"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΤΙΝΑΣ Η.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΤΙΝΑΣ Η.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΚΟΜΜΑΤΟΣΚΥΛΑΡΟ-ΡΟΥΣΦΕΤΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Είναι ο πελατειασμός ελληνική ιδιαιτερότητα;

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

 

Γράφει ο Ηλίας Ντίνας

Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και κάτοχος της ελβετικής έδρας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.

 

Μπορεί να υπάρξει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση χωρίς πελατειακές σχέσεις;

Η καθημερινή λειτουργία της δημοκρατίας συχνά δίνει την αντίθετη εντύπωση, αλλά αυτό οφείλεται σε μια σύγχυση δύο διαφορετικών πραγμάτων που στη βιβλιογραφία διαχωρίζονται ως constituency service και vote buying.

Η επίλυση προβλημάτων και η διαμεσολάβηση με τη διοίκηση είναι συνυφασμένες με τον ρόλο του βουλευτή. Δύσκολα φαντάζεται κανείς έναν Βρετανό βουλευτή χωρίς τις καθιερωμένες ώρες επαφής («surgeries») με τους ψηφοφόρους του. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μελέτες δείχνουν ότι οι πολίτες απευθύνονται στους εκπροσώπους τους για ζητήματα όπως συντάξεις ή βίζες και η ανταπόκριση δεν εξαρτάται από το αν τους ψήφισαν.

Δίπλα σε αυτό όμως υπάρχει ένα διαφορετικό φαινόμενο: η εξαγορά ψήφων και τα ρουσφέτια, δηλαδή η επιλεκτική παροχή οφελών με αντάλλαγμα πολιτική στήριξη.

Η διάκριση έχει σημασία: στη μία περίπτωση ενισχύεται η εκπροσώπηση, ενώ στην άλλη δημιουργούνται σχέσεις εξάρτησης που τη διαβρώνουν.

Ιστορικά, βεβαίως, τα όρια δεν ήταν πάντα καθαρά. Στις απαρχές του κοινοβουλευτισμού, τα κόμματα λειτουργούσαν περισσότερο ως μηχανισμοί κινητοποίησης ψηφοφόρων παρά ως φορείς ιδεολογίας. Στη Νέα Υόρκη, η περίφημη μηχανή του Tammany Hall μοίραζε δουλειές, άδειες και τρόφιμα σε αντάλλαγμα για ψήφους. Με την επέκταση της καθολικής ψήφου και την είσοδο των μαζικών κομμάτων, η πολιτική σύγκρουση απέκτησε προγραμματικό περιεχόμενο. Οι μεγάλες διαιρετικές τομές, μαζί με την εισχώρηση του κράτους σε όλο και περισσότερες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, μετατόπισαν σταδιακά το κέντρο βάρους της πολιτικής από την προσωπική εξάρτηση προς την ιδεολογική ταύτιση.

Το πέρασμα αυτό όμως δεν ολοκληρώθηκε ποτέ πλήρως.

Ο λόγος είναι απλός: κόμματα και υποψήφιοι επιδιώκουν να κερδίσουν εκλογές και κάθε ψήφος μετράει. Οπου οι θεσμοί είναι αδύναμοι ή η πρόσβαση σε δημόσιους πόρους μπορεί να ελεγχθεί επιλεκτικά, δημιουργούνται ισχυρά κίνητρα για ρουσφέτια. Χαρακτηριστική είναι η μελέτη της Μίριαμ Γκόλντεν, που δείχνει ότι τα κρούσματα διαφθοράς αυξάνονται εκεί όπου ο ανταγωνισμός εντός του ιδίου κόμματος είναι πιο έντονος. Σε συστήματα με ανοικτές λίστες, οι υποψήφιοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους για σταυρούς· σε κλειστές λίστες, ο ανταγωνισμός μεταφέρεται στη θέση στη λίστα.

Το κίνητρο παραμένει το ίδιο: η ατομική πολιτική επιβίωση γεννάει διαφθορά.

Το αποτέλεσμα είναι κακό όχι μόνον επειδή δημιουργεί ζητήματα δικαιοσύνης, αλλά και επειδή είναι αναποτελεσματικό: οι πόροι κατανέμονται με βάση πολιτικές ανταλλαγές και όχι με βάση το συλλογικό συμφέρον.

