"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΑΤΣΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΑΤΣΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΛΑΘΡΟΜΑΧΜΟΥΤΑΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΟΥΛΟ-ΧΑΝΕΙΟ: Η μετανάστευση ΔΕΝ είναι δικαίωμα

 ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Γράφουν οι Κωνσταντίνος Γάτσιος και Δημήτρης Α. Ιωάννου

Στο κέντρο της Αθήνας, στην περιοχή που ορίζεται από τον νοητό άξονα που συνδέει τα Κάτω Πατήσια με το Μοναστηράκι και προς τα δυτικά έως τη Λεωφόρο Κηφισού, στην περιοχή δηλαδή της οποίας μεγάλα τμήματα αποτελούν σχεδόν άβατο για τους απλούς Έλληνες πολίτες και κατοίκους της Αθήνας, ανάμεσα στους χιλιάδες ξένους που βρίσκονται εκεί μπορεί να συναντήσει κανείς και έναν σημαντικό αριθμό νέων ανδρών από την Αλγερία, το Μαρόκο και την Τυνησία.

Οι χώρες αυτές, του λεγόμενου Μαγκρέμπ, εδώ και πολλές δεκαετίες είναι βέβαιο πως δεν βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Συνεπώς, είναι λίγο δύσκολο να είναι όλοι αυτοί οι νέοι άνδρες πρόσφυγες.

Αλλά ακόμη και αν πρόκειται για οικονομικούς μετανάστες, είναι περίεργο ποιος άνεμος τους έχει φέρει στην Αθήνα. Πολύ πιο κοντά στις χώρες τους από την Ελλάδα, βρίσκονται η Ισπανία, η Γαλλία και η Ιταλία. Γιατί λοιπόν όλοι αυτοί έχουν βρεθεί εδώ;

Έτσι κι αλλιώς η χώρα μας δεν είναι τόσο πλούσια όσο οι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες που αποτελούν συνήθως τον προορισμό των «προσφύγων» και των οικονομικών μεταναστών. Τι ακριβώς κάνουν εδώ οι νέοι αυτοί άνδρες από το Μαγκρέμπ;

Δυστυχώς η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι πάρα πολύ δυσάρεστη. Και αφορά κάτι το οποίο συλλογικά αποφεύγουμε να συζητάμε, ίσως γιατί δεν συνάδει με τη λεγόμενη «πολιτική ορθότητα».

Η απάντηση, λοιπόν, είναι πως οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται εδώ διότι η Ελλάδα, πρώτον, είναι  μία χώρα με πολύ εύκολη πρόσβαση για κάθε είδους «παράτυπο» εισερχόμενο και, δεύτερον, (όπως έλεγαν και κάποιοι βαλκάνιοι συνάδελφοι και συνοδοιπόροι τους, σε μία συνδιάλεξη που υπεκλάπη από τις ελληνικές διωκτικές αρχές και δημοσιοποιήθηκε) είναι μία χώρα πλήρους ανομίας στην οποία ό,τι και να κάνεις δεν πηγαίνεις ποτέ φυλακή!

Δεν υπάρχει, βεβαίως, η παραμικρή αμφιβολία πως η ανομία και η αταξία είναι ενδημικά φαινόμενα της ελληνικής κοινωνίας και δεν ξεκίνησαν από την παράνομη μετανάστευση. Εξίσου αναμφίβολο, όμως, είναι και το ότι η παράνομη μετανάστευση έχει δράσει πολλαπλασιαστικά στην παντοειδή επιδείνωση των συνθηκών ζωής ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας μας. Ειδικά σε περιοχές που ζουν χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα στις πόλεις της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, ή επίσης στα «σημεία πρώτης εισόδου» στα νησιά του Αιγαίου και στον Έβρο.

Αυτή η δυσχερής κατάσταση που αντιμετωπίζει και υφίσταται ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων πολιτών εξαιτίας της παράνομης μετανάστευσης, ισοδυναμεί στην πράξη με κατάλυση του κράτους δικαίου και με περιορισμό και παραβίαση των δημοκρατικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους. Και οφείλεται στο γεγονός ότι οι ροές της παράνομης μετανάστευσης χρησιμοποιούν τη χώρα για δύο σκοπούς, χωρίς η οργανωμένη πολιτεία να έχει επιχειρήσει ουσιαστικά να τους ακυρώσει, ούτε στη μία περίπτωση ούτε στην άλλη.

Ο πρώτος σκοπός για την παράνομη μετανάστευση ήταν να την μετατρέψει σε έναν μεγάλο μεθοριακό σταθμό για τη διείσδυση των μεταναστευτικών ρευμάτων της Αφρικής και της Ασίας στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη.

Ο δεύτερος ήταν να την καταστήσει, επιπλέον, και χώρα προορισμού για έναν σημαντικό αριθμό μεταναστών, κυρίως για αυτούς οι οποίοι δεν ενδιαφέρονται τόσο πολύ για να λάβουν τα επιδόματα και να εργαστούν στα εργοστάσια της Γερμανίας, αλλά προτιμούν τα πλεονεκτήματα και τα ευεργετήματα που μπορούν να απολαύσουν από την ανομία και την κατάλυση του κράτους δικαίου που επικρατεί στην Ελλάδα.

Είναι η συλλογική ολιγωρία της ελληνικής κοινωνίας και των κυβερνήσεών της ο παράγοντας που επέτρεψε να διαμορφωθεί αυτή η δυσμενής κατάσταση, η οποία τώρα τείνει να γίνει δυσμενέστερη με τις απειλές του κ. Σολτς ότι θα επιστρέψει στην Ελλάδα όλους εκείνους οι οποίοι έλαβαν πολιτικό άσυλο εδώ και στη συνέχεια ταξίδεψαν στην Γερμανία με σκοπό να εγκατασταθούν μόνιμα εκεί.

Είναι συλλογική ευθύνη της κοινωνίας και, κυρίως, των πολιτικών ηγεσιών τις οποίες η κοινωνία επέλεξε όλα τα τελευταία χρόνια, το ότι κανείς δεν είχε το θάρρος και την ειλικρίνεια να δεχθεί ως βασική αρχή και να θέσει ως κατευθυντήρια γραμμή το αξίωμα ότι η μετανάστευση (immigration) δεν είναι ένα ανθρώπινο δικαίωμα.

Η ελληνική γλώσσα δεν κάνει διάκριση ανάμεσα στην αναχώρηση από μία χώρα (emigration) και στην είσοδο και εγκατάσταση σε μία άλλη (immigration). Βεβαίως, είναι αναφαίρετο ανθρώπινο δικαίωμα να εγκαταλείπει κάποιος την χώρα του όταν το επιθυμεί. Δεν είναι, όμως, δικαίωμά του να εισέρχεται και να εγκαθίσταται σε όποια χώρα επιθυμεί.

 Σε κανένα από τα θεμελιώδη κείμενα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν μνημονεύεται ο αυθαίρετος εποικισμός μίας χώρας ως ένα από αυτά, ούτε πουθενά αναφέρεται το δικαίωμα κάποιος να εγκαθίσταται αυθαίρετα σε όποια χώρα θέλει χωρίς να ρωτάει κανέναν και χωρίς να τον προσκαλεί κανείς. Αυτή είναι η μόνη αλήθεια όσον αφορά τα μεταναστευτικά κύματα των τελευταίων ετών προς την Ευρώπη. Εφ’ όσον, δε, οι άνθρωποι αυτοί είναι απρόσκλητοι, πρόκειται για κατ’ ευφημισμό «παράτυπους» αλλά για κατ’ ουσία παράνομους μετανάστες.

Σε ουδεμία περίπτωση, πάντως, δεν είναι «πρόσφυγες». Διότι στο Πακιστάν και στο Μπαγκλαντές δεν υπάρχει πόλεμος, όπως δεν υπάρχει και στο Μαγκρέμπ.

 Για δε τις εμπόλεμες χώρες, όπως ήταν παλαιότερα το Αφγανιστάν και είναι σε ένα μικρό βαθμό ακόμη σήμερα η Συρία και το Ιράκ, η σωτηρία της ζωής των ανθρώπων έχει εξασφαλιστεί μόλις περάσουν στην όμορη χώρα που βρίσκεται σε κατάσταση ειρήνης. Δεν χρειάζεται να πάνε στο Βερολίνο ή στην Στοκχόλμη για να σώσουν τη ζωή τους. Από τη στιγμή που αναχωρούν από μία ασφαλή χώρα, όπως π.χ. θεωρείται η Τουρκία, για να μεταβούν σε μία άλλη, η ιδιότητα του πρόσφυγα παύει να υπάρχει, αφού το κίνητρό τους, πλέον, δεν είναι η προστασία της ζωής τους αλλά η επιλογή ενός τόπου διαβίωσης. (Και, φυσικά, η Τουρκία δεν έχει κανένα δικαίωμα να απαιτεί από τρίτες χώρες, όπως η Ελλάδα, να μοιραστούν μαζί της το βάρος της φιλοξενίας των Σύριων προσφύγων. Η Τουρκία είναι απολύτως υπεύθυνη για την έκρηξη και την έκταση του πολέμου στην Συρία, όχι μόνο γιατί υπήρξε μία εκ των χωρών που τον υποκίνησαν, αλλά και διότι συμμετείχε σε αυτόν αρχικά ενισχύοντας με κάθε τρόπο τις ακραίες ισλαμιστικές ομάδες και στην συνέχεια εισβάλλοντας στην ανεξάρτητη χώρα με τα στρατεύματά της).

