"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΥΡΕΝΤΖΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΥΡΕΝΤΖΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Ωρα μάχης για τον Ελληνισμό

Του Αναστάσιου Λαυρέντζου*

Κατά την άποψη μου στην παρούσα φάση βιώνουμε τη σοβαρότερη ελληνοτουρκική κρίση από το 1974. Σε αυτές τις συνθήκες δεν είναι προτεραιότητά μου να ασκήσω κριτική στην κυβέρνηση.

Όσον αφορά τις Συμφωνίες ΑΟΖ με Ιταλία και Αίγυπτο, έχω πάρει θέση γραπτώς στα άρθρα μου, τα οποία έχουν διαβαστεί από χιλιάδες αναγνώστες.  


Έχω ασκήσει κριτική και στην παρούσα κυβέρνηση, αλλά και συνολικά στο πολιτικό σύστημα της χώρας που με την αδράνειά του μας έχει φέρει στη σημερινή δυσμενή κατάσταση απέναντι στον Τούρκο που “έχει κόψει λουρί” και λυσσομανά εναντίον μας.

Άποψη μου είναι ότι η σπασμωδικότητα και ο αυτοσχεδιασμός του ελληνικού πολιτικού συστήματος σήμερα μας κοστίζει. Σε αυτό δεν έχει τη μεγαλύτερη ευθύνη η παρούσα κυβέρνηση. Ευθύνεται όμως και αυτή για το ότι άργησε να κινητοποιηθεί. Από τις δύο Συμφωνίες ΑΟΖ που συνήψε, η Συμφωνία με την Αίγυπτο έχει και μεγάλο κόστος και αρνητικές δυνητικές παρενέργειες.

Όταν όμως είσαι στα πρόθυρα πολέμου, είναι πάγια τακτική της διπλωματίας να κλείνεις πιθανές εστίες προβλημάτων. Έτσι λοιπόν ακόμη και αυτή η κακή – πλην όμως διεθνής – συμφωνία θα ήταν αδιανόητο στις τωρινές συνθήκες να μην επικυρωθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν έχει ευθύνες που υποχώρησε στην πλήρη επήρεια ΑΟΖ της Κρήτης, στο ότι παραχώρησε περιοχή με πιθανό κοίτασμα και στο ότι άφησε απροσδιόριστο το καθεστώς ανατολικά του 28ου μεσημβρινού. Δεν θα της πω λοιπόν μπράβο.

Θα δεχτώ όμως ως θετική την εξαγγελία για επέκταση των χωρικών υδάτων στο Ιόνιο στα 12 ναυτικά μίλια, έστω και αν έρχεται αργά ή και κάπως άκαιρα. Ακόμη κι αν υποτεθεί πάντως ότι έγινε σε αντιστάθμισμα των αντιδράσεων για τη Συμφωνία του Καΐρου, θεωρώ ότι η άσκηση ενός νομίμου δικαιώματος στο 100% είναι κέρδος για τη χώρα. Αρκεί βεβαίως να μην αποτελεί το ορατό τμήμα μιας μυστικής διπλωματίας που έχει παραχωρήσει κάτω από το τραπέζι άλλα κυριαρχικά δικαιώματα και η οποία απλώς θέλει να δημιουργήσει εντυπώσεις ότι “το παλεύουμε”.

Αντιπαρέρχομαι και τις αναφορές ορισμένων ότι το 2015 ή το 2018 κάποιοι από τους σημερινούς κυβερνητικούς βουλευτές έλεγαν ότι μια μερική επέκταση των χωρικών υδάτων είναι μια έμμεση αναγνώριση ότι στο Αιγαίο ισχύει ειδικό καθεστώς. Τότε ήταν 2015 ή 2018 και σήμερα είναι 2020. Την ημέρα που ο Ερντογάν ουρλιάζει ως άλλος Χίτλερ κατά της Ελλάδας, όταν του λες “επεκτείνω τα χωρικά μου ύδατα”, είναι σαν να του λες «εγώ είμαι εδώ, δεν πτοούμαι και συνεχίζω». Όπως ανέφερα παραπάνω, όλα αυτά τα λέω υπό μια προϋπόθεση: ότι αυτά που βλέπουμε, είναι και αυτά που ισχύουν. Θα δούμε αργότερα αν ισχύει αυτό.

Πάντως τα τουρκικά μέσα “έπαιξαν” την είδηση της επέκτασης των χωρικών υδάτων στο Ιόνιο ως μια ακόμη “ελληνική πρόκληση”. Αν το εννοούν και δεν είναι μέρος ενός θεάτρου, θα έλεγα ότι δεν είναι κακό να το νομίζουν. Θα θεωρήσω δε την κίνηση αυτή πιο επιτυχημένη, αν περιλάβει και την Κρήτη. Θα ήταν επίσης χρήσιμο να δηλωθεί ρητώς ότι η επέκταση των χωρικών υδάτων σε 12 μίλια στο Ιόνιο δεν συνιστά παραίτηση από το αντίστοιχο δικαίωμά μας στο Αιγαίο. 


Συνολικά πάντως η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να σταθμίσει προσεκτικά τις ενέργειές της για να μην δώσει στους Τούρκους την αφορμή για την κλιμάκωση που επιδιώκουν. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να επιλέξει ως που θα προχωρήσει, για να προλάβει πιθανή επέκταση του τουρκικού Casus Beli, που ως σκοπό θα έχει την αδρανοποίηση των επόμενων ελληνικών κινήσεων.

Αυτή είναι μια ώρα μάχης. Και την ώρα της μάχης πρέπει...

ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΕΘΝΙΚΑ ΡΑΓΙΑΔΙΚΑ ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ: Η Τουρκία μετατρέπεται σε περιφερειακή δύναμη και η Ελλάδα αδρανεί



Γράφει ο  Αναστάσιος Λαυρέντζος
Κατέχει πτυχίο Φυσικής και διπλώματα μεταπτυχιακής ειδίκευσης (MSc) στα Οικονομικά Μαθηματικά και στη Θεωρητική Φυσική. Έχει εργαστεί ως διευθυντικό στέλεχος στον τομέα Διαχείρισης Κινδύνων σε μεγάλους ελληνικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Στο πλαίσιο αυτό έχει επισκεφτεί πολλές βαλκανικές χώρες (Τουρκία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία). Συνεργάζεται με διεθνείς ελεγκτικούς οίκους ως συμβουλος επιχειρήσεων και διδάσκει Διαχείριση Κινδύνων στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει γράψει τα βιβλία: «Η Θράκη στο μεταίχμιο» και «Σιωπηρή Άλωση – Το Δημογραφικό και το Μεταναστευτικό πρόβλημα της Ελλάδας».


