"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Η γεωπολιτική σημασία των στενών του Βοσπόρου

Του Γιώργου Δημητρακόπουλου

Η προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία επανέφερε στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος το σημαντικό θέμα της γεωπολιτικής σημασίας των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων. 
Οι διελεύσεις από τα Στενά αυτά κυρίως ρωσικών πολεμικών πλοίων, που έχουν έδρα τους τη ναυτική βάση της Ρωσίας στην Κριμαία, με κατεύθυνση τη Μεσόγειο, έχει κατά καιρούς απασχολήσει αρκετές χώρες και ιδιαίτερα τις ΗΠΑ. Βέβαια, η σημασία τους δεν περιορίζεται στα ρωσικά πλοία, ιδιαίτερα μάλιστα αφού έχουν χαρακτηριστεί ως μία από τις πιο δύσκολες θαλάσσιες οδούς στον κόσμο.

Η αναγνώριση της σημασίας τους ξεκινά από την αρχαία εποχή, αφού πέρα από το όνομα –Ελλήσποντος- αναφορές για τη σημασία των στενών υπάρχουν σε σχέση με τον Τρωικό Πόλεμο. Γεωγραφικά η Τροία είχε χτισθεί στην περιοχή πολύ κοντά στην είσοδο των στενών από τα δυτικά. Έτσι, ήταν σε θέση να ελέγχει τη ναυσιπλοΐα προς εκείνη τη σημαντική από κάθε άποψη θαλάσσια οδό.

Η Ηρόδοτος αναφερόμενος στην εκστρατεία του Ξέρξη, τότε βασιλιά της Περσίας, εναντίον των Ελλήνων, παραθέτει την απόφασή του, το 482 π.Χ., για την κατασκευή δύο πλωρών γεφυρών, για τη γρήγορη διέλευση των στρατευμάτων του από την Ασία στην Ελλάδα. Εκατό και πλέον χρόνια αργότερα, το 334 π.Χ., ο Μέγας Αλέξανδρος θα διαβεί τα Στενά, ξεκινώντας την εκστρατεία του εναντίον των Περσών.

Στη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου ο έλεγχος των Στενών ήταν σημαντικό πλεονέκτημα για την άμυνα της Κωνσταντινούπολης. Ενδεικτική είναι μία μαρμάρινη επιγραφή που βρίσκεται στο αρχαιολογικό μουσείο της Κωνσταντινούπολης, στην οποία έχει αποτυπωθεί διαταγή του τότε αυτοκράτορα Αναστασίου του Πρώτου (491 – 518 μ.Χ.) με σκοπό τον καθορισμό των τελών διέλευσης από το Τελωνείο των Δαρδανελίων, σύμφωνα με την οποία όποιος τολμήσει να παραβιάσει τους κανονισμούς δεν α θεωρείται πλέον φίλος και θα τιμωρείται.


Με την πτώση της Κωνσταντινούπολης τον έλεγχο των Στενών θα αποκτήσουν οι Τούρκοι. Όμως τον 190 αιώνα ο έλεγχος των Στενών γίνεται στρατηγικός στόχος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.  
Πρώτη ενδιαφέρουσα ημερομηνία το 1807, όταν η Ρωσία στη διάρκεια των Ναπολεόντιων Πολέμων με την υποστήριξη της Μεγάλης Βρετανίας αποκλείει τα Στενά. 
Δεύτερη σημαντική ημερομηνία το 1853, όταν οι στόλοι της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας διήλθαν τα Στενά προκειμένου να συμμετάσχουν ως σύμμαχοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Πόλεμο της Κριμαίας.

Χωρίς να παραγνωρίζεται η σημασία και άλλων ημερομηνιών με σημασία για την ιστορία των Στενών, οι ημερομηνίες που αποτελούν σταθμό για τις μετέπειτα εξελίξεις, είναι: 
Το 1920 με τη Συνθήκη των Σεβρών που προέβλεψε την αποστρατικοποίηση των Στενών, το 1923 με τη Συνθήκη της Λωζάνης που αποκατέστησε ως ένα βαθμό την τουρκική εξουσία στα Στενά, επιτρέποντας όμως την ελεύθερη διέλευση όλων των ξένων πολεμικών πλοίων και το 1936 με τη Σύμβαση του Μοντρέ, η οποία δίνει μεταξύ άλλων στην Τουρκία το δικαίωμα να περιορίζει τη διέλευση από τα Στενά πλοίων χωρών που δεν βρίσκονται στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, όπως η Ελλάδα.

Παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ δεν υπέγραψαν τη σύμβαση αυτή πάντα εκδήλωναν το ενδιαφέρον τους για τα Στενά. Έτσι, το 1946, όταν η Σοβιετική Ένωση ζήτηση εγγράφως από την Τουρκία μία νέα ρύθμιση –στην ουσία επανεξέταση και αλλαγές στη Σύμβαση του Μοντρέ- σχετικά με το καθεστώς των Στενών, εκείνη, υπό την πίεση των ΗΠΑ, απέρριψε την πρόταση.

Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1976 και το 1979, όταν η Τουρκία επέτρεψε τη διέλευση των ρωσικών αεροπλανοφόρων τύπου Κιέβ κατά παράβαση τα Σύμβασης του Μοντρέ, τόσο οι ΗΠΑ όσο και άλλοι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ εξέφρασαν τις αντιρρήσεις τους, χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού ειδικοί είχαν τότε υποστηρίξει ότι η Σύμβαση είχε υποστεί τροποποιήσεις ντε φάκτο σύμφωνα με τις οποίες η διέλευση τέτοιου τύπου πλοίων δεν μπορούσε να εμποδιστεί.


Γενικότερες συζητήσεις είχα, βέβαια, γίνει και όταν έληγε τυπικά η ισχύς της Σύμβασης. Όμως ο διεθνής συσχετισμός δυνάμεων μάλλον είχε τότε οδηγήσει τις ΗΠΑ να στηρίξουν μία σιωπηλή παράταση της ισχύος της, παρά να ανακινήσουν συνολικά το ζήτημα όπως θα έπρεπε.  
Αξίζει να σημειωθεί ότι η συνολική επανεξέταση της Σύμβασης του Μοντρέ θα μας επέτρεπε να θέσουμε με σαφήνεια το ζήτημα του δικαιώματός μας για την επαναστρατιωτοκοποίηση των νήσων Λήμνου και Σαμοθράκης. Πράγμα που δεν είχαμε πράξει κατά τις αρχικές διαπραγματεύσεις, με αποτέλεσμα αρκετά χρόνια μετά να δεχόμαστε τουρκική αμφισβητήσεις για την αντίκρουση των οποίων να πρέπει δυστυχώς να επικαλεστούμε σχετικές δηλώσεις του τούρκου υπουργού Εξωτερικών (πρόκειται για τον Ρουσδή Αράς) και όχι άρθρα της Σύμβασης.

Η στρατηγική σημασία των Στενών, ως σημαντικών θαλάσσιων οδών, είναι χωρίς αμφιβολία ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα των διεθνών σχέσεων σήμερα. Ιδιαίτερα μάλιστα αφού στενά θεωρούνται από κάθε άποψη σημαντικά βρίσκονται σε γεωγραφικές περιοχές όπου υπάρχει κρίση σε εξέλιξη ή σε περιοχή με ευρύτερη στρατηγική σημασία.

Το καθεστώς δε των Στενών είχε απασχολήσει αρκετά τις εργασίες που είχαν αποτέλεσμα τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας το 1982. Πέρα από τα Δαρδανέλια και τα Στενά του Βοσπόρου, οι εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής αναδεικνύουν τη σημασία των Στενών του Ορμούζ, στα οποία το Ιράν έχει πολλές φορές αναφερθεί, απειλώντας μάλιστα πρόσφατα να εμποδίσει την λειτουργία τους. Με δεδομένο ότι το κέντρο βάρους της κρίσης στη Μέση Ανατολή βρίσκεται στη «σχέση» των δύο σημαντικότερων πόλων, του Ισραήλ και του Ιράν, η διαρκής προσπάθεια του δεύτερου για τον έλεγχο των Στενών αυτών είναι ζήτημα στρατηγικής υπεροχής.

Ανταγωνισμοί:

ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ και ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ : Γεωπολιτικές εξελίξεις SOS


Εχουν περάσει 38 χρόνια από τότε που στο Ελσίνκι υπογράφτηκε, το 1975, μια από τις σημαντικότερες συμφωνίες για τη διεθνή ειρήνη, γνωστή ως η Τελική Πράξη του Ελσίνκι. Στο αξιοσημείωτο περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής -που αφορούσε και ρύθμιζε τις σχέσεις Ανατολής - Δύσης, σύμφωνα με την ορολογία της εποχής- προβλέπεται το απαραβίαστο των συνόρων και ο σεβασμός της εθνικής κυριαρχίας των συμμετεχουσών χωρών.

Στο διάστημα που μεσολάβησε συνέβησαν πολλά και σημαντικά γεγονότα. Ξεκινώντας από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, την ενοποίηση των δύο Γερμανιών, την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης, το σχίσμα της Τσεχοσλοβακίας και τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου, γίνεται αντιληπτό ότι, ανεξάρτητα από τους λόγους που οδήγησαν στα καθοριστικά αυτά γεγονότα, η σημαντική αρχή της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι για το σεβασμό και το απαραβίαστο των συνόρων είναι πλέον γράμμα κενό, αφού κάθε μία από τις εξελίξεις αυτές είχε ως συνέπεια εδαφικές μεταβολές για τα σχετιζόμενα κράτη.

Σήμερα, για μία ακόμη φορά, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για νέες σημαντικές εδαφικές μεταβολές, αυτή τη φορά όχι στην Ευρώπη, αλλά στη Μέση Ανατολή. Στο επίκεντρο των εξελίξεων, όποτε και αν συμβούν, βρίσκεται το κουρδικό ζήτημα. 

Λαός ινδοευρωπαϊκός, οι Κούρδοι μετανάστευσαν στη Μέση Ανατολή και έζησαν στην Τουρκία, το Ιράν, το Ιράκ και τη Συρία, ουδέποτε είχαν παραιτηθεί της ιδέας ενός ανεξάρτητου Κουρδιστάν. Στο παρελθόν κάτι τέτοιο φάνταζε ως το απραγματοποίητο όνειρο ενός κατακερματισμένου λαού, αφού οι χώρες στις οποίες ζούσαν είχαν φροντίσει να κάνουν τη μεταξύ τους επαφή και επικοινωνία υπερβολικά δύσκολη.

Ομως τα πράγματα πλέον έχουν αλλάξει. Εγκυροι πολιτικοί παρατηρητές παραδέχονται πια ότι αφού η ιδέα για τη δημιουργία ενός μεγάλου Κουρδιστάν δεν είναι απόμακρο όνειρο, οι γεωπολιτικές σχέσεις στη Μέση Ανατολή θα επαναπροσδιοριστούν, γεγονός που συνιστά μεγάλες προκλήσεις, πρωτίστως για τις χώρες στις οποίες ζουν οι Κούρδοι και όχι μόνο.

Οι εξελίξεις στο Ιράκ και η δημιουργία, μετά τον πόλεμο, του ομόσπονδου κράτους στο οποίο η κουρδική περιοχική κυβέρνηση διαδραματίζει σημαντικό ρόλο έχοντας υπό τον έλεγχό της και μερικά από τα πετρελαϊκά κοιτάσματα, ήταν ίσως η αρχή της πιο συντεταγμένης προσέγγισης του ζητήματος της ανεξαρτησίας και της δημιουργίας του ανεξάρτητου Κουρδιστάν. Η Αραβική Ανοιξη και τα γεγονότα στη Συρία πυροδότησαν από την πλευρά των Κούρδων που ζουν εκεί την προβολή αιτημάτων για περισσότερη αυτονομία. Η αναγωγή του κουρδικού ζητήματος από την Ε.Ε. σε μείζον ζήτημα των ευρωτουρκικών σχέσεων, σε συνδυασμό με κάποιες πιέσεις στο εσωτερικό της Τουρκίας, αλλά και η προσπάθεια διαχείρισης των εξελίξεων, ιδιαίτερα στη Συρία, έκαναν την Αγκυρα να επανεξετάσει την πολιτική της απέναντι στους Κούρδους της Τουρκίας και να δεχτεί συνομιλίες ακόμη και με το Κουρδικό ΠΚΚ που έχει εδώ και χρόνια χαρακτηριστεί τρομοκρατικό κόμμα.