 

Εάν υπήρχαν κάποιες ευρωπαϊκές χώρες οι οποίες θα ήθελαν να προσκαλέσουν τους (πρώην) πρόσφυγες και (πλέον) μετανάστες όπως, για παράδειγμα, η Σουηδία και η Γερμανία (η δεύτερη με την κυρία Μέρκελ το 2015), θα έπρεπε οι κυβερνήσεις τους να αναζητήσουν τον νόμιμο και οργανωμένο τρόπο για να τους μεταφέρουν στην επικράτειά τους.

Και επ’ αυτού, δεν υπάρχει καταλληλότερος όρος από τον όρο «κτηνωδία» για να περιγράψει την πολιτική με την οποία η Ευρώπη αντιμετώπισε τα τελευταία χρόνια τις μεταναστευτικές ροές.

Ουσιαστικά κάλεσε όλους τους μετανάστες να συμμετάσχουν σε ένα πραγματικό reality game, βάζοντας την ζωή τους σε κίνδυνο, καθιστώντας τους λεία και θηράματα αδίστακτων συμμοριών διακινητών, ωθώντας τους να διασχίζουν άγριες θάλασσες πάνω σε σαπιοκάραβα, και αν τελικά κατάφερναν να σωθούν από όλες τις δοκιμασίες και έφθαναν στην στη γη της επαγγελίας, τότε είχαν το δικαίωμα της εγκατάστασης και της λήψης επιδομάτων.

Εάν πραγματικά οι χώρες της Ευρώπης ήταν τόσο μεγαλόψυχες όσο υποκρίνονται πως είναι και εάν πράγματι ήθελαν να βοηθήσουν τους ανθρώπους αυτούς ή, έστω, αν δεν ήταν η μεγαλοψυχία τους που τις κινούσε αλλά η ανάγκη τους για εργατικά χέρια –και, εν προκειμένω, δεν έχει σημασία τι από τα δύο ήταν–, θα έπρεπε αντί να τους αφήνουν να πνίγονται στα νερά της Μεσογείου, ή να πέφτουν θύματα βιαστών, ληστών και δολοφόνων στους διάφορους καταυλισμούς, να έστελναν τα πλοία τους να τους παραλάβουν από τις ακτές της Τουρκίας ή της Λιβύης και να τους μεταφέρουν στις χώρες τους. Και αν όχι όλους, τουλάχιστον τους πιο ευάλωτους από αυτούς, δηλαδή τις οικογένειες με γυναίκες και παιδιά.

Από την άλλη μεριά δε, θα έπρεπε όσους από τους αυθαιρέτως αφιχθέντες θεωρούσαν ανεπιθύμητους, να τους επιστρέφουν κατ’ ευθείαν στις χώρες προέλευσής τους (κάτι το οποίο είναι απόλυτα εφικτό για όποια ευρωπαϊκή χώρα το επιθυμεί, διότι διαθέτει τα –οικονομικά, κυρίως– μέσα να «νουθετήσει» τις κυβερνήσεις των χωρών προέλευσης, όταν αυτές αρνούνται να παραλάβουν τους πολίτες τους).

Πρέπει να πούμε ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις προσπάθησαν να χειριστούν το πρόβλημα, ιδιαίτερα το τελευταία 15 χρόνια, με καθαρά στρουθοκαμηλικούς έως και κουτοπόνηρους τρόπους.

Με διάφορες κοντόθωρες μεθοδεύσεις δέχτηκαν να μετατραπεί η Ελλάδα σε μεθοριακό σταθμό μετανάστευσης εκατομμυρίων ανθρώπων προς τις ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και σε χώρα προορισμού η ίδια για έναν μεγάλο και διαρκώς αυξανόμενο αριθμό εποίκων. Μία εκ των μεθοδεύσεων ήταν και η αθρόα παροχή ασύλου σε εμφανώς οικονομικούς μετανάστες με την σκέψη ότι αυτοί στη συνέχεια θα εγκατέλειπαν τη χώρα μας και θα μετέβαιναν να εγκατασταθούν στις χώρες πραγματικού προορισμού τους, στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη, όπως και πράγματι έγινε στις περισσότερες περιπτώσεις. (Μόνο που τώρα αυτό είναι κάτι που η Γερμανία θέλει να αντιστρέψει). Να σημειωθεί, βέβαια, ότι η συγκεκριμένη μεθόδευση ήταν μία σοβαρή προσβολή στο πρόσωπο εκείνων που πραγματικά δικαιούνται πολιτικό άσυλο ως πραγματικοί πολιτικοί πρόσφυγες –φυγάδες από την χώρα τους–, αλλά ήταν και μία κατάχρηση της έννοιας του πολιτικού ασύλου, κατάχρηση η οποία ουσιαστικά το αποδυναμώνει ως θεσμό, πράγμα που είναι εις βάρος όσων πραγματικά το δικαιούνται και θα το δικαιούνται στο μέλλον.

Ενώ, όμως, η μετανάστευση και ο αυθαίρετος εποικισμός δεν είναι δικαίωμα κανενός, από την άλλη πλευρά είναι αναφαίρετο και αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα κάθε χώρας να μεριμνά  για την προστασία των πολιτών της καθώς και για την ίδια τη διαχρονική επιβίωσή της. Έστω και αν αυτό είναι κάτι το οποίο λίγοι καταλαβαίνουν στην χώρα μας, και ακόμη λιγότεροι τολμούν να το δηλώσουν και να το υπερασπιστούν.

Η Ελλάδα, πέραν του γεγονότος ότι είναι μία ευάλωτη κοινωνία λόγω των κρίσεων και των προβλημάτων που αντιμετωπίζει, είναι και μια πολύ μικρή χώρα πληθυσμιακά, πολύ μικρότερη σε πληθυσμό από το Πακιστάν, από το Αφγανιστάν, από την Συρία ή ακόμη και από την Τουρκία. Είναι, επίσης, πολύ μικρότερη σε πληθυσμό από τη Γερμανία όπου 10 εκατομμύρια μετανάστες που δεν θα ήταν «ενσωματώσιμοι» μπορεί, ενδεχομένως, να δημιουργούσαν σοβαρή αστάθεια, αλλά δεν θα κατάφερναν να ξεθεμελιώσουν την κοινωνία της διαρρηγνύοντας τον ιστό και τις δομές της. Όμως ένας πολύ μικρότερος αριθμός από αυτόν, αλλά αναλογικά μεγαλύτερος για τον δικό μας πληθυσμό, θα ήταν καταστροφικός για την Ελλάδα.

Διότι, στη χώρα μας, μέχρι σήμερα είναι γεγονός ότι το μεταναστευτικό πρόβλημα μπορεί να ήταν έντονο αλλά, παρά την επιδείνωση που έχει επιφέρει όσον αφορά την καθημερινή ζωή, την ευνομία και την τάξη, ήταν χωροταξικά εντοπισμένο σε ορισμένες περιοχές και δεν είχε μείζονες επιπτώσεις στις νευραλγικές λειτουργίες της χώρας. Εάν, όμως, συνεχιστεί ο εποικισμός της χώρας με αλλοεθνείς που δεν έχουν προσκληθεί από εμάς και που οι αξίες τους δεν είναι συμβατές με τις αξίες μίας κοσμικής φιλελεύθερης δημοκρατίας η οποία είναι θεμελιωμένη επάνω στο σεβασμό των ανθρωπίνων και των δημοκρατικών δικαιωμάτων, το μέλλον της Ελλάδας πραγματικά βρίσκεται σε κίνδυνο.

Η χώρα δεν θα μπορεί να επιβιώσει εάν…

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΡΑΓΙΑΔΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Διπλωματικοί «διάλογοι» και εθνική αλαλία


Οι δηλώσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, του Έντι Ράμα και της Γκορντάνα Σιλιάνοφσκα και η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας

 

Γράφουν οι Κωνσταντίνος Γάτσιος και Δημήτρης Α. Ιωάννου

 

Μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο, 11-12 Μαΐου, οι Έλληνες πολίτες άκουσαν τρία διαφορετικά πράγματα από τρεις ηγέτες χωρών της ευρύτερης περιοχής της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Άκουσαν τον πρόεδρο της Τουρκίας να λέει πως η χώρα του «δεν δέχεται de facto καταστάσεις στην περιοχή», κάτι που είναι μία διπλωματική διατύπωση της θέσης ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να προχωρεί σε πράξεις άσκησης εθνικής κυριαρχίας χωρίς την άδεια της Τουρκίας.

Άκουσαν τον πρωθυπουργό της Αλβανίας, ευρισκόμενο μάλιστα επί ελληνικού εδάφους, να δηλώνει προς τους επευφημούντες συμπατριώτες του ότι η Ελλάδα τους ανήκει εξίσου όσο και στους Έλληνες πολίτες.

Και άκουσαν, επίσης, τη νέα πρόεδρο της Βόρειας Μακεδονίας να αναγορεύει τη χώρα της, εκ νέου, σε «Μακεδονία».

Εκείνο, όμως, που δεν άκουσαν ήταν κάποια ουσιαστική εκ μέρους της χώρας μας απάντηση –«επίσημη», «ημιεπίσημη» ή «ανεπίσημη»–  στις τρεις αυτές δηλώσεις.

