"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ : Το «ωραίο παιχνίδι» στη δοκιμιακή γραφή

 

https://www.tovima.gr/wp-content/uploads/2026/06/10/Nees_Epoxes_2-1-1024x683.jpg 

 

Γράφει ο Δημήτρης Κόκορης

Καθηγητής Νεοελληνικής Γραμματείας στη Φιλοσοφική Σχολή (Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής) του ΑΠΘ, συγγραφέας του βιβλίου «Αθλημα ή αθλιότης; Το ποδόσφαιρο και η φιλοσοφία του στη νεοελληνική λογοτεχνία του εικοστού αιώνα» (εκδ. Πεδίο, 2024).

 

Τα ποδοσφαιρικά χρονικά χτίζονται με βιωματική ύλη (είτε φανερά είτε υπογείως, όλα τα κείμενα από βιωματική ύλη χτίζονται, αλλά αυτό το θέμα δεν θα συζητηθεί εδώ). Εκπέμπουν υψηλή συναισθηματική θερμοκρασία και ελκύουν τους ποδοσφαιρόφιλους αναγνώστες, με δεδομένο ότι «τα κοσμοϊστορικά γεγονότα» που εξιστορούν δεν είναι πόλεμοι, εκστρατείες, λοιμοί, λιμοί και θεομηνίες, αλλά κατορθώματα μεγάλων ποδοσφαιριστών, διοργανώσεις Παγκοσμίου Κυπέλλου, μείζονος σημασίας τελικοί και γενικά μεγάλου ενδιαφέροντος ποδοσφαιρικές συναντήσεις.

Οι φοβερές αλλοιώσεις της φύσης του ποδοσφαίρου, που εμφανίζονται ή και γιγαντώνονται σαν προεκτάσεις και συνέπειες του αθλήματος (τυφλή βία, χουλιγκανισμός, άδικη και σπαρακτική απώλεια ανθρωπίνων ζωών, δωροδοκίες, εμπορευματοποίηση και στοιχηματισμός στα όρια του παροξυσμού, κάθε είδους ανήθικες και απάνθρωπες συμπεριφορές) αποτελούν πεδίο μελέτης της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας και, οπωσδήποτε, δεν συμμετέχουν στον σχηματισμό του πυρήνα της φιλοσοφίας του ποδοσφαίρου, παρότι εν μέρει αποτυπώνονται και σε αρνητικά προς το ποδόσφαιρο λογοτεχνικά κείμενα.

Ποιήματα, μυθιστορήματα, διηγήματα και θεατρικά έργα για το ποδόσφαιρο υπάρχουν πολλά και καλά. Ωστόσο, ίσως τον υψηλότερο βαθμό απόλαυσης στον ποδοσφαιρόφιλο αναγνώστη παρέχουν ορισμένες δοκιμιακές καταθέσεις. Το δοκίμιο ως εκ της ελλόγως αρχιτεκτονημένης δόμησής του (βασική θέση, συλλογιστική πορεία, επιχειρήματα) πρωτευόντως προκαλεί διανοητική διέγερση και δευτερευόντως συναισθηματική ανάταση.

Εδώ, όμως, μιλάμε για στοχαστικό δοκίμιο, συνοδευμένο από τον χτύπο της καρδιάς και νοτισμένο από την υγρασία της ψυχικής έντασης. Υφολογικώς ξηρά δοκίμια για το ποδόσφαιρο, αρθρωμένα με την αυστηρή γλώσσα της πραγματείας βεβαίως και υπάρχουν, αλλά βρίσκονται στην πολύ μακρινή περιφέρεια της λογοτεχνικής ποδοσφαιρικής έκφρασης. Σε ορισμένα σημεία τους εφάπτονται της φιλοσοφίας του ποδοσφαίρου, θεωρώντας κατά κανόνα το ποδόσφαιρο αντιπνευματικό και αρνητικό κοινωνικό φαινόμενο.

Τιμούμε ουσιαστικά τους σπουδαίους διανοητές, όταν σταχυολογούμε και κρίνουμε και τις αστοχίες τους (όποιος παλεύει και προσφέρει είναι αδύνατον να αποφύγει τα λάθη), χωρίς να τους αγιογραφούμε, υμνολογώντας τους. Με κάθε ειλικρίνεια, υποκλινόμαστε στις φιλοσοφικές παρεμβάσεις των μειζόνων εκπροσώπων της Σχολής της Φραγκφούρτης και το ίδιο ισχύει για τη συνεισφορά του Λουί Αλτουσέρ και των μαθητών του, που συνέπηξαν ως ρεύμα σκέψης μία Σχολή, τιτλοφορημένη με το επώνυμο του γάλλου φιλοσόφου.

Οι περισσότεροι από αυτούς και, βεβαίως, οι όχι λίγοι εν Ελλάδι θιασώτες τους, θεώρησαν το ποδόσφαιρο πιστό αντίγραφο της καπιταλιστικής κοινωνίας (Σχολή της Φραγκφούρτης), καθώς και εκμαυλιστικό των ανθρωπιστικών αξιών ιδεολογικό εργαλείο του αστικού κράτους (Σχολή Αλτουσέρ). Επειδή δεν τους άρεσε το ποδόσφαιρο, το αντίκρισαν αφ’ υψηλού και εκ του μακρόθεν, χωρίς μέθεξη και αγάπη, εστιάζοντας το βλέμμα σε ορισμένες κοινωνικές επιπτώσεις του. Είχαν δίκιο σε ορισμένες διαπιστώσεις τους, αλλά η ματιά τους παρέμεινε ελλιπής και αποσπασματική, χωρίς εμβάθυνση στον εσώτερο φλοιό του αθλήματος.

Το ποδόσφαιρο έχει και μια εσωτερική φιλοσοφία (ορισμένοι τη θεωρούν και εκπαιδευτικής φύσεως ή και στόχευσης), ριζωμένη στο παιγνιωδώς συνεργάζεσθαι για τη νίκη του συλλόγου, στο εν συγκρούσει αλλά και εν σεβασμώ συνυπάρχειν με τον αντίπαλο, στο ψυχαγωγείσθαι, στο εν ελευθερία πράττειν, τηρώντας όμως τους κανόνες· φιλοσοφία, που απέδωσαν και σε δοκιμιακά κείμενά τους, παγκόσμιας εμβέλειας συγγραφείς (Αλμπέρ Καμί, Εντουάρντο Γκαλεάνο κ.ά.).

Το καλύτερο ελληνόγλωσσο δοκίμιο για το ποδόσφαιρο γράφτηκε από τον …

Μανόλη Αναγνωστάκη, «τον πρύτανη των ελλήνων ποδοσφαιρολόγων», όπως έχει αποκληθεί από τον Νάσο Βαγενά.

Δεν υπολείπεται σε συναισθηματική θέρμη η δοκιμιακή για το ποδόσφαιρο έκφραση των δύο αντιπρυτάνεων, δηλαδή του Νάσου Βαγενά και του Γιώργου Μαρκόπουλου.

Επειδή και οι τρεις είναι σπουδαίοι ποιητές (η υψηλή θέση του Αναγνωστάκη στον λογοτεχνικό κανόνα είναι ήδη παγιωμένη και των Βαγενά και Μαρκόπουλου με ευστάθεια εδώ και καιρό εδραιώνεται), δεδομένης και της αθεράπευτης ποδοσφαιροφιλίας τους, ενέδυσαν και την ποδοσφαιρική δοκιμιογραφία τους με λόγο ποιητικό, εικονοπλαστικά διεγερτικό και συγκινησιακά παλλόμενο, με αποτέλεσμα...

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: Αλλοτινά Χριστούγεννα με τους «άγιους των γραμμάτων»

 
Γεωπόνος Τ.Ε / Χημικός-Οινολόγος M.Sc.

Τα Χριστούγεννα η χαρμόσυνη αυτή εορτή πριν τη δύση του έτους αναστέλλει για λίγο τη ροή του χρόνου και μας μεταφέρει στο παρελθόν, στην παιδική μας ηλικία, τη μεγάλη δεξαμενή των αφηγήσεων, των εικόνων και του χρόνου, ενός κόσμου που τον αναδημιουργούμε στα μέτρα των επιθυμιών μας. 

 Άλλωστε τα Χριστούγεννα γιορτάζουμε την έλευση του Θείου Βρέφους που θα σώσει τον κόσμο. Μέσα από την ανάμνηση της προσδοκίας ανακτούμε τη χαμένη μας παιδικότητα, δηλαδή βιώνουμε ξανά τις προγενέστερες εμπειρίες μας προβάλλοντας την εικόνα μας στο παρελθόν.  

Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, οι αφηγήσεις αρχίζουν και τελειώνουν εκεί που μοιάζει να παγώνει ο χρόνος. Όταν ο χρόνος σταματά, οι αφηγήσεις πολλαπλασιάζονται και προεκτείνονται. Τότε πυκνώνει η ατμόσφαιρα, η ζωή αποκτά το τελετουργικό νόημα του ανεπανάληπτου με τα γνωρίσματα της μυθοπλασίας, ενώ όλες σχεδόν οι πράξεις της καθημερινότητας ερμηνεύονται συμβολικά.

Αμέσως έρχονται στο νου μας λογοτέχνες που με την στιβαρή τους πένα απέδωσαν στο χαρτί την ζεστή και γεμάτη θαλπωρή αυτή εορτή με τόσο γλαφυρό τρόπο διερμηνεύοντας το ακατάληπτο αυτό χαρμόσυνο γεγονός της ενανθρωπήσεως του Θεού και Λόγου . 

Τα σκήπτρα βέβαια κρατούν ισχυρά χρόνια τώρα ογκόλιθοι του πνεύματος όπως ο «άγιος των νεοελληνικών γραμμάτων» Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο κορυφαίος Ρώσος ομότεχνος του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι.

Κάθε χρόνο τέτοιες ημέρες διαβάζονται "Το Χριστόψωμο", "Η Σταχομαζώχτρα", "Στο Χριστό στο Κάστρο", "Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη" και άλλα χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Κυρ Αλέξανδρου. Κύρια χριστουγεννιάτικα έργα του Ντοστογιέφσκι είναι "Το χριστουγεννιάτικο δέντρο", "Για τη γιορτή του", "Το παιδί στο χριστουγεννιάτικο δέντρο του Χριστού", "Το παιδί με το απλωμένο χέρι".

