"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΛΑΨΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΛΑΨΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΙΣΛΑΜΟΦΑΣΙΣΜΟΣ και ΔΥΤΙΚΟΙ ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΗΛΙΘΙΟΙ: Αραβική Ανοιξη και ψευδαισθήσεις

Γράφει ο Αντώνης Κλάψης

Αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

 

Οταν πριν από μιάμιση δεκαετία ξέσπασαν η μία μετά την άλλη οι εξεγέρσεις που έμειναν γνωστές ως Αραβική Ανοιξη, πολλοί στον δυτικό κόσμο τις υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό. Οι πιο αισιόδοξοι τις είδαν ως το παλιρροϊκό κύμα που θα σάρωνε τα αυταρχικά καθεστώτα, τα οποία υπήρχαν διάσπαρτα στη Βόρεια Αφρική και στη Μέση Ανατολή. Οι ίδιοι προφήτευσαν ότι το (περίπου) μοιραίο αποτέλεσμα θα ήταν μια διαδικασία δημοκρατικής μετάβασης που θα έμοιαζε με εκείνη που είχε επικρατήσει στην Ανατολική Ευρώπη μετά το 1989. Ομως οι εξελίξεις δεν άργησαν να τους διαψεύσουν.

Εκείνο που πρώτα απ’ όλα είχαν σταθμίσει λανθασμένα ήταν ότι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για την άνθηση της δημοκρατίας σε χώρες που δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένες για αυτή. Η στοιχειώδης μελέτη της Ιστορίας αποδεικνύει ότι ούτε στην Ευρώπη ο κοινοβουλευτισμός εμπεδώθηκε μονομιάς. Οι ωδίνες του τοκετού κράτησαν πολλές δεκαετίες και συνδυάστηκαν με επαναστάσεις, εμφύλιες συγκρούσεις, διακρατικούς πολέμους – όχι με ευχολόγια και απλή εκδήλωση καλών προθέσεων.

Οι Δυτικοί θαυμαστές της Αραβικής Ανοιξης διακρίνονταν επίσης από ασυγκράτητη αυτοαναφορικότητα. Εμοιαζαν πεπεισμένοι ότι εκείνο που ήταν λειτουργικό στο πλαίσιο του δυτικού κόσμου δεν θα μπορούσε παρά να είναι εξίσου αποτελεσματικό στον αραβικό. Ωστόσο, παραγνώριζαν εντελώς ότι οι ιστορικές καταβολές, οι κοινωνικές συνθήκες και η κουλτούρα διέφεραν ριζικά – σε τέτοιο βαθμό ώστε κάθε αναλογία να είναι απλώς εκτός πραγματικότητας.

Τρίτον, δεν μπόρεσαν να καταλάβουν ότι οι βαθύτερες αιτίες που είχαν προκαλέσει την Αραβική Ανοιξη λειτουργούσαν ταυτόχρονα ως ανασταλτικοί παράγοντες της μεσοπρόθεσμης επιτυχίας της. Οι εξεγέρσεις των αρχών της δεκαετίας του 2010 υπήρξαν το αποτέλεσμα της μεγάλης δυσαρέσκειας που δημιουργούσαν στους αραβικούς λαούς η διαφθορά των κυβερνήσεών τους, η οικονομική καχεξία, οι αυξανόμενες ανισότητες, η έλλειψη ρεαλιστικών προοπτικών για ένα καλύτερο μέλλον (στοιχείο καθοριστικής σημασίας εάν ληφθεί υπόψη ότι ένα εντυπωσιακά μεγάλο τμήμα του πληθυσμού είχε ηλικία μικρότερη των 25 ετών). Ομως αυτές οι παράμετροι συνέχισαν να προσδιορίζουν τις εξελίξεις και μετά την εκδήλωση της Αραβικής Ανοιξης: η αιτία γινόταν αποτέλεσμα και το αποτέλεσμα αιτία, με τον φαύλο κύκλο να συνεχίζει να ασκεί τη φθοροποιό του επίδραση.