Στην Ελλάδα έχουμε την τάση να αντιμετωπίζουμε την Τουρκία μέσα από βολικές απλουστεύσεις. Στο πλαίσιο αυτό πολλές αναλύσεις τείνουν να θεωρούν την Τουρκία ως μια χώρα ασταθή, με μεγάλα εσωτερικά προβλήματα, η οποία μπορεί να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή. Είναι γεγονός ότι η Τουρκία είναι μια χώρα με μεγάλες εσωτερικές αντιθέσεις, όπου οι δημοκρατικές ελευθερίες καταπατώνται συνεχώς. Επίσης είναι μια χώρα η οποία αντιμετωπίζει ένα μείζον εσωτερικό ζήτημα: το πρόβλημα της πολιτικής χειραφέτησης της μεγάλης κουρδικής μειονότητας, που επί δεκαετίες συντηρεί έναν άτυπο εμφύλιο πόλεμο.

Πράγματι, το γεγονός ότι το ένα τέταρτο περίπου του πληθυσμού της Τουρκίας είναι κουρδικής καταγωγής και ότι το τμήμα αυτό καταπιέζεται από το τουρκικό κατεστημένο, είναι από μόνο του ένα στοιχείο που καθιστά την Τουρκία μια χώρα ασταθή. Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο, αν προσθέσουμε ότι οι Κούρδοι έχουν τριπλάσιους ρυθμούς γεννήσεων από τους Τούρκους και ότι μεγάλο τμήμα του κουρδικού έθνους βρίσκεται εκτός τουρκικών συνόρων, κατανεμημένο σε τρεις διαφορετικές χώρες: Ιράν, Ιράκ, Συρία. Από αυτές, οι δύο έχουν απωλέσει την κρατική τους συνοχή.

Τα παραπάνω προβλήματα είναι όντως σοβαρά. Δεν συνεπάγονται όμως κατ’ ανάγκη την καθήλωση ή τη διάλυση της Τουρκίας. Όπως μας έχει τονίσει ήδη από τη δεκαετία του 1990 ο Π. Κονδύλης, οι εσωτερικές αντιφάσεις μπορούν να λειτουργούν παραλυτικά μόνο για τους ανίσχυρους. Ωστόσο, σε εκείνους που έχουν τέτοιο γεωπολιτικό δυναμικό, ώστε να μην τους απομένει παρά η φυγή προς τα εμπρός, μπορούν να αποδεσμεύουν τεράστιες επεκτατικές δυνάμεις. Πράγματι, το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας αυξάνεται και αναζητά συνεχώς τρόπο εκδίπλωσης. Η άνοδος της τουρκικής ισχύος εδράζεται στη δημογραφική μεγέθυνση, στη συνακόλουθη  βιομηχανική απογείωση και στα νεοθωμανικά επεκτατικά οράματα, τα οποία διατρέχουν ολόκληρο το τουρκικό κατεστημένο.
 

Για να εκπληρώσει λοιπόν τις γεωπολιτικές της φιλοδοξίες, η Τουρκία μετέρχεται όλων των μέσων και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει ακόμη και στρατιωτική βία. Στα μάτια των αδυνάτων αυτά συχνά εκλαμβάνονται ως ακραίες πρακτικές «οι οποίες οδηγούν την Τουρκία σε απομόνωση». Μόνο όμως όποιος είναι πολιτικά νήπιος ή ηθελημένα αφελής μπορεί να ισχυρίζεται ότι η Τουρκία απομονώνεται, διότι τα γεγονότα δείχνουν ακριβώς το αντίθετο.

Η Τουρκία σήμερα έχει καταστεί ρυθμιστικός παράγοντας των εξελίξεων στη Λιβύη και στη Συρία. Στη Λιβύη ειδικά, κατάφερε να αναστρέψει υπέρ της τις εξελίξεις, μη διστάζοντας ακόμη και να σπάσει το εμπάργκο όπλων που έχει επιβληθεί με απόφαση του ΟΗΕ. Την ίδια ώρα η Τουρκία δημιουργεί ένα πλέγμα προτεκτοράτων και ειδικών σχέσεων από τη Σομαλία έως την Αλβανία και από την Τυνησία έως το Πακιστάν.  

Παράλληλα, εξακολουθεί να κατέχει τη μισή Κύπρο και πιέζει όλο και περισσότερο την Ελλάδα στο μέτωπο Θράκη-Αιγαίο-Ανατολική Μεσόγειος.


Αυτό που χρειάζεται η Τουρκία για να γίνει μεγάλη δύναμη
 

Σε αυτή τη φάση η Τουρκία αντιμετωπίζει δύο κινδύνους. 


Ο ένας είναι ο κίνδυνος της υπερεπέκτασης, δηλαδή o κίνδυνος να μην καταφέρει να διατηρήσει την ισορροπία ανάμεσα στους πόρους που διαχειρίζεται και στο κόστος της επέκτασης που κάθε φορά επιχειρεί.  


O άλλος μεγάλος κίνδυνος που αντιμετωπίζει η Τουρκία είναι η επιχειρούμενη επέκτασή της να προσκρούσει στις αντιδράσεις που θα προβάλουν οι μεγάλοι παίκτες και κυρίως οι ΗΠΑ


Κρίσιμη παράμετρος σε όλα αυτά και βασική προϋπόθεση για την καθιέρωση της Τουρκίας ως περιφερειακής δύναμης, είναι η οικονομική της σταθεροποίηση.
 

Όπως έχω αναφέρει σε παλαιότερη ανάλυσή μου, η τουρκική οικονομία παρά τα προβλήματά της είναι σε μια πορεία δυναμικής ανάπτυξης. Ακολουθώντας το υπόδειγμα της ανοικτής αγοράς, αυξάνει τις εξαγωγές της και παράλληλα αφήνει να αυξάνονται οι εισαγωγές της.  Όμως καθώς οι εισαγωγές παραμένουν συνεχώς μεγαλύτερες από τις εξαγωγές, υπάρχει ένα διαρκές εμπορικό έλλειμμα. Το έλλειμμα αυτό καλύπτεται από τις εισροές επενδυτικών κεφαλαίων. Αυτές οι εισροές είναι σε μεγάλο βαθμό η αιτία που η τουρκική οικονομία παραμένει ασταθής και εξαρτημένη από τα ξένα επενδυτικά κεφάλαια.