Ο πραγματισμός και η ψυχραιμία είναι πολύ σπουδαία στοιχεία στη χάραξη και στην εφαρμογή μίας ορθολογικής εξωτερικής πολιτικής. Οι λεκτικές οξύτητες και οι αντιπαραθέσεις σε υψηλούς τόνους δεν συνιστούν τον πλέον παραγωγικό τρόπο για να προωθεί μία χώρα τις θέσεις της και τα συμφέροντά της. Πλην όμως, επειδή η εξωτερική πολιτική είναι μία υπόθεση μακράς διάρκειας και αργών διαδικασιών –με την έννοια ότι αποτελέσματα που θα επέλθουν μετά από δεκαετίες μπορεί να κυοφορούνται και να επωάζονται ήδη από σήμερα– το τι λέγεται και το τι εγγράφεται στη συλλογική συνείδηση της διεθνούς κοινής γνώμης, αλλά και των εθνικών συνιστωσών της, είναι πολύ σημαντικό. Από την άποψη αυτή, η εθνική αλαλία που χαρακτηρίζει γενικά την εξωτερική πολιτική μας και που μία πτυχή της ήταν και η περίπτωση του Σαββατοκύριακου, δεν είναι μία συνετή στάση, όπως ενδεχομένως πιστεύουν οι, κατά δήλωσή τους, οπαδοί του «πραγματισμού».

Οι ιδέες, όσο εξωπραγματικές, ανορθολογικές ή έωλες και αν είναι, όταν επαναλαμβάνονται, διακηρύσσονται και διατρανώνονται συνεχώς, χωρίς να υπάρχει ο αντίλογος της λογικής και της αλήθειας, μετατρέπονται σταδιακά σε «παραδεδεγμένες αλήθειες» και στη συνέχεια, όταν τις εγκολπωθούν μεγάλες ομάδες ανθρώπων, γίνονται υλική δύναμη που μπορεί να επιφέρει σημαντικές μεταβολές στην πραγματική ζωή.

Εάν, για παράδειγμα, μένουν μονίμως αναπάντητοι οι ισχυρισμοί ακραίων, έστω, τουρκικών κύκλων, πως η Ελλάδα έχει «υπεξαιρέσει» τριάντα τουρκικά νησιά, και αυτό δια της επαναλήψεως εμπεδωθεί στη συνείδηση της τουρκικής κοινής γνώμης, σε λίγα χρόνια ουδείς εχέφρων Τούρκος πολιτικός, ενδιαφερόμενος κατ’ ελάχιστον για την πολιτική του επιβίωση, θα υπάρχει, που θα επιλέξει να μην προσυπογράψει την εν λόγω άποψη, εισάγοντάς την τελικά και αυτήν στον μακρύ και συνεχώς διευρυνόμενο κατάλογο των τουρκικών θέσεων, επί των οποίων, σύμφωνα με την άποψη του κυρίου Ερντογάν, πρέπει να πραγματοποιηθεί ο «διάλογος» μεταξύ των δύο χωρών για να προκύψουν όλες οι λύσεις μαζί, ως «πακέτο». Ή πάλι, τα παιδιά που θα διδαχθούν το μάθημα  για την «Γαλάζια πατρίδα» στην πατριδογνωσία του τουρκικού σχολείου,  χωρίς αμφιβολία μετά από δύο γενιές θα θεωρούν προδότη κάθε συμπατριώτη τους που θα τολμήσει να ισχυρισθεί πως οι διαφορές των δύο χωρών θα πρέπει να λυθούν επί τη βάσει του Διεθνούς Δικαίου από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης –το οποίο μάλλον δεν θα ικανοποιούσε πολλές από τις τουρκικές επιθυμίες που συνθέτουν την θεωρία της «Γαλάζιας πατρίδας».

Από τη δική μας πλευρά, οφείλουμε όλοι να έχουμε συνείδηση πως καμία ελληνική κυβέρνηση και κανένας πολιτικός δεν είναι προδότες, όπως ισχυρίζονται διαχρονικά, σε κάθε ευκαιρία και με κάθε αφορμή, οι τόσοι ανερμάτιστοι ακραίοι φανατικοί που ενδημούν στη χώρα μας, έχοντας οι ίδιοι προκαλέσει τόσα δεινά στο παρελθόν. Καμία! Όμως θα πρέπει, επίσης, να ειπωθεί πως η εθνική μας αλαλία, που συνηθέστερα προβάλλεται ως σύνεση, σωφροσύνη και ορθολογισμός, είναι στην πραγματικότητα –τις περισσότερες φορές– ένας καιροσκοπισμός των εκάστοτε κυβερνώντων, που προτιμούν να απολαμβάνουν την εξουσία σήμερα, όσο την κατέχουν, απερίσπαστοι από σοβαρά προβλήματα εξωτερικής πολιτικής, χωρίς να συνειδητοποιούν πως με την συγκεκριμένη συμπεριφορά, «κλωτσώντας το τενεκεδάκι να πάει πιο κάτω», απλά επιτρέπουν στα προβλήματα και στις απειλές να διογκώνονται, κάνοντας δυσκολότερα τα πράγματα αύριο. Ο «διάλογος» και τα «ήρεμα νερά», ειδικά εάν τα επιβάλλουν οι υπερατλαντικοί μας φίλοι, είναι πραγματικά πολύ χρήσιμα για να κερδίζουμε χρόνο και να εξοικονομούμε εθνική ενέργεια κάθε είδους, προκειμένου να τη χρησιμοποιήσουμε σε άλλες, πιο αποδοτικές υποθέσεις. Μόνο που αυτό δεν πρέπει να γίνεται με την αποδοχή μίας διαδικασίας που απλά σωρεύει και διογκώνει τα προβλήματα  που ήδη υπάρχουν με τρόπο που στην επόμενη περίοδο θα κάνει την θέση μας πολύ πιο δύσκολη.

Μήπως, λοιπόν, αυτό σημαίνει ότι αν προβάλλουμε τις απόψεις μας με πιο αποτελεσματικό τρόπο, σε ένα πιο ευρύ φάσμα, θα είμαστε συνέχεια «με το δάκτυλο στη σκανδάλη», όπως είπε ο κύριος πρωθυπουργός σε συνέντευξή του σε τουρκική εφημερίδα;

Φυσικά δεν σημαίνει κάτι τέτοιο.

Αντιθέτως, η επιθυμία για ειρηνική συνύπαρξη και για λογική διευθέτηση των διαφορών που ανακύπτουν με τις γείτονες χώρες, μπορεί να εξυπηρετηθεί πολύ καλύτερα με ειλικρινή διάλογο, με καθαρή διατύπωση των εκατέρωθεν απόψεων και κυρίως με αποτελεσματική ενημέρωση, όχι μόνο των κυβερνήσεων και των εμπλεκομένων υπηρεσιών, αλλά επίσης, και κυρίως, των κοινωνιών. Και αυτός είναι ένας διαρκής διάλογος στον οποίον αυτοί που συμμετέχουν δεν μπορεί να είναι μόνο ο πρωθυπουργός και δύο υπουργοί. Είναι ένας διάλογος που πρέπει να γίνεται μεταξύ των κοινωνιών, με απόψεις που θα απευθύνονται όχι μόνο στις κυβερνήσεις, αλλά και στους πολίτες.  Διάλογος που μπορεί να είναι και οξύς, κάποιες στιγμές, γιατί οι πολίτες μίας χώρας ίσως δεν έχουν συνειδητοποιήσει ποιο τίμημα είναι πιθανόν να πληρώσουν επιδιώκοντας να καταστρατηγήσουν τα δικαιώματα μίας άλλης χώρας. Αλλά, επίσης, διάλογος που μπορεί να είναι και διαφωτιστικός, τόσο για τη μία πλευρά όσο και για την άλλη, γιατί μέσα από αυτόν μία κοινωνία ενδεχομένως να συνειδητοποιήσει ότι συγκεκριμένοι στόχοι που επιδιώκει ή θέσεις που προβάλλει, ίσως είναι άδικες, αθεμελίωτες, ανιστόρητες, και γι’ αυτό ανεδαφικές.

 

Βεβαίως, αν όχι όλα, κάποια πράγματα –λίγο περισσότερο από όσο σήμερα– θα πρέπει να τα λέει και η πολιτική ηγεσία. Οι κειμενογράφοι των παρεμβάσεων και των συνεντεύξεων του κυρίου πρωθυπουργού για το ταξίδι του στην Άγκυρα, αίφνης, θα εξυπηρετούσαν καλύτερα την υπόθεση του «διαλόγου» αν ήταν λίγο πιο ευθύβολοι, λίγο πιο τολμηροί και, ίσως, λίγο πιο  ευφάνταστοι. Θα μπορούσαν ίσως να βάλουν στο στόμα του πρωθυπουργού ένα ρητορικό ερώτημα για το κατά πόσο, μετά την μετατροπή της Αγίας Σοφίας και της Μονής της Χώρας σε ισλαμικά τεμένη, θα ήταν ικανοποιημένη η Τουρκία εάν και από ελληνικής πλευράς μετατρέπαμε το τζαμί στο Μοναστηράκι, σε ινδουιστικό (ή τζαϊνιστικό, ή βουδιστικό ή ακόμη και χριστιανοπροτεσταντικό) ναό προκειμένου να εξυπηρετούνται οι ανάγκες των χιλιάδων εδώ παρεπιδημούντων Ινδών. (Αν και όχι σε χριστιανική ορθόδοξη εκκλησία διότι οι ελληνορθόδοξοι πιστοί και ιερείς θα απέφευγαν αυτόν τον χώρο για την ικανοποίηση των λατρευτικών τους αναγκών). Ή πάλι, όταν αναφέρεται ο πρωθυπουργός στη Θράκη, θα μπορούσαν να αλλάξουν, επιτέλους, την έκφραση «μουσουλμανική μειονότητα» σε «μουσουλμανικές μειονότητες» της Θράκης, σύμφωνα με το ακριβές κείμενο της Συνθήκης της Λωζάνης, αλλά και σύμφωνα με την υφιστάμενη πραγματικότητα, όσο και αν αυτή δεν αρέσει στον κύριο Ερντογάν και στο εκεί τουρκικό Προξενείο.

Όμως, το κύριο βάρος των απαντήσεων και της προβολής των ελληνικών θέσεων γενικότερα για την εξωτερική πολιτική, θα πρέπει να γίνεται με «ημιεπίσημο» ή και «ανεπίσημο» τρόπο. Με στοχευμένες παρεμβάσεις από υπουργούς, βουλευτές (και της αντιπολίτευσης), ακαδημαϊκούς, δημοσιογράφους αλλά και public intellectuals. Κατά τρόπο ουσιαστικό, όχι δηλαδή απευθυνόμενες προς αλλήλους και προς το εγχώριο κοινό, όπως συμβαίνει σήμερα, αλλά προς τους «κατάλληλους αποδέκτες», όπως το κάνουν οι χώρες που, όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, προωθούν τις θέσεις τους συστηματικά, έστω κι αν δεν αντιμετωπίζουν τις απειλές και τους κινδύνους που αντιμετωπίζουμε εμείς. Απόψεις διατυπωμένες με τον κατάλληλο τρόπο, ώστε να φθάσουν στον τελικό αποδέκτη τους που μπορεί να είναι η πολιτική ηγεσία μίας χώρας ή οι πολίτες της –εκείνοι τουλάχιστον, που διαβάζουν εφημερίδες και ακούν ειδήσεις. Συντονισμένες και παρακινημένες, φυσικά, από κάποια υπηρεσία που έχει σχέση με την εξωτερική πολιτική και την προβολή των ελληνικών θέσεων.

Αυτό, δηλαδή, που κάνουν οι σοβαρές χώρες για την προώθηση της πολιτικής τους –και που δεν κάνουμε εμείς γιατί είμαστε οι «πραγματιστές» των Βαλκανίων και συνήθως υιοθετούμε την πιο «συνετή» (που τυγχάνει να είναι και η πιο ανέμελη και ξεκούραστη) στάση στα πιο κρίσιμα θέματα.

Και ενώ είμαστε η λιγότερο ενεργά δραστηριοποιημένη χώρα στην ευρωπαϊκή διαδικασία, λόγω άγνοιας και επαρχιωτισμού, παρ’ όλα ταύτα συνηθίζουμε να κρυβόμαστε πίσω από την ΕΕ (και το ΝΑΤΟ) για κάθε δυσκολία (κρύβοντας ταυτόχρονα και το κεφάλι μας στην άμμο),  πιστεύοντας πως όλα τα προβλήματά μας θα λυθούν όταν και ο τελευταίος Βαλκάνιος ή Ασιάτης που μας απειλεί, γίνει και αυτός μέρος της μεγάλης πολιτισμένης και δημοκρατικής οικογένειας της ΕΕ!

Αυτή, όμως, η παραισθητική κοινοτυπία δεν είναι η στάση μίας σοβαρής χώρας, και δεν μπορούμε, για παράδειγμα, να απαντάμε, ξανά, σε μία κορυφαία πρόκληση σαν εκείνη της προέδρου και του πρωθυπουργού του κράτους των Σκοπίων, που παραβιάζουν κάθε έννοια Διεθνούς Δικαίου και έντιμης συνύπαρξης γειτονικών κρατών, με το νηπιακό και χιλιοειπωμένο επιχείρημα «αν λέτε “Μακεδονία” δεν θα σας αφήσουμε να μπείτε στην ΕΕ».

Οι συνασπισμοί και οι συμμαχίες είναι καλές και απαραίτητες, αλλά κάποια φορά θα πρέπει να αισθανόμαστε, και να ενεργούμε, ως ένα αυθύπαρκτο έθνος και ως ένα ανεξάρτητο κράτος, μιλώντας με τον ανάλογο τρόπο.

Στην περίπτωση, πάλι, του, τουλάχιστον αμετροεπούς, Αλβανού πρωθυπουργού, ο οποίος στην εν Αθήναις ομιλία του προς τους Αλβανούς συμπατριώτες του (που οι μισοί ήταν δημόσιοι υπάλληλοι οι οποίοι είχαν έρθει, εκόντες άκοντες, από την Αλβανία), αφού, πρώτα, εμμέσως ελεεινολόγησε τον ελληνικό λαό, περιγράφοντας με τα πιο μελανά χρώματα τα «πάθη» των μεταναστών συμπατριωτών του κατά τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους εδώ, τους κάλεσε στη συνέχεια να συνδιαχειριστούν την Ελλάδα μαζί με τους αυτόχθονες (δοθέντος ότι πλέον, κατά την γνώμη του, η χώρα τούς ανήκει εξ ημισείας), θα μπορούσαν και θα έπρεπε να υπάρχουν δύο τύποι απαντήσεων.

Μία «επίσημη» από κάποιον κυβερνητικό εκπρόσωπο, ο οποίος θα σημείωνε πως η Ελλάδα, αντί για προσβολές και προκλήσεις, περιμένει συγκεκριμένες ενέργειες με τις οποίες η Αλβανία θα ανταποκριθεί στην ανάγκη για βελτίωση και αναβάθμιση των διμερών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσής της για  σεβασμό των, τελούντων υπό διαρκή κρατική αμφισβήτηση και υπονόμευση, σήμερα, δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας.

Και μία «ημιεπίσημη» απάντηση, με ένα άρθρο βουλευτή, ας πούμε της κυβερνητικής παράταξης, που θα αποτελούνταν από δύο σκέλη: κατ’ αρχήν θα εξηγούσε ότι η ελληνική κοινωνία υποδέχτηκε όσο καλύτερα μπορούσε τους Αλβανούς μετανάστες στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν και η ίδια βρισκόταν σε οικονομική και πολιτική κρίση, ενώ ήταν όχι μόνο απολύτως ανέτοιμη για μία τόσο μεγάλη είσοδο ξένων αλλά και χωρίς την παραμικρή εμπειρία για το πώς να χειρισθεί ένα παρόμοιο πρωτοφανές φαινόμενο. Στην συνέχεια, δε, θα εξηγούσε δύο πολύ σοβαρά πράγματα.

Πρώτον, ότι υπήρξε τεράστια παράλειψη, αλλά και απρέπεια, του Αλβανού πρωθυπουργού να μη μνημονεύσει το γεγονός ότι ήταν η Ελλάδα, και όχι κάποια από τις άλλες χώρες που τώρα θεωρεί «στρατηγικούς συμμάχους» και «αδελφούς» της Αλβανίας, η οποία Ελλάδα με τα εισοδήματα που προσέφερε στους μετανάστες συμπατριώτες του επέτρεψε στην πατρίδα του να επιβιώσει και να αποφύγει τον λιμό και τον λοιμό, στην πρώτη περίοδο μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος.

Και δεύτερον, πως η Ελλάδα ανήκει μόνο σε αυτούς που, άσχετα από εθνική ή εθνοτική καταγωγή, την αισθάνονται πατρίδα τους και έχουν ελληνική εθνική συνείδηση. Και σε κανέναν άλλον!

Αυτά, λοιπόν, θα έπρεπε να ειπωθούν γιατί είναι η αλήθεια και η αλήθεια πρέπει να λέγεται και να προβάλλεται. Αλλά να ειπωθούν με «ημιεπίσημο» τρόπο ώστε να ακουστούν μεν εκεί που πρέπει, χωρίς όμως η δική μας πολιτική ηγεσία να ευτελιστεί αντιδικώντας και ανοίγοντας νέα και αχρείαστα μέτωπα με τον ελαφρώς έξαλλο αλλά, ευτυχώς, ευειδή πρωθυπουργό της Αλβανίας.

Για ένα πιο σοβαρό θέμα, πάντως, η Ελλάδα θα πρέπει να μιλήσει κατ’ ευθείαν στον τουρκικό λαό και στην τουρκική κοινή γνώμη.

Θα πρέπει να εξηγήσει πως …

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΚΗΦΗΝΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟ ΚΟΥΛΟ-ΧΑΝΕΙΟ: Ποιος πρέπει να αλλάξει: αυτοί ή εμείς όλοι;

 


Tων ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΑΤΣΙΟΥ και ΔΗΜΗΤΡΗ ΙΩΑΝΝΟΥ

 

Εάν οι υπεύθυνοι για την ασφαλή λειτουργία της μοναδικής (τι φαιδρότητα, αλήθεια) σιδηροδρομικής γραμμής της χώρας ήταν άνθρωποι υπεύθυνοι και έντιμοι που γνώριζαν ότι τα τρένα σε πολλές περιπτώσεις μπαίνουν στη γραμμή αντίθετης κατεύθυνσης και τρέχουν με ταχύτητα μεγαλύτερη των 100 χλμ. την ώρα, είναι βέβαιο πως δεν θα μπορούσαν να κοιμηθούν ώσπου να βρουν μία σειρά από λύσεις ασφαλείας για αυτό το εν δυνάμει θανάσιμα επικίνδυνο πρόβλημα.

Και υπήρχαν πολλές λύσεις που θα μπορούσαν να δοθούν με τις διαθέσιμες σήμερα τεχνολογικές δυνατότητες –και, μάλιστα, πολύ εύκολα.

Για παράδειγμα, η ανάπτυξη μίας απλής εφαρμογής στο κινητό τηλέφωνο του κάθε μηχανοδηγού, στο Viber ή στο WhatsApp, με την οποία κάθε φορά που το τρένο θα εισερχόταν σε γραμμή αντίθετης κατεύθυνσης, θα έστελνε ένα μήνυμα με το σημείο της εισόδου του σε όλους τους αναγκαίους αποδέκτες. Με μία απλή ρύθμιση για να χτυπάει συναγερμός όταν δύο τρένα κινούνται αντίθετα πάνω στην ίδια γραμμή. Ή και πολλά άλλα. Σε συνδυασμό.

Μόνο που οι υπεύθυνοι κοιμόντουσαν ήσυχοι, παρότι δεν είχαν κάνει τίποτα από όλα αυτά.

Επειδή προφανώς δεν τους ενδιέφερε, γιατί είχαν άλλες προτεραιότητες. Ή γιατί δεν ήθελαν να κάνουν κάτι διότι το «θέμα» έπρεπε να παραμένει σε εκκρεμότητα ώστε να γίνονται καλύτερα, και ενδεχόμενα προς «αμοιβαίο» όφελος, οι παράπλευρες συνεννοήσεις για την τεράστια επένδυση στο νέο σύστημα τηλεδιοίκησης. (Άλλωστε, ούτε για τις κλοπές των υλικών από τις γνωστές παραβατικές ομάδες ενδιαφέρθηκαν να κάνουν κάτι, παρά το ότι υπάρχει μία απλή λύση, που την έχουν εφαρμόσει η Deutsche Bahn και άλλες ευρωπαϊκές εταιρείες. Πλην όμως οι κλοπές υλικού, επιτρέπουν νέες αγορές, και υπόσχονται νέα τυχερά «οφέλη»).

Το να συμβαίνουν «7 παραβιάσεις του πρωτοκόλλου ασφαλείας» σε έναν οργανισμό με ευθύνη για την ασφάλεια της ζωής εκατοντάδων ή χιλιάδων ανθρώπων, δεν μπορεί να είναι δικαιολογία και απόδειξη της ύπαρξης «ανθρωπίνου λάθους», όπως φαίνεται να πιστεύει ο κύριος πρωθυπουργός με την ομιλία του στο Κοινοβούλιο.

Αντιθέτως, είναι μία εκκωφαντική απόδειξη πως σε έναν οργανισμό, υπό την εποπτεία της κυβέρνησης και του κυβερνητικού κόμματος, τίποτε και κανείς δεν ασχολείται με την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία του. Μάλλον όλοι ασχολούνται με την καταλεηλάτησή του, με κάθε τρόπο και σε βαθμό παράκρουσης, χωρίς να ανησυχούν για τα περαιτέρω.

Ο θάνατος των 57 ανθρώπων στα Τέμπη δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα έγκλημα από ένα σύστημα το οποίο, με αναγκαίο πρόσχημα την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, λεηλατεί τον δημόσιο πλούτο προς ίδιον όφελος. Και είναι φυσικό, όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, τα ατυχήματα και οι ανθρωποθυσίες να γίνονται, κάποια στιγμή, αναπόφευκτες.

Γι’ αυτό είναι πραγματικά αφελές να προσπαθεί κάποιος να εγκαλέσει τους κυβερνώντες ζητώντας τους να αναλάβουν τις ευθύνες τους, να ζητήσουν συγγνώμη και να αποδώσουν δικαιοσύνη.

Τι να έλεγαν δηλαδή ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί του στους πολίτες για τα Τέμπη;

Ότι αν θέλουν οι Έλληνες μία κυβέρνηση που να μοιράζει αφειδώς επιδόματα, σαν να μην υπάρχει αύριο (και που μάλιστα δεν απειλεί να βγάλει την Ελλάδα από το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση εισάγοντας τοπικά νομίσματα), τότε αναγκαστικά θα πρέπει να δεχτούν, ταυτόχρονα, και τη λεηλασία του δημόσιου πλούτου, μαζί με όλα όσα αυτό συνεπάγεται ως «παράπλευρες απώλειες», περιλαμβανομένων ενίοτε και των ανθρωποθυσιών;

Τέτοιο πράγμα δε θα μπορούσε να πει φυσικά ο κύριος πρωθυπουργός γιατί αυτό θα ήταν πολιτική αυτοκτονία και καταστροφή για τον ίδιον και την παράταξή του.

Γι’ αυτό, λοιπόν, η μόνη λύση που είχε ήταν να περάσει στην αντεπίθεση. Να βάλει τους συνεργάτες του να κουνάνε το δάχτυλο στους συγγενείς των θυμάτων, να χαρακτηρίζουν τοξικότητα το αίτημα για δικαιοσύνη, και να ασχημονούν στη μνήμη των αδικοχαμένων παιδιών. Κινητοποιώντας, παράλληλα, αδίστακτους κονδυλοφόρους, σιτιζόμενους από τα ευρώ των σχετικών κονδυλίων της «ενημέρωσης», να κατηγορούν τους χαροκαμένους γονείς ότι, ζητώντας δικαιοσύνη και σεβασμό στη μνήμη των παιδιών τους, κινούνται από προσωπικά κίνητρα για την προβολή τους και από ταπεινές επιδιώξεις συμφέροντος.

Δεν πρέπει ποτέ στην πρόσφατη ελληνική ιστορία μία κυβέρνηση να έχει φτάσει τόσο χαμηλά στην αήθεια και στη χυδαιότητα.

Το χειρότερο όμως δεν είναι αυτό.

Το χειρότερο είναι …

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΑΝΩΜΑΛΟΠΛΗΚΤΟ ΚΟΥΛΟ-ΧΑΝΕΙΟ: Ο γάμος ομοφύλων ως καταχρηστική μετατροπή μίας επιθυμίας σε «δικαίωμα»

 


Ε-Ξ-Α-Ι-Ρ-Ε-Τ-Ι-Κ-Ο

Γράφουν οι Κωνσταντίνος Γάτσιος και Δημήτρης Α. Ιωάννου

Ποιοι είναι οι όροι για να γίνει μία διεκδίκηση αποδεκτή από το συγκροτημένο σε κράτος κοινωνικό σύνολο και να κατοχυρωθεί ως «δικαίωμα»;

 Ένας και μοναδικός: ότι η άσκηση και η απόλαυση του συγκεκριμένου δικαιώματος από τους διεκδικητές του δεν θα παραβιάζει και δεν θα εξαλείφει ισοδύναμα ή υπέρτερης αξίας δικαιώματα άλλων.

Πληρούται, άραγε, αυτός ο όρος στην περίπτωση του διεκδικούμενου και προωθούμενου «δικαιώματος» των ομόφυλων ζευγαριών στην τεκνοθεσία, μέσω της νομοθέτησης του γάμου τους;

Η προφανής απάντηση, κατά τη γνώμη μας, είναι πως δεν πληρούται. Αλλά, επειδή δεν πρέπει να είναι κάποιος κατηγορηματικός και απόλυτος σε τόσο σοβαρά θέματα, θα μπορούσε, συμβιβαστικά, να συμφωνηθεί πως «δεν γνωρίζουμε» εάν πληρούται ή όχι.

Η ελληνική κοινωνία, πάντως, δεν το γνωρίζει. Διότι εκείνοι, των οποίων τα ζωτικά δικαιώματά τους είναι ενδεχόμενο να παραβιαστούν, δεν είναι άλλοι από τα παιδιά που θα δοθούν για τεκνοθεσία σε ομόφυλα ζευγάρια, ειδικά δε σε ζευγάρια αρρένων. Δεν γνωρίζουμε λοιπόν –διότι οι σχετικές έρευνες επ’ αυτού είναι λίγες έως ανύπαρκτες– ποια μπορεί να είναι η επίπτωση μίας παρόμοιας μορφής οικογένειας στην ψυχοπνευματική ανάπτυξη των τεκνοθετημένων και στη δυνατότητά τους να απολαύσουν μία ευτυχισμένη ζωή.

 

Ο κάθε άνθρωπος έχει το απόλυτο δικαίωμα στην επιλογή ερωτικού προσανατολισμού, διότι η άσκηση αυτού του δικαιώματός του δεν επιβαρύνει και δεν στερεί κανένα αντίστοιχο ή υπέρτερο δικαίωμα από κάποιον άλλον. Η συνεκδοχική, όμως, καταχρηστική και γενικευμένη επέκταση του εν λόγω δικαιώματος στην τεκνοθεσία είναι επιπόλαιη και αυθαίρετη.

Ο τρόπος δε με τον οποίον προωθεί η κυβέρνηση τη θεσμοποίηση της τεκνοθεσίας από τα ομόφυλα ζευγάρια –εφ’ όσον αυτό θεωρείται ως φυσική συνέπεια της νομιμοποίησης του γάμου των ομοφύλων– είναι καθαρά προσχηματικός: επικαλείται τα δικαιώματα των παιδιών που ήδη ζουν σε οικογένειες ομόφυλων γονέων. Μόνο που αυτά τα δικαιώματα θα μπορούσαν να κατοχυρωθούν με ad hoc νομοθετικές ρυθμίσεις, χωρίς να καθίσταται η δυνατότητα τεκνοθεσίας νομικά κατοχυρωμένο δικαίωμα για τα ομόφυλα ζευγάρια.

Όσο και αν η «πολιτική ορθότητα» κατακεραυνώνει τις σχετικές αντιλήψεις, είναι γνωστική κατάκτηση των επιστημών του ανθρώπου η διαπίστωση ότι οι ιδεώδεις συνθήκες για την ορθή ψυχοπνευματική ανάπτυξη ενός παιδιού είναι η οικογένεια με τους δύο διακριτούς ρόλους, του πατέρα και της μητέρας. Πέρα όμως από αυτό, εξίσου σημαντική είναι η διαπίστωση πως στην παιδική ηλικία, ο κεντρικός μηχανισμός διαμόρφωσης της προσωπικότητας και της ψυχικής συγκρότησης του παιδιού είναι η βιωματική σχέση με τη μητέρα του. Μόνο που, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το εν λόγω δεδομένο, αναγκαστικά πρέπει κάποιος να καταλήξει σε ένα επιπλέον συμπέρασμα, το οποίο ίσως φανεί σκανδαλώδες τόσο στους υπερσυντηρητικούς κύκλους των παραδοσιακών αξιών και της θρησκείας, όσο και στους ριζοσπαστικούς κύκλους του απόλυτου και αδιαπραγμάτευτου «δικαιωματισμού», πλην όμως είναι ένα συμπέρασμα απόλυτα στέρεο τόσο από λογική όσο και από πραγματική άποψη: ακόμη και στο πλαίσιο της τεκνοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια, υπάρχουν διαφορές. Τα ομόφυλα ζευγάρια θηλέων, μπορούν να προσφέρουν στο τεκνοθετημένο παιδί ένα καλύτερο υποκατάστατο της βιωματικής σχέσης βιολογικής μητέρας-παιδιού, από ό,τι τα ομόφυλα ζευγάρια αρρένων, που δεν μπορούν, εξ αντικειμένου να έχουν τέτοια δυνατότητα.

Προφανώς, η πρωτεύουσα ανάγκη ύπαρξης της μητρικής μορφής στην παιδική ηλικία για την αρμονική ανάπτυξη και εξέλιξη ενός ατόμου δεν είναι μία «κοινωνική κατασκευή».

Είναι μία φυσική αναγκαιότητα – και η φύση δεν λειτουργεί με απόλυτες συμμετρίες, όπως θέλουν να μας πείσουν οι οπαδοί της ισότητας μεταξύ επιθυμίας και δικαιώματος. Το γεγονός ότι η ειμαρμένη έχει στερήσει από έναν αριθμό παιδιών τη δυνατότητα να μεγαλώσουν με μία μητέρα, βιολογική ή υποκατάστατη, δεν σημαίνει ότι το κράτος, στο όνομα των «ίσων δικαιωμάτων» θα πρέπει να μεριμνήσει ώστε και άλλα παιδιά να έχουν την ίδια μοίρα, μεγαλώνοντας με την ίδια στέρηση.

Το ότι τα δύο είδη ομόφυλων ζευγαριών χαρακτηρίζονται από διαφορετικά στοιχεία όσον αφορά την ανατροφή τέκνων είναι κάτι που μπορεί να συναχθεί, εμμέσως, και από την περίπτωση των ΗΠΑ, όπου οι έρευνες για την εξέλιξη των παιδιών που μεγάλωσαν σε οικογένειες ομοφύλων έχουν χρησιμοποιηθεί ακόμη και για να στηρίξουν την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου που θεσμοθέτησε εκεί τον γάμο ομοφύλων το 2015. Μόνο που πρόκειται για έρευνες οι οποίες, στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, έχουν χαρακτηρισθεί ως πρόχειρες και ατελείς, ώστε δεν μπορούν να παράσχουν οριστικά συμπεράσματα με βάση την επιστημονική μεθοδολογία.

Το πιο σημαντικό είναι, όμως, πως ακόμη και σε αυτές τις έρευνες, που εν πολλοίς έχουν πραγματοποιηθεί σε συνεργασία με ενώσεις και οργανώσεις για την προάσπιση των επιδιώξεων των ομόφυλων ζευγαριών (με ό,τι αυτό συνεπάγεται), διαπιστώνει κανείς ότι το στατιστικό τους δείγμα αποτελείται, σε συντριπτικό βαθμό, από περιπτώσεις ομόφυλων οικογενειών όπου και οι δύο γονείς ανήκουν στο γυναικείο φύλο, και που μάλιστα οι απαντήσεις έχουν δοθεί σε ερωτηματολόγιο από τους ίδιους τους γονείς (δηλαδή, τις ίδιες). Δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς εάν αυτό έγινε σκόπιμα, με σκοπό την εξαγωγή «κατάλληλων συμπερασμάτων», που θα έπειθαν την κοινωνία για την αναγκαιότητα της θέσπισης του γάμου ομοφύλων.

Εκείνο όμως που είναι βέβαιο είναι πως όσο και αν προσπαθήσαμε, δεν μπορέσαμε να βρούμε ούτε μία έρευνα που να αφορά την εξέλιξη παιδιών που έχουν ανατραφεί αποκλειστικά από άρρενες γονείς ή να βρούμε, έστω, μία συγκριτική μελέτη για την εξέλιξη παιδιών από θηλυκά και από αρσενικά ομόφυλα ζευγάρια. Και, φυσικά, αν κάτι τέτοιο δεν υπάρχει στις ΗΠΑ, δεν υπάρχει ούτε κατά διάνοια και στην επισπεύδουσα να νομοθετήσει ανάλογα «δικαιώματα» Ελλάδα. Γι’ αυτό, πρέπει να ειπωθεί καθαρά πως το επιχείρημα των υπερασπιστών του γάμου ομοφύλων ότι «έχει αποδειχθεί» πως τα παιδιά των ομόφυλων γονέων αναπτύσσονται απρόσκοπτα και αρμονικά, είναι ένα είδος λαθροχειρίας. Επικαλούνται κάποια (αμφισβητούμενα και αυτά) στοιχεία που έχουν προέλθει από παιδιά θηλέων ομόφυλων γονέων, για να υποστηρίξουν το δικαίωμα της τεκνοθεσίας των αρρένων ομοφύλων, παρά το ότι δεν γνωρίζουμε τίποτα για τις επιπτώσεις στα παιδιά στην δεύτερη αυτή περίπτωση.

Παρά, λοιπόν, το ότι δεν γνωρίζουμε ποιες μπορεί να είναι οι δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει ένα παιδί που μεγαλώνει με δύο άρρενες θετούς γονείς, χωρίς έστω ένα υποκατάστατο της βιωματικής σχέσης μητέρας-παιδιού, που υπάρχει στην περίπτωση θηλέων ομόφυλων θετών γονέων, και παρά το ότι μπορούμε να πιθανολογήσουμε σφόδρα ότι αυτό το παιδί θα υπολείπεται σε δυνατότητες πρόσκτησης της ευτυχίας στη ζωή σε σύγκριση με τα υπόλοιπα παιδιά, η κυβέρνηση προχωράει στη θεσμοθέτηση του γάμου των ομοφύλων που για μόνο διακηρυγμένο στόχο της έχει τη δυνατότητα τεκνοθεσίας κυρίως από τα ανδρικά ομόφυλα ζευγάρια (αφού τα θηλυκά ζευγάρια μπορούν, κατά τεκμήριο, να τεκνοποιήσουν).

Και, μάλιστα, προχωράει παραβλέποντας σοβαρά ερωτήματα για προβλήματα τα οποία αναμφίβολα θα προκύψουν στη συνέχεια και τα οποία μπορούν να περιγραφούν, συναιρετικά, με το εξής ερώτημα:

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΑΝΩΜΑΛΟΠΛΗΚΤΟ ΚΟΥΛΟ-ΧΑΝΕΙΟ: Τραγωδία Ηθών

 

Γράφουν οι Κωνσταντίνος Γάτσιος και Δημήτρης Α. Ιωάννου*

 

Σε σοβαρά θέματα, όπως είναι ο γάμος των ομόφυλων ζευγαριών, είναι απαραίτητο ο δημόσιος διάλογος να διεξάγεται με όρους καθαρότητας, νηφαλιότητας και ευθύτητας.

Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η θεσμοθέτηση του γάμου των ομοφύλων το μόνο που συμπαρασύρει είναι το δικαίωμά τους στην τεκνοθεσία –κάτι που, βέβαια, αφορά κυρίως ομόφυλα ζευγάρια αρρένων, αφού τα αντίστοιχα ζευγάρια θηλέων μπορούν κατά τεκμήριο να τεκνοποιήσουν. Και ότι δεν θα επιτρέψει την παρένθετη κύηση. Πέραν του κατά πόσο η τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια, ιδιαιτέρως δε αρρένων, επιτρέπει στα τεκνοθετημένα παιδιά μια ισορροπημένη ψυχοπνευματική ανάπτυξη (έχουμε παρουσιάσει τις σχετικές απόψεις μας αλλού), προκύπτει αβίαστα το εξής ερώτημα ως προς την παρένθετη κύηση.

Από τη στιγμή που εξισώνονται ομόφυλα και ετερόφυλα ζευγάρια, υπό ποία έννοια θα αρνείται ο νόμος το δικαίωμα στα δεύτερα (ιδιαίτερα μάλιστα σε ζευγάρια αρρένων) να προβούν σε τεκνοθεσία μέσω παρένθετης μητέρας, όταν οι ενδιαφερόμενοι προβάλλουν και επικαλούνται προς τον σκοπό αυτόν την πασιφανή αδυναμία τους να τεκνοποιήσουν;

Τον ίδιο ακριβώς λόγο δεν επικαλούνται σε αντίστοιχη περίπτωση τα ετερόφυλα ζευγάρια;

Και εάν, όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση, θα απαγορεύσει αυτήν τη δυνατότητα στα ομόφυλα ζευγάρια –με προφανή παραβίαση της ισότητας «δικαιωμάτων» με τα ετερόφυλα ζευγάρια– γιατί δεν απαγορεύει κατά τον ίδιο τρόπο και κατ’ αντιστοιχία το δικαίωμα τεκνοθεσίας;

Η αλήθεια είναι ότι, δυστυχώς, η κυβέρνηση ακολουθεί την «μέθοδο του σαλαμιού»: εξισώνει ομόφυλα και ετερόφυλα ζευγάρια ως προς την τεκνοθεσία τώρα, και αφήνει το ζήτημα της παρένθετης μητρότητας (και της εμπορευματοποίησης παιδιών που αυτή συνεπάγεται) για αργότερα, ώστε να προκύψει «αβιάστως» ως φυσιολογική εξέλιξη και συνεπαγωγή του κατοχυρωμένου αρχικού «δικαιώματος» ως προς την ισότητα. Όλοι το καταλαβαίνουν αυτό, συμπεριλαμβανομένων των βουλευτών που δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν το νομοσχέδιο «επί της αρχής», διαρρηγνύοντας ταυτοχρόνως τα ιμάτιά τους και διακηρύσσοντας την «κάθετη» αντίθεσή τους στην παρένθετη μητρότητα. Ή και εκείνων που δηλώνουν κυνικά (και ανοήτως) πως από την στιγμή που αυτό είναι κάτι που συμβαίνει στην πράξη, μικρή σημασία έχει αν θα γίνει και νόμος του κράτους.