Ακόμα και στις περιπτώσεις που οι εξεγέρσεις οδήγησαν στην ανατροπή των παλιών καθεστώτων, η διάδοχος κατάσταση ήταν κατά τεκμήριο πιο χαοτική από την προηγούμενη. Η κατάρρευση των κρατικών δομών, η επικράτηση συνθηκών γενικευμένης αναρχίας, η διολίσθηση σε εμφύλιους πολέμους υπήρξαν οι πιο προφανείς αρνητικές συνέπειες. Σε αυτές δεν μπορούσε παρά να προστεθεί και η διεθνής αστάθεια που μοιραία προκλήθηκε και η οποία όξυνε τους περιφερειακούς ανταγωνισμούς, ανοίγοντας τον δρόμο για την παρεμβολή τρίτων χωρών που επιδίωξαν να καλύψουν τα γεωπολιτικά κενά προς όφελος της εξυπηρέτησης των δικών τους εθνικών συμφερόντων.

Μέσα σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, οι φυγόκεντρες τάσεις ενισχύθηκαν και οι πόλεμοι δι’ αντιπροσώπων πολλαπλασιάστηκαν.

Η άνοδος του Ισλαμικού Κράτους αποτέλεσε ακραία έκφραση της απορρύθμισης: ένας μη κρατικός δρων που αμφισβήτησε όχι απλώς σύνορα, αλλά την ίδια την έννοια της κρατικής κυριαρχίας· μία τρομοκρατική οργάνωση που διεκδικούσε τη μετατροπή της σε κρατική οντότητα, με αξιώσεις επιρροής πολύ πέρα από την εδαφική έκταση που βρισκόταν υπό τον έλεγχό της.

Σήμερα, εξακολουθούμε να τσαλαβουτάμε στα απόνερα της Αραβικής Ανοιξης, η οποία δεν άργησε να μοιάσει περισσότερο με χειμώνα. Το εντυπωσιακό είναι ότι φαίνεται πως τα παθήματα δεν έγιναν απαραίτητα μαθήματα – τουλάχιστον όχι για όλους.

 Ισως το πιο σημαντικό από αυτά είναι ότι …

 

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΑΠΑΤΖΗΔΕΣ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο Τζίμι Κάρτερ και ο «λαός των αιωνίων εφήβων»

 

Γράφει ο  ΑντώνηςΚλάψης

Αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και συνιδρυτής του Strategic Governance Lab.

 

Οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές παραδοσιακά προκαλούν το ενδιαφέρον της ελληνικής κοινής γνώμης. Συνήθως το ενδιαφέρον αυτό συνδέεται με την προσδοκία ή τον φόβο (ανάλογα με την περίπτωση) αλλαγών στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν θετικά ή αρνητικά (αντίστοιχα) τη διεθνή θέση της Ελλάδας, ιδίως σε συνάρτηση με την Τουρκία. Από τον γενικό κανόνα δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση η εκλογική αναμέτρηση του 1976 ανάμεσα στον εν ενεργεία Ρεπουμπλικανό πρόεδρο Τζέραλντ Φορντ και τον δημοκρατικό ανθυποψήφιό του Τζίμι Κάρτερ. Πολύ περισσότερο που επρόκειτο για τις πρώτες προεδρικές εκλογές που διεξήχθησαν μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο.

Τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο η συμπάθεια υπέρ του Κάρτερ ήταν διάχυτη. Ο Φορντ είχε διαδεχθεί στον Λευκό Οίκο τον Ρίτσαρντ Νίξον και είχε διατηρήσει ως υπουργό Εξωτερικών τον Χένρι Κίσινγκερ. Αυτό και μόνο αρκούσε για να τον καταστήσει κόκκινο πανί στα μάτια των περισσότερων Ελλήνων.

