Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΤΣΟΥΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΤΣΟΥΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ: "Δεν θέλω άπαχο κρέας σου λέω. Τηγανητές πατάτες θέλω !" - Γεύσεις της μνήμης
«Δεν μ’ αρέσει, σου λέω! Δεν μ’ αρέσει. Θέλω να φάω τηγανητές
πατάτες». Ο δεκάχρονος Δημήτρης χτυπάει τα πόδια του και δένει τα χέρια
του. Είναι αποφασισμένος κι αυτό φαίνεται σε κάθε χαρακτηριστικό του
προσώπου του.
«Μα, οι τηγανητές πατάτες δεν κάνουν καλό. Αυτό το φαγητό
είναι πολύ υγιεινό και είναι και νόστιμο» επιμένει η μητέρα, αν και
γνωρίζει ότι η μάχη είναι ήδη χαμένη. Στο τέλος, πλάι στο υγιεινό γεύμα
με τα βιολογικά προϊόντα, τα λαχανικά στον ατμό και το σωστά μαγειρεμένο
άπαχο κρέας, θα σερβίρει μια τηγανιά πατάτες.
Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της, ο γιος της έχει φύγει ήδη
από την κουζίνα χτυπώντας τα πόδια κι εκείνη έχει ήδη αρχίσει να
καθαρίζει πατάτες. Βάζει και το τηγάνι πάνω στο μάτι. Οσο τις ετοιμάζει,
σκέφτεται όλο αυτό τον –επιτυχημένο- αγώνα που έχει κάνει από τότε που
έγινε μητέρα να μάθει στα παιδιά της να τρώνε φρέσκα φρούτα και
λαχανικά, να εξοικονομεί από παντού για να αγοράσει τα καλύτερης
ποιότητας βιολογικά κρέατα και γαλακτοκομικά. Εμαθε μάλιστα να
μαγειρεύει και με τρόπους υγιεινούς, που δεν καταστρέφουν τα θρεπτικά
συστατικά των τροφών, που δεν οξειδώνουν το ελαιόλαδο. Εκοψαν και τα
πολλά γλυκά - ο παιδίατρος της εξήγησε πως εκτός από το κακό που κάνουν
στα δόντια, προκαλούν χοληστερίνη και ότι πολλά παιδιά υποφέρουν από
αυτήν, άσε που προκαλούν και παχυσαρκία. «Αλλά πώς να το καταλάβει αυτό
το παιδί; Θέλει τηγανητές πατάτες…»
Οι πατάτες ροδίζουν, τις γυρίζει μέσα στο τηγάνι και μόλις τις βγάλει
από το λάδι τις αλατίζει ελαφρά. Σχεδόν ασυναίσθητα, πιάνει προσεκτικά
μία για να μην καεί και τη βάζει στο στόμα της. Κι ύστερα ακόμη μία, κι
άλλη μία… «Να 'χα και λίγα άγρια χόρτα και τυρί φρέσκο από το χωριό»,
σκέφτεται. Το αγαπημένο της φαγητό… Μικρή, όταν ο παππούς έφερνε χόρτα
που μάζευε μόνος του από το βουνό, οι τηγανητές πατάτες με χόρτα και
τυρί φέτα ήταν η εύκολη λύση όταν δεν υπήρχε κάτι άλλο, όταν ο χρόνος
δεν έφτανε για κάτι πολύπλοκο ή ακόμη όταν ήθελε η μάνα της να της κάνει
μια χάρη, να την καλοπιάσει ή να την επιβραβεύσει.
Ακόμη και όταν το φαγητό ήταν πραγματικά καλό και πολύπλοκο, όπως ένα
παστίτσιο, ένας μουσακάς ή ακόμη και κοκκινιστός κόκορας με μακαρόνια,
τίποτα δεν της έδινε τόση χαρά όσο αυτό το «φτωχικό» φαγητό. Κι ας ήταν
καμιά φορά τα χόρτα λίγο πικρά -έτσι είναι τα άγρια ραδίκια και τα
«αγγιναράκια»-, η γιαγιά της, μάλιστα, έπινε σαν αφέψημα και το νερό
μέσα στο οποίο έβραζαν. Κι ας παραπονιόταν η μάνα ότι το σπίτι θα
μυρίσει τηγανισμένο λάδι. Οταν κάθονταν όλοι μαζί γύρω από αυτό το
τραπέζι, μια αύρα ευτυχίας τούς τύλιγε.