Ο Παπαδιαμάντης μέσα από την Πίστη του στην Ορθοδοξία και την αγάπη του προς την Πατρίδα του, την Ελλάδα, μίλησε απλά και κατ' ευθείαν στην καρδιά του λαού μας. Ήταν βέβαιος ότι οι πολέμιοι του Χριστού θα υπάρχουν πάντοτε, αλλά και θα απέρχονται, ενώ ο γεννημένος στη Φάτνη της Βηθλεέμ Χριστός θα βασιλεύει πάντα.

Ο Παπαδιαμάντης δεν αναγνωρίστηκε από όλους τους συγχρόνους του, κυρίως από ηθικιστές χριστιανούς και από συγγραφείς των σαλονιών. 

Ο Παπαδιαμάντης αντιμετωπίστηκε κατά βάσιν ιδεοληπτικά και λιγότερο αξιολογικά από την επίσημη κριτική, λογοτεχνική και φιλολογική, λόγω της θρησκευτικής του πίστης στην ορθοδοξία, του αντιδυτικού του αισθήματος και της γλώσσας του έργου του.

Εκτός από τους ιδεολογικά αντιθέτους του Παπαδιαμάντη υπήρξαν αυτοί που τον εκτίμησαν χωρίς να αντιληφθούν πλήρως ή παραθεωρώντας  την ορθόδοξη πνευματικότητά του. 

Η άποψη που επικράτησε για τον Παπαδιαμάντη ήταν η εικόνα ενός απλοϊκού χωρικού ασκητή, περιπλανημένου μέσα στην πρωτεύουσα, χωρίς σχεδόν κανένα άλλο συναίσθημα εκτός από την θρησκευτική του πίστη και τη νοσταλγία του νησιού του. Όμως η αλήθεια είναι διαφορετική, πρόκειται για έναν γνήσιο στοχαστή με απέραντη ευρωπαϊκή μόρφωση, πρωτοπόρο της εποχής του (μετέφρασε το "Έγκλημα και τιμωρία" του Ντοστογιέφσκι στα 1889, τον καιρό που ο ρώσος λογοτέχνης ήταν σχεδόν άγνωστος στη Δύση), εξαιρετικά ανήσυχο, τυραννισμένο ακατάπαυστα από τις αντιφατικές αξιώσεις της ψυχής του, προικισμένο με την πιο λεπτή ευαισθησία και περιέργως ιδιόρρυθμο.

Στο σταυροδρόμι της υψηλής διανόησης τα πνεύματα των δυο γιγάντων της παγκόσμιας και κλασσικής πλέον λογοτεχνίας συναντώνται.  

Τώρα ο λόγος για τον μεγάλο ρώσο συγγραφέα. 

Στην πρώτη επαφή, νομίζεις πως βρίσκεσαι μπροστά σε ένα συγγραφέα και άξαφνα ανακαλύπτεις το άπειρο. Όταν εισχωρήσεις μέσα στο σύμπαν του Ντοστογιέφσκι, ανακαλύπτεις ένα τοπίο προκατακλυσμιαίο, έναν κόσμο μυστηριακό, πρωτόγονο και παρθενικό. Πίσω από κάθε τάση του έργου του, πίσω από κάθε ήρωα, βασιλεύει η αιώνια νύχτα και το αιώνιο φως και αυτό γιατί ο προορισμός του και η μοίρα του είναι αξεδιάλυτα δεμένα με όλα τα μυστήρια του είναι. Ο κόσμος του κινείται ανάμεσα στον θάνατο και την τρέλα, στο όνειρο και στην απτή πραγματικότητα.

Το κύριο  ενδιαφέρον του Ντοστογιέφσκι επικεντρώνεται στα αισθήματα και τις σκέψεις του ατόμου. Αναπτύσσει αριστοτεχνικά τον λογοτεχνικό μύθο, την πλοκή των έργων του, η οποία χρησιμεύει, μέσα από τα γεγονότα που περιγράφει, ως μία βαθιά διείσδυση στα πολύπλοκα ψυχολογικά και φιλοσοφικά ζητήματα, στο βαθύτερο είναι της ανθρώπινης ύπαρξης.

Εάν δεν υπάρχει Θεός και μεταφυσική ελπίδα, χωρίς την αθανασία της ψυχής, ο άνθρωπος  είναι αδύναμος, απελπισμένος, αναγκασμένος να αντιμετωπίσει μόνος του, χωρίς πνευματική βοήθεια, τα προσωπικά του αδιέξοδα και την άβυσσο της ψυχής του. Βασική του θέση αποτελεί ότι υπάρχει ένας αιώνιος και ακατάλυτος θεϊκός και ηθικός νόμος, που η παράβασή του οδηγεί στην τιμωρία.

Ο Ντοστογιέφσκι ζει μέσα στην πνευματικότητα της Ορθοδοξίας και έχει ακλόνητη την πεποίθηση ότι η ομορφιά και η αρμονία της Ορθοδοξίας μπορεί να σώσει την Ρωσία και τον κόσμο ολόκληρο, από την τυραννία του σύγχρονου ορθολογιστικού τρόπου ζωής που διέπει τις σύγχρονες κοινωνίες.  

Ο Ντοστογιέφσκι πιστεύει ακράδαντα σχεδόν μεσσιανικά θα λέγαμε ότι...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΗΦΗΝΟ-ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Προχειρότητα

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

 Τα γραπτά της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας καταστρέφονται μετά το πέρας των Πανελλαδικών Εξετάσεων.  

Με εντυπωσιάζει η ειλικρίνεια των εξεταστών. Παραδέχονται πως οι απαντήσεις των υποψηφίων αξίζουν μόνο για να τις βαθμολογήσουν. Ορισμένοι φιλόλογοι υποστηρίζουν ότι πρέπει να ψηφιοποιούνται, γιατί αποτελούν πολύτιμο υλικό για την αξιολόγηση των υποψηφίων –πέρα από τη βαθμολογία–, αλλά, θα προσέθετα εγώ, και της σοβαρότητας της εξέτασης. Επεσαν στα χέρια μου τα φετινά θέματα. Προτείνονται προς εξέταση τρία κείμενα, τα δύο λογοτεχνικά, το άλλο αλιευμένο από το Διαδίκτυο. Ξεκινώ από το ποίημα του Κωστή Παλαμά «Το ταξίδι».

Οι εξεταστές δεν μπήκαν καν στον κόπο να παραθέσουν μια σοβαρή βιβλιογραφική αναφορά για το έργο του ποιητή. Αναφέρουν κάποιον τόμο με τίτλο τα «100 καλύτερα ελληνικά ποιήματα», μια γενική ανθολογία δηλαδή. Και καλά, πες ότι δεν είχαν χρόνο να ψάξουν, είχαν δουλειές οι άνθρωποι. Ομως ο ιός της προχειρότητας είναι ύπουλος.
«Δεν θα ‘χα περίσσια λαχτάρα σαν τώρα, Αγάπη, από σε να χαθώ». Ετσι κλείνει το ποίημα. Μόνο που στο κείμενο της εξέτασης το κεφαλαίο της Αγάπης που την προσωποποιεί γίνεται πεζό. Και έτσι καταρρέει όλο το οικοδόμημα. 

Το ποίημα του Παλαμά περιγράφει ένα εσωτερικό ταξίδι που αναζητά τη λύτρωση από την αγάπη του για κάποιο πρόσωπο. Καμία αναφορά σε αυτό, κοινώς στην λογοτεχνική του αξία. Το βάζουν στο ίδιο ερμηνευτικό επίπεδο με τα άλλα δύο που αναφέρονται σε πραγματικά ταξίδια. Οταν λέμε ότι η διδασκαλία της λογοτεχνίας στη μέση εκπαίδευση είναι απαξιωτική, άρα ισοπεδωτική, κάτι τέτοιο εννοούμε.

Μεγάλο θέμα το ταξίδι. Χωράει πολλά, από την Οδύσσεια μέχρι τους τουριστικούς οδηγούς και τα διαφημιστικά φυλλάδια των ταξιδιωτικών γραφείων. 

Κάπως έτσι είναι το κυρίως κείμενο της εξέτασης, που αλίευσαν οι εξεταστές από το Διαδίκτυο και υπερασπίζεται τα ταξίδια ως μέσο ψυχολογικής θεραπείας από τα βάρη της σύγχρονης ζωής. «Είναι μια ευκαιρία για φυγή από την, πολλές φορές, πληκτική και αγχογόνο πραγματικότητα, αλλά και ένας τρόπος για μια καλύτερη γνωριμία με τον ίδιο σου τον εαυτό και τα “θέλω” του». Κι αφού απαντάει με στερεότυπες απαντήσεις αντάξιες του προβληματισμού του κειμένου, ο δόλιος υποψήφιος πέφτει σε απόσπασμα από ταξίδι του Καζαντζάκη στην Ανω Αίγυπτο.  

Ποία η σχέση του με το προηγούμενο; 

Καμία. Και βέβαια ο εξεταστής δεν κάνει τον κόπο να ζητήσει από τον υποψήφιο τη διάκριση ανάμεσα στη γραφή ενός μεγάλου λογοτέχνη και κάποιας «φιλοσόφου» του Διαδικτύου. Και μετά απορούμε γιατί οι Ελληνες μαθητές υστερούν στην κατανόηση κειμένου.  

Προχειρότητα;  

Φοβάμαι πως ναι. Ας βάλουμε κάτι μοντέρνο επειδή κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο, ας προσθέσουμε και κάτι κλασικό, όπως ο Παλαμάς, κι όποιος αντέξει. 

Η νοημοσύνη μας...

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: Αγορές κλπ.

(Ενα χριστουγεννιάτικο διήγημα από το 1965)


Ζωντάνεψαν πάλι οι δρόμοι. Οι βιτρίνες γεμάτες απομιμήσεις ουρανού, αποσπάσματα ουρανού: Αστράκια, αγγελάκια, Μεσσίες, άστρον λαμπρόν, κι' ανάμεσα σ' αυτά πολλή γη: Ελκηθρα, μάγοι, χιόνια, ποιμένες, δέντρα, δώρα, και πάλι μάγοι. Και πολλοί άνθρωποι, που τριγυρνάνε για να αγοράσουν τα χριστουγεννιάτικα δώρα τους, για τους ίδιους ή για τους άλλους. Πολύ χαρούμενοι οι άνθρωποι που ψωνίζουν. Λες και κάποιος τους είπε πως μπορούν να τ' αγοράσουν όλα, μα όλα ανεξαιρέτως. Ακόμα κι' αυτά που δεν υπάρχουν.  
 
Και που βέβαια, - είναι, ομολογώ, και για μένα άξιον απορίας,- πώς, αφού δεν υπάρχουν, πώς, από πού έγιναν και γίνονται τα ομοιώματά τους, τα όνειρα; 
 
Δεν ξέρω, είπα. Είναι και για μένα άξιον απορίας.

Ετσι λοιπόν. Πως μπορούν να τ' αγοράσουν όλα, σα να τους είπε κάποιος κι' αυτοί να το πίστεψαν. Τόσο χαρούμενοι. 
 
Αφού κι' εγώ, που κάθομαι τώρα και κάνω τη σπουδαία, δηλαδή την κατασταλαγμένη, φαίνεται πως έχω παρασυρθεί.
 
Καθώς ελέγχω τα πράγματα που έχω σημειώσει στο μυαλό μου ν' αγοράσω, διαβάζω: Κολόνιες, αναπτήρες, ένα ευρύχωρο καινούργιο χέρι, κεριά χρωματιστά, καμπάνες, έναν ερχομό, κούκλες, βιβλία, μια λήθη, χαρτοπετσέτες, ένα καταφύγιο, δίσκους με τραγούδια ή ποιήματα, μια ηρεμία, ένα άλμπουμ για φωτογραφίες, έναν υπάκουο χρόνο, ένα τραινάκι, μια άλλη χώρα, ένα άλλο τραινάκι, βροχή για το χριστουγεννιάτικο δέντρο, μια αληθινή βροχή να ξεπλύνει όσα έφταιξαν, κι' αν έφταιξα μόνο εγώ ας ξεπλύνει εμένα.

Τρελές αγορές. Κλείνω τον κατάλογο. Και βαδίζω προσεκτικά μην πέσει κάτω και σπάσει τίποτε απ' αυτά τα ευκτέα.
 
Ο καιρός, έτσι μουντός που είναι, μ' αρέσει από τη μια, και από την άλλη με γεμίζει τύψεις. Δεν ξέρω καλά να τον περιγράψω. Μα έχω διαρκώς την εντύπωση πως τριγυρνάει και κάνει ένα έργο ποιήσεως. Εγώ τον αποφεύγω. Δεν έχω τίποτα να του πω. Ούτε ένα στίχο. Και όμως υπάρχουν τόσα ποιήματα. Ολόκληρα θαυμάσια ποιήματα. Που κάποιος θα τα γράψει.

Αποφεύγω τον καιρό. Κι' ενώ τον αποφεύγω, βγάζω ένα καθρεφτάκι και ρίχνω μέσα το πρόσωπό μου. Χαζεύω με το πώς επιπλέουν οι φθορές κόντρα στο νόμο της βαρύτητος. Το κρύβω γρήγορα-γρήγορα, πάω να πιω έναν καφέ.
 
Διαβάζω το ωροσκόπιό μου: Προσπαθήστε να έλθετε σ' επαφή με άνθρωπο του Ταύρου...

Κάθομαι τώρα και σπάζω το κεφάλι μου να βρω ποιος άραγε από τους ανθρώπους που γνωρίζω ανήκει σ' αυτό το σωτήρα αστερισμό.  
 
Μα εγκαταλείπω γρήγορα την προσπάθεια. Και αν το βρω, πώς «να έλθω σ' επαφή»;
 
Ανοίγω τον κατάλογο των αγορών μου και προσθέτω: 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: Μια τρύπα στην καρδιά

 

Χριστουγεννιάτικο παραμύθι, της Κάλλιας Παπαδάκη
 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδί σαράντα ετών κι είχε γυναίκα και δικά του, μικρά παιδιά, ένα κορίτσι κι ένα αγόρι.  

Είχε όμως αποκτήσει μια τρύπα στην καρδιά που με τα χρόνια μεγάλωνε και από πέρυσι τον χειμώνα όλο και βάθαινε. Oλα ξεκίνησαν με το τσίμπημα μιας βελονιάς, η γυναίκα του έπλεκε· δουλειά, υπομονή, οικονομίες, εκείνος ξέπλεκε· ρίσκα, τρεξίματα, αγωνίες.  

Αυτά σκεφτόταν καρφιτσώνοντας στο τζάκι τη μάλλινη, κόκκινη κάλτσα του Aη Βασίλη με τα γράμματα των παιδιών που είχαν πέσει στο πάτωμα. Κοιτούσε τα χέρια του και δεν τ’ αναγνώριζε, μόνο τα έργα του σε σπίτι και δουλειά κι εκείνα ήταν λειψά. Aλλα δεν άρχισαν κι άλλα δεν τέλειωσαν, έμεναν μισά όπως κι εκείνος.

Eκανε κρύο σήμερα, είχε βάλει αέρα και παρότι η θάλασσα ήταν μακριά, την άκουγε μανιασμένη να ξεσπά στα τοιχώματα από το τζάκι. Μάζεψε τις χτεσινές στάχτες με το φαράσι και το σκουπάκι κι ετοίμασε τα ξύλα και το προσάναμμα για τη φωτιά. Τα δώρα των παιδιών τα είχε αγοράσει από προχθές, περίμεναν στοιβαγμένα υπομονετικά στην αποθήκη, μόλις σκοτείνιαζε θα τα έβγαζε από την κρυψώνα τους. Eνα τηλεκατευθυνόμενο πυροσβεστικό αμάξι για τον μικρό, φόρεμα για τη μικρή που είχε μεγαλώσει κι είχε βάλει σκοπό να μοιάσει στη γιαγιά της και να τον ξεπεράσει στο ύψος. 

Eνιωσε μια τσιμπιά στα αριστερά, η τρύπα μεγάλωνε ή μήπως βάθαινε; 

Oταν έφυγε η μητέρα του, αργά και βασανιστικά από καρκίνο, τα είχε βάλει με τον εαυτό του, ότι δεν έκανε ό,τι μπορούσε, ό,τι περνούσε από το χέρι του, εκεί που δεν υπήρχε ψήγμα ελπίδας είχε εναποθέσει όλες τις ελπίδες του, διαψεύστηκε. Από τότε, έρχονταν συχνά και τον αντάμωναν οι μαύρες σκέψεις, τον δοκίμαζαν, βυθομετρούσαν την ψυχή του. Oμως, τις απόδιωχνε, όπως και τον κότσυφα που τον έπαιρνε στο κατόπι και τον συντρόφευε από τότε που πέθανε ο πατέρας του, στα μαστορέματα και στις εργασίες του κήπου. Δεν άντεχε το τραγούδι του. Του έλεγε πράγματα που δεν ήθελε να ακούσει, του ζητιάνευε ψίχουλα στοργής κι αγάπης που δεν είχε να τα δώσει.

Aναψε τη φωτιά κι έμεινε να κοιτάζει τις φλόγες που φούντωναν σιγά σιγά και κατάπιναν τα κούτσουρα λαίμαργα. Hρθε η γυναίκα του και στάθηκε στο πλευρό του. Είχε βάλει το κρέας με τις πατάτες στον φούρνο, από στιγμή σε στιγμή θα ερχόταν η αδελφή της, μαζί με τον άνδρα της κι αργότερα η μάνα της. Σε λίγο θα βράδιαζε και το σπίτι θα γέμιζε με κόσμο. Τα παιδιά τους είχαν βγει με την παρέα τους για τα κάλαντα, θα πήγαινε η ίδια να τα πάρει, ίσα που προλάβαινε να φέρει τα δώρα από την αποθήκη. 

Γύρισε να τη δει και τότε πρόσεξε την πανάδα στο μάγουλό της. Hταν μικρή και καλοσχηματισμένη, χρωμάτιζε το λευκό της πρόσωπο, της ταίριαζε σαν να υπήρχε από πάντα, όπως σ’ αυτόν εκείνη η τρύπα που έχασκε ανοιχτή και τον τυραννούσε με σκέψεις που έμοιαζαν με δίνες τα βράδια που δεν τον έπιανε ο ύπνος και γύριζε το κορμί να σκάψει το στρώμα. Aδειασε το σπίτι, έφυγε η γυναίκα του να φέρει τα παιδιά κι έμεινε μετέωρος σε εκείνο το μεσοδιάστημα που οι νεκροί συναντούν τους ζωντανούς και οι γραμμές αχνές στη φύση επαναπροσδιορίζουν τις ζωές των ανθρώπων και τα περιγράμματα. Aκουσε τον αναθεματισμένο κότσυφα που ράμφιζε τις σκέψεις του, τάισε τη φωτιά με δυο κούτσουρα κι έφερε από την αποθήκη τα δώρα και τ’ ακούμπησε κάτω από το πλαστικό χριστουγεννιάτικο δέντρο. Στη γυναίκα του είχε πάρει ένα ρολόι που μετρούσε και κατέγραφε τα βήματά της, τις ανάσες της και τους παλμούς της, για τον ίδιο ένα μαγικό φακό που ανίχνευε το σκοτάδι κι άναβε από μόνος του σαν πυρκαγιά που καίει τα ξερά.

Η εξώπορτα άνοιξε και ήρθαν τρέχοντας ο γιος και η κόρη του, ακολούθησε η γυναίκα του που γελούσε με τα καμώματά τους και πριν κλείσει καλά καλά η πόρτα μπήκαν η αδελφή της γυναίκας του με τον άνδρα της. Κρατούσαν στα χέρια τους μελομακάρονα. Eκανε ότι ασχολείται με το τζάκι, όσο τα παιδιά του ζύγιζαν τα δώρα και εκλιπαρούσαν να τ’ ανοίξουν μια ώρα αρχύτερα, όσο η κουνιάδα του μιλούσε για την κακοκαιρία που τους ζύγωνε. Ο σύζυγός της στάθηκε από πάνω του και σχολίασε ότι το τζάκι κάπνιζε ελαφρά, σημάδι κακής κατασκευής ή χαμηλής καμινάδας. Μια τρομερή ριπή αέρα τράνταξε τα τζάμια κι έκανε τη στέγη να τρίξει δυσοίωνα. Ο βοριάς δυνάμωνε, έριξε κι άλλα κούτσουρα στη φωτιά, κι είπε στη γυναίκα του σιγά σιγά ν’ αρχίσει να στρώνει, είχε για τα καλά νυχτώσει, κι εκείνη την ώρα χτύπησε το κουδούνι· ήταν όλοι τους εδώ, μα η καρδιά του λιποψύχησε.

Aρχισαν να τρώνε, κι όσο τα χρωματιστά λαμπιόνια του δέντρου αντανακλούσαν στα σκοτεινά παράθυρα, θυμήθηκε κάποια Χριστούγεννα που είχε ξενυχτήσει περιμένοντας το δώρο του να έρθει, είχε ζητήσει ένα γκέιμ μπόι από τον Aη Βασίλη, αλλά ποτέ δεν ήρθε, η μητέρα του τού είπε ότι κάποια δώρα χάνονται στη διαδρομή κι ο πατέρας του τον πήρε αγκαλιά και του μίλησε για το Διάστημα, υπάρχουν δώρα που κάνουν ατελείωτους κύκλους, γίνονται δορυφόροι μιας ζωής, όλο κάνεις να τα πιάσεις κι όλο σου ξεφεύγουν, κι όμως κινούνται παράλληλα με σένα, εκεί οι μονάδες μέτρησης είναι σχετικές όπως αμέτρητο είναι και το σκοτάδι.  

Στο σκούρο τζάμι είδε το πρόσωπό του και του έκανε εντύπωση πώς ένα παιδί σαράντα ετών είχε τόσες βαθιές ρυτίδες στο μέτωπο, όργωνε τον χρόνο με τις σκέψεις του και ο χρόνος τού είχε ανταποδώσει τη σπουδή του να μεγαλώσει τόσο γρήγορα· του είχε επιτρέψει να παραμείνει παιδί στην ψυχή.

Ο ήχος από τα μαχαιροπίρουνα έπαψε κι ήρθε η ώρα του γλυκού, τα παιδιά όρμησαν στο δέντρο, ήταν η ώρα της συγκομιδής, έσκισαν το περιτύλιγμα και μια ριπή ανέμου εγκλωβίστηκε στο τζάκι, στροβιλίστηκε με τον καπνό και αναθέρμανε τη θράκα από τα κούτσουρα, και τότε είδε μέσα από το συνονθύλευμα τον πατέρα του, είχε χάσει λίγα κιλά και τρεις πόντους ύψος, αλλά βαστούσε, τα μάτια του λαμπύριζαν όπως η φωτιά, κι είχε ένα χαμόγελο πλατύ στα χείλια του που είχαν λεπτύνει κι άλλο από τότε που ξύρισε το μουστάκι, του έκανε εντύπωση ότι φορούσε ακόμα το καλό του κουστούμι, έμοιαζε άθικτο κι εκείνος θνητός ακόμα και στην αθανασία, και στο χέρι του κρατούσε το αστρικό του δώρο από την παιδική του ηλικία, του το έτεινε, κι εκείνος το πήρε, σκούπισε το χώμα και τις στάχτες από το περιτύλιγμα κι έγινε πέντε χρόνων και πάλι, όσο η σειρήνα του πυροσβεστικού πάλευε με τις φανταστικές φλόγες κι όσο η μικρή δοκίμαζε όλο νάζι το μάλλινο φόρεμά της.

«Λάμπρο;» μια φωνή τον γύρεψε στο τώρα, το τζάκι κάπνιζε κι ένα φτερούγισμα πλαγιοκοπούσε τα τοιχώματα, αγκομαχούσε να λευτερωθεί από τους καπνούς και τις αναθυμιάσεις, ο Λάμπρος ένιωσε ένα εγκάρσιο ράμμα να τον τραβά στην καρδιά, καθώς έτρεξε να δει. 

Ο κότσυφας πετάχτηκε καιόμενος μέσα από την καμινάδα, άρχισε να φτεροκοπά μέσα από τη στάχτη και τη φωτιά μες στο σαλόνι· ήταν η φοβισμένη, φλεγόμενη ψυχή του γιου που...

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: H Σαπφώ Νοταρά διαβάζει το χριστουγεννιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη "Ο έρωτας στα χιόνια"

10/12/ΧΧΧΧ - ΗΜΕΡΑ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΒΡΑΒΕΙΩΝ ΝΟΜΠΕΛ: Νομπελ Λογοτεχνίας 2023 παίρνει ο Νορβηγός Jon Fosse (Γιον Φόσε) «για τα καινοτόμα θεατρικά έργα και την πεζογραφία του που δίνουν φωνή στο ανείπωτο»

Ο Fosse γεννήθηκε το 1959 στο Haugesund στη δυτική ακτή της Νορβηγίας. Το τεράστιο έργο του, γραμμένο στα νεονορβηγικά (νινόρσκ) και καλύπτοντας ποικίλα είδη, περιλαμβάνει πληθώρα θεατρικών έργων, μυθιστορημάτων, ποιητικών συλλογών, δοκιμίων, παιδικών βιβλίων και μεταφράσεων.

Ο φετινός βραβευμένος λογοτέχνης Jon Fosse γράφει μυθιστορήματα σε μεγάλο βαθμό σε ένα στιλ που έγινε γνωστό ως «Μινιμαλισμός Fosse». 

Σπούδασε συγκριτική λογοτεχνία και δίδαξε στην Ακαδημία Δημιουργικής Γραφής στο Hordaland. Ενώ σήμερα είναι ένας από τους πιο πολυπαιγμένους θεατρικούς συγγραφείς στον κόσμο, αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο και για την πεζογραφία του. Το πρώτο του μυθιστόρημά «Raudt, svart» το 1983 («Κόκκινο, μαύρο») τόσο επαναστατικό όσο και συναισθηματικά ωμό, θίγει το θέμα της αυτοκτονίας και, από πολλές απόψεις, δίνει τον τόνο για το μετέπειτα έργο του.

Μετά το πρώτο του μυθιστόρημα ακολούθησε πλήθος άλλων μυθιστορημάτων, ποιητικών συλλογών, δοκιμίων και παιδικών βιβλίων. Το 1994 έγραψε το πρώτο του θεατρικό έργο «Και δε θα χωρίσουμε ποτέ», που ανέβηκε στην Εθνική Σκηνή του Bergen. Ακολούθησαν τα «Κάποιος θα έρθει», «Το παιδί», «Το όνομα», για το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Ίψεν, «Η νύχτα τραγουδά τα τραγούδια της», «Όνειρο φθινοπώρου», «Μια μέρα καλοκαιριού», «Παραλλαγές θανάτου», «Χειμώνας», «Τόσο όμορφα», «Κορίτσι στον καναπέ» και πολλά άλλα. Τον Αύγουστο του 2000 τού απονεμήθηκε το Θεατρικό Βραβείο του Βορρά και τον Δεκέμβριο του 2003 χρίστηκε Ιππότης της Γαλλικής Λεγεώνας της Τιμής.  

Το μινιμαλιστικό και υπερ-νατουραλιστικό ύφος του Φόσε...

 

ΠΑΣΧΑ : Εξοχική Λαμπρή - Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

 

ΠΑΣΧΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: “Ο πεθαμένος και η Ανάσταση”

 

Νίκος Γαβριήλ Παντζίκης (1908 -1993)

(...) “Απορώ με τ’ ανθρώπινο σχήμα που το συνηθίζουμε και μας φαίνεται σταθερό. Ερωτώ, τι λογής είναι το κεφάλι, τα χέρια, το κορμί; Η όρθια στάση τι μπορεί να σημαίνει; Τι μπορώ να πω; Ποια μαρτυρία να δώσω; 

Καμιά ισχυρή μαρτυρία δεν βρίσκω. Πού χρειάζεται να προχωρήσω; Σε ποιο βάθος πρέπει να κατέβω; Να συλλάβω τ’ αληθινό νόημα, να βρω τη βάση, την εξήγηση που εγώ στέκουμαι όρθιος ενώ με ειδοποιεί για το μέλλον ο άλλος πλαγιασμένος παντοτινά.  

Είμαι υποχρεωμένος να κλείσω τα μάτια μου και να δω με τη μνήμη. Για ν’ ανακαλύψω το σχήμα που έσβησε σταθερότερα, πρέπει να περιορίσω τις ανάγκες μου, να μείνω φτωχό περισσότερο με τη δίψα παρά με το νερό που πίνεται στη βρύση. Σκύφτω μέσα στο λάκκο που τον έχουν κάψει βαθύ.  

Πού ‘ναι ο θεμέλιος λίθος; 

Πού υψώνεται, η πολύεδρη οικοδομή, η ευρύτερη από το χώρο, η ακατάλυτη από τον χρόνο; 

 Διακρίνω μόνο πλήθος ποικίλες αναγκαίες απόψεις. Σκέφτουμαι. Συλλογιέμαι τον τρόπο που θα φύγω από τον καθημερινό δρόμο.  

Πώς θα καθαριστώ από το ιδιωτικό μου συμφέρον που με βρωμίζει; 

Πώς θα μπορέσω να δεχτώ τα λόγια που ξεπερνούν τις διαστάσεις από κάθε κτίσμα;  

Ράντισέ με ουρανέ με ύσωπο για να καθαριστώ, να πλυθώ, ν’ ασπρίσω περισσότερο από το χιόνι. Σκυμμένος απάνω στο μνήμα των δικών μου, γυρεύω παρήγορο χαιρετισμό.  

Πού να ‘βρω το ουρανόχρωμο του ερχομού της άνοιξης λουλούδι; Πώς να περπατήσω στο περιβόλι που αποδρά κάθε θλίψη και στεναγμός;  

Σαν παιδί ακουμπώ στο σταυρό που ‘ναι η μαρτυρία του πατέρα μου, τρομάζοντας την έλλειψη κάθε υλικής παρουσίας.

Τα δάκρυα της περισσότερης δυστυχίας καίνε το μαντίλι που σφουγγίζοντας το κάθιδρο πρόσωπό του αποτύπωσε τη φυσιογνωμία του, Πώς θα μπορέσω να πιστέψω την απ’ τον τάφο ανάσταση του Χριστού;  

Δεν μπορώ να καταλάβω τη βεβαιότητα μιας αναμονής της ενδόξου ανάστασης, την ώρα που το σώμα κρέμεται από το ξύλο σταυρωμένο, καταστρέφοντας κάθε υπόσχεση χαράς.  

Πώς μπορώ να εννοήσω ότι ο θάνατος είναι η συνέχεια που μας συμπληρώνει, ενώ βλέπω όρθιο τον παπά πάνω στον τάφο, να ρίχνει με το φκυάρι το πρώτο χώμα που θα κρύψει το πρόσωπο;  

Βροντούν τα σβολάρια του χώματος κατρακυλώντας ανακατωμένα με το κρασί που αδειάσαν , σχηματίζοντας λάσπη που λερώνει τ’ άσπρο βαμβάκι, που ‘ναι στρουμωγμένο στο στόμα.  

“Χριστός Ανέστη”, ακούω ξανά εγώ ο άπιστος δούλος, ο αρνητής.  

“Χριστός Ανέστη” την ώρα που βλέπω όλη τη ζωή μου, και την ξανακερδίζω με τη μνήμη.  

“Χριστός Ανέστη”, η φωνή των αιώνων επιμένει και...

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΙΣΤΙΚΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Γυφαριό και νεοταξικά λογοτεχνικά προβλήματα...

● Ο φονιάς με το αυτοκίνητο που μαυρόντυσε μια οικογένεια στην Παλαιοχώρα Ημαθίας, που σκότωσε 15χρονο κορίτσι, τραυμάτισε βαρύτατα την 37χρονη μητέρα και την 11χρονη αδερφή της είναι, λένε, Ρομά.

● Κι αν τον αποκαλέσουν, δηλαδή, γύφτο, θα ενοχληθεί; Ποιο σημείο της συνείδησής του θα θιχτεί;

● Ποιος επέβαλε την αθλιότητα της διαγραφής της λέξης «γύφτος» από τον δημόσιο λόγο και τι ήταν αυτό που έκανε και τους πολλούς και τους λίγους να τον υπακούσουν;

● Με τη διαγραφή του γύφτου από το λεξιλόγιο ήδη αντιμετωπίζουμε σημαντικά λογοτεχνικά προβλήματα:

● Πρώτα και κύρια έχουμε τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου», μια ποιητική σύνθεση του Κωστή Παλαμά (1859-1943). Πώς θα έπρεπε να μετονομαστεί το έργο προς το… αντιρατσιστικότερο; «Δωδεκάλογος του Ρομά» θα ήταν καλή λύση; Μήπως τον Δωδεκάλογο να το κάνουμε 11λογο για να μην παραπέμπει ο αριθμός στους θεούς του Ολύμπου και τους 12 Αποστόλους και κατηγορείται ο Παλαμάς επί ρατσισμώ, προγονοπληξία και εθνικισμώ;

● Ακολουθεί ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911) με το ιστορικό μυθιστόρημα «Η Γυφτοπούλα». Ο σεμνός ποιητής είναι ήδη σεσημασμένος και υπό αυστηρή παρακολούθηση από την αστυνομία σκέψεως διότι είναι γνωστές οι χριστιανικές και οι φιλοσοφικές πεποιθήσεις του. Να μετονομαστεί άραγε το μυθιστόρημα ή να το κάψομεν;

● Επίσης, πρέπει να σημειώσουμε ότι στο μεγαλεπήβολο, επικό δημιούργημά του «Αθανάσης Διάκος» ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879) γράφει (στο «Ασμα Τέταρτον, Αποκάλυψις»):

● «Μες στο σκοτάδι το βαθύ χιλιόχρονο ρουπάκι
φοβέριζε τον ουρανό με τ’ αγριομάνητό του.
[…]
Στη μαύρη την κουφάλα του εμόνιαζε ένας γύφτος,
γέροντας, κακοτράχαλος, βουβός, φωτοκαμένος,
ανάθρεμμα της ευλογιάς, της λώβας στερνοπαίδι».


● Σημαντικό τεκμήριο στο κατηγορητήριο που βαραίνει τους Ελληνες λογοτέχνες είναι το αφήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού (1849-1896) «Το αμάρτημα της μητρός μου». Ενας γύφτος σκαρώνει μοιρολόι για τον θάνατο του πατέρα του μικρού Γιωργή: «Τὸ μοιρολόγιον τοῦτο ἐσύνθεσεν ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ πατρὸς μου, κατὰ παραγγελίαν αὐτῆς, ἡλιοκαὴς ρακένδυτος γύφτος, γνωστὸς εἰς τὰ περίχωρὰ μας διὰ τὴν δεξιότητα εἰς τὸ στιχουργεῖν αὐτοσχεδίως».

● Μαζί με τη λέξη «γύφτος» ας διαγράψουμε και...

 

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΗΛΙΘΙΟΙ - ΔΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Αυτό είναι το σούργελο της Νέας Τάξης στο οποίο δίνουν φέτος το Νόμπελ Λογοτεχνίας! Καμαρώστε...

 

Της Gabrielle Cluzel / Boulevard Voltaire


Είναι η Annie Ernaux πραγματικά “MeToo”; 

Στο βιβλίο της Τα χρόνια (Gallimard, 2008), σχεδιασμένο ως μια σειρά στιγμιότυπων από την παιδική της ηλικία κατά τη μεταπολεμική περίοδο, η Annie Ernaux ειρωνεύεται τη μοίρα ενός 12χρονου κοριτσιού, που δολοφονήθηκε από το γείτονά του επειδή αρνήθηκε να υποκύψει στις ορέξεις του. Και χωρίς να εκφράζει αποτροπιασμό γι’αυτή την τρομερή γυναικοκτονία σε φόντο σεξουαλικής επίθεσης, το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας βεβαιώνει ότι τα μικρά κορίτσια γύρω της «κρυφογελούσαν με [την] ιστορία» εκείνης που «προτίμησε να πεθάνει παρά να συνευρεθεί με ένα αγόρι, αυτό που τόσο λαχταρούσαν να έχουν το δικαίωμα να κάνουν» (sic). 

 


Για την Annie Ernaux, λοιπόν, τα μικρά κορίτσια ονειρεύονται να δεχτούν σεξουαλική επίθεση και «χλευάζουν» αυτά που πεθαίνουν επειδή δεν συναίνεσαν…

Το κοριτσάκι είναι η Mαρία Γκορέττι, μια Ιταλίδα αγία, την οποία οι μοναχές ανέφεραν ως παράδειγμα στις οικοτρόφους τους. Και στην Annie Ernaux δεν αρέσει τίποτα περισσότερο από το να δυσφημεί τις μοναχές. Διότι, αν η συγγραφέας τηλεφώνησε, το 2019, σε ένα ζωντανό φόρουμ που δημοσιεύθηκε στη Liberation, για να δείξει αλληλεγγύη προς ορισμένες βιασθείσες ευσεβείς γυναίκες, οι καθολικές καλόγριες δεν βρήκαν ευκαιρία να την ευχαριστήσουν.

Ωστόσο, χάρη στο οικοτροφείο του Αρχαγγέλου Μιχαήλ του Yvetot, όπου ήταν μαθήτρια, και στην αδελφότητα της Ιερής Καρδιάς του Ernemont, όπου και δίδαξε, η Annie Ernaux μπόρεσε να εμπλουτίσει τα λογοτεχνικά της χαρίσματα και να αναδειχθεί. Απόδειξη ότι οι μοναχές δεν δούλευαν για την αλλοτρίωση των νεαρών κοριτσιών. Και, πολύ πριν το #MeToo, αυτές οι καλόγριες πρόβαλαν ως μάρτυρα της σεξουαλικής βίας και της σκληρής γυναικοκτονίας τη Mαρία Γκορέττι. Βιαιότητες που η Annie Ernaud αποδραματοποιεί χλευάζοντας τες μέσα από παρεμβαλλόμενους χαρακτήρες, στο βιβλίο της.

Περιέργως, καμία από τις φεμινίστριές μας δεν προσβλήθηκε απ’ αυτό. 

Είναι πιθανό καμμιά τους να μην έχει διαβάσει Annie Ernaux. Δύσκολο, όμως, να το ξεφύγεις: οι καθηγητές τη λατρεύουν. Εμφανίζεται επίσης, φέτος, μέχρι και στο πρόγραμμα της Eκόλ Nορμάλ Σουπεριέρ, σε ισότιμη βάση με την… Madame de Sévigné. Είναι επίσης πιθανό (ας είμαστε ειλικρινείς) να μην έχουν ακούσει ποτέ για τη Μαρία Γκορέττι – αφού δεν είναι πολύ ευσεβείς ενορίτισες.

Η Annie Ernaux, γνωστή για την αποκρουστική ωμότητα των οικείων περιγραφών της, είναι εμβληματική της γενιάς της. Αυτή που ζητούσε την απελευθέρωση των ηθών, μια σεξουαλική λευκή επιταγή, όπως ερμηνεύτηκε από τον Ντομινίκ Στρως-Καν και τους επιγόνους του, όπου όλες οι γυναίκες – ας είμαστε ευγενικοί – έχουν γραμμένο στο μετωπό τους «κανένας φραγμός»… Η σεξουαλική απελευθέρωση έχει ευτελίσει την πράξη, απoρρύθμισε τις ερωτικές σχέσεις, συνθλίβει τα ενδιάμεσα στάδια: τους αθώους περιπάτους, τις αγνές δηλώσεις αγάπης, τους αρραβώνες… Όπως όλα τα προκαταρκτικά συμβόλαια και οι χρόνοι προβληματισμού πριν την υπογραφή, αυτά είχαν σκοπό να προστατεύσουν τους πιο αδύναμους (σωματικά). Nα πούμε ότι σήμερα, την εποχή του #MeToo, εφαρμογές αφιερωμένες στην αμοιβαία συναίνεση (Yes to Sex, We-Consent, Το Sexwithyou… και άλλα τέτοια ρομαντικά υποβλητικά ονόματα) γνωρίζουν πραγματική επιτυχία μεταξύ των φοιτητών στις ΗΠΑ! Μπορούν επιτέλους να πουν ναι, ξεκάθαρα και επίσημα, αφού το σκεφτούν. Κοντά στην επινόηση του γάμου. Αυτός ο μισητός από την αριστερά γάμος, η οποία, σήμερα, χύνει κροκοδείλια δάκρυα για το χυμένο γάλα.

Εν τω μεταξύ, σε ένα βιβλίο που εξήρε η κριτική, το οποίο κέρδισε το βραβείο Marguerite-Duras, το βραβείο François-Mauriac της περιοχής Ακιταίν, το Βραβείο Γαλλικής Γλώσσας και το Ευρωπαϊκό Βραβείο Strega*, το τελευταίο βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Τα Πόκεμον της λογοτεχνίας και η στίξη της ποίησης

 

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Μα αυτό σημαίνει ότι οι μαθητές θα πρέπει να διαβάζουν». Αυτήν την αποστομωτική απάντηση πήρε ο εκπαιδευτικός κ. Γιώργος Γιώτης από συνάδελφό του. Ηταν πριν από 25 έτη συναπτά και η απάντηση αφορούσε πρότασή του για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας. Πρόταση τερατώδης φαίνεται για τα δεδομένα της ελληνικής εκπαίδευσης: είναι καλύτερο να επιτρέψεις στον μαθητή να «βουτήξει» σε ένα ολόκληρο λογοτεχνικό κείμενο για όλη τη χρονιά παρά να περιπλανιέται από απόσπασμα σε απόσπασμα.  

Οπως μου γράφει ο κ. Γιώτης στην επιστολή που μου έστειλε με αφορμή τη σειρά των άρθρων μου για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στη μέση εκπαίδευση, όταν άκουσε την απάντηση του συναδέλφου του, σκέφτηκε ότι «αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να διαβάζουν και οι καθηγητές».  

Αυτά πριν από είκοσι πέντε χρόνια. Εκτοτε, τίποτε δεν έχει αλλάξει.

Η επιστολή του κ. Γιώτη έχει ενδιαφέρον διότι θίγει, εκ των «έσω», με την πείρα του εκπαιδευτικού όσα με απασχόλησαν, και συνεχίζουν να με απασχολούν, για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας. Αυτήν που θεωρώ απαραίτητη, αναγκαία συνθήκη, για τη διαμόρφωση της σκέψης. «Δεν νοείται δημοκρατικός συγκροτημένος ισορροπημένος πολίτης χωρίς λογοτεχνική παιδεία». Αναρωτιέται, δε, πώς είναι δυνατόν το δικό μας εκπαιδευτικό σύστημα να δημιουργεί απέχθεια και για τη νέα και για την αρχαία γραμματεία. 

Οσο για την πρότασή μου περί κατάργησης της διδασκαλίας της λογοτεχνίας –που ορισμένοι φιλόλογοι την πήραν κατά γράμμα ίνα επιβεβαιώσουν την αδυναμία κατανόησης των κειμένων που οι ίδιοι υποτίθεται διδάσκουν– ο κ. Γιώτης δίνει την πιο αποστομωτική απάντηση: «Δεν υπάρχει θέμα κατάργησης της λογοτεχνίας, γιατί πολύ απλά δεν διδάσκεται η λογοτεχνία. Το μάθημα λέγεται κείμενα ελληνικής λογοτεχνίας».

Είχαν ενδιαφέρον οι αντιδράσεις στη σειρά αυτή των άρθρων. 

Στη συντριπτική τους πλειονότητα προέρχονταν από φιλολόγους. Λογικό από τη μία. Αισιόδοξο από την άλλη. Αν μη τι άλλο, δείχνει πως οι καθ’ ύλην αρμόδιοι δεν αδιαφορούν για το έργο τους. Και αν σήμερα δεν αναφέρομαι στις συνήθεις επιθέσεις που δέχομαι για τις θέσεις μου είναι επειδή τις θεωρώ συνηθισμένες και έχω χάσει το ενδιαφέρον μου ακόμη και για τη βιαιότητά τους. Αντιθέτως, μου έκανε εντύπωση αυτήν τη φορά ότι άγγιξα μια φλέβα ευαισθησίας που οφείλει να μην περάσει απαρατήρητη, ούτε από το υπουργείο Παιδείας ούτε από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής.

Η κ. Ειρήνη Πουγούνια, καθηγήτρια στην Κάλυμνο, παρομοιάζει τους περίφημους «κειμενικούς δείκτες» –γκάτζετ της μετανεωτερικότητας– με Πόκεμον. Λέει, δε, πως το υπουργείο και το ΙΕΠ αντιμετωπίζουν τα ανθρωπιστικά μαθήματα σαν τα μαθηματικά. Ως μηχανιστική γνώση. Εννοείται πως τα μαθηματικά πόρρω απέχουν από το να είναι μηχανιστική γνώση. Το αντίθετο. Ομως ο τρόπος με τον οποίον διδάσκονται τα έχουν καταδικάσει και αυτά στην παπαγαλία. Μαθηματικός σε μεγάλο σχολείο της Αθήνας μου έλεγε πως ακόμη και τα παιδιά που παίρνουν άριστα στη λύση των εξισώσεων δεν είναι σε θέση να εξηγήσουν με δικά τους λόγια ποια λογική ακολούθησαν για να τις λύσουν.

Η αρρώστια δύσκολα θεραπεύεται, διότι έχει ριζώσει βαθιά.  

Η κ. Σόνια Ευθυμιάδου-Παπασπύρου, συνταξιούχος δασκάλα πια, αναφέρεται σε ένα επεισόδιο προ εικοσαετίας. Το τότε υπουργείο είχε ορίσει επιμόρφωση για τους εκπαιδευτικούς. Ο δε σοφός επιμορφωτής το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να ζητήσει από τους επιμορφούμενους να μετρήσουν τα σημεία στίξης σε ένα ποίημα του Ελύτη. Μοιάζει με καψόνι για νεοσύλλεκτους, που είναι υποχρεωμένοι να μαζέψουν τις γόπες από το στρατόπεδο, αλλά είναι μάθημα επιμόρφωσης. Και καλά η επιστολογράφος μου το βρήκε περίεργο. Πόσοι όμως από τους συναδέλφους της το βρήκαν φυσιολογικό και μπήκαν στην τάξη για να διδάξουν πως έτσι πρέπει να διαβάζει κανείς την ποίηση;

Αρκούμαι σ’ αυτές τις αντιδράσεις. Κάπου διάβασα πως το ΙΕΠ έχει φιλόδοξα σχέδια. Θα εισαγάγει κείμενα λογοτεχνίας, ελληνικής και μεταφρασμένης, μυθιστορήματα, πεζογραφήματα. Είθε, όμως αυτό δεν σημαίνει και πολλά από μόνο του. Το ζητούμενο είναι...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Πόσο φορολογούνται τα ελληνικά σε μια μια κοινωνία που δυσκολεύεται να διαβάσει;

 


Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Προ καιρού είχα δημοσιεύσει σε αυτή τη στήλη επιστολή γονέως μαθητή, η οποία εξέθετε τα πάθη των εξετάσεων. Εκτός των άλλων, ανέφερε τα λατινικά και τον τρόπο που διδάσκονται τα ελληνικά και η λογοτεχνία. Συνάδελφος, τότε, είχε απαντήσει ότι θα πρέπει επιτέλους οι γονείς των μαθητών να μη ζητούν όλο φοροελαφρύνσεις στον κόπο των παιδιών τους. Θα πρέπει τα παιδιά κάποτε να ξεφύγουν από τη λογική της ήσσονος προσπαθείας. 

Η μεταφορά περί φοροελαφρύνσεως δεν μου ήρθε τυχαία. Υπάρχει μια αναλογία νοοτροπίας ανάμεσα στη βαριά φορολογία που πληρώνει ο Ελληνας πολίτης σε ένα κράτος που αδυνατεί να του ανταποδώσει ό,τι του οφείλει και στον κόπο που καταβάλλει ο μαθητής χωρίς να αποκτά τις γνώσεις ή τις δεξιότητες που θα τον αντάμειβαν. Εκείνο που μετράει είναι η φορολογική ενημερότητα, το «χαρτί». Ο σταχανοβισμός, η νοοτροπία της προσπάθειας για χάρη της προσπάθειας, το μόνο που καταφέρνει είναι να εμπεδώσει στις νεότερες γενιές την αντίληψη πως στη χώρα αυτή κερδίζουν όσοι μπορούν να τη βγάλουν με τη μικρότερη δυνατή προσπάθεια.

Εξηγούμαι.  

Υπερασπίστηκα την απόφαση του υπουργείου Παιδείας να επαναφέρει τη διδασκαλία των λατινικών στη Μέση Εκπαίδευση. Και αυτό επειδή θεωρώ ότι οι κλασικές σπουδές διευρύνουν τους διανοητικούς ορίζοντες των καιρών μας και αναδεικνύουν τη σχετικότητα της αυταρέσκειας και της αλαζονείας του σύγχρονου κόσμου, υπενθυμίζοντας ότι τα επιτεύγματά του είναι προϊόν μακραίωνης και κοπιώδους κατανάλωσης φαιάς ουσίας. 

Οταν, όμως, είδα το κείμενο που επιβάλλεται να αποστηθίσουν τα παιδιά για να περάσουν το μάθημα, τρόμαξα. Ενα κείμενο γραμμένο το 1980, αν δεν κάνω λάθος, κοινώς υπέργηρο, με μηχανική αποτύπωση ονομάτων και γεγονότων. Ενα αποτροπαϊκό προσωπείο ιδανικό για να απωθήσει τον έφηβο από τα λατινικά και τα «παρελκόμενα», που λένε.  

Διάβασα ότι σε ιστορικό ιδιωτικό σχολείο φέτος εμφανίστηκε ένας μόνο μαθητής που δήλωσε ενδιαφέρον για τη θεωρητική κατεύθυνση. Στην ίδια γραμμή και η μείωση των εισαχθέντων στις σχολές θεωρητικής κατεύθυνσης, που ανάγκασε πολλά ιδρύματα να βγάλουν σε θερινές εκπτώσεις τις ελάχιστες βάσεις εισαγωγής. 

Και αν δεν σας συγκινούν τα λατινικά, κρατήστε έναν λυγμό για τα ελληνικά. 

Ποια ελληνικά;, θα μου πείτε.  

Αυτή τη γλώσσα που μιλάμε, η οποία μας επιτρέπει να σκεφτόμαστε, να γράφουμε και να συμμετέχουμε στον κόσμο μας. Οσο πιο βαθιά είναι η σχέση σου με τη μητρική σου, τόσο ευκολότερα μπορείς να μάθεις ξένες γλώσσες. Ειδικά αν έχεις να κάνεις με μια γλώσσα σαν τη δική μας, με τόσους αιώνες ζωής και τέτοιον γραπτό πλούτο. 

Είναι δυνατόν να μην έχει βρεθεί ο κατάλληλος τρόπος για να τη διδάσκουμε στα παιδιά μας; 

Γιατί να διδάσκουν Καβάφη στα σχολεία;

Για να είµαι δίκαιος, οφείλω να παραδεχθώ ότι αντιλαμβάνομαι την αμηχανία των υπευθύνων για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στη μέση εκπαίδευση. 

 Αρκεί να την παραδεχθούν και αυτοί. 

Πρώτον, έχουν να κάνουν με μια κοινωνία, όπως η ελληνική, που πάντα αντιμετώπιζε τη λογοτεχνία ως είδος πολυτελείας. Δεν νοείται αστική οικογένεια στη Γαλλία, για παράδειγμα, η οποία να μη διαθέτει μια βιβλιοθήκη με τους κλασικούς. Θα έλεγα πως το ίδιο ισχύει και για την εκκοσμικευμένη πλευρά της ισραηλινής κοινωνίας. Για την ελληνική οικογένεια, η ανάγνωση λογοτεχνίας δεν αποτελεί αυτονόητο στοιχείο της καλλιέργειας. Ως εκ τούτου, το σχολείο, το πρώτο που οφείλει να κάνει είναι να πείσει τους μαθητές και τους γονείς τους ότι αξίζει τον κόπο να ξοδέψουν κόπο και χρόνο γι’ αυτήν την περίεργη δραστηριότητα, που δεν ξέρουμε πώς ακριβώς να την ορίσουμε.  

Προσφέρει γνώση; 

Και αν προσφέρει γνώση, ποια είναι η γνώση που προσφέρει; 

Καλλιεργεί τη σκέψη; 

Και αν καλλιεργεί τη σκέψη, με ποιον τρόπο την καλλιεργεί; 

Κανείς δεν έχει αντίρρηση να παλεύει με τις μαθηματικές εξισώσεις, τη φυσική, τη χημεία ή ακόμη και την Ιστορία.  

Η λογοτεχνία, όμως, σε τι ακριβώς αποσκοπεί και ποιο όφελος σου προσφέρει στο τέλος;  

Θέλεις να μιλήσεις για την ήττα του Μάρκου Αντώνιου από τον Οκταβιανό; Δεν σου χρειάζεται το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον» του Καβάφη. Σου φτάνουν πέντε φράσεις για να καταγράψεις το ιστορικό γεγονός.

Το δεύτερο εμπόδιο που έχουν να ξεπεράσουν είναι η απώθηση της ανάγνωσης ως φυσιολογικής δραστηριότητας του πολιτισμένου ανθρώπου. Και εδώ δεν αναφέρομαι μόνο στη λογοτεχνία. Αναφέρομαι στην ανάγνωση, στην υπομονή που απαιτεί το ενδιαφέρον για τη σημασία της λέξης, στη συγκίνηση που προκαλούν οι υφολογικές διακυμάνσεις, στη λεπτομέρεια που αναδεικνύεται από την αφάνεια της αφήγησης. 

 Η μαγεία της τεχνολογίας που διαφεντεύει τον κόσμο μας και τη φαντασία μας, σαν τον Χάρι Πότερ, δεν αφήνει χώρο για την ανάγνωση. Τα παιδιά μεγαλώνουν μαθαίνοντας να σκανάρουν, όχι να διαβάζουν, να διατρέχουν κείμενα και να αλιεύουν τις απαραίτητες οδηγίες χρήσης του κόσμου στον οποίο ζουν. Το σχολείο έχει να αντιμετωπίσει και αυτό το πρόβλημα, να διδάξει στο παιδί τη διαφορά ανάμεσα στην ανάγνωση και στο σκανάρισμα. Είναι το δεύτερο εμπόδιο στη διδασκαλία της λογοτεχνίας. 

Υπάρχει και ένα τρίτο, ίσως το σημαντικότερο:  

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η λογοτεχνία κρατάει ταγάρι

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Της έδειξα το ταγάρι και συγκινήθηκε». 

Σημείωση συντάκτη: Η συγκεκινημένη δεν είναι μέλος της οργάνωσης Ρήγας Φεραίος, που θυμήθηκε τα νιάτα της. Πρόκειται για τη γιαγιά της αφηγήτριας στο διήγημα του Θανάση Βαλτινού «Οικογενειακή ιστορία». 

Υποσημείωση εξεταστή: «Ταγάρι» είδος τσάντας. Παραλείπεται η μεταφορική χρήση της λέξης «ταγάρι», που στην εποχή της νεότητός μου ήταν κάτι αντίστοιχο με τον χαρακτηρισμό κάποιου ή κάποιας ως «πατσαβούρας» – στο πιο ελαφρύ, παρακαλώ. 

Ερώτηση κρίσεως προς τους εξεταζομένους: «Eσείς αν ήσασταν στη θέση της αφηγήτριας, θα κρατούσατε το ταγάρι ή όχι και γιατί;». 

Απορία εξεταζομένου: «Ανεξαρτήτως φύλου;».  

Σχόλιο εξεταστή: «Oχι σεξιστικά σχόλια, παρακαλώ». 

Δεν είναι τίποτε φοβερό. Είναι το ένα από τα τρία θέματα που δόθηκαν στους υποψηφίους για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις στο μάθημα «Νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία».  

Το δεύτερο φέρει τον βαρύγδουπο τίτλο «Γιατί να μαθαίνουμε Ιστορία;» απόσπασμα από βιβλίο του Ραϋμόνδου Αλβανού, που προσφέρεται για άσκηση κοινότοπων ιδεών, και το τρίτο από την πρωθιέρεια της ποίησης Κική Δημουλά, με τίτλο «Θυμάμαι, άρα ζω;», στο οποίο η ποιήτρια μάς δείχνει πώς ένα λογοπαίγνιο αρκεί όχι μόνο για να θεωρηθείς μεγάλη ποιήτρια αλλά και για να υπερβείς τα όρια της καρτεσιανής φιλοσοφίας. «Σκέφτομαι άρα υπάρχω», ο Καρτέσιος. «Θυμάμαι, άρα ζω» η Δημουλά.

Σήμερα θα ασχοληθώ με το ταγάρι. Ζητώ την κατανόησή σας. Στα νιάτα μου φλέρταρα, και ερωτεύθηκα πλειστάκις, με κοπέλες που το κρεμούσαν στον ώμο τους. Oταν αντίκρισα για πρώτη φορά τσάντα Louis Vuitton, αισθάνθηκα το ίδιο πολιτισμικό σοκ που αισθάνθηκα όταν σε παιδικό πάρτι της κόρης μου άκουσα συμπαθή μαμά να μου λέει: «Ο γιος μου πάει στο Αρσάκειο». Παρ’ όλ’ αυτά, τη συνήθισα. Oλα τα συνηθίζεις.

Την εκτίμησή μου για τη λογοτεχνία του Θανάση Βαλτινού την έχω ήδη επιδείξει. Δεν χρειάζεται ως εκ τούτου να την επαναλάβω εδώ για να εξηγήσω ότι όσα ακολουθούν δεν αφορούν το έργο του, αλλά τον τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζει η εκπαίδευση τη λογοτεχνική δημιουργία και τον τρόπο προσέγγισής της. 

Δεν πονάει, κυρίες και κύριοι. Κι αν εσείς, ως εξεταστές, βαριέστε να διαβάσετε και να κρίνετε ένα λογοτεχνικό κείμενο, υπακούοντας στους όρους που το ίδιο θέτει...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΚΗΦΗΝΟ-ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Γιατί φοβάται το σχολείο τη λογοτεχνία

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Το μόνο που βρήκαν να πουν οι συνδικαλιστές για την αξιολόγηση των μαθητών στη γλώσσα και στα μαθηματικά ήταν τίποτε.  

Απλώς κήρυξαν απεργία ή στάση εργασίας, ή δεν ξέρω τι. Η απεργία κηρύχθηκε παράνομη, αν και κρίνοντας από τα συμφραζόμενα, ελάχιστοι από τους εκπαιδευτικούς ήσαν πρόθυμοι να συμμερισθούν τον αγωνιστικό οίστρο των συνδικαλιστών τους. Σε αυτούς τους τελευταίους συμπαραστάθηκε η ΑΔΕΔΥ. Ποια άποψη μπορεί να έχει η ΑΔΕΔΥ για την εκπαίδευση, ένας Θεός ξέρει. Δεν έχει σημασία και κανέναν δεν ενδιαφέρει, εκτός από τους γραφειοκράτες του συνδικαλισμού και τα αρκτικόλεξά τους.

Το υπουργείο αποφάσισε να κάνει μια προσομοίωση της αξιολόγησης PISA στο δικό μας σχολικό περιβάλλον. Προσπαθώντας, υποθέτω, να διαγνώσει τις αιτίες που σε δύο τομείς, στην κατανόηση κειμένου και στα μαθηματικά, τα Ελληνόπουλα υστερούν. 

Για τα μαθηματικά δεν έχω τίποτε να πω. Δηλώνω άσχετος και υποκλίνομαι με ταπεινότητα μπροστά σε όσους χειρίζονται τη μαθηματική σκέψη και αντιλαμβάνονται την πνευματική της γοητεία.

Θα μιλήσω όμως για την κατανόηση κειμένου, μια ικανότητα που δεν αφορά μόνο την αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού μας συστήματος.  

Η αδυναμία στην κατανόηση κειμένου σημαίνει αδυναμία κατανόησης της πραγματικότητας. Αδυναμία διαλόγου. Οταν δεν μπορείς να κατανοήσεις ένα κείμενο, πώς να κατανοήσεις τον συνομιλητή σου. 

Δεν χρειάζεται η PISA για να την εντοπίσουμε. Είναι μια κοινωνική αναπηρία, η οποία αντανακλάται σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής. Από την «υψηλή» πολιτική έως την ταπεινή δημοσιογραφία και τις απλούστερες καθημερινές συναλλαγές.

Τον τομέα «κατανόηση κειμένου» το υπουργείο τον βάφτισε «θέματα γλώσσας». Οι μαθητές του γυμνασίου κλήθηκαν να σχολιάσουν ένα κείμενο από το Διαδίκτυο για τις σχέσεις των σημερινών εφήβων με τον αθλητισμό και τις επιρροές που αυτή δέχεται από τα κυρίαρχα πρότυπα του «φαίνεσθαι». Για να είμαι ειλικρινής, δεν μπόρεσα να καταλάβω ποια η διαφορά αυτής της εξέτασης από τον τρόπο που διδάσκονται τα «κείμενα» στους σημερινούς μαθητές. Υποθέτω ότι οι αρμόδιοι του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής κάτι θα έχουν κατά νουν. Εγώ, ως αφελής, πιστεύω ότι η αδυναμία στην κατανόηση κειμένου οφείλεται στην αντίληψη που διαμορφώνει το σχολείο ως προς την έννοια του «κειμένου».

«Θέματα γλώσσας και λογοτεχνίας» θα έπρεπε να είναι ο τίτλος της εξέτασης αν πραγματικά οι αρμόδιοι είχαν το θάρρος να ομολογήσουν ότι η ασθένεια θα θεραπευθεί μόνον όταν αλλάξει η συνταγή της θεραπείας. Για να αποκτήσεις την ικανότητα να κατανοείς ένα κείμενο, ακόμη και το πιο απλό, πρέπει να αποκτήσεις την ικανότητα να διαβάζεις. Κοινώς να γίνεις αναγνώστης. Και αναγνώστης γίνεσαι μόνον όταν έρθεις σε επαφή με τη λογοτεχνία, ήτοι την τέχνη του λόγου. Αυτή σού αποκαλύπτει τους τρόπους με τους οποίους αναπτύσσεται ο συλλογισμός, αυτή σου δείχνει τις εκφραστικές δυνατότητες της γλώσσας σου.  

Η λογοτεχνία δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο της παιδείας μας, τα φρου-φρου και αρώματα της σοβαρότητας της γνώσης. Είναι το βασικό κύτταρο του οργανισμού της. Αυτή σου μαθαίνει πως το κείμενο είναι ένας σύνθετος οργανισμός που για να τον κατανοήσεις απαιτεί την ίδια ενέργεια με μια πολύπλοκη εξίσωση. Με δυο λόγια, αυτή σε εκπαιδεύει στην κατανόηση κειμένου.

«Αρξομαι δε από των κλασικών». Αυτοί που έχουν εξοριστεί από το σχολείο εδώ και κάτι δεκαετίες. Τους μοιράζουν σε φυλλάδια, που τα ονομάζουν εγχειρίδια με οδηγίες χρήσης και συναρμολόγησης. Και μετά απορούν για ποιον λόγο ο έφηβος, που μεθαύριο θα γίνει μεσήλικας, πάσχει από πενία κατανόησης κειμένου. Γιατί το ελληνικό σχολείο δεν τον έμαθε ποτέ να διαβάζει. 

Τα πράγματα θα αλλάξουν όταν καταργηθούν τα εγχειρίδια, κι όταν το παιδί μάθει πως το άθλημα της ανάγνωσης της «Φόνισσας» ή του «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου» είναι άσκηση καλλιέργειας. Από τότε που μετονομάσαμε την καλλιέργεια σε κουλτούρα ξεχάσαμε και την αξία της.

Γιατί φοβάται το σχολείο τη λογοτεχνία;  

Επειδή...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ποια Ελληνικά θέλουμε να μιλάμε;

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Η Τετάρτη 9/2/2022  κηρύχθηκε «Ημέρα των Ελληνικών». 

Για κάποιον, όπως ο υπογράφων, που βιοπορίζεται γράφοντας ένα χρονογράφημα την ημέρα, κάθε ημέρα είναι ημέρα των ελληνικών. Δεν είναι ένα απλό εργαλείο της δουλειάς του. Τα «ελληνικά» είναι κεφάλαιο της υπαρξιακής του συνθήκης, της δικής μου υπαρξιακής συνθήκης. Τα ελληνικά μου είναι η συνθήκη που μου επιτρέπει να μεταφέρω κάτι περισσότερο απ’ την επικοινωνία.  

Τα ελληνικά είναι το οικοδομικό υλικό της συνύπαρξής μας, της κοινής μας συνείδησης. Είμαστε Ελληνες επειδή όταν αναφερόμαστε στον φορέα της ταυτότητάς μας, στην Ελλάδα σκεφτόμαστε την εικόνα της στον χάρτη στα ελληνικά.

Ποια είναι τα ελληνικά που υποστηρίζουν την ταυτότητά μας;  

Είναι η γλώσσα της βαθιάς αρχαιότητας;  

Αυτήν μπορούμε να μάθουμε να την διαβάσουμε, όμως δεν μπορούμε να την μιλήσουμε. Δεν μπορούμε ούτε να σκεφτούμε στη γλώσσα του Πλάτωνα και του Ευριπίδη. Μπορούμε όμως να αισθανθούμε την οικειότητα μέσα απ’ τις λέξεις ή τη σύνταξη. Κι αν έχει κάποιο νόημα να τους διδάσκουμε στα παιδιά μας είναι η εξοικείωση. 

Εδώ εντοπίζεται το πρώτο πρόβλημα της εκπαίδευσής μας. Η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής αντί για την εξοικείωση οδηγεί στην αποξένωση. Οσο διδασκόταν η καθαρεύουσα λειτουργούσε κάποια γέφυρα. Οταν λογοκρίθηκε η διδασκαλία της καθαρευούσης –επί Γ. Ράλλη– η γέφυρα γκρεμίστηκε. Ηρθε και η κατάργηση του ιστορικού τονισμού από το πρωτο-Πασόκ για να αναδειχθεί το μέγεθος της απόστασης που χώριζε τη γλώσσα που μιλάμε και διδάσκουμε στα παιδιά μας από τη βαθιά προοπτική των ελληνικών.

Κι έτσι φτάσαμε στην «τεχνική της εξουσίας», που λέει κι ο Σαββόπουλος. Το ενδιαφέρον μας για τη γλώσσα μας εντοπίζεται στη διαφωνία αν το κτίριο γράφεται «κτήριο», όπως μας λέει ο Μπαμπινιώτης, ή κτίριο όπως το γράφει ο Παπαδιαμάντης. Διαλέγετε και παίρνετε. Απλώς σκεφθείτε τη διαφορά της γλώσσας που μιλάμε από την ανατομία των βατραχοειδών.  

Η γλώσσα που μιλάμε είναι το κεφάλαιο της συλλογικής μας ευαισθησίας. Κι αυτό το κεφάλαιο το έχουν αποταμιεύσει με το έργο τους δημιουργοί όπως ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός ή ο Ροΐδης.

Πώς συνομιλούν οι νεότερες γενιές με όλους αυτούς; Πώς καλλιεργούν τη γλωσσική τους ευαισθησία; Και μέσω της γλωσσικής ευαισθησίας την αντίληψη για τον κόσμο στον οποίο ζούμε;  

Θέλεις να εκπαιδεύσεις Ελληνόπουλα με ευρωπαϊκή συνείδηση;  

Ας τους δώσεις να διαβάσουν Παπαδιαμάντη, Βιζυηνό και Ροΐδη. Η συνείδηση δεν είναι οικοδόμημα αρχών και κανόνων. Είναι πριν απ’ όλα αίσθημα. Αίσθημα που σου δίνουν οι λέξεις. Η γλώσσα που μιλάς είναι πριν απ’ όλα η δύναμη του αισθήματός τους.

Η γενιά μου συνομιλούσε με άνεση με τον Παπαδιαμάντη. Δεν μιλούσαμε σαν κι αυτόν στην καθημερινότητά μας. Ομως δεν μας ξένιζε. Οπως δεν μας ξένιζε η γλώσσα του Ξενοφώντα. Χρειαζόταν προσπάθεια να τον κατανοήσουμε, όμως δεν μας ήταν ξένη.

Και εδώ εμφανίζεται το σημερινό πρόβλημα. Ποια ελληνικά παραδίδουμε στα παιδιά μας; 

Την αβαθή γλώσσα των τελευταίων δεκαετιών που αγνοεί τις καταβολές της; 

Αυτή είναι η μεγαλύτερη ήττα της παιδείας μας. 

Από τη μια η ανικανότητά της να βρει έναν τρόπο για να συμφιλιώσει τη σημερινή γλώσσα με την αρχαιότητά της. 

Από την άλλη να μην μπορεί να τη συμφιλιώσει ούτε καν με τον εαυτό της.  

Αν ο Βιζυηνός ξενίζει τον σημερινό μαθητή, αυτό σημαίνει ότι τον ξενίζει ο εαυτός του. Ο Βιζυηνός δεν έγραφε αρχαία ελληνικά. Κατέθεσε μερικά από τα ανεξίτηλα μνημεία των ελληνικών που μιλάμε.

Ας αφήσουν τις γλωσσολογικές μπούρδες. 

Ας ψάξουν το γλωσσικό αίσθημα εκεί που πραγματικά υπάρχει. 

Σημασία δεν έχουν οι κανόνες. Σημασία έχει το γλωσσικό αίσθημα.  

Το ζητούμενο δεν είναι τα «σωστά ελληνικά». 

Το ζητούμενο είναι...