Αντίθετα, ο Κάρτερ έμοιαζε να βρίσκεται πολύ πιο κοντά στις ελληνικές θέσεις. Κατά την προεκλογική περίοδο είχε κατ’ επανάληψη επικρίνει δημόσια την κυβέρνηση των Ρεπουμπλικανών για την πολιτική που ακολουθούσε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και για την αδράνειά της στο Κυπριακό, ενώ είχε ταχθεί ρητώς υπέρ της ανάγκης η διευθέτηση όλων των ζητημάτων στο Αιγαίο και στην Κύπρο να γίνει στη βάση των αρχών του διεθνούς δικαίου. Επιπλέον, είχε δεσμευτεί πως, εφόσον εκλεγόταν, θα κατέβαλλε κάθε προσπάθεια για την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής από την Κύπρο και για την αναζήτηση λύσης που θα σεβόταν την εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας και τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των πολιτών της, συμπεριλαμβανομένης της αρχής της πλειοψηφίας.

Εάν η Τουρκία δεν επιδείκνυε καλή θέληση, ο Κάρτερ ήταν κατηγορηματικός: η Αγκυρα δεν θα έπρεπε να αναμένει καμία βοήθεια από την πλευρά της Ουάσιγκτον.

Το ελληνοαμερικανικό λόμπι, το οποίο μόλις μετά την τουρκική εισβολή είχε αρχίσει να παίρνει συγκεκριμένη μορφή, στήριξε ολόθερμα τον Κάρτερ. Η ελληνική αισιοδοξία ήταν σχεδόν ασυγκράτητη και έγινε ακόμα μεγαλύτερη όταν ο Κάρτερ επικράτησε στις κάλπες έναντι του Φορντ. Στην Ελλάδα και στην Κύπρο η ανακοίνωση του εκλογικού αποτελέσματος έγινε δεκτή με μεγάλο ενθουσιασμό. Οι καμπάνες πολλών εκκλησιών σήμαναν χαρμόσυνα, με την εδραία πεποίθηση ότι η αλλαγή της πολιτικής ηγεσίας στις ΗΠΑ θα σηματοδοτούσε θετικές εξελίξεις τουλάχιστον στο Κυπριακό. Πέρα από το τυπικό τηλεγράφημα συγχαρητηρίων προς τον Κάρτερ, ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ εξέφρασε δημόσια τη μεγάλη χαρά του για το εκλογικό αποτέλεσμα, η οποία ήταν τόσο πηγαία ώστε κήρυξε την ημέρα άτυπη αργία για το προσωπικό του γραφείου της προεδρίας. Οι περισσότερες κυπριακές εφημερίδες κυκλοφόρησαν με πηχυαίους πανηγυρικούς τίτλους. Εως και η «Χαραυγή», επίσημο όργανο του ΑΚΕΛ, σημείωνε ότι ήταν «δικαιολογημένη μια ικανοποίηση από το εκλογικό αποτέλεσμα στις Ηνωμένες Πολιτείες» και πως η Κύπρος έπρεπε όσο μπορούσε να επωφεληθεί «απ’ την αλλαγή που παραμέρισε τον μισητό μαέστρο της διεθνούς δολοπλοκίας κ. Κίσιντζερ».

Ο ίδιος ο Κάρτερ φάνηκε να δικαιώνει τις μεγάλες ελληνικές προσδοκίες, καθώς αμέσως μετά τη νίκη του έσπευσε να δηλώσει ότι θα τηρούσε κατά γράμμα τις υποσχέσεις που είχε απλόχερα δώσει κατά την προεκλογική περίοδο. Ομως, η προσγείωση των Ελλήνων στη σκληρή πραγματικότητα δεν άργησε να έρθει.

Οταν πια ανέλαβε τα προεδρικά του καθήκοντα, ο Κάρτερ ΔΕΝ φάνηκε συνεπής στις δεσμεύσεις του.

Αντίθετα, επί των ημερών του έγινε η άρση του εμπάργκο πώλησης όπλων προς την Τουρκία που είχε επιβληθεί το 1975 από το αμερικανικό Κογκρέσο.

