"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Ένα σπάνιο υποείδος

Γράφει ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ


Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι επενδυτές κάθε άλλο παρά σπάνιο είδος είναι. Τους συναντάς παντού. Τόσο στις λεγόμενες αναπτυγμένες όσο και στις λεγόμενες αναπτυσσόμενες χώρες. 


Όπως όλα τα "είδη" κατανέμονται σε διάφορα υποείδη. Έτσι, φερ’ ειπείν, διακρίνει κανείς μακροπρόθεσμους και βραχυπρόθεσμους επενδυτές. Επενδυτές που δραστηριοποιούνται σε έναν μόνο ή σε περισσότερους τομείς οικονομικής δραστηριότητας. Επενδυτές που προτιμούν τις ολοκληρωμένες "ιδιόκτητες" επενδύσεις και άλλους που προτιμούν τη διαχείριση χαρτοφυλακίων συμμετοχών. Επενδυτές στον πρωτογενή ή στον δευτερογενή τομέα. Επενδυτές στον τομέα των νέων τεχνολογιών. Επενδυτές στους τομείς των μετάλλων ή του μαύρου χρυσού. Επενδυτές στη βιομηχανία ονείρων.  


Τα "υποείδη" είναι τόσο πολλά, ώστε η απαρίθμησή τους και μόνο θα μπορούσε να ξεστρατίσει τούτες τις σκέψεις στο πεδίο των απλών καταγραφών.


Πολλά από αυτά τα υποείδη, αν όχι όλα, δραστηριοποιήθηκαν κατά καιρούς και στη χώρα μας. Τη χώρα που δίδαξε φιλοσοφία και δημοκρατία. Τη χώρα που γέννησε την τραγωδία και την κωμωδία. Τη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας.  


Για μια σειρά από λόγους, γνωστούς υποθέτω σε όλους μας και χάριν συντομίας παραλειπόμενους, δεν ευδόκησαν. "Δεν φτούρησαν", όπως θα ’λεγε και η επικολυρικότατη κυρία Φωτίου. Όπως άλλωστε δεν "φτούρησε" και η ελληνική οικονομία στο σύνολό της. Χαμένη μεταξύ εξωνημένου μεταπρατισμού και καλλιεργούμενου παρασιτισμού, μεταξύ κάθε είδους στεγανών, ασυνεχειών και κενών, ανίκανη ή/και απρόθυμη να λειτουργήσει εντός σταθερού πλαισίου, λειτουργούσα, εντέλει, εκτός πλαισίου, σαν παραμάγαζο, εκτός λογικής και υπό κρατικομονοπωλιακές συνθήκες, έφτασε εδώ που έφτασε προσελκύοντας ευκαιριακά και αποδιώχνοντας οριστικά όσους θέλησαν να δοκιμάσουν και δοκίμασαν.


Αν και τα πρόσφατα παραδείγματα της Cosco και της Eldorado είναι αρκούντως χαρακτηριστικά και εύγλωττα –καθώς η αποκωδικοποίησή τους αποκαλύπτει μια σειρά από παθογένειες αυτού του σαν κράτους που χτίστηκε πάνω στην κινούμενη άμμο του πελατειακού πολιτικαντισμού και της επιλεκτικής νομιμότητας–, μπορεί κανείς να αναζητήσει ανάλογες περιπτώσεις σε προοπτικό βάθος, μέσω του οποίου αποκαλύπτεται στις αληθινές του διαστάσεις το πολιτικό και κυβερνητικό προπάντων έλλειμμα αυτής της χώρας. Θυμηθείτε, για παράδειγμα, τη φυγή της Nissan μετά την απαίτηση του υπουργού Οικονομικών να μην μπορεί να εξάγει τα κέρδη της. Τυπικό παράδειγμα επιλεκτικής "νομιμότητας" σε μια χώρα, κατά τα λοιπά, μέλος της τότε ΕΟΚ, όπου υποτίθεται, τα κεφάλαια, οι άνθρωποι και τα προϊόντα κυκλοφορούσαν ελεύθερα και η οικονομική ανάπτυξη βασιζόταν ακριβώς στην ευελιξία τους και στη διαρκή αναζήτηση των καλύτερων δυνατών ευκαιριών για την αξιοποίηση και ευδοκίμησή τους.


Ας είναι. Η μακρά αυτή εισαγωγή έγινε για να πλαισιώσει τον τίτλο "Ένα σπάνιο υποείδος", ο οποίος εισάγει τον αναγνώστη στο θέμα του σημερινού άρθρου. Δεν ξέρω αν το αντιληφθήκατε, αγαπητοί φίλοι, αλλά το τελευταίο διάστημα και με αφορμή απανωτές "γενναίες" κι "έξω απ’ τα δόντια" δηλώσεις εμφανιζόμενων ως "θεωρητικών" στελεχών του κυβερνώντος κόμματος, όπως, π.χ., του επιμελώς "επιθετικού" κυρίου Κυρίτση ή του αδιακρίτως πολυβολούντος κ. Μπαλαούρα, αποκαλύφθηκε, ολίγον κατ’ ολίγον, η ύπαρξη ενός νέου υποείδους επενδυτή – αυτού που αναμένει η βυθοκόρος κυβέρνησή μας για να πετύχει την αναπτυξιακή έκρηξη η οποία φέρει τον βυθό στην επιφάνεια και θα αποτρέψει τη μετατροπή της χώρας σε φωσφορίζον τερατόμορφο πλάσμα του βένθους.


Ο εν λόγω επενδυτής έχει πλήρη συνείδηση του ότι είναι ο "ταξικός εχθρός". 


"Ε, και;", θα μου πείτε. Όλες οι "αιματορουφήχτρες" γνωρίζουν ότι ο πλούτος τους παράγεται από το "ξεζούμισμα" του λαού.  


Όταν λέω "πλήρη συνείδηση", δεν εννοώ αυτό. Χρησιμοποιώ τον όρο όχι με το γνωστικό αλλά με το ηθικό/ψυχολογικό του περιεχόμενο.  


Το νεοεμφανιζόμενο αυτό υποείδος, προϊόν προφανώς κάποιας ανεξακρίβωτης ακόμη γενετικής μετάλλαξης, αποδέχεται με ενοχικό πρόσημο το γεγονός ότι είναι ο "ταξικός εχθρός". Έρχεται λοιπόν εδώ για να μαρτυρήσει, όπως οι πρώτοι Χριστιανοί που χωρίς κανείς να τους ζητήσει "ομολογία πίστεως" εμφανίζονταν στο μέσον του σταδίου για να δηλώσουν την πίστη τους και την ταυτότητά του αψηφώντας τις συνέπειες της οργής του εκάστοτε επάρχου ή αυτοκράτορα.


Το υποείδος εμφανίζει μια κατά βάση ανεξήγητη μαζοχιστική συμπεριφορά. Δεν επιζητεί κανένα ειδικό επενδυτικό καθεστώς. Δεν επιζητεί καμία εγγύηση ή προστασία των κερδών του. Δίνει την εντύπωση ότι δεν ενδιαφέρεται καν για το κέρδος. Επίσης ότι δεν ενδιαφέρεται ούτε για την τύχη των κεφαλαίων του μετά την επένδυσή τους. 


Η ιδέα και μόνο του λαβύρινθου της ελληνικής δημόσιας διοίκησης τον εξιτάρει. Η παραπομπή από το ένα γραφείο στο άλλο και από τη μια αδειοδότηση στην άλλη ξυπνά μέσα του συμπεριφορές που προσομοιάζουν με εκείνες του ερωτευμένου που δεν ορρωδεί προ ουδενός προκειμένου να φτάσει στο αντικείμενο του έρωτά του. Ο λαβύρινθος είναι μια μόνιμη κατάσταση της ύπαρξής του, ο δε σισύφειος λίθος το αγαπημένο του άθλημα.


Η ελληνική εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία όχι μόνο δεν τον αποθαρρύνουν, αλλά τον ελκύουν ολοένα και περισσότερο ενόσω τον πείθουν ότι τελικά, ναι, θα μπλέξει άσχημα και θα χάσει τα λεφτά του.  


Το ίδιο και η συνδικαλιστική δράση για τη συνδικαλιστική δράση. Το ίδιο και το ρηξικέλευθο διαρκές αίτημα "Ή όλα ή τίποτα" που εμμανώς διακινείται από ψυχοπονιάρηδες αδούλευτους εργατοπατέρες. Το ίδιο και η εκφρασμένη ελπίδα όλων των παραπάνω, υπό τη σοφή καθοδήγηση των θεωρητικών του κόμματος, ότι θα είναι "ο τελευταίος καπιτάλας που θα κρεμαστεί από τα άντερα του τελευταίου γραφειοκράτη". 


Ζει για την πρόκληση. Λατρεύει την πρόκληση. Την πρόκληση για την πρόκληση. Ζει για την απώλεια. Για την ήττα. Για την ήττα της απώλειας. Για να χάσει ό,τι ποτέ δεν εδικαιούτο. Για να απεκδυθεί όλων όσα ο άδικος τούτος ντουνιάς του έδωσε εν αφθονία, ως μη όφειλε, ώστε να χάσει την ψυχή του. Για να συμβάλει, με όλες του τις δυνάμεις, με όλο του το έχει, στη διάσωση άλλων σπάνιων και υπό εξαφάνιση ειδών, όπως είναι οι καρεκλοκένταυροι, οι εγγονοί των ανταρτοδικών, οι Καρανίκες, η πλούσια και ποικιλόμορφη πανίδα του Πρυτανείου. 


Είναι...