Μεγαλώνοντας και γνωρίζοντας περισσότερο τον κόσμο και την κουζίνα,
είδε, δοκίμασε και εκτίμησε κι άλλα πράγματα: τις λεπτές γεύσεις της
γαλλικής γαστρονομίας, τις γκουρμέ γεύσεις των μοδάτων εστιατορίων, τους
παράξενους συνδυασμούς της κινεζικής κουζίνας και τα βαριά μπαχαρικά
της ινδικής. Ταυτόχρονα, μαγειρεύοντας η ίδια και θέλοντας να προσφέρει
το καλύτερο στους δικούς της, έψαχνε λίγο παραπάνω το υγιεινό, αργότερα
και το βιολογικό. Ομως υπήρχαν γεύσεις που ήταν συνδεδεμένες με μικρές ή
μεγαλύτερες στιγμές χαράς:
ΘΡΗΣΚΕΙΑ και ΑΝΘΡΩΠΟΣ: Πώς εξηγούνται τα μετέωρα;
archkatsoura@yahoo.gr
Μια αστραπή αρχικά και μια βροντή στη συνέχεια έσπασαν το σκοτάδι και την ησυχία. Το αγοράκι φωνάζει από τρομάρα και βάζει τα κλάματα. «Φοβάμαι…» ακούγεται ανάμεσα στους λυγμούς του. Η μαμά το παρηγορεί. Το αγκαλιάζει, το χαϊδεύει και του λέει: «Οχι, καρδούλα μου, μη φοβάσαι. Η Παναγίτσα, στον ουρανό, τραβάει τα μπαούλα της». Εκείνο, έπειτα από λίγο, και αφού το φιλεύουν και με λίγη σοκολάτα, σταματάει να κλαίει και αρχίζει πάλι να παίζει.
Σε ένα άλλο σπίτι, εξαιτίας του ίδιου γεγονότος, ένα κοριτσάκι κοιτάζει έντρομο έξω και τρέμει σύγκορμο. Και η δική της μαμά την παίρνει αγκαλιά, τη φιλάει και της λέει: «Μη φοβάσαι, μωρό μου. Είδες που ο ουρανός έχει σύννεφα; Καμιά φορά, όταν τα σύννεφα συναντιούνται, ανάβουν δυνατά φώτα και ακούμε βροντές. Και ύστερα έρχεται βροχή. Τη βλέπεις τώρα τη βροχή που πέφτει;» Η μικρή, αφού παίρνει κι εκείνη ένα γλυκό, γυρίζει στο παιχνίδι της.
Σε λίγες ημέρες, εβδομάδες ή ακόμη και χρόνια, τα δύο παιδιά θα βρεθούν μαθητές σ’ ένα σχολείο και ένας δάσκαλος στο μάθημα της Επιστήμης θα εξηγήσει τα μετέωρα στα παιδιά και τον μαγικό τρόπο με τον οποίο δημιουργείται η βροχή, τι είναι τα άτομα, τα ανιόντα και τα κατιόντα. Θα τους πει πώς μοιάζει μια χιονονιφάδα στο μικροσκόπιο, τι ακριβώς είναι ο άνεμος, πώς δημιουργήθηκε ο πλανήτης και όλα αυτά τα σημαντικά που οι επιστήμονες αγωνίστηκαν να εξηγήσουν ώστε στη συνέχεια να βοηθήσουν τους ανθρώπους να διευκολύνουν τη ζωή τους. Το πώς θα προσλάβουν και θα κατανοήσουν τη γνώση εξαρτάται από τη δική τους διάθεση για μάθηση, από τη βοήθεια ή και το «σπρώξιμο» που θα έχουν από το σπίτι, αλλά και από το παράδειγμα που θα λάβουν -με σαφήνεια, αλλά συνήθως υπόρρητα- από το περιβάλλον τους.
Η σύγκρουση της θρησκευτικής πίστης με την επιστήμη υπήρξε ισχυρή, από τα χρόνια ακόμα που οι πρώτοι επιστήμονες ήταν καλόγεροι και ιερωμένοι – ως οι μόνοι που είχαν πρόσβαση στα βιβλία, κατά συνέπεια στη γνώση. Αλλά και σήμερα, που γνωρίζουμε το γονιδίωμά μας σε βαθμό ώστε να θεραπεύουμε ή να προλαμβάνουμε ασθένειες ακόμη και κατά την κύηση, που δημιουργούμε τόσα χρήσιμα εργαλεία χάρη στην πρόοδο της τεχνολογίας, στις διαδικασίες που ακολουθεί ο εγκέφαλός μας πριν λάβει αποφάσεις, συχνά ανακύπτουν λόγοι ηθικής, θρησκευτικής και φιλοσοφικής υφής – και δεν τα συγχέω αυτά τα δύο.