Η εξήγηση ήταν κυνικά απλή: η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ…

ΣΥΡΙΖΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Ο Τσακαλώτος και ο διάβολος της Ιστορίας

Γράφει ο Αντώνης Κλάψης
Επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου.


Σ​​υχνά, στην προσπάθειά τους να ενισχύσουν την επιχειρηματολογία τους ή απλώς να διανθίσουν τον λόγο τους, οι πολιτικοί επικαλούνται ρήσεις ιστορικών προσώπων


Την τακτική αυτή ακολούθησε την  Πέμπτη (18/10/2018) από το βήμα της Βουλής ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος. 


Ως φορέας ενός ιστορικού επωνύμου, ο κ. Τσακαλώτος θα έπρεπε να είναι προσεκτικότερος όταν προχωρεί σε ιστορικές αναδρομές. Κατά τη διάρκεια ομιλίας του, ο κ. Τσακαλώτος ανέφερε ότι εν μέσω της Μικρασιατικής («Μικρασιάτικης» κατά τον τονισμό του) Εκστρατείας, ο Ιωάννης Μεταξάς είχε δηλώσει πως προτιμούσε «να υπάγη ο τόπος μας εις τον διάβολον, διά να μη έλθη ο Βενιζέλος». Η εν λόγω ρήση, πρόσθεσε ο κ. Τσακαλώτος, υπάρχει στο δημοσιευμένο ημερολόγιο του Μεταξά. Ο υπουργός, μάλιστα, προχώρησε σε μια ακροβατική ιστορική γενίκευση, υποστηρίζοντας ότι «πάντα έτσι ήταν η Δεξιά. Να πάει στο διάβολο η χώρα για να βγαίνετε εσείς στην εξουσία. Αυτό αποδεικνύει από το 1920 μέχρι τώρα».



Οι πιο σχολαστικοί θα παρατηρούσαν ότι οι όροι «Δεξιά» και «Κέντρο» για την περιγραφή των αντίστοιχων παρατάξεων δεν χρησιμοποιήθηκαν στην Ελλάδα παρά μόνο μετά το 1945. Επομένως, η χρήση τους για τη δεκαετία του 1920 είναι πρωθύστερη, καθώς τότε η αναφορά γινόταν σε «αντιβενιζελικούς» και «βενιζελικούς». Ακόμα κι έτσι, πάντως, η ουσία του επιχειρήματος του κ. Τσακαλώτου ίσως να μπορούσε να σταθεί, εάν, με την αποστροφή του, δεν παραποιούσε –ασφαλώς ακούσια, αλλά οπωσδήποτε βάναυσα– την ιστορική αλήθεια.



Πολύ συχνά, ο (ιστορικός) διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες. Στον Μεταξά μπορεί καθένας να καταλογίσει πολλές αμαρτίες και ελαττώματα. Ομως, ουδέποτε εκστόμισε τη φράση με το νόημα που της απέδωσε ο κ. Τσακαλώτος. Είπε ακριβώς το αντίθετο.  


Οποιοσδήποτε μπορεί να το διαπιστώσει, αρκεί να ανατρέξει στη σελίδα 95 του ημερολογίου του Μεταξά (τ. Γ΄, Εκδόσεις Ικαρος, 1964), όπου ο μέλλων δικτάτορας αναφέρει επί λέξει τα εξής: «Εις το κάτω-κάτω, εάν μόνον διά του Βενιζέλου θα ήτο δυνατόν να σωθή η Ελλάς, ας έλθη ο Βενιζέλος. Πρέπει να υπάγη ο τόπος μας εις τον διάβολον, διά να μη έλθη ο Βενιζέλος;» (το κρίσιμης σημασίας ερωτηματικό το παρέλειψε ο κ. Τσακαλώτος).  


