"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΓΕΝΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΓΕΝΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Το άθλημα και η αισθητική του

 

Γράφει ο Νάσος Βαγενάς

Ομότιμος καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και παλαιός ποδοσφαιριστής του Εθνικού Πειραιώς.

 

Όποιος δεν έχει παίξει μπάλα στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια δεν ξέρει τι ακριβώς είναι το ποδόσφαιρο. Και όταν είναι διανοούμενος, και μάλιστα περιώνυμος, μπορεί να μιλάει για αυτό με λόγια που να τον εκθέτουν· όπως, λ.χ., ο νομπελίστας Πέτερ Χάντκε που έδωσε σε μια νουβέλα του τον τίτλο Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι (ο τερματοφύλακας δεν νιώθει καμία αγωνία πριν από το πέναλτι ‒ ελπίδα μόνο ότι ο αντίπαλος θα αστοχήσει)· ή όπως ο φιλόσοφος Ζαν Μποντριγιάρ, ο επιρρεπής σε στυλιστικές πιρουέτες του τύπου: «Η εξουσία πρόθυμα βάζει το ποδόσφαιρο να επιφορτιστεί με μια εύκολη ευθύνη, ακόμη και να πάρει πάνω του τη διαβολική ευθύνη της αποχαύνωσης των μαζών»· ή όπως κάποιες ανάλογες νότες ορισμένων διανοητών της Σχολής της Φρανκφούρτης.

Το γεγονός ότι πρόσωπα όπως ο Αλμπέρ Καμί, ο Εδουάρδο Γκαλεάνο, ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν ή ο Μανόλης Αναγνωστάκης ελκύονταν από το ποδόσφαιρο δεν σημαίνει ότι οι περισσότεροι ονομαστοί διανοούμενοι διάκεινται ευμενώς προς αυτό. Σημαίνει απλώς ότι, για τον λόγο που ανέφερα, οι συγγραφείς αυτοί είχαν εσωτερική γνώση του θέματος. Γιατί ήταν σε θέση να αισθανθούν ότι ένας ποδοσφαιρικός αγώνας είναι ‒ το έχουμε ξαναπεί ‒ κάτι περισσότερο από ένα απλό αθλητικό αγώνισμα· ότι είναι δέκαθλο εν συγχρονία.

Ολυμπιονίκης των 100 μέτρων ή του δεκάθλου μπορεί να αναδειχθεί και ένας ηλίθιος. Ενας ποδοσφαιριστής όμως δεν μπορεί να είναι μεγάλος, αν τα σωματικά του προσόντα (ταχύτητα, δύναμη, αντοχή, σθένος, ευλυγισία, αλτική ικανότητα) δεν είναι ικανός να τα ασκεί συγχρόνως και συγκεκραμένα, δηλαδή εν ταυτώ, πράγμα αδύνατον αν δεν διαθέτει υψηλό δείκτη ευφυΐας, δηλαδή οξεία αντίληψη του χώρου και του χρόνου, η οποία είναι ο σημαντικότερος διαμορφωτής της τεχνικής του. Το οποίο σημαίνει ότι ένας ποδοσφαιρικός αγώνας, στις υψηλότερες στιγμές του, μπορεί να φτάσει στο επίπεδο ενός καλλιτεχνικού θεάματος ανάλογου με εκείνο οι κορυφαίοι συντελεστές του οποίου πρέπει να διαθέτουν προσόντα όμοια με τα προσόντα που διαθέτουν και με τον τρόπο που τα ασκούν οι μεγάλοι ποδοσφαιριστές. Εννοώ την τέχνη του χορού, με την οποία, στο αποκορύφωμά της, η τέχνη του ποδοσφαίρου είναι ομοούσια.

 

Αλλά μια και βρεθήκαμε στο καλλιτεχνικό πεδίο, θα ήθελα να διατυπώσω ορισμένες αισθητικής φύσεως παρατηρήσεις που πιστεύω ότι θα πρέπει να απασχολούν όλους τους ποδοσφαιρόφιλους, διανοούμενους ή μη:

Το ποδοσφαιρικό θέαμα το παρακολουθεί κανείς σήμερα είτε με τη φυσική του παρουσία στο γήπεδο είτε τηλεοπτικώς. Η τηλεοπτική παρακολούθησή του είναι, προφανώς, πιο συμφέρουσα (οικονομικά και σωματικά) και αισθητικώς ελκυστικότερη. Γιατί με τους τρόπους με τους οποίους κινείται ο τηλεοπτικός φακός ‒ με τις πολλαπλές του, σε διαφορετικά σημεία του γηπέδου, κάμερες, τις ποικίλες οπτικές του γωνίες, τις αυξομειούμενες αποστάσεις του από τα διαδραματιζόμενα στον χορτοτάπητα, τα γκρο πλαν και τη δυνατότητα επανάληψης (και σε ρελαντί) των κρισιμότερων φάσεων του αγώνα ‒ ο τηλεθεατής έχει μια αίσθησή του πλουσιότερη και ζωντανότερη από εκείνη του στατικού θεατή της κερκίδας.

Το να μπορείς να παρακολουθείς ανέξοδα σήμερα από τον καναπέ του σπιτιού σου όσους αγώνες όπου γης επιθυμείς είναι ένα προνόμιο αδιανόητο για εκείνους που στιγμιότυπά τους μόνο μπορούσαν να δουν στα ασπρόμαυρα ως το 1960 «Επίκαιρα» των κινηματογράφων. Και αυτό μας φέρνει σε ένα σημαντικό πρόβλημα της καθ’ ημάς τηλεοπτικής αναμετάδοσης των ποδοσφαιρικών αγώνων, το οποίο ‒ απ’ όσο γνωρίζω ‒ δεν έχει μέχρι στιγμής γίνει αντικείμενο κριτικής. Αναφέρομαι στην ποιότητα των τηλεοπτικών σχολιαστών μας, η οποία σε λίγες μόνο περιπτώσεις ξεπερνά το μέτριο και σε ελάχιστες το ικανοποιητικό. Γεγονός που μας κάνει να νοσταλγούμε την εποχή του Γιάννη Διακογιάννη, του «μεγαλύτερου», όπως σωστά έχει ειπωθεί ‒ χάρη στις καίριες γνώσεις του, την ανεπανάληπτη φωνή και το λιτό του ύφος ‒, «ραδιοσχολιαστή όλων των [ελληνικών] εποχών».

Είναι αλήθεια ότι ο κερδοσκοπικός πολλαπλασιασμός των διεθνών ποδοσφαιρικών πρωταθλημάτων, με το επακόλουθο πλήθος των προκριματικών αγώνων, δημιούργησε την ανάγκη μαζικής παραγωγής τηλεσχολιαστών.

Αλλά αυτό…

 

ΕΘΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ - ΣΥΡΙΖΟΑΛΗΤΑΡΑΔΙΚΟ: Η Αγία Οικογένεια

Γράφει ο Νάσος Βαγενάς 
Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.


Οι δεσμοί μεταξύ των μελών μιας οικογένειας είναι ιεροί, ακόμη κι αν έχει παραστρατήσει κάποιο από τα μέλη της. Ιδιαίτερα όταν η οικογένεια αυτή είναι η Αγία.  


Η σύλληψη στις 12 Ιουνίου δύο γνωστών στελεχών του αντιεξουσιαστικού χώρου, που λήστεψαν μέρος από τα χρήματα του ΑΤΜ του πανεπιστημιακού νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ της Θεσσαλονίκης, είναι το τελικό κερασάκι στην τούρτα των γενεθλίων αυτής της Οικογένειας.

 
Υπενθυμίζω ότι Αγία Οικογένεια είναι ο τίτλος του πρώτου βιβλίου του Μαρξ (σε συνεργασία με τον Ενγκελς), με το οποίο ο μετέπειτα συντάκτης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου βάλλει εναντίον του ουτοπικού σοσιαλισμού του Μπρούνο Μπάουερ και των ομοϊδεατών του, που, θεωρώντας τον σοσιαλισμό ως μια ιδέα υπεράνω της πολιτικής, ως μια πίστη και φιλοσοφία, είχαν την πεποίθηση ότι μπορούσαν να επιτύχουν τον σκοπό τους με ειρηνικά μέσα. Αντικρούοντας αυτές τις απόψεις ως φαντασιώσεις της θεωρητικής φιλοσοφίας ο Μαρξ (και ο Ενγκελς) κήρυτταν την αρχή της «υπεροχής της κοινωνίας» έναντι του κράτους, όπως ακριβώς ο συνταγματολόγος Κατρούγκαλος, που, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ βρισκόταν στην αντιπολίτευση, την εποχή των ταραχών της πλατείας Συντάγματος, δήλωνε ξαναμμένος σε τηλεοπτικές εκπομπές (και όχι μόνο σε αυτές) ότι το Σύνταγμα μπορεί να το καταργήσει νόμιμα το πλήθος (δηλαδή η «κοινωνία») διαδηλώνοντας στις πλατείες (πρβλ. το παράπονο της συζύγου του απερχόμενου, πλέον, σημερινού πρωθυπουργού: «Πήραμε την κυβέρνηση, αλλά δεν πήραμε την εξουσία»).

 
Αλλά ας επιστρέψουμε στην τούρτα της Οικογένειας για την οποία μίλησα στην αρχή· για την ακρίβεια, στην τούρτα του εορτασμού της γέννησής της – θέλω να πω, της υλικής έναρξης του αγώνα για κατάλυση του Συντάγματος από την «κοινωνία», την πνευματική προετοιμασία του οποίου τροφοδοτούσε αφειδώς η «17 Νοέμβρη».  


Αναφέρομαι, βέβαια, στα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008, κατά τα οποία κάηκε το κέντρο της Αθήνας, και τα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ χαρακτήριζε υπερηφάνως «λαϊκή εξέγερση». Χαρακτηρισμός ακόμη πιο εύγλωττος για όσους είχαν διαβάσει το ένθετο, στο πρωτοχρονιάτικο φύλλο της Αυγής, «Ημερολόγιο του 2009», με τις μεγάλες – κατά μήνα – καλλιτεχνικές φωτογραφίες των καταστροφών, τις συνοδευόμενες από λεζάντες υψηλού λυρισμού, που εξυμνούσαν τις μολότοφ των κουκουλοφόρων.

 
Είναι ο θριαμβικός σχολιασμός αυτών των φωτογραφιών, οι δηλώσεις του Τσίπρα για τα γεγονότα εκείνου του Δεκεμβρίου («Εμείς πιστεύουμε ότι αυτές οι κινητοποιήσεις εμπεριέχουν ένα μεγάλο θετικό φορτίο για ριζοσπαστικές αλλαγές στην πορεία αυτής της χώρας»), και η αποφυγή της καταδίκης συγκεκριμένων τρομοκρατικών ενεργειών (με τη στερεότυπη γενικολογία «καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται»), ο λώρος που συνδέει τον ΣΥΡΙΖΑ με τη «17 Νοέμβρη» -, λώρος που φτάνει ως τη μορφή του καραβόσκοινου με τα νομοθετικά και δικαστικά έκτροπα της υπόθεσης των αδειών του Κουφοντίνα.  


Αρκεί να απαριθμήσει κανείς τα στοιχεία που, μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ, εμφανίζουν – συμπαρατιθέμενα – τη φωτογραφία της Αγίας Οικογένειας στην πλήρη σύνθεσή της: Την πατρική στοργή του ΣΥΡΙΖΑ για τους κάθε μορφής «Ρουβίκωνες» – θαυμαστές του Κουφοντίνα (Ζ. Κωνσταντοπούλου: «Είστε ευπρόσδεκτοι στη Βουλή»· Ν. Βούτσης: «Πηγαίνετέ τους με ταξί στα σπίτια τους»· Γ. Δραγασάκης: «Είναι δικά μας παιδιά»· Ευ. Τσακαλώτος: «Σύντροφοι είναι»· Ν. Τόσκας: «Κινούνται στα όρια της παραβατικότητας» – δηλαδή της νομιμότητας)· τις διαβεβαιώσεις του μέλους της ΓΓ του ΣΥΡΙΖΑ Π. Λάμπρου προς τους εκπροσώπους των «Πυρήνων της Φωτιάς» («με νομοθετήματα για τις φυλακές τύπου Γ’ θα διασφαλιστούν όλα, και οι αποφυλακίσεις»)· τον διαβόητο νόμο Παρασκευόπουλου, που διασφάλισε αυτές τις διαβεβαιώσεις· την εκπαραθύρωση του υπουργού Προστασίας του Πολίτη Γ. Πανούση, γιατί εξέφραζε τη δυσφορία του για τους χαριεντισμούς του ΣΥΡΙΖΑ με την τρομοκρατία· τις καταγγελίες της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αστυνομικών Υπαλλήλων ότι ο διάδοχος του εκπαραθυρωθέντος (Ν. Τόσκας) «ανέχεται και καλύπτει πράξεις βίας λόγω ιδεοληπτικών αντιλήψεων και συμπεριφορών»· την πεποίθηση του υπουργού Δικαιοσύνης Σπ. Κοντονή ότι «η τρομοκρατία αποτελεί ιδεολογία προς την οποία οφείλει σεβασμό η κυβέρνηση».

 
Το κερασάκι, που ανέφερα στην αρχή (η προχθεσινή σύλληψη των ληστών-τρομοκρατών του ΑΤΜ του ΑΧΕΠΑ), επανέφερε στο φως (τα ξαναείδαμε στην τηλεόραση) και μερικά ακόμη, ξεχασμένα, υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένη η οικογενειακή τούρτα: τις οργισμένες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και κινητοποιήσεις, το καλοκαίρι του 2013, κορυφαίων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ (Βούτσης, Χριστοδουλοπούλου, Δρίτσας, «Επιτροπή Δικαιωμάτων» του ΣΥΡΙΖΑ) προς απελευθέρωση ενός από τους προχθεσινούς συλληφθέντες, του Κώστα Σακκά, προφυλακισμένου, τότε, ως κατηγορούμενου για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση. Λεπτομέρεια: συνήγορος υπεράσπισης του Σακκά ήταν ο Μ. Καλογήρου, ο σημερινός υπουργός Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ.

 
Ολα αυτά είναι, βέβαια, γνωστά, όμως αποσπασματικώς.  


Θα πρέπει να τα δει κανείς στη χρονική και αλληλοσυμπληρωματική τους συνέχεια για να έχει τη συνολική τους εικόνα. Και για να καταλάβει ότι ένας από τους λόγους της εμμονής του ΣΥΡΙΖΑ να αλώσει τη Δικαιοσύνη είναι...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ενας νέος πουριτανισμός

 
Γράφει ο Νάσος Βαγενάς 
Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Δεν νομίζω ότι η διαφήμιση των Jumbo με την περιβόητη πλέον φράση «Χτύπα, χτύπα σαν άντρας!» ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένη, από την άποψη του γούστου τουλάχιστον. Γι' αυτό και η δήλωση της διαφημιστικής εταιρείας, «με τη σύμφωνη γνώμη του πελάτη της», ότι δεν θα προβεί σε καμία διόρθωση της διαφήμισης και θα σταματήσει την προβολή της δεν θα πρέπει, από ποιοτική άποψη, να μας ενοχλεί. Θα πρέπει όμως, από πολιτική άποψη, να μας θορυβεί. Διότι η αιτιολογία με την οποία η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων απαίτησε την απάλειψη της φράσης («η φράση ενισχύει τη βία κατά των γυναικών, συνιστά σεξιστικό λόγο, αντιτίθεται στη θεώρηση της ισότητας των φύλων και ενισχύει το πρόβλημα της έμφυλης βίας») δείχνει τη θολούρα που επικρατεί στο μυαλό εκείνων που απαρτίζουν σήμερα τις αρμόδιες επιτροπές.


Η ανακοίνωση της εταιρείας εκδόθηκε μετά τη «δικαίωση» της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων από την Πρωτοβάθμια Επιτροπή Ελέγχου Επικοινωνίας του, επικυρώσαντος την απόφαση, Συμβουλίου Ελέγχου Επικοινωνίας, στο οποίο προσέφυγε η Γενική Γραμματεία με το αίτημα να απαλειφθεί η φράση. Το οποίο Συμβούλιο «με αίσθηση ευθύνης ομόφωνα αποφάσισε» ότι, αν και η διαφήμιση αυτή «δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι προτρέπει ή υποθάλπει πράξεις βίας», η φράση του slogan της «πρέπει να τροποποιηθεί εντός 2 ημερών σε όλα τα μέσα, επειδή το θέμα της βίας κατά των γυναικών αποτελεί ένα υπαρκτό και σοβαρό πρόβλημα» και «επειδή η φράση, ακόμη και αν κριθεί εντός του συνολικού περιεχομένου που διατυπώνεται, μπορεί να έχει διφορούμενη σημασία [!], μπορεί να ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως [!!], να δημιουργήσει διαφορετικούς συνειρμούς [!!!] και να εκφράσει σεξιστικό υπονοούμενο» (sic).


Εχουμε και λέμε: 


Τρεις επιτροπές έκριναν αλληλοδιαδόχως, απ' ό,τι φαίνεται όλες ομόφωνα, πως, αν και δεν μπορεί «σε καμία περίπτωση» να θεωρηθεί επιλήψιμη, η διαφήμιση πρέπει να λογοκριθεί επειδή ενδέχεται να μην αποκλείεται να μπορούσε ίσως σε κάποια περίπτωση να υπήρχε κίνδυνος να παρερμηνευθεί. 


Θα μπορούσε ίσως να διαβάσει κάποιος την αιτιολόγηση αυτής της λογοκριτικής πράξης ως έκφραση υψηλής αίσθησης χιούμορ, αν δεν γνώριζε ότι το πλήθος των ανθρώπων που πήρε αυτή την απόφαση πίστευε αυτά που αποφάσισε. Λέω «το πλήθος» γιατί, αν σκεφτεί κανείς το πολυμελές των πάσης φύσεως επιτροπών που καταρτίζει η παρούσα κυβέρνηση με σκοπό τη δημοκρατική διεύρυνση της ομοφωνίας (τουλάχιστον 8-9 μέλη ανά επιτροπή), οι αποφασίσαντες (/-σασες) θα πρέπει να πλησιάζουν τους (/τις) τριάντα. Αριθμός που δείχνει το μέγεθος της κρίσης έλλειψης χιούμορ που μαστίζει σήμερα τον τόπο μας. 


Βέβαια, σοβαρή είναι αυτή η κρίση και σε όλο τον δυτικό κόσμο και προφανή τα αίτιά της, που δεν είναι άλλα από την αποχαλίνωση των απαιτήσεων της πολιτικής ορθότητας. 


  Αν στα καθ' ημάς το φαινόμενο είναι οξύτερο, είναι γιατί εδώ η πολιτική ορθότητα βρίσκεται - κυριολεκτικά - στην εξουσία.  


Πρόκειται για...

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Προς ένα δημοκρατικό παρακράτος

Γράφει ο Νάσος Βαγενάς 
Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Εχει αρχίσει να γίνεται αισθητό ότι με την παρούσα κυβερνητική πραγματικότητα οδεύουμε προς μια κατάσταση που αποκτά όλο και περισσότερο χαρακτηριστικά καθεστωτικά.  
Δεν είναι μόνο η καταγγελία του πρώην υπουργού Προστασίας του Πολίτη για την αγαστή συνεργασία κυβερνητικών στελεχών με φυλακισμένους τρομοκράτες, αλλά και αρκετά άλλα σημαίνοντα γεγονότα που δείχνουν ότι η κοπτόμενη για τη δημοκρατία και την ηθική της ανωτερότητα αυτοαποκαλούμενη Αριστερά έχει αρχίσει να οργανώνει την κυβερνητική πρακτική της με τον τρόπο των κυβερνήσεων της Δεξιάς της περιόδου 1950-1963.

Δεν θυμίζει το περιεχόμενο των συνομιλιών των κυβερνητικών στελεχών με τρομοκράτες τη μέθοδο της παρακρατικής λειτουργίας της εποχής του '60, όταν η ηγεσία της Χωροφυλακής προσπαθούσε να προστατεύσει τους φονείς του Λαμπράκη, με τους οποίους είχε από καιρό εκλεκτικές σχέσεις;  
Δεν είναι ο χαρακτηρισμός, από τέσσερις υπουργούς - μεταξύ των οποίων και ο υπουργός Δικαιοσύνης -, των καταγγελιών Πανούση ως μυθευμάτων (παρά την αποκάλυψη του περιεχομένου των συνομιλιών εντεταλμένου στελέχους του υπουργείου του με την τρομοκρατία) ομόλογος με τις αντίστοιχες διαψεύσεις του τότε επικεφαλής της Δικαιοσύνης και μετέπειτα πρωθυπουργού της χούντας Κόλλια;  
Τι σημαίνουν η αιφνίδια (και δίχως αιτιολόγηση) αντικατάσταση του μέλους της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, εκπροσώπου των ΑΝΕΛ, το οποίο έδειξε δυσφορία για την (συγ)κυβερνητική μεθόδευση της υπόθεσης Πανούση, και η ταυτόχρονη, με αστεία αιτιολόγηση, αποπομπή του επικεφαλής της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας, πανθομολογουμένως αποτελεσματικού, υποστρατήγου, που διερευνούσε διασυνδέσεις αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ. με δίκτυα δουλεμπόρων; 
Και γιατί το διά του κ. Λάμπρου (του Μπαλτάκου της Αριστεράς) αλισβερίσι του υπουργείου Δικαιοσύνης με τους «Πυρήνες της Φωτιάς» αποτελεί εθνικό απόρρητο, η αποκάλυψη του οποίου θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της χώρας, όπως ισχυρίζονται στη μηνυτήρια αναφορά τους «κατ' αγνώστων» οι δύο υπουργοί; 

Ολα αυτά είναι ορατά χαρακτηριστικά της πορείας την οποία χαράσσει η παρούσα κυβερνητική τάξη των πραγμάτων. Ομως υπάρχουν και άλλες ενέργειες λιγότερο εμφανείς, που συνδέονται υπογείως ή και επιγείως με τις ορατές, ενισχύοντας προϋπάρχουσες - αλλά απορρέουσες από τους νυν κρατούντες - παραθεσμικές καταστάσεις. 
Αναφέρω ορισμένες από αυτές, που αφορούν έμμεσα ή άμεσα τα πανεπιστήμια.

Το πρώτο είναι η κατάργηση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, που ανήγγειλε ο κ. Φίλης, η οποία αποσκοπούσε στην αποτροπή των καταλήψεων των σχολείων από μαθητές και των υλικών καταστροφών που αυτές συνήθως προκαλούν. Ο έλεγχος των καταληψιών μαθητών, τον οποίο χαρακτηρίζει «μαθητικό ιδιώνυμο», προκαλεί φρίκη στον υπουργό. Ολα δείχνουν πως ο κ. Φίλης πιστεύει ότι οι καταλήψεις ισοδυναμούν με μαθησιακή διαδικασία, γιατί προετοιμάζουν τους μαθητές για δημοκρατικούς αγώνες και γιατί στα σχολεία κυριαρχεί η αντιδημοκρατικότητα. «Θέλουμε να αποκαταστήσουμε ένα κλίμα δημοκρατίας στα σχολεία» δήλωσε. Αν αυτή τη θεσμοποίηση της ατιμωρησίας, που εντατικοποιεί την προετοιμασία καταληψιών ανώτερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τη συνδυάσουμε με τα άρθρα 26-30 του νέου πολυνομοσχεδίου του υπουργείου Δικαιοσύνης, που προβλέπει, μεταξύ άλλων ελαφρύνσεων, και την ευχέρεια απαλλαγής από ποινή για όσους καθ' οιονδήποτε τρόπο παρακωλύουν τις συγκοινωνίες ή τη λειτουργία κοινωφελών εγκαταστάσεων, περιλαμβανομένων και των καταλήψεων, αντιλαμβανόμαστε (οι πανεπιστημιακοί) τι σημαίνουν αυτά για την ομαλή λειτουργία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης: «Το δικαστήριο», διαβάζουμε στο πολυνομοσχέδιο, «δύναται να απαλλάξει τον δράστη, εφόσον πεισθεί ότι αυτός τέλεσε την πράξη για την προάσπιση μείζονος κοινωνικού συμφέροντος». Και είναι γνωστή η ιδιαίτερα αυξημένη κοινωνική ευαισθησία των καταληψιών της κατά ΣΥΡΙΖΑ Αριστεράς.

 
Αλλά προς τι να ζητάει κανείς από τους πανεπιστημιακούς να ενεργοποιηθούν όπως θα έπρεπε, όταν το φοιτητικό παρακράτος των ΑΕΙ, που απορρέει από το μέγεθος της συμμετοχής των φοιτητών στην εκλογή των οργάνων της διοίκησής τους και ενισχύεται από τη δυναστεία του υποτιθέμενου (παγκοσμίας αποκλειστικότητας) πανεπιστημιακού ασύλου, δηλαδή του μείζονος διοικητικού προβλήματος του πανεπιστημίου (και όχι μόνο αυτού), αναγκάζει ακόμη και σώφρονες, έως τώρα, πρυτάνεις να συμπλεύσουν με τις εξωθεσμικές επιθυμίες των κυβερνώντων; 

EΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Εθνική κυριαρχία (και λοιπά ανέκδοτα...)

Ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών
 
Το περιεχόμενο της φράσης «απώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας», η οποία αποτελεί την επωδό στις σημερινές ιερεμιάδες όχι μόνο των αντιπολιτευτικών κομμάτων αλλά και αρκετών στελεχών των κομμάτων της συμπολίτευσης, είναι, όπως νοείται στη χώρα μας τουλάχιστον, περιοριστικό. Διότι αναφέρεται μόνο στην αφαίρεση ή στην παρεμπόδιση της άσκησης των εθνικών δικαιωμάτων μιας χώρας από μια ξένη δύναμη, ή στην παραχώρησή τους σε αυτήν. 

Η εθνική κυριαρχία όμως δεν νοείται μόνο στις σχέσεις ενός κράτους με άλλα κράτη, αλλά και στη δυνατότητα να ασκεί μια Πολιτεία τα δικαιώματά της και μέσα στα όρια της δικής της επικράτειας. Απώλεια εθνικής κυριαρχίας έχουμε (αναφέρομαι πάντοτε στο δημοκρατικό πολίτευμα) και όταν ένα κράτος αδυνατεί να επιβάλει την εφαρμογή των νόμων του.



Από την άποψη αυτή αποτελεί κωμικοτραγική ειρωνεία το φαινόμενο να καταγγέλλεται από τα αντιπολιτευτικά κόμματα η απώλεια κυριαρχικών δικαιωμάτων μας εξαιτίας της επιβολής των διατάξεων του μνημονίου, την ίδια στιγμή που οι καταγγέλλοντες καταλύουν άλλα δικαιώματα της εθνικής μας κυριαρχίας, ορισμένα από τα οποία είναι, κατά τη γνώμη μου, πιο σημαντικά από εκείνα που έχει καταλύσει το μνημόνιο (σε τελευταία ανάλυση, η έλευση του μνημονίου έγινε ιδία εθνική βουλήσει: από μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση). Αναφέρομαι στις ποικίλες και κατ' εξακολούθησιν παραβιάσεις νόμων που θεσπίζει, εθνικώ δικαιώματι, το ελληνικό Κοινοβούλιο - για την ακρίβεια, καταπατήσεις που παραβιάζουν το εκάστοτε κυριαρχικό του δικαίωμα: τόσο συλλογικές (κομματικές/ συνδικαλιστικές κτλ.) όσο και ατομικές (φορολογικές, οικοδομικές κ.ά.)· τόσο θεσμικές όσο και εδαφικές. 
Παραθέτω δύο περιπτώσεις πλήγματος της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας.



Η πρώτη είναι η απώλεια εκείνων των εκτάσεων οι οποίες αποτελούν τα χωρικά πεδία των ΑΕΙ και ΤΕΙ· ο αριθμός των οποίων είναι τέτοιος ώστε τα πεδία αυτά προστιθέμενα μεταξύ τους να συνθέτουν τα εδάφη μιας μεσαίου μεγέθους ελληνικής νήσου. Φανταστείτε τις αντιδράσεις όσων διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για την παραχώρηση εθνικών δικαιωμάτων μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στο ΔΝΤ, αν η Ελλάδα έχανε την εθνική κυριαρχία σε ένα νησί της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ιματιοφορούντες όχι μόνο δεν διαμαρτύρονται αλλά είναι οι ίδιοι οι πρόξενοι της απώλειας των εδαφών. Αναφέρομαι βέβαια στο λεγόμενο πανεπιστημιακό άσυλο, η υποτιθέμενη διαφύλαξη του οποίου έχει αποκόψει από τον εθνικό κορμό τα πανεπιστημιακά εδάφη, τα οποία αποτελούν εδώ και δεκαετίες (παρά τις κατά καιρούς - ελάχιστες - προσπάθειες ανάκτησής τους) αυτόνομη ανεξάρτητη επικράτεια· μια επικράτεια όπου νόμοι της ελληνικής Πολιτείας δεν ισχύουν. Διότι τα εδάφη της έχουν καταληφθεί από εκείνες τις δυνάμεις που υπό το καθεστώς της «υπεράσπισης» του πανεπιστημιακού ασύλου, το οποίο έχουν επιβάλει, έχουν κατορθώσει να ματαιώσουν κάθε προσπάθεια εξυγίανσης της διοίκησης των ΑΕΙ.





 

Δύο πρόσφατες τέτοιες προσπάθειες έληξαν και πάλι με τη νίκη των δυνάμεων κατοχής:  

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση


Οταν πριν από πολλά χρόνια ένας υπουργός Πολιτισμού είχε χαρακτηρίσει τους ποιητές «λαπάδες», είχε ξεσηκωθεί το Πανελλήνιο (λογοτεχνικό και μη) για την εξύβριση των θεραπόντων εκείνης της τέχνης, που έχει οδηγήσει στις υψηλότερες κορυφές την καλλιτεχνική μας έκφραση. Το ενδεχόμενο να υπήρχαν (να υπάρχουν) λαπάδες μεταξύ των ποιητών δεν πέρασε καν από το μυαλό των ξεσηκωθέντων· ως εκ τούτου ήταν φυσικό να μην είχε περάσει και η σκέψη ότι η μόνη σχέση του εν λόγω υπουργού με την ποίηση μπορεί να ήταν η γνωριμία του με ποιητές που του έδιναν την εντύπωση λαπάδων.


Οτι υπάρχουν ποιητές που δίνουν την εντύπωση λαπάδων (χωρίς να είναι) είναι κάτι που μπορούν να το επιβεβαιώσουν οι ειδήμονες της λογοτεχνικής μας αγοράς· όπως υπάρχουν και ποιητές που είναι λαπάδες χωρίς να δίνουν αυτή την εντύπωση. Υπάρχουν επίσης και ποιητές που όχι μόνο δίνουν την εντύπωση, αλλά και είναι λαπάδες. Εννοείται ότι οι περισσότεροι ποιητές (οι περισσότεροι από τους πραγματικούς ποιητές) μόνο λαπάδες δεν είναι.


Αν σκεφτούμε ότι τα όσα γράφω παραπάνω ισχύουν για τους εκπροσώπους κάθε μορφής τέχνης και δραστηριότητας που εμπίπτει στη δικαιοδοσία ενός υπουργείου Πολιτισμού (είναι φανερό ότι αυτούς εννοούσε ο υπουργός με τη λέξη λαπάδες), τότε η παραπάνω εισαγωγή θα μπορούσε να προσανατολίσει προς μια σωστή απάντηση στο ερώτημα αν οι πολιτικοί μας απαξιώνουν τον πολιτισμό. Διότι θα έδειχνε πόσο δύσκολη είναι η άσκηση του έργου ενός υπουργού Πολιτισμού.


Περιορίζω την απάντηση στις σχέσεις του υπουργείου Πολιτισμού με τον πολιτισμό, γιατί η απάντηση στη γενική μορφή του ερωτήματος (οι σχέσεις των πολιτικών μας με τον πολιτισμό) είναι αυτονόητη. Με την εξαίρεση των εγχωρίων ομοϊδεατών του Γκέμπελς («όταν ακούω τη λέξη διανοούμενος βγάζω πιστόλι»), οι οποίοι καλλιεργούν συστηματικά τον τραμπουκισμό, οι πολιτικοί μας όχι μόνο δεν απαξιώνουν τον πολιτισμό, αλλά και δεν χάνουν την ευκαιρία να δηλώσουν την πολιτισμική τους ευαισθησία. Επισκέπτονται καλλιτεχνικές εκθέσεις· συμμετέχουν σε παρουσιάσεις βιβλίων (των οποίων, ενίοτε, είναι και συγγραφείς)· εκφράζουν (τόσο σε ατομικό όσο και σε κομματικό επίπεδο) τη θλίψη τους για την αποδημία συγγραφέων, καλλιτεχνών και, εν γένει, πολιτισμικών παραγόντων (σημαντικών και μη)· εκφράζουν ευχές για την πολιτισμική αναβάθμιση της επαρχίας - με λίγα λόγια, επισημαίνουν τη μεγάλη σημασία της καλλιέργειας του πολιτισμού για την ανάπτυξη της χώρας.


Ολα αυτά τα ωραία - που, αν δεν συντελούν στην πολιτισμική ανάπτυξη, τουλάχιστον δεν την εμποδίζουν - τελούνται σε ένα θεωρητικό, δηλαδή ανέξοδο και ανώδυνο, επίπεδο. Το πραγματικό διακύβευμα, βέβαια, τις σχέσεις της πολιτικής με τον πολιτισμό, διαμορφώνεται στο πρακτικό πεδίο. Αυτός ήταν, άλλωστε, ο λόγος της δημιουργίας υπουργείου Πολιτισμού στη χώρα μας, το οποίο σε παλαιότερες εποχές δεν υπήρχε.  

Κυριαρχεί η ιδέα, κυρίως μεταξύ των πολιτικών, ότι το υπουργείο αυτό είναι εύκολο υπουργείο - ιδέα λανθασμένη. Διότι το υπουργείο Πολιτισμού είναι εκείνο στο οποίο η έννοια του λαπά, όπως συνάγεται από την τυπολογία μου της ποιητικής εκδοχής του, επενεργεί περισσότερο απ' ό,τι σε κάθε άλλο υπουργείο.


Αυτό συμβαίνει γιατί η ποιότητα των πολιτισμικών αγαθών, στη στήριξη και ενίσχυση των οποίων αποβλέπει η λειτουργία αυτού του υπουργείου, είναι δυσκολότερα προσδιορίσιμη από εκείνη των αγαθών που εντάσσονται στη δικαιοδοσία των άλλων υπουργείων. Είναι δυσκολότερα προσδιορίσιμη γιατί δεν είναι μετρήσιμη με τα ίδια μέτρα. Ως έργο πνευματικό και δημιούργημα ευαισθησίας, το πολιτισμικό προϊόν απαιτεί μιαν αξιολόγηση με κριτήρια πολύ λεπτότερα, τα οποία δεν διαθέτουν οι συνήθεις αρμόδιοι και παρατρεχάμενοι των ελληνικών υπουργείων. Και καθώς το υπουργείο Πολιτισμού υπόκειται κι αυτό στις βουλήσεις του κομματισμού και των πελατειακών σχέσεων (δηλαδή στην πίεση των λαπάδων), η επιτέλεση του έργου γίνεται ιδιαίτερα προβληματική.  


Αν επέμεινα στη λαπαδολογία του παλαιού υπουργού είναι γιατί πιστεύω ότι δήλωσή του εκείνη είναι η σημαντικότερη δήλωση που έγινε ποτέ για τα προβλήματα αυτού του υπουργείου. Διότι ο υπουργός εκείνος όχι μόνο είχε αντιληφθεί τα αίτια της δημιουργίας αυτών των προβλημάτων, αλλά είχε και το θάρρος να τα υποδείξει. Το μόνο πρόβλημα με τη δήλωσή του ήταν πως, με το να βάλει όλους τους πνευματικούς δημιουργούς στο ίδιο τσουβάλι, έδειξε ότι δεν ήταν σε θέση να ξεχωρίσει τους πραγματικούς λαπάδες από τους μη πραγματικούς και από τους μη λαπάδες, αδυναμία που οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για τη θέση που κατείχε.


Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα των σχέσεων του υπουργείου Πολιτισμού με τον πολιτισμό:  

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΕΟΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Αντίπαλοι μύθοι

Ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τελικά χόρευαν ή δεν χόρευαν οι Σουλιώτισσες πέφτοντας στον γκρεμό; Το θέμα, που επανήλθε στην κραυγαλέα επικαιρότητα έπειτα από σχετικές δηλώσεις της Μαρίας Ρεπούση, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, γιατί σ' αυτό διασταυρώνονται οι μυθοποιητικές ενορμήσεις των δύο πολεμίων στην εμφύλια σύγκρουση πολιτισμών που διεξάγεται τις τελευταίες δεκαετίες στη χώρα μας: η βεβαιότητα της εθνοκεντρικής ιστοριογραφίας μας, που θεωρεί τον χορό του Ζαλόγγου ιστορικό γεγονός, και η πεποίθηση της αντιεθνοκεντρικής που τον χαρακτηρίζει ιστορικό μύθο.

Τη σωστότερη απάντηση στο ερώτημα τη βρίσκουμε διατυπωμένη στην πρώτη παράγραφο του μελετήματος του Αλέξη Πολίτη «Ο "χορός του Ζαλόγγου"», το οποίο αποτελεί την πλέον λεπτομερειακή εξέταση του θέματος, κατά το ότι συγκεντρώνει, στον βαθμό του εφικτού, όλες τις σωζόμενες σχετικές μαρτυρίες. 
 
Γράφει ο Πολίτης: «Το τι ακριβώς συνέβη στο Ζάλογγο, περί τα μέσα Δεκεμβρίου 1803, το γνώριζαν όσοι επέζησαν της μάχης, είτε γιατί αιχμαλωτίστηκαν από τα στρατεύματα του Αλή, είτε επειδή διασώθηκαν και κατόρθωσαν να καταφύγουν στην Πάργα ή αλλού - αν και προφανώς ούτε κι αυτοί θα είχαν άμεση αντίληψη όλων των περιστατικών. Κάτι θα ήξεραν, βέβαια, και οι επιτιθέμενοι» (μύθοι και ιδεολογήματα στη σύγχρονη Ελλάδα, Εταιρεία Σπουδών, 2007).

Ο Πολίτης έχει συλλέξει 23 ιστοριογραφικές αναφορές στα γεγονότα του Ζαλόγγου, από την πρώτη, του Μπαρτόλντυ (1805), ως το τέλος του 19ου αιώνα, με σκοπό να ελέγξει την αξιοπιστία τους. Οι 14 από αυτές μιλούν για χορό των γυναικών, ενώ στις υπόλοιπες 9 μνεία χορού δεν υπάρχει. 
 
Αξιολογώντας την ποιότητα της κάθε αναφοράς (τη χρονική απόσταση από τα γεγονότα, την ιδιότητα των ανθρώπων που την κατέθεσαν, το άμεσο ή έμμεσο της καταγραφής, την φερεγγυότητα του καταγράφοντος) ο Πολίτης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «ο Χορός του Ζαλόγγου αποτελεί, μαζί με τις μυθοποιημένες εκδοχές των κλεφταρματολών και των αλλεπάλληλων εξεγέρσεων κατά των Οθωμανών, το συμπληρωματικό ταίρι του Κρυφού σχολειού».

«Ας προσέξουμε όμως» διευκρινίζει. «Αν το Κρυφό σχολειό αποτελεί μια κατασκευή εκ του μηδενός, ο πυρήνας των γεγονότων του Ζαλόγγου υπήρξε: οι υπερασπιστές και οι προδότες του Σουλίου, όπως κι οι γυναίκες που αυτοκτόνησαν. […] Η μυθοποίηση βρίσκεται μονάχα στην εξιδανίκευση, στον χορό».

Ως εδώ τα πράγματα φαίνονται σωστά. Σοβαρός μελετητής, ενδελεχής αναζήτηση των πηγών, προσπάθεια ορθής ερμηνείας των αφηγήσεων. Ομως τελειώνοντας την ανάγνωση της μελέτης του Πολίτη αισθάνεσαι ότι διαβάζοντάς την κάτι δεν πήγαινε καλά· ότι ο τόνος της δεν ήταν όσο θα έπρεπε νηφάλιος, κυρίως γιατί διαπνεόταν από μιαν ειρωνεία για όσους κατέγραφαν τα περί χορού ως αληθινά. Ακόμη: σε παραξενεύει η ασυμφωνία ανάμεσα στην αρκτική δήλωση του μελετητή - «το τι ακριβώς συνέβη στο Ζάλογγο» (η υπογράμμιση δική μου) το γνώριζαν όσοι έζησαν τα γεγονότα - και στην τελική και κατηγορηματική βεβαιότητά του ότι χορός δεν υπήρξε.

Μια δεύτερη και προσεκτικότερη ανάγνωση της μελέτης ενισχύει την αρχική σου αίσθηση ότι οι κρίσεις του Πολίτη για το αξιόπιστο των επί του θέματος αναφορών που συνέλεξε καθοδηγούνται λιγότερο από την πρόθεσή του να διερευνήσει με αντικειμενικότητα τα γεγονότα και περισσότερο από μιαν απομυθοποιητική διάθεση σε ό,τι αφορά τον χορό. 
 
 Διαφορετικά δεν εξηγείται η ευδιάκριτη προσπάθεια υποβάθμισης των μαρτυριών που μιλούν για χορό και ο εγκωμιασμός εκείνων από τις οποίες ο χορός λείπει:

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ξεχάσαμε την "πέτρα της υπομονής" και περιμενουμε σωτηρία δια μαγείας!

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Γράφει ο Νάσος Βαγενάς 
Καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. 
 
Στο ερώτημα αν στη σημερινή κατάσταση της χώρας μας μπορεί να ελπίζει κανείς σε θαύματα αρμόδιοι να απαντήσουν εγκυρότερα είναι οι ευρωπαίοι εταίροι μας παρά εμείς. Γιατί, καθώς μια δική μας απάντηση θα υπαγορευόταν, όπως όλα ως τώρα δείχνουν, περισσότερο από την επιθυμία παρά από την αποφασιστικότητα για την πραγματοποίησή τους, η άποψή μας επί του θέματος θα ήταν εξαρχής προκατειλημμένη. Αλλωστε, ένα θαύμα ζούσαμε στις δεκαετίες της Μεταπολίτευσης. 
 
Πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς την εικονική πραγματικότητα της περιόδου όπου ένας ολόκληρος λαός τρεφόταν από τον πλούτο των άρτων και των ιχθύων της ευρωπαϊκής λίμνης της Γεννησαρέτ;  
 
Η ανάμνηση αυτής της εποχής, κατά την οποία τυφλοί θριάμβευαν σε αγώνες σκοποβολής, ανάπηροι κατατρόπωναν αρτιμελείς σε αθλοπαιδιές, αποθανόντες εξακολουθούσαν να ζουν συνταξιοδοτούμενοι, καλόγεροι πλούτιζαν μετατρέποντας σε εξωχώριες εταιρείες τα ψωμιά και τα ψάρια της εγχώριας Βιστωνίδας, θα επιδρούσε αναπότρεπτα σε μιαν απάντηση στο εν λόγω ερώτημα.
 
Το τραγικό είναι πως, παρ' ότι εμείς οι Ελληνες τη λέξη θαύμα τη νοούμε σήμερα όλοι με την ίδια έννοια (θαύμα = η οικονομική μας ελευθερία), στη συγκεκριμένη περίπτωση την προσλαμβάνουμε με δύο διαφορετικούς τρόπους, γεγονός που έχει προκαλέσει και τον σημερινό μας διχασμό. 
 
Για τους μεν θαύμα σημαίνει την επίτευξη αυτής της ελευθερίας, την απελευθέρωσή μας από τα βαριά δεσμά του υπέρογκου χρηματικού μας χρέους, με όλα όσα προϋποθέτει και συνεπάγεται αυτό το εγχείρημα. 
 
Για τους δε θαύμα είναι η διατήρηση αυτής της ελευθερίας (για την ακρίβεια, η διατήρηση της ψευδαίσθησής της), η οποία απειλείται από τους καταναγκασμούς που προσπαθούν να μας επιβάλουν οι ευρωπαίοι εταίροι μας (και όχι μόνο αυτοί).  
 
Η πεποίθηση ότι μπορούμε ανέξοδα, χωρίς θυσίες, να συνεχίσουμε να ζούμε όπως ζούσαμε την περίοδο της Μεταπολίτευσης, όταν χάρη στον πακτωλό των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων αρδεύαμε αφρόνως και ανόμως όχι μόνο τους περίοπτους παλαιοκομματικούς μας αγρούς αλλά και τους περίκλειστους ιδιωτικούς μας κήπους, προϋποθέτει μια πίστη στη σημερινή δυνατότητα θαυμάτων ανάλογη με τη θρησκευτική· μια βεβαιότητα που είναι στους (συνυπεύθυνους για τη σημερινή εξαθλίωσή μας) φορείς της τόσο ισχυρή ώστε, αντί να βοηθήσουν στην προσπάθεια ελάφρυνσης των επαχθέστατων όρων του μνημονίου, λοιδορούν όσους - δύσπιστοι προς τις θεϊκές επεμβάσεις - την επιχειρούν και αντιδρούν στον αγώνα για τον δημοσιονομικό εξορθολογισμό της χώρας αντιμετωπίζοντας τα κυβερνητικά κόμματα σαν μια πέμπτη φάλαγγα, σαν προδότες, συνεργάτες ενός προ των πυλών ξένου κατακτητή.
 
Ποτέ άλλοτε στη μεταπολεμική μας ιστορία ένας πολιτικός λόγος τόσο εθελοτυφλικός σε μιαν απειλούμενη ή επερχόμενη καταστροφή δεν έφτασε στο σημείο να λειτουργεί ως ο κύριος τροφοδότης της. Και αυτό σε όλο το ρητορικό φάσμα της σημερινής αντιπολίτευσης. Αν υπάρχει ένα κοινό πεδίο συμφωνίας ανάμεσα σε πολιτικές αντιλήψεις τόσο διαφορετικές όσο αυτές των κομμάτων του αντιμνημονιακού μετώπου, αυτό είναι το πεδίο της πολιτικής εθελοτυφλίας, η οποία έχει ως αποτέλεσμα το σημερινό αποκορύφωμα της δημαγωγίας και του λαϊκισμού. Θα πρέπει να θλιβόμαστε που στο αλλοπρόσαλλο μενού των Ολυμπιακών Αγώνων δεν έχει ακόμη περιληφθεί και το ευγενές αγώνισμα της πολιτικής δημαγωγίας. Διότι διαφορετικά η σημερινή αποτυχία μας σε αυτούς δεν θα ήταν συντριπτική: όχι μόνο θα είχαμε σαρώσει τα σχετικά μετάλλια, αλλά και θα είχαμε καταρρίψει κάθε προηγούμενη επίδοση στο αγώνισμα αυτό.

Ονειρο θερινής νυκτός

Γράφει ο Νάσος Βαγενάς 
Καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Καθώς στο ερώτημα  «Ποια Ελλάδα θέλουμε - Πώς θέλουμε να είναι η Ελλάδα από εδώ και πέρα» η απάντηση διατρέχει τον κίνδυνο του μαξιμαλισμού (έκφραση μεγαλόσχημων ευχών, δυσεκπλήρωτων ελπίδων, εξωπραγματικών οραματισμών), πιστεύω ότι θα ήταν σκοπιμότερο να περιοριζόταν κανείς στη διατύπωση λογικών επιθυμιών, ορισμένες από τις οποίες ενδέχεται να υπάρχει κάποια πιθανότητα να πραγματοποιηθούν, ως έναν βαθμό.

Το ερώτημα είναι, βέβαια, μετωνυμικό: δεν αναφέρεται στην Ελλάδα ως γεωγραφική αλλά ως ανθρώπινη περιοχή, εννοεί δηλαδή τους κατοίκους του ελληνικού χώρου, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι Ελληνες• για την ακρίβεια, αναφέρεται μόνο στους Ελληνες, που είναι υπεύθυνοι - αποκλειστικά αυτοί - για τη σημερινή κατάντια της χώρας.

Επειδή η έξοδος από την παρούσα εξαθλίωση εξαρτάται, κατά τη γνώμη μου, αποκλειστικά από εμάς τους Ελληνες και επειδή με την ψήφο μας της 6ης Μαΐου και τις μετά την 6η Μαΐου προθέσεις μας, όπως αυτές διατυπώνονται στις εκλογικές δημοσκοπήσεις, δεν φαίνεται να έχουμε τη διάθεση να απομακρυνθούμε από τη μεταπολιτευτική μας νοοτροπία, η οποία, και μόνο, οδήγησε τη χώρα στον σημερινό μαρασμό, το μόνο όραμα για την «Ελλάδα που θέλουμε», το οποίο ενδέχεται να αποδειχθεί ρεαλιστικό, θα μπορούσε να περιγραφεί ως εξής:

Ονειρευόμαστε μιαν Ελλάδα όπου τα πολιτικά κόμματα θα προτάσσουν το συμφέρον της παράταξης ελάχιστα περισσότερο απ' ό,τι το εθνικό και θα αποβλέπουν στη δημοσιονομική βελτίωση και στην εξυγίανση της δημόσιας διοίκησης ελάχιστα λιγότερο απ' ό,τι στην ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων
όπου η Δεξιά θα μετριάσει τον συγχρωτισμό της με την Ακρα Δεξιά και όπου η Ακρα Δεξιά θα επικοινωνεί ελλιπώς με τη ναζιστική της απόφυση όπου η Αριστερά θα αεροβατεί σε χαμηλότερα βαρομετρικά, θα εντρυφεί αιδημονέστερα στη δημαγωγία και στον τυχοδιωκτισμό, θα χαριεντίζεται σεμνότερα με τους αντιεξουσιαστές και θα αισθάνεται μεγαλύτερη αντιπάθεια για την τρομοκρατία.

Ονειρευόμαστε μιαν Ελλάδα όπου οι πολιτικοί θα έχουν μια λιγότερο απόλυτη βεβαιότητα για τη σχετικότητα των πραγμάτων• όπου πρωθυπουργοί με όχι υπερβολικά χαμηλό δείκτη ευφυΐας θα σπεύδουν λιγότερο βιαστικά να προκηρύσσουν εκλογές για να παραγραφούν τα εγκλήματα των υπουργών τους• όπου υποψήφιοι πρωθυπουργοί θα διαβεβαιώνουν με μικρότερη έμφαση ότι λεφτά υπάρχουν• όπου πρωτοκλασάτοι αξιωματούχοι δεν θα στερούνται παντελώς την ικανότητα να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα στο ηθικό και στο νόμιμο• όπου οι υπουργικές μίζες πάνω από ένα πλαφόν εκατομμυρίων θα εκλείψουν• όπου υπουργοί Εργασίας που θα χτίζουν εξοχικές κατοικίες με άδειες εγκυρότερες από εκείνες των θερινών αναψυκτηρίων θα δηλώνουν κάποιους από τους οικιακούς τους βοηθούς στις μεταναστευτικές Αρχές, αν όχι και στο ΙΚΑ.


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: «...ζυγόν δεν υπομένει»

Του ΝΑΣΟΥ ΒΑΓΕΝΑ
Καθηγητή της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών

Πολλοί από όσους πίστεψαν ότι με την είσοδο της τρόικας στην Ελλάδα και την πτώση της κυβέρνησης Γ. Α. Παπανδρέου τελείωσε η περίοδος της Μεταπολίτευσης θα πρέπει να αισθάνονται ότι τα αποτελέσματα των εθνικών εκλογών τούς διαψεύδουν.  

Διότι, αν το κύριο χαρακτηριστικό της διακυβέρνησης Παπανδρέου ήταν η μετατροπή του ξέφραγου αμπελιού του κράτους της Νέας Δημοκρατίας σε παιδική χαρά αφελών ουμανιστικών ευχών και οραμάτων, η άνοδος στο προσκήνιο της πολιτικής μας ζωής κομμάτων όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Ανεξάρτητοι Ελληνες και αρχηγών όπως ο κ. Τσίπρας και ο κ. Καμμένος δείχνει ότι όχι μόνο το πεδίο της παιδικής χαράς έχει αναζωογονηθεί με νέο αίμα αλλά και ότι ο ελληνικός λαός δεν έχει τη διάθεση να απαλλαγεί από τη μεταπολιτευτική νοοτροπία του.

Βέβαια στο πεδίο αυτό έχουν εισβάλει με σιδερολοστούς στα χέρια και τα αφηνιασμένα παιδιά του ελληνικού εθνικοσοσιαλισμού με τον δικό τους αρχηγό εκτοπίζοντας παντελώς τους αδέξιους ακροδεξιούς του κ. Καρατζαφέρη, η απόρριψη των καιροσκοπικών μεταμορφώσεων του οποίου έδειξε ότι ο ελληνικός λαός θέλει ξεκάθαρες, καθαρτικές των ανομημάτων του, τοποθετήσεις. 

Οσο για το ΚΚΕ, η μη προσχώρηση σε αυτό νέων οπαδών, παρά τις ξέχειλες πάθους κινητοποιήσεις του, επιβεβαιώνει τη διαπίστωση ότι, παρά τις εκάστοτε κοινωνικοπολιτικές μεταλλαγές, ο αριθμός στην Ελλάδα των πάσης φύσεως παλαιοημερολογιτών παραμένει αναλλοίωτος.

Το βασίλειο της ανοχής

Του ΝΑΣΟΥ ΒΑΓΕΝΑ
Καθηγητή της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η ανοχή είναι αρετή, µία από τις θεµελιώδεις. Στο Φιλοσοφικό λεξικό του ο Βολτέρος την ορίζει ως «ανθρώπινη ιδιότητα, το µόνο γιατρικό για τις ατασθαλίες του ανθρώπινου είδους». «Το να συγχωρούµε αµοιβαία τις ανοησίες µας» γράφει «είναι ο πρώτος νόµος της ανθρώπινης φύσης». 

Ο Βολτέρος µιλούσε βέβαια κυρίως για τη θρησκευτική ανοχή, γιατί στην Ευρώπη των Φώτων η προβληµατική τής ανοχής αναπτύχθηκε κυρίως σ’ ένα πλαίσιο πολιτικοθρησκευτικό καθοριζόµενο από τις συγκρούσεις µεταξύ του Καθολικισµού και της Μεταρρύθµισης. 

Η θρησκευτική αξία της ανοχής θα µετατραπεί έτσι σταδιακά σε αξία πολιτική, σε ένα πεδίο βέβαια – στο πολιτικό πεδίο – το οποίο επιβάλλει κάποια όριά της. Καθώς η υπέρβαση κάθε είδους ορίου είναι ίδιον της νεοελληνικότητας, δεν είναι περίεργο ότι µία κύρια ιδιότητα του Νεοέλληνα, και µάλιστα του σηµερινού, είναι – σύµφωνα µε τον ορισµό του Βολτέρου – η ικανότητα υπέρβασης της ανθρώπινης φύσης. Αυτό σκέφτεται κάποιος µελετώντας την έκταση και το βάθος της ανοχής η οποία κυριαρχεί στη σηµερινή ελληνική πραγµατικότητα. ∆ιότι αν υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα αυτή την πραγµατικότητα, είναι η ανοχή στην ασύδοτη ανοχή: στην κατάργηση κάθε ορίου της ανοχής, χωρίς το οποίο αυτή η ευγενέστερη των αρετών µεταλλάσσεται σε παρωδία της (στην ελαφρότερη περίπτωση) ή (στη χειρότερη) σε εφιάλτη.

Αναφέροµαι στην κατάσταση που επιτρέπει σε πολιτικούς που έχουν εδώ και πολύν καιρό οµολογήσει ότι έλαβαν παρανόµως χρήµατα από περιβόητες για τη διαφθορά τους διεθνείς επιχειρήσεις να κυκλοφορούν ελεύθεροι, σε υπουργούς που έχουν δωροδοκούµενοι πλουτίσει να απολαµβάνουν από τα πολυτελή τους ενδιαιτήµατα µιαν υπέροχη θέα, σε καταζητούµενους ποδοσφαιρικούς επιχειρηµατίες, αποδεδειγµένους απατεώνες, να αφήνονται ελεύθεροι από ανέµελους ανακριτές που είναι βέβαιοι ότι δεν πρόκειται να ελεγχθούν γι’ αυτό, σε κοινοβουλευτικούς αρχηγούς να προτρέπουν σε απείθεια προς τους νόµους, αλλά και σε εξωκοινοβουλευτικούς υποτιθέµενους κοινωνικούς αγωνιστές να πυρπολούν ατιµωρητί εµπορικά καταστήµατα, ή και να απανθρακώνουν ανθρώπους, ως εκφράσεις ενός αγώνα εναντίον µιας υποτιθέµενης καταπίεσης ή µιας θεωρούµενης στυγνής εργοδοσίας.

Η πλήρης αποτυχία του λαού

Του Νάσου Βαγενά
Καθηγητή της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η άποψη ότι οι µεγάλες κρίσεις εγκυµονούν συσπειρώσεις και κινητοποιήσεις που µπορούν να οδηγήσουν σε µιαν αναγέννηση είναι απλώς µια άποψη· όπως άποψη είναι και ότι µπορούν να οδηγήσουν σε µια καταστροφή. Εξαρτάται, βέβαια, από την έννοια που δίνουµε στις λέξεις αναγέννηση και καταστροφή· όπως και από την έννοια που δίνουµε στη λέξη κρίση.

Η δική µου άποψη για την έννοια της λέξης κρίση συνοψίζεται στη σκέψη ότι αυτό που ζούµε σήµερα δεν είναι κρίση αλλά οι συνέπειες µιας κρίσης· ότι κρίση είναι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος ή κάτι, η οποία οδηγεί σε αποτελέσµατα όπως αυτά που βιώνουµε σήµερα· µια κατάσταση που δεν τη βλέπουν οι άνθρωποι, γιατί φορείς της είναι οι ίδιοι (είναι δύσκολο να δει κάποιος κάτι που δεν βρίσκεται σε κάποια απόσταση από τον εαυτό του), ή που, όταν τη βλέπουν, δεν κάνουν ή δεν µπορούν να κάνουν τίποτε για να την αποτρέψουν.

Το γεγονός ότι ήταν λίγοι εκείνοι που έβλεπαν την κρίση στην οποία βρισκόµασταν και που προσπάθησαν να αντιδράσουν, και ότι οι προσπάθειές τους δεν είχαν αποτέλεσµα, δείχνει το µέγεθος της κρίσης. Για την οποία υπεύθυνοι δεν είναι µόνο εκείνοι που την ανέχονταν, όταν δεν την τροφοδοτούσαν, δηλαδή οι πολιτικοί µας, αλλά και εκείνοι που κυρίως την προκάλεσαν, δηλαδή το εκλογικό κοινό· ίσως θα ήταν ακριβέστερο να λέγαµε ότι δεν είναι τόσο οι πολιτικοί µας όσο οι ψηφοφόροι τους. ∆ιότι οι κακές προθέσεις των πρώτων ως προς τα αίτια της κρίσης δεν ήταν τόσες όσες εκείνες των δεύτερων.