίο, δεν προέκυψε τυχαία στην Ιστορία.

Ούτε προέκυψε τυχαία το διαβόητο «ηθικό πλεονέκτημα» το οποίο δίνει αίγλη και κύρος σε όσους διατείνονται πως είναι φορείς και κοινωνοί του. Διότι όταν είναι με τον «Άνθρωπο»-πάντα με «άλφα» κεφαλαίο - και υπέρ της «ειρήνης και κατά του πολέμου», είναι επόμενο να είναι ηθικά ανώτεροι από τους άλλους που είναι κατά του «Ανθρώπου» και υπέρ των πολέμων ή δε θέλουν να ανέβουν στο βουνό, στα περήφανα βήματα του Δου - Σου - Ε.

Στον καλλιτεχνικό χώρο - τα έχουμε πει και γράψει - η αριστερή ταυτότητα είναι το διαβατήριο για μια επιτυχημένη καριέρα ακόμα και για τους ατάλαντους, για τις μετριότητες. Είναι μεγάλο πράγμα, από το μηδέν, να σε καλούν να τραγουδήσεις σε ένα αριστερό φεστιβάλ μπροστά σε 20.000 κόσμο. Αρκεί να έχεις βάλει την υπογραφή σου στο σωστό κείμενο και να σήκωσες τη σωστή σημαία σε εκδήλωση ενός «προοδευτικού» Δήμου. Τα υπόλοιπα έρχονται από μόνα τους.

Στους διαφωνούντες σε όλο αυτό το σκηνικό που έχει στηθεί από την Μεταπολίτευση και μετά, το μόνο δικαίωμα που τους αναγνωρίζεται είναι στη σιωπή. Όπως το είπε ο Χάρης Ρώμας «μούγκα στη στρούγκα».

Είδαμε τι έπαθε ο Αθερίδης που τόλμησε να εκθειάσει την ΕΛΑΣ του Χρυσοχοΐδη για τις πρόσφατες συλλήψεις. Ή να θυμηθούμε τα όσα υπέστη η Γλυκερία, πριν από δύο χρόνια, επειδή δεν ακύρωσε προγραμματισμένη συναυλία της στο «γενοκτόνο» Ισραήλ.

Τα πιστόλια που εκτελούν συμβόλαια είναι πολλά και με άμεσα αντανακλαστικά. Σε πυροβολούν σε χρόνο dt. Η «προοδευτική» σφαίρα έχει άλλη χάρη.

Μια και βρισκόμαστε στον καλλιτεχνικό χώρο, όλοι αυτοί οι «πιστολέρο» του Διαδικτύου μας θυμίζουν…

 

ΔΙΕΘΝΗ "ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΕΝΩΜΕΝΑ" ΝΕΟΤΑΞΙΚΑ ΦΑΣΙΣΤΑΡΙΑ: Το μονοπώλιο της σκέψης

 Image

Image 

 Image

 

Toυ Αλέξανδρου Σκούρα

Ο Έρικ Γουάινσταϊν δεν είναι εύκολος συνομιλητής. Μαθηματικός, δημόσιος διανοούμενος, άνθρωπος της Σίλικον Βάλεϊ και μόνιμος ταραξίας των βολικών βεβαιοτήτων, έχει το ελάττωμα που κάθε σοβαρό πνευματικό κατεστημένο μισεί: επιμένει να ρωτά γιατί.

Στην πρόσφατη συζήτησή του με τον Τζο Ρόγκαν επανέφερε έναν όρο που αξίζει να μας απασχολήσει πολύ πέρα από τη θεωρητική φυσική: TOGIT, δηλαδή The Only Game In Town, το «μοναδικό παιχνίδι στην πόλη».

Με αυτό περιγράφει την κουλτούρα όπου ένα ερευνητικό πρόγραμμα, όπως η θεωρία χορδών, παύει να είναι απλώς μία ενδιαφέρουσα υπόθεση και μετατρέπεται σε θεσμικό μονοπώλιο κύρους, χρηματοδότησης και νομιμοποίησης. 

Το πρόβλημα δεν είναι η θεωρία χορδών.

Το πρόβλημα είναι η εξουσία χωρίς ανταγωνισμό. Όταν μία ιδέα αποκτά το προνόμιο να αποφασίζει ποιες άλλες ιδέες αξίζουν να ακουστούν, η επιστήμη αρχίζει να θυμίζει γραφειοκρατία. Και όταν η γραφειοκρατία εισβάλλει στη γνώση, το αποτέλεσμα δεν είναι συναίνεση. Είναι πνευματική στασιμότητα με ακαδημαϊκό λεξιλόγιο.