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Αυτοδιαχειριζόμενες συλλογικότητες και του μπογιατζή ο κόπανος! - Tτο "κράτος" των αριστερών τσαρλατάνων νομοθετεί το ακαταδίωκτο του "παρακράτους" των αποβρασμάτων

Γράφει ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ


Κατά την προ εξουσίας εποχή, το μείζον συγκυβερνών κόμμα συναποτελείτο, ως γνωστόν και κατά δήλωσή του, από διάφορες, τετριμμένες ή ευφάνταστες, στεγνές ή νότιες συνιστώσες που υποτίθεται ότι συνέκλιναν προς ένα κοινό πολιτικό πρόγραμμα.  


Δεν λέω "κυβερνητικό πρόγραμμα", διότι ένιοι εξ αυτών ενοχλούνταν ακόμη και από τη χρήση του επιθέτου "κυβερνητικό". Ήταν οι αυτοχαρακτηριζόμενοι ως "αντεξουσιαστές". Ο λόγος ύπαρξής τους για την ιθύνουσα ομάδα ήταν προφανής: ενίσχυαν το "αριστερό προφίλ" στο σχετικώς αχαρτογράφητο μέρος του πολιτικού φάσματος που έχει το ένα άκρο του στην άκρα, ανένταχτη κ.ο.κ. Αριστερά και το άλλο στο τμήμα εκείνο του κοινωνικού περιθωρίου που φλερτάρει ανοιχτά με την κάθε μορφής παραβατικότητα και την άρνηση της ίδιας της θέσμισης της κοινωνίας. Ήταν μια "πολυσυλλεκτική επιλογή" του τύπου "Ο καλός ο μύλος όλα τ’ αλέθει".



Τα πράγματα, βέβαια, δεν ήταν ακριβώς ίδια για όλο αυτόν τον "κόσμο" που συναποτελούσε τις "περιθωριακές" ή, κατά την άποψή μου, διακοσμητικές συνιστώσες της άκρας Αριστεράς. Οι ίδιες μάλλον δεν είχαν καν αποσαφηνίσει ποιος θα ήταν ο ρόλος τους και προφανώς δεν ετίθετο καν ζήτημα να αποδεχθούν τον ρόλο του "κράχτη" ή της "ποικιλίας" στην πολιτική βιτρίνα του "όλου ΣΥΡΙΖΑ". Γι’ αυτούς δεν υπήρχε ο "όλος ΣΥΡΙΖΑ", κάτι που άλλωστε έσπευσαν να αποδείξουν στην πράξη προκαλώντας μέχρι στιγμής δύο μείζονες διασπάσεις και αρκετές ξώφαλτσες, αριθμητικά και πολιτικά επουσιώδεις. Αν λοιπόν, σε μια δεδομένη φάση, οι ομάδες αυτές εξυπηρέτησαν εκούσες-άκουσες την ιθύνουσα ομάδα στον καλπασμό της προς την εξουσία ως ομάδες κρούσης, ως κεκράκτες ή απλώς ως couleur locale της παρ’ ημίν ιδιότυπης, τριτοκοσμικής Αριστεράς, δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι αποδέχθηκαν ποτέ, με λόγια ή με έργα, αυτόν τον ετεροκαθορισμό. Αν ποτέ δόθηκε αυτή η εντύπωση, ήταν διότι οι ίδιες δυσκολεύονταν να αυτοκαθορισθούν. Το διαλυτικό στοιχείο που λανθάνει σε τέτοιου είδους σχήματα είναι η ίδια η φαινομενική συνοχή τους, στη βάση γενικεύσεων, ατεκμηρίωτων κρίσεων ή παραδοχών και μη σαφώς και επακριβώς καθορισμένων "εχθρών".



Πριν από χρόνια, παρέστην σε μια γενική συνέλευση του Τμήματος Νομικής της Σχολής ΝΟΠΕ του ΑΠΘ που με αφορούσε εμμέσως, ύστερα από πρόσκληση φίλου καθηγητή της Σχολής. Άκουσα λοιπόν εκεί με τα αυτιά μου, για πρώτη φορά, τον Νίκο Παρασκευόπουλο να παίρνει τον λόγο για κάποιο θέμα της ημερήσιας διάταξης που αφορούσε τη δράση αναρχικών και άλλων ομάδων στο κτίριο της Σχολής και να τις χαρακτηρίζει "αυτοδιαχειριζόμενες συλλογικότητες", "ομάδες που έχουν το ίχνος τους και τις ρίζες τους στην κοινωνία, στα κινήματα και τον κινηματικό χώρο" κ.λπ.  


Ήξερα φυσικά την πολιτική τοποθέτηση του ομιλητή, όπως και όλοι οι παριστάμενοι. Αυτό που δεν μπορούσα να φανταστώ ήταν ότι ένας καθηγητής της Νομικής θα αμφισβητούσε σ’ αυτόν τον βαθμό τη θεσμική οργάνωση της κοινωνίας –ό,τι χύδην και πεζοδρομιακώς ονομάζεται "νομιμότητα"– και θα έσπευδε, στο πλαίσιο μιας "κατευναστικού τύπου" παρέμβασης, να δικαιολογήσει λίγο-πολύ πράξεις βίας και αυθαιρεσίας, πράξεις κατάλυσης του νόμου και της ίδιας της συντεταγμένης πολιτείας, αποδεχόμενος άλλες, "παράλληλες" μορφές θέσμισης ή, για να το πω αλλιώς, το "δικαίωμα απόσχισης" από τις συντεταγμένες δομές. Ο λόγος του μπορεί να ήταν ασυνάρτητος, ωστόσο ήταν "προγραμματικός". Ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα, δέκα χρόνια πριν, ότι δεν έχουμε να κάνουμε με "γραφικούς" ούτε με "επαναστάτες χωρίς αιτία", αλλά με φανατικούς. 



Σήμερα, ο ίδιος άνθρωπος, ως υπουργός Δικαιοσύνης μιας κυβέρνησης μειοψηφίας στην ίδια την "κοινωνία" που τόσο μυθοποιεί εν τω απειροστικώ λογισμώ της η αριστερή σκέψη όταν βρίσκεται εκτός νυμφώνος και τόσο συρρικνώνει και περιθωριοποιεί άπαξ και πάρει αυτό που θέλει, την εξουσία, νομοθετεί την άρση του αξιοποίνου των καταλήψεων των "αυτοδιαχειριζόμενων συλλογικοτήτων", με το σκεπτικό ότι έχουν γνήσια αναφορά στην κοινωνία και ό,τι, επομένως, μπορούν, έχουν το "δικαίωμα" να παρακάμπτουν τη "νομιμότητα" που επιβάλλει στους λοιπούς πολίτες αυξημένο ΕΝΦΙΑ, οριζόντιες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, σαρωτικούς έμμεσους φόρους και λοιπές αγαθοεργίες ή έμπρακτες ενδείξεις κοινωνικής αλληλεγγύης. 


Προσέξτε: 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΚΗΦΗΝΟ-ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Δεν άλλαξε τίποτα

Γράφει ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ



Η συζήτηση περί μεταρρυθμίσεων έχει εξελιχθεί, ήδη από την είσοδο της χώρας στην εποχή των Μνημονίων, σε μια αυταπάτη που περιέχει όλες τις άλλες αυταπάτες, στις οποίες αναφέρθηκε πρόσφατα και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός. Εάν κανείς δώσει βάση στις επίσημες κυβερνητικές ανακοινώσεις των τελευταίων έξι ετών, πολλώ δε μάλλον στις δηλώσεις των εκάστοτε κυβερνητικών στελεχών –των οποίων το έργο είναι, βεβαίως, ευθέως ανάλογο προς την ασυναρτησία και αντιστρόφως ανάλογο προς την ποσότητα του λόγου τους– , σχηματίζει την εντύπωση ότι στο διάστημα αυτό έχουν συμβεί ή δρομολογηθεί σοβαρές διαρθρωτικές αλλαγές που θα συμβάλουν θετικά στην αναμόρφωση του φαραωνικού διοικητικού και παραγωγικού μοντέλου και στη ριζική αντιμετώπιση των παθογενειών του δημόσιου βίου, των διαχρονικών και επίμονων αιτιών των ελλειμμάτων και της αναποτελεσματικής δημοσιονομικής διαχείρισης. Ευτυχώς που ο υποψιασμένος ακροατής αντιλαμβάνεται την επόμενη κιόλας στιγμή ότι όλα αυτά είναι λόγοι Ελλήνων υπουργών και τους αποδίδει την προσήκουσα σημασία με την προσήκουσα μελαγχολία...



Αφορμή για το σημερινό θέμα αποτέλεσαν δύο πρόσφατα περιστατικά: μια ραδιοφωνική συνέντευξη του προέδρου των εργαζομένων στην ΤΡΑΙΝΟΣΕ και μια συζήτηση με ένα μακροχρόνια άνεργο φίλο ο οποίος απασχολήθηκε με πεντάμηνη σύμβαση στην ίδια επιχείρηση, στο πλαίσιο προγράμματος κατάρτισης για ανέργους.  


Τα δύο περιστατικά σχεδόν συνέπεσαν με την πρόσφατη απόφαση της COSCO να "παρακάμψει" την ελληνική επικράτεια μεταφέροντας απευθείας εμπορεύματα σε άλλο λιμάνι της Βαλκανικής, προκειμένου να ελαχιστοποιήσει τις ζημίες που της προκαλεί η απεργία της ΤΡΑΙΝΟΣΕ.  


Συνέπεσε επίσης με τις επικριτικές παρατηρήσεις σχετικά με τη συχνότητα και τη διάρκεια των απεργιών σε επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα στην Ελλάδα που διατυπώθηκαν από την πολιτική ηγεσία της Κίνας κατά την επίσκεψη του Πρωθυπουργού στην αχανή χώρα προς άγραν –μεταξύ άλλων– επενδύσεων.