Πού, λοιπόν, είναι πιθανότερο να συναντήσουμε ακόμη και σήμερα πελατειακές πρακτικές;

Η σύγχρονη πολιτική επιστήμη προσφέρει μια λεπτότερη εικόνα. Το κεντρικό πρόβλημα είναι ότι η ψήφος είναι μυστική. Πώς μπορεί ένας πολιτικός να «αγοράσει» μια ψήφο αν δεν μπορεί να ελέγξει αν ο ψηφοφόρος τήρησε τη συμφωνία;

Η απάντηση βρίσκεται σε ένα τρίτο πρόσωπο: τους μεσάζοντες, τους λεγόμενους brokers. Πρόκειται για τοπικούς παράγοντες που γνωρίζουν προσωπικά τους ψηφοφόρους, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις τους. Επιλέγουν ποιον θα προσεγγίσουν, τι θα του προσφέρουν, και διασφαλίζουν –μέσω επαναλαμβανόμενων σχέσεων και προσδοκιών μελλοντικής ανταμοιβής– ότι η ανταλλαγή θα τηρηθεί.

Οι σχέσεις αυτές δεν είναι στιγμιαίες, αλλά διαρκείς. Δεν πρόκειται για απλή «αγορά» ψήφου, αλλά για πλέγμα αμοιβαίων εξαρτήσεων. Ο ψηφοφόρος εξαρτάται από τον μεσάζοντα για πρόσβαση σε πόρους· ο μεσάζων από τον πολιτικό για να συνεχίσει να τους παρέχει· και ο πολιτικός από τον μεσάζοντα για να κινητοποιεί ψηφοφόρους.

Με άλλα λόγια, η λογοδοσία αντιστρέφεται: οι πολιτικοί λογοδοτούν στα δίκτυα που τους φέρνουν ψήφους και οι πολίτες σε εκείνους που τους εξασφαλίζουν πρόσβαση στο κράτος.

Αυτό εξηγεί και γιατί ο πελατειασμός δεν είναι απλώς «κακή κουλτούρα», αλλά συνδέεται με τη δομή του ιδίου του κράτους. Οπου η κρατική ικανότητα είναι περιορισμένη και η πρόσβαση στους δημόσιους πόρους περνάει μέσα από διαμεσολαβητές, τέτοια δίκτυα ευδοκιμούν. Αντιθέτως, όπου οι υπηρεσίες είναι απρόσωπες, καθολικές και προβλέψιμες, η ανάγκη για μεσάζοντες υποχωρεί.

Ενα παράδειγμα κοντά μας:

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Εξηγώντας την ελληνική εξαίρεση

 

Γράφει ο Ηλίας Ντίνας

Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και κάτοχος της ελβετικής έδρας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.

Η έρευνα της Polling Europe επιβεβαιώνει με τρόπο συστηματικό κάτι που προκύπτει ως μια διάχυτη παραδοχή: οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Eνωσης αντιμετωπίζουν τη Ρωσία ως τη βασική πηγή εξωτερικού κινδύνου, πολύ περισσότερο από τις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Κίνα. Ο μέσος όρος εμπιστοσύνης προς τη Ρωσία είναι στο μισό αυτού της Κίνας και στο ένα τρίτο των ΗΠΑ. Αντίστροφα, το ποσοστό που θεωρεί τη Ρωσία μεγαλύτερη απειλή είναι υπερδιπλάσιο του αντίστοιχου για τις ΗΠΑ και σχεδόν τετραπλάσιο του αντίστοιχου για την Κίνα.

Είναι αρκετοί οι παράγοντες που εξηγούν αυτές τις διαφορές, αλλά θα προσπαθήσω να τους ομαδοποιήσω σε δύο μεγάλες κατηγορίες:

Τη γεωπολιτική προσέγγιση και την πολιτισμική ή αξιακή.

Ποια από τις δύο εξηγεί καλύτερα τη γενική αυτή τάση;

Για να απαντήσω θα προβώ σε μια απλή άσκηση. Θα εξετάσω κατά πόσον η απόσταση των ευρωπαϊκών πρωτευουσών του δείγματος από τη Μόσχα εξηγεί αυτή τη διακύμανση.

Αν οι λόγοι είναι πολιτισμικοί, η κοινή γεωγραφία, που φέρνει συχνά και κοινή ιστορία, θα έπρεπε να μικραίνει αυτές τις διαφορές.

Αντιθέτως, αν είναι η ρεαλιστική γεωπολιτική προσέγγιση αυτή που έχει σημασία, θα πρέπει η γειτνίαση να αυξάνει την απειλή.