Εδώ βρίσκεται η φιλελεύθερη ουσία του ζητήματος.

Η ελεύθερη κοινωνία δεν στηρίζεται μόνο στην αγορά αγαθών. Στηρίζεται και στην αγορά ιδεών.

Ο Μίλ δεν υπερασπίστηκε την ελευθερία του λόγου επειδή όλες οι γνώμες έχουν την ίδια αξία. Την υπερασπίστηκε επειδή καμία εξουσία δεν πρέπει να αποφασίζει εκ των προτέρων ποια γνώμη επιτρέπεται να δοκιμαστεί. Η αλήθεια χρειάζεται αντιπάλους. Χωρίς αντιπάλους γίνεται δόγμα. Και το δόγμα, ακόμη και όταν φορά εργαστηριακή ποδιά, παραμένει δόγμα.

Η υπόθεση Γουάινσταϊν έχει αξία ακριβώς επειδή δεν απαιτεί να τον πιστέψουμε. Δεν χρειάζεται να δεχθούμε τη δική του θεωρία των πάντων, τη Geometric Unity, ούτε να προσποιηθούμε ότι η επιστημονική κοινότητα οφείλει να χειροκροτεί κάθε αιρετική ιδέα. Η επιστήμη έχει φίλτρα και πρέπει να έχει φίλτρα. Άλλο όμως φίλτρο και άλλο κλειστή συντεχνία. Άλλο αξιολόγηση και άλλο τελετουργική αποβολή των ενοχλητικών.

 

Αυτό το μάθημα αφορά και την Ελλάδα. Ζούμε σε μια χώρα όπου το TOGIT δεν περιορίζεται στα πανεπιστήμια.

Το βλέπουμε στην οικονομία, όπου το κράτος παρουσιάζεται ακόμη ως ο φυσικός οργανωτής της ευημερίας. Το βλέπουμε στην παιδεία, όπου κάθε πραγματική μεταρρύθμιση σκοντάφτει στην ιερή αγελάδα της ακινησίας. Το βλέπουμε στη δημόσια διοίκηση, όπου η αποτυχία δεν καταργεί ποτέ το μοντέλο που την παρήγαγε. Όπως συχνά δείχνει η στήλη, το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι η απουσία έξυπνων ανθρώπων, αλλά η επιμονή μας να τους περνάμε μέσα από μηχανισμούς που τιμωρούν την πρωτοβουλία και επιβραβεύουν τη συμμόρφωση. 

Η Δύση έγινε σπουδαία επειδή δεν είχε ένα μόνο παιχνίδι στην πόλη. Είχε πανεπιστήμια που ανταγωνίζονταν, πόλεις που πειραματίζονταν, εμπόρους που ρίσκαραν, αιρετικούς που ενοχλούσαν και θεσμούς που, έστω αργά, έμαθαν να ανέχονται τη διαφωνία. Όποτε ξέχασε αυτή τη συνταγή, παρήγαγε παρακμή με καλές προθέσεις.

Ο Γουάινσταϊν μπορεί να έχει δίκιο σε πολλά ή να κάνει λάθος σε ακόμη περισσότερα. Αυτό είναι σχεδόν δευτερεύον.

Το κρίσιμο είναι ότι μας θυμίζει κάτι που οι φιλελεύθεροι δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούν:

Kαμία πρόοδος δεν γεννήθηκε από μονοπώλιο. Ούτε στην αγορά, ούτε στην πολιτική, ούτε στην επιστήμη.

Όταν κάποιος μας λέει ότι υπάρχει μόνο ένα παιχνίδι στην πόλη, η σωστή απάντηση είναι απλή: τότε...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΣΤΑΛΙΝΟ-ΦΑΣΙΣΤO-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: «Ας πάνε στο δικαστήριο να αποδείξουν την αθωότητά τους»

 

Νέο αιχμηρό σκίτσο του Αρκά με τον... Ρασπούτιν 

Του ΣΑΚΗ ΜΟΥΜΤΖΗ 

Αυτό είναι το δόγμα Ρασπούτιν που υιοθέτησε ασμένως η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Και πώς να μην το υιοθετήσει όταν έρχεται από τα βάθη της Ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος. «Καλύτερα 10 αθώοι στη φυλακή, παρά ένας εχθρός του λαού ελεύθερος». Επάνω σε αυτό το επαναστατικό πρόταγμα εκατομμύρια άνθρωποι εξορίστηκαν, βασανίστηκαν, δολοφονήθηκαν στη δεκαετία του 1930 και όχι μόνο.