Ακόμη χειρότερη, όμως, είναι η αποκρουστική ιλαροτραγωδία του να υπάρχουν βουλευτές που να δηλώνουν ότι θα απέχουν από τη σχετική ψηφοφορία στη Βουλή. Όπως έχει επανειλημμένα λεχθεί από όλες τις πλευρές, η στάση των βουλευτών στο εν λόγω ζήτημα αποτελεί θέμα συνείδησης. Όμως, πόσο επιτρεπτή είναι η στάση της αποχής στην ψηφοφορία από βουλευτές που διαφωνούν σε κάτι που είναι θέμα συνείδησης;

Τι σημαίνει «διαφωνώ, θεωρώ ότι είναι ένα κακό νομοθέτημα, αλλά απέχω από την ψηφοφορία;».

Ποια είναι η διάκριση μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας εάν οι βουλευτές της συμπολίτευσης ψηφίζουν μόνο όταν συμφωνούν με τις προτάσεις της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά απέχουν όταν διαφωνούν και μάλιστα για θέματα συνείδησης;

Αλλά και ποιος ο λόγος ύπαρξης βουλευτών της αντιπολίτευσης όταν ψηφίζουν μόνο στην περίπτωση που συμφωνούν με την «γραμμή» του κόμματος, αλλά απέχουν όταν διαφωνούν και μάλιστα για θέματα συνείδησης;

Η αποχή δεν συνιστά μόνο πράξη πολιτικής δειλίας, αλλά και υποκρισίας και ιδιοτέλειας που υπονομεύει ευθέως την έννοια του κοινοβουλευτισμού.

Τη στιγμή που η κυβέρνηση αναγορεύει μία επιθυμία σε «δικαίωμα», τα μέλη του κοινοβουλίου, με την συμπεριφορά τους αυτή…

 

ΕΘΝΙΚΟΙ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΕΣ - ΣΥΡΙΖΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Το κατά Τσίπραν «χάος»


ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΑΤΣΙΟΥ

Οι πολιτικοί στους οποίους ο ελληνικός λαός αναθέτει τις τύχες του
, εκτός από ένα στοιχειώδες ήθος και κάποιες στοιχειώδεις ικανότητες, θα πρέπει να έχουν και κάποια ελάχιστη σοβαρότητα. 

Είναι τραγικό το γεγονός ότι ως κοινωνία αναθέτουμε, συχνά, τη διακυβέρνηση της χώρας σε άτομα ή σε πολιτικούς φορείς που δεν έχουν την ελάχιστη πολιτική αξιοπρέπεια και την ελάχιστη σοβαρότητα.

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ σε πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξή του στην Κρήτη δήλωσε,  προφανώς στο πλαίσιο ενός νέου πολιτικού ελιγμού προσέγγισης του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, ότι η κυβέρνησή του «παρέλαβε χάος από την κυβέρνηση Σαμαρά», όπως και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 2009 «παρέλαβε χάος από την κυβέρνηση Καραμανλή»!  

Ναι, ακριβώς αυτό δήλωσε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ! Μετά από 13 ολόκληρα χρόνια που όχι μόνο δεν είχε πει τίποτα για την καταστροφική διακυβέρνηση της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία την περίοδο 2004-2009, αλλά ουσιαστικά την υπεράσπιζε, ξαφνικά το 2022, λίγο πριν από το Πάσχα, είδε το φως το αληθινό!

Πρόκειται για τον ίδιο πολιτικό ο οποίος ως πρωθυπουργός δημιούργησε εξεταστική επιτροπή στη Βουλή, όχι για να εξετάσει το πώς η Ελλάδα έφτασε καταχρεωμένη και ουσιαστικά χρεοκοπημένη στις εκλογές του 2009, αλλά για να εξετάσει τι «προδοσία» έγινε από το 2010 και μετά!  

Πρόκειται για τον ίδιο πολιτικό ο οποίος καλλιέργησε με τον πιο δημαγωγικό τρόπο την καταστροφική για τη χώρα και την κοινωνία μας άποψη ότι δεν έφερε η κρίση το μνημόνιο αλλά ότι το μνημόνιο έφερε την κρίση – οπότε πριν από το 2010 δεν είχε συμβεί και τίποτα κακό. Και για να το εμπεδώσουν όλοι αυτό, έσπευσε, ως αρχηγός του πλειοψηφούντος κόμματος στη Βουλή, να τοποθετήσει στη θέση του πολιτειακού άρχοντα της χώρας ακριβώς εκείνον τον άνθρωπο που συμβόλιζε, με τον πιο θλιβερό τρόπο, την ασυδοσία και τη λεηλασία της οικονομίας που έφερε τη χρεοκοπία. Καλλιεργώντας και υποδαυλίζοντας, την ίδια στιγμή, το πιο βαθύ μίσος για το ΠΑΣΟΚ και τους ανθρώπους του (γερμανοτσολιάδες κ.λπ.), τους οποίους τώρα προσπαθεί να προσεγγίσει και να εναγκαλισθεί με ευτελείς φιλοφρονητικές αναφορές και απίθανους τακτικισμούς.

Και, βέβαια, ούτε τα όσα είπε είναι σωστά και ακριβή.  

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 2009 δεν κληρονόμησε κάποιο αφηρημένο «χάος». Κληρονόμησε μία οικονομία υπερχρεωμένη, της οποίας μεγάλο μέρος του χρέους ήταν καλά κρυμμένο μέσα σε ειδικού τύπου στατιστικές που μας έκαναν περίγελο σε όλο τον κόσμο με τον χειρότερο τρόπο. Κληρονόμησε, κυρίως, μία οικονομία που ήξερε να δανείζεται, αλλά που δεν μπορούσε να παράγει για να πληρώσει τις οφειλές της. Κοντολογίς, το ΠΑΣΟΚ το 2009 κληρονόμησε μία χρεοκοπία.

Και, φυσικά, η αναφορά του στο 2015 ήταν και αυτή άστοχη και παραπειστική. Είναι μία από τις πολλές προσπάθειες πλαστογράφησης μίας πραγματικότητας που είναι ακόμη νωπή στη μνήμη όλων μας. Διότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν παρέλαβε κανένα χάος το 2015 από την απερχόμενη κυβέρνηση Σαμαρά. Είναι, βέβαια, γεγονός ότι ο κ. Σαμαράς με την αχαλίνωτη δημαγωγία του στα «Ζάππεια», ουσιαστικά εδραίωσε την αληθοφάνεια τα ψευδών του ΣΥΡΙΖΑ και προετοίμασε την τελική άνοδό του στην εξουσία το 2015. Είναι, επίσης, γεγονός ότι η συγκυβέρνηση του 2012-2015 πρωταγωνίστησε σε διάφορα ιλαροτραγικά επεισόδια που είναι καλύτερο να τα ξεχνάμε. Όμως, στην πραγματικότητα και επί της ουσίας, εφαρμόζοντας το πρόγραμμα σταθεροποίησης με αποτελεσματικό τρόπο, η συγκυβέρνηση είχε οδηγήσει στις αρχές του 2015 την ελληνική οικονομία σε ένα σημείο ισορροπίας και οι προοπτικές ήταν πλέον θετικές.  

Αλλά μετά ήρθαν στην εξουσία η μικρόνοια, η αγραμματοσύνη και, κυρίως, η παράνοια. Η οικονομία και η κοινωνία έφτασαν στο χείλος του γκρεμού εξ αιτίας τους. Και η χώρα ακόμη πληρώνει και θα πληρώνει για πολύ καιρό τις συνέπειες των πράξεων του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης και του κόμματός του που κυβέρνησαν τη χώρα με δημοψηφίσματα, κωλοτούμπες, κλειστές τράπεζες και αχρείαστα μνημόνια.

Ο ΣΥΡΙΖΑ για δεκατρία ολόκληρα χρόνια ουσιαστικά στήριζε τα κυβερνητικά πεπραγμένα της περιόδου 2004-2009, αλλά και στηριζόταν από τον συγκεκριμένο χώρο, με τρόπο απροκάλυπτο και εμφανή. Πράγμα που δεν ήταν καθόλου παράξενο γιατί τις δύο πλευρές συνδέει μία εκλεκτική συγγένεια, κάτι σαν τη συντροφικότητα που είχαν οι πειρατές που συναντιόντουσαν στο πέλαγος τα παλιά χρόνια: ακόμη κι αν στόχευαν στην ίδια λεία και αυτό τους έκανε ανταγωνιστές, η κοινή τους αγάπη για τη δήωση και τη λεηλασία ήταν πιο σημαντική και δημιουργούσε βαθύ αίσθημα αλληλεγγύης μεταξύ τους.