Τι από τα δύο υπερισχύει;

Συσχετίζοντας το ποσοστό που θεωρεί τη Ρωσία απειλή με τη (λογαριθμημένη) απόσταση της πρωτεύουσας κάθε χώρας από τη Μόσχα, προκύπτει μια ευδιάκριτη αρνητική σχέση (ο συντελεστής συσχέτισης είναι -0,35 και εξηγεί 12% της συνολικής διακύμανσης). Αντίστοιχα, η συσχέτιση μεταξύ εμπιστοσύνης και απόστασης είναι ασθενώς θετική. Η απόσταση λειτουργεί επομένως ως ένδειξη υπέρ μιας γεωπολιτικής ανάγνωσης του κόσμου: όσο πιο άμεση είναι η πιθανότητα σύγκρουσης, τόσο μικρότερη σημασία έχουν η κοινή ιστορία ή η αίσθηση γειτνίασης.

 

Υπάρχει μια μεγάλη εξαίρεση σ’ όλο αυτό: η Ελλάδα.

Παρά την ενδιάμεση απόστασή της από τη Μόσχα, συγκρίσιμη περίπου με εκείνη της Ιταλίας, η χώρα μας καταγράφει το χαμηλότερο ποσοστό αντίληψης της Ρωσίας ως απειλής σε ολόκληρο το δείγμα. Είμαστε η μόνη χώρα στην έρευνα όπου το ποσοστό που θεωρεί τις ΗΠΑ τη μεγαλύτερη απειλή για την Ευρώπη (31%) ξεπερνά το αντίστοιχο για τη Ρωσία (29%).

Είμαστε επίσης η χώρα με τη μικρότερη διαφορά ανάμεσα στην εμπιστοσύνη προς τις ΗΠΑ (24%) και προς τη Ρωσία (20%), όταν σε χώρες όπως η Πολωνία (52% έναντι 6%) ή η Ρουμανία (40% έναντι 12%) το χάσμα είναι τεράστιο.

Τα απόλυτα μεγέθη χρειάζονται προσοχή. Η ελληνική κοινή γνώμη δεν εμφανίζει υψηλή εμπιστοσύνη προς τη Ρωσία. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στη σχετική αποτίμηση των δύο δυνάμεων. Η Ελλάδα έχει σχεδόν κλείσει την ψαλίδα ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Ρωσία, ενώ σε όλες τις υπόλοιπες χώρες του δείγματος η απόσταση είναι σαφής.

Τι εξηγεί αυτήν την ελληνική ιδιαιτερότητα;

Είναι σίγουρα πολλοί οι παράγοντες, αλλά θέλω να σταθώ στον ρόλο της γεωπολιτικής, που στη χώρα μας έχει πάρει διαστάσεις «ιερής αγελάδας».

Oταν η εξωτερική πολιτική ενός κράτους οργανώνεται αποκλειστικά γύρω από το συμφέρον –μεταφρασμένο σε εξοπλισμούς ή χρήματα–, απουσιάζει ένα σταθερό πολιτικό και αξιακό λεξιλόγιο μέσα από το οποίο οι πολίτες μπορούν να ερμηνεύσουν τη θέση της χώρας στον κόσμο. Η ρητορική του μικρού και ευάλωτου κράτους προσφέρει επιπρόσθετο κίνητρο παραγκωνισμού αξιακών κριτηρίων στις εθνικές επιλογές μας και επιμέρους συμμαχίες. Το αξιακό κενό που παράγεται από αυτήν την τακτική καλύπτεται από την αναδρομή σε προγενέστερες ταυτίσεις – στην ελληνική περίπτωση μια τέτοια είναι η θρησκεία. Η Ορθοδοξία λειτουργεί ως το υπόλοιπο απόθεμα οικειότητας που δεν χρειάζεται να δικαιολογηθεί με επιχειρήματα προσδοκώμενου κέρδους.

Εδώ βρίσκεται και η ειρωνεία.

Στη χώρα που επενδύει τόσο έντονα στην εικόνα μιας έξυπνης και ορθολογικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία ζυγίζει συσχετισμούς, ανταλλάγματα και κέρδη, ευδοκιμούν τελικά οι πιο ανορθολογικές και προνεωτερικές μορφές πολιτισμικής ταύτισης.

Iσως λοιπόν χρειάζεται…