Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΑΤΡΟΥ Σ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΑΤΡΟΥ Σ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΡΑΤΙΚΟΔΙΑΙΤΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΟΠΛΗΚΤΟΣ ΚΡΑΤΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οι σκάλες
Γράφει ο Στέλιος Ιατρού.
Οι περισσότεροι από μας θα θέλαν επιτέλους να μπορέσουν ν’ ανέβουν τη σκάλα της εισοδηματικής προόδου, και τούτο είναι ένα ευγενές κι αξιέπαινο εργασιακό κίνητρο. Βλέπουν, για παράδειγμα, πώς οι γονείς τους με λιγότερα τυπικά προσόντα απέκτησαν ένα έως και πέντε ακίνητα, και σκέφτονται, εάν εργαστώ πολύ κι εγώ σε μια καλύτερη και πιο απαιτητική δουλειά της εποχής μου θ’ αποκτήσω τέτοια και καλύτερη άνεση. Αυτό είναι το όνειρο.
Όμως, το πράγμα έχει συχνά ως εξής: όσο κι αν εργαστείς δεν καταφέρνεις να πληρώσεις μήτε το ενοίκιο στο ερείπιο που μένεις.
Επειδή δεν μπορείς να δεις το αόρατο χέρι του συστήματος παρά μονάχα τους άλλους που ανάμεσά τους κινείσαι στην ίδια «πίστα» του videogame, κι επειδή εμπειρικά δεν συλλαμβάνεις με το μυαλό σου άλλον πλούτο από κείνον που ήδη υπάρχει ορατός τριγύρω σου, μοιάζει σαν η προηγούμενη γενιά με τις χειρότερες δουλειές αλλά τα καλύτερα εισοδήματα να τράβηξε τη σκάλα κάτω απ’ τα πόδια σου, αφού πρώτα βέβαια την ανέβηκε η ίδια, στη συνέχεια να έσπασε τη σκάλα, να έκαψε όλα τα εγχειρίδια για το πώς να φτιάξεις κι εσύ μια σκάλα, να ’βαλε λουκέτο στα εργοστάσια όπου κατασκευάζονται σκάλες, και ν’ αρνείται τώρα πως ποτέ υπήρξε κάτι που θ’ αποκαλούσαμε σκάλα.
Όμως όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί είναι πλάνες διαδομένες για να προκαλέσουν διχασμό μεταξύ των γενεών προς όφελος των λαϊκιστών δημαγωγών.
Γι’ αυτό το λένε όνειρο, διότι πρέπει να κοιμάσαι για να το πιστέψεις, όπως είχε πει κι ο Τζωρτζ Κάρλιν μιλώντας για το περίφημο «Αμερικάνικο Όνειρο».
Το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ των γενεών μοιάζει σαν να ’χει διαρραγεί—ίσως το μόνο (αφηρημένο) έγγραφο που σκίστηκε τελικά στην εποχή των Μνημονίων—και η λαϊκιστική δημαγωγία του καιρού μας περίπου πρόβαλε την παλιότερη γενιά ως εχθρούς που μας στέρησαν τον πλούτο που δεν αποκτήσαμε γιατί τον έφαγε εκείνη όταν ήσαν παχιές οι αγελάδες, ενώ εμείς με περισσότερη δουλειά δεν θα φτάσουμε ποτέ εισοδηματικά ούτε στο ξεκίνημά τους. Ασφαλώς δεν είναι ετσι, αλλά έτσι παρουσιάστηκε, ώστε να δικαιολογηθεί η αρπαγή του πλούτου της προηγούμενης γενιάς που τάχα θα μας απονεμόταν στη συνέχεια σαν ψίχουλα.
