Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΚΑΓΙΑΝΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΚΑΓΙΑΝΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ - Tάκης Λαζαρίδης : "H Aριστερά ευθύνεται για τον εμφύλιο"
Όσοι ΔΕΝ ξέρουν ποιός είναι ο Τάκης Λαζαρίδης , ας διαβάζουν το παρακάτω ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ άρθρο του 2008 για να καταλάβουν την βαρύτητα της άποψής του περί ξεφτιλισμένης Αριστεράς...
Του (συγχωρεμένου) ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΡΚΑΓΙΑΝΝΗ
Θα ρωτήσετε ποιος είναι ο Τάκης Λαζαρίδης. Μερικοί ασφαλώς έχουν ξανακούσει αυτό το «ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι». Είναι ο τίτλος ενός βιβλίου που έγραψε και κυκλοφόρησε πριν από 20 χρόνια και έκτοτε επαναλαμβάνεται με μια ειρωνική τραγικότητα σε πολλές συζητήσεις, ιδιαίτερα αριστερών. ΄Η από δεξιούς με θριαμβευτική έπαρση. Για τους πρώτους είναι συντριβή και αυτομαστίγωμα, για τους δεύτερους δικαίωση.
Ο Τάκης Λαζαρίδης όμως έχει την ιστορία του και αυτή λίγοι πλέον τη γνωρίζουν ή τη θυμούνται.
Στη δεύτερη δίκη του Νίκου Μπελογιάννη στο Στρατοδικείο, το 1952, στο ίδιο εδώλιο καθόταν ένας νέος, εικοσάρης τότε, με στολή στρατιώτη. Ηταν ο Τάκης Λαζαρίδης. Καταδικάστηκε σε θάνατο και μαζί με τους άλλους μελλοθάνατους κλείστηκε στην απομόνωση των Φυλακών Καλλιθέας και εκεί περίμεναν το εκτελεστικό απόσπασμα. Οι Φυλακές Καλλιθέας, ακριβώς απέναντι από τον Οίκο Τυφλών, στην οδό Θησέως, δεν υπάρχουν πια. Κατεδαφίσθηκαν αργότερα και στη θέση τους κτίσθηκε σχολείο. Καμιά αντίρρηση. Κρίμα μόνο, γιατί ήταν ένα ενδιαφέρον παλιό κτίριο και τόπος ενός δράματος της εποχής εκείνης.
Τελικά εκτελέσθηκαν, στα τέλη Μαρτίου του 1952, μόνο ο Μπελογιάννης, ο Μπάτσης, ο Καλούμενος και ο Αργυριάδης. Το πρωί που πήγε να τους πάρει το εκτελεστικό απόσπασμα ο επίτροπος διάβασε και το βασιλικό διάταγμα, με το οποίο απονεμόταν χάρη στον Τάκη Λαζαρίδη, λόγω του νεαρού της ηλικίας και η θανατική καταδίκη μετατρεπόταν σε ποινή ισοβίων δεσμών.
Εχει σημασία να σας πω ότι ο πατέρας του Τάκη Λαζαρίδη, ήταν ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ και εκτελέσθηκε από τους Γερμανούς, μαζί με τους 200 κομμουνιστές την 1η Μαΐου 1944, στην Καισαριανή. Τη συντήρηση και την ανατροφή του Τάκη και της αδελφής του, μετά τον θάνατο του πατέρα τους, ουσιαστικά την ανέλαβε το ΚΚΕ. Θέλω να πω ότι μεγάλωσε και ανατράφηκε με οικογένεια το ΚΚΕ και θα υπέθετε κανείς ότι στους κόλπους του θα σταδιοδρομούσε...
Ο Τάκης όμως πήρε άλλο δρόμο. Μετά το δραματικό πρωινό στις Φυλακές Καλλιθέας ο Τάκης μεταφέρθηκε στις φυλακές Κεφαλονιάς, όπου έγκλειστος έζησε τον τρόμο των σεισμών και αργότερα στις Φυλακές Κέρκυρας, για να εκτίσει την ποινή των ισοβίων δεσμών. Ηταν σκληρός και ανυποχώρητος κομμουνιστής, στην ανάκριση, στο Στρατοδικείο και μετά στη φυλακή, όπου έμεινε συνολικά 14 και κάτι χρόνια. Πολύ ευγενής και μελετηρός...
Ποιος ξέρει πώς, αυτός ο σκληρός και ανυποχώρητος κομμουνιστής, στις απέραντες νύχτες του εγκλεισμού ξανασκέφθηκε τη ζωή του, τη ζωή των άλλων και τη ρημαγμένη οικογένειά του και έθεσε στον εαυτό του ριζικά και καταλυτικά ερωτήματα.
Το πώς τελικώς απάντησε είναι ένα δεύτερο θέμα, άλλοι θα συμφωνήσουν και άλλοι, αλλού, θα διαφωνήσουν. Με αυτά τα ερωτήματα και με τις απαντήσεις έγραψε το «Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι», το οποίο κυκλοφόρησε ακριβώς πριν από 20 χρόνια. Το 1988, πριν ακόμη καταρρεύσει ο «υπαρκτός (και ταυτόχρονα ανύπαρκτος) σοσιαλισμός». Μετά την κατάρρευση και όταν βεβαιώθηκαν ότι ήταν οριστική, έγραψαν και άλλοι πολλά και διάφορα...
Τον γνώρισα την άνοιξη του 1964 στις Φυλακές Αιγίνης, όπου είχα μεταχθεί από τις Φυλακές Λευκάδας. Αποφυλακισθήκαμε το 1966. Είχε πάρει ήδη τις αποστάσεις του από το ΚΚΕ γενικά και από την κομματική ηγεσία της φυλακής, η οποία τον αντιμετώπισε σαν ένα ιδιόρρυθμο άνθρωπο. Δεν είχε, όμως, τίποτα να πει εναντίον του.
Στο «Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι», έθεσε καταλυτικά για την Αριστερά, όλων των αποχρώσεων, ερωτήματα.
Κάνει πως δεν τα ακούει, θα 'ρθει όμως η στιγμή να τα ακούσει.
Μέχρι τώρα η «αυτοκριτική» της Αριστεράς απαντάει ή προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα: τι συνέβη, τι έφταιξε και δεν νικήσαμε.
Πάνω σ' αυτό το ερώτημα γράφτηκε από την Αριστερά ολόκληρη η Ιστορία, τουλάχιστον από το καλοκαίρι του 1943 ώς την τελική συντριβή της, στρατιωτική και πολιτική, το 1949. Δεν σταμάτησε εκεί. Με τον ίδιο «καημό» της ήττας διαμορφώθηκε και η μετέπειτα πολιτική και ιστορία της ώς τις μέρες μας.
Σε αυτόν τον καμβά συσσωρεύτηκαν όλα τα γεγονότα, όλα τα πρόσωπα, όλες οι ιδέες, όλα τα «σφάλματα», όλες οι σχέσεις με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις και με τους ξένους. Ο απολεσθείς παράδεισος της «νίκης» διαμόρφωσε στερεότυπα σκέψης και συμπεριφοράς, τα οποία ισχύουν και σήμερα και είναι πανίσχυρα. Ποτέ η Αριστερά, τουλάχιστον σε ηγετικό επίπεδο, δεν τόλμησε να αναρωτηθεί ειλικρινά τι θα εσήμαινε και τι σημαίνει αυτή η «νίκη» που απροσδόκητα χάθηκε και εξακολουθεί ακόμα να τη θρηνεί.
Ιδιαίτερα η συγκλονιστική αποκάλυψη μετά την κατάρρευση του υπαρκτού και ταυτόχρονα ανύπαρκτου, θα έπρεπε λογικά να οδηγήσει την Αριστερά σε πλήρη ανατροπή της πολιτικής της, στη θεωρία και την πράξη. Οχι ότι μας χρειάζονταν οι αποκαλύψεις, όλοι ξέραμε τι ακριβώς συμβαίνει. Αλλά κανείς δεν τολμούσε να θέσει το καταλυτικό ερώτημα. Και είναι πραγματικά ένα θέμα για να ερευνηθεί, πώς άνθρωποι που δεν φοβήθηκαν τίποτα στη ζωή τους, που έδειξαν απαράμιλλο θάρρος και ηρωισμό, φοβήθηκαν να ρωτήσουν και να αναρωτηθούν:
τι πήγαμε να κάνουμε και ευτυχώς δεν μας άφησαν να το κάνουμε και να το αποτελειώσουμε;
Αυτό το ερώτημα έθεσε νωρίς ο Τάκης Λαζαρίδης, πρώτα στον εαυτό του και έπειτα, με το πρώτο του βιβλίο σε όλους τους άλλους.
Οπως καταλαβαίνετε, είναι σαν να θέλει να ξαναγράψει την ιστορία της Αριστεράς.
Ο Δεκέμβρης και ο Εμφύλιος, για παράδειγμα, ήταν θανάσιμες απειλές εναντίον της χώρας και του λαού και όχι ευκαιρίες «νίκης» που χάθηκαν. Και ευτυχώς, που αυτές οι απειλές αποκρούσθηκαν. Το «αστικό κράτος» και οι ξένοι, οι Αγγλοι πρώτα και κατόπιν οι Αμερικανικοί, συνέτριψαν την Αριστερά και την αιματοκύλησαν χωρίς αναστολές και ενδοιασμούς, όπως επιβάλλει ένας πόλεμος. Σώθηκε, όμως, η χώρα και ο λαός της δεν γνώρισε τις περιπέτειες που γνώρισαν άλλοι λαοί που εντάχθηκαν με τη βία σε ολοκληρωτικά συστήματα διακυβέρνησης.
Ο Τάκης Λαζαρίδης, όμως, δεν σταματάει εδώ. Αναρωτιέται και μας καλεί να αναρωτηθούμε...
Ετικέτες
ΑΡΙΣΤΕΡΑ,
ΕΛΛΑΔΑ,
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ,
ΕΜΦΥΛΙΟΣ,
ΚΑΡΚΑΓΙΑΝΝΗΣ,
ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ Τ.,
ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ,
ΠΟΛΙΤΙΚΗ,
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ,
YOUTUBE
Στον Μ. Γλέζο
Tου Aντωνη Kαρκαγιαννη
Αγαπητέ μου Μανώλη
Πάντοτε σε σέβομαι και σε εκτιμώ, και το ξέρεις. Σε εκτιμώ για δραστηριότητες και πράξεις με τις οποίες δεν συμφωνώ, ούτε για την αναγκαιότητά τους ούτε για την αποτελεσματικότητά τους. Με τον ίδιο τρόπο σέβομαι και εκτιμώ και μερικά άλλα πρόσωπα της εποχής εκείνης. Π. χ. τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Λεωνίδα Κύρκο. Και μερικούς «ανώνυμους» και αφανείς αγωνιστές. Θα έλεγα και «άστεγους», γιατί μετά το 1974, δεν έχουν κομματική στέγη. Οχι από δική τους αιτία, αλλά γιατί μετά τη Μεταπολίτευση επικράτησαν άλλες σκέψεις και άλλες δυνάμεις που δεν έχουν καμιά σχέση με όσα συζητούσαμε στις φυλακές και τις εξορίες. Πρωτοστατούσες τότε, αλλά σέβομαι το δικαίωμά σου να αλλάζεις γνώμη, ανάλογα με το περιβάλλον.
Σε θεωρώ πάντοτε, όχι κομματικό, αλλά εθνικό κεφάλαιο. Δεν είναι συχνό το γεγονός ότι ένας νέος με τον φίλο του συνέδεσαν κάποτε τα νιάτα τους με την πιο αγνή και ταυτόχρονα την πιο δυνατή σε συμβολισμό πράξη. Πολλοί τότε αποτόλμησαν πράξεις ηρωικές που τις πλήρωσαν με τη ζωή τους και μένουν άγνωστες. Αλλά έμειναν άγνωστες. Η δική σου πράξη έγινε κομματική σημαία και χρησιμοποιήθηκε εναντίον σου. Θυμάμαι πολύ καλά τότε, περίπου πριν από 35 χρόνια, μια μέρα σου είπα: «Μανώλη, είναι η ώρα να απαλλαγείς από την ηρωική σου πράξη. Αξίζεις και χωρίς αυτήν».
Ετσι σε σκέφτομαι πάντοτε. Σαν ένα πολιτικό κεφάλαιο χωρίς ηρωικές πράξεις. Προχθές, όμως, είδα πάλι τη σημαία της Ακρόπολης να ανεμίζει σε άλλα χέρια, στην αρχή κάποιας «συνιστώσας» και μετά χωρίς σκέψη και χωρίς έλεγχο την πήραν τα πονηρά «κανάλια» και ανέβασαν τη θεαματικότητά τους. Είμαι βέβαιος ότι ξέρεις πολύ καλά τι στην πραγματικότητα είναι αυτές οι συνιστώσες. Πόσο ψεύδος και πολιτική υποκρισία κρύβεται πίσω από αυτή την καθαρευουσιάνικη λέξη. Ομως, είναι επιλογή σου και τη σέβομαι.
Αλλο με απασχόλησε όταν σε είδα στη «μάχη», έξω από το Κοινοβούλιο. Πρώτα για σένα. Εχεις προ πολλού υπερβεί τα 85! Αμέσως σκέφθηκα, τι θέλει μέσα σ’ αυτή την κόλαση όπου μόνο εικοσάρηδες μπορούν να αντέξουν. Ηταν σαν απόπειρα αυτοκτονίας. Πρώτα σκέφθηκα εσένα. Την υγεία σου και τη ζωή σου.
Αμέσως μετά άρχισε να πετάγεται από παντού, από άλλες «συνιστώσες», από εφημερίδες και κανάλια, η σημαία της Ακρόπολης, κουρελιασμένη από τη συχνή και τόσο ετερόκλητη χρήση. Είμαι βέβαιος όχι από σένα, γιατί ποτέ δεν το έκανες. Αλλά το όνομά σου ιστορικά συνδέθηκε με τη σημαία και κάθε αναφορά στο όνομά σου συνοδεύεται με την έπαρση της κουρελιασμένης πια σημαίας. Δεν μπορείς πια να το αποφύγεις.
Ενας από τους τότε κοινούς μας φίλους είχε μια περισσότερο πρακτική και πολιτική σκέψη. Σκέφθηκε άραγε ο Μανώλης τι θα συνέβαινε στη χώρα αν σ’ αυτή την εμπλοκή του, μπροστά στο Κοινοβούλιο συνέβαινε κάτι σοβαρότερο.
Γιατί και αδαείς εικοσάρηδες αστυνομικοί υπάρχουν, και μη γνωρίζοντες, και αδιάφοροι, αλλά ενδεχομένως και «βαλτοί». Τα σκέφθηκε ο Μανώλης, στην ηλικία που βρίσκεται όλα αυτά;
Σκέφθηκε πώς θα διαμορφωνόταν η πολιτική ζωή και οι διεκδικήσεις του «λαϊκού κινήματος» αν συνέβαινε κάτι πιο σοβαρό;
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 9/3/2010
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΑΠΟΨΕΙΣ,
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
ΚΑΡΚΑΓΙΑΝΝΗΣ,
ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ,
ΠΟΛΙΤΙΚΗ,
ΠΡΟΣΩΠΑ
Ευθύνες του ΚΚΕ
Tου Aντωνη Kαρκαγιαννη
Αλήθεια, τι θέλει να δείξει το ΚΚΕ (και όχι να αποδείξει) με την κατάληψη του Χρηματιστηρίου της Αθήνας; Οτι αυτό όπως και οι τράπεζες είναι κεντρικά όργανα του «καπιταλισμού». Πράγματι είναι! Το πρόβλημά μας δεν είναι αν υπάρχουν και λειτουργούν, αλλά αν υπάρχουν και λειτουργούν σωστά. Και γενικότερα: δύσκολο είναι να πείσεις ότι το πρόβλημά μας είναι ο «καπιταλισμός» γενικά επειδή κατανέμει άνισα τον πλούτο και ευθύνεται για την κρίση.
Το πρόβλημά μας είναι ο καθυστερημένος «καπιταλισμός» που αναπτύσσει νοσηρές παραφυάδες μέσα από τη φοροδιαφυγή και τη διαπλοκή με το κράτος, τη διόγκωση του οποίου, με όλες τις «λαϊκές» διεκδικήσεις ασυλλόγιστα προωθεί το ΚΚΕ Εκείνο που μας προτείνει το ΚΚΕ, μετά την «επαναστατική» ανατροπή του «καπιταλισμού», είναι ένα σοβιετίζον μοντέλο με κρατικοποιημένες όλες τις ζωντανές δυνάμεις της κοινωνίας: της παραγωγής, της διανομής του πλούτου, της πολιτικής, των κοινωνικών σχέσεων, της πνευματικής και πολιτισμικής συγκρότησής του. Αυτό το μοντέλο απροκάλυπτα μάς προτείνει, αδιαφορώντας για τις φρικτές εμπειρίες που έχουμε από αυτό. Προσφέρει πολύ κακές υπηρεσίες σε αυτό που το ίδιο αποκαλεί «λαϊκά συμφέροντα» ή συμφέροντα «των εργαζομένων». Ο λαός και οι εργαζόμενοι ζουν με τον «καπιταλισμό», τον καθυστερημένο και μη, και υποφέρουν περισσότερο από τον καθυστερημένο, παρά από τον ίδιο τον «καπιταλισμό» που είναι ο δοκιμασμένος τρόπος για να ζει, να εργάζεται ένας λαός και να παράγει πλούτο.
Τελευταία πλασάρεται ένα άλλο σύνθημα, πιο παράλογο από όλα τα άλλα: υπεύθυνος για την κρίση είναι ο «καπιταλισμός», δικά του είναι τα δάνεια και τα ελλείμματα και αυτός πρέπει να τα πληρώσει με εξοντωτική φορολογία...
Η ελάχιστη ανάλυση του συστήματος που τροφοδοτεί τα ελλείμματα αποκαλύπτει άλλα γεγονότα που επαναλαμβάνονται επί δεκαετίες. Με τις διεκδικήσεις και τη δράση του ΚΚΕ και των «άλλων προοδευτικών δυνάμεων» διαμορφώθηκε αυτό το πληθωρικό κράτος, δαπανηρό, σπάταλο και ταυτόχρονα αναποτελεσματικό. Κανείς δεν σκέφτεται ούτε το κόστος ούτε την απόδοση και πολύ λιγότερο τη σχέση κόστους και απόδοσης. Αυτό είναι το κεντρικό και δύσκολο πρόβλημά μας σήμερα και μεγάλη είναι η ευθύνη του ΚΚΕ και των «άλλων προοδευτικών δυνάμεων» που απαιτούν να κηρυχθεί κρατικοποιημένο το σύνολο της εργασίας.
Με την υποστήριξη της λαϊκίστικης και πελατειακής αντίληψης από την οποία διέπεται το πολιτικό μας σύστημα επί τρεις τουλάχιστον δεκαετίες, ίσως το μεγαλύτερο μέρος των δανείων και των ελλειμμάτων διατέθηκε για να διαμορφωθεί αυτό το κράτος - τέρας. Στις διαδικασίες διαμόρφωσής του πρωτοστάτησε, ήταν ο πρωταγωνιστής, το ΚΚΕ και του ανήκει μεγάλο μέρος της ευθύνης.
Αυτό το νοσηρό κράτος και ο εξίσου νοσηρός και διαπλεκόμενος, ο κρατικοδίαιτος «καπιταλισμός» είναι το μεγάλο πρόβλημα σήμερα, ο πραγματικός εχθρός των λαϊκών συμφερόντων. Το ΚΚΕ συνειδητά, εν ονόματι κάποιας «επανάστασης» που δεν έρχεται, προωθεί αυτό το σύμπλεγμα πολιτικού βίου και εθνικής ζωής. Λαϊκές διεκδικήσεις πάντοτε υπάρχουν και αλίμονο αν δεν υπήρχαν. Αρκεί να τις τοποθετεί κανείς σε υπαρκτό και πραγματικό πλαίσιο. Εκεί το ΚΚΕ θα μπορούσε να προσφέρει υπηρεσίες και στον εαυτό του (να ξεκολλήσει επιτέλους από το 7%) και στον τόπο
ΠΗΓΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΑΠΟΨΕΙΣ,
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
ΚΑΡΚΑΓΙΑΝΝΗΣ,
ΚΚΕ,
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ,
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η λύση Τ. Γιαννίτση
Tου Aντωνη KαρκαγιαννηΠεριγράψαμε κάπως την ακάθεκτη πορεία του συνταξιοδοτικού συστήματος προς τη μοιραία εξίσωση 1=1, όπου ασφαλισμένοι εργαζόμενοι θα εργάζονται για να συντηρήσουν ισάριθμους ή και περισσότερους συνταξιούχους.
Μπορεί να φτάσουμε και στην εντελώς παράλογη «εξίσωση» 0,9=1 ή 0,8=1, επειδή και τα δύο σκέλη της εξίσωσης είναι πλασματικά: το πρώτο γιατί μειώνεται με την παράνομη και ανασφάλιστη εργασία και το δεύτερο γιατί αυξάνεται δραστικά με πλασματικές συντάξεις ή αναντίστοιχες με τις εισφορές.
Εδώ ίσως βρίσκεται το πρώτο τουλάχιστον στάδιο σε μια προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος: να καθαρίσουμε και τα δύο σκέλη της εξίσωσης από τα εξωγενή αυθαίρετα και πλασματικά στοιχεία. Από την παρανομία, από την ανασφάλιστη εργασία, από τη μη καταβολή των εισφορών, από χαριστικές ελαφρύνσεις. Αυτά και άλλα για το πρώτο σκέλος. Και να απαλλάξουμε το δεύτερο σκέλος από τις πλασματικές συντάξεις, όταν δεν ανταποκρίνονται σε προηγούμενη εργασία ή όταν είναι δυσανάλογες με τις καταβληθείσες εισφορές ή όταν οι συνταξιοδοτικές παροχές είναι παντελώς αυθαίρετες και χαριστικές.
Αυτή την κάθαρση επιχείρησε το 2002 ο καθηγητής Τάσος Γιαννίτσης ως υπουργός Εργασίας της κυβέρνησης Σημίτη. Ωστε το σύστημα να ισορροπήσει κατά το δυνατό, να γίνει δικαιότερο χωρίς παρανομίες και συντεχνιακές εύνοιες, αλλά και αναλογικότερο, για να είναι οι παροχές κατά το δυνατόν ανάλογες με τις εισφορές. Από όσο θυμάμαι ο Τάσος Γιαννίτσης δεν θέλησε να προτείνει ριζοσπαστικότερες λύσεις, όπως είναι η προσαρμογή των ορίων συνταξιοδότησης στη γήρανση του πληθυσμού ή η παράλληλη αναδιοργάνωση της αγοράς εργασίας με την οποία στενά συνδέεται το συνταξιοδοτικό. Την απλή λογική και τη δημοκρατική νομιμότητα θέλησε να αποκαταστήσει.
Ποιος είδε τον Θεό και δεν φοβήθηκε! Πρώτα τον πρόδωσε το κόμμα του, το ΠΑΣΟΚ, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τα εντόσθιά του, τι πραγματικά είναι βαθιά μέσα του. Ενα κόμμα που έκανε την εξουσία και τη νομή της αυτοσκοπό και δεν επιδιώκει (ούτε μπορεί να επιδιώξει) τη λύση των προβλημάτων. Απλώς τα διαχειρίζεται, συχνότατα διαχειρίζεται τον παραλογισμό τους, μέσα από ένα σύστημα πελατειακών κομματικών σχέσεων και ανάλογα με τις ανάγκες διατήρησης της εξουσίας. Δεν πρόκειται μόνο για το παρελθόν. Σήμερα, με το «νέο» και νικηφόρο ΠΑΣΟΚ παρατηρούμε τα ίδια φαινόμενα και την ίδια πολιτική.
Λυπάμαι που το γράφω, αλλά ο δεύτερος που εγκατέλειψε τον Τάσο Γιαννίτση ήταν ο πρωθυπουργός του, ο Κώστας Σημίτης, πιστεύοντας ενδεχομένως ότι έτσι θα διατηρούσε την κομματική και κυβερνητική εξουσία. Συνέβη ακριβώς το αντίθετο: αμαχητί έβαλε ο ίδιος τέλος στην πολιτική του καριέρα. Από τότε άρχισε ο κατήφορος του ίδιου και του ΠΑΣΟΚ…
Αλλά και το πιο σημαντικό. Δύο εκατομμύρια πολίτες σε όλη την Ελλάδα κατέβηκαν στους δρόμους για να υπερασπισθούν τον παραλογισμό και τις αδικίες που συσσώρευσε μέσα του το συνταξιοδοτικό σύστημα.
Αυτή την κάθαρση επιχείρησε το 2002 ο καθηγητής Τάσος Γιαννίτσης ως υπουργός Εργασίας της κυβέρνησης Σημίτη. Ωστε το σύστημα να ισορροπήσει κατά το δυνατό, να γίνει δικαιότερο χωρίς παρανομίες και συντεχνιακές εύνοιες, αλλά και αναλογικότερο, για να είναι οι παροχές κατά το δυνατόν ανάλογες με τις εισφορές. Από όσο θυμάμαι ο Τάσος Γιαννίτσης δεν θέλησε να προτείνει ριζοσπαστικότερες λύσεις, όπως είναι η προσαρμογή των ορίων συνταξιοδότησης στη γήρανση του πληθυσμού ή η παράλληλη αναδιοργάνωση της αγοράς εργασίας με την οποία στενά συνδέεται το συνταξιοδοτικό. Την απλή λογική και τη δημοκρατική νομιμότητα θέλησε να αποκαταστήσει.
Ποιος είδε τον Θεό και δεν φοβήθηκε! Πρώτα τον πρόδωσε το κόμμα του, το ΠΑΣΟΚ, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τα εντόσθιά του, τι πραγματικά είναι βαθιά μέσα του. Ενα κόμμα που έκανε την εξουσία και τη νομή της αυτοσκοπό και δεν επιδιώκει (ούτε μπορεί να επιδιώξει) τη λύση των προβλημάτων. Απλώς τα διαχειρίζεται, συχνότατα διαχειρίζεται τον παραλογισμό τους, μέσα από ένα σύστημα πελατειακών κομματικών σχέσεων και ανάλογα με τις ανάγκες διατήρησης της εξουσίας. Δεν πρόκειται μόνο για το παρελθόν. Σήμερα, με το «νέο» και νικηφόρο ΠΑΣΟΚ παρατηρούμε τα ίδια φαινόμενα και την ίδια πολιτική.
Λυπάμαι που το γράφω, αλλά ο δεύτερος που εγκατέλειψε τον Τάσο Γιαννίτση ήταν ο πρωθυπουργός του, ο Κώστας Σημίτης, πιστεύοντας ενδεχομένως ότι έτσι θα διατηρούσε την κομματική και κυβερνητική εξουσία. Συνέβη ακριβώς το αντίθετο: αμαχητί έβαλε ο ίδιος τέλος στην πολιτική του καριέρα. Από τότε άρχισε ο κατήφορος του ίδιου και του ΠΑΣΟΚ…
Αλλά και το πιο σημαντικό. Δύο εκατομμύρια πολίτες σε όλη την Ελλάδα κατέβηκαν στους δρόμους για να υπερασπισθούν τον παραλογισμό και τις αδικίες που συσσώρευσε μέσα του το συνταξιοδοτικό σύστημα.
Σύμφωνοι. Τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς την κοινωνία. Μπορούμε όμως να αναρωτηθούμε προς τα πού βαδίζει αυτή η κοινωνία.
ΠΗΓΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΑΠΟΨΕΙΣ,
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ,
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
ΚΑΡΚΑΓΙΑΝΝΗΣ
Ο ορισμός του Λένιν
Tου Aντωνη KαρκαγιαννηΟ Βλαδίμηρος Ιλιτς Ουλιάνοφ, γνωστότερος με το ψευδώνυμο Λένιν, ήδη από τις αρχές του περασμένου αιώνα ξόδεψε άφθονη φαιά ουσία, ενέργεια και ρητορεία για να απαντήσει στο ερώτημα ποιος είναι «κομμουνιστής», ποιος θεωρείται από τους άλλους «κομμουνιστής».
Τελικά, κατέληξε σε μια απάντηση που στην απλοϊκότητα, την πρακτικότητα και την πονηριά μοιάζει με το «αυγό του Κολόμβου»: «Κομμουνιστής είναι το μέλος του κομμουνιστικού κόμματος».
Αυτή η απλοϊκή και σχεδόν ταυτολογική απάντηση επαναλαμβάνεται αναλλοίωτη σε όλες τις εκδόσεις της «Σοβιετικής Εγκυκλοπαίδειας», τον εγκυρότερο ερμηνευτή της σοβιετικής θεολογίας.
Επί δεκαετίες πίστευα ότι ο ορισμός αυτός ήταν περιττή ταυτολογία, σα να λες «ύδωρ είναι το ύδωρ της θαλάσσης». Χρειάσθηκε να έρθουν χρόνια διαφορετικά για να καταλάβω την αξία (την πολιτική αξία) του απλοϊκού ορισμού. Και χρειάσθηκε να ανακύψει το ερώτημα (θεμελιώδες, κατά τη γνώμη μου): «ποιοι θα εκλέξουν τον νέο πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας» για να ξαναθυμηθώ τον ορισμό του Λένιν.
Στα νιάτα μου πίστευα ότι κομμουνιστής είναι ένας ξεχωριστός άνθρωπος με πολλές αναφορές σε ηθικές, πνευματικές και κοινωνικές αξίες, οι οποίες τελικά τον προσδιορίζουν. Υποθέτω ότι αυτές τις αξίες τις σκεφτόταν και ο Λένιν γιατί στο συνολικό του έργο αναφέρεται σε αυτές. Αλλά όταν επρόκειτο να δώσει την πολιτική έννοια του κομμουνιστή περιορίσθηκε αποκλειστικά στη σχέση του με το κόμμα, χωρίς να αναφέρεται καν στις πεποιθήσεις και στα πιστεύω του κομμουνιστή, του αρκούσε ότι είναι μέλος του κομμουνιστικού κόμματος. Είναι φανερό ότι η προσοχή του απορροφιέται από μια πραγματικά νέα τότε πραγματικότητα, το οργανωμένο κόμμα. Το ήθελε μάλιστα επαναστατικό, πρωτοποριακό και προλεταριακό, όταν το προλεταριάτο αντιπροσώπευε μόλις το 4% του ρωσικού λαού. Στην αντίληψη του Λένιν το κόμμα είναι εξ ορισμού μειοψηφική «οργάνωση αφοσιωμένων εκλεκτών» και εχλεύαζε απροκάλυπτα ως ψεύτικα και υποκριτικά τα «δημοκρατικά ανοίγματα στον λαό».
Οι αντιλήψεις αυτές του Λένιν για το κόμμα και το μέλος δέχθηκαν σφοδρή κριτική. Το βέβαιο όμως είναι ότι μετά το 1974 τα λεγόμενα «αστικά» κόμματα στην Ελλάδα όταν αποφάσισαν να οργανωθούν, οργανώθηκαν κατά το πρότυπο των κομμουνιστικών κομμάτων. Τα αντέγραψαν, ακόμη και στα πιο αμφιλεγόμενα σημεία, όπως είναι ο «δημοκρατικός συγκεντρωτισμός». Δεν μπόρεσαν, δυστυχώς, να ανακαλύψουν τίποτα περισσότερο από τη δομή που τα κομμουνιστικά κόμματα εφάρμοζαν 70 χρόνια πριν.
Ετσι, η Ν. Δ. συγκαλούσε αντιπροσωπευτικά συνέδρια που καθόριζαν την πολιτική και εξέλεγαν τον «αρχηγό», εξέλεγαν Κεντρική Επιτροπή, περιφερειακές και κλαδικές οργανώσεις και διέθετε μέλη. Ολες οι διαδικασίες ξεκινούσαν από τα μέλη. Αυτά αποτελούν τη βάση. Το λεγόμενο «άνοιγμα στον λαό» είναι στην ουσία η ταύτιση του μέλους με τον «φίλο», τον «οπαδό» (συχνότατα περιστασιακά) και τελικά με τον ψηφοφόρο. Δεν είναι της ώρας να αναλύσουμε τη μάλλον τραγελαφική ταύτιση διαφορετικών ρόλων και λειτουργιών (μάλλον εκ του πονηρού κατά τη γνώμη μου). Μπορούμε όμως να αναρωτηθούμε κατά πόσο ανταποκρίνεται στο αίτημα «για περισσότερη δημοκρατία». Φοβάμαι ότι θα συνέβαινε το εντελώς αντίστροφο: Η διάλυση και η διάχυση μιας έστω ατελούς δημοκρατικής διαδικασίας θα κατέληγε σε αποχαλίνωση των μηχανισμών και του λαϊκισμού και στη διάλυση και τον κατακερματισμό του ίδιου του κόμματος.
Αυτή η απλοϊκή και σχεδόν ταυτολογική απάντηση επαναλαμβάνεται αναλλοίωτη σε όλες τις εκδόσεις της «Σοβιετικής Εγκυκλοπαίδειας», τον εγκυρότερο ερμηνευτή της σοβιετικής θεολογίας.
Επί δεκαετίες πίστευα ότι ο ορισμός αυτός ήταν περιττή ταυτολογία, σα να λες «ύδωρ είναι το ύδωρ της θαλάσσης». Χρειάσθηκε να έρθουν χρόνια διαφορετικά για να καταλάβω την αξία (την πολιτική αξία) του απλοϊκού ορισμού. Και χρειάσθηκε να ανακύψει το ερώτημα (θεμελιώδες, κατά τη γνώμη μου): «ποιοι θα εκλέξουν τον νέο πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας» για να ξαναθυμηθώ τον ορισμό του Λένιν.
Στα νιάτα μου πίστευα ότι κομμουνιστής είναι ένας ξεχωριστός άνθρωπος με πολλές αναφορές σε ηθικές, πνευματικές και κοινωνικές αξίες, οι οποίες τελικά τον προσδιορίζουν. Υποθέτω ότι αυτές τις αξίες τις σκεφτόταν και ο Λένιν γιατί στο συνολικό του έργο αναφέρεται σε αυτές. Αλλά όταν επρόκειτο να δώσει την πολιτική έννοια του κομμουνιστή περιορίσθηκε αποκλειστικά στη σχέση του με το κόμμα, χωρίς να αναφέρεται καν στις πεποιθήσεις και στα πιστεύω του κομμουνιστή, του αρκούσε ότι είναι μέλος του κομμουνιστικού κόμματος. Είναι φανερό ότι η προσοχή του απορροφιέται από μια πραγματικά νέα τότε πραγματικότητα, το οργανωμένο κόμμα. Το ήθελε μάλιστα επαναστατικό, πρωτοποριακό και προλεταριακό, όταν το προλεταριάτο αντιπροσώπευε μόλις το 4% του ρωσικού λαού. Στην αντίληψη του Λένιν το κόμμα είναι εξ ορισμού μειοψηφική «οργάνωση αφοσιωμένων εκλεκτών» και εχλεύαζε απροκάλυπτα ως ψεύτικα και υποκριτικά τα «δημοκρατικά ανοίγματα στον λαό».
Οι αντιλήψεις αυτές του Λένιν για το κόμμα και το μέλος δέχθηκαν σφοδρή κριτική. Το βέβαιο όμως είναι ότι μετά το 1974 τα λεγόμενα «αστικά» κόμματα στην Ελλάδα όταν αποφάσισαν να οργανωθούν, οργανώθηκαν κατά το πρότυπο των κομμουνιστικών κομμάτων. Τα αντέγραψαν, ακόμη και στα πιο αμφιλεγόμενα σημεία, όπως είναι ο «δημοκρατικός συγκεντρωτισμός». Δεν μπόρεσαν, δυστυχώς, να ανακαλύψουν τίποτα περισσότερο από τη δομή που τα κομμουνιστικά κόμματα εφάρμοζαν 70 χρόνια πριν.
Ετσι, η Ν. Δ. συγκαλούσε αντιπροσωπευτικά συνέδρια που καθόριζαν την πολιτική και εξέλεγαν τον «αρχηγό», εξέλεγαν Κεντρική Επιτροπή, περιφερειακές και κλαδικές οργανώσεις και διέθετε μέλη. Ολες οι διαδικασίες ξεκινούσαν από τα μέλη. Αυτά αποτελούν τη βάση. Το λεγόμενο «άνοιγμα στον λαό» είναι στην ουσία η ταύτιση του μέλους με τον «φίλο», τον «οπαδό» (συχνότατα περιστασιακά) και τελικά με τον ψηφοφόρο. Δεν είναι της ώρας να αναλύσουμε τη μάλλον τραγελαφική ταύτιση διαφορετικών ρόλων και λειτουργιών (μάλλον εκ του πονηρού κατά τη γνώμη μου). Μπορούμε όμως να αναρωτηθούμε κατά πόσο ανταποκρίνεται στο αίτημα «για περισσότερη δημοκρατία». Φοβάμαι ότι θα συνέβαινε το εντελώς αντίστροφο: Η διάλυση και η διάχυση μιας έστω ατελούς δημοκρατικής διαδικασίας θα κατέληγε σε αποχαλίνωση των μηχανισμών και του λαϊκισμού και στη διάλυση και τον κατακερματισμό του ίδιου του κόμματος.
ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΑΠΟΨΕΙΣ,
ΑΡΙΣΤΕΡΑ,
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
ΚΑΡΚΑΓΙΑΝΝΗΣ,
ΝΔ,
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Βοήθημα ή ελεημοσύνη ?
Tου Aντωνη KαρκαγιαννηΓια όλα τα πράγματα, για τα πλέον ασήμαντα και ταπεινά, υπάρχουν ωραία και μεγάλα λόγια. Μεγαλεπήβολα επιχειρηματικά σχέδια, για παράδειγμα, πλασάρονται με τον τίτλο «διπλή ανάπτυξη». Δεν κατάλαβα γιατί είναι διπλή. Επειδή σχεδιάζεται κάποια «ανάπτυξη» σε δύο σημεία της πόλης; Μα θα μπορούσαν να αναφερθούν εκατό άλλα σημεία, όπου επίσης σχεδιάζεται κάποια «ανάπτυξη». Ισως γιατί μεταξύ των δύο σημείων της «διπλής ανάπτυξης» παρεμβαίνει και κάποια ανταλλαγή περιουσιακών στοιχείων. Ο λόγος είναι πιο σοβαρός, αλλά όχι αρκετός. Ανταλλαγές περιουσιακών στοιχείων, όπως μας δίδαξε και η Μονή Βατοπεδίου διενεργούνται άπειρες, χωρίς να έχουμε οργανική σύνδεση του ενός σημείου με το άλλο.
Τώρα η κυβέρνηση, υπεφήφανη γιατί τηρεί τις προεκλογικές υποσχέσεις της, μοιράζει ως έκτακτο επίδομα μερικά χρήματα σε ομάδες πολιτών που πραγματικά έχουν ανάγκη. Δεν είναι και τόσο εύκολο να διαπιστώσεις ποια ομάδα έχει μεγαλύτερη ανάγκη από την άλλη. Ας δεχθούμε όμως ότι οι διακρίσεις αυτές είναι δεδομένες και αναμφισβήτητες. Αλλά καμιά αντίρρηση, να δοθεί αυτό το έκτακτο βοήθημα σε αυτούς που έχουν ανάγκη και μακάρι να ήταν μεγαλύτερο.
Μερικοί θυμήθηκαν τη λέξη «αλληλεγγύη» και άλλοι προσέθεσαν και το επίθετο «κοινωνική», αφήνοντας να υπονοηθεί ότι η «κοινωνική αλληλεγγύη» είναι ένας από τους κανόνες με τους οποίους λειτουργεί αυτή η κοινωνία. Διάβασα στις εφημερίδες και την πολύ ωραία φράση: «πρώτη φορά το κράτος μοιράζει λίγα στους πολλούς, ενώ μέχρι τώρα μοίραζε πολλά στους λίγους». Ολα αυτά και μερικά ακόμη επικυρώθηκαν από τον πρόεδρο του ΣΕΒ, ο οποίος μας διαβεβαίωσε ότι η επιχειρηματική τάξη συναισθάνεται τις ευθύνες της σε θέματα «κοινωνικής αλληλεγγύης».
Τώρα γιατί, αγαπητοί μου αναγνώστες, όλα αυτά τα ωραία μου φαίνονται ψεύτικα και υποκριτικά; Να δούμε πρώτα αν τα χρήματα αυτά, περίπου 400 ευρώ το άτομο κατά μέσο όρο, αποτελούν πραγματικά ουσιαστικό βοήθημα. Ο καθένας καταλαβαίνει ότι τα χρήματα αυτά δεν λύνουν κανένα πρόβλημα και θα διοχετευθούν αμέσως στην κατανάλωση, όχι στην περιττή, αλλά στην ελλείπουσα. Θα κινηθεί κάπως το μικρεμπόριο, αλλά δεν νομίζω ότι αποτελεί «επένδυση» υπέρ των φτωχών, ως αρχή έστω για τη λύση των προβλημάτων τους. Η άμεση και επείγουσα ανάγκη των «πολλών και των φτωχών» είναι η σταθερή απασχόληση (έστω και μερική) και ο σταθερός μισθός, ώστε με λίγα ή πολλά ο εργαζόμενος να μπορεί να οργανώσει τη ζωή του. Κάθε δαπάνη προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί πραγματικά επένδυση και αλληλεγγύη.
Αλλοι μίλησαν και για αναδιανομή του εθνικού εισοδήματος. Αναδιανομή του εισοδήματος δεν έχουμε με έκτακτα επιδόματα και έκτακτες εισφορές. Εχουμε μόνο με ένα δίκαιο, έγκυρο και αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα και με διάρθρωση των κρατικών δαπανών που να παρέχουν στους πολίτες ίσες ευκαιρίες στην κατανάλωση κοινωνικών αγαθών υψηλής ποιότητας, όπως είναι η παιδεία, η υγεία, η δημόσια ασφάλεια κ.ά. Τότε έχουμε πραγματική αναδιανομή του εθνικού πλούτου που ταυτόχρονα λειτουργεί και ως ισχυρό κίνητρο ανάπτυξης. Μήπως επειδή αυτά ζούμε ως προτεραιότητες όλα τα άλλα μας φαίνονται ψεύτικα και υποκριτικά;
ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΑΠΟΨΕΙΣ,
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
ΚΑΡΚΑΓΙΑΝΝΗΣ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ,
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
«Πράσινες» χωματερές
Δεν αφήνετε, αγαπητοί σύντροφοι, του ΠΑΣΟΚ, παλαιότεροι και νεόκοποι, τα πολλά και παχιά λόγια για την «πράσινη ανάπτυξη» και όλα τα άλλα «πράσινα άλογα» και να μας πείτε τι θα κάνετε με τα απορρίμματα και συγκεκριμένα τι θα κάνετε με τη σχεδιαζόμενη «χαβούζα» του Γραμματικού; Πριν σας πάρει ο κόσμος χαμπάρι και στο κυνηγητό, όπως έκανε με τους προκατόχους σας;
Και πάψετε να εκθέτετε την Αστυνομία, αναθέτοντας σ’ αυτήν να εγκαταστήσει τους εργολάβους και τα συμφέροντά τους εκεί ακριβώς (και πουθενά αλλού) όπου βρίσκεται το ψητό των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων. Και να συγκρούεται η Αστυνομία με τον κόσμο; Δεν φοβάστε αυτή την εικόνα;
Εμείς, όταν ακούμε «πράσινη ανάπτυξη», σκεφτόμαστε τα άμεσα και τα καίρια: τα σκουπίδια, την ενέργεια, την προστασία των δασών και του νερού, τις δημόσιες συγκοινωνίες, αυτά. Και παντού στον κόσμο αυτά εννοούν ως «πράσινη ανάπτυξη», τουλάχιστον σε μια αναγκαία κλίμακα προτεραιοτήτων. Αν εσείς σκέφτεστε και άλλα, καλά κάνετε, αλλά πείτε μας τουλάχιστον, καθαρά και χωρίς μισόλογα, τι θα κάνετε με τα απορρίμματα και τη διαχείρισή τους. Και συγκεκριμένα τι θα κάνετε με τη «χωματερή» του Γραμματικού, στα αποκαΐδια της μεγάλης πυρκαγιάς, όπου χθες εμφανίσθηκαν ισχυρές μονάδες των ΜΑΤ για να προστατεύσουν τα συμφέροντα των εργολάβων.
Θα μας πείτε ίσως να εφαρμοσθεί ο «νόμος» που επί των προηγουμένων ημερών σας ψηφίσθηκε. Και εμείς νομίζαμε ότι κάτι άλλαξε. Γνωρίζετε φυσικά, ότι εκείνος ο «νόμος» επί μια δεκαετία ταλαιπωρείται στο περιθώριο της συνταγματικότητας και μας ταλαιπωρεί. Ο χώρος που προβλέπει για τη «χωματερή» μέχρι πριν από μερικούς μήνες, ήταν πυκνή δασική έκταση. Τώρα είναι αποκαΐδια. Χρειάσθηκαν περίπου δέκα χρόνια και σατανικές μεθοδεύσεις (γι’ αυτό δεν θέλετε ανεξάρτητη Δικαιοσύνη) για να περάσει ο «νόμος» και ακόμα δεν εξαντλήθηκαν οι εκκρεμότητές του.
Αλλά ας αφήσουμε τον «νόμο». Εσείς, εκτός από τη χωματερή (επί το ευγενέστερον ΧΥΤΑ), δεν σκέφτεστε άλλον τρόπο και άλλη μέθοδο διαχείρισης των απορριμμάτων που να είναι φιλική στο περιβάλλον και προαπαντός να μην αφήνει πίσω της την εκρηκτική αδικία ότι μερικοί «μη προνομιούχοι» είναι εσαεί καταδικασμένοι να δέχονται τα σκουπίδια των «προνομιούχων»;
Εμείς, όταν ακούμε «πράσινη ανάπτυξη», σκεφτόμαστε τα άμεσα και τα καίρια: τα σκουπίδια, την ενέργεια, την προστασία των δασών και του νερού, τις δημόσιες συγκοινωνίες, αυτά. Και παντού στον κόσμο αυτά εννοούν ως «πράσινη ανάπτυξη», τουλάχιστον σε μια αναγκαία κλίμακα προτεραιοτήτων. Αν εσείς σκέφτεστε και άλλα, καλά κάνετε, αλλά πείτε μας τουλάχιστον, καθαρά και χωρίς μισόλογα, τι θα κάνετε με τα απορρίμματα και τη διαχείρισή τους. Και συγκεκριμένα τι θα κάνετε με τη «χωματερή» του Γραμματικού, στα αποκαΐδια της μεγάλης πυρκαγιάς, όπου χθες εμφανίσθηκαν ισχυρές μονάδες των ΜΑΤ για να προστατεύσουν τα συμφέροντα των εργολάβων.
Θα μας πείτε ίσως να εφαρμοσθεί ο «νόμος» που επί των προηγουμένων ημερών σας ψηφίσθηκε. Και εμείς νομίζαμε ότι κάτι άλλαξε. Γνωρίζετε φυσικά, ότι εκείνος ο «νόμος» επί μια δεκαετία ταλαιπωρείται στο περιθώριο της συνταγματικότητας και μας ταλαιπωρεί. Ο χώρος που προβλέπει για τη «χωματερή» μέχρι πριν από μερικούς μήνες, ήταν πυκνή δασική έκταση. Τώρα είναι αποκαΐδια. Χρειάσθηκαν περίπου δέκα χρόνια και σατανικές μεθοδεύσεις (γι’ αυτό δεν θέλετε ανεξάρτητη Δικαιοσύνη) για να περάσει ο «νόμος» και ακόμα δεν εξαντλήθηκαν οι εκκρεμότητές του.
Αλλά ας αφήσουμε τον «νόμο». Εσείς, εκτός από τη χωματερή (επί το ευγενέστερον ΧΥΤΑ), δεν σκέφτεστε άλλον τρόπο και άλλη μέθοδο διαχείρισης των απορριμμάτων που να είναι φιλική στο περιβάλλον και προαπαντός να μην αφήνει πίσω της την εκρηκτική αδικία ότι μερικοί «μη προνομιούχοι» είναι εσαεί καταδικασμένοι να δέχονται τα σκουπίδια των «προνομιούχων»;
Αν δεν σκέφτεστε τίποτα άλλο εκτός από τη «χωματερή», δεν υπάρχει λόγος να φλυαρείτε για την «πράσινη ανάπτυξη». Φτάνουν και περισσεύουν τα «πράσινα» ΜΑΤ.
Πέρασαν σχεδόν δέκα χρόνια και ο κόσμος, ιδιαίτερα η Ευρώπη, έκανε άλματα και στη διαχείριση των απορριμμάτων. Δεν θα ανακαλύψουμε την πυρίτιδα. Μεθόδους θα υιοθετήσουμε.
Πέρασαν σχεδόν δέκα χρόνια και ο κόσμος, ιδιαίτερα η Ευρώπη, έκανε άλματα και στη διαχείριση των απορριμμάτων. Δεν θα ανακαλύψουμε την πυρίτιδα. Μεθόδους θα υιοθετήσουμε.
Ο κόσμος δείχνει εμπιστοσύνη στον Γιώργο Παπανδρέου, εδώ που τα λέμε για την ώρα δεν υπάρχει και άλλος. Θα ήταν ένα νεύμα ότι αποδέχεται το βάρος της εμπιστοσύνης και ταυτόχρονα ένα δείγμα, ελάχιστο έστω, ότι κάτι αλλάζει σε σχέση με ένα βεβαρημένο παρελθόν, αν με εντολή του σταματούσαν όλες οι διαδικασίες για το άνοιγμα χωματερής στο Γραμματικό. Εστω από σεβασμό στο καμένο δάσος...
ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΑΠΟΨΕΙΣ,
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
ΚΑΡΚΑΓΙΑΝΝΗΣ,
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ,
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
«Καταλήψεις»
Tου Aντωνη KαρκαγιαννηΤριάντα - σαράντα «επαναστατημένοι νέοι» λένε οι ειδήσεις, «έκαναν κατάληψη» της πρυτανείας του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Δεν τους αδικώ. «Επαναστατημένοι νέοι» υπήρχαν πάντοτε, με τη δική τους αντίληψη για την «επανάσταση», τη δική τους «επαναστατημένη» συμπεριφορά και τη δική τους «επαναστατική» μόδα, που τώρα την αποκαλούν style.
Βασικό στοιχείο της «επαναστατημένης μόδας» είναι η κουκούλα και αιτία ή αφορμή της «κατάληψης» ήταν ακριβώς η σύλληψη άλλων νεαρών που έφεραν κουκούλα. Διότι πρόσφατος νόμος κήρυξε την κουκούλα «αδίκημα» που τιμωρείται με πολυετή φυλάκιση. Ηλίθιος αυτός ο νόμος, όπως και πολλοί άλλοι. Ομως νόμος που αγωνίζεσαι να τον καταργήσεις ή να τον αλλάξεις αλλά, μέχρι να το πετύχεις, τον σέβεσαι.
Στις δημοκρατίες, όπου τα πάντα περνούν από τη δοκιμασία της λαϊκής ψήφου και της ελεύθερης κριτικής, ο σεβασμός στους νόμους είναι καίριος και ουσιαστικός όρος του «κοινωνικού συμβολαίου» που, παρά τις αντιθέσεις μας, μας επιτρέπει να συμβιώνουμε. Διαφορετικά η «επανάσταση» παίρνει την ελεεινή μορφή με την οποία ο Θερβάντες τόσο εύστοχα μάς περιγράφει όλους εκείνους τους δυστυχισμένους που για κάποιο λόγο έχασαν την επαφή τους με την πραγματικότητα και έστησαν το ανάστημά τους στο κέντρο ενός φανταστικού ή πεθαμένου σύμπαντος. Το υπαινίχθηκε προχθές ο Λεωνίδας Κύρκος που και αυτός, πριν από πολλά χρόνια ήταν ένας επαναστατημένος νέος.
Το πρόβλημά μας δεν είναι οι «επαναστατημένοι νέοι» που κάθε τόσο «κάνουν κατάληψη» σχολείων και πανεπιστημίων. Πρόβλημά μας είναι οι σοβαρές ή σοβαροφανείς πρυτανείες, που ιδιαίτερα στα ζητήματα που σχετίζονται με το άτομό τους, την ανάδειξή τους και τα συμφέροντά τους κάθε άλλο παρά «επαναστατημένοι» είναι. Και δεν μιλάω για τις ιδέες τους, αν έχουν.
Οι πρυτανείες υπάρχουν και μάλιστα αναδεικνύονται με καθολική ψηφοφορία για να φροντίζουν και να επιβλέπουν την ομαλή και αποδοτική λειτουργία των πανεπιστημίων. Αν πράγματι αυτός είναι ο σκοπός τους (δεν τολμώ να διανοηθώ άλλον σκοπό) τότε η κατάληψη δημοσίου κτιρίου και η παρεμπόδιση δημόσιας υπηρεσίας είναι πράξη παράνομη και η πρυτανεία οφείλει να καλέσει τον εισαγγελέα.
Δεν πιστεύω ότι ο εισαγγελέας και τα όργανά του, ασκώντας κρατική βία, μπορούν να λύσουν όλα τα προβλήματα. Ισως δεν μπορούν να λύσουν κανένα. Ομως εκεί που έχουν φτάσει τα πράγματα η παρέμβαση του εισαγγελέα, των πρυτανειών και των πολιτών είναι απαραίτητη, όχι τόσο ως πράξη, αλλά ως δημόσια, κατηγορηματική και ανυποχώρητη διακήρυξη, ότι οι καταλήψεις δημοσίων κτιρίων και η παρεμπόδιση δημοσίων υπηρεσιών δεν είναι μόνο πράξεις παράνομες, αλλά κυρίως αυθαίρετες, ανήθικες και αντικοινωνικές.
Το πρόβλημά μας δεν είναι οι «επαναστατημένοι νέοι» που κάθε τόσο «κάνουν κατάληψη» σχολείων και πανεπιστημίων. Πρόβλημά μας είναι οι σοβαρές ή σοβαροφανείς πρυτανείες, που ιδιαίτερα στα ζητήματα που σχετίζονται με το άτομό τους, την ανάδειξή τους και τα συμφέροντά τους κάθε άλλο παρά «επαναστατημένοι» είναι. Και δεν μιλάω για τις ιδέες τους, αν έχουν.
Οι πρυτανείες υπάρχουν και μάλιστα αναδεικνύονται με καθολική ψηφοφορία για να φροντίζουν και να επιβλέπουν την ομαλή και αποδοτική λειτουργία των πανεπιστημίων. Αν πράγματι αυτός είναι ο σκοπός τους (δεν τολμώ να διανοηθώ άλλον σκοπό) τότε η κατάληψη δημοσίου κτιρίου και η παρεμπόδιση δημόσιας υπηρεσίας είναι πράξη παράνομη και η πρυτανεία οφείλει να καλέσει τον εισαγγελέα.
Δεν πιστεύω ότι ο εισαγγελέας και τα όργανά του, ασκώντας κρατική βία, μπορούν να λύσουν όλα τα προβλήματα. Ισως δεν μπορούν να λύσουν κανένα. Ομως εκεί που έχουν φτάσει τα πράγματα η παρέμβαση του εισαγγελέα, των πρυτανειών και των πολιτών είναι απαραίτητη, όχι τόσο ως πράξη, αλλά ως δημόσια, κατηγορηματική και ανυποχώρητη διακήρυξη, ότι οι καταλήψεις δημοσίων κτιρίων και η παρεμπόδιση δημοσίων υπηρεσιών δεν είναι μόνο πράξεις παράνομες, αλλά κυρίως αυθαίρετες, ανήθικες και αντικοινωνικές.
Είναι στην ουσία τους άσκηση φασιστικής βίας από ετερόκλητες οργανωμένες (τρομάρα τους!) μειοψηφίες σε βάρος του συνόλου. Από αυτήν την άποψη η υπεράσπιση της δημοκρατικής νομιμότητας με όλα τα νόμιμα μέσα έχει σημασία. Και είναι υπόθεση όλων των πολιτών και όλων των πρυτάνεων και των πρυτανειών. Και προπαντός όλων των κυβερνήσεων, «προοδευτικών» και μη.
ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΑΠΟΨΕΙΣ,
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
ΚΑΡΚΑΓΙΑΝΝΗΣ,
ΠΑΙΔΕΙΑ
Κριτήρια επιλογής
Παλαιότερα ο πολίτης που φιλοδοξούσε να είναι υποψήφιος βουλευτής, μέσα από το ψηφοδέλτιο ενός κόμματος ή ανεξάρτητος, έπρεπε να συγκεντρώνει ορισμένα χαρακτηριστικά. Η περίπτωση του ανεξαρτήτου, λόγω εκλογικού νόμου, έχει εκλείψει προ πολλού και μάλλον άφησε κάποιο κενό στις ευκαιρίες έκφρασης και συμμετοχής. Απέμεινε το ψηφοδέλτιο των κομμάτων η σύνθεση του οποίου, όπως ξέρετε, βρίσκεται στην απόλυτη δικαιοδοσία του «αρχηγού» ή ακόμη χειρότερα των κομματικών μηχανισμών.
Εμείς οι υπόλοιποι που δεν συμμετέχουμε κατά κανένα τρόπο στις διαδικασίες επιλογής των υποψηφίων, πιστεύουμε καλόπιστα, αν όχι αφελώς, ότι οι κομματικοί εκλέκτορες επιλέγουν τους υποψηφίους με κάποια κριτήρια λίγο πολύ σταθερά. Για παράδειγμα, να έχει κάνει κάποιες σπουδές, να έχει κάποια πορεία στην υποστήριξη των ιδεών του (αν έχει ιδέες), να ασκεί επιτυχώς κάποιο επάγγελμα, να έχει την εκτίμηση και τον σεβασμό του κοινωνικού περιβάλλοντός του και φυσικά να είναι σταθερός και αφοσιωμένος στο κόμμα, στο οποίο πρόσκειται, επειδή αυτό έχει να κάνει με τις πεποιθήσεις του και με τις ιδέες του. Υπάρχουν και πολλά ακόμη, αλλά ας περιοριστούμε σε αυτά, τα οποία, στοιχειωδώς τουλάχιστον, θα μπορούσαν να εγγυηθούν την πολιτική του υπόσταση.
Eδώ και αρκετά χρόνια παρατηρούμε ότι αυτά τα κριτήρια επιλογής των υποψηφίων, άλλα έχουν υποχωρήσει και άλλα έχουν παντελώς εγκαταληφθεί. Για να μη με κατηγορήσετε καθυστερημένο και άνθρωπο άλλης εποχής, που ασφαλώς είμαι, αλλά θέλω να αφαιρέσω αυτό το τετριμμένο επιχείρημα, σας βεβαιώνω ότι απλές παρατηρήσεις επιχειρώ, χωρίς αξιολογήσεις.
Για παράδειγμα: οι Ελληνίδες που ήταν υποψήφιες στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις και αρκετές με θαυμαστή ευκολία κατόρθωσαν να εισέλθουν στο Κοινοβούλιο, ήταν όμορφες, αρκετά πάνω από τον μέσο όρο. Μερικές είναι καλλονές. Η ομορφιά βέβαια είναι πάντοτε το ένα το κρατούμενο και το πρώτο. Διερωτώμαι όμως ο αφελής: έχει κάποια άμεση σχέση με την πολιτική; Και μπορεί να αποτελέσει πολιτικό κριτήριο επιλογής;
Φαίνεται ότι μπορεί. Οχι μόνο για την επιλογή υποψηφίου, αλλά και για την άγρα ψήφων. Ολα τα κόμματα ψαρεύουν όμορφες γυναίκες, ή πρώην όμορφες, με εναπομείναντα όμως σημάδια ομορφιάς, από τον κινηματογράφο, το θέατρο, από τα σίριαλ της τηλεόρασης, από τις «πασαρέλες» των επιδείξεων, ενδεχομένως και από τις παραλίες σε μέρες αυγουστιάτικου καύσωνος. Βέβαια, ο λόγος παρόμοιων επιλογών δεν είναι αυτή καθαυτή η ομορφιά. Αλλά η «αναγνωρισιμότητα» ότι οι ψηφοφόροι αναγνωρίζουν εύκολα ένα πρόσωπο της τηλεόρασης, του κινηματογράφου ή του θεάτρου. Στο χάος των εκλογικών μας περιφερειών η ομορφιά που συνδυάζεται με την «αναγνωρισιμότητα» αναδεικνύεται σε προσόν αποτελεσματικής ψηφοθηρίας.
Ολα αυτά τα καταλαβαίνω. Εκείνο που εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω είναι τι σχέση μπορούν να έχουν με την πολιτική. Οπωσδήποτε, όμως, πιστεύω ότι οι ψηφοφόροι προτιμούν ένα ψηφοδέλτιο με όμορφες γυναίκες από ένα ψηφοδέλτιο με απομάχους της πολιτικής ή με γκρίζους εκπροσώπους της κομματικής γραφειοκρατίας...
ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΑΠΟΨΕΙΣ,
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
ΚΑΡΚΑΓΙΑΝΝΗΣ,
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