Το θυμήθηκα καθώς διάβασα την παλιότερη δήλωση του Σταύρου Κοντονή στην οποία μιλούσε για ένα παρα-υπουργείο Δικαιοσύνης που στήθηκε μέσα στο Μέγαρο Μαξίμου, ενώ αυτός ήταν ο υπουργός Δικαιοσύνης.

Φυσικά τίποτα τέτοιο δε θα μπορούσε να γίνει εν αγνοία του τότε πρωθυπουργού Α. Τσίπρα. Μην κοιτάτε που σήμερα κάποια από τα θύματα της σκευωρίας Νοβάρτις συναγελάζονται με τους διώκτες τους. Η πολιτική τα έχει αυτά και σταματώ εδώ. (Προς το παρόν).

Το ερώτημα είναι ένα: πόσες από τις ευαίσθητες αριστερές ψυχούλες που σήμερα κόπτονται για το τεκμήριο αθωότητας των υπόπτων για την Μαρφίν και τον φόνο της Βάγιας Νέστορα, τότε, στην εποχή των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ επικαλέστηκαν το ίδιο τεκμήριο και για τους κατηγορούμενους στην υπόθεση Νοβάρτις;

Ελάχιστοι. Οι περισσότεροι σφύριζαν αδιάφορα, καθώς έτσι πίστευαν ότι μπορεί να κερδίσουν και πάλι τις εκλογές.

Όταν μια από τις βασικές αρχές του κράτους δικαίου, ένα από τα θεμέλια του νομικού μας πολιτισμού εργαλειοποιείται και τίθεται στην υπηρεσία κομματικών σκοπιμοτήτων, τότε όσοι το επικαλούνται περιστασιακά, απλώς φανερώνουν τον καιροσκοπισμό τους και δηλώνουν την υποκρισία τους. Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να πλήρωσε αυτές τις αμαρτίες του, όμως οι διανοούμενοι αυτού του χώρου που σιωπούσαν σε όσα γίνονταν μπροστά στα μάτια τους, είναι προκλητικό σήμερα να βγαίνουν μπροστά με σημαία το τεκμήριο της αθωότητας των φερόμενων ως δραστών σε πράξεις τρομοκρατίας.

Με τον τρόπο που στήθηκε η σκευωρία Νοβάρτις, πήγε να στηθεί και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Και στις δύο περιπτώσεις τα σκάνδαλα ήταν υπαρκτά, όμως έγινε απόπειρα να στοχοποιηθούν πολιτικά πρόσωπα και όχι οι πραγματικοί παραβάτες. Και στις δύο περιπτώσεις το τεκμήριο της αθωότητας είχε ακυρωθεί και οι βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος εθεωρούντο εκ προοιμίου ένοχοι, από ένα ολόκληρο σύστημα πολιτικό, δικαστικό, μιντιακό. Σκοπός ήταν, ιδίως στον ΟΠΕΚΕΠΕ, να αναδιαμορφωθεί ο πολιτικός συσχετισμός δυνάμεων, να ανακοπεί η δημοσκοπική άνοδος της Νέας Δημοκρατίας. Και η δουλίτσα πέτυχε.

Το τεκμήριο της ενοχής απέχει από το τεκμήριο της αθωότητας, όσο ο ολοκληρωτισμός από τη δημοκρατία. Όσοι σιωπούσαν για τα πεπραγμένα της περιόδου 2015-2019, συμπεριλαμβάνω σε αυτά και τις υποκλοπές με «προοδευτικό» πρόσημο, σήμερα καλύτερα να μη μιλούν, για να μην προκαλούν.

Μπορούν ευθέως να συμπαρασταθούν στους συλληφθέντες, χωρίς να προβάλλουν το τεκμήριο της αθωότητάς τους, όχι διότι δεν το έχουν, αλλά διότι …

 

ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΑΝΑΡΧΟ-ΑΠΛΥΤΩΝ εθνικών σουργελο-ΦΑΣΙΣΤΑΡΑΔΩΝ κωμωδία

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΦΑΣΙΣΤΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ρητορικός πληθωρισμός

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του Αλέξανδρου Σκούρα

Ο πληθωρισμός δεν αφορά μόνο το χρήμα. Αφορά κάθε σύστημα αξίας που καταρρέει όταν κάποιοι παράγουν υπερβολικά πολλά σύμβολα χωρίς αντίκρισμα.

Όταν ένα κράτος τυπώνει χρήμα αλόγιστα, το νόμισμα χάνει την αξία του.

Όταν μια κοινωνία τυπώνει ηθικές κατηγορίες αλόγιστα, οι λέξεις χάνουν τη δύναμή τους.