Τέτοια ήταν η λογική μιας στρεβλής αλληλεγγύης μεταξύ των κοινωνικών ομάδων και των γενεών ακόμα—σαν να μην υπήρχε ήδη αλληλεγγύη κι αλληλοβοήθεια στην ελληνική μας κοινωνία απ’ τους γονείς προς τα παιδιά τους, απ’ τους συνταξιούχους που κράτησαν με τις πενιχρές τους συντάξεις όρθιες τις οικογένειες—αλλά παρέμενε μια αλληλεγγύη άνωθεν επιβληθείσα, μια κλασικά κι εθελότυφλα αριστερή αλληλεγγύη της μιζέριας και της κοινωνικής στατικότητας, μια θεσμική κατοχύρωση ενός αδιέξοδου μη-προγράμματος που δεν έβγαζε πουθενά σ’ ένα οικονομικό σύμπαν που δεν εξελίσσεται, γιατί δεν είχε το μάτι στραμμένο στην έξοδο απ’ την «πίστα».
Αυτή η πραγματικότητα της καταδίκης των πολιτών στην επαιτεία και στην εξάρτηση απ’ τα ετήσια μερίσματα των ολίγων εκατοντάδων ευρώ ήταν απολύτως στρατηγική επιλογή που κούμπωσε πάνω στην ιδεοληψία της ψευτοαριστεράς του τόπου μας, διότι εάν τον διατηρήσεις ευρισκόμενο στην ανάγκη, ο πολίτης θα έχει την ανάγκη σου.
Στέλιο, θα πει κανείς, λησμονείς πως μονάχα τα μισά χρόνια της διαχείρισης της κρίσης ήταν που κυβέρνησαν οι αριστεροί του LSE. Όλα τα θυμάμαι, αλλά εδώ καταπιάνομαι με τη νεκρολογία της απελθούσας κυβέρνησης, και δεν θα συγγράψω ένα βιβλίο των πάντων. Ενώ η εικόνα της προόδου όταν ακόμα υπήρχαν σκάλες ταυτιζόταν με την άνοδο, τον καιρό που αποκλειστήκαμε όλοι στο οριζόντιο επίπεδο της κρίσης, για πρόοδος πέρασε η οριζόντια ληστρική επιδρομή πάνω στη μεσαία τάξη, δηλαδή η αρπαγή στο οριζόντιο επίπεδο όσων ήδη υπήρχαν κι όχι η δημιουργία νέων αγαθών.
Ιδεοληπτικές δοξασίες και λοιπά κουραφέξαλα περί αναδιανομής ουδέποτε στη νεότερη εμπειρία λειτούργησαν προς όφελος της κοινωνίας, αλλά τη βύθισαν στον διχασμό.
Απαραίτητη μεταρρύθμιση θα ήταν...
Ετικέτες
ΑΝΑΠΤΥΞΗ,
ΑΡΙΣΤΕΡΑ,
ΙΑΤΡΟΥ Σ.,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ,
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ,
ΣΥΡΙΖΑ,
ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: 50 χρόνια φεστιβάλ κομματικής ορθοδοξίας ετών 100
Του Στέλιου Ιατρού.
“Festum” ήταν στα επάρατα λατινικά η εορτή και “dies festivalis” ήταν η εορτάσιμη ημέρα. Απ’ το επίθετο “festivalis” προέκυψε στο τέλος του μεσαίωνα το ουσιαστικό “festival” που σήμαινε τον εορτασμό, την εορτή, και το πανηγύρι μιας κοινότητας που εόρταζε έναν τοπικό άγιο.
Στην δυτική χριστιανική παράδοση, που διαμορφώθηκε κατεξοχήν απ’ την ρωμαιοκαθολική, η σωτηρία της ψυχής ερχόταν όχι δια της Θείας Χάριτος, αλλά μέσα απ’ τα έργα του πιστού—κάτι που προσκρούει ξεκάθαρα στις Γραφές, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση—κι ένα απ’ τ’ απαραίτητα χριστιανικά έργα ήταν τα προσκυνήματα σε ιερούς τόπους, δηλαδή σε τόπους θαυμάτων και οραμάτων, τόπους λειψάνων και μαρτυρίων, και στους Αγίους Τόπους.
Στην δυτική χριστιανική παράδοση, που διαμορφώθηκε κατεξοχήν απ’ την ρωμαιοκαθολική, η σωτηρία της ψυχής ερχόταν όχι δια της Θείας Χάριτος, αλλά μέσα απ’ τα έργα του πιστού—κάτι που προσκρούει ξεκάθαρα στις Γραφές, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση—κι ένα απ’ τ’ απαραίτητα χριστιανικά έργα ήταν τα προσκυνήματα σε ιερούς τόπους, δηλαδή σε τόπους θαυμάτων και οραμάτων, τόπους λειψάνων και μαρτυρίων, και στους Αγίους Τόπους.
Συνάμα, στις ευρωπαϊκές, προβιομηχανικές, παραδοσιακές κοινωνίες, όπως τις λέμε, τα πανηγύρια ήσαν μια ευκαιρία για ενίσχυση του αισθήματος κοινότητας των ανθρώπων της υπαίθρου αλλά και σύσφιξης των σχέσεών τους με τους χωριανούς απ’ τις άλλες κοντινές κοινότητες ή μ’ όσους επισκέπτονταν για εμπορικούς ή προσκυνηματικούς σκοπούς τον τόπο εκείνο.
Πανηγύρια έχουμε καί στις μεσαιωνικές πόλεις αλλά καί σε μοναστήρια με κάποια φήμη. Eδώ στην Ελλάδα έχουμε παράδοση στα πανηγύρια, ας πούμε τα Δημήτρια της βυζαντινής Θεσσαλονίκης, για τα οποία μας παρέχει πληροφορίες ο «Τιμαρίων», έργο του 12ου αιώνα.
Όμως δεν τα λέμε «φεστιβάλ»· τα λέμε «πανηγύρια», που ετυμολογείται απ’ το «πας» + «άγυρις» εκ του ρήματος «αγείρω» που σημαίνει «συναθροίζω τον λαό» κι είναι ομόρριζο της «αγοράς», σήμαινε δε την αγορά στην αιολική διάλεκτο. Κατά τη σύνθεση της λέξης, το α- εκτείνεται σε η- κι έτσι «πανήγυρις» ειν’ η συνάθροιση του λαού προς λατρεία κάποιου θεού ή τοπικού ήρωα.
Τόσο στην αρχαιότητα όσο και στον μεσαίωνα, στα πανηγύρια είχαμε μουσικές και χορούς, είχαμε απαγγελίες, είχαμε προφορική μετάδοση αφηγήσεων και παραμυθιών, γεύματα κι πραμάτεια αγαθών και προϊόντων. Και φυσικά είχαμε λιτανείες, πρωινές και βραδυνές ακολουθίες, λειτουργίες κι αγιασμούς, ώστε ο επίγειος κι ο επουράνιος κόσμος να συναντώνται μεσ’ απ’ την εμπειρία του πανηγυριού. Στις παραδοσιακές κοινωνίες τα συλλογικά κοινοτικά δρώμενα κι οι τέχνες του προφορικού λόγου—δημώδεις, λόγιες, κι εκκλησιαστικές, αφού ελάχιστοι πιστοί γνώριζαν ανάγνωση κι έτσι εξαρτώνταν απ’ τον ψαλμό και το κήρυγμα για την πρόσβαση στα νοήματα του ούτως ή άλλως μυστηριακού δόγματος—εξυπηρετούσαν τη μετάδοση αποδεκτών αντιλήψεων, εγκεκριμένων αξιών, φιλτραρισμένων πληροφοριών, και τη διαμόρφωση δομημένων ταυτοτήτων μέσα στην κοινότητα που κατεξοχήν ενίσχυαν την κρατούσα νόρμα, την κυρίαρχη υπερβατική και ηθική ορθοδοξία της κοινότητας.
