"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Λ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Λ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΜΟΥΣΙΚΗ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ: Η ιστορία του Ζεϊμπέκικου της Ευδοκίας (που ο Λευτέρης Παπαδόπουλος αρνήθηκε να του γράψει στίχους)



Τραγούδια που αγαπήσαμε και χορέψαμε αμέτρητες φορές στη ζωή μας, κρύβουν από πίσω μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία όπως συνέβη και με το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας», ένα ορχηστρικό κομμάτι που έγραψε ο Μάνος Λοΐζος για να ντύσει την πιο χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας «Ευδοκίας», του Αλέξη Δαμιανού.

 
Το Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας γράφτηκε από τον Μάνο Λοΐζο πάνω στο υλικό της ταινίας «Ευδοκία», το οποίο του έδωσε ο σκηνοθέτης της, Αλέξης Δαμιανός. 


Η σκηνή έδειχνε έναν φαντάρο να σηκώνεται και να χορεύει ζεϊμπέκικο με πάθος μέσα σε μια συνοικιακή ταβέρνα της Κάτω Κηφισιάς κοιτώντας στα μάτια την όμορφη πόρνη Ευδοκία. Παρότι εκείνη συνοδεύεται από τρεις άντρες, παρασύρεται στο βλέμμα του άντρα και χτυπώντας παλαμάκια του δίνει τον ρυθμό. Κατά τη διάρκεια της μουσικής στην ταινία, ακούγεται η φωνή και το γέλιο της Ελένης Ροδά, η οποία ντούμπλαρε την πρωταγωνίστρια Μαρία Βασιλείου, διότι τα ελληνικά της δεν ήταν καθόλου καλά.


Στα γυρίσματα της ταινίας ο χορός είχε γίνει πάνω σε διαφορετικό τραγούδι και συγκεκριμένα σε ένα του Μάρκου Βαμβακάρη.

 
Ο θρύλος λέει πώς το τραγούδι αυτό ήταν το «Τα ματόκλαδα σου» όμως ο Γιώργος Κουτούζης ο πρωταγωνιστής της σκηνής είχε δηλώσει σε συνέντευξη του ότι το τραγούδι ήταν η «Ατάκτη».  


Ο Λοΐζος είδε το υλικό από τα γυρίσματα, τα οποία κράτησαν δύο μέρες και αμέσως μετά συνέθεσε το ορχηστρικό κομμάτι το οποίο πρόβαρε για πρώτη φορά στο σπίτι του παρουσία του σκηνοθέτη Αλέξη Δαμιανού, με τον ρεμπέτη Γιώργο Μουφλουζέλη να παίζει τζουρά. Αργότερα ο Λοΐζος θα ζητήσει τον ίδιο τζουρά για να παίξει στην ηχογράφηση του κομματιού.

 
Η ταινία «Ευδοκία» θα συμμετάσχει στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1971 χωρίς όμως να καταφέρει να λάβει το βραβείο μουσικής, το οποίο κέρδισε η ταινία «Εκείνο το καλοκαίρι». Ο Λοΐζος αποφάσισε να διαχωρίσει το τραγούδι από την ταινία και έτσι συμπεριέλαβε το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» το 1972 με νέα ενορχήστρωση στο δίσκο «Να ‘χαμε τι να ‘χαμε». Κάπως έτσι ξεκίνησε το ορχηστρικό κομμάτι να γίνεται ευρέως γνωστό. 


Όπως έχει διηγηθεί ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο Λοΐζος με τον οποίον συνεργάζονταν στενά, του ζήτησε να γράψει στίχους για το συγκεκριμένο ορχηστρικό με τον στιχουργό να αρνείται, αφού άκουσε τη μουσική, απαντώντας:  

Τα χαϊβάνια

(Ο Πρόεδρος φαίνεται πως έστω και αργά έκοψε τις κακές παρέες...)

Του ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Μπήκα σ' ένα καπελάδικο το Σάββατο το πρωί. Με είδε ο φίλος μου ο Δημητράκης. 
«Θα αγοράσεις καπέλο;» με ρώτησε.  
«Ναι»
«Και ο λόγος;».
«Θα το φορέσω και θα σπεύσω να το βγάλω στους πολιτικούς αρχηγούς που μας υπόσχονται - δεσμευόμενοι μάλιστα - να αλλάξουν την Ελλάδα από τις 7 Μαΐου. Θα τους κάνω, μάλιστα, και μια βαθιά υπόκλιση, ευχαριστώντας τους θερμά». 
Ο Δημητράκης γέλασε και μου γύρισε την πλάτη. «Παραφρόνησες», μου είπε, φεύγοντας.
Οι έλληνες πολιτικοί μάλλον έχουν την εντύπωση ότι απευθύνονται σε ηλιθίους, όταν μας υπόσχονται ότι θα βελτιώσουν τα πάντα στην έρημη χώρα μας αν εξασφαλίσουν την ψήφο μας την ερχόμενη Κυριακή: θα ρίξουν λεφτά στην αγορά για να ανασάνει η οικονομία, θα ψηφίσουν και θα εφαρμόσουν ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα, θα διώξουν τους παράνομους μετανάστες, θα αναδιοργανώσουν τη Δημόσια Διοίκηση, θα φροντίσουν να έχουν ένα πιάτο φαΐ και έναν γιατρό οι άποροι, θα κόψουν τα προνόμια των βουλευτών και θα μειώσουν τον αριθμό τους, θα θέσουν τέρμα στην ασυλία τους, θα προχωρήσουν σε συνταγματικές τομές, θα ενισχύσουν την άμυνα, θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για τη σωστή λειτουργία της Δικαιοσύνης, θα...
Το πράγμα, όμως, έχει και συνέχεια:  

Κιμπαρλίκια

Του Λευτέρη Π. Παπαδόπουλου

Απένταροι. Φουκαράδες. Αλλά στο κιμπαρλίκι πρώτοι! Και κιμπάρηδες όχι μόνο μεταξύ μας, στην παρέα. Μα και ως κράτος. Από τότε που πρωτοπήγα σχολείο, έως την ημέρα που το τελείωσα, τα βιβλία ήταν τζάμπα. Τα έβγαζε ο Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, ο ΟΕΣΒ, και τα αγοράζαμε από τα βιβλιοπωλεία με ελάχιστα χρήματα. Σχεδόν δωρεάν (και πολύ σωστά). Ποτέ κανείς δεν μας είπε, όμως, «μην καταστρέφετε τα βιβλία σας, μην τα μουτζουρώνετε, μην κόβετε σελίδες. Κρατήστε τα σε καλή κατάσταση για να τα πάρουν κι άλλα παιδιά του χρόνου».

Κιμπάρηδες, καλά το λέω. Δανειζόμασταν και τότε, από δω κι από κει, οι δραχμές μας δεν είχαν αξία, αλλά για οικονομία, για συμμάζεμα η Πολιτεία, το υπουργείο, ούτε καν σκέψη! 

Την ίδια ώρα, Αγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι και Οθωμανοί μείωναν τα έξοδά τους όσο γινόταν περισσότερο. Κι ας είχαν στερλίνες και φράγκα να φάν' κι οι κότες. 

Οι ικέτες

Του Λευτέρη Π. Παπαδόπουλου

Γνωρίζω πολύ καλά και τους δύο. Και τον Παπανδρέου και τον Βενιζέλο. Και τους γνωρίζω πολλά χρόνια. Εχουν γίνει άλλοι άνθρωποι τους τελευταίους είκοσι μήνες. Βλέπω τις φωτογραφίες τους στις εφημερίδες, τους βλέπω στην τηλεόραση και δεν τους αναγνωρίζω. Τα μαλλιά του Παπανδρέου, όσα του έχουν μείνει, είναι κάτασπρα. Και ενώ παλιά το βλέμμα του ήταν μεν καλοσυνάτο και ευγενικό, αλλά σίγουρο και αποφασιστικό, τώρα είναι φοβισμένο και αμήχανο. Γελαστό βέβαια, πάντοτε ευγενικό και καλοσυνάτο, αλλά κυρίως αμήχανο.

Ο Βενιζέλος. Ηταν θωρηκτό! Είχε τεράστιο εκτόπισμα. «Βαστάτε Τούρκοι τ' άλογα»! Και ο λόγος του πολυβόλο! Τον βλέπω αυτό τον καιρό, όταν συναντιέται με ξένους ηγέτες, με τον Σόιμπλε ιδίως. Από τα μάτια του στάζει κάτι σαν ικεσία. Παρακαλεί ολοφάνερα αυτός ο δυνατός, πείσμων και μαχητικός πολιτικός. Κάνει ό,τι μπορεί για να αρέσει. Να είναι συμπαθής. Με τη γλώσσα του σώματος, με τις χειραψίες, με τα χαμόγελα, με το λύγισμα της μέσης.

Χαρταετοί

ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗ Π. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

(...) «Θα ‘σαι περήφανος αγέρας
θα ‘ναι γλυκιά η κόψη σου 
αετοί της Καθαροδευτέρας 
θα σεργιανούν στην όψη σου»,
γράφαµε κάποτε µε τον Μάνο Λοΐζο («Καλά, αυτός έφυγε νωρίς...»).

Η Καθαρά Δευτέρα, είναι µία από τις µεγάλες γιορτές της γενιάς µου.

Τότε φτιάχναµε τους χαρταετούς µας µε τα χεράκια µας. Κόβαµε καλάµια, προµηθευόµασταν λαδόκολλες που τις µπογιατίζαµε µε νεροµπογιές, αγοράζαµε σπάγκο από τον ψιλικατζή για τις καλούµπες µας («Αµόλα καλούµπα»...) και τα «Σµυρνάκια» σκίζανε τον ουρανό νευρικά και δεν φοβόντουσαν κανέναν και τίποτα.

Για µένα, όµως, η Καθαρά Δευτέρα ήταν η µέρα της αποθέωσης του χαλβά. Από τα παιδικά µου χρόνια, ακόµη,ο χαλβάς – «του µπακάλη», εννοείται – ήταν η αδυναµία µου. Σκάβοντας βαθιά στη µνήµη µου, το αποδίδω στο ότι στα χρόνια της γερµανικής κατοχής, στην οδό Χέυδεν, έξω από το κτίριο του Β’ Γυµνασίου που είχαν επιτάξει οι Ναζί, οι µικροπωλητές πουλούσαν στους φαντάρους, εκτός από τσιγάρα χύµα («Στούκας», όπως τα αεροπλάνα, τα λέγαµε), και χαλβά. Και ήταν υπέροχος αυτός ο χαλβάς! Γεµάτος ίνες. Και µεµπόλικο τσουένι.

Εχω έναν φίλο πασίγνωστο χαλβατζή, στη Δραπετσώνα. Ονοµάζεται Νίκος Γαβρίλης και, τέτοιες µέρες, µπρος από το µαγαζί του σχηµατίζονται τεράστιες ουρές από φανατικούς του χαλβά του. Ο Νίκος λοιπόν, θέλοντας να µου δείξει τη φιλία του, έκατσε και µου ‘φτιαξε χαλβά, σαν κι αυτόν που έτρωγα στην Κατοχή και τρέχανε τα σάλια µου. Οσο για το τσουένι, που µάλλον δεν θα ξέρετε τι είναι – ούτε τα λεξικά γράφουν τη λέξη –, ο Γαβρίλης µου αποκάλυψε πως πρόκειται για θάµνο, που τον βράζουνε και βγάζουν µια κολλώδη ουσία, την οποία ρίχνουν στον χαλβά την ώραπου τον ζυµώνουνε (το τσουένι έχει και την καθωσπρέπει ονοµασία «χαλβαδόριζα». Οι περισσότεροι χαλβατζήδες, όµως, χρησιµοποιούν, αντί για τσουένι, µια ουσία που τη λένε «αλµουπίνη»).

Εκείνα τα χρόνια, µε µια λαγάνα, µισή οκά χαλβά και µερικά φρέσκα κρεµµυδάκια σε µια τσάντα, πηγαίναµε όλη η οικογένεια στον Φιλοπάππου, απλώναµε µια κουβέρτα, τρώγαµε, τραγουδούσαµε, βγάζαµε και µια φωτογραφία και γυρίζαµε το αποµεσήµερο στο σπίτι µας, στην Πλατεία Κυριακού (Βικτωρίας σήµερα), χορτάτοι και ευτυχισµένοι. Χωρίς ποτέ να µπαίνουµε σε λεωφορείο. Πάντοτε µε τα πόδια.

Ηταν µια µεγάλη γιορτή. Για όλους µας.  Το µόνο µου παράπονο: ούτε µία φορά δεν κατάφερα να φτιάξω έναν χαρταετό της προκοπής. Δεν «πιάνανε» τα χέρια µου...

Πενήντα δισ.

ΤOY ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

(...) Τα έχω χάσει! Οπως όλοι οι Ελληνες, φαντάζοµαι. Τα 50 δισεκατοµµύρια που απαίτησε η τρόικα να µαζέψουµε ώς το 2015 είναι ένα αστρονοµικό ποσό πουµε τίποτα δεν συγκεντρώνεται! Βάλτε κάτω τα µολύβια και αρχίστε τους λογαριασµούς. Η τρόικα αποφάσισε να µας διατάξει, και µάλιστα µε ιταµό ύφος, να τετραγωνίσουµε τον κύκλο! Πράγµα αδύνατον! Ο,τι και ναπουλήσουµε, τανούµερα δεν βγαίνουν! Η τρόικα, όµως, επιµένει ότι βγαίνουν. «Τρειςτ ο λάδι, δυο το ξίδι, πέντε το λαδόξιδο», µας λέει. Χαµογελώντας µάλιστα!

Η µάνα µου, που έβριζε συνεχώς µε παροιµίες γεµάτες αισχρόλογα, θα είχε έτοιµη την «παρόλα» της και για τη σηµερινή κατάσταση, µετά τηναξίωση της τρόικας για τα50 δισεκατοµµύρια: "Βρήκανε κ… µαλακό και χώσαν και τ’ αρχ…! "

Ετσι είναι. Αµα δέχεσαι ασυζητητί αυτά που σου ζητάνε, όσο παράλογα κι αν είναι, στο τέλος πεθαίνεις τους ανθρώπους για να ζήσουν οι αριθµοί.

Και ο πολιτικός κόσµος, τον χαβά του! Κανένα σηµείο επαφής, καµιά δυνατότητα επικοινωνίας. Πολλοί µιλάνε για πρόωρες εκλογές τον Απρίλιο. 

Ρωτάω: Και τι θαγίνει; Το χρέος δεν πρόκειται να λιγοστέψει. 

Είµαι απελπισµένος. Οπως ολόκληρος σχεδόνο ελληνικός λαός (Βαρόµετρο του Σκάι: οι Ελληνες σε ποσοστό 83% είναι ανασφαλείς. Το ΠΑΣΟΚ προηγείται της Ν.Δ. 7,5 - 8 µονάδες. Εκλογές δεν χρειάζονται: 73%).

Κατάντια...

Του Λευτέρη Π. Παπαδόπουλου

Οπου και να ταξιδέψω, µε την τηλεόραση, η Ελλάδα µε πληγώνει. Να το πω πιο απλά: σε όποιο κανάλι και να δω ειδήσεις, µε πιάνει η ψυχή µου. Κάθε µέρα καινούργιοι φόροι. Είτε άµεσοι είτε έµµεσοι. Και συγχρόνως, αυξήσεις στις τιµές των εισιτηρίων (λεωφορεία, τρένα, Μετρό), αυξήσεις στις αντικειµενικές αξίες των ακινήτων, αυξήσεις στο νερό και το ηλεκτρικό ρεύµα, λεφτά για τους ηµιυπαίθριους χώρους, πρόστιµα, απειλές για φυλακίσεις, αυστηροποίηση της νοµοθεσίας.

Πού θα πάει αυτό το πράγµα; Πώς µας κατάντησαν έτσι. Ενας ολόκληρος κόσµος µένει χωρίς δουλειά, αγκοµαχάει, ταλαιπωρείται, αναγκάζεται να βγει στους δρόµους. Κι από την άλλη µεριά, πολλοί έλληνες πολιτικοί κυκλοφορούν αγέρωχοι και υπέροχοι, µε αυτοκίνητα που πληρώνει ο λαός, µε δυο αστυνοµικούς, που επίσης πληρώνει ο λαός, µε επιδόµατα, µε φορολογική ασυλία (σχεδόν), µε πλήθος διευκολύνσεων και µε καθηµερινές δηλώσεις στην TV και τις εφηµερίδες, για αξιοκρατία, δικαιοσύνη, ισοπολιτεία και άλλα τέτοια... εµπριµέ!

Πάνε µήνες από τότε που ο Καπελέρης έκανε ντου µε τους άντρες του σε γραφεία µεγαλογιατρών, δικηγόρων, επιχειρηµατιών κ.λπ., ανακάλυψε φοροκλοπές απίστευτου ύψους, αλλά ακόµα δεν είδαµε κάποιον απ’ όλους αυτούς τους ρεµπεσκέδες, που έχουν κατακλέψει το σύµπαν, να κάθεται στο σκαµνί.

Ποιος φταίει; Η πολυνοµία; Η Αστυνοµία; Η ∆ικαιοσύνη; Τα «συµφέροντα», που σε κάθε εποχή, βρίσκονται πάνω απ’ όλους και όλα;

Παλιά, έγραφα ότι το κράτος µας «είναι της πλάκας». Αλλά κάθε ώρα που περνάει, διαπιστώνω ότι είναι και απολύτως ανίκανο. Μαζεύει λεφτά µόνον από εκείνους που δεν µπορούν να «κρύψουν» ούτε ένα ευρώ. Τους µισθωτούς και τους συνταξιούχους. Και τους βαράει κατακέφαλα. Ενώ οι «προµηθευτές», µε τα κλεµµένα δισεκατοµµύρια, οι µιζαδόροι, οι εκβιαστές, οι «µεσίτες», οι φίλοι των εκάστοτε κυβερνήσεων, δεν πληρώνουν δεκάρα. Κάπου διάβαζα _ στον Πρετεντέρη νοµίζω _ ότι υπάρχουν (το 60%) φορολογούµενοι που το 2009 δεν πλήρωσαν ούτε ένα ευρώ φόρο! Οι άθλιοι φοροεισπρακτικοί µηχανισµοί της χώρας µας, τους άφησαν να χαίρονται τις βίλες και τα κότερα και τις πισίνες τους και να γελάνε εις βάρος του 40% (των ηλιθίων).

Αλήθεια, τι απέγινε µε τις πισίνες, τις εκτός σχεδίου βίλες, τα κότερα και τα _ χιλιάδες _ πλαστά τιµολόγια, για τα οποία χάλαγε ο κόσµος, πριν από λίγο καιρό; Τι απέγινε µε τον στόλο των κρατικών αυτοκινήτων, που ο Ραγκούσης, πολύ σωστά, τον είχε βάλει στο µάτι; Περνάει ο καιρός και δεν γίνεται τίποτα. Και η αγανάκτηση των εργαζοµένων και των αποµάχων της δουλειάς, όλο και φουντώνει.

Εβλεπα, προ ηµερών, ότι τα φορολογικά βάρη κι αυτήν τη χρονιά τα σήκωσαν, κατά κύριο λόγο, οι µισθοσυντήρητοι και οι συνταξιούχοι. Τι κάνετε λοιπόν κ. Παπακωνσταντίνου, κ. Σαχινίδη, κύριε τάδε, κύριε δείνα, που έχετε τον πρώτο λόγο στη φορολογική πολιτική της χώρας; Και τι κάνεις, εν τέλει, κ. Παπανδρέου, που κάθε τόσο βγαίνεις στην τηλεόραση και λες σε όλους µας ότι οι θυσίες πιάνουν τόπο; ∆ώσε µας ένα στοιχείο, για να ξέρουµε πού βρισκόµαστε. Τα λόγια είναι πλούσια και χυµώδη.

ΑΓΡΥΠΝΟΣ ΦΡΟΥΡΟΣ
Πρόεδρε, αν περιμένεις να μάθεις "που βρισκόμαστε" απο τον κολλητό σου που ηγείται του ανίκανου κράτους, τον οποίον  συνεχίζεις να χαϊδεύεις (συγνωμη αλλά αυτά που του γράφεις είναι χάδια και όχι κριτική) σώθηκες...

«Φασούλια»

Του Λευτέρη Π. Παπαδόπουλου

Συνάντησαστο καφενείο τον λογιστή ενός φίλου µου. Ηταν σκασµένος ο άνθρωπος. «Εχω τρελαθεί» µου είπε. «Κάθε µέρα, η Εφορία µάς βγάζει και ένα καινούργιο “φασούλι” κι όλο τρέχουµε να πληρώσουµε. Ο κόσµος τα ‘χει χάσει. Αλλά περισσότερο τα έχει χαµένα η κυβέρνηση. Κάνει λαθεµένους υπολογισµούς, πέφτει έξω, χρειάζεται κι άλλα λεφτά και επιπίπτειστους εργαζοµένους ζητώντας τους συνεχώς χρήµατα...».

∆εν θέλω, χρονιάρες µέρες, ν’ αρχίσω να τα βάζω πάλι µε τους πολιτικούς. Αυτοί όµως φταίνε, σε πολύ µεγάλο ποσοστό, για τα σηµερινά χάλια της οικονοµίας µας. Και τα βάρη τα ρίχνουν πάντοτε στους εργαζοµένους. Σ’ αυτούς στέλνουν τον λογαριασµό για πληρωµή, ενώ οι ίδιοι δεν βάζουν ποτέ το χέρι στην τσέπη. Εχετε την περιέργεια να µάθετε πόσα λεφτά παίρνουν τα κόµµατα από τον κοσµάκη για τη λειτουργία τους; Ιδού:

Η Ν.∆. είχε πάρει το 2009 24 εκατ. ευρώ, το ΠΑΣΟΚ 22,6 εκατ., το ΚΚΕ 7 εκατ., ο ΣΥΡΙΖΑ και ο ΛΑΟΣ από 5 εκατ.  

Από κακή διαχείριση δενκατάφεραν «να βγουν».Και όπως ήταν φυσικό, «την πέσανε» στις τράπεζες για δάνεια. Ηδη, η Ν.∆.χρωστάει 120 εκατ.ευρώ στην Πειραιώς και την Αγροτική, το ΠΑΣΟΚ111,8 εκατ. στην Αγροτική, την Πειραιώς και τη Marfin, το ΚΚΕ 4,9 εκατ. στην Εθνική και ο ΣΥΡΙΖΑ 6 εκατ. στην Εθνική επίσης. Το µόνο κόµµα που δενχρωστάει είναι ο ΛΑΟΣ. Το κράτος, αντίθετα, του χρωστάει 1 εκατ.!

Εγραφε, τις προάλλες, ευλόγως ο συνάδελφος Γιάννης Μαρίνος, που επί χρόνια διηύθυνε τον «Οικονοµικό Ταχυδρόµο»:«Πώς είναι δυνατόνοι εν λόγω πολιτικοί οργανισµοί που δεν µπορούν να νοικοκυρέψουν ταδικά τους οικονοµικά να εφαρµόσουνως κυβέρνηση συνετή και χρηστή διαχείριση του δηµοσίου χρήµατος, δηλαδή των χρηµάτωντων φορολογουµένων και των δανειστών;».

Χρεωµένα λοιπόν και τα κόµµατα ώς τον λαιµό. Πού θα βρουν τα λεφτά για να ξεχρεώσουν; Κανείς δεν µας το λέει. Το µόνο που λένε είναι ότι φεύγουν από τα παλιά γραφεία τους καιπηγαίνουν σε άλλα! 

Το µεν ΠΑΣΟΚ_ µιλάω για τον Πρωθυπουργό και τις υπηρεσίες του _ παρατάει το Μέγαρο Μαξίµου και µετακοµίζει στοκτίριο του υπουργείου Εσωτερικών, η δε Νέα ∆ηµοκρατία αφήνει το νεοκλασικό της Ρηγίλλης και εγκαθίσταται στη Συγγρού!

«Εχουµε λεφτά να φάνεκαι οι κότες», όπως έλεγε ο Αυλωνίτης πριν από χρόνια! Γι’ αυτό και τα κόµµατα αλλάζουν γραφεία, όπως είπαµε, και η κυβέρνηση διαγράφει χρέη προς το ∆ηµόσιο ύψους...24 δισ.!  

Για τη διαγραφή αυτών των χρεών έγινε καβγάς µέγας στην Κ.Ο. του ΠΑΣΟΚ και τη Βουλή στις 24 ∆εκεµβρίου.  Αποτέλεσµα; Ο Παπακωνσταντίνου απέσυρε το σχετικό άρθρο του νοµοσχεδίου και δήλωσε ότι θα καταθέσει τα ονόµατα των οφειλετών, πράγµα που ζητούσαν επιµόνως πολλοί βουλευτές του κυβερνώντος κόµµατος.  

Ισαµε σήµερα, πάντως, κανένα όνοµα οφειλέτη δεν αποκάλυψε ο υπουργός Οικονοµικών. Και ας έχουν περάσει σχεδόν δύο εβδοµάδες! Φαίνεται ότι θαβρίσκουν δυσκολίες οι αρµόδιοι υπάλληλοι του υπουργείου του...

H "αφήγηση"!

Του Λευτέρη Π. Παπαδόπουλου

Την εποχή του Σηµίτη, οι διανοούµενοι _ ας πούµε _ είχανε «ψωµοτύρι» τη λέξη «διακύβευµα». Σε τέτοιο βαθµό, που άρχισε να τη χρησιµοποιεί και η «κουτσή Μαρία» των ρεπόρτερ του δρόµου και των ερωτήσεων του τύπου «Σας αρέσει το βουνό ή η θάλασσα;». 

Υστερα ήρθε η εποχή της «επανίδρυσης». Την ξεπατώσαµε και αυτή τη λέξη. 

Τον Οκτώβριο του 2009 επανήλθε το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Μαζί και η πασοκική αλαµπουρνέζικη διάλεκτός του, µε ταµπέλες υπουργείων - σιδηρόδροµους. Παράδειγµα ∆ιά Βίου Μάθησης κ.λπ. 

Και, εδώ και κάµποσους µήνες η πανεπιστηµιακή, φιλολογική και δηµοσιογραφική σνοµπαρία, δεν µπορεί να γράψει µια φράση που να µην περιέχει τη λέξη «αφήγηση»!

∆ιάβαζα, προ ηµερών, το _ δηµοσιογραφικό _ κείµενο πολύ νέου, πολύ καλού και µε λαµπρές σπουδές συναδέλφου, και µου πετάχτηκαν τα µάτια έξω σαν κορόµηλα! Ιδού τρεις παράγραφοι από αυτό το κείµενο, για να µη νοµίζετε ότι λέω υπερβολές: 
«…Χρειάζεται µια αφήγηση για το τι θα βγει απ’ αυτή την κρίση, πώς θα είναι η χώρα και κυρίως οι πολίτες την επόµενη µέρα. Η κρίση είναι πρωτόγνωρη για την Ελλάδα και για την Ευρώπη. Ούτε η δεύτερη έχει ευρωπαϊκή αφήγηση, γι’ αυτό προς το παρόν υποµένει στωικά τη γερµανική εθνική αφήγηση. Στην ελληνική περίπτωση, η αφήγηση της ισχυρής Ελλάδας και της τεχνητής ευµάρειας διεκόπη βίαια από την οδυνηρή πραγµατικότητα της οικονοµικής κρίσης. Τη θέση της δεν έχει πάρει µια άλλη εθνική αφήγηση, της κρίσης»!

Ορισµένως δεν είµαστε καλά. Κάποιος απαραιτήτως µορφωµένος και έγκυρος, σε όσες απόψεις διατυπώνει, πετάει µια λέξη, την «αφήγηση» και όλοι εµείς, τα χαϊβάνια, τη βάζουµε κυριαρχικά στο λεξιλόγιό µας και την κάνουµε µόδα! Χωρίς να ξέρουµε, ουσιαστικά, τι σηµαίνει αυτή η λέξη στην εκδοχή που χρησιµοποιούµε.

Κι αφού µιλάµε για δηµοσιογράφους, θέλω να πω ότι µου έκανε εντύπωση ένα σχόλιο του Παντελή Καψή («Το Βήµα» 24/12), που λέει: 
«... Αν όχι η πείνα, τουλάχιστον η ανέχεια πλήττει χιλιάδες ανέργους που πολύ δύσκολα θα βρουν δουλειά. Αυτοί χρειάζονται την αλληλεγγύη τη δική µας και της πολιτείας. Τους ακούει κανείς; Οχι βέβαια. Να λοιπόν και η θετική πρόταση της στήλης: αντί για απεργίες, που µειώνουν έτσι κι αλλιώς τις αµοιβές µας, αντί γι’ αυτή την παράλογη σπατάλη ενέργειας και... χηµικών, να κάνουµε τα µεροκάµατα της αλληλεγγύης. Μια φορά τον µήνα να απεργούµε… δουλεύοντας και τα µεροκάµατα να πηγαίνουν στο ταµείο ανεργίας. Το ίδιο δε ποσόν να υποχρεούνται να καταθέτουν και οι εργοδότες».

Εχει συµβεί αυτό, προ ετών, στο Βέλγιο.Απεργούσαν οι γιατροί των νοσοκοµείων και οι βέλγοι ταξιτζήδες, για να µην κλείσουν τα νοσοκοµεία, έδωσαν τα µεροκάµατά τους στους γιατρούς και τα νοσοκοµεία λειτούργησαν κανονικά. 

Αλλά και στις «Επαρχίες της Αθήνας» που έγραψα πριν από 36 χρόνια, ο Αλ. Λυκουρέζος σηµείωνε στον «Πρόλογο»: 
 «…Να απεργήσουν για παράδειγµα οι δάσκαλοι κι όλοι οι δηµόσιοι υπάλληλοι, όχι µόνο γιατί έχουν µισθούς πείνας, αλλά διότι τα παιδιά τους δεν έχουν σχολεία και παίζουν µέσα στις αναθυµιάσεις των βόθρων. Να απεργήσουµε εµείς οι δικηγόροι, όχι µόνο για την επίλυση των κλαδικών µας αιτηµάτων, αλλά διότι η µόλυνση της ατµόσφαιρας είναι ένας αργός θάνατος»

Σε ψυχίατρο

Του Λευτέρη Π. Παπαδόπουλου

∆εκάδες βουλευτές, ο ένας µετά τον άλλον, περνάνε από τις τηλεοράσεις και κουνάνε µελαγχολικά το κεφάλι τους, καθώς µιλάνε για το 40% (και βάλε) της αποχής στις αυτοδιοικητικές κάλπες της περασµένης Κυριακής.  

Κανένας, όµως, δεν αναφέρεται στα αίτια αυτής της εκλογικής συµπεριφοράς. Κανένας δεν λέει ότι οι ψηφοφόροι αποµακρύνθηκαν από τα κόµµατα γιατί είναι πλήρως απογοητευµένοι.  

Και πώς να µην είναι; ∆ούλεψαν, σκίστηκαν, βάλανε τη ζωή τους ενέχυρο για να κρατήσουν όρθια αυτή τη χώρα και στο φινάλε, άλλοι βρέθηκαν χωρίς δουλειά, άλλοι µε κουτσουρεµένους µισθούς και συντάξεις και όλοι βυθισµένοι στην ανασφάλεια για το µέλλον το δικό τους και των παιδιών τους.

∆εν καθορίζουν τα πράγµατα οι πολίτες. Γεννιούνται και πεθαίνουν µε υποχρεώσεις. Εχουν απέναντί τους ένα κράτος που όλο ζητάει και ποτέ δεν δίνει.

Απρόσωπο κράτος, εχθρικό, χτισµένο µε το χειρότερο χαρµάνι. Κι αυτό το κράτος, το φτιάξανε κυρίως οι πολιτικοί.

Που παρέσυραν τον κόσµο, µαθαίνοντάς του το ρουσφέτι, το εύκολο κέρδος, την κοµπίνα, το λάδωµα και τον πατριωτισµό της «κονόµας». Ηµουνα στο Μετρό και άκουγα δίπλα µου δυο πιτσιρικάδες. Ολο για λεφτά λέγανε. Γρήγορα λεφτά, εύκολα, «αρπαχτά». Εχει δίκιο ο Χρ. Γιανναράς, που εδώ και χρόνια γράφει για το «έλλειµµα της κατά κεφαλήν καλλιέργειας».

Σκέφτοµαι µερικές φορές ότι τα χρήµατα που πήρε η Ελλάδα από την Ευρώπη είναι αµέτρητα. Και όµως, αυτόν τον πακτωλό τον σπαταλήσαµε ασυλλόγιστα, κοντόφθαλµα, εγωιστικά. ∆εν λέω: έγιναν και κάποια βήµατα προς τα εµπρός. Αλλά στη σούµα, το παθητικό είναι µεγάλο. Οποιος κυβερνούσε, επιδοτούσε τεµπέληδες και χαραµοφάηδες για ν’ αρπάξει την ψήφο τους και να ξανακυβερνήσει. Για να κάνει πάλι τα ίδια. Ωστε «να µη γλιτώσει ποτέ ο κόσµος από τη λέπρα», όπως έλεγε ο Καζαντζάκης. Ο οποίος _ ειρήσθω εν παρόδω _ δούλευε σα σκυλί, από τα εφηβικά χρόνια του ώς τα γεράµατα, για ν’ αφήσει έργο.(...)

(...) Ο κόσµος υποφέρει, τα µαγαζιά κλείνουν, το ∆ηµόσιο υπολειτουργεί, κι εµείς εκεί, «µια ζωή Γκόλφω»! Και βέβαια πάλι οξύτητα, σε µια εποχή που οι πάντες θα έπρεπε να έχουµε σφιγµένα τα δόντια, για να µπορέσουµε να ρεφάρουµε οικονοµικά. Οι αγορές δεν παίζουν.

Κι αυτό όφειλε να το γνωρίζει το πολιτικό προσωπικό της χώρας, που και πάλι δείχνει να µην έχει επίγνωση των προβληµάτων µας και της αποµόνωσής µας. Μου έκανε εντύπωση πάντως το πώς µιλούσαν στην τηλεόραση την Κυριακή το βράδυ, µετά την ανακοίνωση των πρώτων αποτελεσµάτων, υπουργοί, βουλευτές, δηµοσιογράφοι και διάφοροι σουρταφερτάριοι. Ολοι είχαν µια απίστευτη άνεση! Λες και η χώρα δεν κρέµεται από µια κλωστή, πάνω από το βάραθρο.

Υπερβάλλω; Ισως. Βλέπω όµως τον κόσµο γύρω µου να σκέφτεται, ολοένα και περισσότερο, να επισκεφθεί τον ψυχίατρό του...

Ο πληρώνων

Του ΛΕΥΤΕΡΗ Π. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Απέναντι από το γραφείο μου, στο σπίτι, η κόρη μου έχει κρεμάσει ένα ταμπελάκι που γράφει: «Πατέρας είναι κάποιος που πληρώνει και ποτέ δεν ξεχρεώνει!».

Ετσι είναι. Αλλά αυτό ισχύει απολύτως και για ολόκληρο τον ελληνικό λαό. Πληρώνει συνεχώς στο κράτος, στους δήμους κ.λπ. και ποτέ δεν ξεχρεώνει. Ολο και κάποιος καινούργιος φόρος επιβάλλεται, όλο και κάποιο καινούργιο τέλος εφευρίσκεται για να βάζει ο εργαζόμενος βαθιά το χέρι στην τσέπη.

Υποστηρίζουν πολλοί ότι οι Ελληνες είναι γεννημένοι φοροφυγάδες. Δεν μπορώ να συμφωνήσω. Πιστεύω, όμως, ότι οι Ελληνες δεν έχουν αναπτυγμένη φορολογική συνείδηση. Τους λείπει η ανάλογη κουλτούρα. Αλλά γι΄ αυτό δεν φταίνε οι ίδιοι. Φταίει το κράτος, που τους έμαθε να κάνουν συνεχώς μπαγαποντιές. Γιατί το ίδιο το κράτος τους κλέβει μονίμως.Και... νομίμως, φυσικά. 

 Δεν έχω ακριβή γνώση τού τι γίνεται σε άλλες προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες ή στις ΗΠΑ. Ξέρω όμως χοντρικά, ότι ο φόρος που πληρώνεις σε αυτές τις χώρες σου επιστρέφεται με καλά σχολεία, καλούς και φωτισμένους δρόμους, νοσοκομεία, ευσυνείδητη και πανταχού παρούσα Αστυνομία, παιδικούς σταθμούς, πλατείες και άλση, ποδηλατόδρομους, γηροκομεία, συντάξεις, εφάπαξ. Και ουρητήρια!

Πριν από κάμποσα χρόνια είχα κάτι μικροϊστορίες με την καρδιά μου. Ενας φίλος μου, ο Σάκης Τόδουλος, αφού έκλεισε τα διάφορα ραντεβού με πήρε και πήγαμε στο Λονδίνο, για να με εξετάσει ένας διαπρεπής καρδιολόγος που παρακολουθούσε και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Το όνομά του, Εντ Σόουτον. Και το ιατρείο του, ένα μικρό διαμέρισμα τριών δωματίων, χωρίς πολυτέλειες και άλλα «εμπριμέ».

Ο σπουδαίος αυτός γιατρός- κάπου διάβασα πως έχει πεθάνει- είχε μόνο μια γραμματέα ηλικιωμένη που σήκωνε τα τηλέφωνα, κανόνιζε τα ραντεβού και κρατούσε τους φακέλους των ασθενών. Ο Σόουτον με εξέτασε επί μισή ώρα σχολαστικά και εξήγησε στη γυναίκα μου και τον γιο μου πως έπρεπε να κάνω «μπαλόνι» ύστερα από 3-4 μήνες. Και ήρθε η ώρα του λογαριασμού: πλήρωσα το ποσόν που προέβλεπε ο νόμος, πήρα την απόδειξή μου και έφυγα. Ωραία πράγματα, παστρικά, σοβαρά. Και οφείλω να σημειώσω εδώ ότι για να με δει ο Σόουτον δεν χρησιμοποίησα κανένα «μέσον». Δεν περνάνε αυτά εκεί. Ο άνθρωπος με δέχθηκε κανονικά, την ημέρα που είχε ορίσει, χωρίς να ρίξει κάποιον άλλο. Με τη σειρά μου.

Με τη σειρά μου πήγα και για το «μπαλόνι», στη Φρανκφούρτη αυτήν τη φορά. Το ραντεβού μου το είχε κλείσει ο μακαρίτης Δημήτρης Τσάτσος. Περίμενα τρεις μήνες ώσπου να με καλέσουν. Πήγα, έγινε η επέμβαση, πλήρωσα, πήρα την απόδειξή μου και έφυγα. Λίγο προτού φύγω, με επισκέφθηκε ο διευθυντής του νοσοκομείου. Ενας ηλικιωμένος καθηγητής. Δεν μου ζήτησε φακελάκι. Με παρακάλεσε θερμά να του γράψω σ΄ ένα χαρτί τους στίχους του τραγουδιού μου «Το άγαλμα» (μουσική του Μίμη Πλέσσα), που το είχε ακούσει στην Ελλάδα και του άρεσε. Του το ΄γραψα και του το αφιέρωσα. Και έδειχνε ευτυχής.

Λ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: Εχει δίκιο ο Πάγκαλος(!!!). Τα φάγαμε...!!!

Toυ ΛΕΥΤΕΡΗ Π. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Τον Θεόδωρο Πάγκαλο τον γνωρίζω παραπάνω από µισόν αιώνα! Κοινές παρέες, κοινοί φίλοι, ταξίδια, γλέντια, κινητοποιήσεις, εφηµερίδα, Θεοδωράκης, γήπεδα, Ελευσίνα, φάρσες, καλαµπούρια, βρωµόλογα. 

Για όλους αυτούς τους λόγους µπορώ να πιστέψω αυτή την ιστορία που του αποδίδεται: εποχή «Βρώµικου 89». Ο Πάγκαλος κατηφορίζει την Ιπποκράτους µε αυτοκίνητο. Σ ένα φανάρι σταµατάει δίπλα στο δικό του αυτοκίνητο ένα άλλο µε δυο γυναίκες.

Και οι δυο αρχίζουν να τον βρίζουν:

«Ου να µου χαθείτε κλεφταράδες του ΠΑΣΟΚ! Τι τα κάνετε βρε τα λεφτά που κλέψατε;». 

Ο Πάγκαλος δεν χάνει την ψυχραιµία του! Απαντάει ακαριαία: 
«Τα φάγαµε µε κάτι πουτάνες σαν κι εσάς»!  

Και οι δυο γυναίκες «ξεραίνονται»!

Είπε προ ηµερών ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης στη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Δηµόσιας Διοίκησης: «Η απάντηση στην κατακραυγή των πολιτών πώς φάγατε τα λεφτά; είναι: σας διορίζαµε όλα αυτά τα χρόνια στο Δηµόσιο. Τα φάγαµε όλοι µαζί, σε µια πρακτική αθλιότητας, εξαγοράς και διασπάθισης του δηµόσιου χρήµατος»! Και βέβαια βούιξαν τα ραδιόφωνα, οι τηλεοράσεις βρήκαν «θέµα» και οι εφηµερίδες ακόµα λένε… 

Δίκιο όµως έχει ο Πάγκαλος. Μαζί, όντως, τα φάγαµε τα λεφτά. Με διορισµούς κ.λπ. 

Αλλά για την «πρακτική της αθλιότητας, της εξαγοράς και της διασπάθισης του δηµόσιου χρήµατος», την κύρια ευθύνη την έχουν οι πολιτικοί. Αυτοί τάξανε, αυτοί κάνανε τα ρουσφέτια στους πελάτες - ψηφοφόρους, αυτοί δηµιούργησαν στρατιές κοµµαταρχών, αργόµισθων, µελών επιτροπών και διοικητικών συµβουλίων. Φυσικά, ύστερα από παρακαλετά και συνεργασίες, µεγάλου πλήθους συµπατριωτών µας, που πάντα ήταν και είναι έτοιµοι να ορµήσουν στο ψητό.

Φρόνιµο πάντως είναι να ξεφύγουµε κάποτε από λαϊκισµούς και ψευδαισθήσεις και ν’αρχίσουµε να µιλάµε καθαρά, όπως ο Πάγκαλος. 

Αλλά και ο Στέφανος Μάνος. Που προχώρησε σε µια τσεκουράτη δήλωση για το Μνηµόνιο: «Το Μνηµόνιο είναι η συµφωνία που κάναµε προκειµένου να βρούµε λεφτά. Και όποιος δεν το καταλαβαίνει, κατά τη γνώµη µου είναι ηλίθιος»!

Και σε µένα  όπως και σε όλους τους Ελληνες  δεν αρέσει το Μνηµόνιο.

Είναι πτώση µε αλεξίπτωτο από ένα φλεγόµενο αεροπλάνο. Μπορούσε, όµως, να γίνει κάτι διαφορετικό;

Χρειαζόµασταν λεφτά για να µην πτωχεύσουµε. Αναγκαστήκαµε να δανειστούµε µε βαριά επιτόκια και άλλους σκληρούς όρους. Και πήραµε 110 δισ. µε τα οποία πορευόµαστε και κερδίζουµε χρόνο. Υπήρχε καµιά άλλη εναλλακτική λύση; Δεν υπήρχε.

Πολύ σωστά ο συνταγµατολόγος Στ. Τσακυράκης έγραψε την περασµένη Τρίτη στα «ΝΕΑ»: «Μερικοί υποστηρίζουν ότι µπορούσαµε να εκβιάσουµε την Ευρωπαϊκή Ενωση, να δανειστούµε από την Κίνα ή δεν ξέρω από ποιον άλλον. Δεν πρόκειται για σοβαρούς ισχυρισµούς, αλλά για κουβέντες του αέρα. Ο πεινασµένος καρβέλια ονειρεύεται. Τα προβλήµατά µας άλλωστε, δεν θα λύνονταν µε κάποιον πρόσκαιρο εύκολο δανεισµό». 

ΑΓΡΥΠΝΟΣ ΦΡΟΥΡΟΣ
Κακές παρέες κάνεις Πρόεδρε...

Μάνος Λοΐζος (Mε τα μάτια του Λευτέρη Παπαδόπουλου)

Του Λευτέρη Π. Παπαδόπουλου

Είκοσι οκτώ χρόνια συμπληρώθηκαν χθες από την ημέρα που πέθανε στη Μόσχα ο Μάνος Λοΐζος. Αν είχε ξεπεράσει το τελευταίο δολοφονικό εγκεφαλικό που έπαθε εκεί, θα ήταν 73 ετών. Και θα είχε γράψει και άλλα μυθικά τραγούδια. Σαν κι αυτά που θυμούνται και λένε, με κάθε ευκαιρία, όχι μόνον άνθρωποι μιας κάποιας ηλικίας αλλά και νέα παιδιά! Εφηβοι κυρίως. Γιατί ο Μάνος είχε μέσα του μελωδίες ανοιξιάτικες, που μεθούσαν τις ηλιόλουστες ηλικίες και τις παρακινούσαν στο γλέντι και τη χαρά: «Θα τον μεθύσουμε τον ήλιο», «Ελα στην παρέα μας φαντάρε», «Βάλε τ΄ άσπρα σου, γίνε κρίνο και βγες από τη γλάστρα σου», «Κάθε πρωί σκαρώναμε, μαζί με τον Μηνά, ταξίδια μακρινά ώς την Τζαμάικα»...

Πάνε μερικά «τέρμινα». Ημουν σε μια ταβέρνα της Πλάκας με τον συνάδελφο και φίλο Μανώλη Σαριδάκη. Κάποια στιγμή βλέπω στο απέναντι, από το δικό μας, τραπέζι μια κοπελίτσα, γύρω στα 20, να με κοιτάζει έντονα σαν να ΄θελε να μου μιλήσει. Ερχεται κοντά μας και αρχίζει να με ρωτάει για τον Λοΐζο: πώς ήταν, πώς φερόταν, πώς γλεντούσε, αν ήταν μελαγχολικός, αν είχε χιούμορ, αν έπινε. Της είπα ένα σωρό πράγματα. Και η κοπελίτσα έφυγε μαγεμένη, γνωρίζοντας πιο πλατιά τον συνθέτη που, όπως μας είπε, ήταν το ίνδαλμά της.

Πριν από δεκαπέντε ημέρες, ο Δημήτρης Δανίκας έγραψε μια σελίδα στα «ΝΕΑ», για την «Ευδοκία» του Αλέξη Δαμιανού.

Αναφερόμενος στον Λοΐζο και στο πασίγνωστο ζεϊμπέκικό του, τον χαρακτήρισε «ογκόλιθο». Και ο Μίκης, πρόσφατα, μου είπε ότι το τραγούδι του Μάνου «Το μερτικό μου απ΄ τη χαρά», με τον Καζαντζίδη, είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχει ακούσει. Και ο Ρίτσος, μιαν άλλη εποχή, έλεγε κάθε τόσο στον συνθέτη της «Ευδοκίας»: «Γράφε συνεχώς ζεϊμπέκικα! Τα ακούω και αναστατώνομαι! Και μου ΄ρχεται να πεταχτώ επάνω και να πιάσω να χορεύω!».

Ο Λοΐζος, όμως, ήταν λίγο τεμπελάκος.

Ο,τι και να του ΄λεγε ο Ρίτσος, ό,τι και να του ΄λεγα εγώ, αυτός έκανε το δικό του.

Γιατί είχε τους ρυθμούς του. Τους χρόνους του, τους ανατολίτικους. Γι΄ αυτό και η δουλειά που άφησε, φεύγοντας στα 47 χρόνια του, δεν φτάνει ούτε τα 200 τραγούδια! Επιπλέον: όταν πια είχε γίνει διάσημος και του ζητούσαν «παραγγελίες», αρνιόταν να γράψει. Ηθελε να δουλεύει μόνον όταν είχε έμπνευση.

Και ήταν και «ψείρας»: άλλαζε τις ενορχηστρώσεις του, με το παραμικρό.

Μια και ήρθε η κουβέντα στην «Ευδοκία», χρωστάω να πω ότι για τη φωνή της πρωταγωνίστριας του φιλμ ο Μάνος έπεισε τον Δαμιανό να χρησιμοποιήσει την τραγουδίστρια Ελένη Ροδά, που ήταν ό,τι χρειαζόταν για τις ερωτικές σκηνές του ζευγαριού. Και ο Δαμιανός ενθουσιάστηκε μαζί της! Θέλω να σημειώσω και τούτο: πριν από χρόνια, ο συνάδελφος στα «ΝΕΑ» Γιώργος Σαρηγιάννης έγραψε ότι θα ήταν ευτυχής αν είχε έναν φίλο σαν ελόγου μου, που δεν ξέχασα ποτέ, στην επέτειο του θανάτου του Μάνου, να του αφιερώνω το χρονογράφημά μου.

Λοΐζος είναι αυτός. Νόμισμα χρυσό, που όμοιό του δεν θα ξανακοπεί...

Η Αργυρώ

Του ΛΕΥΤΕΡΗ Π. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

(...) Εχω πει πολλές φορές ότι πατρίδα μου είναι η πλατεία Κυριακού- Βικτωρίας πια- και όλοι οι δρόμοι γύρω της: Αριστοτέλους, Φωκαίας, Ελπίδος, 3ης Σεπτεμβρίου, Χέυδεν, Παιωνίου, Αχαρνών, Φυλής, Φιλιππίδου, Φερών, Διδύμου, Δεριγνύ, Ελπίδος, Αινιάνος, Ιουλιανού, Αλκιβιάδου, Μαμάη, Μονής Προδρόμου, Γκυιλφόρδου, Ηπείρου. Δρόμοι κάτω από την Πατησίων που είχαν μιαν άλλη ζωή, όπως λέει και ο φίλος μου ποιητής Τίτος Πατρίκιος.

Σ΄ αυτή την «πατρίδα», ένα από τα πιο γνωστά πρόσωπα ήταν ένα κορίτσι. Η Αργυρώ. Γυρίζε ξυπόλητη, φορούσε κοντά πανταλόνια όπως τ΄ αγόρια, ήταν αρχηγός σε όλες τις «συμμορίες», έδινε ξύλο, έβριζε, δεν πήγαινε σχολείο, έπαιζε το καλύτερο ποδόσφαιρο με τις μπάλες από κουρέλια που είχαμε τότε, την φωνάζαμε «Καγκουρό» για να την τσαντίζουμε, μας κυνηγούσε με τις πέτρες, έφτιαχνε τις καλύτερες σφεντόνες και «έσκιζε» στο σημάδι, τους βώλους και το μπιλιάρδο.

Για την Αργυρώ, που ήταν το «όνειδος» της γειτονιάς (κατά τις μανάδες μας) αλλά μια προσωπικότητα για όλους εμάς τους πιτσιρικάδες, έχω γράψει με μουσική του Γιάννη Σπανού την «Οδό Αριστοτέλους». Τραγουδήθηκε πολύ τη δεκαετία του ΄70, ήταν το αγαπημένο τραγούδι της Χαρούλας Αλεξίου- τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει και δεν υπάρχει ελληνίδα τραγουδίστρια που να μην το έχει ερμηνεύσει.

Την εποχή που «φωτιές ανάβαμε στους απάνω δρόμους», λίγο πριν από το ΄50, οι «ήρωες» της περιοχής ήταν κυρίως οι νέοι που έκαναν μονόζυγο, είχαν δυνατά μπράτσα και γροθιές, πάλευαν για ένα κορίτσι ή για την παρέα, τραγουδούσαν με ένα ακορντεόν στα παγκάκια της πλατείας, φλέρταραν τις κοπελίτσες του Θ΄ Γυμνασίου Θηλέων και του λυκείου «Αθηνά». Οι πιο ξακουστοί παλικαράδες μας ήταν ο Ηρακλής Καλημέρης- έγινε αστυφύλακας-, ο Θάνος ή Νάσος Δασκαλάκης - μετανάστευσε και ασχολήθηκε με επιχειρήσεις στην Αφρική- και ο Λιοπυράκης, που έγινε γλύπτης. Και οι τρεις γνώρισαν από κοντά την Αργυρώ, που ήταν μικρότερή τους.

Φυσικά δεν της έδιναν καμιά σημασία. Πιθανόν και να την περιφρονούσαν, έτσι όπως ήταν χύμα αγοροκόριτσο. Και, βέβαια, με τον καιρό την ξέχασαν. Ηρθε όμως το τραγούδι.

Και σε έναν από τους τρεις, τον Δασκαλάκη, ξύπνησε χιλιάδες αναμνήσεις. Και επειδή στις ελεύθερες ώρες του- τώρα ζει και εργάζεται στην Ελλάδα- ασχολείται με τη γλυπτική, φιλοτέχνησε ένα γλυπτό και του έδωσε τον τίτλο «Κι ήταν αρχηγός η Αργυρώ»!

Το γλυπτό, χάλκινο, ύψους 60 εκ., βρίσκεται απέναντι από το γραφείο μου. Και είναι η Αργυρώ των παιδικών μου χρόνων. Ξυπόλητη, με κοντά παντελόνια, μ΄ ένα μπλουζάκι που αφήνει να διαγράφονται τα προεφηβικά της στήθη και με τα χέρια της να κατεβαίνουν προς τα σκέλια της, στη γνωστή κίνηση που κάνουν οι άνδρες όταν θέλουν να δείξουν ότι αδιαφορούν απόλυτα για κάποιον ή για κάτι...

Το σουλάτσο

Του Λευτέρη Π. Παπαδόπoυλου

Λέει ο Ρασούλης σε κάποιους στίχους του: «Ολα στον κόσμο αλλάζουνε/ κι όλα τα ίδια μένουν». Και τους σκέφτομαι αυτούς τους στίχους, όποτε ο νους μου τρέχει στα κρατικά αυτοκίνητα. Που τα περισσότερα, σύμφωνα με τις κυβερνητικές διακηρύξεις, στις αρχές βέβαια της θητείας της, επρόκειτο να αποσυρθούν ή να παροπλισθούν, αλλά εννέα μήνες μετά τον Οκτώβριο του ΄09, εξακολουθούν να βρίσκονται- εξόδοις του απένταρου ελληνικού λαού- στη διάθεση χιλιάδων αξιωματούχων!

Για το ζήτημα- πρόκληση των κρατικών αυτοκινήτων έχει γράψει πολλές φορές και με ατράνταχτα στοιχεία, ο συνάδελφος και φίλος Γιώργος Λακόπουλος. Εγραψα κι εγώ. Και διάβασα προ ημερών στην «Ε» με την υπογραφή τού επίσης συνάδελφου και φίλου Γιώργου Βότση, ένα ολοσέλιδο κομμάτι για τα «προκλητικά προνόμια που μένουν άθικτα». Το οποίο ενίσχυσε το «οπλοστάσιό» μου με πλήθος από νέα επιχειρήματα.

Λέει ο Βότσης: «Δεν συμβαίνει πουθενά στην Ευρώπη και, υποθέτω, σε καμιά κοινοβουλευτική χώρα του κόσμου: Μόνο στη χρεοκοπημένη Ελλάδα αξιωματούχοι του ευρύτερου δημόσιου τομέα (βουλευτές και υπουργοί, μητροπολίτες και στρατηγοί, πρυτάνεις και ανώτεροι δικαστικοί, πρόεδροι "ανεξάρτητων" διοικητικών αρχών, γεν. γραμματείς υπουργείων, διοικητές νοσοκομείων και κρατικών οργανισμών κ.ά.) έχουν το προνόμιο να σουλατσάρουν με κρατικά αυτοκίνητα, συχνά και με οδηγό (!) και τζάμπα βενζίνες, ανταλλακτικά και σέρβις».

Και προσθέτει: «Κατά τα επίσημα στοιχεία που επικαλείται σε ρεπορτάζ η Ελένη Δελβινιώτη («Ε» 13/10/2009) τον Δεκέμβριο του 2006, που έγινε η τελευταία απογραφή, το σύνολο των κρατικών αυτοκινήτων (περιλαμβάνονται και τα υπηρεσιακά της ΕΛ.ΑΣ., της Πυροσβεστικής, του Λιμενικού κ.ά.) ανερχόταν σε 57.654.
Το ετήσιο κόστος χρήσης τους ξεπερνάει τα 350 εκατ. ευρώ (...) Σημαντική είναι η συμβολή των κρατικών αυτοκινήτων (2,6 εκατ. καθημερινές μετακινήσεις σε σύνολο 6,5 εκατ.) στη ρύπανση και το κυκλοφοριακό χάος της Αθήνας...».

Τον υπουργό Εσωτερικών Γιάννη Ραγκούση δεν τον γνωρίζω καλά. Πιστεύω, όμως, ότι «δεν πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες». Το ίδιο πιστεύει και ο Διαμαντής Πεπελάσης, που μου τον σύστησε, την εποχή που ο Ραγκούσης ήταν επιτυχημένος δήμαρχος Πάρου.

Θέλω να τον ρωτήσω: τι συμβαίνει και τα χιλιάδες κρατικά αυτοκίνητα έμειναν «ανέγγιχτα» εξαιρεσάντων 107 του υπ. Εσωτερικών, που αποσύρθηκαν; Ελπίζω σε μια απάντηση.

Σημειώνει, τέλος, ο Βότσης δύο στοιχεία πολύ ενδιαφέροντα.

Πρώτον: «Η χρήση κάθε κρατικού αυτοκινήτου κοστίζει ετησίως 6.000 ευρώ- όσες πλέον και οι ετήσιες αποδοχές των νέων εργαζομένων. Δεν είναι ντροπή;».

Και δεύτερον: «Ο Ουΐστον Τσώρτσιλ είχε επιβάλει στη βρετανική κυβέρνηση να χρησιμοποιεί μόνο τρία υπουργικά αυτοκίνητα, αποκλειστικά για υπηρεσιακές ανάγκες»! Αυτό θα πει σοβαρό κράτος...

Η συνέχεια;

Του Λευτέρη Π. Παπαδόπoυλου

Εχουν περάσει 47 χρόνια από τότε: πήγα να εισπράξω τα πνευματικά μου δικαιώματα από τα πρώτα τραγούδια μου. Θα με πλήρωνε μια εταιρεία δίσκων. Μου έδωσαν ένα χαρτί με τους τίτλους τραγουδιών. Ελειπε ένα, που εκείνο τον καιρό, για ανεξήγητους λόγους, είχε κάνει μεγάλες πωλήσεις στην... Ιαπωνία!

Διαμαρτυρήθηκα για την παράλειψη. Και ο ταμίας μού τόνισε:
«Τους δημιουργούς δεν τους κλέβουμε. Είναι κανόνας. Μόνο την Εφορία κλέβουμε. Και καλά τής κάνουμε!..».

Αυτό το «καλά τής κάνουμε της Εφορίας και την κλέβουμε» το έχω ακούσει ένα εκατομμύριο φορές από διάφορους.

Η συνήθης δικαιολογία για το κλέψιμο είναι αυτή:
«Γιατί να πληρώνω; Εχουμε γιατρούς; Εχουμε καλά δημόσια σχολεία για τα παιδιά μας, έχουμε νοσοκομεία της προκοπής, έχουμε σοβαρή Αστυνομία, έχουμε συγκοινωνίες, έχουμε πάρκα, έχουμε αποχωρητήρια στην Ομόνοια και αλλού, έχουμε φωτισμένους δρόμους στις συνοικίες; Δεν έχουμε τίποτα! Μας ζητάνε λεφτά, όλο μας ζητάνε λεφτά, τα δίνουμε όποτε δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς και το κράτος δεν μας δίνει το παραμικρό. Γι΄ αυτό και το κλέβουμε. Ας γίνει εντάξει το κράτος, για να γίνουμε κι εμείς...».

Είναι σίγουρο ότι το κράτος έκανε το αυγό και όχι το αυγό την κότα. Το κράτος, που ξεχνάει τις υποχρεώσεις του και απαιτεί από τον φορολογούμενο πολίτη να είναι «σπαθί». Μοιραία, ένα ποσοστό των πολιτών ψάχνει να βρει τρόπους να ξεφύγει- να μην πληρώνει. Οι περισσότεροι πληρώνουν στην «πηγή». Οταν εισπράττουν τους μισθούς, τις συντάξεις τους κ.λπ. Οι υπόλοιποι, ελεύθεροι επαγγελματίες, επιχειρηματίες, μεσάζοντες, μιζαδόροι, ξεγλιστράνε. Και «κρατάει χρόνια αυτή η κολόνια»...

Στο μεταξύ, κάθε μέρα διαβάζω ότι το ΣΔΟΕ ξετρύπωσε δεκάδες γιατρούς, δικηγόρους κ.λπ., που έχουν κάνει τη φοροδιαφυγή επάγγελμά τους! Και μιλάμε για πάρα πολλά εκατομμύρια.

Ανοίγω ένα στόμα «να» από την έκπληξη, όταν διαβάζω τα σχετικά, αλλά ύστερα από δυο εικοσιτετράωρα το πράγμα ξεχνιέται! Σιγή ιχθύος!

Ποια είναι η συνέχεια; Οι φοροφυγάδες αυτοί οδηγούνται στο δικαστήριο; Η εμβρόντητη κοινή γνώμη περιμένει. Επί ματαίω, δυστυχώς. Τουλάχιστον για την ώρα.

Και την ίδια στιγμή αποκαλύπτονται, σε ρυθμό πολυβόλου και άλλα, τεράστια σκάνδαλα. Οπως αυτό με τους προμηθευτές των νοσοκομείων, που χρέωναν διάφορα ορθοπεδικά υλικά, τρεις και τέσσερις φορές πάνω από το κανονικό! Και, φυσικά, τη διαφορά την τσέπωναν «αξιοπρεπείς κύριοι» με λευκές μπλούζες ή γκρίζα κοστούμια.

Με όλους αυτούς τι θα γίνει; Δεν είναι δυνατόν να ανακοινώνονται τόσο φοβερά πράγματα και ο κόσμος να μη μαθαίνει το «παρακάτω». Πέρα από τις εντυπώσεις, υπάρχει και η ουσία.

Ο εισαγγελέας. Γιατί αυτά τα κλεμμένα λεφτά είναι δικά σας και δικά μου. Του λαού.

Τρελαίνεσαι!

Του ΛΕΥΤΕΡΗ Π. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Aμα κάτσεις να το καλοσκεφτείς, τρελαίνεσαι! Δηλαδή: ένας νέος, αν είναι τυχερός, πιάνει δουλειά στα 22-23 του χρόνια. Με τον ασφαλιστικό νόμο, που μας επέβαλε η τρόικα, αυτός ο άνθρωπος για να πάρει σύνταξη θα πρέπει να δουλέψει επί μια 40ετία. Στην καλύτερη επομένως περίπτωση, όταν θα σταματήσει να χτυπάει «κάρτα», θα είναι 63-64 ετών. Που θα πει ότι αν το προσδόκιμο ζωής ήταν μικρότερο από το σημερινό, ο εργαζόμενος αυτός, από το γραφείο θα πήγαινε κατευθείαν στο κοιμητήριο!

Ετσι μας κατάντησαν οι «άρχοντές» μας, με τη δική μας βέβαια συνενοχή. Εμείς τους ψηφίζαμε, εμείς τους ζητούσαμε να μας βολέψουν, εμείς τους χειροκροτούσαμε, εμείς τους στρώναμε χαλιά για να πατήσουν. Και, ακόμα και σήμερα, με τη χώρα στο χείλος της αβύσσου, εξακολουθούν να κάνουν τα δικά τους. Να βαράνε κατακέφαλα τον κοσμάκη, να διστάζουν να κλείσουν ζημιογόνες επιχειρήσεις και να μην τολμούν να αγγίξουν τους υπαλλήλους της Βουλής, που οι ίδιοι διόρισαν, γιατί ήταν φίλοι τους, συγγενείς τους, πρώην βουλευτές και λοιποί σουρταφερτάριοι!

Δεν έχω τίποτα, φυσικά, με τους υπαλλήλους της Βουλής. Εργαζόμενοι είναι κι αυτοί. Και μάλιστα, αρκετοί, σκληρά εργαζόμενοι. Και δεν είναι καθόλου σωστό να λέμε- το διάβασα πολλές φορές- ότι μοναδική δουλειά τους είναι να αφήνουν ένα... ποτήρι νερό, πλάι στο μικρόφωνο του εκάστοτε ομιλούντος βουλευτή. Από την άλλη, όμως, δεν είναι δυνατόν να παίρνουν με το καλημέρα, μόλις διορισθούν δηλαδή, 1.900 ευρώ τον μήνα, καθαρά (προσωπικό καθαριότητος), συν επιδόματα κ.λπ. ενώ ένας πρωτοδιοριζόμενος στο ΕΣΥ, με τα ίδια προσόντα, να έχει μισθό 1.300 ευρώ ακαθάριστα! (Η συνάδελφος Μαρία Νταλιάνη δημοσίευσε στα «ΝΕΑ» (25/5) έναν αποκαλυπτικό και με κάθε λεπτομέρεια πίνακα, για όλ΄ αυτά).

Θυμάμαι ένα υπέροχο βιβλίο του Χρόνη Μίσσιου- το «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς». Το συνδέω με τη συνταξιοδότηση των εργαζομένων της γενιάς μου: εμείς «βγαίναμε στη σύνταξη νωρίς», οι δημοσιογράφοι στην 35ετία και σε ηλικία 55 χρονών! Την ίδια εποχή, συνέβαιναν και πράγματα που τώρα θα έβγαζαν μάτι. Αίφνης, η κόρη βουλευτή, στρατηγού, αξιωματούχου γενικώς, όσο ήταν ανύπαντρη, βολευόταν και με τη σύνταξη του μακαρίτη του πατέρα της. Οταν παντρευόταν, την έχανε. Αλλά εάν χώριζε, το κράτος τής την ξανάδινε! Θα μου πείτε, μ΄ αυτά και μ΄ αυτά ξεχειλώσαμε και τώρα τρέχουμε και δεν φτάνουμε. Αλήθεια είναι.

Αλλά μήπως δεν είναι αλήθεια ότι πολλοί εφοριακοί κορόιδευαν την κοινωνία; Μόλις προχθές, το οικονομικό επιτελείο «αποκεφάλισε» 20 διευθυντές Εφοριών, που δεν κατάφεραν να εισπράξουν τα ποσά που έπρεπε από φορολογουμένους. Και, επιπλέον, πολλοί συνάδελφοί τους βρέθηκαν με μεγάλες ακίνητες περιουσίες και καταθέσεις, που δεν έρχονταν «ίσα βάρκα- ίσα νερά» με τις αποδοχές τους.

Πώς έγινε αυτό το θαύμα, που δεν κρατάει τρεις μέρες, αλλά χρόνια; Θα χρειαστεί να το αποδείξουν οι ίδιοι στα δικαστήρια...

Θέλω να πω τελειώνοντας, ότι η κυβέρνηση, παρά τις καθυστερήσεις, τις αστοχίες και τα λάθη της, προσπαθεί να φτιάξει ένα αξιόπιστο κράτος. Που δεν θα τεμπελιάζει, δεν θα χαρίζεται και οι λειτουργοί του δεν θα λαδώνονται. Θα τα καταφέρει; Μακάρι. Γιατί μόνο έτσι θα δούμε, κάποτε, Θεού πρόσωπο...

ΥΓ: Μα, πόσα «λουλούδια» είχε στην αυλή του, ο ευπρεπής, ο σοβαρός, ο ανεπίληπτος, Κώστας Σημίτης;

Κλεφτοκοτάδες, λήσταρχοι και άνθρωποι του "πνεύματος"

Του ΛΕΥΤΕΡΗ Π. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Σαραντάρης ήταν ο καθηγητής Αδαμ. Πεπελάσης, όταν ο Καραμανλής τον διόρισε (1963) υποδιοικητή στην Αγροτική Τράπεζα. Στα θέματα της Οικονομίας δέσποζε τότε η προσωπικότητα του Ξενοφ. Ζολώτα. Μια μέρα, σε φιλική συζήτηση μεταξύ μας, λέει ο Ζολώτας στον Πεπελάση: «Στην Ελλάδα, μπορείς εύκολα να κλέψεις ένα εκατομμύριο χωρίς να υποστείς συνέπειες. Αν, όμως, πάρεις από την τράπεζα έναν χαρτοφύλακα και τον ξεχάσεις στο σπίτι σου ή τον χάσεις στον δρόμο, να είσαι σίγουρος ότι θα καταλήξεις στη φυλακή!».

Ετσι είχαν τα πράγματα το ΄60, έτσι έχουν και σήμερα. Και κατά πάσα πιθανότητα, έτσι θα έχουν και στο μέλλον. Οι μεγαλοεπιχειρημα- τίες- όχι όλοι, φυσικά- που έχουν κατακλέψει την Ελλάδα, ουδέποτε διέτρεξαν τον κίνδυνο να βρεθούν στον Κορυδαλλό.

Αλλά ο κάθε Γιάννης Αγιάννης, που βουτάει από ένα περίπτερο μια σοκολάτα, γιατί πεινάει, συλλαμβάνεται και οδηγείται στην «ψειρού».

Το βλέπουμε και στα διάφορα «μέτρα» που παίρνουν για να μειώσουν το έλλειμμα κ.λπ. κ.λπ. οι διάφορες κυβερνήσεις- και αυτή, δυστυχώς, που έχει πρόεδρο τον Παπανδρέου: κόβονται δυο μισθοί από τους συνταξιούχους (13ος και 14ος), αλλά οι φοροκλέφτες με τα δισεκατομμύρια στις τράπεζες μένουν ανενόχλητοι. Και όταν η Εφορία τούς χτυπάει την πόρτα, πάντοτε βρίσκουν τρόπους για να ξεγλιστράνε, να πληρώνουν τα χρέη τους σε... χίλιες μηνιαίες δόσεις, που λέει ο λόγος και πολλά άλλα τέτοια.

Για την ώρα και ενώ ο «χοντρός λαός», που λέει και ο Μίκης, βασανίζεται από την ακρίβεια, την ανεργία, τις περικοπές επιδομάτων, τη φτώχεια του γενικώς, δεν είδα να γράφεται ή να ακούγεται λέξη για τους κομπιναδόρους, που θησαύρισαν κάνοντάς τα πλακάκια, διαχρονικά, με το κουβέρνο. Γιατί δεν τους ορμάει ο Παπακωνσταντίνου; Δεν είναι εύκολο, βέβαια, να τους στριμώξει, γιατί αυτοί οι «μάγκες» φυλάνε τα νώτα τους και δεν εκτίθενται. Και έχουν και δεκάδες λογιστές και φοροτεχνικούς στη διάθεσή τους. Στη δούλεψή τους, πιο σωστά.

Βλέπω ότι το πρώην ΣΔΟΕ έχει βγει παγανιά και κάνει καλή δουλειά. Ηδη «τσίμπησε» αρκετούς «με τη γίδα στον ώμο» (έκφραση μοναδική του φίλου μου Αλέκου Παπαδόπουλου). Νομίζω, όμως, ότι αν τα «λαγωνικά» του πάνε μια βόλτα στις διάφορες μαρίνες της Αττικής, θα ανακαλύψουν δεκάδες δισεκατομμύρια να πλέουν στη θάλασσα! Πού βρέθηκαν όλ΄ αυτά τα λεφτά για θαλαμηγούς και κότερα; Σε ποιους ανήκουν;

Τη Δευτέρα δεν κυκλοφορούν εφημερίδες. Είναι του Αγίου Πνεύματος και γιορτάζουν οι δημοσιογράφοι. Τον καιρό που καθιερώθηκε αυτή η γιορτή, οι δημοσιογράφοι, πραγματικά, στην πλειονότητά τους, ήταν άνθρωποι του πνεύματος. Εγώ, λόγω μακράς θητείας στο επάγγελμα, έχω γνωρίσει από κοντά πάρα πολλούς.

Σήμερα, όμως, πόσοι έλληνες δημοσιογράφοι είναι άνθρωποι του πνεύματος; Το ερώτημα δεν το βάζω μόνο εγώ, αλλά και χιλιάδες άλλοι. Ιδίως όσοι παρακολουθούν τηλεοπτικές εκπομπές...

Το φιλότιμο

Του Λευτέρη Π. Παπαδόπoυλου

Η λέξη «φιλότιμο» ακούστηκε πολλές φορές αυτές τις μέρες. Τελευταία φορά από τον Κάρολο Παπούλια, μετά την ορκωμοσία του, στην ολιγόλεπτη συνάντηση που είχε με τον Πρωθυπουργό και τον πρόεδρο της Βουλής. «Ωραία λέξη, που δεν συναντιέται σε άλλες γλώσσες» είπε ο πρώτος πολίτης της χώρας. Και έχει δίκιο.

Αλλά θα ΄θελα να ρωτήσω «πόσο φιλότιμο έχουν Έλληνες πολιτικοί, που διορίζουν στο Δημόσιο, με τη χώρα στα πρόθυρα της πτώχευσης, κομματικούς τους φίλους;». Ο Γ. Παπανδρέου τρέχει από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη, για να εξασφαλίσει διεθνή στήριξη, ώστε να δανειζόμαστε από τις ξένες αγορές με κανονικά και όχι τοκογλυφικά επιτόκια. Και την ίδια στιγμή, με διακομματική συμφωνία παρακαλώ, φορτώνονται στην καμπούρα του δύστυχου ελληνικού λαού, οι μισθοί 232 εργαζομένων στο Κοινοβούλιο.

Δεν έχω να πω τίποτα για τους 232 ανθρώπους, που βρήκαν δουλειά στη Βουλή. Πρέπει κι αυτοί να ζήσουν. Έχω να πω πολλά, όμως, για τους Έλληνες πολιτικούς που σε περίοδο μεγάλης οικονομικής κρίσης, τον Ιούνιο του 2008, χάρη σε «ρύθμιση», στην οποία συναίνεσαν όλα τα κόμματα, όπως διαβάζω, αποφάσισαν να προσληφθούν οι 232.

Ξαναλέω για να μην παρεξηγηθώ: δεν φταίνε στο παραμικρό οι προσληφθέντες. Ήταν «μετακλητοί» υπάλληλοι, που έπιασαν δουλειά σε κόμματα, από το 2004 ώς και τις παραμονές των τελευταίων εκλογών! Προσοχή: δεν είναι οι 232 μόνο Νεοδημοκράτες. Είναι κάθε κομματικής καρυδιάς καρύδι!

Ο Πετσάλνικος ένιψε τας χείρας του για ό,τι συνέβη (και συνέβη πριν από ένα δεκαήμερο). Χαρακτήρισε τις προσλήψεις «άγος από το παρελθόν». Και έτσι είναι.

Αλλά πού θα πάει αυτό το πράγμα; Σε λίγο, φοβάμαι, θ΄ αρχίσουν να μισθοδοτούνται από το Δημόσιο οι μισοί Έλληνες! Σ΄ αυτή τη χώρα, από διακομματικές «ρυθμίσεις» σκίζουμε!

Οι Έλληνες πολιτικοί, σε μεγάλο ποσοστό, δεν πονάνε τα λεφτά του ελληνικού λαού. Γι΄ αυτό φτάσαμε στο χάλι που βρισκόμαστε σήμερα. Μια επιπλέον- από τις χιλιάδες- απόδειξη: ο γ.γ. Αθλητισμού Πάνος Μπιτσαξής αποκάλυψε ότι το Κέντρο Εκπαίδευσης Ιππασίας επιχορηγείται από το κράτος με 1.300.00 ευρώ ετησίως, χωρίς να κάνει τίποτα! Να τι έγραψε ένας έξυπνος δημοσιογράφος, ο Αντ. Καρπετόπουλος, στην «Καθημερνή»:

«Το Κέντρο Εκπαίδευσης Ιππασίας, τα έξι τελευταία χρόνια, έχει επιχορηγηθεί με ένα ποσόν που ξεπερνάει τα 9 εκατομμύρια ευρώ. Κι αυτό, ενώ η προσφορά του είναι ανύπαρκτη! Δεν χρειάζεται κανείς μας, νομίζω, να αναρωτηθεί τι κάνουν οι 32 υπάλληλοι που δουλεύουν εκεί και τα 15 άλογα που υπάρχουν. Θα ΄λεγα ότι βόσκουν (!) στη λιακάδα με τα χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων...».

Τέτοιες ιστορίες διακομματικής χουβαρντοσύνης, λίγο να ψάξει κανείς θα βρει άπειρες. Και ενώ δίνονται αυτά τα 1.300.000 ευρώ τον χρόνο για τους 32 υπαλλήλους και τα 15 άλογα, οι αρμόδιοι αρνούνται να δώσουν μερικές χιλιάδες ευρώ, για να γίνουν λίγα αλλά απαραίτητα έργα στην Ακαδημία Πλάτωνος, που έχει αφεθεί στο έλεος του θεού και, φυσικά, ρημάζει...