Η τουρκική οικονομία θα μπει σε φάση ωριμότητας και σταθεροποίησης όταν σταματήσει να έχει ανάγκη τα ξένα κεφάλαια.  


Πώς όμως μπορεί να γίνει αυτό; 


Με το να βρει η Τουρκία αυτό που πραγματικά της λείπει: την ενέργεια που αναγκάζεται να εισάγει. Πράγματι, η Τουρκία διψά για ενέργεια. Και τα όποια μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα γίνονται, μπορεί να της δίνουν ανάσες, αλλά δεν της λύνουν το ενεργειακό της πρόβλημα. Για να εξασφαλίσει η Τουρκία την ενέργεια που χρειάζεται έχει δύο δρόμους, τους οποίους μπορεί να ακολουθήσει συνδυαστικά.

Ο ένας δρόμος είναι η κατασκευή πυρηνικών εργοστασίων. Είναι δύσβατος και δεν μπορεί να καλύψει πλήρως τις ενεργειακές της ανάγκες. Έχει όμως ένα πλεονέκτημα: ότι μπορεί να της εξασφαλίσει πυρηνικό υλικό, το οποίο με τον κατάλληλο εμπλουτισμό μπορεί να δώσει τη γόμωση για πυρηνικά όπλα. Τον δρόμο αυτό η Τουρκία δεν θα τον παραμελήσει.

Ο άλλος δρόμος είναι να βγει η Τουρκία στον περίγυρό της και να αναζητήσει πετρέλαιο εκεί όπου υπάρχει. Το έκανε αυτό – μεταξύ άλλων – στη Συρία. Το κάνει και στη Λιβύη. Θα το επιχειρήσει και απέναντι στην Ελλάδα, η οποία διακηρύττει προς πάσα κατεύθυνση τη διάθεσή της να συμβιβαστεί. Τις προθέσεις της αυτές της Τουρκίας τις μαρτυρά άλλωστε η αγορά τριών γεωτρύπανων, τα οποία φυσικά δεν σκοπεύει να τα κρατήσει στα λιμάνια.


Η Ελλάδα ως γεωπολιτικό έπαθλο
 

Η γεωπολιτική εκμηδένιση της Ελλάδας δεν είναι συνεπώς μόνο στόχος υψηλής συμβολικής αξίας για την Τουρκία. Είναι και ένας στρατηγικός σκοπός, με την υλοποίηση του οποίου η Τουρκία θα εδραιωθεί οριστικά ως μεγάλη δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο. Και φυσικά η Τουρκία προωθεί αυτό τον σκοπό μεθοδικά επί δεκαετίες, κάνοντας χρήση όλων των μέσων: από τη χρήση «μαλακής ισχύος» με την πολιτιστική διείσδυση μέσω τηλεοπτικών σήριαλ, τη διεξαγωγή ενός διαρκούς υβριδικού πολέμου μέσω των μεταναστευτικών ροών, την έργω αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, έως τη συνεχή απειλή χρήσης βίας κατά της Ελλάδας αν δεν δεχτεί να παραιτηθεί των κυριαρχικών δικαιωμάτων της.

Και η Αθήνα;
Τί κάνει η Αθήνα όλα αυτά τα χρόνια;


Κάνει Ολυμπιακούς και δημόσια έργα μέχρι να χρεοκοπήσει.

Υπογράφει μνημόνια και μετατρέπεται σε αποικία χρέους των Ευρωπαίων εταίρων της.

Τελεί υπό χρεοκοπία επί δέκα χρόνια και δεν αναζητά την παραγωγική της ανασυγκρότηση.

Κάνει περικοπές στις ένοπλες δυνάμεις της, αφήνοντάς τες να απαξιώνονται.

 Διώχνει μισό εκατομμύριο μορφωμένα ελληνόπουλα στο εξωτερικό, χάνοντας ένα πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό που το έχει ανάγκη.

Αδιαφορεί για το δημογραφικό της πρόβλημα και προωθεί την εγκατάσταση εκατοντάδων χιλιάδων λαθρομεταναστών που της στέλνει η Τουρκία.

Φτιάχνει επιτροπές για τα διακόσια χρόνια από την Επανάσταση του 1821 που προσπαθούν να αποδομήσουν τις σημαντικές ιστορικές προσωπικότητες του νεοελληνικού κράτους.

Η Αθήνα ακόμη ψάχνει να βρει τρόπους να συμβιβαστεί. Προσπαθεί να εκλογικεύσει τις απαιτήσεις της Τουρκίας αναζητώντας φόρμουλα παραχώρησης κυριαρχικών της δικαιωμάτων για να αποφύγει τη σύρραξη. 

 
Βλέπει αρειμανίως τουρκικά σήριαλ και χαίρεται που η Ελλάδα σιγά σιγά μετατρέπεται σε χώρα «πολυπολιτισμική».
 
Όλα αυτά όμως καταλήγουν σε μια σκληρή αλήθεια, την οποία είμαστε υποχρεωμένοι να αντικρύσουμε:  

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ: Μοίρασμα του Αιγαίου μέσω Χάγης;

Tου Αναστάσιου Λαυρέντζου*

Τους τελευταίους μήνες πολιτικοί, σύμβουλοι και μέλη διαφόρων «δεξαμενών σκέψης» κάνουν δηλώσεις που δείχνουν ότι κάποια σημαντική εξέλιξη κυοφορείται για το νομικό καθεστώς του Αιγαίου.

Αυτού του είδους τις δηλώσεις τις ξεκίνησε πρώτος ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών Ν. Κοτζιάς, ο οποίος μας συνέστησε «να μην είμαστε μοναχοφάηδες» στο Αιγαίο.  

Τη σκυτάλη πήρε ο Γ. Κατρούγκαλος, ο οποίος είπε ότι η Τουρκία δεν μπορεί να αποκλειστεί από την ενεργειακή εξίσωση, λόγω της μεγάλης ακτογραμμής της.  

Αμέσως μετά, σε ρόλο «λαγού», ο Γ. Τσιρώνης, «ανακάλυψε» ότι το Καστελόριζο δεν είναι στο Αιγαίο, αλλά στη Μεσόγειο.

Ακολούθησε ο πρώην Πρωθυπουργός κ. Σημίτης, ο οποίος με προεκλογικό του άρθρο προέτρεψε την κυβέρνηση που θα προέκυπτε από τις εκλογές του Ιουλίου να προχωρήσει σε δύσκολες αποφάσεις για να επέλθει ηρεμία στο Αιγαίο.

Στην προεκλογική περίοδο δεν υπήρξαν ανάλογες δηλώσεις από την πλευρά της τότε αντιπολίτευσης. Αμέσως μετά όμως άρχισαν να εμφανίζονται φωνές εντός της σημερινής κυβέρνησης, οι οποίες ως ένας αντίλαλος που έρχεται από παντού ψιθυρίζουν όλο και πιο δυνατά «Χάγη». Ακόμη και ο Πρωθυπουργός είπε πρόσφατα, ότι «αν δεν τα βρούμε με την Τουρκία, να πάμε στη Χάγη και να είμαστε τότε έτοιμοι να δεχτούμε την απόφαση που θα προκύψει». Πιο πρόσφατα εμφανίστηκε ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας της κυβέρνησης κ. Ντόκος, ο οποίος σε συνέντευξη του σε κυπριακή εφημερίδα μίλησε πάλι για συνεκμετάλλευση στο Αιγαίο. Διευκρίνισε δε ότι κάτι τέτοιο προϋποθέτει την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών μέσω προσφυγής σε «διεθνές δικαιοδοτικό όργανο».


Για ποια θέματα θα πάμε στη Χάγη;

Αφού λοιπόν φαίνεται ότι διενεργείται μια εντατική προετοιμασία της κοινής γνώμης για προσφυγή στην Χάγη, εύλογα προκύπτει το ερώτημα: για ποια ακριβώς θέματα θα πάμε στη Χάγη;  

Στελέχη της κυβέρνησης σπεύδουν να μας διευκρινίσουν ότι δεν προτείνουν την υπαγωγή ολόκληρης της ατζέντας των τουρκικών διεκδικήσεων στη Χάγη. Αναφέρονται μόνο στην πάγια από το 1975 ελληνική πρόταση για δικαστική οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, στην οποία πλέον έχει προστεθεί και η οριοθέτηση της ΑΟΖ.

Η Τουρκία από την πλευρά της δεν αποδέχεται όμως μια τόσο περιορισμένη ατζέντα, και πριν από οποιαδήποτε προσφυγή στη Χάγη, θέτει ως προϋπόθεση να κάτσουμε σε ένα τραπέζι και να συζητήσουμε μαζί της το σύνολο των διεκδικήσεών της.

Μήπως λοιπόν οι δηλώσεις περί «Χάγης» συνιστούν έναν επικοινωνιακό χειρισμό με σκοπό να δείξουμε ότι εμείς δεν είμαστε αδιάλλακτοι; Δηλαδή, μήπως ποντάρουμε στον τουρκικό μαξιμαλισμό, διατυπώνοντας μια πρόταση που δεν θα δεχτεί η Τουρκία; 

Η απάντηση είναι ότι καλύτερα να μας λείπουν τέτοιοι ακροβατισμοί. Και αυτό, για τρεις λόγους:

Πρώτον, το πόσο υποχωρητική είναι η ελληνική πλευρά, το γνωρίζει ήδη η διεθνής κοινότητα. Το είδε στο πώς το ελληνικό πολιτικό σύστημα χειρίστηκε την χρεοκοπία της χώρας και κυρίως το είδε στο πώς η Ελλάδα συνθηκολόγησε στις απαιτήσεις των Σκοπίων. Αυτή την ώρα επομένως η Ελλάδα δεν χρειάζεται να δείξει άλλο τη διαλλακτικότητά της. Αυτό που προέχει είναι να ξεκαθαρίσει τα θέματα που δεν συζητά και παράλληλα να προβάλει επί τέλους και ορισμένες αντισταθμιστικές διεκδικήσεις.
Δεύτερον, η ελληνική κοινή γνώμη έχει διαχρονικά πολύ πικρή εμπειρία από την αναντιστοιχία λόγων και έργων των πολιτικών της «ελίτ». Και αυτή η παρατήρηση αφορά δυστυχώς και την παρούσα κυβέρνηση. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι προεκλογικώς κορυφαία μέλη της υπόσχονταν να βελτιώσουν τη Συμφωνία των Πρεσπών, αξιοποιώντας την ενταξιακή διαδικασία των Σκοπίων στην ΕΕ. Ωστόσο, μετά τις εκλογές, τα ίδια ή άλλα μέλη της κυβέρνησης άρχισαν να αντιστρέφουν τους χαρακτηρισμούς τους και να ανακαλύπτουν στη Συμφωνία των Πρεσπών «αρετές» που δεν έβλεπαν όταν συμμετείχαν στα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία. Το αποκορύφωμα ήλθε, όταν η ένταξη των Σκοπίων στην ΕΕ αναβλήθηκε με γαλλικό βέτο. Η ελληνική κυβέρνηση τότε, όχι μόνο δεν άρπαξε αυτή την ευκαιρία για να παζαρέψει τουλάχιστον τη στάση της, αλλά αμέσως έσπευσε να ανακηρυχθεί σε διαπρύσιο υπερασπιστή της ευρωπαϊκής προοπτικής των Σκοπίων.

Τρίτον, οι ελληνικές πολιτικές «ελίτ» έχουν την τάση να αντιλαμβάνονται τις διεθνείς εξελίξεις με μια στατικότητα. Έτσι μάλλον παραβλέπουν τις αλλαγές που έχουν συντελεσθεί από το 1975 έως σήμερα. Η επισήμανση αυτή έχει δύο όψεις:

Η μια όψη είναι ότι στο παραπάνω διάστημα οι συσχετισμοί ισχύος Ελλάδας-Τουρκίας άλλαξαν σημαντικά.  

Η μεν Ελλάδα έμεινε στάσιμη δημογραφικά, διέγραψε μια πορεία δανεικής ευημερίας και τελικά χρεοκόπησε. Η δε Τουρκία έκτοτε διπλασιάστηκε πληθυσμιακά, γιγαντώθηκε παραγωγικά και σήμερα – παρά τα όποια εσωτερικά της προβλήματα – συμπεριφέρεται ως περιφερειακή δύναμη στην Ανατ. Μεσόγειο, κάνοντας στρατιωτικές επεμβάσεις στον περίγυρό της.

Η άλλη όψη των μεταβολών που έχουν επισυμβεί από το 1975 στο διεθνές περιβάλλον είναι ότι πια έχουμε φύγει από την περιχαράκωση που επέβαλε ο «ψυχρός πόλεμος». Πλέον είμαστε σε έναν κόσμο πολύ πιο ρευστό, όπου οι ΗΠΑ είτε δεν μπορούν να τηρούν σε όλα τα σημεία του πλανήτη την Pax Americana είτε επιλέγουν για λόγους οικονομίας δυνάμεων να επικεντρωθούν στην αντιπαράθεσή τους με την Κίνα. Η παράβλεψη αυτής της μεταβολής από πλευράς ελληνικού πολιτικού προσωπικού είναι βεβαίως πολύ επικίνδυνη: δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι λειτουργούν κάποια διεθνή δίχτυα ασφαλείας, τα οποία στην πραγματικότητα ίσως να μην υπάρχουν.


«Κι αν χάσετε;»

Σχετικά, χαρακτηριστικό ήταν αυτό που συνέβη στην πρόσφατη επίσκεψη του κ. Μητσοτάκη στις ΗΠΑ:

  Όταν ο Έλληνας Πρωθυπουργός απευθυνόμενος στον Πρόεδρο Τραμπ ανέφερε ότι «αν η Τουρκία αμφισβητήσει τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, θα αντιδράσουμε δυναμικά», ο Αμερικανός Πρόεδρος τον ρώτησε με νόημα: «Κι αν χάσετε;»

Επρόκειτο για μια έμμεση παραίνεση, περιέχουσα και κάποια απειλή, ότι πρέπει «να τα βρούμε» με την Τουρκία. Και το «να τα βρούμε» βεβαίως σημαίνει ότι θα πρέπει εμείς να κάνουμε τις κατάλληλες υποχωρήσεις και η Τουρκία να μετριάσει κάπως τις διεκδικήσεις της, μεταθέτοντας ορισμένες για την επόμενη φορά. Το γεγονός βεβαίως ότι η ελληνική πλευρά διάλεξε να γνωστοποιήσει αυτή τη συζήτηση, δείχνει ότι μάλλον είναι έτοιμη να προχωρήσει σε αυτή τη συνθηκολόγηση και έμμεσα μεταθέτει τον εκβιασμό στην ελληνική κοινή γνώμη. Εννοείται φυσικά ότι αν όλα αυτά πιθανώς ισχύουν για τις ΗΠΑ, τότε δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτε περισσότερο από την ΕΕ και ειδικά από τη Γερμανία.


Αντίσταση αντί υποταγής

Για όλους τους παραπάνω λόγους, η ελληνική κοινή γνώμη έχει κάθε λόγο να δυσπιστεί στις διαβεβαιώσεις κυβερνητικών στελεχών ότι πιθανή προσφυγή στη Χάγη θα γίνει με περιορισμένη ατζέντα. Διότι υπάρχει ο κίνδυνος τελικά να πάμε στη Χάγη ή να μας καθίσουν σε κάποιο άλλο τραπέζι διαπραγματεύσεων με όρους πολύ χειρότερους από αυτούς που υποθέτουμε. Και βέβαια σε ένα τέτοιο τραπέζι έχουμε μόνο να χάσουμε, αφού έτσι κι αλλιώς με όποια ατζέντα κι αν πάμε, η συζήτηση θα αφορά μόνο διεκδικήσεις της Τουρκίας εις βάρος μας.

Ζητούμενο λοιπόν σήμερα είναι...

ΣΥΡΙΖΑίικος ΕΘΝΟΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΥΡΙΖΟΛΑΘΡΟΜΑΧΜΟΥΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Πως ο Τσίπρας εξυπηρετεί τα σχέδια του Ερντογάν

ΠΡΟΣΕΞΤΕ ΤΟ...
 
Toυ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΛΑΥΡΕΝΤΖΟΥ


 Όσο εδραιώνεται στην αντίληψη της ελληνικής κοινής γνώμης ότι το δημογραφικό είναι το μείζον πρόβλημα της χώρας, τόσο διατυπώνεται από ορισμένους ο ισχυρισμός ότι τη λύση στο πρόβλημα αυτό θα δώσουν οι παράνομες μεταναστευτικές ροές που τα επόμενα χρόνια θα καταφθάνουν από την Ασία και την Αφρική. 


Αυτή την άποψη προέβαλε ο πρωθυπουργός και στην πρόσφατη συζήτηση που έγινε στην Ολομέλεια της Βουλής για το δημογραφικό.  


Είναι όμως η λύση του δημογραφικού μια τόσο απλή υπόθεση;
 
 
Για να συζητήσει κανείς σοβαρά αυτή την πρόταση, θα πρέπει προηγουμένως να είναι ενήμερος για τα δεδομένα του προβλήματος. Θα πρέπει ας πούμε να ξέρει ότι το δημογραφικό έλλειμμα της Ελλάδας έως το 2050 θα είναι τόσο μεγάλο, ώστε αν το αφήσουμε να καλυφθεί εξ ολοκλήρου από τις ανεξέλεγκτες μεταναστευτικές ροές, τότε σε μια μόλις γενεά η Ελλάδα θα είναι μια άλλη χώρα.  


Και είναι κακό αυτό; Θα ρωτούσε κάποιος που έχει αντιλήψεις παρόμοιες με εκείνες του πρωθυπουργού;

 
Ακόμη και κάποιος που, όπως ο πρωθυπουργός, θεωρεί ότι το μέλλον ανήκει στις «πολυπολιτισμικές» κοινωνίες, αν σκεφτεί για λίγο, θα πει: εξαρτάται από το πόσοι και από το ποιοι θα έλθουν.  


Αν για παράδειγμα έλθουν τόσοι πολλοί και τόσο διαφορετικοί πολιτισμικά που θα είναι αδύνατον να τους ενσωματώσουμε, πώς θα χειριστούμε τις εντάσεις που θα αναπόφευκτα θα προκύψουν; 


Τι γίνεται αν οι πληθυσμοί που έρχονται δεν έχουν καμία διάθεση να ενσωματωθούν; 


Αν έρχονται με σκοπό να παραμείνουν πολιτισμικά αναλλοίωτοι και μόλις συμπληρώσουν μια κρίσιμη μάζα να προσπαθήσουν να επιβάλλουν τις δικές τους αντιλήψεις;
 
 
Τις απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα ανακαλύπτουν σήμερα πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Βρετανία, η Γαλλία και αυτή ακόμη η απολύτως φιλελεύθερη Σουηδία. Ανακαλύπτουν ότι η «πολυπολιτισμικότητα», όπως την αντιλαμβάνονται οι Ευρωπαίοι δεν είναι κατά ανάγκη μια έννοια που την ασπάζονται και αυτοί που έρχονται να μας «εμπλουτίσουν» πολιτισμικά.

 
Διαπιστώνουν ακόμη ότι όποια άποψη κι αν έχει κανείς για την παράνομη μετανάστευση, θα πρέπει να διασφαλίσει ότι αυτοί που έρχονται, θα πρέπει τουλάχιστον να ανέχονται εμάς και τον τρόπο ζωής μας. Επί πλέον, θα πρέπει να εγκαταλείψουν ορισμένες από τις αντιλήψεις τους, οι οποίες έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με τις αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

 
Αντικατάσταση πληθυσμού

 
Τα παραπάνω ζητήματα τα προσπερνά ο πρωθυπουργός, διότι στην πραγματικότητα θέλει απλώς να μετατρέψει το δημογραφικό σε πρόφαση για να προωθήσει την πολιτική των «ανοικτών συνόρων» που για αυτόν αποτελεί στρατηγική κομματική επιλογή. Άλλωστε, αν πραγματικά ενδιαφερόταν να λύσει το δημογραφικό μέσω της μετανάστευσης, θα φρόντιζε πρωτίστως να δημιουργήσει συνθήκες επιστροφής του μισού εκατομμυρίου Ελλήνων που στα χρόνια της οικονομικής κρίσης μετανάστευσαν στο εξωτερικό. Φαίνεται όμως ότι τέτοιους μετανάστες η κυβέρνηση δεν τους θέλει, διότι είναι πολιτικά επικίνδυνοι.

 
Είναι εκτός κομματικού πλαισίου, διεθνώς ανταγωνιστικοί και εκ των πραγμάτων είναι φορείς νεωτερικών και αξιοκρατικών αντιλήψεων. Για αυτό ακριβώς όχι μόνο δεν είναι επιθυμητοί, αλλά δεν τους δίνεται ούτε και δικαίωμα ψήφου. Για την ακρίβεια, όπου είναι εφικτό τους αφαιρείται κιόλας. Σχετικά, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των 70.000 Ελλήνων της Βρετανίας, των οποίων η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει με πρόσχημα το Brexit να τους αφαιρέσει την ψήφο – μόνη αυτή από όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις!

 
Είναι λοιπόν φανερό ότι η παρούσα κυβέρνηση...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ (ΣΥΡΙΖΟΕΠΙΔΟΤΟΥΜΕΝΟΣ) ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Δημογραφία και μετανάστευση αφελληνίζουν την Ελλάδα


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ...


Στα τέλη του 2017 δημοσιεύτηκαν από την Ελληνική Στατιστική Αρχή τα στοιχεία τα οποία αποτυπώνουν τη δημογραφική εξέλιξη του ελληνικού πληθυσμού κατά την προηγούμενη χρονιά. Σύμφωνα με αυτά:

  • Το 2016 ο πληθυσμός της Ελλάδας υπέστη περαιτέρω φυσική μείωση κατά 25.887 άτομα, αφού για έβδομη συνεχή χρονιά οι θάνατοι (118.785) ξεπέρασαν τις γεννήσεις (92.898).
 
  • Η καθαρή μετανάστευση υπολογίστηκε στα +10.332 άτομα, αφού οι εισερχόμενοι μετανάστες (στην πλειονότητά τους αλλοδαποί) ήταν 116.867, ενώ οι εξερχόμενοι μετανάστες (στην πλειονότητά τους Έλληνες) ήταν 106.535.
 
  • Ο δείκτης γήρανσης του ελληνικού πληθυσμού (αριθμός ατόμων με ηλικία άνω των 65 προς τον αριθμό παιδιών 0-14 ετών) αυξήθηκε για μια ακόμη χρονιά, φθάνοντας το 149,2. Δηλαδή πρακτικά στην Ελλάδα για κάθε 100 παιδιά υπάρχουν 149 άτομα τρίτης ηλικίας!!!

Τα παραπάνω στοιχεία, αν και αφορούν μόνο μια χρονιά, είναι συνταρακτικά!  Για να το καταλάβουμε όμως καλύτερα αυτό, πρέπει να δούμε τις εξελίξεις σε ευρύτερη προοπτική.


Ο ελληνικός πληθυσμός σε δημογραφικό κατήφορο…


Το πρώτο που πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι η παρατηρούμενη «υπεροχή» των θανάτων έναντι των γεννήσεων δεν είναι ένα φαινόμενο προσωρινό. Είναι η συνέπεια της υπογεννητικότητας του ελληνικού πληθυσμού, ο οποίος μετά το 1980 γεννά λιγότερα από δύο παιδιά ανά γυναίκα, δηλαδή λιγότερα από αυτά που χρειάζεται για να αναπληρώσει τη φυσική του φθορά. Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται βεβαίως από την οικονομική κρίση (μετά το 2010), η οποία συμπιέζει περαιτέρω τη γεννητικότητα και δημιουργεί ένα  μεταναστευτικό ρεύμα Ελλήνων προς το εξωτερικό…  Για περισσότερες λοιπόν από δύο δεκαετίες, ο ελληνικός πληθυσμός έχει εισέλθει σε πορεία συνεχούς αριθμητικής συρρίκνωσης και γήρανσης. Σχετικά είναι χαρακτηριστικό ότι το 2015 ο νόμιμος πληθυσμός της Ελλάδας (συμπεριλαμβανομένων δηλαδή και των νόμιμων αλλοδαπών) ήταν με βάση στοιχεία του ΟΗΕ ήδη ο 6ος πιο γηρασμένος στον κόσμο (!), ενώ σύμφωνα με τις δημογραφικές προβολές της Eurostat αναμένεται ότι έως το 2050 δεν θα ξεπερνά τα εννέα (9) εκατομμύρια, εκ των οποίων τα τρία (3) θα είναι άνω των 65 ετών!!…


Φεύγουν οι Έλληνες, έρχονται οι αλλοδαποί…


Οι μεταναστευτικές ροές στην τρέχουσα φάση εμφανίζονται ισοσκελισμένες, ωστόσο πίσω από αυτή την ισορροπία των αριθμών θα πρέπει κανείς να αντιληφθεί τις ποιοτικές διαφορές: Αυτοί που (συνεχίζουν να) φεύγουν είναι νέοι μορφωμένοι Έλληνες, οι οποίοι αναζητούν μια δυναμική πορεία στο εξωτερικό, ενώ αυτοί που (συνεχίζουν να) έρχονται είναι αλλοδαποί, οι οποίοι κατά κανόνα έχουν χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, υψηλό ρυθμό γεννήσεων και – σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στη δεκαετία του 1990 – δεν προέρχονται πια από όμορες χώρες, αλλά από χώρες πολύ μακρινές προς την Ελλάδα, την οποία αυτή τη φορά δεν έχουν καν ως προορισμό τους…

Πίνακας: Η Δημογραφική έκρηξη χωρών της Ασίας και της Αφρικής (Στοιχεία και εκτιμήσεις ΟΗΕ UN World Population prospects – The 2012 revision)
Χώρα Πληθυσμός 1950 (εκατομμύρια) Πληθυσμός 2010 (εκατομμύρια) Πληθυσμός 2040 (εκατομμύρια)
Πακιστάν 38 174 255
Νιγηρία 38 160 351
Μπαγκλαντές 38 149 196
Αιθιοπία 18 83 164
Αίγυπτος 22 81 113
Αλγερία 9 35 52
ΣΥΝΟΛΑ 163 680 1131
   
Σχόλιο: Η δημογραφική γιγάντωση χωρών του τρίτου κόσμου είναι αρκετή από μόνη της για να μας καταδείξει το μέγεθος των αναμενόμενων μεταναστευτικών ροών. Φυσικά στα αίτια αυτών των ροών θα πρέπει κανείς να συμπεριλάβει τη φτώχεια, την εγγενή πολιτική αστάθεια αυτών των χωρών και τις εξωτερικές επεμβάσεις. Από ένα σημείο και μετά, σημαντικό ρόλο θα παίξουν και οι κλιματικές αλλαγές, οι οποίες θα δημιουργήσουν τους λεγόμενους κλιματικούς πρόσφυγες. Ο πίνακας  προέρχεται από το βιβλίο «Σιωπηρή Άλωση – Το δημογραφικό και το μεταναστευτικό πρόβλημα της Ελλάδας», σελ. 81.


 Αντικατάσταση Πληθυσμού…


Τα παραπάνω μας δείχνουν ότι στην Ελλάδα συντελείται σήμερα μια αντικατάσταση πληθυσμού: Από τη μια πλευρά ο ελληνικός πληθυσμός λιγοστεύει και γερνά διαρκώς, ενώ από την άλλη πλευρά (θα) καταφτάνουν και (θα) εγκαθίστανται στη χώρα μετανάστες προερχόμενοι από χώρες της Ασίας και της Αφρικής…  Όλα αυτά μάλιστα γίνονται υπό συνθήκες εσωτερικής κατάρρευσης – οικονομικής και κοινωνικής – και σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον ιδιαίτερα ρευστό, γεμάτο ανατροπές και απειλές… Βρισκόμαστε λοιπόν προ ιστορικής σημασίας εξελίξεων, οι οποίες δεν μεταβάλλουν απλώς το σκηνικό, αλλά για πρώτη φορά αλλάζουν ραγδαία την πληθυσμιακή υπόσταση και άρα την ίδια τη φυσιογνωμία της χώρας.


Οι παραπάνω εξελίξεις εγείρουν προφανώς τεράστια ζητήματα για το μέλλον: 


Αν ο ελληνικός πληθυσμός δεν αυξήσει σημαντικά τη γεννητικότητά του, θα παραμείνει εγκλωβισμένος σε μια πορεία εκμηδένισης. Παράλληλα θα αρχίσει να αντιμετωπίζει σύντομα σοβαρά προβλήματα: Π.χ. θα είναι αδύνατον να έχει βιώσιμο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης (ακόμη κι αν δεν υπήρχαν τα σημερινά οικονομικά προβλήματα)˙ θα είναι πολύ δύσκολο να έχει θετικούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, αφού η ζήτηση θα μειώνεται συνεχώς˙ δεν θα μπορεί να έχει επαρκείς ένοπλες δυνάμεις, αφού κάθε κλάση στρατευσίμων είναι (ήδη εδώ και πολλά χρόνια!) μικρότερη από την προηγούμενη, θα του λείπει η δυναμική που χαρακτηρίζει τους νέους ανθρώπους…


Κάποιοι αντιτείνουν ότι το δημογραφικό πρόβλημα θα λυθεί από την έλευση ξένων μεταναστών. Όσοι όμως το ισχυρίζονται αυτό, μιλούν τουλάχιστον επιπόλαια – αν δεν εκκινούν από ιδιοτελείς προθέσεις – διότι παραβλέπουν τα δεδομένα: 

ΙΣΛΑΜΟΛΑΘΡΟΛΑΓΝΟ ΣΥΡΙΖΟΜΑΧΜΟΥΤΙΣΤΑΝ: H ΣΙΩΠΗΡΗ μας ΑΛΩΣΗ - Mια χώρα σε πορεία πληθυσμιακής μετάλλαξης…



Ενώ η Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη στο τέλμα της οικονομικής κρίσης, σε ένα άλλο πεδίο – πολύ πιο θεμελιώδες – συντελούνται διεργασίες, οι οποίες θα αλλάξουν μεσοπρόθεσμα την πληθυσμιακή της υπόσταση:  


Η μία διεργασία είναι η εν εξελίξει και πλέον επιταχυνόμενη δημογραφική της κατάρρευση και η άλλη είναι η αθρόα είσοδος μεταναστών και προσφύγων, φαινόμενο το οποίο θα μας συνοδεύσει στις επόμενες δεκαετίες…


Γιατί ο ελληνικός πληθυσμός καταρρέει δημογραφικά;


Η δημογραφική κατάρρευση του ελληνικού πληθυσμού ξεκίνησε αθόρυβα στη δεκαετία του 1980, όταν οι ετήσιες γεννήσεις μειώθηκαν από τις 160 στις 100 χιλιάδες και αντίστοιχα η γονιμότητα των Ελληνίδων έπεσε κάτω από το όριο ανανέωσης των γενεών (2,1 παιδιά ανά γυναίκα), φθάνοντας μόλις στα 1,3-1,4 παιδιά ανά γυναίκα. Για περισσότερο από μια 25ετία λοιπόν, κάθε Ελληνίδα γεννά λιγότερα από τα δύο παιδιά που απαιτούνται, ώστε (κατά μέσο όρο) να φέρει στη ζωή μια κόρη που θα την αντικαταστήσει, και άρα κάθε γενιά γυναικών είναι μικρότερη από την προηγούμενη. Αυτή είναι η «περίφημη» παγίδα χαμηλής γονιμότητας στην οποία όταν εγκλωβίζεται ένας πληθυσμός, εισέρχεται σε ένα αυτοτροφοδοτούμενο και ως εκ τούτου ασταμάτητο καθοδικό σπιράλ…


Γιατί οι συνέπειες της υπογεννητικότητας θα αρχίσουν να φαίνονται εντονότερα τώρα;  


Οι παραπάνω εξελίξεις δεν είχαν έως τώρα πολύ ορατές συνέπειες, γιατί οι μεταναστευτικές εισροές της δεκαετίας του 1990 και οι γεννήσεις των αλλοδαπών (περίπου 17% στο σύνολο) «μασκάρησαν» κάπως το ελληνικό δημογραφικό πρόβλημα. Ως σύνολο λοιπόν ο πληθυσμός της χώρας περέμεινε περίπου σταθερός στη δεκαετία 2001-2010, αλλά στις αρχές της ο ελληνογενής πληθυσμός ήδη είχε εισέλθει σε τροχιά συρρίκνωσης, ενώ παράλληλα συνέχισε να γερνά… (Σημείωση: Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ, ο ελληνικός πληθυσμός το 2015 ήταν ο 6ος πιο γηρασμένος στον κόσμο, με μέσο όρο ηλικίας τα 44 έτη.)


Με την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης μετά το 2010, το ήδη υπάρχον ελληνικό δημογραφικό πρόβλημα επιτείνεται με διπλό τρόπο: από τη μια μεριά συμπιέζεται περαιτέρω η ήδη χαμηλή γονιμότητα του ελληνικού πληθυσμού, ενώ από την άλλη μεριά διαρρέει προς το εξωτερικό σημαντικό τμήμα της ελληνικής νεολαίας, παίρνοντας μαζί του και τις γεννήσεις που θα παρήγε… 


Δηλαδή έχει δημιουργηθεί ο ίδιος καταστροφικός συνδυασμός αρνητικού ισοζυγίου γεννήσεων-θανάτων και αρνητικού μεταναστευτικού ισοζυγίου γηγενών, τον οποίο γνώρισε η Βουλγαρία μετά το 1990 με συνέπειες δραματικές για τον πληθυσμό της, ο οποίος μέσα σε 25 χρόνια συρρικνώθηκε από τα 9 στα 7 εκατομμύρια (!) και σήμερα συνεχίζει να μειώνεται με έναν από τους ταχύτερους ρυθμούς στον κόσμο…


Τί προβλέπεται για τον ελληνικό πληθυσμό στο μέλλον;


Η περίπτωση της Βουλγαρίας μας δείχνει ξεκάθαρα τί περιμένει την Ελλάδα: Για να έχουμε μια ποσοτική αίσθηση των όσων θα συμβούν, αναφέρουμε ότι σύμφωνα με τις δημογραφικές προβολές της Eurostat (2013), αναμένεται ότι στο μέσον του 21ου αιώνα ο συνολικός πληθυσμός της Ελλάδας δεν θα ξεπερνά τα 9 εκατομμύρια (και βέβαια θα συνεχίσει να μειώνεται όσο η γονιμότητα θα παραμένει στα παρόντα επίπεδα). Αυτό όμως που είναι πιο συνταρακτικό είναι η βαθιά γήρανσή του η οποία σταδιακά θα συντελεστεί: από τα 9 εκατομμύρια του 2050, τα 3 εκατομμύρια θα είναι άνω των 65 ετών! Δηλαδή σε χρονική απόσταση μιας γενιάς ο ελληνικός πληθυσμός θα είναι ένας πληθυσμός στα πρόθυρα της δημογραφικής κατάρρευσης με ό,τι αυτό συνεπάγεται…


Αντικατάσταση πληθυσμού…


Την ίδια ώρα που συμβαίνουν αυτά, η Ελλάδα λόγω της γεωγραφικής της θέσης δέχεται μια αφόρητη μεταναστευτική πίεση από την Ασία και από την Αφρική, η οποία θα συνεχιστεί στις επόμενες δεκαετίες καθώς θα τροφοδοτείται από την καλπάζουσα δημογραφία, τη φτώχεια και την πολιτική αστάθεια που χαρακτηρίζουν πολλές χώρες αυτών των περιοχών, αλλά και από τις κλιματικές αλλαγές οι οποίες θα προκαλέσουν κύματα «κλιματικών προσφύγων». Με άλλα λόγια στις επόμενες δεκαετίες αναμένεται να συμβεί μια αντικατάσταση πληθυσμού με απρόβλεπτες κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες…


Οι δύο παράλληλες εξελίξεις τις οποίες επισημαίνουμε εδώ οδηγούν πολλούς στο απλοϊκό συμπέρασμα ότι μέσω των μεταναστευτικών εισροών θα λυθεί το ελληνικό δημογραφικό πρόβλημα. 

 Όμως το δημογραφικό έλλειμμα της χώρας είναι τόσο μεγάλο, ώστε μια ολοκληρωτική του κάλυψη με μεταναστευτικές εισροές θα σήμαινε ότι περίπου στο μέσο του τρέχοντος αιώνα θα μιλάμε για μια άλλη χώρα. Και το πρόβλημα βεβαίως εδώ δεν είναι μόνο η διατήρηση της πολιτιστικής της φυσιογνωμίας που ίσως κάποιους δεν τους συγκινεί ή δεν τους ενδιαφέρει, αλλά ότι μια τέτοια κοινωνία πολύ δύσκολα θα μπορέσει να είναι συνεκτική. Διότι κάτι τέτοιο θα είναι πρακτικά αδύνατο, αν τότε ο μισός περίπου νεανικός πληθυσμός θα προέρχεται από το Αφγανιστάν, το Πακιστάν ή χώρες της Αφρικής, δηλαδή θα συντίθεται από πληθυσμούς πολιτισμικά πολύ μακρινούς από τον ελληνικό…


Το μείζον πρόβλημα της χώρας είναι...