Για παράδειγμα:
Θα μπορούσαμε να παράγουμε κλώνους των παιδιών μας ώστε να έχουμε «ανταλλακτικά» για ώρα ανάγκης;
Με την ευθανασία τι θα πρέπει να κάνουμε;
Και τι αξία έχει η τεχνολογία όταν χρησιμοποιείται για την κατασκευή όπλων αντί σχολείων ή αντί της ιατρικής έρευνας;
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ενα στοίχημα για την καινούργια χρονιά
Υπάρχει μια εικόνα που δεν έχω δει πολύ καιρό τώρα.
Μια πόλη φωτισμένη, με παιδιά να παίζουν στους δρόμους αψηφώντας το
κρύο χάρη σε χρωματιστά μάλλινα κασκόλ και σκούφους. Να παίζουν τόσο που
τα γάντια τους μουσκεύουν από τον χιονοπόλεμο και τα δάχτυλά τους
κοκκινίζουν. Αλλά δεν τα νοιάζει. Στο σπίτι τα περιμένουν αγκαλιές,
ζεστά ροφήματα, στεγνές κάλτσες και πιτζάμες. Να δω ανθρώπους που
χαμογελούν όταν χαρίζουν δώρα ή όταν προσφέρουν κάτι στον εαυτό τους.
Γιορτινά τραγούδια που δεν σε γεμίζουν θλίψη, ούτε δημιουργούν δεύτερες
σκέψεις, στενόχωρες σκέψεις, για όσους δεν μπορούν, για όσους πονούν,
για όσους αγωνίζονται περισσότερο από όσο θα έπρεπε, από όσο θα επέτρεπε
η ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Τα τελευταία χρόνια, οι γιορτές προκαλούν στον κόσμο
περισσότερη θλίψη απ’ ό,τι παλιότερα. Δεν έχει να κάνει με εκείνο το
ίσως εγωιστικό συναίσθημα δυσθυμίας που νιώθαμε κάποιοι ορισμένες φορές,
ότι είναι κουραστικό να πρέπει να είσαι χαρούμενος όταν οι πολλοί είναι
χαρούμενοι, να διασκεδάζεις γιατί έτσι επιβάλλει το κλίμα των ημερών,
να ξοδεύεις γιατί δεν γίνεται να μην ξοδέψεις, να βγεις γιατί –μα πώς
είναι δυνατόν;– δεν δικαιολογείται να μην έχεις τη διάθεση να βγεις.
Τώρα, αυτοί που δεν μπορούν, που ακόμη και αν το
επιθυμούν διακαώς –να διασκεδάσουν, να ξοδέψουν, έστω λελογισμένα, να
βγουν– δεν τους το επιτρέπουν οι συνθήκες, είναι οι πολλοί. Ισως όχι οι
περισσότεροι, αλλά πολλοί. Το βλέπεις, το καταλαβαίνεις όταν περπατάς
στους δρόμους της πόλης. Ακόμη κι αυτοί που κρατούν ψώνια, που ήπιαν ένα
ποτό παραπάνω στην έξοδό τους, δαπάνησαν –ή δαπανήθηκαν– κατά τι
περισσότερο από το επιτρεπτό δηλαδή, συχνά κρύβουν μια ενοχή στο βλέμμα.
«Ξόδεψα – ή ξοδεύτηκα», σκέφτονται, «και παρόλο που δεν σπατάλησα –ή
δεν σπαταλήθηκα–, νιώθω πως μπορεί να μην έπραξα καλά. Αύριο, μεθαύριο,
σε ένα μήνα, κάτι μπορεί να συμβεί και να μου λείψει αυτό το ποσό –ή
αυτή η νύχτα ή η δύναμη– από κάποια ανάγκη, αληθινή ανάγκη».
Ενοχή. Η δύναμή της μεγάλη, για κάποιους
ανυπέρβλητη. Συνεχώς προκαλεί νέες αμφιβολίες, νέες ερωτήσεις-παγίδα,
νέες απορίες.
Η απάντηση σε όλα όμως είναι μία: «Οχι, τώρα δεν μπορείς,
δεν επιτρέπεται να μπορείς. Η χαρά, η απόλαυση, η ευτυχία πρέπει να
περιμένουν. Προηγούνται οι υποχρεώσεις, οι ευθύνες, οι δυσκολίες».