Όταν ο πρόεδρος των εργαζομένων κλήθηκε από τον δημοσιογράφο να παρουσιάσει τις θέσεις τους και τους λόγους για τους οποίους απεργούν, ούτε λίγο ούτε πολύ αμφισβήτησε τη σκοπιμότητα της πώλησης της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, την οποία χαρακτήρισε "σκανδαλώδη", θεωρώντας μάλιστα ότι μια τέτοια ενέργεια βλάπτει ευθέως το "δημόσιο συμφέρον". Στην παρατήρηση του δημοσιογράφου ότι άλλοι –το ίδιο το Δημόσιο– είναι αρμόδιοι να κρίνουν τι ωφελεί και τι βλάπτει το δημόσιο συμφέρον και ότι η επιχείρηση δεν ανήκει στους εργαζομένους, αλλά απλώς τους απασχολεί, καθώς και ότι στον ιδιωτικό τομέα είναι αδιανόητη η αντίρρηση οιουδήποτε στην απόφαση του ιδιοκτήτη μιας επιχείρησης να την πωλήσει, ο εν λόγω "πολλά βαρύς" εργατοπατέρας εξεμάνη και δεν δίστασε να θέσει θέμα "συνιδιοκτησίας". Όλα αυτά, βεβαίως, για μια επιχείρηση ελλειμματική, παρωχημένη, μη ανταγωνιστική και εντέλει με σοβαρότατο πρόβλημα χρηματοδότησης, η οποία αμείβει τους εργαζομένους της με μέσους μισθούς πολύ υψηλότερους από τους προβλεπόμενους στο ενιαίο μισθολόγιο, παρότι η συγκεκριμένη επιχείρηση δεν παράγει κέρδη και συνεπώς οι όποιες αυξήσεις προέρχονται είτε από τη βαρεία φορολόγηση πολιτών με πολύ χαμηλότερα εισοδήματα είτε από τον "επαχθή", όπως τον χαρακτήριζε μέχρι πρότινος η Αριστερά, δανεισμό της χώρας.



Περισσότερα σχόλια θα ακολουθήσουν μετά την παρουσίαση και του δεύτερου περιστατικού. 



Ο φίλος Γιώργος Ε. έχει τη δική μου ηλικία, πλησιάζει δηλαδή τα πενήντα. Τον γνώρισα πριν από περίπου είκοσι χρόνια, οπότε οι εντυπώσεις μου από αυτόν δεν είναι ούτε επιφανειακές ούτε επιπόλαιες. Έως την εκδήλωση της κρίσης διατηρούσε ένα μικρό ηλεκτρονικό εργαστήριο στην Άνω Τούμπα Θεσσαλονίκης, όπου επισκεύαζε τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, στερεοφωνικά συστήματα και άλλες ηλεκτρικές συσκευές. Ήταν ένα παιδί ανήσυχο, που ολόκληρα βράδια ξενυχτούσε σχεδιάζοντας κυκλώματα ενισχυτών, διαβάζοντας, μελετώντας, προσπαθώντας με κόπο και μεράκι και πενιχρά κεφάλαια να σχεδιάσει και να υλοποιήσει μια συσκευή επιπέδου high end. Ταυτόχρονα, είχε αναλάβει τη νοσηλεία και των δύο καρκινοπαθών γονιών του, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν έως ότου αμφότεροι γλιτώσουν από τους πόνους και τις χρόνιες νοσηλείες. Ο Γιώργος Ε. αναγκάστηκε να κλείσει το εργαστήριό του αφού με τα τελευταία χρήματα που είχαν απομείνει στον τραπεζικό λογαριασμό του την επαύριον της κρίσης πλήρωσε τις τελευταίες δύο δόσεις του τότε ΤΕΒΕ, το τελευταίο ενοίκιο του εργαστηρίου του, τα τελευταία κοινόχρηστα και τους τελευταίους λογαριασμούς.  


Στη συνέχεια ανέστειλε την παροχή φυσικού αερίου στο σπίτι του, διότι αντιλαμβανόταν ότι δεν θα μπορούσε εφεξής να πληρώνει τους λογαριασμούς. Ως άνεργος ελεύθερος επαγγελματίας με παρελθόν επαγγελματικής δραστηριότητας περίπου είκοσι ετών δεν εδικαιούτο καν επιδόματος ανεργίας. Κατέληξε να κάνει κάθε είδους μερεμέτια και επισκευές σε σπίτια φίλων και γνωστών, μεταξύ των οποίων και στο δικό μου. Τα τελευταία επτά χρόνια εργάζεται περιστασιακά, "μαύρα", ανασφάλιστος, χωρίς κανένα δημόσιο ή άλλο βοήθημα. Βασίζεται, κυριολεκτικά, στην καλή γνώμη των ανθρώπων της γειτονιάς γι’ αυτόν και στα "τυχερά". 



Πριν από έξι μήνες, ο Γιώργος Ε. επελέγη ως μακροχρόνια άνεργος για να συμμετάσχει σε ένα πρόγραμμα κατάρτισης του ΟΑΕΔ στις τεχνικές υπηρεσίες της ΤΡΑΙΝΟΣΕ. Το πρόγραμμα ήταν διάρκειας πέντε μηνών και θα αμειβόταν με το ποσό των 490 ευρώ τον μήνα. Η συζήτηση μαζί του, από την οποία προέρχονται οι ακόλουθες πληροφορίες, πραγματοποιήθηκε κατά τη λήξη του προγράμματος, όταν τον κάλεσα στο σπίτι μου για να επισκευάσει ένα κουρτινόξυλο. Τον ρώτησα αν το πρόγραμμα τελείωσε και πώς νιώθει. Προσέξτε, τι απάντησε ένας μακροχρόνια άνεργος, ο οποίος ζει υπό τις συνθήκες που μόλις περιέγραψα: 



"Εργαζόμουν – τρόπος του λέγειν – με άλλα επτά άτομα σε ένα τεράστιο χώρο γραφείων. Ο καθένας με το γραφείο του και τον υπολογιστή του. Όμως χωρίς αντικείμενο. Οι περισσότεροι περνούσαν την ώρα τους κουβεντιάζοντας μεταξύ τους ή παίζοντας παιχνίδια στον υπολογιστή. Εγώ προτιμούσα να αξιοποιώ τη σύνδεση με το Διαδίκτυο για να μελετώ κυκλώματα. Στο διάστημα των πέντε μηνών είναι ζήτημα εάν με κάλεσαν τρεις φορές να πάω από το γραφείο στο συνεργείο, όχι για να εργαστώ αλλά απλώς για να καταγραφεί σ’ ένα κομμάτι χαρτί η παρουσία μου εκεί. Όταν, σε μια από τις ελάχιστες αυτές "επισκέψεις" παρατήρησα τον αρχιμάστορα να επισκευάζει έναν κινητήρα διαπράττοντας ένα επικίνδυνο λάθος που σχετιζόταν με τα ηλεκτρικά του κινητήρα, το οποίο μάλιστα τόλμησα να υποδείξω ενώπιον όλων, εκείνος μου έριξε μια βλοσυρή ματιά και μου είπε: "Μπα, νέος, κάνουμε και υποδείξεις στον παλιό; Γι’ αυτό νομίζεις ότι σε φέρανε εδώ;”. Κατάλαβα πια ότι ο λόγος της παρουσίας μου εκεί δεν αφορούσε καμιά κατάρτιση, αλλά την απλή κατασπατάληση δημόσιων κονδυλίων. Ειλικρινά σου λέω, Βαγγέλη, βλέπω τους ανθρώπους της γειτονιάς, τους απλούς εργάτες που υποφέρουν, που δουλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί και πληρώνουν, παρόλα αυτά, τον ΕΝΦΙΑ, που αγοράζουν τα είδη στο σουπερμάρκετ ολοένα και πιο ακριβά και συνεχώς κόβουν απ’ τ’ αναγκαία, και ντρέπομαι. Ντρέπομαι γι’ αυτά τα 2.450 ευρώ που έλαβα χωρίς να τα δουλέψω. Μακάρι να είχα την οικονομική δυνατότητα να τους τα επιστρέψω και να συνεχίσω να έχω το κεφάλι ψηλά". 



Αυτά είπε ο Γιώργος Ε., ο μακροχρόνια άνεργος ηλεκτρονικός της Άνω Τούμπας. Όταν του πρόσφερα 20 ευρώ για το κουρτινόξυλο που βίδωσε στην οροφή, αρνήθηκε τρεις φορές το ποσό, θεωρώντας το υπερβολικό. Τελικά, του το έβαλα στην τσέπη λέγοντας "Σήμερα εσύ, αύριο εγώ. Ποιος ξέρει τι μας επιφυλάσσει το μέλλον; Το ξέρεις και το ξέρω ότι τα λεφτά αυτά τα έχεις απόλυτη ανάγκη".



Δεν νομίζω ότι χρειάζονται πολλά σχόλια. Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Τα δύο περιστατικά, τα οποία αφορούν, κατά κάποιον τρόπο, την ίδια χρεοκοπημένη δημόσια επιχείρηση, η οποία αυτή τη στιγμή βλάπτει πολλαπλώς την παραπαίουσα εθνική οικονομία, μιλούν από μόνα τους. 



Κάποιοι αρνούνται να αποδεχτούν ότι η χώρα πτώχευσε, ότι το πάρτι τελείωσε, ότι τα πάσης φύσεως παρασιτικά παραμάγαζα θα κλείσουν ή θα πωληθούν, ότι κανείς "σωτήρας" δεν πρόκειται να αριβάρει από πουθενά, με ευρώ, δραχμές, ρούβλια ή ρουπίες, για να εξασφαλίσει τις παχυλές τους αργομισθίες, τη δε άρνησή τους αυτή τείνουν τώρα να παρουσιάσουν ως αγώνα οπισθοφυλακών, πριν από το αποχωρητήριον μαρς. 



Κάποιοι άλλοι, που δεν σιτίστηκαν ποτέ από το Πρυτανείο...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στο ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Θέατρο σκιών

Γράφει ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ



Από μικρό παιδί με έθελγε με έναν πολύ περίεργο, πολύ ιδιαίτερο τρόπο το θέατρο σκιών. Θα ’μουν τεσσάρων-πέντε χρονών, ήταν θαρρώ η τελευταία χρονιά της Δικτατορίας, όταν ο πατέρας μου, δασάρχης τότε Ελασσόνας, μας πήγε, εμένα και την αδελφή μου, να παρακολουθήσουμε για πρώτη φορά "Καραγκιόζη". Η χαρά ήταν τέτοια στο πρόσωπό του, ώστε γλύκαινε τη δικιά μας αμηχανία και λίγο-λίγο τη μετέβαλλε σε αδημονία. Θα πηγαίναμε για μας, βέβαια, τα παιδιά, αλλά και για κείνον, που καμάρωνε ότι στην πρώιμη εφηβεία του εμψύχωνε τον μπαρμπα-Γιώργο στο παιδικό, ερασιτεχνικό θέατρο σκιών του μαχαλά μιας άλλης εποχής.


Ήταν Κυριακή, η παράσταση ήταν προγραμματισμένη για νωρίς το μεσημέρι. Ο κόσμος –γονείς και παιδιά, ανάμεσά τους κι ορισμένα ασυνόδευτα γερόντια– συνέρρεε μετά τον εκκλησιασμό και τον καφέ ή το "υποβρύχιο" στην πλατεία, για να απολαύσει ένα από τα ελάχιστα θεάματα που προσφέρονταν εκείνο τον καιρό σε μια μικρή, πληκτική, "άνυδρη", άχρωμη και άοσμη επαρχιακή κωμόπολη. Το άλλο ήταν ο κινηματογράφος, όπου "Τα κανόνια του Ναβαρόνε" ή "Οι άθλοι του Ηρακλέους" προβάλλονταν σε χᵛ προβολή, με καθυστέρηση δεκαπενταετίας από την εποχή της πρώτης προβολής.


Σκέφτομαι σήμερα, πάνω από σαράντα χρόνια μετά, ότι δεν ήταν και καμία σπουδαία παράσταση. Ωστόσο, από την πρώτη κιόλας στιγμή, την αρχική περιέργεια διαδέχθηκε η βαθειά εντύπωση που προξένησαν στο αεικίνητο βλέμμα του παιδιού οι φιγούρες και τα σκηνικά. Όλος εκείνος τρυπητός και έντονα φωτισμένος πίσω απ’ το πανί δισδιάστατος κόσμος ήταν κάτι πρωτοφανέρωτο και τόσο προδήλως "ψεύτικο", ώστε ακόμα αναρωτιέμαι ποια ήταν τα στοιχεία της σύμβασης που έκαναν δυνατή τη συμμετοχή σ’ αυτόν του θεατή. Τα πρόσωπα στερεότυποι χαρακτήρες, που ήξερες ήδη προτού "μιλήσουν" τι θα πουν και τι θα πράξουν. Ο Καραγκιόζης, ο Χατζηαβάτης, η Αγλαΐα, τα Κολλητήρια, ο Πασάς, ο Βεληγκέκας, ο μπαρμπα-Γιώργος, ο σιόρ Διονύσιος, ο Μορφονιός, ο Σταύρακας, ο Εβραίος. Ένας ολόκληρος μικρόκοσμος καμωμένος από σταθερούς ρόλους, με σταθερά όρια και σταθερές δυνατότητες. Το ψέμα του ήταν η αλήθεια του. Το ότι τα πράγματα είχαν έτσι ακριβώς και δεν μπορούσαν να εξελιχθούν αλλιώς ήταν ο τρόμος κι ο καθησυχασμός του. Τίποτε δεν άλλαζε κι όλα ίδια μέναν, κατά το γνωστό άσμα, με τα ευτράπελα και τις ματσαραγκιές να γεμίζουν το τεράστιο κενό της απουσίας της τρίτης διάστασης και της δικής της, πιο αβέβαιης, πιο επίφοβης, πιο ροϊκής αλήθειας.


Αυτή ήταν η μαγεία του θεάτρου σκιών. Απευθυνόταν στο κοινό προβάλλοντας μια συνείδηση του κόσμου ουσιαστικά ανιστορική, χωρίς ίχνος επαγωγικών συνάψεων, χωρίς πραγματικές εσωτερικές ή εξωτερικές διαδρομές, χωρίς δράματα. Μια απλούστευση. Μια νηνεμία που απέκλειε κάθε αντίθετη σκέψη ή προσδοκία. Ό,τι "συνέβαινε" δεν θα ’χε καμιά σημασία αν δεν "συνέβαινε". Ό,τι λεγόταν θα μπορούσε να υποτεθεί χωρίς να λεχθεί. Το θέατρο σκιών ήταν μια ακίνδυνη προέκταση του θρυμματισμένου εαυτού. Η σκηνικά παρουσιασμένη ανάγκη ενός άλλου κόσμου. Ανάμεσα στις εναλλαγές των σκιών ήσουν έτοιμος να δεχτείς τα πάντα, να συγχωρέσεις τα πάντα, να ξεχάσεις τα πάντα. Η πλοκή ήταν τόσο υποτυπώδης ώστε κάθε επέμβαση της γνώσης ή της φαντασίας να μοιάζει περισσότερο δυσβάστακτη για σένα που θα την επιχειρούσες παρά για την "κανονικότητα" το έργου. Η όλη εμπειρία ήταν συναρπαστική καθόσον, αν μη τι άλλο, ήταν ελάχιστα, οριακά εμπειρική. 


Ναι, με γοήτευε η ψευτιά που παρουσιαζόταν ως αλήθεια. Με γοήτευαν τα εκ των προτέρων γνωστά όρια. Οι βέβαιες, στέρεες ατάκες. Οι κοινοί παρονομαστές. Η "λαϊκότητα". Η φτήνια. Το ελάχιστο που μπλεκόταν περίεργα με το μέγιστο. Δεν υπήρξε ποτέ, θαρρώ, καλύτερος μηχανισμός εξαπάτησης – που πάει να πει πιο ευχάριστος, πιο ευμενώς δεκτός – από αυτόν του θεάτρου σκιών.


Αν επιχειρώ αυτή τη μικρή "εξομολόγηση" σήμερα, σε μια εποχή που δικαιολογεί απόλυτα τον τίτλο της λαμπρής εκείνης παλαιάς ομιλίας του μακαριστού γέροντος Μωϋσή του Αγιορείτου με τίτλο "Το άγχος της θλίψεως", το κάνω διότι εντελώς αυθόρμητα, καθώς στη σημερινή μου κατάσταση παρακολουθώ την πολιτική, οικονομική και εν γένει κοινωνική πραγματικότητα, συνειδητοποιώ ότι οι φιγούρες του θεάτρου σκιών, το ίδιο δισδιάστατες όπως και τότε, έχουν κατέβει απ’ τον μπερντέ και κατακλύσει τον κόσμο των θεατών. 


Έχουν γίνει οι ίδιες θεατές της ιστορίας που γράφουμε εμείς οι άλλοι, όσοι έχουμε σάρκα και οστά, κι εμείς πάλι, σε τούτη την περίεργη αντιστροφή των ρόλων, τείνουμε να γίνουμε, εκόντες άκοντες, οι διασκεδαστές του.  


Δεν αναγνωρίζετε ανάμεσά μας τον Καραγκιόζη, τον Χατζηαβάτη, την Αγλαΐα, τα Κολλητήρια, τον Πασά, τον Βεληγκέκα, τον μπαρμπα-Γιώργο, τον σιόρ Διονύσιο, τον Μορφονιό, τον Σταύρακα, τον Εβραίο; 


Δεν αισθάνεστε παράξενα που τα "πρόσωπα" αυτά, χωρίς καθόλου ν’ αλλάξει το σενάριο του μπερντέ, μιλούν πλέον ανάμεσά μας, αντιτάσσουν τους ρόλους τους στον δικό μας, χειρίζονται τον περίεργο, άγνωστο σ’ αυτά κόσμο μας όπως ακριβώς χειρίζονται τον δικό τους κόσμο, διαπερνούν με τη λεπιδωτή λεπτότητά τους τον όγκο μας, τυλίγουν με τις στερεότυπες ατάκες τους τις δικές μας λαβυρινθώδεις, σκοτεινιασμένες σκέψεις; 


Εγώ και το βλέπω και το κατανοώ. Μάλιστα το θεωρώ εντελώς φυσιολογικό. Όταν...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Το κάτω φέρνει το παρακάτω

Γράφει ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ



Μια από τις πιο "διαχρονικές" αιτίες της κρίσης που βιώνουμε –και κατά τα φαινόμενα θα συνεχίσουμε να βιώνουμε για αρκετά χρόνια ακόμα– είναι η άρνηση και, εν συνεχεία, η απώλεια της αξίας.  


Δεν πρόκειται ούτε για "φυσικό φαινόμενο" ούτε για "νομοτέλεια", αλλά για συνειδητή, διαχρονική επιλογή του ελληνικού πολιτικού κατεστημένου, σχεδόν σύμφυτη με τη γένεση του ελληνικού κράτους ως χαλαρής συνομοσπονδίας από αρματολίκια και καπετανάτα. 


 Η ύπαρξη και η αναγνώριση της αξίας προϋποθέτουν την ύπαρξη και την αναγνώριση κάποιας κοινής, ενιαίας αξιολογικής κλίμακας. Στην περίπτωσή μας κλίμακα, υπό την έννοια μιας κοινά αποδεκτής θέσμισης δεν υπήρξε ποτέ, τα δε αρματολίκια και τα καπετανάτα, παρότι στη συλλογική συνείδηση καταγράφονται –επιφανειακά τουλάχιστον– ως φάροι ελευθερίας, στην πράξη αποδείχθηκε ότι υπήρξαν οι πλέον διαχρονικοί διαιρέτες και, επομένως, οι πλέον διαχρονικοί εγγυητές της συλλογικής ανελευθερίας.



Σε ό,τι αφορά τις πιο πρόσφατες γενιές, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι η παλαιά πρακτική της οργανωμένης άρνησης και απώθησης της αξίας – ένας συνδυασμός πελατοκρατίας, ευνοιοκρατίας, μετριοκρατίας και... πολιτικής ακράτειας – ενδύθηκε μανδύα "κοινωνικής δικαιοσύνης", με "αριστερό" μάλιστα πρόσημο: 


Θεωρήθηκε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι η αποσύνδεση του εν ευρεία εννοία (παρα)σιτισμού με δημόσιους πόρους από κάθε μέτρο αξίας – ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων, η "τυπική" μόνο σύνδεση με εξίσου τυπικές, για το θεαθήναι, επικλήσεις αξίας – αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, επιλογή "κοινωνικής δικαιοσύνης", "αποκατάστασης αδικιών", "δικαίωσης των μη προνομιούχων", οι οποίοι διεκδικούσαν "μια θέση στον ήλιο" ως αναξιοπαθούντες και όχι επειδή αντικειμενικά την άξιζαν ή τη "δικαιούνταν". Αυτό, βεβαίως, ήταν πολύ βολικό, καθόσον αυτόχρημα απενοχοποιούσε τους ενόχους τέτοιων πρακτικών και, προσέτι, ενοχοποιούσε όλους όσοι είχαν το σθένος να αντισταθούν και να τις καταγγείλουν. 



Στη διελκυστίνδα μεταξύ "καλών" και "κακών", "προοδευτικών" και "αντιδραστικών", "κοινωνικά ευαίσθητων" και "ανάλγητων" είναι περίπου εκ των προτέρων βέβαιο – και "ηθικά επιβεβλημένο" με τον μοναδικό τρόπο που οι ανήθικοι χρησιμοποιούν την ηθική – ότι θα επικρατήσουν οι πρώτοι. Οι μανιχαϊσμοί καταλήγουν, σχεδόν πάντοτε, στη "δικαίωση" επιλογών που γίνονται με κριτήριο το "ποιος" επιλέγει και όχι με βάση το περιεχόμενο, τη σκοπιμότητα, το δυνητικό ή/και το πραγματικό αποτέλεσμα της επιλογής. Για τούτο άλλωστε εν ονόματι κάποιας "μυθικής", "αυθεντικής" και πάντως αναπόδεικτης "ηθικής" υποβαθμίζουν, σχεδόν πάντοτε, τα όποια "ηθικά"-"αξιακά" πρότυπα. 


Όπως υποστηρίζει ο Thomas Mann στο μεγαλειώδες roman-fleuve "Ο Ιωσήφ και τ’ αδέλφια του": "Βαδιζουμε πάνω σε ξένα χνάρια κι όλη η ζωή δεν είναι τίποτ’ άλλο από τη ρευστοποίηση του παρόντος στα εκμαγεία κάποιου μύθου".  


Κάποιου βολικού μύθου, σπεύδω να συμπληρώσω. Τέτοιου που να ωραιοποιεί και να εξιδανικεύει ό,τι χρειάζεται την ωραιοποίηση και την εξιδανίκευση για να μη προκαλεί έμετο. Για σκεφτείτε λιγάκι:


Τι έχει πραγματική σημασία στη ζωή, το "πρόσημο" ("αριστερό"-"δεξιό", "προοδευτικό"-"αντιδραστικό", "ευαίσθητο"-"ανάλγητο", κ.ο.κ.) ή το περιεχόμενο; 


 Και τι συμβαίνει, αλήθεια, όταν όλα τα "πρόσημα" έχουν το ίδιο περιεχόμενο; Είναι ή δεν είναι ανούσια όσο και ανόσια;



Οι βαθύτερες αιτίες της ανομίας και της αποκλειστικά προσχηματικής λειτουργίας του κράτους ως, κατ’ ουσίαν, δημιουργού, υπερασπιστή και εγγυητή ενός συστήματος στεγανών με βάση τις σταθερές και ιδεολογικά άχρωμες επιταγές των εκάστοτε δομών εξουσίας υπήρξαν τα "όπλα" των πελατοκρατών: οι αρχές της ήσσονος προσπάθειας και της εξίσωσης προς τα κάτω.  


Αμφότερες αποτελούν διαστροφές της δημοκρατικής αρχής. Η δημοκρατία θεωρείται ότι είναι το καλύτερο πολίτευμα διότι περιορίζει την ύπαρξη στεγανών και κατ’ αυτόν τον τρόπο διασφαλίζει, περισσότερο από κάθε άλλο πολίτευμα, την κοινωνική εξέλιξη των πολιτών με βάση την ατομική τους αξία.  


Πόσο συμβιβάζεται αυτό με την κατάργηση της αξίας; Και πού οδηγεί η κατάργηση της αξίας αν όχι στην αυθαιρεσία; 


Ποιος αποφασίζει και ποιος ελέγχει την κατανομή των δημόσιων πόρων σε μια κοινωνία χωρίς κλίμακα αξιών; 


Να θυμίσω ότι εν ενεργεία υπουργός της παρούσας κυβέρνησης επιχείρησε, στο πρόσφατο παρελθόν, να επιχειρηματολογήσει κατά της "αριστείας";  


Ποιον ευνοεί μια τέτοια "επιχειρηματολογία", αν όχι τους πελάτες άνευ αξίας που αναζητούν μια θέση υπό τον κομματικό ήλιο; 


Δεν τους βλέπουμε να συνωθούνται καθημερινά για μια θέση αργομισθίας; Δεν τους οσμιζόμαστε; Δεν υποφέρουμε από την κακοφωνία του λόγου τους;



Για δείτε όμως! Το κάτω φέρνει το παρακάτω. Είναι τυχαίο το γεγονός ότι ένα σύστημα βασισμένο, είτε ρητά είτε σιωπηλά, και πάντως διακομματικά, στην άρνηση της αξίας, οδηγείται πλέον σε μια αντίστοιχη με την κατανομή των προνομίων κατανομή των βαρών; 


Όταν έχεις πρακτικά εξουθενώσει κάθε φορέα ικανό να παράγει "αξία", πού θα βρεις το προϊόν της αξίας που χρειάζεσαι για να το μοιράσεις στους ανάξιους; 


Είναι ή δεν είναι αυτό το καίριο πρόβλημα του ψωραλέου ελληνικού κράτους; 


Επιβάλλει, ναι ή όχι, η λογική της άρνησης της αξίας, τη συνεχή διεύρυνση των απαιτήσεων του αδηφάγου – πλην όμως αδέκαρου – κράτους προς τα "κάτω"; 


Είναι συμπτωματική ή "νομοτελειακή" η συνεχής πτώση του αφορολόγητου ορίου σε κοινωνίες όπως η δική μας – κοινωνίες που διώκουν τους "πλουσίους" και διώχνουν στην αλλοδαπή τους ικανούς; 


Είναι συμπτωματική ή "νομοτελειακή" η συνεχής αύξηση των έμμεσων φόρων, η οποία, όπως όλοι ομολογούν, πλήττει ιδίως τους "φτωχούς" και όχι τους "πλούσιους"; 


Πού μετακυλίεται το βάρος σ’ αυτές τις περιπτώσεις; Στους "πλούσιους"; Δεν το νομίζω. Ούτε κι εσείς το νομίζετε, ασχέτως του αν το παραδέχεστε, διότι το ζείτε.



Βλέπετε, η έννοια της "αξίας" είναι αμφίδρομη: η ύπαρξη του "πάνω" επιτρέπει τη διαφοροποίηση της μεταχείρισής του σε σχέση με το "κάτω". Αν η σχέση αυτή ανατραπεί και βρεθούν οι πάντες "κάτω", τότε αντίστοιχα ανατρέπεται και η προηγούμενη διαφοροποιημένη αντιμετώπιση. Θα ’λεγα ότι πρόκειται πλέον για "ισότητα στη φτώχεια", η οποία όμως, όσο η φτώχεια επιδεινώνεται, γίνεται ολοένα και πιο επαχθής για τους ίδιους τους φτωχούς. Πρακτικά μιλώντας: 


Η αδυναμία δημιουργίας πλούτου, λόγω κατάργησης της αξίας, ναι μεν αντισταθμίζεται "ηθικά" από τις αργομισθίες και τις προνομίες, πλην όμως, στον επόμενο τόνο, κι αυτές κατ’ ουσίαν τις καταργεί. Δεν μπορείς να "δώσεις" ό,τι δεν έχεις. Δεν μπορείς να μοιράσεις την απαξία κι αυτή να θρέψει στόματα.



Συνοψίζοντας, η θέση που θα ήθελα να σας παρουσιάσω είναι ότι...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Τα παρά -του παρά

Γράφει ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ



Το πρόβλημά μας – το πραγματικό μας πρόβλημα χωρίς τις ιδεολογικές ή τις ηθικολογικές του παραθλάσεις – είναι ο παράς. 


 Εάν υπήρχε ο παράς (είτε υπό τύπον ευχετικής ευκτικής είτε ως εισαγωγή υποθετικού λόγου του μη πραγματικού), δεν θα γινόμαστε τώρα μάρτυρες δραματικών στροφών πολιτικής 180° ούτε οργισμένοι αποδέκτες υπουργικών ενυπόγραφων δακρύων για προηγουμένως καταγγελθείσες ως "κατάπτυστες" και "αποικιοκρατικές" συμβάσεις ούτε πολλών άλλων καρυκευμάτων περιττωματικής αισθητικής τα οποία ακαταπαύστως σερβίρονται ως κύριο γεύμα στον καραγκιόζ μπερντέ της λεγόμενης "κεντρικής πολιτικής σκηνής".



Πάει πολύς καιρός από τότε που το επουσιώδες κατατρόπωσε το ουσιώδες στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, ένα από τα κύρια "διαχρονικά" χαρακτηριστικά της οποίας είναι άλλωστε η απόλυτη λατρεία των ευφημισμών. Δεν νομίζω να υπάρχει παλιότερο ιστορικό παράδειγμα μετονομασίας μιας "Μαύρης Θάλασσας" σε "Εύξεινο Πόντο". Σε αυτά όμως εξαντλείται, φευ, η ευρηματικότητά μας στην επιβεβλημένη από την ίδια τη ζωή προσπάθεια να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα.



Εάν υπήρχε παράς λοιπόν, τώρα θα είχε συντελεστεί η προεκλογικώς εξαγγελθείσα "επανάσταση", η "αλλαγή της Ευρώπης", το πως και πως αναμενόμενο μουσικοχορευτικό θέαμα με συνοδεία ελαφράς ορχήστρας κρουστών και εγχόρδων και όλα τα επίλοιπα φαιδρολογήματα τα οποία ανέδειξε σε κύρια πολιτική ατζέντα το αλάνθαστο κριτήριο του εξαρχής και πάντοτε προδομένου – λόγω βαθύτατης υπαρξιακής ανάγκης – ελληνικού λαού. 



Όμως παράς δεν υπάρχει. Αυτή τη στιγμή που γράφω ακόμη ζητείται με τη χούφτα προτεταμένη και το βλέμμα καρφωμένο στις μύτες των παπουτσιών, όπως της άβγαλτης νύφης πριν από τον γάμο. Κατά την προσφιλή μας μάλιστα τακτική, δεν συζητούμε καν το ουσιώδες, δηλαδή το γιατί δεν υπάρχει παράς, αλλά αναλωνόμαστε σε κατηγορίες εναντίον εκείνων από τους οποίους μοιραία επαιτούμε ό,τι αδυνατούμε βασιζόμενοι αποκλειστικά στις δικές μας δυνάμεις να παραγάγουμε.  


Δεν συζητούμε καν τη χρήση του αιτηθέντος παρά. Είναι αυτονόητη. Θα τον διαθέσουμε "εκεί που πρέπει". Εκεί που πάντοτε "έπρεπε". Και εις αντάλλαγμα θα προσφέρουμε, για μιαν ακόμη φορά, δίκην ενεχύρου, περισσότερα οριζόντια μέτρα. Περισσότερους δίκαιους – σύμφωνα με τις νεότατες απόψεις της ελληνικής πολιτικής επιστήμης με εσάνς ναφθαλίνης του προπερασμένου αιώνα – έμμεσους φόρους που θα πλήξουν, με θαυμαστό και ανεξήγητο τρόπο, μόνο τους "πλούσιους". Αυτό μάλιστα θα επιτευχθεί σε συνδυασμό με το ξεπάτωμα της Παιδείας και την άντληση των ωσαύτως αδιευκρίνιστων μέγιστων ωφελημάτων των αρχών της εξίσωσης προς τα κάτω και της ήσσονος προσπάθειας, οι οποίες άλλωστε εφαρμόζονται απαρεγκλίτως καθ’ όλη τη μοναδική στα ευρωπαϊκά χρονικά πορεία μιας χώρας προς το λαμπρό επίτευγμα μιας άφευκτης και ανυποχώρητης χρεοκοπίας.



Βλέπετε η επιλεγείσα στρατηγική για την απόκτηση και άλλου δανεικού παρά υποκρύπτει – και ταυτόχρονα προϋποθέτει – ορισμένα άλλα "παρά-". Έτσι, για παράδειγμα, είναι περίπου βέβαιο ότι...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: O "εξυπνότερος" λαός του κόσμου ως ζωντανή απόδειξη του αφορισμού περί ανθρώπινης ηλιθιότητας του Russell - Σανοφάγοι σαν στυμμένες λεμονόκουπες

Γράφει ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ



Στη ζωή υπάρχουν πάντοτε πολλοί τρόποι για να φτάσει ή να μη φτάσει κανείς από το σημείο Α στο σημείο Β. Υποτίθεται ότι έχουμε την ικανότητα της διάκρισης και τη δυνατότητα της επιλογής, την ελευθερία της βούλησης όπως έλεγαν παλιότερα. Ευτυχώς ή δυστυχώς, οι αξιολογήσεις και οι επιλογές μας δεν εξαρτώνται μόνο από μας, αλλά και από το περιβάλλον, τις περιστάσεις και τους άλλους. Είναι πολλές οι "μεταβλητές" που περιορίζουν και σχετικοποιούν αυτή την περίφημη ελευθερία της βούλησης – θα ’λεγα μάλιστα την ελευθερία γενικώς στην απόλυτη σύλληψή της, που προσεγγίζει αυτή της ασυδοσίας.



Ακριβώς επειδή ζούμε και κινούμαστε μέσα σε μια κοινωνία ανθρώπων, η οποία, με τη σειρά της, ζει και κινείται ανάμεσα σε άλλες κοινωνίες ανθρώπων που αναπτύσσουν μεταξύ τους πολυεπίπεδες και σύνθετες δυναμικές, οφείλουμε να προβάλλουμε συνεχώς την ελευθερία της διάκρισης και της επιλογής πάνω στα δεδομένα που έχουμε συνδιαμορφώσει με τους άλλους ή που οι άλλοι έχουν διαμορφώσει γύρω μας. Η απλή σκέψη του λέγοντος "Από το σημείο Α θέλω να πάω στο σημείο Β" πρέπει, κατά κάποιον τρόπο, να είναι συμβατή με πολλές ανάλογες σκέψεις πολλών άλλων, ώστε να είναι υλοποιήσιμη. Πρέπει, επομένως, να γίνει πρώτα πειστική για να γίνει, ακολούθως, σεβαστή. Eξάλλου, οι ενέργειες στις οποίες κάποιος προβαίνει για να υπερασπίσει μια θέση ή άποψη πρέπει να διαθέτουν ένα διακριτό βαθμό συνέπειας και συνοχής. Να πείθουν ότι ο αυτουργός ή ο εισηγητής τους είναι πρόσωπο συγκροτημένο και με θετικό πρόσημο, ότι η διάθεσή του είναι συνεργατική και εποικοδομητική, ότι οι βασικές παραδοχές του είναι λογικές ή τουλάχιστον λογικοφανείς κι ακόμη ότι η στάση του μπορεί να είναι αμοιβαία επωφελής για όσους δεν προσπεράσουν αλλά τη θέσουν στην κρησάρα της αξιολόγησης.



Δυστυχώς δεν καταγράφονται πολλές τέτοιες στάσεις στο βαβυλωνιακό περιβάλλον όπου ζούμε. Η πλειονότητα των ανθρώπων, κατά κύριο λόγο συνεπεία υποβόσκουσας ή απροκάλυπτης ιδιοτέλειας ή διανοητικής νωθρότητας, εμπίπτει στην τεράστια κατηγορία που ο Bertrand Russell περιγράφει με τον ακόλουθο αφορισμό: "Οι μόνοι άνθρωποι που είναι απόλυτα πεπεισμένοι για την ορθότητα των απόψεών τους είναι εκείνοι οι οποίοι χαρακτηρίζονται από τέτοιο βαθμό ηλιθιότητας ώστε να αδυνατούν να αντιληφθούν το άτοπό τους" (Bertrand Russell, Mortals and Others, Volume I, On Modern Uncertainty (20 July 1932), σ. 127.). 



Πρόκειται για εκείνους που στο όνομα κάποιας κατά το μάλλον ή ήττον ατεκμηρίωτης ορθότητας 
– συχνά "ιδεολογικοποιημένης" ή "μαρτυρικής" – υποστηρίζουν με απόλυτο τρόπο μια θέση, μη παρέχοντας στους συνομιλητές, τους εταίρους ή/και τους αντιπάλους τους τη δυνατότητα προσέγγισης και συνδιαμόρφωσης μιας "μέσης λύσης". Για εκείνους που όταν η αποτυχία σαλπίσει στην πόρτα τους όπως οι σαλπιγκτές του Ιησού του Ναυή γύρω από τα τείχη της Ιεριχούς θα βγουν έκπληκτοι στο κατώφλι και με το πιο φυσικό ύφος του κόσμου θα δικαιολογηθούν επικαλούμενοι "κακή πληροφόρηση" και "αυταπάτες". Για εκείνους που μη μπορώντας να πείσουν αρνήθηκαν να πεισθούν και τώρα πια, που έχουν κατασπαταλήσει σε χίμαιρες και μικροκομπίνες το πολυτιμότερο ανθρώπινο κεφάλαιο – τον Χρόνο – , έχουν γίνει αποδέκτες της εύλογης δυσπιστίας των άλλων. Για το είδος των ελλιποβαρών προσώπων που θεωρούν φυσικό το γεγονός ότι η ελαφρότητά τους τούς απομακρύνει συνεχώς από την όποια γραμμή επικοινωνίας με τους άλλους.



Θυμάστε την τριπλή επανάληψη της λέξης "implementation" από την κ. Lagarde την ημέρα της υπογραφής του πρώτου μνημονίου; 


 Μάλλον όχι. Μεσολάβησαν άλλωστε τόσα πολλά από τότε. Εδώ καλά-καλά δεν τη θυμούνται οι τότε φαιδρώς πανηγυρίζοντες τη δική τους "αυταπάτη" ηγέτες μας – όσοι τότε είχαν πιστέψει ότι "το θέμα πλέον τακτοποιήθηκε" και μπορούμε να συνεχίσουμε το ίδιο βιολί με ορισμένες "διακοσμητικές" αλλαγές για το θεαθήναι. Εμένα πάντως μου τη θύμισε με εκκωφαντικό τρόπο η "κομψή" πρόσφατη ανακοίνωση του κ. Draghi, σύμφωνα με την οποία η απόφαση για την επαναφορά του waiver (δηλαδή της απευθείας χορήγησης ρευστότητας στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα μέσω της αγοράς ομολόγων του ελληνικού δημοσίου από την ΕΚΤ με πολύ χαμηλό επιτόκιο) "θα παρθεί μόνον εάν η Ελλάδα εφαρμόσει πρώτα τα υπόλοιπα prior actions και υπάρξει απόφαση του ESM".  


Τι μας λέει, απλοελληνιστί, ο κ. Draghi; 


Αυτό που ως επωδό επαναλαμβάνουν χρόνια τώρα οι "Θεσμοί" και όλοι οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί: "Δεν σας εμπιστευόμαστε".




Η απώλεια της εμπιστοσύνης δεν υπήρξε αποκλειστικό κατόρθωμα της παρούσας κυβέρνησης. Ξεκίνησε με το θλιβερό περιστατικό της "χαρτοπετσέτας", με πρωταγωνιστές τον υπουργό Οικονομικών της κυβέρνησης ΝΔ κ. Παπαθανασίου και την τότε υπουργό Οικονομικών της Γαλλίας κ. Lagarde. Συνεχίστηκε με τις "αποζημιώσεις" του κ. Χατζηγάκη προς τους αγρότες και το "Άστο γι’ αργότερα" του έκτοτε σιωπούντος πρώην πρωθυπουργού προς τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας κ. Αλογοσκούφη. Τη σκυτάλη παρέλαβε η έξαλλη ρητορεία του "Λεφτά υπάρχουν", το πρώτο δείγμα γραφής της οποίας αποτέλεσε η χορήγηση "επιδόματος αλληλεγγύης" σε συνδυασμό με την επίμονη άρνηση της πραγματικότητας ενός ελλείμματος που προσέγγιζε το 16% – η επιστροφή στην πραγματικότητα συνέβη μόνο όταν το κόστος δανεισμού εκτοξεύθηκε στα ύψη και η τότε κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με τη σκληρή θέα του άδειου ταμείου. 



Ο θρίαμβος της "συνέχειας του κράτους" a la greca ολοκληρώθηκε με...

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Λέτε να είχε ταξική συνείδηση ο Προκρούστης ω Παλιάνθρωποι?

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Γράφει ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ


Τις διαβεβαιώσεις όλων ανεξαιρέτως των νεοεκλεγμένων ελληνικών κυβερνήσεων ότι θα είναι "κυβέρνηση όλων των Ελλήνων" ουδέποτε τις πίστεψα. Ένας επαγγελματίας πολιτικός σ’ αυτήν τη χώρα νοιάζεται μόνο για τους ψηφοφόρους-πελάτες του. Εξάλλου, οι ένθεν και ένθεν καταγγελίες περί "κομματικού κράτους" και οι προσωπικές εμπειρίες όλων μας που σχετίζονται με την ύπαρξη και λειτουργία αυτού του κράτους αποτελούν έμμεση πλην σαφή ομολογία της αναλήθειας της εξαγγελίας περί "κυβέρνησης όλων των Ελλήνων". Οφείλει πάντως κανείς να αναγνωρίσει στο γνωστό μεταπολιτευτικό δίπολο ότι τουλάχιστον φρόντιζε ως καλός Φαρισαίος να τηρεί τα προσχήματα.



Τούτο το στερνό δεινό που επέλεξε ο "σοφός" λαός για να τον κυβερνά –κατά τα φαινόμενα όπως ακριβώς του αξίζει– ξεπέρασε, είτε από ατζαμοσύνη είτε από το βουλιμικό σοκ που προκαλεί ο λουφές, κάθε σχετική αναστολή, ώστε με επανειλημμένες δηλώσεις βουλευτών και κυβερνητικών στελεχών να διακηρύσσει ανοιχτά την αποκλειστική του "προτίμηση" στους ψηφοφόρους και οπαδούς του, καθώς και την απέχθειά του προς όλους τους "άλλους".



Υπενθυμίζω ότι πριν από μερικά χρόνια ο γνωστός και μη εξαιρετέος Silvio Berlusconi είχε χαρακτηρίσει με δημόσια δήλωσή του όλους όσοι δεν τον ψηφίζουν "coglioni". Όσοι γνωρίζετε ιταλικά αντιλαμβάνεσθε ό,τι λόγοι δημοσίας αιδούς δεν μου επιτρέπουν να μεταφράσω τον όρο στη γλώσσα μας – αν και η έκφραση είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο, "πεζοδρομιακή" και στην Ελλάδα. Βέβαια, ο Berlusconi είναι, κατά τη λογική Κυρίτση, "ταξικός εχθρός". Αυτό δεν μας εμποδίζει, ωστόσο, να υιοθετούμε τις "εμπνευσμένες" ύβρεις προς τους πολιτικούς του αντιπάλους και απλώς να τις αντιστρέφουμε και τάχα να τις "ιδεολογικοποιούμε". Μια διαφορά: η Ιταλία απέφυγε τον εμφύλιο πόλεμο που οι δικοί μας τότε Κυρίτσηδες όχι μόνο δεν απέφυγαν αλλά προκάλεσαν – και έχασαν.



Οι απλοποιήσεις και οι γενικεύσεις είναι το ψωμί και το βούτυρο των πολικάντηδων. Το ίδιο και οι μανιχαϊσμοί. Επιτρέπουν ή διευκολύνουν, κατά περίπτωση, τις αναγκαίες περιχαρακώσεις, ώστε το κοπάδι να παραμένει στο μαντρί και να μη μπαίνει στον πειρασμό να ρίχνει λοξές ματιές στα βοσκοτόπια του γείτονα. Τι πιο ηρωϊκό από το δίλημμα μεταξύ ενός μεγάλου, δραματικού, χορταστικού, εξουθενωτικού "Ναι" ή "Όχι", μεταξύ των "δικών μας" και των "άλλων", μεταξύ των "πλούσιων" και των "φτωχών", μεταξύ των δυνάμεων του Φωτός και του Σκότους! Όσο πιο "ακραίο" το δίλημμα τόσο λιγότερο αναγκαία η τεκμηρίωσή του. Ακόμη και οι υποτιθέμενοι οπαδοί του "διαλεκτικού υλισμού" στο τέλος δεν κάνουν τίποτε περισσότερο από το να αναπαράγουν και να επιβάλλουν "αυταπόδεικτα" τσιτάτα επί ποινή εξοστρακισμού των "ιερόσυλων".



Όπως, φερ’ ειπείν, το περίφημο πλέον τσιτάτο-δίλημμα-διαχωριστική γραμμή για τους "Μένουμε Ευρώπη" και τους "Μένουμε στον άξονα υπό τα μαλακά μας μόρια".  


Είναι τυχαίο ότι το ευτελές και ακραία ρατσιστικό αυτό χυδαιολόγημα "επιστρατεύεται" ως πολιτικό επιχείρημα την επαύριον της ψήφισης της "τέλειας καταιγίδας" των νέων έμμεσων φόρων; 


Ποιους πλήττουν, ω Παλιάνθρωποι, οι έμμεσοι φόροι που βάζετε παντού;  


Τους "πλούσιους";  


Ο "πλούσιος" θα έχει πρόβλημα να πληρώσει την αυξημένη τιμή του καφέ ή της μπίρας; 


Ο "πλούσιος" θα αναγκαστεί, με πόνο καρδιάς, να διακόψει τη συνδρομή στο Ίντερνετ; 


Ο "πλούσιος" θα πάψει να χρησιμοποιεί το αυτοκίνητό του; 


Ο "πλούσιος" θα αλλάξει τη συνδρομή του στην εταιρία κινητής τηλεφωνίας με κάρτα των δέκα ευρώ; 


Ο "πλούσιος" θα αρχίσει να μετρά και να ξαναμετρά την επιβάρυνση της αύξησης του συντελεστή ΦΠΑ από το 23% στο 24% στο τυπικό οικογενειακό καλάθι, ώστε να δει τι μπορεί να "κόψει"; 



Και ποιοι είναι οι "δικοί σας", ω Παλιάνθρωποι; 


Γιατί δεν τους κατονομάζετε; 


Γιατί δεν κάνετε το επόμενο βήμα προς την ειλικρίνεια ή την απόλυτη ξεδιαντροπιά για να παραδεχτείτε ότι "δικοί σας" είναι οι καθ’ έξιν και και κατ’ εξακολούθηση "πελάτες" των "άλλων" που φοβήθηκαν ότι η πτώχευση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την αργομισθία ή το προστατευμένο "περιβάλλον" των σχέσεών τους με το Δημόσιο και έσπευσαν πανικόβλητοι να αλλάξουν "προστάτη";  


Γιατί, βέβαια, δεν είναι "δικοί σας" τα 1,5 εκατομμύρια των ανέργων του ιδιωτικού τομέα, δηλαδή οι άνθρωποι που κατά τεκμήριο δεν είχαν "μπάρμπα στην Κορώνη" ώστε να εξασφαλίσουν την πολυπόθητη αργομισθία ή την απευθείας ανάθεση ή το συγκεκαλυμμένο μονοπώλιο και την πάχυνση των "coglioni" τους υπό συνθήκες απόλυτης νιρβάνας. 


Διότι τι κάνετε για να αλλάξετε τη μοίρα αυτών των ανθρώπων και να "διεκδικήσετε" την πολιτική τους εκπροσώπηση; 


Κάνετε κάτι και δεν το πήραμε χαμπάρι; 


Πώς τους βοηθάτε αυξάνοντας την έμμεση φορολογία; 


Πώς τους βοηθάτε ξεσπιτώνοντάς τους με τις νέες επιβαρύνσεις των ακινήτων; 


Πώς τους βοηθάτε επιταχύνοντας τον ρυθμό με τον οποίο κλείνουν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα; 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στο ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Παρά μία εκατό

Γράφει ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ


Όσα συμβαίνουν δεν εκπλήσσουν πλέον κανένα. Όσοι κάνουν λόγο για "ενοχικά σύνδρομα", καλό θα ήταν να επανεξετάσουν πολύ προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία αντιδρά στα αποκαλυπτήρια της ηθικής, πνευματικής, αξιακής της πτώχευσης. 


Όλη αυτή η παθητικότητα που εκδηλώνεται, επιφανειακά τουλάχιστον, ως αδιαφορία, μη συμμετοχή, συγκρατημένη κατήφεια και, εντέλει, σιωπή μόνο τυχαία δεν είναι. Οι άνθρωποι, όλοι μας, έχουν πάντοτε μια βαθύτερη γνώση για τα πράγματα – πολύ βαθύτερη από αυτήν που επικοινωνούν μεταξύ τους ή από αυτήν που επικαλούνται, ψευδόμενοι ή αυτοψευδόμενοι, για να εξηγήσουν τις προσωπικές τους στάσεις.  


Θέλετε να την ονομάσετε "ενοχικό σύνδρομο"; 


Λίγη σημασία έχουν οι λέξεις όταν κανείς "νιώθει" τις συμπεριφορές, όταν τις ψυχανεμίζεται. Η παρατήρηση "Είναι κι αυτή μια στάσις. Νοιώθεται." είναι πολύ ουσιαστική. Αφόρητα ουσιαστική. Είναι ο κοινός παρονομαστής πολλών ακατονόμαστων αληθειών.


Λίγο ως πολύ, όλοι, ιδίως δε οι διαπρύσιοι κήρυκες της Ουτοπίας και οι της καθ’ έξιν διαμαρτυρίας χλευάζοντες και περί άλλα τυρβάζοντες Στέντορες, όλοι σας λέω, γνώριζαν ό,τι ορκίζονται στην ψυχή της μάνας τους πως δεν γνώριζαν. Ότι τα πράγματα θα έφταναν ακριβώς εδώ που έφτασαν. Ότι το "εδώ" δεν είναι το τέλος. Ότι έχει κι άλλο κάτω.  


Πολύ πιο κάτω ώσπου η κατάντια μας να γειωθεί στο σημείο όπου θα επέλθει η έκρηξη "μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί να κατρακυλήσεις πιο βαθιά στου Κακού τη σκάλα".  


Λίγο ως πολύ, οι ίδιοι άνθρωποι είμαστε όσοι παραγγείλαμε, προωθήσαμε, επιτρέψαμε αυτόν τον ξεπεσμό κι όσοι ακόμη τον υπερασπιζόμαστε με νύχια και με δόντια γυρεύοντας το αδιέξοδό μας να διαρκέσει όσο κι εμείς, όσο το σαρκίο μας κι η μπάκα μας. Εμείς οι αμνήμονες και ασυνεχείς. Εμείς που κάναμε τα στραβά μάτια ή που χρυσώσαμε τα μάτια μας αποδεχόμενοι την επανάληψη στο διηνεκές των ίδιων και των ίδιων πρακτικών που ρήμαξαν τη χώρα.


Οι σημερινοί απιθανοαπίθανοι διαχειριστές των εξόδων κηδείας δεν έπεσαν από τη φασολιά στη ρίζα της κολοκυθιάς. Δεν αποτελούν ούτε ευτύχημα ούτε ατύχημα. Είναι απλώς η φυσική συνέχεια όσων με χαρακτηριστική ευκολία σήμερα τους καταγγέλλουν.  


Η καταγγελία είναι πάντοτε τόσο εύκολη! Τόσο ευκολότερη από την ανάληψη της ευθύνης! Τόσο ευκολότερη από την αποκάλυψη και την υπεράσπιση της αλήθειας! Τόσο ανακουφιστικά αποπροσανατολιστική! Τόσο συγκαλύπτουσα την απουσία ουσιαστικού λόγου! Τόσο επιδραστικότερη στο φιλοθεάμον κοινό από τις βαρετές και δυσνόητες αναλύσεις της χρεοκοπίας! Τόσο συγκινητικότερη από τον κοφτερό, ακάνθινο λόγο της διάγνωσης και της ομολογίας του λάθους! Τόσο γοητευτικά αντίστροφα λυτρωτική από τη συντριπτική λύτρωση της αυτοκαταγγελίας και αυτοακύρωσης!


Για μια ακόμη φορά επιχειρούμε να εφαρμόσουμε την ίδια ακριβώς συνταγή! Εμβαλωματικές λύσεις με μόνο μέλημα τη συγκέντρωση των "απαιτούμενων" ποσών μέσω αφαιμάξεως, με στόχο να κερδίσουμε "πολιτικό χρόνο". 


 Η φράση μου προκαλεί στομαχικές διαταραχές. 


"Πολιτικό χρόνο" για ποιον ακριβώς λόγο;  


Για ποιον και τίνι τρόπο "δικαιούχο";  


"Ο χρόνος είναι αστείος", διακήρυσσε ο Reinhardt Goering στο εκπληκτικό θεατρικό του έργο "Ναυμαχία". Ναι, ο χρόνος είναι αστείος όταν απλώς σπαταλάται, όταν απλώς χρησιμοποιείται απ’ όσους δεν έχουν ή δεν ξέρουν τι να κάνουν μ’ αυτόν ή απ’ όσους απλώς τον καταχρώνται σε βάρος των άλλων.


Οι διαδοχικές φοροεπιδρομές όλων των κυβερνήσεων της χρεοκοπίας βασίζονται σε αυτόν και μόνο τον στόχο: τη μη ύπαρξη στόχου. Το σύρε κι έλα στην ατέρμονα μιζέρια μιας στασιμοχρεοκοπημένης οικονομίας και κοινωνίας που καλείται να αποδεχτεί τη μοίρα της και να μάθει να ζει μ’ αυτήν, εν ανάγκη καταρώμενη κάποιους "κακούς ξένους" που την "επιβουλεύονται" σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο, αλλά πάντως πεισματικά αρνούμενη να σκεφτεί αλλιώς, να πράξει αλλιώς, να υπάρξει αλλιώς.  


Να πω και κάτι άλλο, εξίσου σκληρό και δυσάρεστο;  


Η επανάληψη είναι η μήτηρ του αδιεξόδου. Η ίδια και η ίδια συνταγή, το ίδιο και το ίδιο φάρμακο, τα ίδια και τα ίδια μη αποτελέσματα, αργά ή γρήγορα στρέφουν το βλέμμα αλλού, σφαλίζουν τα μάτια και τα χείλη, χαλαρώνουν τις γροθιές, προκαλούν το είδος της πάρεσης που οφείλεται σε μια διαρκή, άσκοπη, αναπότρεπτη άφεση, απενεργοποιούν. Το όνειρο του κάθε εξουσιαστή: μια κοινωνία ζόμπι που σκάει και πληρώνει.


Είναι σκληρό πράγμα η εξουσία. Πολύ σκληρό. Σκληρό διότι υπάρχει χάριν μόνον του εαυτού της. Σκληρό διότι για να υπάρξει συντρίβει άλλους. Κατ’ επιλογήν ή στην τύχη. Σκληρό διότι δεν έχει κανέναν απολύτως ενδοιασμό για τίποτα, δεν ντρέπεται, δεν λυπάται, δεν σέβεται, δεν ορρωδεί. Τη φτύνεις και το δέχεται με ύποπτη συγκατάνευση. Ξερνάς πάνω της και φανερά το απολαμβάνει. Όλη σου η λύσσα για τα μικρά και μεγάλα πραξικοπήματά της σε βάρος του απλού, μικρού, αδύναμου ανθρώπου εκλαμβάνεται απ’ την αφεντιά της ως θωπεία, ως απόδειξη της ισχύος και της επιβολής της.  


Προφανώς δεν υπηρετεί το "κοινό καλό". Τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει. Στην εποχή μας δεν υπάρχει πια ούτε "θεσμικά". Ούτε ως ιδεώδες, ως εξιδανικευμένο αντίβαρο. Ούτε ως άλλοθι. Διότι πείτε μου: όποιοι έχετε τιμή – όχι την τιμή του τετιμημένου, αλλά την άλλη, εκείνη για την οποία κάποιοι, κάπου, κάποτε πρόσφεραν τη ζωή τους – πείτε μου εν τιμή πού βλέπετε το "κοινό καλό" σ’ αυτό που ζούμε;  


Πού βλέπετε την αληθινή μέριμνα για την κοινωνία, δηλαδή, πρωτίστως, για τη συνέχεια αυτού του τόπου;  


Εγώ πουθενά δεν την βλέπω. Ασφαλώς και δεν την βλέπω στην παντί τρόπω και πάση δαπάνη αναπαραγωγή της κακοήθειας που μας αποδυναμώνει και μας απισχναίνει μέρα με τη μέρα, βασανιστικά και σαδιστικά, γνωρίζοντας ότι τρέφεται με πτώματα και ότι για αυτό ίσα-ίσα πρέπει να "παράγει" περισσότερα πτώματα.  


Τι έχει αλλάξει, όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης, απ’ όσα μας βύθισαν στην κρίση;


Ο γάιδαρος του Χότζα ψόφησε άπαξ και ο Χότζας έμεινε χωρίς γάιδαρο. Αν ήθελε καινούργιο γάιδαρο, θα ’πρεπε πλέον να δουλέψει για να τον αποκτήσει κι ακόμη να εξασφαλίζει την τροφή του για να μη έχει την τύχη του προηγούμενου.  


Χρειαζόταν τόση σοφία για να φτάσει κανείς σ’ αυτό το εύλογο συμπέρασμα χωρίς να χρειαστεί πρώτα να ψοφήσει το δύστυχο ζωντανό;


 Όχι βέβαια. Όμως για δείτε: το ζήτημα εξαρχής δεν ήταν ζήτημα σοφίας, "κοινής λογικής", άντλησης διδαγμάτων, κ.ο.κ. Ήταν ζήτημα...