Έπειτα ήρθε ο Μοντερνισμός, που ’ταν μια σαρωτική νέα φάση του δυτικού πολιτισμού. Σ’ αυτήν κυριάρχησε ο καπιταλισμός στην παραγωγή και στην χρηματική οικονομία, η σύνθετη μηχανολογική τεχνολογία στην βιομηχανία, ο Διαφωτισμός και τα πνευματικά τέκνα του στην φιλοσοφία, την επιστήμη, και την υψηλή διανόηση, η γραφή και το έντυπο έναντι της προφορικής αφήγησης, η αμφισβήτηση στις κατεστημένες ερμηνείες, η ερευνητική ερώτηση στον φυσικό στοχασμό, η λογική, η εμπειρία, και το επαληθεύσιμο τεκμήριο έναντι του μύθου, της δοξασίας, και της παροιμίας, οι ακαδημίες και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα έναντι της σοφίας των γερόντων του χωριού, τα μουσεία κι οι διεθνείς εκθέσεις έναντι των τσίρκων και των πανηγυριών, κ.ά.
Στον Μοντερνισμό ανήκει καί η Πρόοδος, η εξελικτική δηλαδή αντίληψη πως η ιστορία κι η κοινωνία του Ανθρώπου οδηγούνται προοδευτικά, βαθμιδωτά δηλαδή, απ’ τη μία φάση τους στην άλλη έως ότου φτάσουν σε κάποιαν τελική έκβαση, που για τον Μαρξισμό είναι συγκεκριμένη. Αυτή η προσέγγιση αντιλαμβάνεται τον κόσμο διαφορετικά, ως ένα σύνολο υπό διαρκή διαμόρφωση, ανατρέποντας την στατική κοσμοθεώρηση που επιχωριάζει στις αντιλήψεις της Παράδοσης, η οποία αντιδρά σ’ οτιδήποτε θα διατάρασσε τις κατεστημένες δομές της. Στην Παράδοση το σύμπαν είναι στατικό κι οργανωμένο, όπως το δημιούργησε ο Θεός στο βιβλίο της Γενέσεως σε έξι ημέρες. Όλα έχουν τη σταθερή κι αμετάβλητη, εκ Θεού προσδιορισμένη θέση τους, γι’ αυτό λογουχάρη κι οι βασιλοκτόνες επαναστάσεις καταδικάζονταν απ’ την Εκκλησία ως στασιαστικές πράξεις έναντι της ίδιας της βούλησης του Θεού που είχε χρίσει βασιλείς με το ίδιου Του το χέρι, καθρεφτίσματα της αρχέγονης εωσφορικής στάσης απέναντι στον Ύψιστο.
Έτσι τα δίπολα είναι Μοντερνισμός vs. Παράδοση, Πρόοδος vs. Αντίδραση, Εξέλιξη vs. Στατικότητα.
Τα Φεστιβάλ της ΚΝΕ ειν’ από κείνα τα παράδοξα των Κομμουνιστικών Κομμάτων που ενώ διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους υποστηρίζοντας πως είναι προοδευτικά, επιλέγουν όμως να εκφράζονται μεσ’ από μια σειρά εκδηλώσεων και συμπεριφορών που ’χουν πεισμόνως αμετάβλητο χαρακτήρα μέσα σ’ έναν κόσμο που κατά τ’ άλλα εξελίσσεται, τόσο ώστε ο Κομμουνισμός να εμφανίζει τα διακριτικά γνωρίσματα της Παράδοσης, που συντηρητικά επιδιώκει την αδιατάρακτη αυτοαναπαραγωγή της.
Ο συντηρητισμός του Κόμματος στην ερμηνεία των ιερών του γραφών, των γραπτών δηλαδή των ιδρυτικών του φιλοσόφων, όχι μονάχα μοιάζει ν’ ακυρώνει τους ισχυρισμούς για τον προοδευτικό χαρακτήρα του, αλλά γέννησε ιστορικά σχίσματα εντός των κόλπων του, όταν πια δεν γινόταν όλες οι φωνές ν’ αποστομωθούν, με ρίψη αναθεμάτων κι ανοιχτή δίωξη έναντι όσων αιρετικών υποστήριξαν οτιδήποτε πέραν της αυστηρής ορθοδοξίας του Πολίτμπιρο (Политбюро).
Ασφαλώς τα θρησκεύματα και τα ιερατεία τους εντάσσονται ανεξαιρέτως στους στυλοβάτες θεσμούς της Παράδοσης. Κάτι παρόμοιο φαίνεται να ισχύει και για πολιτικές ιδεολογίες που βλέπουν το ενδεχόμενο της εξέλιξης των αντιλήψεών τους ωσάν εικονοκλαστική ανωμαλία και γι’ αυτό απευκτέα αλλοίωση των δογμάτων τους.
Επανερχόμενος στα φεστιβάλ της ΚΝΕ που αναλλοίωτα διατηρούν δεκαετίες τώρα τον ίδιο χαρακτήρα και τις ίδιες αυστηρές δομές οργάνωσης και υλοποίησης του προγράμματός τους, δεν θα ’ταν άστοχο να παρατηρήσει κανείς πως η προσήλωση στην ιερότητα της δομικής ευταξίας τους συνιστά τυπική έκφραση των θεσμών του κόσμου της Παράδοσης, ενώ αντιθέτως η αυθόρμητη προσαρμογή σε διαρκώς διαμορφούμενες συνθήκες αποτελεί θεμελιώδες διακριτικό του Μοντερνισμού που αμφιβάλλει συνεχώς για τον εαυτό του και τον επανεφευρίσκει με κάθε αφορμή, μην ανησυχώντας όταν συλλογίζεται για την ταυτότητά του μεσ’ απ' την μεταβολή και την εξέλιξη.
Η παραδοσιακή επαναληπτικότητα των μουσικών, των τραγουδιών, των απαγγελιών που ακούγονται στα Φεστιβάλ της ΚΝΕ—που όπως είπα νωρίτερα, βρίσκουν αντίστοιχο ελληνικό όρο στα «πανηγύρια»—όπως και η ιδεολογικά ορθόδοξη ρητορική κι επιλεγμένη θεματολογία των ομιλιών που εκφωνούνται ενώπιον του ακροατηρίου δεν θυμίζουν απλώς αλλά εσκεμμένα βαδίζουν και κεφαλαιοποιούν πάνω στο οπλοστάσιο των δημόσιων χειρονομιών συμβολικού χαρακτήρα που έχουν αναπτυχθεί απ’ την Χριστιανοσύνη, που όπως είδαμε εκφραζόταν μέσα από συλλογικές εκδηλώσεις όπως τα πανηγύρια.
Μάλιστα, ειδικά η από εξέδρας εκφώνηση της ομιλίας απ’ τον Γενικό Γραμματέα του Κόμματος ή τον επιχώριο τοπάρχη του, με την οποία κορυφώνεται το φεστιβάλ, στέκεται ως το αντίστοιχο του από καθέδρας επισκοπικού κηρύγματος ή του από άμβωνος κατηχητικού λόγου του πρεσβύτερου, που εδώ τον λέμε «οδηγητή» ή «ινστρούχτορα». Οι ενθουσιώδεις αλλά πολύ οργανωμένες ιαχές επιδοκιμασίας που επαναλαμβάνουν ρυθμικά συγκεκριμένα τσιτάτα της ομιλίας που μόλις ακούστηκαν θυμίζουν τον διάλογο ψαλτών και πρεσβύτερου στα εκκλησιαστικά δρώμενα, κι ακόμα και η τριπλή τους επανάληψη ακολουθεί τον “κανόνα των τριών” στις προφορικές τέχνες της Παράδοσης και στα δρώμενα της ιερουργίας. Ενθουσιώδεις, όχι γιατί προκύπτει ψυχοπνευματική επαφή του ατόμου με το θείο, αλλά γιατί το άτομο επιλέγει ν’ απορρίψει τον ατομικό εαυτό του ώστε να ενταχτεί στην κομματική συλλογικότητα, δηλαδή το άτομο εξίσταται απ’ την προσωπική του ταυτότητα προκειμένου να γίνει ομοούσιο και αδιαίρετο μέλος της ιερής συλλογικότητας, που δεν τολμούμε να την πούμε Εκκλησία αλλά Κόμμα. Έξω απ’ το Κόμμα δεν νοείται ταυτότητα, δεν νοείται αναγνώριση της αυτοτέλειας του προσώπου.
Όποια Κυριακή κι αν βρεθεί κανείς σε μιαν εκκλησία θ’ ακούσει και θα βιώσει χωρίς έκπληξη μια σειρά από δρώμενα που εκτυλίσσονται μπροστά από ’να τέμπλο με τρεις θύρες, όσες και οι θύρες στη σκηνή ενός αρχαίου θεάτρου. Αυτά τα δρώμενα είναι πάντοτε τα ίδια, κι αυτή η επαναληπτικότητα γεννά, τρέφει, κι ενισχύει την αίσθηση ασφάλειας για το άχρονο, στατικό σύμπαν υπό τον Κύριο. Στο Φεστιβάλ της ΚΝΕ θ’ ακούσεις κάθε χρόνο τα «τροπάρια» της Φαραντούρη και τις Πράξεις των Κομμουνιστικών Αποστόλων, των ιστορικών φυσιογνωμιών του Κόμματος, μέσα απ’ τις ίδιες προφορικές αφηγήσεις για τους διαχρονικούς αγώνες του κινήματος, που είναι τόσο διαχρονικοί ώστε να καθίστανται πλέον άχρονοι, ετεροτοπισμένοι απ’ τα χρονικά τους συμφραζόμενα, μιας και θα μπορούσαν πια να λειτουργήσουν επαρκώς σε κάθε συμφραζόμενα, ιστορικά ή ανιστορικά, με τις αφηγήσεις να εστιάζουν περισσότερο στην σχηματοποιημένη αποτύπωση του καλού που αντιμάχεται το κακό παρά στους τόπους, τους χρόνους, τα γιατί, και τα πώς, όπως αυτά βρήκαν την ιστορική τους έκφραση μέσα από πραγματικά γεγονότα.
Όσες φορές κι αν ακούσεις το αναστάσιμο ευαγγέλιο σε μιαν εκκλησία, ο Χριστός νικά τον θάνατο κι ανασταίνεται κάθε χρόνο, όμως ο θάνατος ειν’ ακόμα μαζί μας, και τούτο γιατί ο Ιησούς τον νικά σ’ ένα υπερβατικό, μη εμπειρικά αισθητό επίπεδο ύπαρξης. Όσες φορές κι αν ακούσεις τις αφηγήσεις της ΚΝΕ απ’ τα μεγάφωνα ή τα στόματα των οδηγητών της, ο λαϊκός αγώνας θα νικήσει στο τέλος τον διάβολο του καπιταλισμού, παρά τις αντιδραστικές λυκοσυμμαχίες των μονοπωλίων, όμως μονάχα έτσι δεν έχουν τα πράγματα, όπως μαρτυρεί η κοινή εμπειρία, κι ο καπιταλισμός εξακολουθεί να κυριαρχεί παρά την κομμουνιστική εσχατολογία που αδιαλείπτως προφητεύει την επικείμενη πτώση του προαιώνιου εχθρού, μονοδρομικά, φαταλιστικά, όπως άλλωστε φαταλιστικά, μεταφυσικά ενατενίζουν και τα θρησκεύματα το αναπόφευκτο τέλος της ανθρώπινης ιστορίας—που κι αυτή δεν λέει να τελειώσει παρά τις προφητείες. Η επιστροφή της ανθρώπινης ιστορίας στις ράγες του μαρξιστικού τρένου της προόδου μοιάζει ν’ ανήκει κι αυτή στη σφαίρα των υπερβατικών δοξασιών και προσδοκιών του Κομμουνισμού, όμως εάν το ισχυριστείς αυτό θα αποβληθείς ως πεπλανημένος κι αποσυνάγωγος, ως προβοκάτορας και πράκτορας αλλοτρίων δυνάμεων.
Στα πανηγύρια της ΚΝΕ που τα λένε Φεστιβάλ τρεμοσβήνει η Πρόοδος κι ενισχύεται η Παράδοση, που γραπώνεται απεγνωσμένα απ’ τις πλασμένες μνήμες ενός εν πολλοίς φαντασιακού αφηγήματος για το εξιδανικευμένο παρελθόν της.
Αποκηρύσσεται η δια της προσαρμογής εξέλιξη κι επιβεβαιώνεται αενάως η στατική ερμηνεία ενός αμετάβλητου σύμπαντος με καλοχαραγμένα τα περιγράμματα του καλού και του κακού.
Επιφαίνονται...
Ετικέτες
ΙΑΤΡΟΥ Σ.,
ΚΚΕ,
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ,
ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
ΝΕΑ ΤΑΞΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ Η νόρμα της διαφορετικότητας
Του Στέλιου Ιατρού
Στο μεγάλο χρηματιστήριο της διαφορετικότητας όλες οι διαφορετικότητες είναι ίσες, αλλά κάποιες διαφορετικότητες είναι πιο ίσες απ’ τις άλλες.
Κάποιες εμπορεύσιμες ταμπέλες διαφορετικότητας έχουν καταστεί οι par excellence διαφορετικότητες. Έχουν καταστεί η νόρμα ανάμεσα στις ταμπέλες, κι αυτό συνέβη γιατί αφενός είναι συχνότερες, αφετέρου δε γιατί από ’να σημείο κι έπειτα οι λοιπές διαφορετικότητες περνούν απαρατήρητες αφού μικρότερο ή αμελητέο ακροατήριο έχει τα μάτια του ανοιχτά για να τις προσέξει. Έτσι, επειδή το ακροατήριο συνηθίζει να θεωρεί κατά κανόνα αυθεντικότερες διαφορετικότητες αυτές κι όχι τις άλλες που αυθορμήτως αναφύονται κάθε φορά που μικρονοϊκοί διώκτες διώκουν το νέο διαφορετικό, προκύπτει μια μονοπωλιακή ελίτ μεταξύ των διαφορετικοτήτων, και μια εσωτερική καταπίεση ανάμεσά τους για την διατήρηση της εσωτερικής τους ιεραρχίας.
Γιατί δεν υπάρχει ανεκτικότητα και δημοκρατία μήτε μεταξύ των συναισθηματικών κοινοτήτων της διαφορετικότητας. Κάποιες απλά έλαβαν προσοχή νωρίτερα ή ευρύτερα και δεν είναι διατεθειμένες να μοιραστούν την επιτυχία του μάρκετινγκ τους με τις άλλες.
Τα λόμπυ που προωθούν τον εαυτό τους έχουν ενταχθεί στη συστημική νόρμα που υπηρετείται εξίσου κι απ’ τους διώκτες τους, γιατί τό ’να χέρι νίβει τ’ άλλο, κι αν μια διαφορετικότητα πάψει να εκπροσωπείται από αναγνωρίσιμο brand name, τότε είναι άραγε διαφορετικότητα;
Ασφαλώς, για τα πρόσωπα που την διαθέτουν ως ταυτότητα, όχι όμως για το χρηματιστήριο των διαφορετικοτήτων που διαπραγματεύεται την εμπορευσιμότητα των brand names.
Όταν τελικά η διαφορετικότητα καθίσταται νόρμα τούτο δεν ωφελεί τα πρόσωπα εκείνα που διατηρούν δυστυχώς το στίγμα ενώπιον όσων εξακολουθούν να τα διώκουν.
Αποφέρει όμως μετρήσιμο κέρδος στο σύστημα που αξιοποιεί εμπορικά τις διαφορετικότητες, τις ποιεί δηλαδή αξίες εκμεταλλεύσιμες.
Γι’ αυτό θα δείτε πως το εμπόριο της διαφορετικότητας ξεκινά κι εξαντλείται με το κόλλημα και την αναβάθμιση της ταμπέλας σε κάτι αποδεκτό, του αντικειμένου δηλαδή που καθίσταται εμπορεύσιμο, κι απέχει πάντοτε απ’ το να επιφέρει αλλαγή στην κοινωνία για την ίδια την βιωματική εμπειρία της διαφορετικότητας, ή όφελος για τα πρόσωπα που διώκονται ένεκα της ταμπέλας.
Γιατί η ίδια η διαφορετικότητα είναι μεν ταμπέλα για όποιον θέλει να την αξιοποιήσει, όμως...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