Εάν, μάλιστα, ο αναγνώστης μπει στον κόπο να διαβάσει λίγες σελίδες πριν και μετά, θα διαπιστώσει ότι η φράση του Μεταξά εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της συζήτησης που είχε τον Μάρτιο του 1921 με τον τότε πρωθυπουργό Δημήτριο Γούναρη και άλλα κυβερνητικά στελέχη, κατά τη διάρκεια της οποίας αρνήθηκε την ανάληψη της αρχιστρατηγίας της Μικρασιατικής Εκστρατείας, προβλέποντας με συγκλονιστική ακρίβεια το καταστροφικό αποτέλεσμα.



Ο Μεταξάς, τη φράση του οποίου –ολωσδιόλου χωρίς να το θέλει– διέστρεψε ο κ. Τσακαλώτος, υπήρξε αταλάντευτα αντιβενιζελικός, πολλές φορές σε σημείο ακραίας εμπάθειας. Ακόμα, όμως, κι αυτός ο φανατικός άνθρωπος αναγνώρισε, έστω στο τέλος της ζωής του, τις ευθύνες που του αναλογούσαν για τον Εθνικό Διχασμό, ο οποίος ξεκίνησε το 1915 και συνεχίστηκε για πολλά χρόνια αργότερα, έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και –παραλλαγμένος– ακόμα και ύστερα από αυτόν. Στις 5 Ιανουαρίου 1941, ο Μεταξάς, κι ενώ βρισκόταν στο απόγειο της προσωπικής του δόξας, ως ηγέτης –δικτάτορας– της Ελλάδας στον νικηφόρο πόλεμο εναντίον της φασιστικής Ιταλίας, σημείωνε στο ημερολόγιό του: «Θα μας συγχωρήση ο Θεός το [δύο λέξεις σβησμένες] 1915; Φταίμε όλοι: Και ο Βενιζέλος ακόμα! Τώρα αισθάνομαι πόσο έφταιξα!». 


Η αναγνώριση του σφάλματος αποτελεί...

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Η Συνθήκη της Λωζάννης 93 χρόνια μετά

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Γράφει ο Αντώνης Κλάψης 
(Διδάσκει Ελληνική Ιστορία στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου.)


Το τελευταίο διάστημα έχει φουντώσει η συζήτηση για τη Συνθήκη της Λωζάννης. Αφορμή αποτέλεσαν οι επανειλημμένες δημόσιες δηλώσεις του προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος έθεσε ευθέως θέμα αναθεώρησής της.  

Ομως, γιατί μία Συνθήκη, η οποία υπογράφηκε τον Ιούλιο του 1923, έχει σήμερα τόσο μεγάλη σημασία;  


Και γιατί αναφερόμαστε συνεχώς σε αυτή;



Στη Λωζάννη δεν ρυθμίστηκαν μόνο ελληνοτουρκικά ζητήματα. Η ομώνυμη Συνθήκη Ειρήνης είναι πολυμερής, καθώς την υπέγραψαν από τη μία πλευρά η Τουρκία και από την άλλη πολλές από τις νικήτριες Δυνάμεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αντικατέστησε εκείνη των Σεβρών, κι έτσι αποτέλεσε μία συνολική διευθέτηση του Ανατολικού Ζητήματος. Προσδιόρισε (και εξακολουθεί να προσδιορίζει) τα σύνορα της Τουρκίας με τους Βαλκάνιους και τους Αραβες γείτονές της (με εξαίρεση τη συριακή περιοχή της Αλεξανδρέττας, την οποία παραχώρησε το 1939 η Γαλλία στην Τουρκία). Επομένως, οποιαδήποτε απόπειρα ανατροπής της, θα απειλήσει την ισορροπία, η οποία διατηρείται αναλλοίωτη για σχεδόν έναν αιώνα, σε πολύ ευρύτερο γεωγραφικό ορίζοντα από τον στενό ελληνοτουρκικό.



Η Συνθήκη της Λωζάννης είναι ο θεμέλιος λίθος των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Βάσει αυτής χαράχθηκε η οριογραμμή ανάμεσα στα δύο κράτη κατά μήκος του ποταμού Εβρου.  


Η τουρκική αντιπροσωπεία στη Λωζάννη ζήτησε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος στη Δυτική Θράκη, θέση που αποτελούσε αντανάκλαση του άρθρου 3 του τουρκικού «Εθνικού Συμβολαίου» του 1920. Ωστόσο, η τουρκική απαίτηση απορρίφθηκε.



Παρέκκλιση αποτέλεσε η παραχώρηση στην Τουρκία πολύ μικρού τμήματος στη δυτική πλευρά του Εβρου: πρόκειται για το τρίγωνο του Κάραγατς, το οποίο η Ελλάδα αναγκάστηκε να εκχωρήσει ως αντάλλαγμα για τη μη πληρωμή πολεμικών αποζημιώσεων για τις ζημιές που είχε προκαλέσει ο ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία κατά την περίοδο 1919-1922. 


 Επιπλέον, με ειδική ελληνοτουρκική Σύμβαση, η οποία υπογράφηκε έξι μήνες πριν από τη Συνθήκη Ειρήνης, συμφωνήθηκε η εκατέρωθεν ανταλλαγή πληθυσμών, με εξαίρεση αφενός τους Ελληνες κατοίκους της Πόλης (αργότερα και εκείνους της Ιμβρου και της Τενέδου), και αφετέρου τους μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης.



Με τη Συνθήκη της Λωζάννης επικυρώθηκε η ελληνική κυριαρχία στη Λήμνο, στη Σαμοθράκη, στη Λέσβο, στη Χίο, στη Σάμο και στην Ικαρία, καθώς και σε όλα τα νησιά και νησίδες του ΒΑ Αιγαίου που δεν κατονομάζονται από τη Συνθήκη, αλλά βρίσκονται σε απόσταση μεγαλύτερη των τριών ναυτικών μιλίων από τις μικρασιατικές ακτές, με εξαίρεση την Ιμβρο, την Τένεδο και τις Λαγούσες νήσους, οι οποίες δόθηκαν στην Τουρκία.



Θεωρητικά, στην Ιμβρο και στην Τένεδο, οι οποίες κατοικούνταν σε συντριπτική πλειονότητα από ελληνικό πληθυσμό, αναγνωρίστηκε ευρύτατη τοπική αυτονομία, που όμως ουδέποτε εφαρμόστηκε.  


Στα μεγάλα ελληνικά νησιά επιβλήθηκε καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης: μερικής στη Λέσβο, στη Χίο, στη Σάμο και στην Ικαρία, και πλήρους στη Λήμνο και στη Σαμοθράκη, οι οποίες, λόγω γεωγραφικής εγγύτητας προς τα Στενά, συνδέθηκαν με το καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης αυτής της περιοχής (όταν το 1936, με τη Συνθήκη του Μοντραί, καταργήθηκε η αποστρατιωτικοποίηση των Στενών, η Λήμνος και η Σαμοθράκη απαλλάχθηκαν από τους αντίστοιχους περιορισμούς).


Τέλος, η Τουρκία παραχώρησε τα Δωδεκάνησα στην Ιταλία (η οποία, με τη σειρά της, τα μεταβίβασε το 1947 στην Ελλάδα), αναγνώρισε τη βρετανική κυριαρχία στην Κύπρο και παραιτήθηκε «από κάθε τίτλο και από κάθε δικαίωμά της» επί όλων των χερσαίων και νησιωτικών εδαφών που παρέμεναν εκτός της τουρκικής επικράτειας.



Αντίθετα με όσα λέει ή εύχεται ο κ. Ερντογάν, η Συνθήκη της Λωζάννης δεν έχει «ημερομηνία λήξης». Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση της εν λόγω Συνθήκης, καθώς προσδιορίζει διακρατικά σύνορα και επομένως έχει αυξημένη τυπική ισχύ.



Σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο...