"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΕΥΛΑΒΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΕΥΛΑΒΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΠΙΓΕΙΑ ΜΑΓΕΙΑ: "Σακάτηδες των θαυμάτων. "

Ε-Ξ-Α-Ι-Ρ-Ε-Τ-Ι-Κ-Ο
Toυ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΑΝΕΥΛΑΒΗ
Ιατρού

Χαρούμενη
Χαλαρή χαρμολύπη,
Χαρίζει η τυφλή θεά.
Δικαιοσύνη.

ΜΑΤΑΙΑ. Αχ, όλα μάταια. Τιποτα τίποτα.
Μάταια, όλα, αρχινημένα. Όλα, μάταια τελειωμένα.
Κι ανάμεσα η ηδονοδύνη χαραγμένη
στο Δέλτα λησμονιάς.

Πόσες φορές, ορθός, τη μάχη κερδίζοντας
Tα πεσμένα κορμιά δικά σου ήταν.
Πόσες φορές, σκυφτός, τη μάχη χάνοντας
Τα κομμένα κορμιά δικά σου ήταν.

Πού να σταθείς;
Πότε να πεις;
Πώς να ζήσεις;
Για τι να ελπίσεις;

Έλα λοιπόν να παίξουμε το παιχνίδι μας.
Ανερώτητα ριγμένοι εδώ ας ρωτήσουμε,
Αναπάντητες ερωτήσεις.
Χωρίς απαντήσεις να ζητάμε.

Απ’ το πουθενά γεννημένοι,
Στο ποτέ ας βαδίσουμε,
Ξεχνώντας τη θύμηση του αυριανού τέλους.
Και έτσι το παιχνίδι μας έχει ομορφιές.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Τρομοκράτες και κουκουλοφόροι. Δεν είναι όλοι τους παιδιά μας. Ή μήπως είναι;

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Δεν είναι παιδιά μας οι κουκουλοφόροι και οι τρομοκράτες.

Ή μήπως είναι;

Κάποια μάνα τους γέννησε κι αυτούς. Από γεννησιμιού του κανείς δεν μπορεί να είναι κακός και τρομοκράτης. 

Πώς γίνεται, μεγαλώνοντας, να σκαρτεύει;

Μήπως, γιατί η μάνα δεν ήταν εκεί, όταν τη χρειαζόταν; Μήπως η αγκαλιά της  ήταν παγωμένη. Ο κόρφος της στείρος; Οι γονείς αποξενωμένοι; Οι δικοί αδιάφοροι;

Δεν είναι παιδιά μας οι τρομοκράτες.

Ή μήπως είναι;

Κάποια κοινωνία τους γέννησε. Τους ανέθρεψε. Κανείς δε είναι τρομοκράτης από γεννησιμιού του. Γίνεται. Γιατί;

Μήπως η κοινωνία ήταν απούσα όταν την χρειαζόταν; Ήταν αδιάφορη για το αν υπάρχει η όχι; Τον έβαλε στο περιθώριο; Τον έκανε να την μισήσει, γιατί τον πλήγωνε με τη διαφθορά της; Με την αναξιοκρατία της. Με την κομματική ασυδοσία και τον ξύλινο λόγο της;

Δεν είναι παιδιά μας η τρομοκράτες.

Ή μήπως είναι;

«Όλοι οι άνθρωποι, από τη φύση τους, λαχταρούν τη γνώση: Πάντες οι άνθρωποι του ειδέναι ορέγονται φύσει», φωνάζει ο Αριστοτέλης.

Πώς μπορεί κάποιος, που από τη ανθρώπινη φύση του ζητά να μάθει, να είναι κακός;  Κάποιος που ζητά τη γνώση, ταυτόσημη με την ηθική και της αισθητική, να γίνεται, τρομοκράτης;

Μήπως η κοινωνία του στέρησε την ανθρώπινη γνώση, την ανθρώπινη-ανθρωπιστική παιδεία, που, μόνο, αυτή προάγει την ανθρώπινη γνώση;

Μια κοινωνία που αδιαφορεί για τα μέλη της, γιατί έχει αποδεχθεί το, αμερικανικής κατασκευής και προελεύσεως, σύνθημα του παγκοσμιοποιημένου κυνισμού:
«φα’ τους πριν σε φάνε: get them before they get you».

Μια τέτοια κοινωνία, θρέφει τη βία, στα στείρα σπλάχνα της. Την παντοειδή βία, που βιώνουμε όλοι στις μέρες μας.

Μια πολιτεία που, ανοήτως,  λησμόνησε της πολιτική της κληρονομιά και τη μαχητική της παράδοση του: «εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης» και υιοθέτησε το βλακώδες παγκοσμιοποιημένο σλόγκαν « αμύνεσθαι περί πάρτης».

Μια τέτοια πολιτεία, καταντά θηριοτροφείο μαζανθρώπων καταναλωτών.

Μισών και μίζερων  ανθρώπων, που τελικά την καταναλώνουν και την ίδια..

Και οι κουκουλοφόροι και οι τρομοκράτες, νέοι άνθρωποι, στρεβλωμένοι από την αμάθεια, με το νεανικό τους αίμα να κοχλάζει και το λογικό τους σε χειμερία νάρκη, αντιδρούν με την αλόγιστη τυφλή βία, νομίζοντας πως, έτσι, θα αλλάξουν τον κόσμο, καταστρέφοντάς τον.

Όμως δεν αλλάζει ο κόσμος, ούτε καταστρέφεται (αν αυτό επιθυμείτε) με τα δειλά, ανώνυμα χτυπήματα της κουκούλας. Με την ανυπαρξία του λόγου, καλυμμένη κάτω από την δειλή ανωνυμία της βίας.

Δικαιοσύνη


«Σώπαινε ο λαός, και κανείς δεν μιλούσε, γιατί ήταν φοβισμένος και έβλεπε πως οι συνωμότες ήταν πολλοί. Ησυχίαν είχεν ο Δήμος και αντέλεγε ουδείς, δεδιώς και ορών ότι πολύ το ξυνεστηκός.» (Θουκυδίδης)

Μάζα σιωπηλή και φοβισμένη, θέλουν τον λαό οι χαλασμένοι «άρχοντές» του, για να γνωρίζει ποιος είναι ο Δυνάστης. Το Αφεντικό. « Ίνα γιγνώσκει τον τιθασευτήν» (Αριστοφάνης).

Φτωχό και άνευρο το κατήντησαν, τον λαό, γιατί, «Αυτόν, που η φτώχεια τσάκισε, αυτός δεν μπορεί να μιλήσει ούτε να κάνει τίποτα, του ‘ναι δεμένη η γλώσσα: ανήρ δεδμημένος ούτε τι ειπείν ούθ έρξαι δύναται, γλώσσα δε δέδεται» (Θεόγνις).

Κι εσύ, αλιτήριε (καταστροφέα) «άρχοντα», εσύ «ν’ αρπάζεις και να δωροδοκείσαι, ο δε λαός… σφιγμένος από την ανάγκη, τη μιζέρια και τον μισθό να κρέμεται από σένα με το στόμα ανοιχτό: Συ μεν αρπάζης και δωροδοκείς… ο δε δήμος … υπ ανάγκης άμα και χρείας και μισθού προς σε κεχήνη» (Αριστοφάνης.) Και κανείς να μην μιλά.

Μα, κι αν κάποιος μιλούσε, αμέσως, με τρόπο επιτήδειο του βούλωναν το στόμα «εί δε τις και αντείποι ευθύς εκ τρόπου τινός επιτηδείου…»

Και τους φταίχτες, ούτε τους αναζητούσαν, ούτε, και αν τους υποπτεύονταν, απέδιδαν δικαιοσύνη. «Και των δρασάντων ούτε ζήτησις ούτ’ ει υποπτεύοιντο δικαίωσις εγίγνετο» (Θουκυδίδης).

Και έτσι, «χάνονται οι πόλεις όταν δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τους φαύλους από τους έντιμους: Τας πόλεις απόλλυσθαι, όταν μη δύνωνται τους φαύλους από των σπουδαίων διακρίνειν». (Αντισθένης).

Και επειδή, «Ου μόνον αρχή άνδρα δείκνυσι, αλλά και αρχήν ανήρ» (Επαμεινώνδας),

Εσείς οι «άρχοντες», οι σκανδαλοποιοί «Πολλά και αισχρά ένεκα κερδέων πεποιήκατε: πολλά και αισχρά για το κέρδος κάνατε» (Ξενοφών).

Ο σκανδαλοποιός, «άρχων» «και με τα δυο χέρια σουφρώνει τα δημόσια έσοδα: Καμφοίν χέροιν μυστιλάται των δημοσίων». (Αριστοφάνης).

Δικαιοσύνη ζητάει ο Λαός. Διότι: «εν δικαιοσύνη συλλήβδην πάσα αρετή.» (Θεόγνις),

Δικαιοσύνη ζητάει ο Λαός, όπου οι άρχοντες θα είναι υπηρέτες και δούλοι του νόμου και ΟΧΙ υπεράνω του νόμου, αφέντες του. «Τους δ’ άρχοντας λεγομένους νυν υπηρέτας τοις νόμοις …. Οι δ’ άρχοντες δούλοι του νόμου.». (Πλάτων).

Δίκαιο Κράτος, ζητάει ο Λαός, όπου οι άρχοντες θα φροντίζουν το συμφέρον των πολλών, του λαού, και ΟΧΙ άρχοντες που θα υπηρετούν το ίδιον συμφέρον, ως διαπλεκόμενοι πολιτικατζήδες (τους γνωρίσαμε προσφάτως).

Γιατί ο αληθινός πολιτικός-άρχων «ου πέφυκε (δεν έγινε) το αυτώ (το δικό του) συμφέρον σκοπείσθαι (να φροντίζει), αλλά το τω αρχομένω.». (Πλάτων).

Δίκαιο Κράτος, ζητάει ο Λαός, που θα σέβεται τον μόχθο του απλού ανθρώπου και θα τιμά τον χρηστό πολίτη. Διότι: «Όσο τιμώνται στην πόλη τα πλούτη και οι πλούσιοι, τόσο περιφρονείται η αρετή και οι χρηστοί: Τιμωμένου δη πλούτου εν πόλει και των πλουσίων, ατιμοτέρα αρετή τε και οι αγαθοί.». (Πλάτων).

Δίκαιο Κράτος, ζητάει ο Λαός, που θα διασφαλίζει την ασφάλεια των πολιτών, αλλά, πρωτίστως, την ελευθερία τους.

«Μηδέν ελευθερίας προκρίνω». (Διογένης). Διότι:«Όσοι δέχονται να χάσουν την ελευθερία τους για την ασφάλειά τους δεν είναι άξιοι ούτε της ελευθερίας ούτε της ασφάλειας». (Βενιαμίν Φραγκλίνος)

Οι πολιτικοί-πολιτικατζήδες (αυτοί αντιποιούνται τους πραγματικούς πολιτικού) που βλέπει τα τελευταία χρόνια ο Έλληνας, είναι διαβρωμένοι από την διαπλοκή με τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, και λειτουργούν με την παγκοσμιοποιημένη και «σώφρονα» λογική, πως τα συμβαίνοντα, καλώς συμβαίνουν, διότι είναι αναπόφευκτο να συμβαίνουν. Για να επιβιώσετε μέσα στον παγκόσμιο ιστό πρέπει να αφήσετε να σας φάει η αράχνη της παγκοσμιοποίησης, σαν παγιδευμένες μύγες.

Σε αυτήν την «σώφρονα λογική» των «πραγματιστών» και των «σωφρόνων» σφουγγοκωλαρίων της παγκοσμιοποιημένης ηλιθιότητας και αδικίας, εμείς αντιτείνουμε το: «τόλμησον φρονείν».

Γιατί το ξέρουμε πως «η πρόοδος δεν έρχεται απ’ αυτούς που εμμένουν στην καθεστηκυία τάξη αλλά από αυτούς που τολμούν να κινούν πάντοτε κάτι από τα μη καλώς έχοντα: Τας επιδόσεις ορώμεν γινομένας ου δια τους εμμένοντας τοις καθεστώσιν, αλλά δια τους επανορθούντας και τολμώντας αεί τι κινείν των μη καλώς εχόντων.». (Ισοκράτης)

Θίγετε τα κακώς κείμενα. «Το δε σώφρον του ανάνδρου πρόσχημα»

«Την φωτιά της δημιουργίας τη συντηρούν οι ανυπόταχτοι, οι ανικανοποίητοι, οι τυχοδιώκτες της ψυχής και του πνεύματος.». (Θεοτοκάς).

ΟΙ ΡΙΝΟΚΕΡΟΙ. Και η «Γερμανική συνταγή» του κ. Πρετεντέρη


«Αχ πατρίδα τιμημένη/
κι από ξένους (σ.σ. κι από ντόπιους) γαμημένη»
Κ. Μαρδά «Αθήνα με Θολό Ποτάμι.»

Η εικόνα χάθηκε, ξαφνικά, από τον δέκτη της τηλεόρασης. Ένα μαύρο σεντόνι απλώθηκε στην οθόνη και σιωπή. Σε λίγο, άγρια ποδοβολητά και μουγκανητά άρχισαν ν’ ακούγονται στο βάθος του άδειου «κουτιού».

Όταν ξαναήρθε η εικόνα στο γυαλί, τρεις Ρινόκεροι κάθονταν, μπροστά σε αραδιασμένα μικρόφωνα, σε ένα μακρόστενο τραπέζι, στα πλατό των ειδήσεων όλων των τηλεοπτικών σταθμών της Ξενοχώρας.

Με ακατάληπτη γλώσσα, ο μεσαίος Ρινόκερος μουγκάνιζε, «διαβάζοντας» από ένα χαρτί που είχε μπροστά του.

Αρκετά συχνά, σήκωνε, επιτιμητικά ή απειλητικά, την οπλή του μαλλιαρού δεξιού του άνω άκρου, κοιτώντας, με δυσοίωνο βλέμμα, τους υποτελείς ή υποτιθέμενους - η μετάφραση στη γλώσσα των κωφαλάλων δεν ήταν σαφής - τηλεθεατές τους.

Ναι, ήταν δικοί τους! Αυτοί τους είχαν επιλέξει.

Στην αρχή, και οι τρεις Ρινόκεροι, μαζί, σε χορωδιακό μουγκανητό, είπαν, σε μετάφραση από τη γλώσσα των κωφαλάλων:

«Γι' αυτούς… ο καπνός της θυσίας/και για μας της φήμης ο καπνός, /αμήν».

Και συνέχισε ο μεσαίος Ρινόκερος.

«Πουλήστε. Πουλήστε τη Δημόσια περιουσία σας»

Και κρατώντας το ίσο, ο ντόπιος σφουγγοκωλάριος, που, ήδη το καρούμπαλο του ρινοκέρατου άρχιζε να φουσκώνει στο κούτελο του κενού του κρανίου, μουρμούρισε:
«Έτσι κι αλλιώς είναι αναξιοποίητη. Δεν ξέρουμε καν που βρίσκεται, ούτε και πόση είναι. Και την έχουμε αφήσει να καταπατηθεί, αδιαφορώντας».

Κι ΕΚΕΙΝΟΣ αναρωτήθηκε: «Γιατί;»

Και συνέχισε ο μεσαίος Ρινόκερος:

«Πουλήστε τις Δ.Ε.Κ.Ο. σας»

Και σε ήχο πλάγιο ο σφουγγοκωλάριος με το ρινοκέρατο:
«Ναι, οι περισσότερες είναι ζημιογόνες. Και η κακοδιαχείριση και η διαπλοκή και η διαφθορά ζουν και βασιλεύουν εκεί μέσα».

Και αναρωτήθηκε ΕΚΕΙΝΟΣ:
«Και δεν φταίει κανείς σας γι' αυτό; Κανείς δεν θα πληρώσει το φαγοπότι των πρασινογάλαζων κομματαρχών και των διορισμένων τους κοπριτών κατά Πάγκαλον, που ''τα έφαγαν μαζί;''». Κι απάντηση δεν πήρε από τις εξεταστικές των πραγμάτων επιτροπές.

Και συνέχισε ο μεσαίος Ρινόκερος, με συγκατάβαση:
«Εν τάξει, μην πουλήσετε την Ακρόπολη. Κρατείστε και τ’ αγάλματα των θεών και θεαινών σας. Του Απόλλωνα και της Αθηνάς και… (είχε κλασική μόρφωση (!) ο βάρβαρος Ευρωπαίος Ρινόκερος).

Και αναρωτήθηκε ΕΚΕΙΝΟΣ:
Το άγαλμα του Απόλλωνα! Για να μας παίζει τη χαυνωτική του τη λύρα και να ξεχνάμε τα βάσανα, που οι ίδιοι φορτωθήκατε, όταν, αφού φάγαμε τα βόδια του, σαν βόδια, «ξαπλώσαμε στης γης την πλάτη ανίδεοι και χορτάτοι», όπως λέει ο Σεφέρης;

Το άγαλμα της Αθηνάς! Για να φωτίζει τη διαμαντοποίκιλτη απαιδευσιά μας, στημένο έξω από το (Π)ανεπιστήμιό μας:
«… φυτώριον αγραμμάτων. Κλίβανος προς εκκόλαψιν ορνιθίων. … Ουδεμίαν έχει η πολιτεία υποχρέωσιν ν’ απολύη ανά παν έτος κατά της κοινωνίας αγέλην ανορθρογράφων θεσιθήρων» που λέει κι ο Ροΐδης;

Και συνέχισε ο μεσαίος Ρινόκερος:
«Εν τάξει, μην πουλάτε το Άγιον Όρος σας. Κρατείστε και τον Όλυμπό σας και την Γκιώνα σας. Ακόμη και τις ραχούλες σας, όπως λέει κι ο κ. Παπακωνσταντίνου των Οικονομικών. Μην πουλάτε τις ραχούλες σας».

Και σκέφτηκε ΕΚΕΙΝΟΣ:
Ο μοναχός Εφραίμ, το έχει ξεπουλήσει μοναχός του, ταις πρεσβείαις των (συν)αδελφών του Δουκός της Βιστωνίδος, και των άλλων «αγίων», κατά το πόρισμα της εξεταστικής.

Και πια, δεν «βρόντα ο Όλυμπος», ούτε κι «αστράφτει η Γκιώνα», για τη «χιλιάκριβη τη Λευτεριά».

Και οι ραχούλες, — «Πάνω σε ψηλή ραχούλα/κάθεται μια βλαχοπούλα» —
γεμίσανε βιλάρες, και το κλαρίνο σώπασε, κι ακούγεται μονάχα η κλανιά της εξάτμισης των πόρσε, των φεράρι και των χάμμερ των μεγαλοκηφήνων.

Και συνέχισε ο μεσαίος Ρινόκερος, πονηρά:
«Και τα νησιά σας, δεν σας ζητάμε να πουλήσετε τα νησιά σας. Ίσως, μόνο, μερικές ακατοίκητες βραχονησίδες… που τις γδέρνει το κύμα και μερικά αγριοκάτσικα».

Και θύμωσε τότε ΕΚΕΙΝΟΣ:
Ακατοίκητοι κενόκρανοι. Η «Κυρά της Ρο», η Ελληνίδα μάνα, περήφανα σηκώνει, κάθε μέρα, τη σημαία της ελληνικής Πατρίδας, σε αυτές τις βραχονησίδες.

Μα τι νιώθετε εσείς, οι βραχοκέφαλοι ρινόκεροι, από περηφάνια και Πατρίδα.
Το παγκόσμιο χωριό που δημιουργήσατε, παγκοσμιοποιημένοι χωριάτες, δεν έχει στο λεξικό του τέτοιες λέξεις: Πατρίδα, Έθνος, Αξιοπρέπεια, Φιλότιμο, Ανθρωπιά.

Στον ρυθμό του Δολάριου, της Λίρας, του Ευρώ, του Γιεν, χτυπάει η χρηματισμένη σας καρδιά.

Με χρήμα, μόνο με χρήμα, είναι παραγεμισμένο το άδειο σας κεφάλι.

Χορτασμένοι, κορεσμένοι, κοκορόμυαλοι αυθαδιάζετε. Γιατί «Αυθάδεια γεννά η χόρταση, όταν πολλά πέσουν πλούτη, σε ανθρώπους που δεν έχουνε το νου τους μετρημένον: τίκτει γαρ κόρος ύβριν, όταν πολύς όλβος έπηται ανθρώποισιν όσοις μη νόος άρτιος η.» (Σόλων).

«Ας μη σας λείψει ο πλούτος, Εφέσιοι, για να βεβαιώνεται η κακότητά σας: Μη επιλίποι υμάς πλούτος, Εφέσιοι, ίν’ εξελέγχοισθε πονηρευόμενοι.»! Χλευάζει, ο δικός μας, Ηράκλειτος.

Και σε ήχο πλάγιο κανοναρχεί, ο δικός μας, Σοφοκλής: «Δεν φύτρωσε χειρότερο κανένα κακό στον κόσμο από το χρήμα. Αυτό γκρεμίζει πόλεις. Μαθαίνει τον άνθρωπο να γίνει κάλπης… και να κάνει κάθε βρομιά: Ουδέν γαρ ανθρώποισιν οίο άργυρος κακόν νόμισμ’ έβλαστε. Τούτο και πόλεις πορθεί, … πανουργίας δ’ έδειξεν ανθρώποις έχειν… και παντός έργου δυσέβειαν ειδέναι.»

Για τον Έλληνα άνθρωπο, και όχι των Νέο-Ελληναράδων — Ω Ελλάδα πρώτη χώρα τι γαϊδάρους τρέφεις τώρα (Ροΐδης) — τον εσμό των «άνομων και ανήμερων Κυκλώπων: Υπερφιάλων αθεμίστων Κυκλώπων.» (Ομήρου Ιλιάς) και των πολιτισμένων βαρβάρων της Εσπερίας

Για τον Έλληνα άνθρωπο, «Η Αρετή είναι επίκτητη κατεργασμένη με σοφία και ισχυρούς νόμους. Αυτήν ασκώντας η Ελλάς και τη φτώχεια και τη σκλαβιά αντιμάχεται: Αρετή δε έπακτός εστί από τε σοφίης κατειργασμένη και Νόμου ισχυρού. Αρετή διαχρωμένη η Ελλάς, την τε πενίην απαμύνεται και την δεσποσύνην.» (Ηρόδοτος).

Αυτή η αρετή των Ελλήνων πλουτίζει την Ελλάδα με ανθρωπιά, κι ας είναι φτωχή σε χρήμα. Ανθρωπιά που τη χαλάσατε εσείς, οι άρχοντες οι παγκοσμιοχτυπημένοι, και κάνατε τους Έλληνες και την Ελλάδα ψωροκώσταινα, σαν τα μούτρα σας, έτοιμοι να τη δώσετε αντιπαροχή για ένα τριάρι στις Βρυξέλλες.

«Λαοφάγε Εξουσιαστή που κυβερνάς δειλούς (σ.σ. νεοελληναράδες): Δημοβόρος βασιλεύς, επεί ουτιδανοίσιν ανάσσεις» — κατά πως φροντοφωνάζει ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα του Ομήρου — Νέο-Ελληναράδες.

Ξέχασες ή, ίσως, δεν σου έμαθαν ποτέ ή ποτέ δεν φρόντισες να μάθεις πως:
«Αισχρόν έστι σιγάν της Ελλάδος πάσης αδικούμενης. (Δημοσθένης)

Ξέχασες, αυτό που το βροντοφωνάζει ο Άγγλος ποιητής Πέρσυ Σέλεϋ (Percy Shelley), στην εισαγωγή του έργου, που το τιτλοφορεί «Ελλάς», (τελειωμένο και αφιερωμένο στον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, τον Νοέμβριο του 1821:
«Όλοι μας είμαστε Έλληνες. Οι νόμοι μας, η λογοτεχνία μας, η θρησκεία μα, οι τέχνες μας, έχουν τη ρίζα τους στην Ελλάδα. Αν δεν ήταν η Ελλάδα, η Ρώμη, ο ινστρούχτορας, ο κατακτητής, ή η μητρόπολις των προγόνων μας, δεν θα είχε διασπείρει καμιά διαφώτιση με τα όπλα της και εμείς μπορεί ακόμη να ήμασταν άγριοι και ειδωλολάτρες».

Δεν απαριθμώ άλλα κυβερνητικά σου προσόντα, τα οποία λείπουν από την Κυβέρνησή σας, είπε ΕΚΕΙΝΟΣ, μαζί με τον Ροΐδη:
«ου μόνον εκ φόβου μακρηγορίας, αλλά και διότι είναι ως να εξήταζα πόσα άλλα, πλην των ποδών, ελλείπουσιν εις χωλόν, όπως διαπρέψει ως χορευτής»

Οι κάτοικοι της Ξενοχώρας είχαν μείνει άναυδοι.

Στα δελτία ειδήσεων οι σχολιαστές σχολίαζαν πως ήταν ανεπίτρεπτο, έως προσβλητικό, έως προκλητικό, τρία παχύδερμα να δίνουν συνέντευξη για την τύχη της χώρας, ενώ αυτό θα έπρεπε να γίνει από κυβερνητικά, λέει, παχύδερμα.

Διάφοροι αναλυτές, πιο πραγματιστές, διατύπωναν την άποψη (οι απόψεις είναι σαν τις κωλοτρυπίδες. Καθένας έχει κι από μία), πως, αφού χρωστάμε, θα πρέπει να αξιοποιηθούμε — απέφευγαν τη λέξη ξεπουληθούμε όπως ο ρινόκερος το λιβάνι —, θεωρώντας το «ξεπουληθούμε» και ως μη «πολιτκώς ορθό».

Στα σπίτια, στα καφενεία, στους δρόμους, στις πλατείες όλης της Ξενοχώρας, ακούγονταν ποδοβολητά και βρυχηθμοί. Οι ρινόκεροι πλήθαιναν και ξεχύνονταν στους δρόμους μανιασμένοι.

Κάποιοι «νουνεχείς», ψύχραιμοι και ρεαλιστές, έλεγαν: «Μη φοβάστε. Δεν θα σας ορμήσουν. Αν σκύψετε, δεν θα σας πειράξουν. Μια αβλαβή διέλευση από την υφαλοτρυπίδα σας θα επιχειρήσουν».

Αυτοί ήταν εθισμένοι στο ψυχραίμως «κωλοπροβάλλειν», σκέφτηκε ΕΚΕΙΝΟΣ.

Κάποιοι άλλοι, επίσης πραγματιστές και φυσιογνωμιστές συνάμα, καθησύχαζαν τον κόσμο:
«Δεν είναι κακοί. Θα ‘λεγα μάλιστα πως διαθέτουν μια φυσική ομορφιά βορείου ΦΥΡΟΜατος. Τι σημασία έχει ένα ''όνομα'', που σε δέκα χρόνια θα έχει ξεχαστεί! Αν καθόμαστε να συζητάμε για τέτοια πράγματα, πώς θα ζήσουμε…», μέσα στην κοπριά σας.

Αυτοί ήταν οι ανοϊκοί της ιστορίας. Οι «πολιτικώς ορθοί», ορθοτομούντες τον λόγον της εαυτών ανοησίας, εν ονόματι της πολυπολιτισμικότητας και του πλουραλισμού.

Άλλοι, σίγουροι για τον εαυτό τους, με δόση κυνικής μοιρολατρίας, έλεγαν: «Χωνέψτε το, πάρτε το απόφαση. Μην το παίρνετε κατάκαρδα. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Εμείς τους καλέσαμε. Η σωτηρία της Πατρίδας είναι μονόδρομος».

Ήταν οι πατριδέμποροι, που έσκουζαν για να φοβηθούν οι πατριώτες. Σκέφτηκε ΕΚΕΙΝΟΣ

Κάποιοι από τους Ανθρώπους διαμαρτυρήθηκαν. Πέταξαν προκηρύξεις. Γιουχάισαν τον κοιλαρά εξουσιαστή.

Μα οι σώφρονες, με το καρούμπαλο στο κούτελο, είπαν:

«Είσθε υπερβολικοί. Και δεν έχετε το δικαίωμα να μπερδεύεστε στα πόδια της εξουσίας. Αφήστε την να κάνει τη δουλειά της. Είναι τελείως κουτό να μην θέλετε να σωθείτε.»

Έτσι κανοναρχούσαν οι σωτήρες, σφουγγοκωλάριοι κάθε εξουσίας.

ΕΚΕΙΝΟΣ άρχισε να ψάλει μαζί με τον Κάλβο:
«Και τώρα εις προστασίαν μας/ τα χέρια σας απλώνετε!
Τραβήξετέ τα οπίσω/ βλέπει ο Θεός και αστράπτει
δια τους πανούργους. …

Της θαλάσσης καλήτερα/Φουσκωμένα τα κύματα
να πνίξουν την πατρίδα μου/ωσάν απελπισμένην
έρημον βάρκαν
Παρά προστάτας να έχωμεν.»

Τέλος, κάποιοι «λογικοί», με λογικό καρούμπαλο στο κούτελο, έβγαλαν το συμπέρασμα: «δεν έχετε επιχειρήματα. Είστε παθιασμένοι. Τόσο έξαλλοι. Συμπλεγματικοί ακτιβιστές. Δεν κάνετε διάλογο. Διασαλεύετε την τάξη».

Αυτοί ήταν οι υποκριτές του προσχηματικού διαλόγου της «φιλολαϊκής» εξουσίας.

«Ο διάλογος, με αυτόν που διαφωνείς, είναι αδύνατος. Με αυτόν που συμφωνείς. δεν έχει νόημα», μουρμούρισε ΕΚΕΙΝΟΣ, μαζί με τον Παναγιώτη Κονδύλη.

Και συμπλήρωσε, μαζί με τον Οδυσσέα Ελύτη:
«Όταν ακούς ''τάξη'' ανθρώπινο κρέας μυρίζει».

Και ύστερα ο λόγος του Περικλή αντήχησε, μέσα από του αιώνες:
«Την γαρ χώραν …ελευθέραν δι’ αρετήν παρέδωσαν… Παρά δύναμιν τολμηταί, παρά γνώμην κινδυνευταί και τοις δεινοίς ευέλπιδες (τολμώντας πέρα από τη δύναμή τους, διακινδυνεύοντας παρά τη συνετή γνώμη και στα δεινά ευέλπιδες)

Τούτη τη Νεοελληνική Πατρίδα, οι πρόγονοι, οι αφανείς Κλέφτες και Αρματολοί του 1821 — κι ας αφήσουν τα «πολιτκώς ορθά» οι Ευρωπουλημένοι τουρκόφιλοι —, μας την παρέδωσαν ελεύθερη, μέχρι τώρα (αύριο;), με την παλικαριά τους.

Κι ας έκαναν το πάν οι κοτζαμπάσηδες να μείνει η χώρα όπως ήταν. Κατατρέχοντας τους ραγιάδες και πριν την επανάσταση και μετά.

«Πρόσθες ακόμη τα ανυπόφορα κακά όπου καθημερινώς δοκιμάζουσιν από τους αχρείους επιστάτας του τυράννου…όπου κραζονται προεστοί και άρχοντες, οίτινες από την βρωμερά συνήθειαν έχασαν σχεδόν την εντροπήν των ανθρώπων και τον φόβον του Θεού.» (Ελληνική Νομαρχία).
«Και σκότωναν οι τύραγνοι κι οι τουρκοκοτζαμπασήδες» (Μακρυγιάννης)

Κι ας έφερναν χίλια δυο προσκόμματα οι άρχοντες στους πολεμιστές, που πολεμούσαν «για του Χριστού την πίστη την Αγία, για της Πατρίδος την Ελευθερία.»

«Η αιτία του κακού είναι οι άρχοντες όχι φιλότιμοι, ουδέ τόσο φιλόδοξοι, όσον φιλόπλουτοι. Κατακρατούν τα άρματα όχι δια να πολεμήσουν αλλά δια να υπερασπίσουν τα πλούτη των και κοντά εις τούτο σφετερίζονται και όλα της Πατρίδος τα δικαιώματα» (Θ. Κολοκοτρώνης).

Κι ας αφήσουν τις πουστιές — πουστιά: ανθρώπινη ιδιότητα, ανεξάρτητη από φύλο ή σεξουαλική προτίμηση — οι πολυπολιτισμικοί φλώροι.

Σαφή δ’ ακούεις εξ ελευθεροστόμου γλώσσης (Αισχύλος)

Ορισμένες φορές, στη ζωή και στην πολιτική, κάτω από τη δήθεν σωφροσύνη και τον «ρεαλισμό», κρύβεται η ανανδρία — το σώφρον του ανάνδρου πρόσχημα —. Μας το ‘μαθε ο Θουκυδίδης

Κρύβεται, το: αλλ’ ουκ αν μαχαίσετο. Χαίσετο γαρ ή μαχαίσετο: ούτε καν θα μαχότανε. Γιατί έτσι και μαχότανε σίγουρα θα χεζότανε, του Αριστοφάνη.

Και ΕΚΕΙΝΟΣ σκέφτηκε πως μέσα στο μισοσκόταδο της Εσπερίας, της αποδυνάμωσης των αρχών της ανθρωπιάς και της υψηλοφροσύνης, όπου θέλουν να μας βυθίσουν οι ρεαλιστές μας, κάπου εκεί, πέρα από την ασυλλόγιστη παγκοσμιοποιημένη δυτικό-δουλοφροσύνη των «πολιτικών» μας και πολλών «πολιτών», αχνοφέγγει το ελευθερόστομο Τόλμησον φρονείν.

Είμαστε ρεαλιστές, ζητούμε το αδύνατο, γιατί έτσι μόνο θα μπορέσουμε να πετύχουμε το βέλτιστο.

Οι ρινόκεροι, πια, είχαν καταλάβει την Ξενοχώρα.
Είχε μείνει μόνος. ΕΚΕΙΝΟΣ ο Άνθρωπος. Ο Μόνος Άνθρωπος.

«Και μέχρι να ‘ρθει το τέλος θα παραμείνω Άνθρωπος.
ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΩ ΣΑΝ ΚΑΙ ΣΑΣ! (ο Ρινόκερος του Ιονέσκο)

Κι’ ακούστηκε το βροντερό μήνυμα από τα βάθη των αιώνων, με τη φωνή του Αισχύλου:

«Των ανθρώπων τη γλώσσα κανένα χαλινάρι δεν σφίγγει σαν άλλοτε• γιατί μια και της βίας εβγήκεν ο ζυγός, ο λαός είναι λεύτερος να μίλα δίχως φόβο… Η αιματόβαφη γη σου τη δύναμη για πάντα κρατάει των Περσών: Ουδ΄ έτι γλώσσα βροτοίσιν εν φυλακαίς• λέλυται γαρ λαός ελεύθερα βάζειν ως ελύθη ζυγόν αλκάς. … Αιμαχθείσα δ’ αρούραν περικλύστα νάσος έχει των περσών».

«Γοργά από τα μάτια μου, άντε χάσου». Κομίζου δ’ ως τάχιστ’ εξ ομμάτων»

«Άντε να χαθείτε, αγαμοιθύται, Τροϊκάνοι!» Φώναξε ΕΚΕΙΝΟΣ.

Και πήρε το τραγούδι το άξιο να σιγοτραγουδάει:
«Ήρθαν/ ντυμένοι « φίλοι»/ αμέτρητες φορές οι εχθροί μου/ το παμπάλαιο χώμα πατώντας./
και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.

Έφεραν /το Σοφό, τον Οικιστή, και το Γεωμέτρη,/ βίβλους γραμμάτων και αριθμών, την πάσα υποταγή και δύναμη, /το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας./
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους. …

Έστησαν και θεμελίωσαν/ …τους νόμους τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα, στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας/
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους. /Ούτε καν ένα χνάρι θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε.

Έφτασαν/ ντυμένοι «φίλοι»/ αμέτρητες φορές οι εχθροί μου/ τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας./
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε/ παρά μόνο σίδερο και φωτιά /μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.

Ήρθαν/ με τα χρυσά σειρήτια/τα πετεινά του Βορρά και της Ανατολής τα θηρία./ …

«Γι' αυτούς είπαν, ο καπνός της θυσίας/και για μας της φήμης ο καπνός /αμήν.»

Και ΕΚΕΙΝΟΣ, ο τελευταίος Άνθρωπος, απάντησε, στη γλώσσα των Ελλήνων:

«Την γαρ χώραν …ελευθέραν δι’ αρετήν παρέδωσαν…
Παρά δύναμιν τολμηταί, παρά γνώμην κινδυνευταί και τοις δεινοίς ευέλπιδες.»

Γερμανική συνταγή

Γράφει ο Ι.Κ. Πρετεντέρης. Τα Νέα 23 Φεβρουαρίου 2011.
Το κείμενό του σε αγκύλες (αγκυλωμένο στον γαλλογερμανικό άξονα)
Αντί-Γράφει ο Ελευθέριος Ανευλαβής (με πλάγιους χαρακτήρες)

[ΔΕΝ ΞΕΡΩ πόσοι έχουν αντιληφθεί]
— Οι πάντες έχουν αντιληφθεί ό,τι δεν αντιλαμβάνεται ο κ. Πρετεντέρης. Δηλαδή, ότι όλοι τον έχουνε πάρει χαμπάρι.—

[ότι αυτές τις µέρες παίζεται ένα τεράστιο ευρωπαϊκό παιχνίδι: το πέρασµα σε µια µορφή κοινής οικονοµικής διακυβέρνησης.]
— Κοινής οικονομικής διακυβέρνησης των ΔΥΟ σύγχρονων μελανοχιτώνων εναντίον των υπολοίπων, που τους θεωρούν παρίες.

[Ένα παιχνίδι σηµαντικό για την Ευρώπη]
— των μεγαλοαπατεώνων της Siemens και των σφουγγοκωλαρίων της —

[αλλά, κυρίως, απολύτως ζωτικό για την Ελλάδα]
— των τραπεζιτών και του άνομου χρήματος.

[ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΠΩ χοντρά: αν η διαπραγµάτευση δεν προχωρήσει και δεν ευοδωθεί, κλείσαµε!]
— Εδώ ο Καραϊσκάκης αναφωνεί το μη «ορθώς πολιτικό»: «κλάστε μου τον μπούντζον».

[ΑΠΟ ΕΚΕΙ και πέρα υπάρχουν καλά και κακά νέα. Τα καλά νέα είναι ότι ο Πρωθυπουργός έχει κάνει µια κατ’ αρχήν ορθή επιλογή: να συνταχθεί απολύτως σε αυτήν τη διαπραγµάτευση µε τον γαλλογερµανικό άξονα. ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ορθή για δύο λόγους. ΑΦΕΝΟΣ επειδή αυτός ο άξονας παραµένει η καρδιά της Ευρώπης].
— καρδιά χωρίς αίμα μέσα στους κόλπους και τις κοιλίες της. Μόνο χρήμα, χρήμα και πάλι χρήμα στις τετυμπανιαίες σαπιοκοιλιές της.

[και χωρίς τους Γερµανούς και τους Γάλλους δεν προχωράει τίποτα]
— για τους παγκοσμιοποιημένους αρχικλέφτες.

[ Όταν, λοιπόν, αποφασίσουν αυτοί να προχωρήσουν, καλύτερα να είσαι µαζί τους παρά απέναντι.]
— Όμως, όποτε κινδυνεύει η Ελλάδα, οι Έλληνες πατριώτες (όχι οι πατριδέμποροι ευρωπεοελληναράδες. Διορθωτά! το «πε» με «ε») κι’ ας σκυλοτρωγόμαστε στ’ αναμεταξύ, γίνονται μαχητές του «μολών λαβέ», που κάνει τον Τρινταχαίμη (αυλικός του Ξέρξη) και κάθε Τρινταχαίμη, έκτοτε, να ολοφύρεται:
«Αλίμονο, με τέτοιους άντρες μας έφερες να πολεμήσουμε που δεν πολεμούν για χρήματα, αλλά για την αρετή: Παπέ, κ’ οίους επ’ άνδρας ήγαγες μαχησομένους ημέας οι ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιεύονται αλλά περί αρετής.».

[ΑΦΕΤΕΡΟΥ επειδή η Ελλάδα στη σηµερινή της κατάσταση δεν έχει την πολυτέλεια για πολλές τσιριµόνιες. Καλώς ή κακώς, η σωτηρία της (ελληνικής) ψυχής δεν είναι καθόλου δηµοφιλές σχέδιο στην Ευρώπη.]
— Όντως η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα, εσείς το περάσατε για «ταξιδάκι αναψυχής», κατά πως λέει και το τραγούδι.

[Με τους Γαλλογερµανούς, λοιπόν, και την προσευχή µας!]
— και με κατεβασμένα τα βρακιά, και κωλοπροβάλλοντες.
…
[ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ κακό; Επειδή θεωρείται περισσότερο από προφανές]
— Τι μπορεί να είναι «περισσότερο από προφανές;» Προφανώς το κενόκρανο (κενό κρανίο) όσων έχουν άι κιου (IQ) τηλεθέασης (AGB).

[ότι µια «ειδική ρύθµιση» θα ήταν σαφώς ηπιότερη από αυτά που θα προβλέπει τελικώς η συνολική διευθέτηση.]
…
[Προς το παρόν, όµως, το µόνο βέβαιο είναι ότι η Ελλάδα θα υπαχθεί σε µια ευρωπαϊκή οικονοµική διακυβέρνηση, η οποία θα ασκείται µε όρους που θυµίζουν περισσότερο Μπούντεσµπανκ ]

— Θέλ’ η πουτάνα να κρυφτεί, μα η χαρά δεν την αφήνει. Μη «πολιτικώς ορθή» έκφραση.

[και λιγότερο ΣΥΡΙΖΑ.]

[ΑΚΟΥΩ ΒΟΓΚΗΤΑ.]
— «Τι σας έλεγα;»

[Εντάξει, αλλά πολύ φοβούµαι ότι είναι για λάθος λόγο.]

[ΔΙΟΤΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ δεν είναι η «γερµανική συνταγή»,]
— ασφαλώς και δεν είναι πρόβλημα για τους γερμανοντυμένους.

[η οποία έχει αποδείξει διαχρονικά και εντυπωσιακά την αποτελεσµατικότητά της.]
— Το τέταρτο Ράιχ στ’ αχνάρια του τρίτου.

[Το πρόβληµα είναι ότι θα εφαρµοστεί στην Ελλάδα και από Έλληνες. Οι οποίοι εδώ και εκατόν ενενήντα χρόνια έχουν ξεφτιλίσει όλες τις συνταγές.]
— Όμως, ΔΕΝ έχουν ξεφτιλιστεί οι ίδιοι• σαν κάποιους ευρωπεόφρονες (Διορθωτά! το «πε» και πάλι με «ε») δημοσιογράφους.

[ΚΑΙ ΜΙΑ κι ο λόγος για τις γερµανικές συνταγές, να θυµίσω ότι στη χώρα µας ακόµη και τα περίφηµα «µαύρα ταµεία» της Siemens ξεφτιλίστηκαν από µια Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής.]
— Γιατί ξεφτιλίστηκε η ίδια και όσοι τα «φάγανε μαζί.»

ΙΗΤΡΟΣ ΠΟΛΛΩΝ ΑΝΤΑΞΙΟΣ ΑΛΛΩΝ Ή ΥΒΡΙΣ ΤΕ ΚΑΙ ΠΛΗΓΗ ΑΝΤΙ ΣΩΣΤΡΩΝ;

ΑΡΘΡΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Γραφει ο ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΑΝΕΥΛΑΒΗΣ

Η ιατρική κοινότητα, τουλάχιστον το μέρος της που συνειδητοποιεί και προβλέπει τα ερχόμενα, τα οποία είναι, πλέον, ορατά για όσους θέλουν να τα δουν και δεν εθελοτυφλούν, αισθάνεται ότι οι αξίες της καλής ανθρώπινης κλινικής ιατρικής έχουν, σχεδόν, χαθεί, στην προσπάθειά μας να εκμεταλλευθούμε και να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες της σύγχρονης «θαυματουργής» και πανάκριβής ιατρικής τεχνολογίας.

Διαδεδομένη είναι η πίστη ότι, καθώς η φροντίδα υγείας ολοένα και περισσότερο θα πωλείται και θα αγοράζετε στην ελεύθερη αγορά (προφανώς και αναγκαστικά με τους κανόνες που διέπουν την αγορά), ο ηθικός, παιδευτικός και κοινωνικός ιστός — η ακεραιότητα των προστατευτικών αρχών και αξιών της προσφοράς προς τον άρρωστο— που προσδιόριζε την κλινική ιατρική, μέχρι σήμερα (αύριο;), κινδυνεύουν κυριολεκτικά να κομματιαστούν σε κουρέλια.

Στα μεγάλα σύγχρονα νοσοκομεία, ο άρρωστος άνθρωπος συχνά απανθρωποποιείται σε αριθμό κρεβατιού και θαλάμου («η περίπτωση στο 3ο κρεβάτι στο θάλαμο 614»), χάνοντας ακόμη και την προσωπική του ταυτότητα.

Οι ανάγκες του αρρώστου, ως ατόμου και ολότητας, ως οργανισμού και όχι ως πάσχοντος οργάνου, παραμερίζονται και παραβλέπονται στην «κομματιασμένη» ιατρική του σύγχρονου νοσοκομείου, το οποίο κυβερνά η υψηλή τεχνολογία.

Δεδομένου ότι οι άρρωστοι άνθρωποι, ιδιαιτέρως οι ηλικιωμένοι, δεν συμμορφώνονται προς αυτήν την αντίληψη, ώστε ... να επιλέγουν να πάσχουν από μία και μόνη συγκεκριμένη νόσο, σε ένα και μόνον συγκεκριμένο όργανο (μόνο καρδιά, μόνον νεφρά, μόνον αίμα, μόνον δεξιό ... ρουθούνι), η πρακτική αυτή, του κατακερματισμού και της ακραίας εξειδίκευσης, δεν εξυπηρετεί κατά τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα του αρρώστου και μερικές φορές είναι επικίνδυνη και σπάταλη.

Κατ’ αυτήν την έννοια, η σύγχρονη ιατρική και οι «μοντέρνοι» γιατροί, φαίνεται να «βλέπουν» και να αντιμετωπίζουν τον άρρωστο άνθρωπο ως «ξενιστή» ενός ή περισσοτέρων χαλασμένων οργάνων και να παραβλέπουν τον άρρωστο ως πάσχοντα συνάνθρωπο ως συνολική, σωματική-ψυχική-νοητική και κοινωνική οντότητα.

Η σύγχρονη ιατρική έχει ξεστρατίσει στον αναγωγισμό, όπου ο άρρωστος ανάγεται σε έναν πολτό δυσλειτουργούντων οργάνων και κακοσυμπεριφερομένων μορίων ή γονιδίων.

Η αύξηση των υπερηλίκων, που αποτελεί φαινόμενο και επίτευγμα των συγχρόνων μεταβιομηχανικών κοινωνιών, θέτει τις σύγχρονες κοινωνίες ενώπιον των ευθυνών τους απέναντι στην μοναξιά, την περιθωριοποίηση των υπερηλίκων και την «ρατσιστική» αντιμετώπισή τους, ως προς την παροχή σε αυτούς ωφελημάτων της ιατρικής τεχνολογίας και θεραπείας. Άγγλοι γιατροί καταγγέλλονται ότι δεν χορηγούν το ένα ή το άλλο είδος θεραπείας σε υπερηλίκους αρρώστους, με μόνο κριτήριο την ηλικία τους.

Παράλληλα, το κόστος της σύγχρονης ιατρικής και ιατρικής τεχνολογίας έχει καταστεί δυσβάστακτο, πλέον, και για τα πλουσιότερα κράτη (δεν είναι ελληνικό μόνον το φαινόμενο) και η λήψη μέτρων για τη μείωσή του, αναγκαία μεν, δημιουργεί και σημαντικά ηθικά διλήμματα.

Η μείωση της σπατάλης στον τομέα της υγείας είναι θεμιτή και αναγκαία. Ο γιατρός, είναι υποχρεωμένος, όπως επιτάσσει ο όρκος του και όπως εξουσιοδοτείται από τον άρρωστό του, να ενεργεί αποκλειστικά και μόνον προς όφελος του αρρώστου του.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το πραγματικό συμφέρον του αρρώστου του είναι, πάντοτε, η ακριβότερη επιλογή θεραπείας ή διαγνωστικής εξέτασης και η σπάταλη διαχείριση των πόρων του συστήματος.

Οι γιατροί εκτός από θεραπευτές είναι και παραγωγοί πολιτικής στην υγεία και λαμβάνουν αποφάσεις οικονομικού περιεχομένου, σε έκταση που λίγοι συνειδητοποιούν ή παραδέχονται.

Κάθε κλινική απόφαση συνεπάγεται οικονομικό κόστος. Από την απλή γενική ούρων μέχρι την αξονική και μαγνητική τομογραφία. Από την απλή συνταγογράφηση αναλγητικού μέχρι την εγχείρηση ανοικτής καρδιάς.

Οι γιατροί ορθώς προσπαθούν να διασφαλίσουν την επαγγελματική και κλινική τους ελευθερία και αυτονομία, και αισθάνονται ότι αυτές κινδυνεύουν, όταν η πολιτεία έρχεται να ελέγξει την ορθολογικότητα της κλινικής πράξης.

Εν τούτοις, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η «κλινική ελευθερία» δεν ασκείται εν κενώ και ο κλινικός γιατρός δεν μπορεί να αγνοεί ή να αδιαφορεί για τις συνέπειες που έχει η άσκηση της «κλινικής του ελευθερίας», στον άρρωστο και την κοινωνία.

Το συμφέρον του αρρώστου δεν αποτελεί άλλοθι για την ασυδοσία που παρατηρείται, σήμερα, στην κατάχρηση φαρμάκων και εξετάσεων και δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως άδεια προς τους γιατρούς, να αδιαφορούν για το κόστος που εμπεριέχει η λήψη κλινικών αποφάσεων.

Όσο ανήθικο είναι να στερείς από κάποιον αναγκαία θεραπεία ή αναγκαίες εξετάσεις, (οικονομική πολιτική περιορισμού του κόστους), εξίσου ανήθικο είναι να διενεργείς μη αναγκαίες εξετάσεις και να χορηγείς μη αναγκαίες θεραπείες ή ακριβές εξετάσεις και θεραπείες, όταν δεν χρειάζονται ή όταν υπάρχουν φθηνότερες και εξ ίσου αποδοτικές (ιατρογενής αύξηση του κόστους).

Η πολιτεία, έχει την υποχρέωση να χαλιναγωγήσει και να εκλογικεύσει το, αλματωδώς, αυξανόμενο κόστος υπηρεσιών υγείας. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, αποκλεισμούς, ποσοστώσεις και στατιστική αντιμετώπιση του προβλήματος.

Η διερώτηση των οικονομολόγων της υγείας: «αξίζει το κόστος αυτής της θεραπείας, διαγνωστικής εξέτασης, σε αυτόν το άρρωστο, δεδομένων των εναλλακτικών περιπτώσεων στις οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν αυτά τα χρήματα;», δεν πρέπει να κλονίσει τη θεμελιώδη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ γιατρού και αρρώστου, που είναι το μείζον αγαθό.

Προσεγγίζουμε στο σημείο, όπου η παροχή υψηλής, αλλά δαπανηρής, ιατρικής τεχνολογίας, σε όλους, όσους την έχουν ανάγκη, θα καταστεί αδύνατη. Θα αναγκαστούμε, ως κοινωνία, να λάβουμε αποφάσεις προτεραιοτήτων και περιοριστικές — rationing. (Κουπόνι!). Τι, Πόσο, Πότε, σε Ποιόν.

Οι πολιτισμένες και ενδιαφερόμενες κοινωνίες, αλλά και κυβερνήσεις, ολοένα και συχνότερα εκφράζουν, σήμερα, τη βούλησή τους για καλύτερες υπηρεσίες υγείας, για όλους τους πολίτες. Ως εκ τούτου, η φροντίδα της υγείας καθίσταται θέμα πολιτικής.

Δεν επαρκούν πλέον τα προγράμματα, οι σχεδιαστές και οι σχεδιασμοί, χωρίς να δηλώνεται, καθαρά και με σαφήνεια, η πολιτική θέση και οι στόχοι της για το ζήτημα.

Ο στόχος της οικονομικής ανάπτυξης, που θεωρείται μείζονος σημασίας στην άσκηση πολιτικής, σε όλες τις χώρες, θα πρέπει να κατανοηθεί ως επιβοηθητικός της επίτευξης των κοινωνικών και ατομικών στόχων και όχι αυτοσκοπός.

Ουσιαστικός στόχος της πολιτικής σε κάθε, πραγματικά πολιτισμένη κοινωνία, είναι η ευημερία των πολιτών της.

Ήδη, διάφορες κυβερνήσεις, υπαγορεύουν στους γιατρούς λήψη αποφάσεων, βάσει οικονομικών κριτηρίων. Άγγλοι γιατροί καταγγέλλονται ότι δεν χειρουργούν αρρώστους με στεφανιαία νόσο, οι οποίοι αρνούνται να διακόψουν το κάπνισμα.

Από την άλλη μεριά οι άρρωστοι διεκδικούν, και δικαίως, την καλύτερη δυνατή ιατρική φροντίδα, ανεξαρτήτως κόστους.

Η διάσταση μεταξύ του ατομικού συμφέροντος και του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου είναι εμφανής.

Η εισβολή των αρχών του εμπορίου στην ιατρική, έχει δημιουργήσει ένα «τερατώδες υβρίδιο» και έχει προκαλέσει, στην προβληματιζόμενη ιατρική κοινότητα και στην κοινωνία, την αίσθηση ότι κάτι εμφανώς εσφαλμένο συμβαίνει στην ιατρική.

Με την πρόσφατη, δε, ταχεία και μαζική εισβολή της αγοράς στην ιατρική, είναι φανερό πλέον ότι ο ηθικός κώδικας των προστατευτικών αρχών της ιατρικής ευρίσκεται εν κινδύνω.

Οι δύο μείζονες κώδικες ηθικής μιας κοινωνίας: ο προστατευτικός της ιατρικής και ο εμπορικός της αγοράς, είναι μεταξύ των ασύμβατοι. Οι αρχές που διέπουν έναν έκαστον εξ αυτών, συνθέτουν συμπαγές σύνολο με την δική του ακεραιότητα.

Οποιαδήποτε ρωγμή στην ακεραιότητα εκάστου κώδικα, ή ανάμειξη των δύο κωδίκων, μπορεί να οδηγήσει στην αυτόματη μετατροπή των προτερημάτων σε ελαττώματα: Στην λεγόμενη «μη αναστρέψιμη διαφθορά του συστήματος υγείας» ή σε εμφάνιση «τερατωδών υβριδίων».

Ήδη, παρόμοια «τερατώδη υβρίδια» εμφανίζονται σε όλη την έκταση του συστήματος υγείας των ΗΠΑ:

• Εμπορευματοποίηση της υγείας,
• Βιομηχανικές αρχές οργάνωσης,
• Επιθετικές επιχειρηματικές πρακτικές.

Χρήματα που ξοδεύονται για την αποκατάσταση της υγείας των αρρώστων θεωρούνται ζημιά από ορισμένους. Ο οικονομολόγος Reinhardt θεωρεί ότι οι καπνιστές συμβάλλουν στην μείωση του κόστους των υπηρεσιών υγείας «γιατί πεθαίνουν ενωρίτερα από τους άλλους».

Για τους οικονομολόγους της υγείας, ένας άνθρωπος μειώνει το κόστος των υπηρεσιών υγείας όταν είναι νεκρός!

Όντως, αυτοί οι οικονομολόγοι γνωρίζουν την τιμή όλων των πραγμάτων, αλλά την αξία ουδενός.

Όλες οι, αποδοτικά, λειτουργούσες κοινωνίες έχουν ανάγκη και των δύο ηθικών κωδίκων. Και των αρχών του εμπορίου και των προστατευτικών αρχών της ιατρικής. Το ζήτημα είναι να βρεθεί τρόπος συμβιώσεως των δύο. Και αυτό μπορεί να γίνει, κατ αρχήν με τη διατήρηση αλώβητης της ταυτότητας και της ακεραιότητας εκάστου κώδικα ηθικής (και το εμπόριο έχει κώδικες ηθικής).

Εφ’ όσον γίνει αποδεκτό και κατανοητό αυτό, μπορεί να προβεί κανείς στο επόμενο βήμα, που θα είναι η πραγματική και επωφελής και για τους δύο συμβίωση δύο διαφορετικών οργανισμών.

Τρεις χιλιάδες χρόνια πριν, έχει τεθεί το θέμα της επίδρασης του τρόπου ζωής στην υγεία, από τον Ιπποκράτη: «ό τι τε έστιν άνθρωπος προς τα εσθιόμενα και τα πινόμενα και ό τι προς τα άλλα επιτηδεύματα, και ό τι αφ’ εκάστου εκάστω συμβήσεται: τι είναι ο άνθρωπος στη σχέση του με ό,τι τρώει και πίνει, στη σχέση του με όλες γενικά τις συνήθειες του, και τι επίδραση ασκεί το κάθε τι στο κάθε συγκεκριμένο άτομο».

Αυτήν την Ιπποκρατική θέση επιβεβαιώνουν οι σύγχρονες επιδημιολογικές μελέτες, που φέρνουν στο φως ολοένα και περισσότερες ενδείξεις ότι οι συχνότερες χρόνιες παθήσεις, που ταλανίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο (καρδιαγγειακά νοσήματα, εγκεφαλικά επεισόδια, πολλές μορφές καρκίνου) εκπηγάζουν από τον τρόπο ζωής και το περιβάλλον, το οποίο έχει δημιουργήσει ο σύγχρονος άνθρωπος. Αυτές οι παθήσεις, σε μεγάλο βαθμό μπορούν να προληφθούν.

Όμως η σύγχρονη ιατρική αντί να επιδιώκει πρωτίστως την πρόληψη, παραμένει αποκλειστικά σχεδόν χημειοθεραπευτική και έχει καταστεί, επιπλέον, και εκτεχνικευμένη.

Είναι ευκολότερο και πιο προσοδοφόρο να συνταγογραφείς παρά να συζητάς και πείθεις τον ασθενή σου.

Η αποστεωμένη εκπαίδευση, προπτυχιακή (Ιατρική Σχολή) και μεταπτυχιακή (εκπαίδευση στο νοσοκομείο για τη λήψη ειδικότητας, όπου ο πτυχιούχος της Ιατρικής θα γίνει γιατρός), επιτελείται, με ανάρροια ή μηρυκασμό μασημένων γνώσεων και εκπομπή τους σε παθητικούς δέκτες, υπό μορφή μαθημάτων, διαλέξεων, συμποσίων, συνεδρίων.

Αυτού του είδους η εκπαίδευση, δεν χρειάζεται κόπο και μόχθο, είναι συναισθηματικά αδιάφορη και διανοητικά εύκολη έως οκνηρή και, κυρίως, αναποτελεσματική.

Η παρουσία των περισσοτέρων καθηγητών και εκπαιδευτών, ουσιαστικά, εξαντλείται στην από έδρας διδασκαλία, με μαθήματα, τα οποία επαναλαμβάνονται ομοιοτύπως – θα μπορούσαν να αποστέλλονται και με τηλεομοιοτυπία, ελληνιστί fax, στους φοιτητές – κάθε χρόνο.

Πού είναι, ο εκπαιδευτής; Πού ο δάσκαλος; Πότε τον βλέπουν οι εκπαιδευόμενοί του, για να συζητήσουν, να ρωτήσουν, να απορήσουν, να κάνουν επιστήμη, να μάθουν, όσοι «…ορέγονται του ειδέναι»;

Το ερώτημα δεν είναι αν έχουμε και καλούς γιατρούς. Το ζήτημα είναι γιατί περισσότεροι γιατροί δεν είναι καλοί.

Προφανώς, διότι η εκπαίδευση αυτή δεν προάγει τη κριτική σκέψη, αλλά την ψιττάκωση (την ασθένεια της παπαγαλίας).

Δεν παράγει «ιητρούς πολλών αντάξιους άλλων», με κοινωνική ευαισθησία και ανθρωπιά για τον άρρωστο άνθρωπο, αλλά μέτριους επαγγελματίες, με μέτριες ιατρικές γνώσεις, που το όνειρό τους (όχι όλων, αλλά αρκετών για να μαγαρίζουν το νερό) είναι να πλουτίσουν, (κατ’ εικόνα και ομοίωση των «καθηγητών» τους;), έστω και με το φακελάκι.

Η ποιότητα των γιατρών που παράγει αυτό το σύστημα είναι προβληματική.

Η δυνατότητα «επισκευής» αρρώστων και παράτασης της ζωής (όχι όμως και βελτίωσης της ποιότητα ζωής τους), με τη μοντέρνα ιατρική τεχνολογία, οδηγεί στην αντιμετώπιση του αρρώστου ανθρώπου σαν «χαλασμένη μηχανή» προς επιδιόρθωση, από την κομματιασμένη σύγχρονη κλινική ιατρική, της ολοένα και πιο στενής εξειδίκευσης.

Οι δυνατότητες που παρέχει η σύγχρονη ιατρική τεχνολογία είναι σχεδόν απεριόριστες. Και θέτουν, ως εκ τούτου, το ερώτημα: Επειδή μπορούμε να κάνουμε ο,τιδήποτε, πρέπει και να το κάνουμε;

Ποιο είναι το όριο των δυνατοτήτων της υψηλής ιατρικής τεχνολογίας;

Και πού αρχίζει το «δέον» της ηθικής ιατρικής συνείδησης;

• Μπορούμε να παρατείνουμε με μηχανικά μέσα τη ζωή αρρώστων με διαπιστωμένο εγκεφαλικό θάνατο. Θα πρέπει και να το κάνουμε;

• Μπορούμε να διακόψουμε αυτήν την τεχνητή παράταση ζωής (ευθανασία). Θα πρέπει και να το κάνουμε;

• Και πότε και ποιος θα το αποφασίσει;

«Θα μπορέσουμε να πεθάνουμε κανονικά;» (Γ. Σεφέρης).

Η ευθανασία, παθητική και ενεργητική, έχει ήδη έλθει στο προσκήνιο. Η ζωή έχει «πεθάνει». Μήπως πρέπει να επιτραπεί να πεθάνει και το σώμα με αξιοπρέπεια;

Ο Ιπποκράτης παραγγέλλει: «και το μη εγχειρείν τοίσι κεκρατημένοις υπό τον νοσημάτων, ειδότας ότι ταύτα ου δύναται ιητρική: και να μην επεμβαίνει στις περιπτώσεις που οι άρρωστοι έχουν πια τελείως νικηθεί από την αρρώστια τους, γνωρίζοντας πως η ιατρική δεν έχει τη δύναμη να κάνει το πάν» (Ιπποκράτους , Περί Τέχνης).

Ο ίδιος, όμως, ο Ιπποκράτης, απορρίπτει, ρητώς, την ενεργητική ευθανασία:

«ου δώσω δε ουδέ φάρμακον ουδενί αιτηθείς θανάσιμον (Και να μου το ζητήσουν φάρμακο θανατηφόρο σε κανέναν δεν θα δώσω» (Ιπποκράτους, Όρκος).

Η γενετική και η γονιδιακή μηχανική, με τις θαυμαστές και για ορισμένους εφιαλτικές τους δυνατότητες, θέτουν τις σύγχρονες κοινωνίες και τον γιατρό ενώπιον σοβαρών ηθικών διλημμάτων.

Η ιδέα είναι θαυμάσια. Με την ανάλυση του ανθρωπίνου γονιδιώματος και τη γονιδιακή διαγνωστική και θεραπευτική, είμαστε ικανοί να διαγνώσουμε παθήσεις (μορφές καρκίνου, καρδιοαγγειακά νοσήματα, νοητικές ανεπάρκειες, ανοσοανεπάρκειες, κληρονομικές παθήσεις) σε πολύ πρώιμο στάδιο και σε ορισμένες από αυτές να παρέμβουμε θεραπευτικά.

Η δυνατότητα αντικατάστασης «άρρωστων» ή «κακών» γονιδίων με φυσιολογικά και «καλά» γονίδια υπάρχει. Στη σύλληψή της είναι απλή και με τη θαυματουργή νέα τεχνολογία εφικτή. Κάτι ανάλογο με το «find and replace: βρες και αντικατάστησε», στον επεξεργαστή ενός λειτουργικού συστήματος του υπολογιστή.

Εν τούτοις, η ειδυλλιακή εικόνα της γονιδιακής μηχανικής, έχει και τη σκοτεινή της πλευρά. Η έρευνα σε αυτόν τον τομέα, τρέχοντας, πριν, ακόμη, μάθει να περπατάει, δεν έχει ερευνήσει τις κοινωνικές, συναισθηματικές, ψυχολογικές και άλλες επιπτώσεις των εφαρμογών της.

Η γνώση, ότι μια γυναίκα είκοσι ετών κινδυνεύει να αναπτύξει καρκίνο του μαστού στα πενήντα της, το μόνο αποτέλεσμα που μπορεί να έχει — εφ’ όσον δεν μπορούμε, ακόμη, να εγγυηθούμε αποτροπή του γεγονότος — είναι να καταστήσει έναν άνθρωπο, υγιή μέχρι τώρα και στο άμεσο μέλλον, άρρωστο πριν ακόμη αρρωστήσει (εάν αρρωστήσει).

Παράγουμε γνώση που δεν έχουμε σκεφθεί πως θα την χειρισθούμε.

Η αποκρυπτογράφηση και ο χειρισμός του ανθρωπίνου γονιδιώματος θεωρείται από ορισμένους ως το «τελικό εργαλείο για την κατανόηση του ανθρώπου στο μοριακό επίπεδο.

Μέχρι τώρα θεωρούσαμε ότι η μοίρα μας ήταν στα άστρα. Τώρα ξέρουμε πως η μοίρα μας είναι στα γονίδιά μας», ισχυρίζεται ο James Watson, ο οποίος μαζί με τον Francis Crick περιέγραψε τη δομή (τη διπλή έλικα) του DNA.
‘Έτσι εκπεσούσα από τον αστερισμό του Ιπποκράτη, η σύγχρονη, τεχνολογικά επικυριαρχούμενη, ιατρική φαίνεται να ακολουθεί, «μοιραία και άβουλη αντάμα», το «θαύμα» της γονιδιακή μηχανικής.

Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, είμαστε αυτό που είμαστε, λόγω των γονιδίων μας. Δε μπορούμε να κάνουμε κάτι γι αυτό. Προς τι, λοιπόν, να προσπαθούμε.
Το μόνο που θα μπορούσαμε να κάνουμε, σε τεχνολογικό επίπεδο, για τη βελτίωση του ανθρώπου, σύμφωνα με την άποψη αυτήν, είναι να αλλάξουμε τα γονίδιά μας.

• Μπορούμε να αυξήσουμε το IQ (διανοητικό πηλίκον ή δείκτης ευφυΐας) μας, παράγοντας ευφυείς απάνθρωπους υπερανθρώπους.

• Μπορούμε να κατασκευάσουμε πιθηκανθρώπους υπανθρώπους με τη γονιδιακή μηχανική, οι οποίοι θα μας υπηρετούν.

• Θα μπορέσουμε, ίσως, να αντικαταστήσουμε το γονίδιο της γήρανσης, πουλώντας την ψυχή μας για μια φαουστική, φασιστική, αιώνια νεότητα.

Μπορεί κανείς να φανταστεί, σήμερα, τις συνέπειες αυτών των δυνατοτήτων της μοντέρνας εκτεχνικευμένης ιατρικής;

Και, είναι δυνατόν ο άνθρωπος να αποδεχθεί μια τόσο απλοϊκή αντίληψη για τον εαυτόν του και τον προορισμό του επί της γης;

Η γονιδιακή μας σύσταση δεν καθορίζει αποκλειστικά την ανθρώπινη υπόστασή μας. Η πληροφορία που μεταφέρουν τα γονίδιά μας, από γενιά σε γενιά, ολοκληρώνεται με την πληροφορία που μεταφέρει η ανθρώπινη παράδοσή μας στις μελλοντικές γενιές.

Είμαστε ό,τι είμαστε με την κληρονομιά των γονιδίων μας, αλλά, κυρίως, με την κληρονομιά του περιβάλλοντος στο οποίο ανατραφήκαμε — με τις παραδόσεις του και τις αξίες του — και που έχουμε κληρονομήσει από τους προπάτορές μας, με το λόγο και με τα έργα. Ο κάθε άνθρωπος, ως εξ αυτού του λόγου, είναι μοναδικός.

Ο κίνδυνος να αναγεννηθεί η ευγονική θεωρία του βιολογικού ντετερμινισμού — τα γονίδιά μας μάς προκαθορίζουν — είναι για ορισμένους υπαρκτός.

Ο αμερικανός Πρόεδρος Calvin Coolidge το 1914, νομοθετεί βάσει της αρχής ότι: «Η Αμερική πρέπει να παραμείνει Αμερικανική. Οι βιολογικοί νόμοι δείχνουν ότι οι Βόρειοι (Nordics: ευρωπαϊκός φυλετικός τύπος υψηλός, με γαλανά μάτια και ξανθά μαλλιά) … χειροτερεύουν όταν αναμειγνύονται με άλλες φυλές».

Η κακή ή δόλια χρήση της γενετικής πληροφορίας μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνικές και φυλετικές διακρίσεις.

Στη συνέχεια ήρθαν οι ευγονικοί κανιβαλισμοί του τρίτου Ράιχ.

Και αργότερα ο στιγματισμός και η κοινωνική περιθωριοποίηση των Αφροαμερικανών σε πολλές Πολιτείες των ΗΠΑ (1970), όταν διαπιστώθηκε η γονιδιακή εξάρτηση της δρεπανοκυτταρικής αναιμίας. Μη έχοντας σκεφτεί πώς θα χρησιμοποιήσουν αυτήν την πληροφορία, η τελική κατάληξη ήταν ο κοινωνικός στιγματισμός, οι διακρίσεις στην εργασία και την ασφάλιση, εξ αιτίας μιας νόσου η οποία ήταν γνωστή και πριν από την ανακάλυψη της γονιδιακής της εξάρτησης.

Μόνο η ανθρωπιά μπορεί να δικαιώσει και να καταξιώσει τη γονιδιακή ιατρική και έρευνα.

Όχι ο αχαλίνωτος εγωισμός ερευνητών επιστημόνων, που θέλουν να «παίξουν τον Θεό», ξεχνώντας, πως όταν το τζίνι βγει από το μπουκάλι, η ευγονική του τρίτου Ράιχ θα ξαναπροβάλει το απεχθές απάνθρωπο πρόσωπό της.

Δεν μπορούμε να στρουθοκαμηλίζουμε άλλο. Όλα τα παραπάνω αναφερθέντα είναι ήδη μαζί μας. Ποιος, λοιπόν, θα λάβει τις αποφάσεις;

• Αποφάσεις για την αντιμετώπιση των ηθικών ιατρικών διλημμάτων, που θέτει η ευθανασία, η γενετική και η γονιδιακή μηχανική, ο περιορισμός του αυξημένου κόστους φροντίδας υγείας, που φέρνει αντιμέτωπα το ατομικό συμφέρον και το συμφέρον του συνόλου;

• Αποφάσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων, που θέτει η αύξηση του γηράσκοντος πληθυσμού;

• Αποφάσεις για τη δυνατότητα παροχής ακριβής υψηλής τεχνολογίας ιατρικής φροντίδας στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του και όχι μόνο ανάλογα με το πορτοφόλι του;

Το ιατρικό σώμα δεν δικαιούται και δεν μπορεί να λάβει τέτοιες αποφάσεις, όταν η υπάρχουσα επιστημονική γνώση και το υπάρχον ηθικό πλαίσιο είναι ανεπαρκή.
Ούτε το συμβόλαιο εμπιστοσύνης με τον άρρωστό, που ορίζει ότι ο γιατρός είναι υποχρεωμένος να ενεργεί αποκλειστικά και μόνον προς όφελος του αρρώστου του, το επιτρέπει.

Επομένως ποιος θα αποφασίσει;

Οι δυνάμεις της αγοράς ή η πολιτεία; Και με ποια κριτήρια;

Η παραπάνω διαπίστωση, δείχνει τα μέτρα που είναι αναγκαία και για τη διασφάλιση της σχέσης γιατρού-αρρώστου, και για την λήψη από την πολιτεία των αναγκαίων αποφάσεων χαλιναγώγησης της σπατάλης και την αποφυγή συγκρουσιακών καταστάσεων:

1. Λήψη αποφάσεων για περιοριστική πολιτική σε κεντρικό (Κυβερνητικό επίπεδο). Ο γιατρός δεν δικαιούται και δεν υποχρεούται να λαμβάνει τέτοιες αποφάσεις, ad hoc, στο κρεβάτι του αρρώστου.

2. Δημιουργία οδηγιών και κριτηρίων που θα ορίζουν το πλαίσιο στο οποίο ο γιατρός θα λαμβάνει τις δικές του αποφάσεις.

3. Αποκάλυψη από τον γιατρό όλης της αλήθειας στον άρρωστο του, ως προς την περιοριστική πολιτική που ισχύει για θεραπεία ή εξέταση, που αυτός κρίνει αναγκαία, ώστε ο άρρωστος, γνωρίζοντας, να κάνει τις δικές του επιλογές.

4. Δημιουργία αποδοτικών υπηρεσιών στις οποίες να μπορεί να προσφύγει ο γιατρός και ο άρρωστος, σε περιπτώσεις αρνήσεως διενέργειας διαγνωστικής εξετάσεως ή παροχής θεραπείας. Είναι ηθική υποχρέωση της πολιτείας. Παρόμοιοι μηχανισμοί προστασίας είναι αναγκαίοι, διότι, η σε κεντρικό επίπεδο μορφοποίηση της γενικής πολιτικής, συχνά παραβλέπει επί μέρους περιπτώσεις.

5. Συνεχής εκπαίδευση του γιατρού στη λήψη κλινικών, αποφάσεων στις οποίες συνεκτιμώνται οι επιθυμίες και προσδοκίες του αρρώστου και η σχέση Κόστος (όχι μόνον ή απαραίτητα οικονομικό)/Όφελος, για τον συγκεκριμένο άρρωστο.

Το γεγονός ότι η κλινική ιατρική ασκείται σε συνθήκες αβεβαιότητας, δεν αποτελεί άλλοθι για την πατερναλιστική αντιμετώπιση του αρρώστου (εγώ είμαι ο γιατρός που αποφασίζω για σένα, χωρίς εσένα).

Αντιθέτως, η αβεβαιότητα, μέτρο της άγνοιάς μας, μπορεί να προσεγγισθεί και να μετρηθεί πιθανολογικά και πρέπει να συμπεριληφθεί στη λήψη των κλινικών μας αποφάσεων. Το να αρνούμαστε να την μετρήσουμε δεν σημαίνει και ότι θα εξαφανισθεί.

Εάν δεν δοθεί πρωταρχική σημασία σε αυτά, τότε θα «ειν’ οι προσπάθειές μας, των συφοριασμένων, σαν των Τρώων…» (Κ. Καβάφης).

Είναι επιτακτική ανάγκη πολιτεία, γιατροί, δικαιοσύνη, εκκλησία, και πολίτες, με δημόσια συζήτηση και ουσιαστική αντιπαράθεση — τα προβλήματα δεν είναι μονοσήμαντα — να προσεγγίσουμε τη νέα πραγματικότητα με ανθρωπιά και ευαισθησία. Και με κριτήρια σαφώς καθορισμένα.

Έτσι, η κοινή γνώμη, που τώρα είναι απληροφόρητη και εκστασιασμένη από τα «θαύματα» της μοντέρνας ιατρικής, ενημερωμένη, πλέον, δεν θα θεωρεί ότι οι γιατροί έχουν μαγικές ιδιότητες, που τους επιτρέπουν να κάνουν θαύματα (και απογοητευμένη, όταν διαψεύδεται, καταφέρεται εναντίον τους), είτε ότι αποτελούν μια κλειστή κάστα, η οποία καλύπτει, δίκην «μαφίας», την κερδοσκοπική της αντίληψη για την ιατρική, τα σφάλματα και την άγνοιά της.

Είναι γεγονός ότι η γενετική γνώση θα αποδείξει ότι μερικοί είναι τυχεροί και έχουν καλά γονίδια, ενώ άλλοι είναι άτυχοι και ευρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν βαριές αρρώστιες, πλησιάζοντας την μέση ηλικία.

• Σε κοινωνίες, όπου η φροντίδα υγείας βασίζεται, κυρίως, στην χρησιμοθηρική αρχή: οικονομικό κόστος/όφελος, η φροντίδα υγείας θα προσδιορίζεται και από το «τι φέρνει η ζαριά» της γενετικής: καλό ή κακό γονίδιο, και από την ηλικία του ανθρώπου.

Τότε θα έχουμε μια κοινωνία … «…που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της». (Γ. Σεφέρης)

• Στις κοινωνίες, όπου η φροντίδα υγείας των πολιτών αποτελεί υποχρέωση της πολιτείας και θεωρείται κοινωνικό αγαθό και στις οποίες υπάρχει πρόβλεψη για την αξιοποίηση και χειρισμό της επιστημονικής γνώσης και της καλπάζουσας ιατρικής τεχνολογίας, τα ανακύπτοντα ηθικά διλήμματα μπορεί να αντιμετωπισθούν με ευαισθησία, ανθρωπιά και κοινή συναίνεση.

Οι άνθρωποι δεν επιθυμούν να προσδιορίζεται η φροντίδα της υγείας τους από την οικονομική παράμετρο. Και η σχέση τους με τον γιατρό, από το ιατρικό φακελάκι.

Ο Ζεύς εκεραύνωσε τον Ασκληπιό διότι δέχθηκε αμοιβή για χορήγηση θεραπείας. Κινδυνεύουν πολλοί γιατροί, σήμερα, από τον κεραυνό του Διός?

Ναι! Και έχει καθυστερήσει!

«Η εμφάνιση νέων ιδεών σε έναν τόπο που οι άνθρωποι δεν έχουν καθόλου ιδέες αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Κίνδυνο που αντιμετωπίζουν ή με συνωμοτική σιωπή ή με επιθετική και άστοχη ειρωνεία. Δείγμα η πρώτη πονηριάς και η δεύτερη ημιμάθειας.» (Οδυσσέας Ελύτης).

Στη χώρα μας φαίνεται να γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε, αλλά για κάποιον (ανεξήγητο;) λόγο, δεν το κάνουμε!

Μήπως, διότι η συντεχνιακή αντίληψη και τα διαπλεκόμενα συμφέροντα αντικατέστησαν τον Ορθό Λόγο;

Μήπως, διότι ενώ «Ελάβομεν νουν καθηγεμόνα του ανοηταίνειν ου παυόμεθα;» (Γρηγόριος Παλαμάς)

ΖΟUGLAGR