Πώς
να την πολεμήσεις αυτή την ερινύα;
Πώς να ζήσεις όταν στοιχειώνει κάθε
βήμα σου; Πώς να δημιουργήσεις, όταν σε κρατά δέσμιο;
Ακόμη και να
ερωτευτείς σε εμποδίζει, γιατί σου κλέβει ένα κομμάτι ελευθερίας, κάτι
από τη ζωή που σου προσφέρθηκε. Ούτε σ’ αυτούς που αγαπάς σ’ αφήνει να
δώσεις, γιατί στοιχειώνει ακόμη και το χαμόγελό σου. Μη γελάς, μη
χαίρεσαι. Μόνο αγώνας υπάρχει μπροστά, μόνο πόνος, μόνο στενοχώρια. Η
λύτρωση αργεί – αν έρχεται ποτέ.
Αλίμονο. Ας αντιδράσουμε.
Ο Ρίλκε είχε πει: «Σας παρακαλώ, κάντε υπομονή με
ό,τι μένει αναπάντητο στην καρδιά και προσπαθήστε να αγαπήσετε τις ίδιες
τις ερωτήσεις σαν να ήταν κλειδωμένα δωμάτια ή βιβλία γραμμένα σε μια
παντελώς άγνωστη γλώσσα. Μην ψάχνετε τις απαντήσεις που δεν μπορούν να
σας δοθούν τώρα, δεν θα μπορούσατε να τις ζήσετε. Η ουσία είναι να
μπορείς να τα ζεις όλα».
Ας ζήσουμε, λοιπόν. Μπορεί να είμαστε φτωχότεροι σε
σχέση με άλλοτε, αλλά δεν είμαστε ενδεείς.
Ας ανοίξουμε λίγο τις καρδιές
μας, ας χαμογελάσουμε. Τα πρόσωπα των ανθρώπων είναι καθρέφτες, ό,τι
τους δείχνουμε αντανακλούν.
Ας αγκαλιάσουμε αυτούς που αγαπάμε και οι
αγκαλιές –οι τόσο θεραπευτικές– θα πολλαπλασιαστούν.
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΕΦ. ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ,
ΚΑΤΣΟΥΡΑ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ
ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΙΣΤΟΡΙΑ: Παπαρούνες τον Νοέμβριο
archkatsoura@yahoo.gr
Η ώρα ήταν 11 το πρωί της 11ης ημέρας του 11ου μήνα του 1918, όταν ύστερα από τέσσερα ολόκληρα χρόνια εχθροπραξιών σίγησαν, επιτέλους, τα όπλα και έληξε επισήμως ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.
Ο απολογισμός αυτού του ουσιαστικά ευρωπαϊκού πολέμου υπήρξε εξαιρετικά αιματηρός: η σκληρότητα των μαχών σώμα με σώμα προκάλεσε τον θάνατο 18,5 εκατομμυρίων ανθρώπων, με τα θύματα μεταξύ στρατιωτών και αμάχων να ισομοιράζονται.
Ακολούθησε, 20 χρόνια μετά, ο ακόμη σκληρότερος Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, συνέπεια του πρώτου και απαρχή πολλών νεότερων δεινών, με περίπου 50 εκατομμύρια νεκρούς και αγνοουμένους: 35 εκατομμύρια Ευρωπαίοι –μεταξύ των οποίων και τα θύματα του Ολοκαυτώματος– αλλά και Αμερικανοί, Αυστραλοί και Ιάπωνες.
Τα δύο αυτά τόσο σημαντικά γεγονότα, που έχουν στιγματίσει την ανθρώπινη Ιστορία με τρόπο καταλυτικό, καθώς έγιναν η αιτία να δούμε ολοζώντανα τα άγρια ένστικτα του ανθρώπου, αλλά την ίδια στιγμή να ανακαλύψουμε και τις αρετές του, όπως η αυτοθυσία, η αλληλεγγύη και η αγάπη για τον συνάνθρωπο, θυμάται η Ευρώπη την 11η Νοεμβρίου με μια σειρά από εκδηλώσεις. Ομιλίες, τελετές μνήμης, τήρηση 2 λεπτών σιγής στη μνήμη των πεσόντων.
Η πιο εντυπωσιακή εκδήλωση, όμως, είναι η Παρέλαση της Παπαρούνας, που πραγματοποιείται από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 στο Λονδίνο, την πιο κοντινή στην ημερομηνία της επετείου Κυριακή .
Εχει όμως μια ιδιομορφία: δεν είναι στρατιωτική, δεν είναι στοιχισμένη, δεν έχει άρματα. Μετά το τέλος όλων των επίσημων τελετών, της επιμνημόσυνης δέησης στον Ναό του Αγίου Γεωργίου και της στρατιωτικής πεζοπόρου παρέλασης, ακολουθεί η παρέλαση των πολιτών, νέων και μεγαλύτερων, όλων όσοι επιθυμούν να συμμετάσχουν για να τιμήσουν όλους εκείνους, άνδρες και γυναίκες, που αγωνίστηκαν για την ειρήνη στη διάρκεια των δύο πολέμων. Φορούν στο πέτο ή κρατούν παπαρούνες και όλοι μαζί πορεύονται προς το κενοτάφιο της Πύλης του Μενίν στο Γουαϊτχόλ, για την κατάθεση κατακόκκινων στεφάνων. Μεταξύ αυτών βετεράνοι –ελάχιστοι πια– του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, απόγονοι στρατιωτών που χάθηκαν στη μάχη στους δύο πολέμους ή δεν γύρισαν ποτέ, χωρίς να μαθευτεί η τύχη τους. Στο τέλος της εκδήλωσης, από την κορυφή της Πύλης του Γουαϊτχόλ πέφτουν κόκκινα πέταλα, ελάχιστος φόρος τιμής στους νεκρούς.
Εμπνευστής της «γιορτής» αυτής στο Λονδίνο είναι ο αντισυνταγματάρχης Γκράχαμ Γ. Πάρκερ, συνταξιούχος Βρετανός στρατιωτικός, που λόγω θέσης είχε συμμετάσχει στις αντίστοιχες εκδηλώσεις στο Βέλγιο. Αναζητώντας ο ίδιος τα ίχνη συγγενή του στρατιώτη, που χάθηκε στη Φλάνδρα στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έκανε συχνά ταξίδια στην περιοχή και έμαθε ότι υπήρχαν συμπατριώτες του και μη που θα ήθελαν να συμμετάσχουν στις εκδηλώσεις, αλλά δεν μπορούσαν να ταξιδέψουν στο Βέλγιο. Ετσι, μαζί με άλλους οργάνωσαν αυτή την ιδιόμορφη Παρέλαση της Παπαρούνας, που πραγματοποιείται πλέον στο πλαίσιο των επίσημων εκδηλώσεων της Ημέρας Μνήμης.
Για μας, τις γενιές που δεν ζήσαμε κάτι αντίστοιχο και η εμπόλεμη βία ενδεχομένως είναι απλές εικόνες από χώρες μακριά μας, ίσως να φαίνεται τουλάχιστον παράξενη αυτή η παρέλαση ηλικιωμένων με κόκκινα λουλούδια στο πέτο.
Επίσης, μαθημένοι να βιώνουμε την επέτειο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου με μάλλον βαρετές σχολικές γιορτές, γεμάτες εθνικιστικές κορόνες, και παρελάσεις όπου σημασία έχει μόνο ποιος θα κρατήσει τη σημαία και όχι η ουσία του ιστορικού γεγονότος, μπορεί να μας ξενίζει το ταξίδι στο Λονδίνο ενός 90χρονου Αυστραλού σε αναπηρικό καροτσάκι για να τιμήσει αλλοδαπούς συμπολεμιστές.
Ομως, αν κάποιος, έστω κατά τύχη, βρεθεί να παρακολουθήσει αυτή την πορεία μνήμης –όπως εγώ πριν από μερικά χρόνια–, νιώθει συγκίνηση:
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΔΙΕΘΝΗ,
ΕΦ. ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ,
ΙΣΤΟΡΙΚΑ,
ΚΑΤΣΟΥΡΑ,
ΚΟΣΜΟΣ,
ΠΟΛΕΜΟΣ
ΧΡΟΝΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Οι λίστες του χαμένου χρόνου
Τα
δέκα καλύτερα τραγούδια της χρονιάς που πέρασε. Τα είκοσι κορυφαία
αθλητικά γεγονότα. Η λίστα με τις δέκα καλύτερες κινηματογραφικές
ταινίες. Εκείνη με τους δέκα ομορφότερους ανθρώπους ή τους είκοσι με τη
μεγαλύτερη επιρροή στον πλανήτη. Τα ωραιότερα χαμόγελα και οι
μεγαλύτερες γκάφες.
Λίστες, κατάλογοι και διάφορα «τοπ 10», «τοπ 20»,
ακόμη και «τοπ 100», πλημμυρίζουν τον Τύπο, τα κανάλια και τα ραδιόφωνα
όσο λιγοστεύουν οι μέρες του χρόνου που φεύγει.
Ολες γαρνιρισμένες με
κόκκινες, πράσινες και ασημένιες κορδέλες, χριστουγεννιάτικες μπάλες,
τεχνητό χιόνι, κλαδάκια από γκι και άρωμα εορταστικό, ταιριαστό στις
μέρες που διανύουμε.
Απορεί κανείς. Οι συντάκτες των καταλόγων με τα κορυφαία γεγονότα,
αντικείμενα ή ακόμη και συναισθήματα της χρονιάς, άλλοι γνήσιοι γνώστες
σε βάθος κάθε αντικειμένου, άλλοι εκπρόσωποι ενός σκονισμένου και
ξεφτισμένου «λάιφ-στάιλ», που αγωνιούν να κρατηθούν στον αφρό, όπως και
ετοιμόλογοι αλλά πολύξεροι κομπέρ-τηλεπαρουσιαστές μάς προτρέπουν να
υιοθετήσουμε τις προτάσεις τους, να δημιουργήσουμε δικές μας λίστες ή να
συμμετάσχουμε με τις προτιμήσεις μας στη σύνταξη των δικών τους.
Περιλαμβάνουν οτιδήποτε βάζει ο ανθρώπινος νους, λες και με αυτόν τον
τρόπο θα μπορούσαμε να διασώσουμε τα πολύτιμα και τα ακριβά. Συζήτηση να
γίνεται, χρόνος να καταναλώνεται – ακόμη και να σκοτώνεται. Αλλωστε
αυτός είναι (;) δωρεάν.
Κάπου εκεί λίγο πριν από την Πρωτοχρονιά θα έρθει η σειρά για την
καταγραφή ακόμη ενός καταλόγου: αυτού με τις υποσχέσεις-αποφάσεις που
πρέπει να υλοποιήσουμε με τη νέα χρονιά. Θα κάνω γυμναστική, θα τρώω
φρούτα και λαχανικά, θα κάνω περισσότερες θετικές σκέψεις, θα διαβάσω το
τάδε ή το δείνα σοβαρό βιβλίο, θα κάνω ένα ταξίδι, θα μάθω να
μαγειρεύω, να κεντάω, θα κάνω οικονομία.
Σειρά θα πάρουν τα «δεν»: δεν
θα καπνίζω, δεν θα ξενυχτάω, δεν θα τρώω «σκουπίδια» κ.ο.κ. Ο καθένας
μπορεί να συμπεριλάβει ό,τι πιστεύει πως λείπει. Ο στόχος είναι ένας:
Να
ρίξουμε όση χρυσόσκονη μπορούμε στην καθημερινότητα που μας πληγώνει
και, ίσως, να προσποιηθούμε ότι έχει επιβιώσει λίγη από την ξένοιαστη
και λαμπερή ζωή που είχαμε την ψευδαίσθηση ότι ζούσαμε τις εποχές της
επίπλαστης ευημερίας.
Η λύση φαίνεται εύκολη, οι άλλοι ενδεχομένως ξέρουν καλύτερα. Ξεχνάμε
όμως ότι αύριο-μεθαύριο δεν θα θυμόμαστε τι περιελάμβαναν οι κατάλογοι
που δημιούργησαν εκείνοι για εμάς και καμιά υπόσχεση (είτε «θα» είτε
«δεν») δεν θα υλοποιηθεί αν δεν το επιθυμούμε πραγματικά.
Δεν γνωρίζω
κανέναν που να έκοψε το κάπνισμα επειδή απλώς το έγραψε σ’ ένα κομμάτι
χαρτί μια Πρωτοχρονιά, όπως κανείς δεν διάβασε ποτέ ένα βιβλίο μόνο και
μόνο επειδή κόσμησε μια λίστα με τα 10 ή τα 100 καλύτερα και,
οπωσδήποτε, κανείς δεν μαγεύτηκε από μια ταινία ή ένα τραγούδι για τον
ίδιο ακριβώς λόγο.
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΑΝΘΡΩΠΟΣ,
ΕΦ. ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ,
ΚΑΤΣΟΥΡΑ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ,
ΧΡΟΝΟΣ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