Η Ελλάδα το έζησε αυτό μετά τη Μεταπολίτευση. Το τέλος της δικτατορίας δεν έφερε μόνο την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Έφερε και μια ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς που για δεκαετίες μοίραζε πιστοποιητικά δημοκρατικών φρονημάτων. Όποιος δεν ανήκε στον δικό της κόσμο μπορούσε εύκολα να βαφτιστεί φασίστας, χουντικός, ακροδεξιός, νεοφιλελεύθερος. Αργότερα προστέθηκε και ο ρατσιστής.

Δεν είχε μεγάλη σημασία τι ακριβώς έλεγες.

Αν υπερασπιζόσουν την αγορά, ήσουν κοινωνικά ανάλγητος.

Αν μιλούσες για νόμο και τάξη, μύριζες χωροφυλακή.

Αν ήσουν αντικομμουνιστής, κουβαλούσες δήθεν εμφυλιοπολεμικά σύνδρομα.

Αν αγαπούσες την πατρίδα σου χωρίς να ζητάς συγγνώμη, κάτι ύποπτο έκρυβες.

Ο μη αριστερός έπρεπε διαρκώς να απολογείται για εγκλήματα που δεν είχε διαπράξει.

Έτσι σπαταλήθηκε η πιο βαριά λέξη του ελληνικού πολιτικού λεξιλογίου. Ο φασίστας έγινε τεμπέλικη βρισιά. Χρησίμευε λιγότερο για να περιγράψει πραγματικούς εχθρούς της ελευθερίας και περισσότερο για να κλείσει στόματα. Αντί για επιχείρημα, ταμπέλα. Αντί για αντιπαράθεση, ηθική εκτέλεση.

Ύστερα εμφανίστηκε η Χρυσή Αυγή. Ναζί κανονικοί, όχι ως μεταφορά, όχι ως υπερβολή, όχι ως βολική βρισιά σε τηλεοπτικό πάνελ. Αλλά με τάγματα εφόδου, ναζιστικά σύμβολα, τραμπουκισμό, οργανωμένη βία και δολοφονική δράση. Τότε φάνηκε το κόστος του ρητορικού πληθωρισμού. Είχαμε χρησιμοποιήσει τη λέξη «φασίστας» τόσο συχνά για ανθρώπους που απλώς δεν ήταν αριστεροί, ώστε όταν χρειάστηκε να περιγράψουμε τους πραγματικούς φασίστες, η κοινωνία είχε ήδη αποευαισθητοποιηθεί.

 

Αυτό δεν αδίκησε μόνο όσους συκοφαντήθηκαν. Έβλαψε τη δημοκρατία. Μια κοινωνία που χρησιμοποιεί τα ισχυρότερα ηθικά της όπλα για καθημερινές πολιτικές διαφωνίες μένει άοπλη όταν εμφανίζεται το πραγματικό τέρας. Όταν όλοι είναι φασίστες, ο φασίστας κρύβεται μέσα στον θόρυβο.

Σήμερα βλέπουμε την ίδια ασθένεια με άλλα ονόματα. Ρατσιστής. Ακροδεξιός. Ομοφοβικός. Τρανσφοβικός. Σεξιστής. Μισογύνης. Χοντροφοβικός. Οι λέξεις αυτές περιγράφουν υπαρκτά κακά ή υπαρκτές μορφές κοινωνικής περιφρόνησης. Ακριβώς γι’ αυτό δεν πρέπει να τις πετάμε σαν χαρτοπόλεμο.

Στον σημερινό δημόσιο διάλογο, όμως, αρκεί να αποκλίνεις από την προοδευτική ορθοδοξία για να βρεθείς στο εδώλιο.

Να ζητήσεις σοβαρή μεταναστευτική πολιτική.

Να μιλήσεις για εγκληματικότητα.

Να υπερασπιστείς τα σύνορα.

Να εκφράσεις επιφυλάξεις για την ιδεολογία φύλου στα σχολεία.

Να αναρωτηθείς για τη συμμετοχή διεμφυλικών ατόμων στον γυναικείο αθλητισμό.

Να πεις ότι η ελευθερία του λόγου προστατεύει και δυσάρεστες απόψεις.

Αμέσως μπαίνει η σφραγίδα.

Αυτή δεν είναι ευαισθησία. Είναι ρητορικός πληθωρισμός. Είναι η υπερπαραγωγή ηθικού χρήματος από ανθρώπους που νομίζουν ότι μπορούν να τυπώνουν κύρος χωρίς κόστος.

Όμως το κόστος πάντα έρχεται. Έρχεται όταν οι πολίτες σταματούν να ακούνε. Έρχεται όταν η κατηγορία παύει να σοκάρει και όταν η κοινωνία κουράζεται να τη μαλώνουν όσοι μπέρδεψαν την πολιτική διαφωνία με την αμαρτία και τον εξοστρακισμό.

Η φιλελεύθερη δημοκρατία δύσκολα επιβιώνει έτσι. Χρειάζεται σκληρή αντιπαράθεση, ανοχή στη διαφωνία, και όχι τελετές δημόσιας αποκήρυξης. Χρειάζεται πολίτες που μπορούν να διαφωνούν χωρίς να θεωρούν ότι επειδή διαφωνούν οι έχοντες την αντίθετη άποψη είναι εχθροί τους.

Ο δημόσιος λόγος λειτουργεί την αγορά. Το νόμισμά του είναι οι λέξεις. Όταν τις υποτιμούμε, δεν γινόμαστε πιο ενάρετοι. Γινόμαστε πιο ανίκανοι να ξεχωρίσουμε το λάθος από το κακό και το κακό από το τερατώδες.

Γι’ αυτό οι κατηγορίες σήμερα αγοράζουν όλο και λιγότερη κοινωνική κατακραυγή. Όχι επειδή οι πολίτες έγιναν πιο ρατσιστές, πιο σκληροί ή πιο αδιάφοροι. Αλλά επειδή οι εισαγγελείς της ηθικής υποτίμησαν το ίδιο τους το νόμισμα.

Το τραγικό της υπόθεσης είναι ότι…

 

ΝουΔο-γαλαζαίοι ΕΘΝΙΚΟΙ ΚΡΥΦΟ-ΣΤΑΛΙΝΑΡΑΔΕΣ: Πώς η κυβερνητική πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης καθιστά απόλυτα ελεγχόμενη τη Δικαιοσύνη

 

 
 

Του Γεωργίου Ι. Μάτσου

Η κυβερνητική πρόταση  συνταγματικής αναθεώρησης, εκπλήσσει με την ένταση των μεθοδεύσεων εμβάθυνσης και εδραίωσης του κυβερνητικού ελέγχου κράτους και κοινωνίας με τρόπο έντεχνο και όχι ευθέως ορατό.

Πρώτιστη μεθόδευση, ο ασφυκτικός έλεγχος της Δικαιοσύνης, του κρισιμότερου κατά Τσίπρα "αρμού της εξουσίας", που ‘πρέπει’ να ελέγξει όποιος πολιτικός επιδιώκει διαιώνιση και απολυτοποίηση της εξουσίας του.

Κύριοι άξονες εμβάθυνσης και διεύρυνσης του ελέγχου της Δικαιοσύνης όχι από την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά εντέλει από το σημερινό κυβερνών κόμμα, οι εξής:

α) Μεταφορά αρμοδιότητας επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση στη Βουλή και, εμμέσως, στο ισχυρότερο κοινοβουλευτικό κόμμα.

β) Μετατροπή τού, αυξημένα ελεγχόμενου από τη διορισμένη από τη Βουλή ηγεσία της Δικαιοσύνης, Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 (ΑΕΔ) σε συνταγματικό υπερ-δικαστήριο.

Ιδού πώς μεθοδεύονται αυτά, με αφετηρία την κυβερνητική πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 90 παρ. 5 περί επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης:

"Προαγωγές στις θέσεις των ανωτάτων δικαστών από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή, χωρίς κυβερνητική παρέμβαση, από κατάλογο τριών δικαστών για κάθε θέση που προτείνονται από τις οικείες ολομέλειες.".

Η πρόταση δεν αναφέρεται σε "προέδρους και αντιπροέδρους" των ανωτάτων δικαστηρίων, όπως το σημερινό άρθρο 90 παρ. 5, αλλά κατά γράμμα σε "ανώτατους δικαστές" γενικώς! Η ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή θα αποφασίζει και ποιοι θα γίνονται Αρεοπαγίτες ή Σύμβουλοι Επικρατείας. Το άρθρο 90 παρ. 2, περί προαγωγών ανωτάτων δικαστών, θα παρακάμπτεται από το άρθρο 90 παρ. 5, που προφανώς θα επαναπροσδιορίζει τις κρίσεις της παρ. 2 ως "προτάσεις" (τριών προσώπων), από τις οποίες θα επιλέγονται οι προαγόμενοι δικαστές.

 

Συγκρίνοντας μάλιστα κυβερνητικές προτάσεις αναθεώρησης άλλων άρθρων (π.χ. του άρθρου 86), που ρητώς αναφέρονται σε αποφάσεις "με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών", τούτο σημαίνει εξ αντιδιαστολής ότι οι αποφάσεις για τις προαγωγές ανωτάτων δικαστών, θα λαμβάνονται με σχετική πλειοψηφία.

Αυτό, για έναν ακόμη λόγο: Δεν μπορεί να εξαρτάται η επιλογή όλων των ανωτάτων δικαστών από το εάν διαμορφώνεται κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Πόσο μάλλον που σήμερα οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ανέφικτη την αυτοδυναμία.

Με δεδομένο αυτό και επειδή οι κοινοβουλευτικές επιτροπές διαμορφώνονται αναλόγως την κοινοβουλευτική δύναμη των κομμάτων, το πρώτο μη αυτοδύναμο κόμμα θα μπορεί:

1) Να εκμεταλλευτεί την προβλέψιμη αδυναμία του πολυδιασπασμένου λοιπού κοινοβουλίου να συμφωνήσει σε συγκεκριμένα πρόσωπα, ώστε να αποφασίζει μόνο του για τους προαγόμενους ανώτατους δικαστές με τη σχετική του πλειοψηφία.

2) Να διαμορφώνει συγκυριακές απόλυτες πλειοψηφίες με άλλα, μικρότερα κόμματα, όπως έπραξε τον Σεπτέμβριο 2023 με την Ελληνική Λύση για την Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου Επικοινωνιών.

3) Να επιτυγχάνει την αδιόρατη συνειδησιακή ‘υποταγή’ προς αυτό κρισίμου τμήματος εκ των φιλόδοξων ανώτερων δικαστικών λειτουργών (ιδίως Προέδρων Εφετών και Εισαγγελέων Εφετών), αφού κυρίως αυτό θα αποφασίζει την προαγωγή τους, ασχέτως εάν μετέχει ή όχι στην κυβέρνηση.

Η κυβέρνηση μεθοδεύει συνεπώς την εκ μέρους της επιλογή ή πάντως ισχυρή επιρροή επί της ηγεσίας της Δικαιοσύνης είτε παραμείνει μετεκλογικά μη αυτοδύναμη κυβέρνηση, είτε ακόμη ως αντιπολίτευση μεν, πρώτο κοινοβουλευτικό κόμμα δε.

Από μόνη της η κυβερνητική αυτοαντίληψη ότι θα παραμένουν τάχα "αιωνίως" πρώτο κόμμα και η προσαρμογή τού πολιτειακού χάρτη στη συγκεκριμένη αυτοαντίληψη, αποτελεί ιδιαίτερα επικίνδυνη θεσμικώς δοξασία.

Η προφανής σημασία των παραπάνω επιδιώξεων πολλαπλασιάζεται με τις προτεινόμενες αλλαγές στο ΑΕΔ.

Σήμερα μετέχουν στο ΑΕΔ οι τρεις (διορισμένοι από την κυβέρνηση) επικεφαλής των ανωτάτων δικαστηρίων, σε σύνολο όμως δεκατριών μελών: Τέσσερις Αρεοπαγίτες, τέσσερις Σύμβουλοι Επικρατείας και δύο καθηγητές νομικών σχολών επιλέγονται με κλήρωση.

 

Καθώς οι καθηγητές νομικής σπάνια ή ποτέ δεν αντιτάσσονται στους δικαστές, η αριθμητική υπεροχή οκτώ προς τρία των κληρωθέντων δικαστών σημαίνει ότι, εφόσον η κλήρωση γίνεται έντιμα (κάτι δυστυχώς όχι αυτονόητο), η πλειοψηφία στο ΑΕΔ διαμορφώνεται σήμερα από τους κληρωθέντες δικαστές και όχι από τους διορισμένους προέδρους.

Αν όμως οι κληρωθέντες δικαστές περιοριστούν σε τέσσερις, οι διορισμένοι τρεις επικεφαλής των ανωτάτων δικαστηρίων θα μπορούν εύκολα, προσελκύοντας μία μόνον ψήφο των κληρωθέντων δικαστών, να ανατρέψουν το ‘εις βάρος τους’ 3-4 σε 4-3 ή και περισσότερο.

Τούτο θα είναι ακόμη πιο εύκολο, εάν η ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή επιλέγει κατά την κυβερνητική πρόταση όχι μόνον προέδρους και αντιπροέδρους ανωτάτων δικαστηρίων, αλλά το σύνολο των ανωτάτων δικαστών.

Μια ισχνή πλειοψηφία τριών ορισμένων από το πρώτο κόμμα επικεφαλής δικαστών συν ενός, επίσης προαχθέντος από το πρώτο κόμμα, αποκτά δυσανάλογη θεσμική ισχύ:

Διότι κατά την κυβερνητική πρόταση το ΑΕΔ θα αποφαίνεται προληπτικά για τη συνταγματικότητα ψηφισμένων νομοσχεδίων, με αποτέλεσμα δεσμευτικό για το σύνολο των δικαστηρίων!

Αυτό θα επιτρέπει στην κυβέρνηση την έγκριση αντισυνταγματικών νομοθετημάτων με την ψήφο των διορισμένων από το πρώτο κόμμα τριών επικεφαλής συν μία μόνον ακόμη δικαστική ψήφο, την οποία εύκολα θα βρίσκει.

Γιατί θα βρίσκει εύκολα;

Διότι η κυβέρνηση επιδιώκει μία ακόμη μείζονα βλάβη της δικαστικής ανεξαρτησίας: Την ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστές, που είχε καταργηθεί το 2001.

Ήδη σήμερα πολλοί δικαστές εκτελούν οιονεί κυβερνητικά καθήκοντα ως σύμβουλοι υπουργών. Παρότι κι αυτό κανονικά απαγορεύεται υπό την αναθεώρηση του 2001, λειτουργεί επαρκώς διαβρωτικά στις συνειδήσεις κρισίμου αριθμού δικαστών – ασφαλώς και ευτυχώς, όχι όλων.

Ας αναλογιστούμε λοιπόν ότι μια κυβέρνηση όπως η παρούσα ή όπως η κυβέρνηση Τσίπρα, θα ‘ανταλλάσσει’ χωρίς καν να χρειάζεται να το θέσει ανοικτά, την προσφερόμενη σε δικαστές διοικητική-κυβερνητική εξουσία, με επιρροή επί των δικαστικών αποφάσεων.

 

Οι δόλιες κυβερνητικές επιδιώξεις τεκμηριώνονται και από τις προτάσεις:

α) Κατάργησης του δικαστηρίου αγωγών κακοδικίας του άρθρου 99, όπου σήμερα μετέχουν δύο δικηγόροι, πρόσωπα δηλαδή με ισχυρές πιθανότητες να μην είναι κυβερνητικά ελεγχόμενοι.

β) Κατάργησης των ενόρκων από τα δικαστήρια εκδίκασης πολιτικών εγκλημάτων.

Για να ολοκληρωθεί η εικόνα των κυβερνητικών επιδιώξεων, το ελεγχόμενο από την κυβέρνηση ΑΕΔ θα αποφασίζει και…

 

ΣΥΡΙΖΑίικα REBRAND-ΙΣΜΕΝΑ ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΣΤΑΛΙΝΑΡΙΑ: Το κόμμα που δεν περισσεύει ποτέ

 Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΚΟΥΡΑ

Στην παρουσίαση του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, με φόντο την Ακρόπολη, η Μαριάννα Τουμασάτου διάβασε την ερώτηση: «Σκέφτομαι λοιπόν μήπως παράγονται περισσότερα κόμματα από όσα μπορούμε να καταναλώσουμε».

Ο Αιμίλιος Χειλάκης απάντησε: «Ωραία ερώτηση, θα δείξει. Αλλά είναι για πρωτοεμφανιζόμενους και σε άλλη πολιτική κατεύθυνση. Εδώ υπάρχουν ρίζες και ιστορία. Το νήμα ξεκινάει από την κυβερνώσα αριστερά».

Σπάνια ένας πολιτικός πρόλογος αποκαλύπτει τόσο καθαρά όσα θέλει να κρύψει. Μέσα σε λίγες λέξεις, η νέα προσπάθεια του κ. Τσίπρα παρουσίασε δύο από τις πιο σταθερές πλάνες της αριστεράς.

Η πρώτη είναι η πλάνη του κεντρικού υπολογισμού. Η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να ξέρει εκ των προτέρων πόσα κόμματα «μπορεί να καταναλώσει» η κοινωνία.

Η δεύτερη είναι η πλάνη της αυτοεξαίρεσης. Οι κανόνες της σπανιότητας, του ανταγωνισμού και της αξιολόγησης ισχύουν για τους άλλους, όχι για εμάς, διότι εμείς έχουμε ρίζες, ιστορία, και αριστερά.

Ο Χάγιεκ θα χαμογελούσε πικρά. Το ερώτημα «πόσα κόμματα μπορούμε να καταναλώσουμε» μοιάζει έξυπνο μόνο σε όσους πιστεύουν ότι η κοινωνία είναι αποθήκη με ράφια.

Δεν είναι. Η πολιτική, όπως και η αγορά, είναι διαδικασία ανακάλυψης. Κανείς δεν γνωρίζει προκαταβολικά ποια ιδέα θα πείσει, ποιο πρόσωπο θα αντέξει, ποια συμμαχία θα γεννηθεί, ποιο κόμμα θα πεθάνει. Αυτή η γνώση δεν βρίσκεται σε κάποιον εγκέφαλο, σε κάποια επιτροπή, σε κάποιο ιδρυτικό συνέδριο. Διασπείρεται στους πολίτες.

Αν αυτό ακούγεται θεωρητικό, αρκεί να θυμηθούμε τις τηλεοπτικές άδειες και το σκάνδαλο χειραγώγησης των ΜΜΕ από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Η κυβέρνηση Τσίπρα προσπάθησε κάποτε να πείσει τη χώρα ότι μπορούσε να «καταναλώσει» μόνο τέσσερα πανελλαδικά τηλεοπτικά κανάλια. Δεν ήθελε να αφήσει την αγορά, τους τηλεθεατές, τους διαφημιζόμενους, την τεχνολογία και τον ανταγωνισμό να δείξουν πόσοι χωρούν. Ήθελε να το αποφασίσει το κράτος. Με υπουργική αυτοπεποίθηση. Σαν να έλεγε στους πολίτες ότι η ενημέρωση είναι περιορισμένο αγαθό και το Μέγαρο Μαξίμου ξέρει την ιδανική του δοσολογία.

 

Αυτό είναι το πρόβλημα του οικονομικού υπολογισμού, μεταφερμένο στην πολιτική και στα μέσα ενημέρωσης. Η αριστερά πάντα πίστευε ότι η κοινωνική ζήτηση μπορεί να υπολογιστεί από πάνω προς τα κάτω. Πόσα εργοστάσια, πόσα νοσοκομεία, πόσα ενοίκια, πόσες τιμές, πόσες ανάγκες, πόσα κανάλια, τώρα και πόσα κόμματα. Η ίδια νοοτροπία που αποτυγχάνει να καταλάβει γιατί η τιμή μεταφέρει πληροφορία, αποτυγχάνει να καταλάβει γιατί η ψήφος, η τηλεθέαση και η διαφήμιση μεταφέρουν πληροφορία.

Η απάντηση του Χειλάκη όμως ήταν ακόμη πιο αποκαλυπτική από την ερώτηση.

Δεν είπε απλώς «θα δείξει», που θα ήταν η μόνη φιλελεύθερη απάντηση.

Πρόσθεσε αμέσως ότι η ένσταση αφορά τους πρωτοεμφανιζόμενους και όσους κινούνται σε άλλη πολιτική κατεύθυνση. Εδώ, είπε, υπάρχουν ρίζες και ιστορία. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα των πλεοναζόντων κομμάτων υπάρχει, αλλά δεν αφορά το κόμμα μας. Το δικό μας προϊόν δεν μπαίνει στο ίδιο ράφι με τα υπόλοιπα. Έχει πιστοποιητικό καταγωγής.

Αυτή είναι η προστατευτική λογική του κρατισμού. Πρώτα διατυπώνει έναν γενικό φόβο για την «υπερπαραγωγή». Μετά εξαιρεί από τον φόβο τους παλιούς, τους ημετέρους, τους ιστορικά δικαιωμένους.

Στην οικονομία αυτό γεννά άδειες, ποσοστώσεις, κλειστά επαγγέλματα και κρατικά προνόμια.

Στην πολιτική γεννά την ιδέα ότι οι νεοεισερχόμενοι πρέπει να απολογούνται για την ύπαρξή τους, ενώ οι παλιοί δικαιούνται χώρο λόγω βιογραφικού.

Φυσικά, στον πραγματικό κόσμο, η ιστορία της κυβερνώσας αριστεράς δεν είναι ακριβώς εγγύηση ποιότητας... Είναι μνήμη capital controls, υπερφορολόγησης, θεσμικής αλαζονείας, αυταπάτης και κυνικού συμβιβασμού.

Σε μια ελεύθερη κοινωνία δεν αποφασίζουν οι παλιοί πόσα κόμματα χωράει η χώρα. Δεν αποφασίζουν οι ηθοποιοί, οι επικοινωνιολόγοι, οι πρώην πρωθυπουργοί ή οι ιδιοκτήτες της «ιστορίας». Αποφασίζουν οι πολίτες.

Η αγορά των ιδεών δεν χρειάζεται κεντρικό σχεδιαστή.

Χρειάζεται …