Απλά, αυτό που τώρα συμβαίνει είναι ότι μία τέτοια μεγάλη φιλία πρέπει να υποχωρήσει μπροστά στη δεινή δημοσκοπική πραγματικότητα που δείχνει στον ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν μπορεί πλέον να επιβιώσει πολιτικά μόνος του και γι’ αυτό πρέπει να δημιουργήσει έναν φανταστικό «προοδευτικό χώρο», για να τοποθετηθεί ο ίδιος εκεί αναζητώντας συμμάχους για να τον στηρίξουν. Έτσι, πολύ εύκολα και χωρίς καμία δυσκολία, χωρίς καν ένα κόμπιασμα, έναν κόμπο στον λαιμό, αυτό που χθες ήταν μαύρο σήμερα γίνεται άσπρο. Οι χθεσινοί εξωνημένοι, οι υπάλληλοι του Σόιμπλε και της Μέρκελ, που έφεραν το ΔΝΤ και σκλάβωσαν την χώρα για να εξυπηρετήσουν τα αφεντικά τους, τώρα πια δεν είναι γερμανόδουλοι!  

Ποιος είπε τέτοιο πράγμα;  

Απλά οι άνθρωποι έπεσαν θύμα του «χάους» που κληρονόμησαν από την κυβέρνηση Καραμανλή. Και είναι, βεβαίως, φυσικοί σύμμαχοι του ΣΥΡΙΖΑ και μπορούν να συγκυβερνήσουν μαζί του γιατί ανήκουν στον «προοδευτικό χώρο»!

Μόνο που...

 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η τραγωδία

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Του Κων. Γάτσιου 
Πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Στην αρχαία ελληνική τραγωδία συναντάται συχνά η σύγκρουση του «ορθού» με το «δίκαιο». 


Η τραγωδία που, σε μια νέα αναδίπλωσή της, εκτυλίσσεται σήμερα στο εσωτερικό τής κυβερνώσας παράταξης με αβέβαιη, δυστυχώς, έκβαση, έχει ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά.


Στη μια πλευρά, βρίσκονται όσοι υποστηρίζουν το «δίκαιο», δηλαδή την υποχρέωση του ΣΥΡΙΖΑ να τηρήσει τις προεκλογικές του δεσμεύσεις και υποσχέσεις, με ό,τι και αν αυτό συνεπάγεται για τη χώρα. 


Στην άλλη πλευρά, βρίσκονται οι φορείς του «ορθού» δηλαδή εκείνοι που, όντας υποχρεωμένοι να συναλλαγούν με το υπαρκτό και όχι το ιδεατό, επιχειρούν να συνδυάσουν, σε μια αφήγηση «νέου τύπου», την άμετρη προεκλογική δημαγωγία των ιδίων και της παράταξής τους με τις αδήριτες ανάγκες της πραγματικότητας. Ανεξάρτητα του κατά πόσον συνιστά καιροσκοπική ή όχι επιλογή, το ουσιώδες είναι ότι η μέχρι στιγμής δυστοκία αποτελεί ισχυρότατη ένδειξη ότι αυτό είναι ένα δύσκολο έως ανέφικτο εγχείρημα.
 
Η αιτία της «ελληνικής τραγωδίας», όμως, πηγάζει από μια «ύβρι». Της οποίας ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μεν ούτε ο πρώτος, ούτε ο μοναδικός αυτουργός, τυγχάνει όμως ο πλέον ανεύθυνος εκφραστής. Πρόκειται για μιαν «ύβρι» η οποία, ας μην κρυβόμαστε, έχει συστηματικά καλλιεργηθεί εδώ και πολλές δεκαετίες, ώστε να αποτελεί πλέον βασικό πολιτιστικό χαρακτηριστικό της κοινωνίας μας. Μια «ύβρι» που συνίσταται στην επιθυμία να απολαμβάνεις χωρίς να μοχθείς, να χαίρεις σεβασμού χωρίς να σε χαρακτηρίζει συνέπεια και ειλικρίνεια. Και που, τα τελευταία χρόνια, τουλάχιστον από το 2004 και μετά, έφθασε σε βαθμό παροξυσμού με τις πολιτικές επιλογές και τις ιδεολογικές παραδοχές που κυριάρχησαν. Διότι, ακόμη και αν το 2004 η ελληνική κοινωνία δικαιολογείτο να παρασυρθεί από μια έστω κενή περιεχομένου συνθηματολογία «αλλαγής», το 2007 δεν είχε κανέναν λόγο να επιβραβεύσει τη διαφθορά, την ανικανότητα και την αλαζονεία. Και όμως το έπραξε.  


Γιατί; 


Διότι είχε εκμαυλισθεί από την ανεξέλεγκτη σπατάλη και διασπάθιση του δανεικού χρήματος και από την παροχή καταναλωτικών προνομίων στους πάντες, χωρίς την παραμικρή αντίστοιχη παραγωγική δραστηριότητα. Και στη συνέχεια, το 2009, όταν η γαλάζια «αφήγηση» αποκάλυψε τα όριά της, η ελληνική κοινωνία προσέτρεξε και πάλιν ομοθύμως στην ευήθεια, τη μωρία, του «λεφτά υπάρχουν», χωρίς όμως τη φορά αυτή να αποφύγει την ανώμαλη προσγείωση σε σύντομο χρονικό διάστημα.

 
Πλην, ούτε και αυτό ήταν αρκετό για να αφυπνισθεί και να συναισθανθεί το μέγεθος της ύβρεως που συνιστά η περιφρόνηση της πραγματικότητας. Σε αυτό, ασφαλώς συνέτεινε τα μέγιστα και η άμετρη δημαγωγία της τότε αντιπολίτευσης. Εάν υπάρχει μια κρίσιμη στιγμή στην οποία η ελληνική κοινωνία υπέστη πραγματικά «απώλεια στήριξης», χάνοντας την ευκαιρία να συνδιαλλαγεί με την αλήθεια και την πραγματικότητα, αυτή ήταν όταν η Ν.Δ. των «Ζαππείων» κατάφερε να την πείσει ότι με τα ίδια υλικά της πτώχευσης, αλλά σε ένα «άλλο μείγμα», το οποίο γνώριζαν αποκλειστικά ο κ. Σαμαράς και οι συν αυτώ, θα ήταν δυνατόν να αποφύγουμε τις αναπόφευκτες δοκιμασίες και τον απαιτούμενο μόχθο για την ανάταξη της χώρας, συνεχίζοντας να απολαμβάνουμε άκοπα τους καρπούς μιας μυθικής «ανάπτυξης» που θα προσέφερε η σοφία του οικονομικού επιτελείου τής Ν.Δ.

 
Η υπονόμευση –για να μην πω κατασυκοφάντηση– της κυβέρνησης Παπαδήμου, στο πλαίσιο της αχαλίνωτης και ανήθικης εκείνης δημαγωγικής εκστρατείας, αποτελεί μια από τις πιο μαύρες σελίδες στη νεοελληνική πολιτική ιστορία. Για τον λόγο αυτό, οι μόνοι που δεν δικαιούνται να αγανακτούν για τον δημαγωγικό τρόπο με τον οποίον ο ΣΥΡΙΖΑ κατέκτησε την εξουσία, είναι οι εκπρόσωποι της Ν.Δ. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να διαστείλει, στις τερατώδεις διαστάσεις που του επέτρεπε η ανεδαφική ιδεολογία του, αυτό καθεαυτό το αντιπολιτευτικό «αφήγημα» της Ν.Δ. του 2012. Μιας Ν.Δ. η οποία, άλλωστε, εάν πράγματι διαπνεόταν από εθνικό φρόνημα και συναίσθημα ευθύνης, θα είχε ολοκληρώσει την εφαρμογή του Μνημονίου εγκαίρως, αντί να το υπονομεύει εκ των έσω, με την ανόητη και φρούδα ελπίδα ότι θα διασώσει τα αθέμιτα πλεονεκτήματα της πολιτικής της πελατείας, διατηρώντας παράλληλα και την πολιτική της ισχύ.



Το πρόβλημα σήμερα είναι ότι: 


Oδηγημένοι από τις συλλογικές μας παραισθήσεις και από την επιμονή στην «ύβρι» της αναζήτησης των αιτίων των δεινών μας οπουδήποτε αλλού εκτός από τις δικές μας για πολλές δεκαετίες συλλογικές επιλογές, έχουμε εναποθέσει πλέον τις τύχες μας στην πλειοδοτούσα δύναμη του δημαγωγικού διαγωνισμού και διαγκωνισμού που βαυκαλιζόμαστε να αποκαλούμε «πολιτική ζωή της Ελλάδας». Και όσο ισχυρές και εάν είναι οι πιέσεις της πραγματικότητας, παραμένει πολύ αμφίβολο εάν ένας πολιτικός οργανισμός σαν τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος έχει συγκροτηθεί επάνω σε συνθήκες ακραίας ιδεοληψίας, έχει τη δυνατότητα να προσαρμοσθεί –και δη εγκαίρως– στις απαιτήσεις της επιβίωσης της ελληνικής κοινωνίας. Ελπίζω να το μπορέσει, ώστε να συμβάλει στην προσπάθεια διάσωσης της χώρας. Στην αντίθετη περίπτωση, πολύ φοβούμαι ότι η καταστροφή που θα επέλθει θα είναι τέτοια ώστε το χαριτωμένο σύνθημα «πρώτη φορά Αριστερά», θα μετατραπεί μοιραία στην πάνδημη κραυγή «ποτέ πια Αριστερά».

 
Το κρίσιμο ερώτημα για την επιβίωσή μας ως κοινωνίας και ως έθνους είναι: