"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΤΣΟΣ Γ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΤΣΟΣ Γ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΡΑΓΙΑΔΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Είναι η γενιά μας "ιστορική ανορθογραφία";

 

Του Γεωργίου Ι. Μάτσου

Έχει άραγε η Τουρκία και ο ισλαμικός κόσμος την ιδιότυπη ιστορική άδεια να πραγματοποιεί εθνοκαθάρσεις;

Χαρακτηριστικότερο σύγχρονο τεκμήριο καταφατικής απάντησης, η εισβολή στην Κύπρο το 1974.

Η πιο ‘πατριωτική’ προσέγγιση βλέπει το Κυπριακό ως πρόβλημα "εισβολής και κατοχής".

Η πιο διαλλακτική προσέγγιση, ως πρόβλημα συμβίωσης δύο κοινοτήτων.

Κι όμως, το Κυπριακό είναι κατά βάση τελείως διαφορετικής φύσεως πρόβλημα: Είναι πρόβλημα εθνοκάθαρσης:

Αν η Τουρκία είχε μεν εισβάλει και κατείχε το 37% του νησιού, αλλά είχε επιτρέψει στη (συντριπτική) ελληνική πλειονότητα της κατεχόμενης σήμερα περιοχής να κατοικεί στην Κυρήνεια, στην Αμμόχωστο, στη Λάπηθο, στη Μόρφου, το κυπριακό ως πρόβλημα θα ήταν πολύ μικρότερο.

Δεν θα υπήρχαν πρόσφυγες, ούτε περιουσιακό, δεν θα ετίθετο ζήτημα εποικισμού.

Δεν θα ετίθετο ζήτημα ίδρυσης ψευδοκράτους, αφού η πλειονότητα στα κατεχόμενα θα παρέμενε ελληνική.

Χωρίς εθνοκάθαρση, το Κυπριακό θα παρέμενε ζήτημα συνταγματικών προνοιών για τη δικοινοτική διοίκηση του κράτους. Η δε στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας μετά την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης, η κατάλυση της οποίας από το χουντικό πραξικόπημα της 15-7-1974 απετέλεσε το πρόσχημα της εισβολής, θα αποτελούσε σκέτο μέσο πίεσης για συνταγματικές ρυθμίσεις υπέρ των Τουρκοκυπρίων.

Οι σημαντικότερες και πιο επώδυνες πτυχές του Κυπριακού απλά δεν θα υπήρχαν, αν η Τουρκία το 1974 δεν είχε προβεί σε εθνοκάθαρση.

Γιατί λοιπόν η εθνοκάθαρση του ελληνικού πληθυσμού από τα κατεχόμενα της Κύπρου παραμένει εντελώς απούσα από την πολιτική, κοινωνική και ιστορική ρητορική για το Κυπριακό;

Δεν γίνεται λόγος περί εθνοκάθαρσης ούτε καν σε επετείους.

 

Διαπραγματευτικά μάλιστα, η επίκληση της εθνοκάθαρσης ως εγκλήματος πολέμου ή ακόμη και εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας (όπως ορίζονται σήμερα οι συνιστώσες πρακτικές της) θα ενίσχυε καθ’ υπερβολή τις ελληνικές θέσεις.

(Αν θέλουμε, βέβαια, να ενισχυθούν οι θέσεις μας. Διότι μπορεί και να μην θέλουμε. Βλ. παρακάτω.)

Άλλη, πολύ πιο πρόσφατη εθνοκάθαρση που πραγματοποίησε το "αδελφό" της Τουρκίας έθνος, το Αζερμπαϊτζάν, σε συνεργασία με την ίδια την Τουρκία, είναι αυτή του Ναγκόρνο Καραμπάχ ή Αρτσάχ. Μέσα σε λίγες μόνον ημέρες, ο γηγενής αρμενικός πληθυσμός εγκατέλειψε τις πατρογονικές του εστίες, ως συνέπεια της στρατιωτικής ήττας της Αρμενίας από Αζερμπαϊτζάν και Τουρκία τον Σεπτέμβριο 2023.

Τουλάχιστον στην περίπτωση του Αρτσάχ έγινε ρητά λόγος από τη διεθνή κοινότητα για "εθνοκάθαρση".  Όμως κι αυτό έκτοτε ξεχάστηκε.

Μεγάλη αντίφαση συνιστά η στάση της διεθνούς κοινότητας στην περίπτωση π.χ. του Κοσόβου. Οι Σέρβοι προέβησαν το 1999 σε εθνοκάθαρση του (κυρίως μουσουλμανικού) αλβανικού πληθυσμού. Ωστόσο η επίμονη πολεμική προσπάθεια των δυτικών δυνάμεων οδήγησε σε ανατροπή της κατάστασης. Τελικά οι Αλβανοί επέστρεψαν στις εστίες τους και η εθνοκάθαρσή τους ματαιώθηκε αποτελεσματικά.

Χαρακτηριστική εις βάρος μουσουλμανικού κυρίως πληθυσμού υπήρξε η εθνοκάθαρση των Παλαιστινίων στη λεγόμενη "Νάκμπα" του 1948, όταν ιδρύθηκε το κράτος του Ισραήλ. Μετά τη "Νάκμπα" παρέμεινε μειοψηφία Αράβων περί το 20% του πληθυσμού εντός των προ του 1967 συνόρων του εβραϊκού κράτους.

Το σύνθημα όμως "From the river to see, Palestine shall be free" δείχνει ότι η εθνοκάθαρση εκείνη δεν έχει ξεχαστεί. 78 χρόνια αργότερα, εξακολουθεί να επιδιώκεται η ανατροπή της, παρότι σήμερα η υλοποίηση ενός τέτοιου συνθήματος προφανώς διέρχεται από εθνοκάθαρση του εβραϊκού πια πληθυσμού.

Τηρουμένων των αναλογιών, θα ήταν σαν να διεκδικούσαμε εμείς ενεργά το έτος 2000 (78 χρόνια μετά την εθνοκάθαρση του ελληνικού στοιχείου από τη Μικρασία) την επιστροφή των Ελλήνων σε Σμύρνη, Πόντο κλπ. Οι περισσότεροι από εμάς θα καταδικάζαμε κάτι τέτοιο ως ακραίο.

 

(Στην περίπτωση βέβαια του μικρασιατικού Ελληνισμού συμφωνήθηκε ανταλλαγή πληθυσμών. Όμως η συμφωνία εκείνη προήλθε κυρίως από τη γενοκτονική διάθεση, που η Τουρκία επεδείκνυε διαρκώς έναντι των ελληνικών πληθυσμών μετά το 1908.)

Βλέποντας κανείς τη διεθνή κατακραυγή κατά του Ισραήλ για τη συντελούμενη σήμερα εθνοκάθαρση της Γάζας, απορεί κανείς για τα δύο μέτρα και δύο σταθμά σε σύγκριση με τη σχεδόν ταυτόχρονη, ήδη τετελεσμένη εθνοκάθαρση του Αρτσάχ.

Ίσως τα δύο μέτρα και δύο σταθμά ανάγονται εντέλει στη διάθεση των λαών να αποδεχθούν την (ιστορικά πάντοτε προσωρινή) πολεμική τους κατωτερότητα.

Ειδικά στην περίπτωσή μας, η αποδοχή από το πολιτικό σύστημα και από διαρκώς αυξανόμενο μέρος της κοινωνίας των πάσης φύσεως εγκληματικών πρακτικών εις βάρος του Ελληνισμού μοιάζει διαρκής κατάσταση, από τη μεταπολίτευση και έκτοτε.

Δεν είναι εφικτή στο περιορισμένο πλαίσιο αυτού του άρθρου η ιστορική αναδρομή για το πώς φθάσαμε σήμερα εδώ.

Ας αναγνώσουμε όμως τη χαρακτηριστική ομιλία του Προέδρου της ΕλληνικήςΔημοκρατίας στην τελετή αναστήλωσης των οθωμανικών μνημείων των Ιωαννίνων, στις 17-7-2026

"[Η πόλη μας] πέρασε αναίμακτα το φθινόπωρο του 1430 στα χέρια των Οθωμανών, γιατί διδαχθήκαμε από την άλωση της Θεσσαλονίκης, που είχε σφαγές και εξανδραποδισμούς και οι Γιαννιώτες φρόντισαν, αυτά, να τα αποφύγουν και τα απέφυγαν και πήραν προνόμια.".

Η στάση αυτή του αρχηγού του ελληνικού κράτους βρίσκεται σε σαφή αντίθεση με ιστορικά παραδείγματα της αρχαίας, της αυτοκρατορικής και της νεώτερης εποχής του Ελληνισμού.

Με τον Λεωνίδα που αρνήθηκε να φύγει από τις Θερμοπύλες παρότι ήταν βέβαιη η περικύκλωσή του, η ήττα του και ο θάνατος αυτού και των Τριακοσίων.

Με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, που τις παραμονές της Άλωσης, όταν του ζητήθηκε η παράδοση της Κωνσταντινούπολης, απάντησε: "Τὸ δὲ τὴν Πόλιν σοι δοῦναι, οὔτ’ ἐμόν ἐστιν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ· κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν".

 

Με τον Καβάφη: "Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των όρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.[…] Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν) πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος, κι οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε.".

Με το περήφανο "Όχι" του 1940.

Με την Ελληνική Δύναμη Κύπρου το 1974, που άφησε κι αυτή διαχρονικά παραδείγματα αυτοθυσίας και ηρωισμού.

Τι άλλαξε έκτοτε που…

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο "ΕΠΙΤΕΛΙΚΟ" ΚΟΥΛΟ-ΧΑΝΕΙΟ: Τι ακριβώς παίζεται με τη "μεταρρύθμιση" στις πολεοδομίες

Σκίτσο του Ηλία Μακρή (12/12/24) | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

 

Του Γεωργίου Ι. Μάτσου

Ποια ελληνική δημόσια υπηρεσία λειτουργεί χειρότερα από οποιαδήποτε άλλη;

Το κτηματολόγιο.

Ότι το κτηματολόγιο θα κατέληγε έτσι, είχε προβλεφθεί από τη δεκαετία του 1990. Ανεξάρτητες φωνές που παρακολουθούσαν τον θεσμικό σχεδιασμό, προέβλεπαν με ακρίβεια τη σημερινή κατάρρευση.

Ο σχεδιασμός της δεκαετίας του 1990 ουδέποτε αποσκοπούσε σε δημιουργία πραγματικού κτηματολογίου. Αυτοσκοπός ήταν ένας μοναδικός διεθνώς γραφειοκρατικός εφιάλτης, προκειμένου να δικαιολογηθεί επικοινωνιακά και πολιτικά ένα εντελώς άχρηστο έργο.

Η Ελλάδα είχε πριν το "κτηματολόγιο" ολοκληρωμένο και αποτελεσματικό σύστημα καταχώρισης εμπραγμάτων δικαιοπραξιών: Τα υποθηκοφυλακεία. Ο νόμος 2145/1993 είχε θεσπίσει να μηχανογραφηθούν με απλό και ανέξοδο για τον πολίτη τρόπο.

(Έργο "ανέξοδο για τον πολίτη" σημαίνει βέβαια ανυπαρξία διαφθοράς: Ανυπαρξία δαπάνης σημαίνει ανυπαρξία αθέμιτων, νομότυπων ή μη, ωφελημάτων.)

Η μηχανογράφηση των υποθηκοφυλακείων εγκαταλείφθηκε στη δεύτερη φάση της το 1999 επειδή "θα γινόταν το κτηματολόγιο". Αν είχε ολοκληρωθεί η τρίτη φάση της (ψηφιοποίηση των συμβολαίων), θα ήταν πλήρης για την εποχή της. Και δωρεάν. Η online έρευνα και καταχώριση δικαιοπραξιών στην, μεταγενέστερη του 1999, εποχή του internet, θα καθίστατο αργότερα υπερβολικά ευχερής.

(Παρεμπιπτόντως, ό,τι θα γινόταν δωρεάν μετά το 1999 ως τρίτη φάση μηχανοργάνωσης, προκηρύχθηκε το 2021 με αρχικό κόστος 242.453.765 ευρώ. Δημοσιεύματα του 2023 ανέβαζαν το κόστος στα 309,8 εκατομμύρια. Μέχρι σήμερα, ίσως αυξήθηκε κι άλλο. Για να μαθαίνετε οι αρχάριοι, πώς κινείται το χρήμα.)

Από τα "υποθηκοφυλακεία" έλειπαν για να γίνουν "κτηματολόγιο" μόνον οι χάρτες. Αντί όμως το ελληνικό κράτος να επικεντρωθεί στο τεχνικό αυτό έργο (όπου δεν προϋπήρχαν χάρτες από εντάξεις σε σχέδια πόλης, αναδασμούς κλπ.), επικεντρώθηκε στη γένεση αχρείαστης και πανάκριβης γραφειοκρατίας για την αχρείαστη επανακαταχώριση της ήδη καταχωρισμένης ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας.

 

Η επανακαταχώριση ήδη καταχωρισμένων δικαιωμάτων αποδεικνύεται ακόμη εντονότερα άχρηστη, εκ του ότι δεν καταχωρίστηκε η μη καταχωρισμένη ακίνητη περιουσία: Αυτή του Δημοσίου. Για το Δημόσιο θεσπίστηκε πως ό,τι δεν (επανα) καταχωρίσουν οι ιδιώτες, θα ανήκει σε αυτό, δια του υπέρμετρα προβληματικού αμάχητου τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου στα "αγνώστου ιδιοκτήτη" ακίνητα.

Συνεπώς, η πανάκριβη και αχρείαστη γραφειοκρατία του κτηματολογίου, καταλήγει να υφαρπάζει το κράτος περιουσίες των πολιτών, επειδή το ίδιο είναι υπερβολικά τεμπέλικο για να καταχωρίσει τη δική του περιουσία.

Δεν ήταν εύκολο να πειστεί όλη η κοινωνία ότι η επανακαταχώριση ήδη καταχωρισμένων εννόμων σχέσεων με ταλαιπωρία εξοργιστικού βαθμού, τεράστια δαπάνη δημόσια και ιδιωτική, και απειλή απώλειας περιουσίας ήταν τάχα καλή και χρήσιμη.

Έπρεπε να εφευρεθούν και επικοινωνιακές πομφόλυγες του τύπου "μεταβίβαση ακινήτων με το πάτημα ενός πλήκτρου".

Εκτός από την πλειονότητα της κοινωνίας, τις πομφόλυγες αυτές πίστευε διαχρονικά και το πολιτικό σύστημα. Ματαίως αγχωνόταν ο εκάστοτε υπουργός να υλοποιήσει κάτι αδύνατον να υλοποιηθεί στο ορατό μέλλον. Συνήθως αποχωρούσε από τη θέση του, προτού κατανοήσει τι συμβαίνει.

Τα παραπάνω εξηγήσαμε αναλυτικώς σε περυσινό μας άρθρο. Όμοιες σε μεγάλο βαθμό επισημάνσεις υιοθέτησε λίγο αργότερα το Ελεγκτικό Συνέδριο, σε έρευνα-κόλαφο, που απόλαυσε αφύσικα χαμηλή δημοσιότητα.

Μάλιστα, το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν ασχολήθηκε καν με την υφαρπαγή "αγνώστου ιδιοκτήτη" περιουσιών από επιτήδειους.

Γενικά, το κτηματολόγιο από όπου και να το πιάσει κανείς, ‘μπάζει’.

Ενώ λοιπόν το κτηματολόγιο διεκδικεί επαξίως τον τίτλο της πιο αποτυχημένης δημόσιας υπηρεσίας, πρόκειται, λέει, να ενταχθούν σε αυτό και οι πολεοδομίες, όπως πομπωδώς μας ενημέρωσε πρόσφατα ο φιλοκυβερνητικός τύπος.

Φυσιολογικά ανακύπτει το ερώτημα, "γιατί" να ενταχθεί μια υπηρεσία που κουτσά-στραβά λειτουργεί, σε άλλη υπηρεσία που ακόμη ψάχνει να βρει τον βηματισμό της.

 

Μήπως με την ένταξη στο κτηματολόγιο τάχα θα λυθούν τα προβλήματα διαφθοράς που αποκαλύφθηκαν τελευταία στις πολεοδομίες;

Μα στο κτηματολόγιο η ίδια η γένεσή του συνιστά νομότυπη διαφθορά, όπως αναλύθηκε παραπάνω.

Πέραν δε του ουδέποτε σοβαρά διερευνηθέντος ζητήματος με τις υφαρπαγές περιουσιών, τον Αύγουστο 2025 δημοσιεύτηκαν σοβαρές καταγγελίες για "στενό συγγενικό πρόσωπο κορυφαίου μέχρι πρότινος στελέχους του κτηματολογίου", για την έκβαση των οποίων δεν μάθαμε ποτέ τίποτε.

Συνεπώς, το κτηματολόγιο δεν είναι κατάσταση άσπιλη και άμωμη, που τάχα θα καθαρίσει διαμιάς τη διαφθορά από τις πολεοδομίες, εάν αυτές υπαχθούν εκεί.

Στην πραγματικότητα, το μόνο επιχείρημα υπέρ του κτηματολογίου ως δημόσιας υπηρεσίας είναι ο τεχνολογικός λαϊκισμός στον οποίο προσφεύγει υπερβολικά συχνά η παρούσα κυβέρνηση, προκειμένου να δικαιολογήσει κινήσεις που δεν δικαιολογούνται διαφορετικά.

Π.χ.: Η αδυναμία διεκπεραίωσης στοιχειωδών λειτουργιών του Κτηματολογίου αντισταθμίζεται από βαρύγδουπες ανακοινώσεις (του 2024) περί χρήσης τεχνητής νοημοσύνης στη λήψη διοικητικών αποφάσεων. Για τα αποτελέσματα όμως της χρήσης ΤΝ, δεν υπάρχει δύο χρόνια αργότερα κανένα δημοσίως διαθέσιμο στοιχείο.

Τι μένει στον πολίτη που δεν γνωρίζει για την κατ’ ουσία κατάρρευση του κτηματολογίου;

Ότι εκεί "εφαρμόζεται η ΤΝ". Το αν πέτυχε η ΤΝ ή όχι, δεν απασχολεί. Μένει ως επικοινωνιακό μήνυμα αποκλειστικά ο τεχνολογικός λαϊκισμός.

Το επικοινωνιακό αυτό αποτέλεσμα, συνεπώς, αξιοποιείται από την κυβέρνηση, για να γεννήσει περαιτέρω επικοινωνιακό αυτοματισμό, όταν κατατάσσει την υπαγωγή των πολεοδομιών στο κτηματολόγιο ως κάτι δήθεν "καλό".

Πέραν όμως του επιδιωκόμενου επικοινωνιακού αποτελέσματος, η υπαγωγή των πολεοδομιών στο κτηματολόγιο θα προκαλέσει συγκέντρωση της διαφθοράς.

Όπως διαπιστώσαμε από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ:

α) Η κεντρική συγκέντρωση μιας υπηρεσίας δεν σημαίνει καταπολέμηση της διαφθοράς. Αντιθέτως.

 

β) Αν δεν υπήρχε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ο "Μάκης" και οι λοιποί στο Μαξίμου ακόμη θα "κρατούσαν", κατά την ορολογία που χρησιμοποίησε σχετικώς ο "Φραπές" στις συνακροασθείσες τηλεφωνικές του συνομιλίες.

Η κυβέρνηση θα μπορεί συνεπώς να διαχειρίζεται κεντρικά τη διαφθορά στις πολεοδομίες δια της υπαγωγής τους στο κτηματολόγιο, αντί να την καταπολεμά.

Αυτά όλα συνδυάζονται και με την επιδιωκόμενη αναθεώρηση του άρθρου 101 παρ. 3 του Συντάγματος, που καταργεί το τεκμήριο αρμοδιότητας υπέρ των αποκεντρωμένων διοικήσεων και γεννά συγκέντρωση και "επιτελικό κράτος" παντού.

(Η "ανάπτυξη της περιφέρειας", στο ίδιο κεφάλαιο της πρότασης συνταγματικής αναθεώρησης, αποτελεί μάλλον ‘ξεκάρφωμα’.)

Ατυχώς για την κυβέρνηση, οι υφιστάμενες αποκαλύψεις για τη δράση της όταν εντοπίζεται αναντίρρητη διαφθορά, δείχνουν ότι …

 

ΝουΔο-γαλαζαίοι ΕΘΝΙΚΟΙ ΡΑΓΙΑΔΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: Γιατί δεν θέλω να σηκώσει το τηλέφωνο στις 3 η ώρα τη νύχτα ο Κυριάκος Μητσοτάκης

  

 

Του Γεωργίου Ι. Μάτσου

Η γνωστότερη έγερση πρωθυπουργού 3 η ώρα τη νύχτα για αντιμετώπιση κατεπείγουσας πρόκλησης ήταν του Μεταξά, 28 Οκτωβρίου 1940, όταν ειπώθηκε το "Όχι".

Ο Μεταξάς συκοφαντήθηκε ποικιλοτρόπως έκτοτε. Χαρακτηριστική ήταν η απόπειρα του πρώιμου πασοκισμού να υποστηρίξει πως "το Όχι το είπε ο λαός".

Η ιστορική αλήθεια για το "Όχι" εντέλει επιβίωσε. Αυτό βέβαια ίσως συνέβη, διότι οι σοσιαλιστές της πρωτοπασοκικής περιόδου υιοθέτησαν λάθος έμπνευση: Αν είχαν ισχυριστεί ότι "εξαιτίας του δικτάτορα Μεταξά σφαγιάστηκαν αναίτια χιλιάδες στρατιώτες", θα συνέχιζαν τη συκοφαντία σήμερα οι "και τι θέλετε, πόλεμο;", φράση που διατυπώνεται υποστηρικτικά σε ποικίλες ελληνικές υποχωρήσεις.

Βέβαια, το τότε ΠΑΣΟΚ είχε πατριωτικό πρόταγμα. Ευτυχώς, διότι διαφορετικά ίσως να είχε καταργηθεί σήμερα η εορτή της 28ης Οκτωβρίου.

Ο μαξιμαλισμός τού "θέλετε πόλεμο;" βρίσκει ευήκοα ώτα στη ράθυμη σημερινή κοινωνία που δεν ενδιαφέρεται καν για ατομική πρόοδο – πόσο μάλλον να αυτοθυσιαστεί για το σύνολο όπως οι πρόγονοί της.

Το τι θα έκαναν οι "θέλετε πόλεμο" στη θέση του Μεταξά, το αντιλαμβανόμαστε.

Το ερώτημα είναι, τι θα έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη θέση του Μεταξά, 3 η ώρα το πρωί έστω σήμερα, που σε αντίθεση με το παραπλανητικό "θέλετε πόλεμο" υπάρχουν πλείστοι τρόποι αντίδρασης στην τουρκική επιθετικότητα, που δεν απαιτούν πόλεμο.

Απαιτούν όμως φρόνημα αντίστοιχο του Μεταξά.

Έχει ο πρωθυπουργός τέτοιο φρόνημα;

Η έως σήμερα πολιτεία του έναντι της Τουρκίας, έχει να παρουσιάσει θετικά:

Καταρχάς, η άμυνα στον Έβρο απέναντι στην μαζική εισβολή παρανόμων μεταναστών Μάρτιο 2020. Η αντίσταση εκείνη είχε ενώσει άπαντες υπό το σύνθημα "I stand with Greece".

 

Δεύτερο: Την αποτροπή των ερευνών του Oruc Reis, Αύγουστο 2020 και την εποποιία του Ναυτικού που επισφραγίστηκε με την "επακούμβηση" της φρεγάτας Λήμνος στην τουρκική Kemal Reis.

Τρίτο, τον προγραμματισμό εξοπλισμών: Rafale, Belharra, F-35.

Κυρίως: Την τετραετία 2019-2023 μειώθηκε η λαθρομετανάστευση, με αποτελεσματική αποτροπή και απορρίπτοντας την ψευδοανθρωπιστική ρητορική υπέρ των διεθνών εγκληματικών οργανώσεων των διακινητών.

Τίποτε από αυτά δεν επιβίωσε στη δεύτερη τετραετία.

Μετά τον Ιούνιο 2023 ο πρωθυπουργός, έχοντας ύποπτα υπουργοποιήσει σχεδόν άπαντες τους σαμαρικούς βουλευτές στην πολυμελέστατη κυβέρνησή του, καταλήφθηκε από πρεμούρα να κλείσει το θέμα του Αιγαίου τάχα "στη Χάγη".

Υπογράφηκε η ακατανόητη "Διακήρυξη των Αθηνών", που ξέπλενε την Τουρκία για τις εναντίον μας ενέργειές της.

Ενόψει "Χάγης", σύμφωνα με τη Γενική Διευθύντρια του ΕΛΙΑΜΕΠ (μετά το 0:59 και μετά το 2:12 του βίντεο), η διαπραγμάτευση για τα ελληνικά χωρικά ύδατα στο Αιγαίο ενδέχεται να έκλεινε ακόμη και στα 8 μίλια.

Προσθέτοντας τον εξευτελισμό της Κάσου και τον αυτοπεριορισμό του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού στα 6 μίλια των χωρικών υδάτων, προκύπτει αρνητική πιθανότητα, ο Μητσοτάκης να αντιδράσει ωφέλιμα για τη χώρα σε ξαφνική κρίση.

Στη θέση του Μεταξά, μάλλον θα παρέθετε δείπνο στον Μουσολίνι στην Αθήνα, το βράδυ της 28-10-1940, υπογράφοντας διακήρυξη αιώνιας ελληνοϊταλικής φιλίας.

Ο κ. Μητσοτάκης θεωρεί επιτυχία του ότι τάχα "έθεσε στον Ερντογάν το casus belli". Όμως όπως φαίνεται, το casus belli έχει ήδη πετύχει τον στόχο αυτόβουλης υποχώρησης της Ελλάδας από τα κυριαρχικά της δικαιώματα, χωρίς η Τουρκία να κάνει πραγματικά πόλεμο.

Πώς εξηγείται όμως η τεράστια αντίθεση α΄ και β΄ τετραετίας;

Οι αρχικές ‘ηρωικές’ κινήσεις μοιάζουν να επεδίωκαν παραπλάνηση του εκλογικού σώματος, εμπεδώνοντας εικόνα για τον Μητσοτάκη διαφορετική από την πραγματική και από την εγνωσμένη υποχωρητικότητα της πολιτικής του οικογένειας στα εθνικά.

Προσεκτικότερη ματιά στους ‘ηρωισμούς’ της πρώτης τετραετίας δείχνει μάλιστα ότι κανείς από αυτούς δεν ήταν αυτό που έδειχνε:

Πριν τον Έβρο π.χ., η κυβέρνηση είχε στείλει τα ΜΑΤ να δείρουν τους κατοίκους Χίου και Λέσβου που επιχειρούσαν να αντισταθούν (όπως λίγες μέρες μετά αντιστάθηκαν οι κάτοικοι του Έβρου) στις χιλιάδες παρανόμων μεταναστών που εισέβαλλαν στα νησιά.

Όταν τελικά οι εξαγριωμένοι κάτοικοι έδειραν τα ΜΑΤ, (https://www.capital.gr/epikairotita/3413552/xios-katoikoi-mpikan-sto-xenodoxeio-pou-menoun-ta-mat-kai-tous-edeiran/) ο Μητσοτάκης κατάλαβε ότι έχει πολιτικό πρόβλημα και άλλαξε επειγόντως τροπάριο ελάχιστες ημέρες αργότερα για το ίδιο ακριβώς πρόβλημα στον Έβρο.

Ποια ήταν η ειλικρινής άποψη του Μητσοτάκη;

Αυτή της 26-2-2020, όταν επιχειρούσε να καταστείλει τις αντιδράσεις των νησιωτών, ή αυτή της 1-3-2020, όταν έστελνε τα ΜΑΤ στον Έβρο για να αποτρέψουν ό,τι προηγουμένως επεδίωκαν να επιτρέψουν στα νησιά;

Ίδια και χειρότερα ισχύουν για το καλοκαίρι του 2020: Η Ελλάδα τον Αύγουστο είχε νικήσει κατά κράτος στην οιονεί αναμέτρηση με το τουρκικό ναυτικό. Τον Οκτώβριο 2020, όμως, όταν ξαναβγήκε για έρευνες σε ελληνική ΑΟΖ το ίδιο τουρκικό σκάφος, ο αναρμόδιος τότε υπουργός Επικρατείας Γ. Γεραπετρίτης δήλωνε ως μόνη κόκκινηγραμμή στο Αιγαίο τα έξι μίλια των χωρικών υδάτων

Πετάχτηκε έτσι, με μια μόνον δήλωση, στον κάλαθο των αχρήστων η καλοκαιρινή εποποιία του ελληνικού Ναυτικού, που είχε υπερασπιστεί την ελληνική ΑΟΖ σε όλη της την έκταση μέχρι το Καστελόριζο.

Οι εξοπλισμοί της πρώτης τετραετίας αποδεικνύονται ανεπαρκείς, μετά τους πολέμους σε Ουκρανία και Ιράν. Σήμερα χρειάζονται φθηνότερα, αφθονότερα και εγχωρίως παραγόμενα πολεμικά μέσα, που απαιτούν σκληρή, έντιμη και σιωπηλή δουλειά στο εσωτερικό της χώρας. Τίποτε όμως δεν δείχνει σήμερα ότι η άμυνά μας θεμελιώνεται επαρκώς σε τέτοιες βάσεις.

Τέλος, στη λαθρομετανάστευση τα πράγματα άλλαξαν ριζικά μετά το παράδοξο, τραγικό συμβάν του πολύνεκρου ναυαγίου της Πύλου επί υπηρεσιακής κυβερνήσεως Σαρμά. Η στάση της β΄ κυβέρνησης Μητσοτάκη μεταβλήθηκε έκτοτε ραγδαία: Πλέον, ανακοινώνονται διαρκώς "διασώσεις" παρανόμων μεταναστών από ναυάγια προξενούμενα συνήθως από τους διακινητές, με σκοπό τη μετέπειτα νομότυπη είσοδο των "διασωθέντων" παρανόμων μεταναστών στην ελληνική επικράτεια.

 

Ο πρωθυπουργός εντέλει μοιάζει συνεπώς η χειρότερη επιλογή για να σηκώσει το τηλέφωνο στις 3 το πρωί.

Πολλοί ίσως αντιτείνουν: Άλλοι πολιτικοί θα έκαναν κάτι διαφορετικό;

Σίγουρα ο…

 

ΝουΔο-γαλαζαίοι ΕΘΝΙΚΟΙ ΚΡΥΦΟ-ΣΤΑΛΙΝΑΡΑΔΕΣ: Πώς η κυβερνητική πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης καθιστά απόλυτα ελεγχόμενη τη Δικαιοσύνη

 

 
 

Του Γεωργίου Ι. Μάτσου

Η κυβερνητική πρόταση  συνταγματικής αναθεώρησης, εκπλήσσει με την ένταση των μεθοδεύσεων εμβάθυνσης και εδραίωσης του κυβερνητικού ελέγχου κράτους και κοινωνίας με τρόπο έντεχνο και όχι ευθέως ορατό.

Πρώτιστη μεθόδευση, ο ασφυκτικός έλεγχος της Δικαιοσύνης, του κρισιμότερου κατά Τσίπρα "αρμού της εξουσίας", που ‘πρέπει’ να ελέγξει όποιος πολιτικός επιδιώκει διαιώνιση και απολυτοποίηση της εξουσίας του.

Κύριοι άξονες εμβάθυνσης και διεύρυνσης του ελέγχου της Δικαιοσύνης όχι από την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά εντέλει από το σημερινό κυβερνών κόμμα, οι εξής:

α) Μεταφορά αρμοδιότητας επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση στη Βουλή και, εμμέσως, στο ισχυρότερο κοινοβουλευτικό κόμμα.

β) Μετατροπή τού, αυξημένα ελεγχόμενου από τη διορισμένη από τη Βουλή ηγεσία της Δικαιοσύνης, Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 (ΑΕΔ) σε συνταγματικό υπερ-δικαστήριο.

Ιδού πώς μεθοδεύονται αυτά, με αφετηρία την κυβερνητική πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 90 παρ. 5 περί επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης:

"Προαγωγές στις θέσεις των ανωτάτων δικαστών από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή, χωρίς κυβερνητική παρέμβαση, από κατάλογο τριών δικαστών για κάθε θέση που προτείνονται από τις οικείες ολομέλειες.".

Η πρόταση δεν αναφέρεται σε "προέδρους και αντιπροέδρους" των ανωτάτων δικαστηρίων, όπως το σημερινό άρθρο 90 παρ. 5, αλλά κατά γράμμα σε "ανώτατους δικαστές" γενικώς! Η ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή θα αποφασίζει και ποιοι θα γίνονται Αρεοπαγίτες ή Σύμβουλοι Επικρατείας. Το άρθρο 90 παρ. 2, περί προαγωγών ανωτάτων δικαστών, θα παρακάμπτεται από το άρθρο 90 παρ. 5, που προφανώς θα επαναπροσδιορίζει τις κρίσεις της παρ. 2 ως "προτάσεις" (τριών προσώπων), από τις οποίες θα επιλέγονται οι προαγόμενοι δικαστές.

 

Συγκρίνοντας μάλιστα κυβερνητικές προτάσεις αναθεώρησης άλλων άρθρων (π.χ. του άρθρου 86), που ρητώς αναφέρονται σε αποφάσεις "με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών", τούτο σημαίνει εξ αντιδιαστολής ότι οι αποφάσεις για τις προαγωγές ανωτάτων δικαστών, θα λαμβάνονται με σχετική πλειοψηφία.

Αυτό, για έναν ακόμη λόγο: Δεν μπορεί να εξαρτάται η επιλογή όλων των ανωτάτων δικαστών από το εάν διαμορφώνεται κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Πόσο μάλλον που σήμερα οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ανέφικτη την αυτοδυναμία.

Με δεδομένο αυτό και επειδή οι κοινοβουλευτικές επιτροπές διαμορφώνονται αναλόγως την κοινοβουλευτική δύναμη των κομμάτων, το πρώτο μη αυτοδύναμο κόμμα θα μπορεί:

1) Να εκμεταλλευτεί την προβλέψιμη αδυναμία του πολυδιασπασμένου λοιπού κοινοβουλίου να συμφωνήσει σε συγκεκριμένα πρόσωπα, ώστε να αποφασίζει μόνο του για τους προαγόμενους ανώτατους δικαστές με τη σχετική του πλειοψηφία.

2) Να διαμορφώνει συγκυριακές απόλυτες πλειοψηφίες με άλλα, μικρότερα κόμματα, όπως έπραξε τον Σεπτέμβριο 2023 με την Ελληνική Λύση για την Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου Επικοινωνιών.

3) Να επιτυγχάνει την αδιόρατη συνειδησιακή ‘υποταγή’ προς αυτό κρισίμου τμήματος εκ των φιλόδοξων ανώτερων δικαστικών λειτουργών (ιδίως Προέδρων Εφετών και Εισαγγελέων Εφετών), αφού κυρίως αυτό θα αποφασίζει την προαγωγή τους, ασχέτως εάν μετέχει ή όχι στην κυβέρνηση.

Η κυβέρνηση μεθοδεύει συνεπώς την εκ μέρους της επιλογή ή πάντως ισχυρή επιρροή επί της ηγεσίας της Δικαιοσύνης είτε παραμείνει μετεκλογικά μη αυτοδύναμη κυβέρνηση, είτε ακόμη ως αντιπολίτευση μεν, πρώτο κοινοβουλευτικό κόμμα δε.

Από μόνη της η κυβερνητική αυτοαντίληψη ότι θα παραμένουν τάχα "αιωνίως" πρώτο κόμμα και η προσαρμογή τού πολιτειακού χάρτη στη συγκεκριμένη αυτοαντίληψη, αποτελεί ιδιαίτερα επικίνδυνη θεσμικώς δοξασία.

Η προφανής σημασία των παραπάνω επιδιώξεων πολλαπλασιάζεται με τις προτεινόμενες αλλαγές στο ΑΕΔ.

Σήμερα μετέχουν στο ΑΕΔ οι τρεις (διορισμένοι από την κυβέρνηση) επικεφαλής των ανωτάτων δικαστηρίων, σε σύνολο όμως δεκατριών μελών: Τέσσερις Αρεοπαγίτες, τέσσερις Σύμβουλοι Επικρατείας και δύο καθηγητές νομικών σχολών επιλέγονται με κλήρωση.

 

Καθώς οι καθηγητές νομικής σπάνια ή ποτέ δεν αντιτάσσονται στους δικαστές, η αριθμητική υπεροχή οκτώ προς τρία των κληρωθέντων δικαστών σημαίνει ότι, εφόσον η κλήρωση γίνεται έντιμα (κάτι δυστυχώς όχι αυτονόητο), η πλειοψηφία στο ΑΕΔ διαμορφώνεται σήμερα από τους κληρωθέντες δικαστές και όχι από τους διορισμένους προέδρους.

Αν όμως οι κληρωθέντες δικαστές περιοριστούν σε τέσσερις, οι διορισμένοι τρεις επικεφαλής των ανωτάτων δικαστηρίων θα μπορούν εύκολα, προσελκύοντας μία μόνον ψήφο των κληρωθέντων δικαστών, να ανατρέψουν το ‘εις βάρος τους’ 3-4 σε 4-3 ή και περισσότερο.

Τούτο θα είναι ακόμη πιο εύκολο, εάν η ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή επιλέγει κατά την κυβερνητική πρόταση όχι μόνον προέδρους και αντιπροέδρους ανωτάτων δικαστηρίων, αλλά το σύνολο των ανωτάτων δικαστών.

Μια ισχνή πλειοψηφία τριών ορισμένων από το πρώτο κόμμα επικεφαλής δικαστών συν ενός, επίσης προαχθέντος από το πρώτο κόμμα, αποκτά δυσανάλογη θεσμική ισχύ:

Διότι κατά την κυβερνητική πρόταση το ΑΕΔ θα αποφαίνεται προληπτικά για τη συνταγματικότητα ψηφισμένων νομοσχεδίων, με αποτέλεσμα δεσμευτικό για το σύνολο των δικαστηρίων!

Αυτό θα επιτρέπει στην κυβέρνηση την έγκριση αντισυνταγματικών νομοθετημάτων με την ψήφο των διορισμένων από το πρώτο κόμμα τριών επικεφαλής συν μία μόνον ακόμη δικαστική ψήφο, την οποία εύκολα θα βρίσκει.

Γιατί θα βρίσκει εύκολα;

Διότι η κυβέρνηση επιδιώκει μία ακόμη μείζονα βλάβη της δικαστικής ανεξαρτησίας: Την ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστές, που είχε καταργηθεί το 2001.

Ήδη σήμερα πολλοί δικαστές εκτελούν οιονεί κυβερνητικά καθήκοντα ως σύμβουλοι υπουργών. Παρότι κι αυτό κανονικά απαγορεύεται υπό την αναθεώρηση του 2001, λειτουργεί επαρκώς διαβρωτικά στις συνειδήσεις κρισίμου αριθμού δικαστών – ασφαλώς και ευτυχώς, όχι όλων.

Ας αναλογιστούμε λοιπόν ότι μια κυβέρνηση όπως η παρούσα ή όπως η κυβέρνηση Τσίπρα, θα ‘ανταλλάσσει’ χωρίς καν να χρειάζεται να το θέσει ανοικτά, την προσφερόμενη σε δικαστές διοικητική-κυβερνητική εξουσία, με επιρροή επί των δικαστικών αποφάσεων.

 

Οι δόλιες κυβερνητικές επιδιώξεις τεκμηριώνονται και από τις προτάσεις:

α) Κατάργησης του δικαστηρίου αγωγών κακοδικίας του άρθρου 99, όπου σήμερα μετέχουν δύο δικηγόροι, πρόσωπα δηλαδή με ισχυρές πιθανότητες να μην είναι κυβερνητικά ελεγχόμενοι.

β) Κατάργησης των ενόρκων από τα δικαστήρια εκδίκασης πολιτικών εγκλημάτων.

Για να ολοκληρωθεί η εικόνα των κυβερνητικών επιδιώξεων, το ελεγχόμενο από την κυβέρνηση ΑΕΔ θα αποφασίζει και…

 

ΣΥΡΙΖΑίικα REBRAND-ΙΣΜΕΝΑ ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Γιατί θα αποτύχει το εγχείρημα του Ζήκου

 

Του Γεωργίου Ι. Μάτσου

Δύσκολα βρίσκει κανείς λόγους επιτυχίας του Τσίπρα ως αρχηγού νέου κόμματος, ενώ απέτυχε ως αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ.

Αντιθέτως, γίνεται ευκολότερα αντιληπτό γιατί πιστεύει ο ίδιος ότι τάχα θα πετύχει.

Καταρχάς, ο πολιτικός του ναρκισσισμός: Καθαυτό το εγχείρημα "φεύγω από το κόμμα όπου απέτυχα για να φτιάξω άλλο όπου θα πετύχω", όπως και η "Ιθάκη", υποδηλώνουν έμμεσα και άμεσα πως ο ίδιος πιστεύει ότι για την αποτυχία του φταίνε άλλοι. Τώρα λοιπόν προβαίνει σε καινούργιο εγχείρημα χωρίς τους "άλλους", που "φταίνε".

Με στοιχειώδη αυτοκριτική, όμως, θα αντιλαμβανόταν ότι η κατακρήμνιση από το 31,53% το 2019 σε, διαδοχικά, 20,07% και 17,83% το 2023 οφειλόταν σε αυτόν.

Όταν προσποιούμαστε ότι φταίνε οι άλλοι, ενώ φταίμε εμείς, ικανοποιούμαστε ίσως ψυχικά, συγκρουόμαστε όμως με την πραγματικότητα.

Αν ο Τσίπρας είχε παραδώσει το 2019 τον ΣΥΡΙΖΑ στην Αχτσιόγλου, το άλλοτε κόμμα εξουσίας δεν θα είχε βιώσει τον εξευτελισμό των βουλευτικών του 2023.

Ή αν έστω της είχε επιτρέψει το 2023 να εκλεγεί αρχηγός, χωρίς να ‘κλείσει το μάτι’ στον ουρανοκατέβατο Κασσελάκη, η κατάσταση στον χώρο της αριστεράς-κεντροαριστεράς, θα ήταν σήμερα καλύτερη.

Ίσως πιστεύει ότι σήμερα θα πετύχει λόγω στήριξης από δύο απροσδόκητους – για ‘αριστερό’, αντιπολιτευόμενο κόμμα – συμμάχους: Τη διαπλοκή και την… κυβέρνηση.

Η διαπλοκή, ενισχύοντας τον Τσίπρα, δεν επιζητεί πολιτική αλλαγή, αλλά διατήρηση των κλεπτοκρατικών δομών του ελλαδικού κράτους, με ευνοϊκότερους για την ίδια όρους.

Αυτό όμως δεν μπορεί να κρυφτεί από την πολιτική πιάτσα. Αργά ή γρήγορα, θα περάσει ως μήνυμα και στο εκλογικό σώμα.

Η δε σιωπηρή αξιοποίηση της μη αποκρυπτόμενης ‘στήριξης’ Μητσοτάκη αποτελεί για τον ίδιο τον Τσίπρα ομολογία πολιτικής αδυναμίας: Ο Μητσοτάκης στηρίζει Τσίπρα, διότι – δικαιολογημένα – θεωρεί ότι χάρη στον τελευταίο θα ανακτήσει εκλογικές δυνάμεις.

 

Ο Τσίπρας νομίζει ότι η ώθηση του συστήματος Μητσοτάκη αποτελεί υλοποίηση του λενινιστικού ρητού "οι καπιταλιστές θα μας πουλήσουν το σχοινί με το οποίο θα τους κρεμάσουμε".

Έτσι όμως έμμεσα αποδέχεται ως στόχο του τη δεύτερη θέση. Όταν μόνη πραγματική φιλοδοξία είναι η κατάκτηση της δεύτερης θέσης, υπονομεύεται εξαρχής και αυτός ο στόχος.

Εκεί οφειλόταν άλλωστε η κατρακύλα του 2019-2023: Η ψήφιση της απλής αναλογικής το 2016 αποσκοπούσε να μεθοδεύσει ‘διάλειμμα Μητσοτάκη’ το 2019, προκειμένου να επανέλθει αυτός το 2023 με "κυβέρνηση ηττημένων".

Αλλά όταν στοχεύεις αφετηριακά στη δεύτερη θέση, το εκλογικό σώμα θα αναζητήσει εντέλει για δεύτερο κάποιον, που θα μπορεί να γίνει και πρώτος.

Ο Τσίπρας παραμένει από το 2019 μέχρι σήμερα, η βασική αιτία της έλλειψης εναλλακτικής στον Μητσοτάκη: Μη επιτρέποντας ανανέωση της ηγεσίας στον χώρο του, τον οδήγησε σε στασιμότητα και πολυδιάσπαση.

Η παραίτηση του 2023 και η επάνοδος με ‘νέο κόμμα’ το 2026 αποτελεί μπλόφα, που δύσκολα θα καταπιεί το εκλογικό σώμα.

Βέβαια ο Τσίπρας εξακολουθεί να πετάει τις καλύτερες ‘πολιτικές στρακαστρούκες’, όπως αποδεικνύει το όνομα του νέου κόμματος.

Δεν το ονομάζει απλά "αριστερό": Καπηλεύεται τον θρύλο του κεκαλυμμένου στρατιωτικού σκέλους του ΚΚΕ (ΕΑΜ-ΕΛΑΣ) κατά την κατοχή, που δρούσε φαινομενικά ως αντιστασιακή οργάνωση – στην πραγματικότητα ως μηχανισμός κατάληψης της εξουσίας – και παραμένει ζωντανός στην πολιτική συνείδηση όλων των αριστερών.

Αρκεί μια τέτοια καπηλεία για να συσπειρώσει εκλογικά τις αριστερές ψήφους;

Κατά τη γνώμη της στήλης, όχι:

Η εκ νέου ‘αριστεροποίηση’ Τσίπρα συνιστά θεμελιώδη αντίφαση έναντι τόσο του περίφημου rebranding του, όσο και της ‘κεντρώας μεταμέλειας’ που επιχείρησε να επιδείξει με την "Ιθάκη".

Υποτίθεται ότι όλο το story "διώχνω τους αριστερούς τύπου Τσακαλώτου από τον ΣΥΡΙΖΑ – φεύγω από τον ΣΥΡΙΖΑ – κάνω δικό μου κόμμα για να απαλλαγώ από τους λοιπούς αριστερούς του ΣΥΡΙΖΑ" στόχευε να μεταβάλει το πολιτικό πρόσημο Τσίπρα από αριστερό σε περισσότερο κεντρώο.

 

Γιατί λοιπόν ξαναγυρίζει στην ‘παλιά καλή’ αριστερά και αποκηρύσσει την κεντρώα στροφή;

Δεν του βγήκαν οι δημοσκοπήσεις βλέποντας ότι στο κέντρο δεν πείθει κανέναν;

Προφανώς.

Όμως η έμμεση συνομολόγηση της αποτυχίας του rebranding που συνιστά η σχεδόν ξεδιάντροπη επάνοδός του στην ‘αγκαλιά’ της αριστεράς, συνιστά στην πραγματικότητα και ομολογία αποτυχίας σχεδιασμού του όλου εγχειρήματος ‘παραίτηση – αποστασιοποίηση – επάνοδος’.

Ο Τσίπρας λοιπόν επιστρέφει εκεί όπου ήδη απέτυχε:

Τον Μάιο 2023 είχε αποτύχει οικτρά στις εκλογές με το εξαιρετικό, για αριστερό κόμμα, σύνθημα "δικαιοσύνη παντού".

Δύο χρόνια αργότερα όμως, στις 28-2-2025, η ελληνική κοινωνία κατέβαινε κατά εκατομμύρια στους δρόμους όλης της επικράτειας, ζητώντας απεγνωσμένα ό,τι ακριβώς της είχε υποσχεθεί ο Τσίπρας: Δικαιοσύνη.

Η αποτυχία Τσίπρα ως προσώπου και ως αριστερού ήταν ήδη προφανής από τότε – άλλωστε υπήρξε ο μεγάλος απών του κινήματος των Τεμπών.

Προσπάθησε να γίνει κεντρώος και απέτυχε προτού καν γίνει.

Ειλικρινά λοιπόν πιστεύει ότι αν τώρα αποκαλέσει το κόμμα του [ΕΑΜ-]ΕΛΑΣ, θα πετύχει κάτι περισσότερο;

Σήμερα έχει να αντιμετωπίσει την πολυδιάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ 2023 σε τέσσερα κομμάτια (Νέα Αριστερά Τσακαλώτου-Σακελλαρίδη, Κασσελάκης, εναπομείνας ΣΥΡΙΖΑ και ήδη Τσίπρας-‘ΕΛΑΣ’).

Η πολυδιάσπαση προξένησε σημαντικά ψυχολογικά στεγανά έναντι του προσώπου του από κρίσιμο ποσοστό των πρώην συντρόφων του.

Εξάλλου, οι Βαρουφάκης – Κωνσταντοπούλου εκφράζουν σήμερα πολύ αποτελεσματικότερα τον αριστερό ριζοσπαστισμό.

Το πολιτικό παιχνίδι παίζεται αυτή τη στιγμή στο ποιος θα κερδίσει τη δεύτερη θέση, ώστε να διατηρεί εξουσιαστικό πρόκριμα στη μετά Μητσοτάκη εποχή.

Η στήλη θεωρεί πιθανότερη την κατάληψη της δεύτερης θέσης από τον υποτιμημένο, συχνά αυτοκαταστροφικό, αλλά γνησιότερα κεντρώο-κεντροαριστερό Ανδρουλάκη.

 

Ο Τσίπρας, πέρα από την ώθηση κάποιων αρχικών εντυπώσεων, δεν έχει άλλη πολιτική βενζίνη στη διάθεσή του.

Σε εποχή που ο κόσμος ζητά ουσιώδη πολιτική αλλαγή, το ψεύτικο αντιμνημόνιο, η ψεύτικη αριστερά και το ψεύτικο κέντρο του Τσίπρα δεν έχουν να προσφέρουν τίποτε πια στην ελληνική κοινωνία.

Επανέρχεται στο προσκήνιο καθαρά από φθόνο έναντι του Μητσοτάκη που κατάφερε να ελέγξει τους ‘αρμούς της εξουσίας’, ενώ εκείνος απέτυχε.

Του έχουμε νέα:

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΟ-ΛΑΜΟΓΙΑΡΑΔΙΚΟ: Όχι, η κ. Κοβέσι δεν μίλησε πολιτικά

 

Του Γεωργίου Ι. Μάτσου

Ο διορισμός της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση κατά το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος επιτρέπει στο πολιτικό σύστημα να ασκεί ισχυρή επιρροή στη Δικαιοσύνη.

Ανθρωπίνως, οι ανώτατοι δικαστές εξελίσσονται επαγγελματικά μόνον με διατήρηση καλών σχέσεων με την εκάστοτε κυβέρνηση και την εκάστοτε αντιπολίτευση.

Στο πλαίσιο αυτό, η ανεξαρτησία τους εναπόκειται αποκλειστικά στην προσωπική συγκρότηση του καθενός τους.

Τα παραπάνω ισχύουν εντονότερα για το εισαγγελικό λειτούργημα: Το άρθρο 28 παρ. 4 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022) ορίζει ότι: "Τους εισαγγελικούς λειτουργούς συνδέει σχέση ιεραρχικής εξάρτησης. Προϊστάμενος όλων είναι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.".

Στην υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ όμως αρμόδια είναι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η ηγεσία της οποίας δεν διορίζεται από την κυβέρνηση.

Εκεί λοιπόν η κυβέρνηση επιχειρεί να επιβάλει τη θέση της πλήττοντας την αξιοπιστία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Ο πρωθυπουργός υπονόησε πολιτική σκοπιμότητα σε χειρισμούς της.

Ευθέως αμφισβήτησε την αξιοπιστία της ο κ. Άδωνις Γεωργιάδης, με ύφος ‘ανώτερου’ τάχα ιεραρχικώς κριτή της, παρότι θεσμικά η Δικαιοσύνη είναι κριτής και η εκτελεστική εξουσία κρινόμενη.

Σχολίασε δε τη συνέντευξη της κ. Κοβέσι στους Δελφούς ως εξής (1:16 του παραπάνω βίντεο):

"Νομίζω ότι η ομιλία της ήταν λίγο πιο πολιτική. Μου φάνηκε πιο πολύ έτοιμη για υποψηφιότητα να πω την αλήθεια. Ήταν και λίγο έτσι θεατρική, τα είπε ωραία. Τώρα ποια είναι τα καθήκοντα των βουλευτών και ποια δεν είναι, ε, ας το αποφασίσουμε εμείς και ο ελληνικός λαός, δεν νομίζω ότι είναι θέμα εισαγγελέων.".

 

Χρειαζόμαστε 37 λεπτά και 24 δευτερόλεπτα για να ακούσουμε ολόκληρη τη συνέντευξη της κ. Κοβέσι και να διαπιστώσουμε πως όσα λέει ο κ. Γεωργιάδης δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Ούτε όσα γράφουν σχετικώς ο, επίσημος και ανεπίσημος, κυβερνητικός επικοινωνιακός μηχανισμός.

 

Η συνέντευξη Κοβέσι δόθηκε προς έμπειρο δημοσιογράφο, που ξέρει τη δουλειά του και προσπάθησε να ‘γεννήσει’ ειδήσεις, πετώντας επιδέξια κάθε πιθανή μπανανόφλουδα προς την κ. Κοβέσι.

Π.χ. μεταξύ 13:24 και 13:55 προσπαθεί να της εκμαιεύσει δήλωση ότι βλέπει τάχα και ως πολιτική αποστολή την καταπολέμηση της διαφθοράς.

Η κ. Κοβέσι απαντά: "As I said, we are prosecutors. We are here to do our job. And our job is to prove that law is equal for everybody. We are not investigating politicians because they are politicians".

Τίποτε "πολιτικό". Αναφορές αποκλειστικώς στα καθήκοντα ενός εισαγγελέα.

Παρακάτω εξηγεί η κ. Κοβέσι ότι ζήτησε άρσεις ασυλίας διότι δεν είχε καν δικαίωμα να εξετάσει τους υπόπτους βουλευτές.

Πράγματι, κατά την αριθ. 4/2012 Εγκύκλιο (https://eisap.gr/wp-content/uploads/2020/06/eg2012_004.pdf) του τότε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Τέντε, "δεν επιτρέπεται κλήση το[ύ] [βουλευτή] για παροχή εξηγήσεων ή απολογία" χωρίς άρση ασυλίας.

Ο κρίσιμος όρος είναι η "παροχή εξηγήσεων": Εξηγήσεις παρέχονται κατά την προκαταρκτική εξέταση, δηλαδή στο στάδιο χειρισμού των ποινικών υποθέσεων από τον εισαγγελέα.

Για να ολοκληρωθεί όμως μια προκαταρκτική εξέταση, πρέπει να κληθεί ο εμπλεκόμενος για παροχή εξηγήσεων. Συνεπώς, η άσκηση των εισαγγελικών καθηκόντων σε κάθε υπόθεση που εμπλέκεται βουλευτής απαιτεί υποχρεωτικώς άρση ασυλίας.

 

Αναφέρει παρακάτω η κ. Κοβέσι ότι κάποιες υποθέσεις εντέλει ίσως αρχειοθετηθούν. Ο ανεπίσημος κυβερνητικός επικοινωνιακός μηχανισμός προετοιμάζεται για αυτό, ετοιμάζοντας από τώρα αμφισβήτηση της κ. Κοβέσι, αν απαλλάξει κάποιους βουλευτές. Όμως, η EPPO δεν επιτρέπεται να ολοκληρώσει την έρευνα των στοιχείων εις βάρος βουλευτών, ακόμη κι αν τους απαλλάξει, αν δεν ζητήσει προηγουμένως άρση ασυλίας.

Καταλήγει στο 15:55 η κα. Κοβέσι: "It’s only about this: Respecting the rules".

Συνεχίζει περιγράφοντας πώς βελτιώθηκε ή μπορεί να βελτιωθεί η εργασία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Στο 26:20 εξηγεί πώς προσεγγίζει την Ελλάδα και κάθε χώρα: Κανένα υπονοούμενο για την Ελλάδα ως δήθεν "πιο διεφθαρμένη". Σημασία έχει, λέει, ότι και εδώ υπάρχουν εισαγγελείς με θάρρος, αποφασισμένοι να κάνουν τη δουλειά τους σωστά. Οι δε πολίτες φέτος έστειλαν διπλάσιο αριθμό καταγγελιών προς την υπηρεσία της.

Στο 29:36 αναλύει το πρόβλημα της λάθος νοοτροπίας ("mentality"). Εκεί αναφέρει τη συκοφαντημένη από τον κυβερνητικό επικοινωνιακό μηχανισμό φράση ότι "κουράστηκε να ακούει ότι ‘έτσι γίνονται τα πράγματα στην Ελλάδα’.". Ο ακροατής διαπιστώνει ότι επικρίνει αποκλειστικώς τη νοοτροπία παραίτησης από την προσπάθεια τήρησης της νομιμότητας.

Στο 32:51 ο δημοσιογράφος ρώτησε αν δοκιμάζεται η ανεξαρτησία της. "Κάθε μέρα!", η απάντηση της κ. Κοβέσι, φέρνοντας ως παράδειγμα (34:04), την μη αποκρυπτόμενη κυβερνητική προσπάθεια να απορριφθεί η απόσπαση της κ. Παπανδρέου από τον Άρειο Πάγο, όπως ανέλυε εκτενώς στην αρχή της συνέντευξης (2:59).

Στο 35:27 ο δημοσιογράφος διερωτάται, μήπως οι απολογιστικές δράσεις της υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Αξίζει να δει κανείς εκεί τη "θεατρική", κατά τον κ. Γεωργιάδη, απάντηση. Θεατρική μεν, καθόλου πολιτική δε: "Εντάξει, θα πω ότι δεν υπάρχει διαφθορά. Είστε ευχαριστημένοι;".

Τα περίφημα "καθήκοντα" των Ελλήνων βουλευτών μνημονεύονται μετά το 10:39.

Ξεκινά επισημαίνοντας ότι οι ρητορικές αυτές δεν είναι παρά θόρυβος που αποσκοπεί στο να συσκοτιστεί τι πραγματικά έγινε στον ΟΠΕΚΕΠΕ.

Στο 11:42 η κα. Κοβέσι απαντά στον πυρήνα του ερωτήματος για τις "διαμεσολαβήσεις" βουλευτών περίπου όσα γράφαμε στις 21-4-2026 για τη συλλογική διαφθορά του δικαιικού μας κριτηρίου: Αν μια βουλευτική ‘διαμεσολάβηση’ αποτελεί ποινικό αδίκημα, τότε παραμένει ποινικό αδίκημα.

Πράξεις που οι ελληνικοί νόμοι τυποποιούν ως εγκλήματα δεν μπορεί να ανήκουν στα "καθήκοντα του βουλευτή". Το "ρουσφετάκι" αποτελεί υπερβολικά συχνά ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος.

Πώς μια καθαρά νομική αξιολόγηση επιτρέπει στον κ. Γεωργιάδη να μιλά τάχα για πολιτική "υποψηφιότητά" της;

Πολιτικό είναι βέβαια το αποτέλεσμα της συνέντευξης: Η ισχυρή εντύπωση ότι η κυβέρνηση επιδιώκει, οι πολιτικοί να τελούν αδικήματα ατιμώρητοι.

Η κυβέρνηση στριμώχνεται και ηττάται από τη γεμάτη αυτοπεποίθηση, αφοσιωμένη στη δουλειά της κ. Κοβέσι εντός έδρας, στο ισχυρό της πεδίο: Την επικοινωνία.

Αρκούν 37 λεπτά και 24 δευτερόλεπτα για να διαπιστώσουν ακόμη και κακόπιστοι, πώς η κυβέρνηση…