Η μαύρη αλήθεια είναι όμως ότι στην εποχή μας «τίποτα δεν είναι πιο δύσκολο από το να μην κάνεις τίποτα», όπως γράφει η εικαστικός και συγγραφέας Jenny Odell στο νέο βιβλίο-μανιφέστο της με τίτλο How to do nothing: Resisting the attention economy (Πώς να μην κάνεις τίποτα: Τρόποι αντίστασης στην οικονομία της διαρκούς προσοχής). Το βιβλίο, αναφέρθηκε σε πρόσφατο άρθρο του περιοδικού «New Yorker» με θέμα τις απόπειρες της συντάκτριάς του Jia Tolentino να «ποδηγετήσει» την εξάρτησή της από τη διαρκή ροή πληροφοριών, τους ταχείς κύκλους επικαιρότητας και το διεγερτικό και συγχρόνως παραλυτικό νταραβέρι στα social media. Δεν είναι η ανεξέλεγκτη τεχνολογία το πρόβλημα, αλλά το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο που την κατευθύνει, επιβάλλοντας στον πολίτη-«χρήστη» την ιδέα ότι αν δεν εκφράζεται τακτικά online, ουσιαστικά παύει να υφίσταται ως οντότητα. Όπως παραδέχεται και η ίδια η δημοσιογράφος στο άρθρο της, τα «βιωματικά» άρθρα συναδέλφων που διακηρύσσουν την ηρωική έξοδό τους από τα social media έχουν γίνει κλισέ σε βαθμό αυτοπαρωδίας. Τον περασμένο μήνα, μάλιστα, αρθρογράφος της «Wall Street Journal» ξεκίνησε την εβδομαδιαία στήλη του στην εφημερίδα σατιρίζοντας ακριβώς αυτή την τάση: «Εδώ και δεκαπέντε λεπτά έχω σταματήσει να χρησιμοποιώ το Facebook, το Instagram και το Twitter. Αμέσως σχεδόν διαπίστωσα ότι ήμουν πιο ευτυχισμένος, πιο ήρεμος, πιο ισορροπημένος, πιο στοχαστικός, πιο καλοσυνάτος με τους συνανθρώπους μου, αλλά και με τα κατοικίδια...». Jenny Odell, How to do nothing: Resisting the attention economy
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
ΠΑΣΧΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Τι θα κάνεις το Πάσχα; Τίποτα, ελπίζω.
Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΛΙΤΑΚΗ
Όπως πάντα, όταν πλησιάζει κάποια μεγάλη, τρόπος του λέγειν, αργία, ρωτάμε ο ένας τον άλλον μηχανικά, νωχελικά, καταναγκαστικά σχεδόν, «τι θα κάνει» (το Πάσχα, εν προκειμένω). Και πολλές φορές, η εξίσου κουρασμένη απάντηση είναι «τίποτα, ελπίζω», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η ανάγκη είναι κυρίως περί αποτοξίνωσης από τη μόνιμη εμπλοκή με την (έμμονη) ιδέα μάλλον παρά με την ουσία μιας διαρκούς παραγωγικότητας, αλλά και από την καταπιεστική σχέση με την ενημέρωση, την επικαιρότητα, την επικοινωνία στις οθόνες μας.
Η μαύρη αλήθεια είναι όμως ότι στην εποχή μας «τίποτα δεν είναι πιο δύσκολο από το να μην κάνεις τίποτα», όπως γράφει η εικαστικός και συγγραφέας Jenny Odell στο νέο βιβλίο-μανιφέστο της με τίτλο How to do nothing: Resisting the attention economy (Πώς να μην κάνεις τίποτα: Τρόποι αντίστασης στην οικονομία της διαρκούς προσοχής). Το βιβλίο, αναφέρθηκε σε πρόσφατο άρθρο του περιοδικού «New Yorker» με θέμα τις απόπειρες της συντάκτριάς του Jia Tolentino να «ποδηγετήσει» την εξάρτησή της από τη διαρκή ροή πληροφοριών, τους ταχείς κύκλους επικαιρότητας και το διεγερτικό και συγχρόνως παραλυτικό νταραβέρι στα social media. Δεν είναι η ανεξέλεγκτη τεχνολογία το πρόβλημα, αλλά το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο που την κατευθύνει, επιβάλλοντας στον πολίτη-«χρήστη» την ιδέα ότι αν δεν εκφράζεται τακτικά online, ουσιαστικά παύει να υφίσταται ως οντότητα. Όπως παραδέχεται και η ίδια η δημοσιογράφος στο άρθρο της, τα «βιωματικά» άρθρα συναδέλφων που διακηρύσσουν την ηρωική έξοδό τους από τα social media έχουν γίνει κλισέ σε βαθμό αυτοπαρωδίας. Τον περασμένο μήνα, μάλιστα, αρθρογράφος της «Wall Street Journal» ξεκίνησε την εβδομαδιαία στήλη του στην εφημερίδα σατιρίζοντας ακριβώς αυτή την τάση: «Εδώ και δεκαπέντε λεπτά έχω σταματήσει να χρησιμοποιώ το Facebook, το Instagram και το Twitter. Αμέσως σχεδόν διαπίστωσα ότι ήμουν πιο ευτυχισμένος, πιο ήρεμος, πιο ισορροπημένος, πιο στοχαστικός, πιο καλοσυνάτος με τους συνανθρώπους μου, αλλά και με τα κατοικίδια...». Jenny Odell, How to do nothing: Resisting the attention economy
Η μαύρη αλήθεια είναι όμως ότι στην εποχή μας «τίποτα δεν είναι πιο δύσκολο από το να μην κάνεις τίποτα», όπως γράφει η εικαστικός και συγγραφέας Jenny Odell στο νέο βιβλίο-μανιφέστο της με τίτλο How to do nothing: Resisting the attention economy (Πώς να μην κάνεις τίποτα: Τρόποι αντίστασης στην οικονομία της διαρκούς προσοχής). Το βιβλίο, αναφέρθηκε σε πρόσφατο άρθρο του περιοδικού «New Yorker» με θέμα τις απόπειρες της συντάκτριάς του Jia Tolentino να «ποδηγετήσει» την εξάρτησή της από τη διαρκή ροή πληροφοριών, τους ταχείς κύκλους επικαιρότητας και το διεγερτικό και συγχρόνως παραλυτικό νταραβέρι στα social media. Δεν είναι η ανεξέλεγκτη τεχνολογία το πρόβλημα, αλλά το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο που την κατευθύνει, επιβάλλοντας στον πολίτη-«χρήστη» την ιδέα ότι αν δεν εκφράζεται τακτικά online, ουσιαστικά παύει να υφίσταται ως οντότητα. Όπως παραδέχεται και η ίδια η δημοσιογράφος στο άρθρο της, τα «βιωματικά» άρθρα συναδέλφων που διακηρύσσουν την ηρωική έξοδό τους από τα social media έχουν γίνει κλισέ σε βαθμό αυτοπαρωδίας. Τον περασμένο μήνα, μάλιστα, αρθρογράφος της «Wall Street Journal» ξεκίνησε την εβδομαδιαία στήλη του στην εφημερίδα σατιρίζοντας ακριβώς αυτή την τάση: «Εδώ και δεκαπέντε λεπτά έχω σταματήσει να χρησιμοποιώ το Facebook, το Instagram και το Twitter. Αμέσως σχεδόν διαπίστωσα ότι ήμουν πιο ευτυχισμένος, πιο ήρεμος, πιο ισορροπημένος, πιο στοχαστικός, πιο καλοσυνάτος με τους συνανθρώπους μου, αλλά και με τα κατοικίδια...». Jenny Odell, How to do nothing: Resisting the attention economy
Πέρα από την πλάκα, όμως, είναι πολύ πιθανό, μετά από χρόνιο εθισμό στα πίξελ και στη διαχείριση της πληροφορίας που καλπάζει ασθμαίνοντας στην οθόνη, το απότομο «κόψιμο μαχαίρι» να σε κάνει να νιώσεις ξαφνικά υπερβατικός γκουρού που πλέει χαλαρά και ανέμελα «στο παν και στο τίποτα» μιας αναλογικής νιρβάνας.
Το βιβλίο της Odell, πάντως, μοιάζει σοβαρό και πολιτικά καίριο και σίγουρα δεν έχει σχέση με το πλήθος οδηγών αυτοβοήθειας και απεμπλοκής από την ψηφιακή εξάρτηση και τη σύγχρονη εμμονή περί διαρκούς παραγωγικότητας. Λέει απλά ότι το εσωτερικό χάος που βιώνουμε είναι σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα ενός αλύπητου επιχειρηματικού μοντέλου που έχει επικρατήσει και καταδικάζει χωρίς αναστολές οποιαδήποτε δραστηριότητα δεν εμπίπτει στο υπόδειγμα της «παραγωγικότητας» αλλά και της συνεχούς τροφοδοσίας των εταιρειών κοινωνικής δικτύωσης.
Λέει, επίσης, ότι δεν είναι η ανεξέλεγκτη τεχνολογία το πρόβλημα, αλλά το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο που την κατευθύνει, επιβάλλοντας στον πολίτη-«χρήστη» την ιδέα ότι αν δεν εκφράζεται τακτικά online, ουσιαστικά παύει να υφίσταται ως οντότητα. Η αρθρογράφος του «New Yorker», πάντως, μοιάζει να δρέπει ήδη τους καρπούς της «ψηφιακής» νηστείας που ξεκίνησε πριν από λίγο καιρό και την έχει οδηγήσει, όπως δηλώνει γλαφυρά, σε μια «ευχάριστη κενότητα»:
«Ένα απόγευμα...
ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΑΝΘΡΩΠΟΣ : Συμπτώματα «κοινωνικού πόνου» - Ποθούμε την υποτιθέμενη τελειότητα των άλλων, των «επιτυχημένων», κι αυτό μας σκοτώνει αργά.
Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΛΙΤΑΚΗ
Τελευταία, όταν παίρνω καμιά φορά ταξί, μπαίνω, ασυνείδητα σχεδόν, από την πίσω πόρτα, αντί στη θέση του συνοδηγού, όπως όλη μου τη ζωή. Μάλλον έχω κουραστεί από διάφορα ενοχικά συμπλέγματα και προτιμώ άνεση και αυτονομία. Πάντα σκεφτόμουν ότι το πίσω κάθισμα –αν δεν είσαι γυναίκα που δικαιολογεί για διάφορους προφανείς λόγους την επιλογή– δηλώνει μια ταξική απόσταση («δεν είναι ο ιδιωτικός σου σοφέρ, μεροκαματιάρης ταρίφας είναι») αλλά και κάτι σαν προδοσία του φύλου (ή μάλλον της αντρικής «φυλής»).
Πάνε αυτά, τώρα απλώς χώνομαι πίσω και χαζεύω το κινητό μέχρι τη λήξη της διαδρομής. Μόνο που αναρωτιέμαι καμιά φορά αν πρόκειται για κάποιο νεότευκτο αντικοινωνικό σύνδρομο, για κάποιο ανησυχητικό σύμπτωμα αυτού που οι ψυχολόγοι -ερευνητές- νευροεπιστήμονες αποκαλούν «κοινωνικό πόνο».
Κάτω από αυτή την απλωμένη διαγνωστική ομπρέλα βρίσκονται όλα αυτά που συνδέονται με αισθήματα εξοστρακισμού και απόρριψης που βιώνει κάποιος (ντροπή, προδοσία, προσβολή, μοναχικότητα, αποξένωση) και τα φέρει όλο και πιο πολύ βαρέως από τη στιγμή που έχει ενισχυθεί τόσο πολύ στους καιρούς μας ο ναρκισσισμός, η εμμονή με την (δύστυχη) πάρτη μας.
Αγνοούσα τον επιστημονικό όρο (αν και όχι, φυσικά, τους νταλκάδες που αυτός τσουβαλιάζει), μέχρι που τον πέτυχα διαβάζοντας εκτενή αποσπάσματα από το νέο βιβλίο του δημοσιογράφου και συγγραφέα Will Storr με τον τίτλο Selfie: How we became so self-obsessed and what it's doing to Us.
Ο τίτλος είναι μάλλον παραπλανητικός, αφού δεν πρόκειται για κάποιο πόνημα αυτοβοήθειας με περιτύλιγμα ποπ ψυχολογίας και εύκολης καταγγελίας της σύγχρονης κουλτούρας των social media. Δεν έχει καν πολλή σχέση με τη «μάστιγα» των selfies, στις οποίες απλώς καταλήγει μετά από μια μακρά ιστορική και πολιτισμική αναδρομή στην κουλτούρα του ναρκισσισμού που βασανίζει την ανθρωπότητα από την εποχή του Αριστοτέλη ως τις μέρες μας, σε συνάρτηση με τη νευρωτική τελειομανία που μας κατατρώει και παρουσιάζεται πλέον όλο και πιο έντονα διαβρωτική, καθώς περιφερόμαστε καταπιεσμένοι από το βασανιστικό όραμα ενός εαυτού με τα χαρακτηριστικά «εξωστρεφούς, λεπτού, όμορφου, αυτάρκους, αισιόδοξου, εργατικού, επιχειρηματικά πανούργου, γεμάτου αυτοπεποίθηση παγκόσμιου πολίτη».
Ποθούμε την υποτιθέμενη τελειότητα των άλλων, των «επιτυχημένων», κι αυτό μας σκοτώνει αργά.
Αυτό που επιχειρεί να καταδείξει, μεταξύ άλλων, η νευροεπιστήμη, που εστιάζει στον κοινωνικό πόνο, είναι το βαθύ και σκοτεινό έλλειμμα του ατομικισμού (και της απληστίας και του ασύδοτου νεοφιλελευθερισμού, αλλά ας μην το ανοίξουμε προς τα κει). Είμαστε τόσο κοινωνικά όντα, ώστε, όπως έχουν δηλώσει χαριτολογώντας (αλλά και ακριβολογώντας) επιστήμονες, είμαστε κατά δέκα τοις εκατό, τουλάχιστον, σαν τις μέλισσες. Κι όταν οι άλλοι, και ειδικά αυτοί που έχουμε αναγάγει σε πρότυπα, δεν ανταποκρίνονται στην ανάγκη μας να είμαστε (ίσοι) μαζί τους, αυτό πονάει. Θέλουμε να ανήκουμε ισότιμα στην ομήγυρη, στην παρέα, στην κοινότητα, γι' αυτό και καταλήγουμε συχνά να μηρυκάζουμε «ξένες φωνές, απόψεις, τσιτάτα, συχνά χωρίς να το συνειδητοποιούμε». Ελλοχεύει όμως έτσι ο κίνδυνος...
ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΑΝΘΡΩΠΟΣ: Η τυραννία του ξερόλα και η ισχύς του «δεν ξέρω»
Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΛΙΤΑΚΗ
Είχε έρθει κάποτε στο γυμνάσιο όπου πήγαινα με «μεταγραφή» από άλλο σχολείο ένας καινούργιος μαθητής και μετά από κάποιο διάστημα ελαστικής μεταχείρισης και προσαρμογής κλήθηκε κι αυτός να «σηκωθεί» να απαντήσει στο μάθημα.
Δεν θυμάμαι ποιο μάθημα ήταν (Ιστορία ίσως; Δεν έχει σημασία), αυτό που θυμάμαι πάντα είναι ο τρόπος που δήλωσε την άγνοιά του: «Δεν γνωρίζω, δυστυχώς».
Κοιταχτήκαμε όλοι οι υπόλοιποι τότε με ένα μείγμα δέους και απορίας: γίνεται να απαντάς έτσι;
Και γιατί δεν το είχαμε σκεφτεί κι εμείς πιο πριν, αντί να προσπαθούμε κάθιδροι να τα μπαλώσουμε κακήν κακώς ή να πασαλείβουμε την άγνοιά μας με ηλίθιες και μικροπρεπείς δικαιολογίες;
Ακόμα και ο καθηγητής που απηύθυνε την ερώτηση είχε μείνει λίγο ενεός (κοινώς «μαλάκας») με την ειλικρινή και αμυδρά μοιρολατρική απόκριση και, αφού ψέλλισε αμήχανα κάτι του τύπου «καλά, παιδί μου, δεν πειράζει, την επόμενη φορά...», ρώτησε αορίστως αν κάποιος ή κάποια στην αίθουσα γνώριζε, τέλος πάντων, αυτό που όλοι θα έπρεπε να γνωρίζουμε, αν είχαμε μελετήσει το προηγούμενο βράδυ.
Εν τέλει, ο τύπος (ο μαθητής, όχι ο καθηγητής) απεδείχθη ολίγον «λαμόγιο» και κάποτε αναπόφευκτα στέρεψε αυτή η πατέντα της fake ταπεινοφροσύνης με τα «δυστυχώς» και τα «λυπάμαι», όμως μου έχει μείνει μόνο εκείνη η ισχύς που αναδύθηκε από μια δήλωση αδυναμίας, από μια ομολογία άγνοιας: «Δεν ξέρω».
Και σήμερα θυμήθηκα ξανά το περιστατικό, διαβάζοντας ένα άρθρο στον «New Statesman» με τον μακρύ και «προφανή» και επεξηγηματικό τίτλο (τους «λοξούς», αφαιρετικούς και οικονομικούς τίτλους τους έχει φάει προ πολλού η μαρμάγκα): «Γιατί έχουμε ανάγκη να ακούμε πιο συχνά τη φράση "δεν ξέρω" σε έναν κόσμο γεμάτο άμεσες online αποψάρες»
Το προφανές τονίζει η αρθρογράφος (Amelia Tait), καθώς εμφανίζεται απαυδισμένη από αυτό που όλοι μας λίγο-πολύ διαπιστώνουμε καθημερινά με την εμπλοκή μας στο πολύβουο αντηχείο των media, όπου βασιλεύει ο νόμος του ξερόλα που κάθεται αμπαρωμένος στις ατζέντες και στις βεβαιότητες και στις δοξασίες του και εξαπολύει «εμπεριστατωμένες» απόψεις επί παντός επιστητού από το πληκτρολόγιο.
Το «δεν ξέρω», ως γνωστόν, δεν προκαλεί emoji, ούτε «αντιδράσεις», ούτε σχόλια, ούτε κοινοποιήσεις.
Αυτό που «πονάει» πιο πολύ στο κείμενο είναι...
ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η ανεμελιά φεύγει, ο Καμί έρχεται: Ο κοροναϊός, η Πανούκλα κι εμείς
Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΛΙΤΑΚΗ
Αυτή η ασυνήθιστη και περίεργη για τη φύση τους ψυχραιμία που είχε παρατηρηθεί στα social media παγκοσμίως σχετικά με την εξάπλωση του κορονοϊού –με τις αναμενόμενες εξαιρέσεις υστερίας και άγριας παραπληροφόρησης– μοιάζει να δοκιμάζεται όσο τα κρούσματα πολλαπλασιάζονται ανά τον πλανήτη και αντηχεί, ψιθυριστά ακόμα, αλλά όλο και πιο επίμονα, ο όρος «πανδημία». Ακόμα και οι πιο φανατικοί επικριτές του Τραμπ ήθελαν μέσα τους να ασπαστούν τον καθησυχασμό που πρέσβευαν οι ανέμελες δηλώσεις του ότι με το πρώτο γλυκό αεράκι της άνοιξης ο ιός θα υποχωρήσει αυτοβούλως, οι καθημερινές ειδήσεις όμως δεν φαίνονται να ευνοούν καμιά τέτοια αισιόδοξη προβολή.
Αυτή η ασυνήθιστη και περίεργη για τη φύση τους ψυχραιμία που είχε παρατηρηθεί στα social media παγκοσμίως σχετικά με την εξάπλωση του κορονοϊού –με τις αναμενόμενες εξαιρέσεις υστερίας και άγριας παραπληροφόρησης– μοιάζει να δοκιμάζεται όσο τα κρούσματα πολλαπλασιάζονται ανά τον πλανήτη και αντηχεί, ψιθυριστά ακόμα, αλλά όλο και πιο επίμονα, ο όρος «πανδημία». Ακόμα και οι πιο φανατικοί επικριτές του Τραμπ ήθελαν μέσα τους να ασπαστούν τον καθησυχασμό που πρέσβευαν οι ανέμελες δηλώσεις του ότι με το πρώτο γλυκό αεράκι της άνοιξης ο ιός θα υποχωρήσει αυτοβούλως, οι καθημερινές ειδήσεις όμως δεν φαίνονται να ευνοούν καμιά τέτοια αισιόδοξη προβολή.
Η ανεμελιά φεύγει, ο Καμί έρχεται. Όπως σε αντίστοιχες περιπτώσεις του πρόσφατου παρελθόντος (SARS, Έμπολα, γρίπη των χοίρων), έτσι και στην περίπτωση του κορονοϊού, επιστρατεύτηκε ξανά ο official υπαρξιστής επιδημιολόγος μας και η Πανούκλα του, το πιο διάσημο ίσως αφήγημα της σύγχρονης λογοτεχνίας με θέμα την παράλογη, ασύμμετρη και τρομακτική εξάπλωση μιας επιδημίας.
Όσο αλληγορικό και μεταφορικό κι αν είναι το πνεύμα του βιβλίου που έγραψε ο Καμί την εποχή της γερμανικής κατοχής και εξέδωσε δύο χρόνια μετά τη λήξη της, η πανούκλα (βουβωνική πανώλη) αποτελεί μια εφιαλτική πραγματικότητα για τους χαρακτήρες του έργου και όταν ο συναγερμός λήγει, ο γιατρός Ριέ αδυνατεί να συμμεριστεί την ανακούφιση και την ευφορία του πλήθους «... επειδή γνώριζε ότι ο βάκιλος της πανούκλας ποτέ δεν πεθαίνει, ποτέ δεν εξαφανίζεται, ότι μπορεί να επιζεί απαρατήρητος για πολλά πολλά χρόνια, κρυμμένος σε έπιπλα και σε σεντόνια, να καρτερά υπομονετικά... Ώσπου, κάποια μέρα, η πανούκλα να αναστήσει τους αρουραίους της, στέλνοντάς τους να πεθάνουν σε μια ευτυχισμένη πόλη, καθώς η ανθρωπότητα, δίχως ανάσα από τρόμο, θα έχει πλέον μάθει το μάθημά της...».
Όσο αλληγορικό και μεταφορικό κι αν είναι το πνεύμα του βιβλίου που έγραψε ο Καμί την εποχή της γερμανικής κατοχής και εξέδωσε δύο χρόνια μετά τη λήξη της, η πανούκλα (βουβωνική πανώλη) αποτελεί μια εφιαλτική πραγματικότητα για τους χαρακτήρες του έργου και όταν ο συναγερμός λήγει, ο γιατρός Ριέ αδυνατεί να συμμεριστεί την ανακούφιση και την ευφορία του πλήθους «... επειδή γνώριζε ότι ο βάκιλος της πανούκλας ποτέ δεν πεθαίνει, ποτέ δεν εξαφανίζεται, ότι μπορεί να επιζεί απαρατήρητος για πολλά πολλά χρόνια, κρυμμένος σε έπιπλα και σε σεντόνια, να καρτερά υπομονετικά... Ώσπου, κάποια μέρα, η πανούκλα να αναστήσει τους αρουραίους της, στέλνοντάς τους να πεθάνουν σε μια ευτυχισμένη πόλη, καθώς η ανθρωπότητα, δίχως ανάσα από τρόμο, θα έχει πλέον μάθει το μάθημά της...».
Από χάπι εντ, αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσε να κάνει ο Καμί και μένει να αποδειχτεί αν η ανθρωπότητα έχει πάρει το μάθημά της ή αν θα εκπληρωθούν οι μαζοχιστικές δυστοπικές φαντασιώσεις μας και τα σενάρια Αποκάλυψης που τόσο φαίνεται να μας ελκύουν, όπως και τα πάσης φύσεως συνταρακτικά «fake news», τα οποία επίσης καταγράφονται στην Πανούκλα, σε μια πρώιμη, αλλά άμεσα αναγνωρίσιμη εκδοχή τους.
Εβδομήντα και πλέον χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου, είμαστε πιο συνδεδεμένοι μεταξύ μας (μεταφορικά μέσω του ίντερνετ, αλλά και κυριολεκτικά μέσω της ελαχιστοποίησης των αποστάσεων) από ποτέ στον πλανήτη και η ανεξέλεγκτη διασπορά του ιού προκαλεί τη μοιρολατρική ιδέα ότι πληρώνουμε το τίμημα αυτής της παγκόσμιας διασύνδεσης.
Το 2002, με την τρομάρα του SARS, ο ιός χρειάστηκε πέντε μήνες για να εξαπλωθεί παγκοσμίως, ενώ τώρα, με τον κορονοϊό, τέσσερις εβδομάδες ήταν παραπάνω από αρκετές από τη στιγμή που φταρνίστηκε η Κίνα μέχρι να κολλήσει ο υπόλοιπος πλανήτης.
Μένει να δούμε αν η χρονιά που κέρδισαν το βραβείο Όσκαρ τα Παράσιτα θα είναι επίσης η χρονιά που θα δοκιμαστούν οι αντοχές της σύγχρονης παγκοσμιότητας από μια πανδημία που, αν εξελιχθεί ως τέτοια, ελπίζει κανείς τουλάχιστον να αφήσει πίσω της τον μικρότερο δυνατό αριθμό θυμάτων αλλά και μια βαθιά ενσυναίσθηση για τους συνανθρώπους μας ανά τον πλανήτη που ζουν σε συνθήκες καραντίνας, στρατοπέδου συγκέντρωσης, εξορίας, εγκλεισμού και απομόνωσης, ασχέτως επιδημίας.
Όπως γράφει και στην Πανούκλα ο Καμί:
ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ: Κάθε φορά που χτυπάει το κινητό, υποθέτω ότι κάτι φριχτό συνέβη
Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΛΙΤΑΚΗ
Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο έχω αλλάξει πέντε-έξι φορές τον ήχο κλήσης του κινητού, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ακούγεται λιγότερο ως συναγερμός ή ως επείγουσα αναγγελία κρίσιμου και δυσοίωνου περιστατικού.
Πώς δεν παθαίνουν αλλεπάλληλα εγκεφαλικά τα άτομα που έχουν ως ringtone ρεφρέν κραυγαλέου καψουροσουξέ που σκάει ξαφνικά, χωρίς εισαγωγή και σε φουλ ένταση, μέσα στην ησυχία;
Ζήτημα ιδιοσυγκρασίας και σκληραγώγησης, μάλλον. Δυστυχώς, δεν μπορώ να βάλω κάποια διακριτική μποσανόβα ή κάτι αντιστοίχως υποτονικό και ανέμελο, διότι οι κλήσεις πρέπει να ακούγονται ανά πάσα στιγμή. Από τότε που η μάνα μου βρίσκεται σε φάση σχεδόν μόνιμης ανάγκης, οφείλω να βρίσκομαι διαρκώς σε εγρήγορση, σε περίπτωση που συμβεί κάτι έκτακτο. Κι έχει συμβεί πολλές φορές αυτό το διάστημα και συνήθως το επεισόδιο ξεκινά με μια κλήση στο κινητό, συχνά μέσα στη βαθιά νύχτα.
Ένας αιώνας περνά από τη στιγμή που ακούς την κλήση μέχρι την επόμενη, που τσεκάρεις να δεις ποιος είναι. Ακόμα κι αν τελικά ήταν ψεύτικος ο συναγερμός, η ανακούφιση είναι λυτρωτική αλλά η τρομάρα και το άγχος μένουν και αθροίζονται και σε τρώνε σαν το σαράκι.
Η παλιά ανέμελη σχέση με τη συσκευή, που αποτελεί πλέον αναπόσπαστη προέκταση της ύπαρξής μας, έχει σαλπάρει προ πολλού. Όπως έχουν τελειώσει και οι παλιές μαγκιές του τύπου «βγαίνω, αλλά δεν το παίρνω μαζί, άσε μην το χάσω κιόλας, αν, ο μη γένοιτο, συμβεί κάτι, θα το δω αργότερα».
Κάποτε, όχι και τόσο πολύ παλιότερα, ήξερες ότι αν χτυπούσε το κινητό αργά τη νύχτα, κατά κανόνα επρόκειτο για κάποιον μεθυσμένο φίλο που αναζητούσε συντροφιά ή για κάποια συναισθηματική τραγωδία που εκ των υστέρων δεν ήταν κάτι σοβαρότερο από τρικυμία σε σφηνάκι.
Τώρα πια, όμως, κάθε φορά που χτυπάει το κινητό, υποθέτω αυτομάτως ότι κάτι φριχτό συνέβη. . Φριχτό πράγμα να φτάσεις να μισείς και να απεχθάνεσαι το πιο οικείο και απαραίτητο εργαλείο της καθημερινής ζωής, που βρίσκεται πάντα κάπου εκεί κοντά, άμεσα προσβάσιμο και δυνάμει απειλητικό. Και όταν χτυπά, η αντανακλαστική αντίδραση είναι ένα τρομαγμένο ξάφνιασμα. «Τι φρέσκια κόλαση είναι τούτη πάλι;», που αναφωνούσε και η Ντόροθι Πάρκερ όποτε χτυπούσε άξαφνα το τηλέφωνο ή το κουδούνι της πόρτας.
Τηλεφωνοφοβία ή τηλεφοβία (telephobia), όπως έχει επικρατήσει, είναι ο κλινικός όρος.
Ποιος θα μου το έλεγε ότι θα βρισκόμουν κάποτε να πάσχω από μια vintage ασθένεια/κοινωνική φοβία, η οποία όμως «θερίζει» πολύ περισσότερο στις μέρες μας απ' ό,τι την εποχή που πρωτοδιαγνώστηκε, στα μέσα του περασμένου αιώνα...
«Κανείς δεν καλεί κανέναν πια στο κινητό για καλό» έλεγε επί σκηνής ο κωμικός Αζίζ Ανσάρι το 2015. «Αν πάρεις κάποιον τηλέφωνο, η αντίδραση είναι συνήθως η εξής: "Τι θες και με αγχώνεις; Έχεις πάρει φωτιά; Αν όχι, στείλε μου μήνυμα!"». Εξού και η γενιά των millennials, και πολύ περισσότερο οι ακόμα νεότεροι, έχουν βαπτιστεί Generation Mute («Η μουγγή γενιά»).
Αυτά όμως αποτελούν lifestyle γενικεύσεις.
Όταν οι περιστάσεις ζορίσουν, τότε σημαίνει η ώρα της επείγουσας κλήσης.
Σκηνή στο νοσοκομείο προχθές:
Ετικέτες
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ,
ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
ΔΕΚΑΕΤΙΑ 2010-2019 και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η δεκαετία που τα social media σκέπασαν τα πάντα
Toυ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΛΙΤΑΚΗ
Όταν μπήκα κι εγώ αργά και ασθμαίνων και με ανάμεικτα συναισθήματα –δισταγμός, φόβος έκθεσης, δέος, «τραβάτε με κι ας κλαίω»– στο παράλληλο σύμπαν των social media λίγο πριν από τα μέσα της δεκαετίας που λήγει σύντομα, είχε διαμορφωθεί ήδη σε μεγάλο βαθμό αυτό το σύστημα «κοινωνικής δικτύωσης» όπως το βιώνουμε στο κατώφλι του 2020.
Το Facebook έκλεινε μία δεκαετία ύπαρξης σχεδόν, το Twitter μία οκταετία και το Instagram, που ξεκίνησε το 2010, είχε κατοχυρώσει ήδη τη θέση του ως το επόμενο στάδιο ψηφιακού ναρκισσισμού και πεδίου ανάπτυξης μιας φωτογενούς ύπαρξης, λίγο πριν κατοχυρωθεί (το 2016) και επίσημα ο όρος «influencer» για να περιγράψει ένα άτομο που χρησιμοποιεί τη δημοτικότητά του στο μέσο για να πουλήσει συγκεκριμένο lifestyle και συγκεκριμένα προϊόντα.
Η είσοδός μου στον κόσμο των social media συνέπεσε με το τέλος της αθωότητας και της «United Colors of Benetton» οικουμενικότητας που ευαγγελίζονταν οι δημιουργοί αυτών των μέσων, όπως ήταν ήδη φανερό από το μέγεθος της εχθροπάθειας, της τοξικότητας, των άγριων αντεγκλήσεων και των αλληλοδιαγραφών μεταξύ «φίλων» και των χτυπημάτων κάτω από τη ζώνη που κυριαρχούσαν στον δημόσιο διάλογο του Facebook το 2014, στην ακμή της ελληνικής κρίσης.
Ακόμα όμως τότε επικρατούσε παγκοσμίως και σε μεγάλο βαθμό η αίσθηση ότι η ενασχόληση με τα social media αποτελούσε ένα ψυχαγωγικού τύπου κυρίως πάρεργο για έναν παράλληλο κόσμο και όχι για μια οντότητα που μοιάζει πλέον να καλύπτει με τον μανδύα της όλες τις εκφάνσεις της σύγχρονης ζωής.
Υπήρχαν ήδη καταγεγραμμένες οι δυστοπικές θεωρήσεις του φαινομένου, υπήρχε όμως συγχρόνως έντονη και η εντύπωση μιας παγκόσμιας ψηφιακής κοινότητας (και όχι «δικτύου» με την πιο δυσοίωνη έννοια) όπου τα νέα αυτά μέσα, εκτός από την επαφή με ανθρώπους κοινής αντίληψης και αισθητικής που δεν θα γνώριζες αλλιώς ή το συναπάντημα με παλιούς συμμαθητές, μπορούσαν να αναδείξουν την ισχύ μαζικών κινημάτων, όπως η «Αραβική Άνοιξη», με άμεσους και αποτελεσματικούς τρόπους που τα παραδοσιακά media όχι μόνο δεν μπορούσαν αλλά συχνά μπλόκαραν.
Ακόμα τότε η λειτουργία των social media δεν ήταν συνυφασμένη με βραχνά, με εθισμό, με επιθετική (και θρασύδειλη) συμπεριφορά, με trolling, με διαφθορά, με εκμετάλλευση και με σκάνδαλα τεράστιας σημασίας και κλίμακας, όπως η υπόθεση Cambridge Analytica.
Μόνο το Facebook αγγίζει (και ενίοτε παρενοχλεί) σήμερα πάνω από το ένα τρίτο της ανθρωπότητας, από την αρχή της δεκαετίας όμως η ταινία The Social Network (2010), με την υποβλητική καταγραφή της γέννησης της πλατφόρμας στους κοιτώνες του Χάρβαρντ, μας προειδοποιούσε για τα κακά ξεμπερδέματα που θα είχαμε με την υπερθυρεοειδική γιγάντωση τέτοιων μηχανισμών.
Άλλο τα social media, άλλο η ζωή εκεί έξω, λέγαμε όχι και τόσο παλιότερα.
Πλάνη οικτρά, αν παρατηρήσει κανείς πώς ο κόσμος εκδηλώνει πλέον «εκεί έξω» τα ίδια τικ, τις ίδιες προκαταλήψεις, τις ίδιες αυτοματικές συμπεριφορές, τα ίδια επικριτικά αντανακλαστικά και τις ίδιες σπασμωδικές αντιδράσεις που εκδηλώνει και στο πληκτρολόγιό του όταν λειτουργεί ως άβαταρ και όχι ως ζωντανό ον με σάρκα και οστά.
Άλλο ο Τραμπ στο παραλήρημά του στο Twitter και άλλο ο Τραμπ ως θεσμικό πρόσωπο που οφείλει να διατηρεί μια στοιχειώδη συγκρότηση και συνέπεια λόγου και έργου.
Lol, lol, lol: Είδαμε όλοι πόσο «άλλο» είναι...
Θυμήθηκα μια συνέντευξη που είχε δώσει το 2016 στην «El Pais» ο 90χρονος τότε Πολωνός κοινωνιολόγος, συγγραφέας και στοχαστής Ζίγκμουντ Μπάουμαν, ο οποίος είχε περιγράψει ήδη από τα τέλη του περασμένου αιώνα την εποχή της «ρευστής νεωτερικότητας» (ή μετα-νεωτερικότητας) που διανύουμε, όπου «όλες οι συμφωνίες είναι προσωρινές, φευγαλέες και ισχύουν μόνο μέχρι νεωτέρας».
Έλεγε, λοιπόν, σχετικά με τα social media, λίγο πριν αποχωρήσει από τον μάταιο, και όλο και πιο παράξενο και ρευστό τούτο κόσμο (πέθανε τον Ιανουάριο του 2017): «Η έννοια της κοινότητας έχει μετασχηματιστεί από κάτι με το οποίο γεννιέσαι σε κάτι που έχει να κάνει με καθήκον και με αποστολή. Αυτό που παρέχουν τα social media είναι ένα υποκατάστατο κοινότητας, αλλά στην ουσία είναι ένα δίκτυο. Η διαφορά έγκειται στο ότι κάποιος ανήκει σε μια κοινότητα, ενώ το δίκτυο τού δίνει την ψευδαίσθηση ότι ανήκει σ' αυτόν, νιώθει ότι ο ίδιος έχει τον έλεγχο.
Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούν τα social media ούτε για να συνδεθούν ούτε για να ανοίξουν τους ορίζοντές τους, αλλά για να νιώσουν ασφαλείς σε μια "comfort zone" όπου ακούν μόνο τον απόηχο της φωνής τους και βλέπουν μόνο την αντανάκλαση του προσώπου τους στην οθόνη.
Τα social media μπορεί να είναι πολύ χρήσιμα, μπορεί να προσφέρουν απόλαυση, αλλά...
Ετικέτες
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΚΤΥΩΣΗ,
ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ,
ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
ΕΘΝΙΚΑ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ Το «αυστηρά ακατάλληλο» Τζόκερ και το «κατάλληλο για όλους» ενήλικο μπουρδέλο των πρωινάδικων Ακατάλληλη κανονικότητα: Όλα τα παιδιά έχουν πρόσβαση στον πρωινό καημό της «Εύης, 32 ετών: Προσπαθώ να τα φτιάξω με τον αρραβωνιαστικό της πρώην κουνιάδας μου για να την εκδικηθώ που με χώρισε».
Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΛΙΤΑΚΗ
Ο,τι πιο σημαντικό και καθοριστικό έχω δει από σινεμά στη ζωή μου το έχω δει στην εφηβεία και ήταν συνήθως «ακατάλληλο», μυστηριώδες, σαγηνευτικό, ενήλικο – δηλαδή δεν ήταν το Ιντιάνα Τζόουνς (αγαπημένο μεν, παιδικό ή «αγορίστικο» δε), ήταν το Μπλε Βελούδο.
Σπανίως υπήρξε ζήτημα εισόδου σε αίθουσα προβολής «ακατάλληλης» ταινίας από το γυμνάσιο και μετά. Μια φορά θυμάμαι μόνο δεν μας αφήνανε με τίποτα να μπούμε να δούμε το The Wall, την υπερθυρεοειδική κινηματογραφική εκδοχή του άλμπουμ των Pink Floyd, στην Καλλιθέα νομίζω. Μικρό το κακό, αν θέλαμε πραγματικά τόσο πολύ να το δούμε, κάπως, κάπου θα μπουκάραμε. Στη χειρότερη, θα περιμέναμε να το δούμε σε κανένα θερινό, όπου ήταν πιο λάσκα τα πράγματα – ο βίος εν Ελλάδι είναι υπαίθριος και η γονική συναίνεση χαλαρή.
Ειλικρινά, δεν θυμάμαι κατά την εφηβεία, πρώιμη ή ύστερη, να έχω αναστατωθεί ψυχολογικά ή συναισθηματικά («ερωτικά», πάλι, όλη την ώρα, όπως όλοι οι άρρενες έφηβοι) από κάποια ταινία ανάρμοστη, υποτίθεται, για τρυφερές ηλικίες λόγω έντονης βίας, παθολογίας και νοσηρότητας. Ως παιδί, πριν από τα δώδεκα-δεκατρία δηλαδή, άλλη ιστορία φυσικά. Είχα δει κάποιες φορές (πάντα στο σινεμά ή στην τηλεόραση) θεάματα που μου είχαν προκαλέσει εφιάλτες και αγωνιώδη ερωτήματα για τη φύση της ενήλικης ζωής, αλλά δεν ήταν απαραίτητα θρίλερ ή σπουδές στη βία και στο σεξ.
Είναι πολύ δύσκολο, νομίζω, να προβλέψει κανείς τι είδους αφήγηση και εικονογραφία μπορεί να αγγίξει δυσάρεστα την παιδική ψυχοσύνθεση. Τίποτα δεν με είχε τρομοκρατήσει πιο πολύ ως παιδί από την γκροτέσκα, υδροκέφαλη φιγούρα του Μορφονιού στον Καραγκιόζη. Τρέχα γύρευε!
Τουλάχιστον τότε δεν ήταν εκτεθειμένα τα παιδιά στο ενήλικο μπουρδέλο (εντελώς κυριολεκτικά) των σύγχρονων «πρωινάδικων» της ιδιωτικής τηλεόρασης, με τη «Νίνα, 34 ετών: Τα έχω με τον σύζυγο της πρώην του άνδρα μου, θέλω να τον "δέσω" με ένα παιδί» ή με την «Εύη, 32 ετών: Προσπαθώ να τα φτιάξω με τον αρραβωνιαστικό της πρώην κουνιάδας μου για να την εκδικηθώ που με χώρισε». Αληθινά είναι και τα δύο αυτά παραδείγματα ή, τέλος πάντων, εμφανίζονται ως αληθινή επικοινωνία, «τώρα, ζωντανά στην εκπομπή μας», ακόμα κι αν είναι στημένα ή κονσέρβα και μεταδίδονται κάθε τόσο σε επανάληψη ως «φρέσκα».
Πολλά από αυτά τα «τηλεφωνήματα», μάλιστα, είναι τόσο μπερδεμένα στους βαθμούς συγγένειας που στοιχειώνουν τους σεξουαλικά εμπλεκόμενους, που παίρνει λίγη ώρα να τα αποκρυπτογραφήσει κανείς.
Φυσικά, αφού είναι μέρα-μεσημέρι και αυτά δείχνει η ελληνική τηλεόραση εκείνη την ώρα ως γυάλινο φόντο της καθημερινής ρουτίνας, τα προγράμματα αυτά είναι «κατάλληλα» ή «κατάλληλα για παιδιά άνω των 8» σύμφωνα με τη νέα –και εξίσου «ό,τι να 'ναι» με τις προηγούμενες– σήμανση των τηλεοπτικών προγραμμάτων που ισχύει στη χώρα από τις 30 Σεπτεμβρίου του τρέχοντος έτους.
Στο μεταξύ, οι ταλαίπωροι τρομοκρατημένοι γονείς, πιεσμένοι και από τους αυστηρούς κανόνες ελέγχου και ασφάλειας που επιβάλλει η σύγχρονη, βαθιά υποκριτική κουλτούρα υπερπροστασίας των ανηλίκων (που επιτρέπει το όργιο πρόωρης σεξουαλικοποίησης της προεφηβικής ζωής μέσω της μαζικής κουλτούρας και συγχρόνως μοιάζει να προειδοποιεί διαρκώς ότι καραδοκούν παιδόφιλοι παντού, σε κάθε γωνία), αναλώνονται σε...
Ετικέτες
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ,
ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ,
ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ,
ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ,
ΨΕΥΤΟΚΟΥΛΤΟΥΡΑ
ΔΙΕΘΝΗ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΨΩΝΙΣΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Από την ΠΑΣΠ στη NASA: Ένα αφήγημα εθνεγερσίας, επιστημονικής φαντασίας και «αιμορραγίας εγκεφάλων» στο εξωτερικό
Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΛΙΤΑΚΗ
Δεν νομίζω ότι σόκαρε κανέναν στην πραγματικότητα η περίπτωση της νεαρής επιστήμονος που, αφού κατέκτησε επίγειους τίτλους, απογειώθηκε στη συνέχεια για να ασπαστεί τα άστρα και το Διάστημα σαν κάποιο φιλόδοξο υβρίδιο ΠΑΣΠ και Star Trek.
Απλώς όλοι απολαύσαμε το viral των αποκαλύψεων για το θεαματικά παραφουσκωμένο βιογραφικό της, όπως νυσταλέα υπομειδιούσαμε με το viral των εξωγήινων επιτευγμάτων της που μας έκαναν υπερήφανους ως Έλληνες, όπως ο Γιάννης και ο Λάνθιμος.
Τι κι αν αποδείχτηκαν fake σε μεγάλο βαθμό οι επιδόσεις της κ. Αντωνιάδου στο διεθνές επιστημονικό στερέωμα;
Έχει γίνει πλέον συνείδηση ότι, σ' αυτόν τον κόσμο όπου ζούμε, όλοι κλέβουν λίγο-πολύ για να χτίσουν μια εικόνα που, αν φιλτραριστεί και «εκλαϊκευτεί» μέσα από την πριονοκορδέλα των δημοφιλών μέσων «ψυχαγωγίας και ενημέρωσης», δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά.
Εξάλλου, η διασταύρωση πληροφορίας είναι είδος υπό εξαφάνιση μέσα στη φούρια των κραυγαλέων τίτλων και το ανελέητο κυνήγι των «κλικ», ενώ το πάσης φύσεως τρολάρισμα έχει πάψει προ πολλού να είναι κατακριτέο − αντιθέτως, αποτελεί σαφώς πλέον μια κατοχυρωμένη πρακτική και μια όχι ακριβώς τίμια, αλλά πάντως θεμιτή και επικερδή δραστηριότητα.
Είπα-ξείπα, ρε παιδιά, δεν έγινε και τίποτα, πώς κάνεις έτσι; Το θέμα είναι να γίνει η δουλειά...
Εδώ έχουν στήσει τόσες και τόσες επιτυχημένες καριέρες άτομα που εμφανίζονται με φαντασιακά άβαταρ και μυθικά βιογραφικά ως προσομοιώσεις κάποιου άλλου πράγματος από αυτό που είναι, και στο φινάλε δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Όλοι, άλλωστε, μπορούμε λίγο-πολύ να ταυτιστούμε (έστω και με κάποια ντροπή) μ' αυτό το πανηγύρι ματαιοδοξίας, αν αναλογιστούμε τις περσόνες που επιμελώς καλλιεργούμε στα social media, προσμένοντας εκείνο το θριαμβευτικό viral που θα μας αναδείξει άπαξ διά παντός.
Δεν φταίει το Ίντερνετ, είμαστε εκ φύσεως επιρρεπείς στη μυθοποίηση του εαυτού μας και σε ό,τι αφορά τους άλλους είμαστε πρόθυμοι να πιστέψουμε ό,τι να 'ναι και ό,τι επιβεβαιώνει και χαϊδολογάει τις προκαταλήψεις και τις προσμονές και τις αυταπάτες μας.
Στην καλύτερη περίπτωση, είμαστε τύπου «βαράτε με κι ας κλαίω», μέχρι που κάποιος μάς σπρώχνει σε μια πίστα, στρέφει πάνω μας έναν προβολέα, μας κολλάει και μια ταμπέλα εντυπωσιακή και αόριστη κι εμείς απλώς στροβιλιζόμαστε στη σκηνή όσο υπάρχει κοινό.
Στη χειρότερη, έχουμε πειστεί απολύτως ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα και όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος, ακόμα κι αν αυτό που κάνεις (ή επιτρέπεις να περιφέρεται) λέγεται απάτη.
Απάτη;
Υπερβολές. Παρεξήγηση. «Απλώς δεν διέψευσα, κάντε μου μήνυση».
Στο κάτω-κάτω, ποιος ασχολείται με τη διάψευση; Η
διάψευση είναι μια ξενέρωτη αποκλιμάκωση ενός συναρπαστικού αφηγήματος,
ειδικά αν αυτό λειτουργεί ως αναισθητικό στον επίμονο επαρχιωτισμό μας
και στα συμπλέγματα κατωτερότητας που συντηρούμε ως «φυλή».
Ουδείς φάνηκε να το είχε ψάξει το συναρπαστικό (και εθνεγερτικό, εν προκειμένω) αφήγημα με πρωταγωνίστρια τη «διεθνή Ελληνίδα επιστήμονα που τα σπάει στο εξωτερικό, ανασταίνει νεκρούς και την προσκυνάνε στη NASA».
Εδώ που τα λέμε, γιατί να το ψάξεις;
Είναι τέλειο. Δεν υπάρχει λόγος καν να πατήσεις κλικ στην είδηση για λεπτομέρειες: το κοινοποιείς και ιδού (άλλο) ένα δείγμα της νέας γενιάς που αντιστάθηκε στην κρίση, της (διαστημικής) Ελλάδας που αντιστέκεται.
Ψοφάμε για καταστάσεις τύπου «from zeroes to heroes», όπως ήταν ο μνημειώδης τίτλος της «Guardian», νομίζω, την επομένη της κατάκτησης του Euro το 2004, γεγονός που, μαζί με τους Ολυμπιακούς, υπήρξε για μια στιγμή στον χρόνο η επιβεβαίωση μιας συλλογικής ψευδαίσθησης και...
Ετικέτες
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΗΛΙΘΙΟΙ,
ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ,
ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ,
ΣΟΥΡΓΕΛΑ,
ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΠΑΣΟΚοΣΥΡΙΖΑίος ΚΗΦΗΝΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Να 'τανε το '99 να 'ρθει μια βραδιά (Η τραγωδία της νοσταλγίας για την εποχή των συντριπτικών ψευδαισθήσεων, της χυδαίας «ευημερίας» και της θεσμικής κερδοσκοπίας πριν από είκοσι χρόνια.)
Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΛΙΤΑΚΗ
Είναι λυπηρό να βλέπεις διαρκώς ανθρώπους οι οποίοι μοιάζουν να έχουν κολλήσει με μια νοσταλγική εμμονή στο 1999 –ή στα πέριξ του– και περιμένουν ότι κάποια στιγμή, ως διά μαγείας ή μέσω χρονομηχανής, θα επιστρέψουν εκεί, στα ανέμελα χρόνια πριν μας πάρει και μας σηκώσει ο 21ος αιώνας, η ανασφάλεια, η Κρίση.
Δεν λέω, κι εγώ μια χαρά στην κοσμάρα μου ήμουν το 1999 – ωραία περνάγαμε με τα (έντυπα ακόμα) media στα ντουζένια τους, με το Internet ακόμα μικρό κι αθώο, με την άνοιξη της πρώιμης «μπλογκόσφαιρας», με τα ταξιδάκια μας, τις εξόδους μας και, κυρίως, τα νιάτα μας.
Ντροπή, όμως, να νοσταλγούμε ειδικά εκείνη τη χρονιά της μεγάλης συλλογικής ξεφτίλας, της χυδαίας εθνικής ψευδαίσθησης, του εύκολου (νεο)πλουτισμού, του αχαλίνωτου χρηματιστηριακού πάρτι (παρτούζας μάλλον, είναι πιο ακριβές), της γιγαντιαίας φούσκας που θέριευε και πρηζόταν μέχρι που έσκασε και μας πήραν όλους τα φλόκια, τη χρονιά που τα λαμόγια έγιναν θεσμικοί παράγοντες, η οργανωμένη κερδοσκοπία καθεστώς και ο κάθε μικρομεσαίος κατά φαντασίαν μεγαλοεπενδυτής με την ενθάρρυνση της πολιτικής εξουσίας, τη χρονιά που η τρέλα του οικονομικού τζόγου χτύπαγε καθημερινά «λίμιτ απ» και οι «ελδεάρχες» (ΕΛΔΕ = Εταιρείες Λήψης και Διαβίβασης Εντολών) είχαν γίνει οι προεστοί και οι αρχισυμβουλάτορες των τοπικών κοινωνιών, μέχρι που η μισή τουλάχιστον χώρα κατέληξε στον κουβά και κάποιους από αυτούς –όσους δεν εξαφανίστηκαν νύχτα– τους κυνηγούσαν μετά οι φεσωμένοι «επενδυτές» για να τους διαπομπεύσουν με πίσσα και πούπουλα, όπως στον «Λούκι Λουκ».
Όποιος είχε βρεθεί στη Μύκονο το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς (αλλά και τα αμέσως επόμενα χρόνια, παρά το σκάσιμο της φούσκας) είχε την ευκαιρία να θαυμάσει live το ντελίριο χυδαιότητας, παρακμής και πλήρους εξαχρείωσης που παιζόταν με πρωταγωνιστές κάτι κομπάρσους μέχρι πρότινος του νεοσύστατου επενδυτικού συστήματος, που από ψιλικατζήδες και παρατρεχάμενοι την είχαν δει «λύκοι της Γουόλ Στριτ», με όλη την αντίστοιχη συμπεριφορά.
Ναι, αλλά...
Ετικέτες
ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ,
ΠΑΡΑΚΜΗ,
ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ,
ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
"ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ" στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΜΜΑΤΟΣΚΥΛΑΡΟΠΛΗΚΤΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Δημοσιογράφος - πολιτικός - whatever (Η χαλαρή και προβλέψιμη μετάβαση δημοσιογραφικών «αστέρων» στην επαγγελματική πολιτική σκηνή)
Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΛΙΤΑΚΗ
Δεν χρειαζόταν να δω την αυθορμήτως στημένη σκηνή δημοσιοποίησης της υποψηφιότητας για την Eυρωβουλή του Κώστα Αρβανίτη την ώρα της τηλεοπτικής εκπομπής του ίδιου για να παγιωθεί μέσα μου η βαθιά δυσανεξία στους δημοσιογραφικούς αστέρες (σχεδόν πάντα για «αστέρες» πρόκειται) που κάνουν την τόσο χαλαρή, άνετη –ένα ελαφρύ πηδηματάκι, ανεπαίσθητο‒ και προβλέψιμη μετάβαση στην επαγγελματική πολιτική σκηνή.
Δημοσιογράφος - πολιτικός - whatever, δηλαδή, κατά την παλιά lifestyle υβριδική ιδιότητα, μοντέλο - ηθοποιός - whatever. Το είδα όμως έτσι κι αλλιώς από βίτσιο ‒ εκ των υστέρων προφανώς, σε βιντεάκι στο YouTube, δεν παρακολουθώ ενημερωτικές εκπομπές στην τηλεόραση, κρατική και ιδιωτική, αρκετά άχαρη και δυσάρεστη είναι η ζωή, και ακόμα περισσότερο η επικαιρότητα.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι αλλάζει κάποιος πίστα, αναζητώντας υψηλότερο κύρος και ενδεχομένως ανώτερο μισθό.
Ούτε ότι αποτελεί σχεδόν πάντα μια προδιαγεγραμμένη κατάληξη που μοιάζει με ανταμοιβή υπηρεσιών ή με ημι-αργομισθία πολυτελείας.
Ούτε ότι υπάρχει μια βαθιά αντίφαση μεταξύ του ελέγχου της εξουσίας και της άσκησης της εξουσίας (ναι, σιγά, αυτό μας μάρανε, αυτές οι διαχωριστικές γραμμές έχουν θολώσει προ πολλού).
Ούτε το άρθρο 1, παράγραφος δ του κώδικα δεοντολογίας: «Ο δημοσιογράφος δικαιούται και οφείλει: Να μεταδίδει την πληροφορία και την είδηση ανεπηρέαστα από τις προσωπικές πολιτικές, κοινωνικές, θρησκευτικές, φυλετικές και πολιτισμικές απόψεις ή πεποιθήσεις του». (χα χα, καρδούλες, λυπάμαι, κ.λπ.).
Ούτε καν επειδή επισφραγίζεται σε κάθε τέτοια περίπτωση η ομογενοποίηση των δύο επαγγελμάτων και παγιώνεται στους ψηφοφόρους η αίσθηση διαπλοκής και ματαιότητας.
Είναι κυρίως επειδή με εκνευρίζουν οι «διασημότητες» όταν πολιτεύονται έτσι χαλαρά. Και οι δημοσιογράφοι που μπαίνουν πανηγυρικά στις κομματικές λίστες ως διασημότητες μπαίνουν, ως ηχηρές μεταγραφές της τελευταίας στιγμής που, αν αποδειχτούν «παλτά», δεν χάθηκε κι ο κόσμος.
Κάπου εδώ θα πρέπει υποχρεωτικά να δηλώσω ότι δεν πρόκειται για μονόπαντη επίθεση στην κυβέρνηση η αναφορά στη συγκεκριμένη περίπτωση (παρ' ότι αποτελεί άλλο ένα παράδειγμα του υποδειγματικού και αλάνθαστου παλαιοκομματικού καθεστωτισμού και του κυβερνώντος κόμματος), ούτε για «ξέπλυμα» των αντιπάλων. Αυτό είναι το νοσηρό αποτύπωμα του σύγχρονου δημόσιου διαλόγου όπως ασκείται στα social media και κοντεύει να καταπιεί την όποια ψύχραιμη δημοσιογραφική αντίληψη έχει απομείνει ‒ με πιο επιρρεπείς, βεβαίως, τους ίδιους τους δημοσιογράφους. Θα πει κάποιος, εδώ πολιτεύεται η σάρα και η μάρα, εδώ το κόμμα του Λεβέντη το στηρίζει σταθερά ένα αλλόκοτο 3%, οι δημοσιογράφοι σε πείραξαν;
Καλύτεροι είναι, δηλαδή, οι δικηγόροι, οι γιατροί, οι πολιτευτές καριέρας, οι γόνοι και οι συγγενείς;
Μα, αυτοί δεν σβήνουν την προηγούμενη ιδιότητά τους όπως (οφείλουν να) κάνουν οι δημοσιογράφοι, ασχέτως αν κάποιοι αργότερα, αφού ολοκληρώσουν (διά της μη επανεκλογής) τη θητεία τους στα έδρανα –της Αθήνας ή των Βρυξελλών‒ επιστρέφουν δριμύτεροι στο προηγούμενο «λειτούργημα» και ενδεχομένως σοφότεροι, και σίγουρα ακόμα πιο κυνικοί από πριν.
Εκτός κι αν έχει τελικά δίκιο ο Άντριου Φέργκιουσον, πρώην διευθυντής της συντηρητικής εβδομαδιαίας επιθεώρησης «Weekly Standard», που κατέβασε οριστικά τα ρολά της τα Χριστούγεννα που μας πέρασαν, ο οποίος, με μια αποστροφή του που έχει μείνει παροιμιώδης, έμοιαζε να πιστεύει ότι οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα είναι πιο «σοβαρό», ακόμα και του πολιτικού: «Η δημοσιογραφία είναι...
Ετικέτες
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ,
ΠΟΛΙΤΙΚΗ,
ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
ΣΥΡΙΖΟΣΟΥΡΓΕΛΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: «Καλέ, αυτός την ψώνισε!»: Η δυσώδης περίπτωση του σταυροφόρου Πολάκη
Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΛΙΤΑΚΗ
Ας αφήσουμε κατά μέρος τα πολιτικά κόλπα και το πώς εκμεταλλεύονται το «υπόδειγμα Πολάκη» κύκλοι της συμπολίτευσης («καταπίνετε τα σκάνδαλα και διυλίζετε τον Πολάκη!») και της αντιπολίτευσης («αυτοί είστε!»). Ας αφήσουμε και τα στερεότυπα του κραυγαλέου «μαυρο-πουκαμισά» εκπροσώπου της λεβεντογέννας, που ο ίδιος ξεχειλώνει καθημερινά σχεδόν με τις φορτισμένες παρεμβάσεις του στη δημόσια σφαίρα και την πληθωρική ματσίλα που αναδίδει ο επιδεικτικός τρόπος του.
Είναι αυτή αποδεκτή συμπεριφορά ενός κρατικού λειτουργού, και μάλιστα σε τόσο ευαίσθητο πόστο;
Και όλα τα δίκια του κόσμου να είχε, τι παριστάνει ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας (τον υπουργό Ανδρέα Ξανθό έπρεπε να τον γκουγκλάρω για να θυμηθώ την ύπαρξή του); Τον μάγκα;
Υποτίθεται ότι οι μάγκες είναι λακωνικοί τύποι, αλλά αυτοί είναι άλλου είδους μάγκες μάλλον, πολύ παλαιάς κοπής, από αυτούς που τους πάτησε το τρένο.
Η συμπεριφορά του Παύλου Πολάκη μοιάζει με προσωπική εκστρατεία επαναφοράς του τύπου του (νεο)μάγκα που αναδύθηκε στο πολιτικό και πολιτισμικό κλίμα της δεκαετίας του '80.
Έλεγε προ διετίας περίπου σε συνέντευξή του στον Μ. Hulot o Νίκος Τσακνής, συγγραφέας του βιβλίου Η εγκυκλοπαίδεια του μάγκα: «Αν σταθούμε σε εκφράσεις όπως "υπέρ των λαϊκών συμφερόντων", "κάτω τα χέρια από τον λαό", "λαϊκή τέχνη" κ.ο.κ., τότε κάποιος πατερναλισμός αναδύεται, όπως υποκρύπτεται και κάποιο συμφέρον στην υπεράσπιση των "καλών" υποθέσεων. Αρκεί να φέρουμε στο μυαλό μας την εικόνα και τον λόγο του προστάτη ή του κηδεμόνα στον χώρο των κομμάτων ή του συνδικαλισμού. Αυτή η μαγική επίδραση που έχει το επίθετο "λαϊκός" μοιάζει μ' εκείνη που έχει ο "μάγκας". Και όπως δεν τα βάζουμε με τον λαό, έτσι δεν τα βάζουμε και με τον μάγκα. Ή, όπως δεν στρεφόμαστε εναντίον της λαϊκότητας, αν τύχει και χαρακτηρίζει έναν φονιά, έτσι μάλλον δεν τα βάζουμε με τη μαγκιά, όταν τη συναντάμε στον σκληρό πυρήνα της, με το εύκολο επιχείρημα ότι υπάρχουν και μάγκες που λερώνουν την υπόσταση της μαγκιάς... [σ.σ. η υπόσταση της μαγκιάς] είναι υπεράνω πάσης αμφισβητήσεως, και στον λαό και στο Κολωνάκι, και στα ρετιρέ και στα υπόγεια, και στα δυτικά και στα βόρεια προάστια, αφού ο μάγκας έχει το προνόμιο η έννοια που τον στεγάζει να είναι "λάστιχο"».
Πρόσφατες κοινωνιολογικές έρευνες, πάντως, έδειχναν ότι αυτό το πολιτισμικό πρότυπο είχε ατονήσει στην ελληνική κοινωνία.
Προφανώς όχι. Η κρίση το αναπτέρωσε και τα social media, τα οποία χρησιμοποιεί κατά κόρον ο αναπληρωτής υπουργός, το απογείωσαν.
Τζάμπα μαγκιά ή και θρασυδειλία ακόμα η ρητορική αντιπαράθεσης και καταγγελίας σ' αυτά τα μέσα, θα πει κανείς. Μαγκιά ή ψευτομαγκιά, όμως, η ουσία είναι η ίδια. Και όσο πιο χυδαία η ρητορική, όσο πιο χύμα το ιδίωμα, όσο πιο επιδεικτική η μαγκιά, τόσο πιο πιστευτή η καταγγελία. Κι άμα δεν γουστάρεις...
Ετικέτες
ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ,
ΠΟΛΑΚΗΣ Π.,
ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ,
ΠΟΛΙΤΙΚΗ,
ΣΟΥΡΓΕΛΑ,
ΣΥΡΙΖΑ,
ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο Γιώργος Μίνος στην έβδομη διάσταση - Το μακρύ, παράξενο τριπ ενός αδέσμευτου, κρατικοδίαιτου «αθλητικού» ρεπόρτερ.
Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΛΙΤΑΚΗ
Χρόνια τώρα το υποψιάζονται το δυστοπικό σενάριο όσοι επιμένουν μαζοχιστικά να παρακολουθούν τον λούμπεν σουρεαλισμό του ελληνικού πρωταθλήματος στην «Αθλητική Κυριακή», αλλά τώρα τελευταία μοιάζει προφανές: ο «ρεπόρτερ του ΠΑΟΚ» Γιώργος Μίνος δεν είναι άνθρωπος. Είναι σύμπτωμα, σημαίνον, ένσαρκη εγκατάσταση, άβαταρ, ολόγραμμα.
Υπερβολές, θα πει ενδεχομένως κάποιος, βρήκατε εκεί πέρα έναν κρατικοδίαιτο τύπο περίεργης ιδιοσυγκρασίας και σχιζοειδούς εκφοράς λόγου και τον κάνατε καλτ έμβλημα και εύκολο στόχο οπαδικής τρολιάς.
Μάλλον δεν θα έχει παρακολουθήσει το όργιο ανακόλουθης σκέψης και λογικών αλμάτων (επί κοντώ) που συνοδεύουν κάθε φορά τις ανταποκρίσεις του από τα ενδότερα του Δικεφάλου –κατ' άλλους «γαύρου»– του Βορρά.
Εννοείται ότι έχει αποπειραθεί να τον μιμηθεί πολλές φορές ο Μητσικώστας, αλλά το αποτέλεσμα δεν μπορεί καν να προσεγγίσει το πειραγμένο λογισμικό του πρωτοτύπου.
Εννοείται ότι έχει αποπειραθεί να τον μιμηθεί πολλές φορές ο Μητσικώστας, αλλά το αποτέλεσμα δεν μπορεί καν να προσεγγίσει το πειραγμένο λογισμικό του πρωτοτύπου.
Μόνο ο Γιώργος Γεωργίου πριν από μερικά χρόνια, θυμάμαι (υπάρχει το σχετικό βιντεάκι στο YouTube), είχε καταφέρει, την ώρα της τηλεοπτικής εκπομπής του, σε έναν εμπνευσμένο αυτοσχεδιασμό της στιγμής, να αποδώσει εν μέρει την πρωτοποριακή σύγχυση και την εκκωφαντική απουσία κάθε λογικού συνειρμού που διακατέχει τη σκέψη και τον λόγο του: «Γυαλιά, ποτήρι, χθες ο καραγκιόζης, σήμερα το τρόλεϊ, πήγα για μπάνιο και είδα, α, τι κάνει ο κινηματογράφος;...».
Μιλάμε για cut-up λογοτεχνία, για slam ποίηση, για performance art. Ο Γιώργος Μίνος μοιάζει πλέον να κατοικεί παρέα με τα Ελοχίμ και άλλες υπερβατικές οντότητες στην έβδομη διάσταση της (παοκτζίδικης) Υπερψυχής, εκεί όπου βλέπεις τα πάντα να συμβαίνουν έξω από σένα και τα περιγράφεις με την αντίστοιχη μέθεξη.
Για πολλά χρόνια αντιμετωπιζόταν από τους ιθύνοντες και τους προσκεκλημένους αθλητικών εκπομπών με μειδίαμα και συγκατάβαση, τον τελευταίο καιρό όμως όλο και κάποιος αγανακτεί και του τη λέει ευθέως ή πλαγίως, διακόπτοντας τη βασανιστικά μακρόσυρτη λιτανεία του υπέρ των γενναίων του Βορρά και ενάντια στο ανάλγητο κατεστημένο των Αθηνών.
Εκείνος δεν πτοείται. Ο προγραμματισμός του δεν του επιτρέπει να παρεκκλίνει από τη μεγάλη εικόνα. Ως γνωστόν, άλλωστε, «το παοκίζειν εστί φιλοσοφείν».
Μιλάμε για cut-up λογοτεχνία, για slam ποίηση, για performance art. Ο Γιώργος Μίνος μοιάζει πλέον να κατοικεί παρέα με τα Ελοχίμ και άλλες υπερβατικές οντότητες στην έβδομη διάσταση της (παοκτζίδικης) Υπερψυχής, εκεί όπου βλέπεις τα πάντα να συμβαίνουν έξω από σένα και τα περιγράφεις με την αντίστοιχη μέθεξη.
Για πολλά χρόνια αντιμετωπιζόταν από τους ιθύνοντες και τους προσκεκλημένους αθλητικών εκπομπών με μειδίαμα και συγκατάβαση, τον τελευταίο καιρό όμως όλο και κάποιος αγανακτεί και του τη λέει ευθέως ή πλαγίως, διακόπτοντας τη βασανιστικά μακρόσυρτη λιτανεία του υπέρ των γενναίων του Βορρά και ενάντια στο ανάλγητο κατεστημένο των Αθηνών.
Εκείνος δεν πτοείται. Ο προγραμματισμός του δεν του επιτρέπει να παρεκκλίνει από τη μεγάλη εικόνα. Ως γνωστόν, άλλωστε, «το παοκίζειν εστί φιλοσοφείν».
Δεν μπορεί κανείς, πάντως, να ισχυριστεί ότι εκπροσωπεί ακριβώς τη στόφα του τυπικού αθλητικού ρεπόρτερ –κατσικωμένου στη θέση του στον αιώνα τον άπαντα– που μαστίζει τα κρατικά μέσα από την εποχή της ΥΕΝΕΔ, κάνοντας το κοινό να αναρωτιέται τι είδους δόντι μπορεί να έχει το άτομο ή μήπως, τελικά, πρόκειται για ψυχικό, ρε παιδιά, και πάσχει ο άνθρωπος από κάποια ανίατη αρρώστια (για πόσα χρόνια όμως;).
Ο Γιώργος Μίνος είναι κάτι άλλο, πιο βαθύ, πιο αλλόκοτο.
Ο Γιώργος Μίνος είναι κάτι άλλο, πιο βαθύ, πιο αλλόκοτο.
Τι ακριβώς μπορεί να είναι αυτό (πέρα από το καθηλωμένο μεγαλείο του ΠΑΟΚ) παραμένει...
Ετικέτες
ΓΡΑΦΙΚΟΙ,
ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΤΟΜΕΑΣ,
ΗΛΙΘΙΟΙ,
ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ,
ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ,
ΣΟΥΡΓΕΛΑ,
ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Δεν τον άκουσες τον δόλιο σου πατέρα - Το θέμα της Έκθεσης ως πεδίο εθνικής περιαυτολογίας.
Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΛΙΤΑΚΗ
Ολόκληρο το –διδακτικού τύπου «τεχνικά», αλλά πλήρες συμπόνιας και κατανόησης– κείμενο του Γιώργου Θεοτοκά με τίτλο "Παραινέσεις ενός πατέρα του καιρού μας" (γράφτηκε πριν από μισό αιώνα και βάλε) «έπεσε» ως θέμα της έκθεσης στις φετινές πανελλήνιες εξετάσεις, προκαλώντας, όπως κάθε χρόνο, σχόλια κάθε είδους και προέλευσης.
Είναι κάτι σαν άκακος θεσμός, σαν εθνικό χόμπι ο σχολιασμός του θέματος – θεσμός με αυτοτελή ισχύ, ασχέτως της ουσίας των ίδιων των εξετάσεων και παρ' ότι κατά βάθος δυσκολευόμαστε πραγματικά να κατανοήσουμε όχι μόνο τον τρόπο αξιολόγησης του συγκεκριμένου «οικουμενικού» μαθήματος αλλά ακόμα και τον ίδιο τον ακριβή λόγο ύπαρξής του. Θα μπορούσε, υποθέτω, να γίνει ένα σύγχρονο, επικαιροποιημένο reboot του κειμένου του Θεοτοκά –με social media, ψηφιακό κάψιμο γενικώς, fake news, Εξάρχεια ενδεχομένως και κάθε λογής απόνερα της κρίσης–, αλλά στα μάτια του ταλαίπωρου εξεταζόμενου θα έμοιαζε λιγότερο με σύγχρονη μεταποίηση και περισσότερο με αλύπητο τρολάρισμα.
Σε κάθε περίπτωση, θα φαινόταν πολύ λιγότερο ειλικρινές από το αρχικό, παρ' ότι αυτό προέρχεται από μακρινές εποχές: «... Το ύφος σου απέναντί μου έγινε, καθαρά και ξάστερα, κριτικό. Γυρεύεις τα όριά μου και, φυσικά, αρχίζεις να τα ξεχωρίζεις. Με κρίνεις, με συγκρίνεις, με τοποθετείς σιγά-σιγά στη θέση που μου ταιριάζει. Ανακάλυψες κάτι που δεν το είχες φανταστεί, ότι υπάρχουν άνθρωποι καλύτεροι, σοφότεροι, σπουδαιότεροι από μένα. Συζητάς ζωηρά τις γνώμες μου· συχνά τις αντικρούεις. Αμφισβητείς τις πληροφορίες που σου δίνω. Ώρες-ώρες θα έλεγα πως σου αρέσει να προσδίδεις στη συζήτησή μας τον τόνο μιας αντιδικίας των γενεών...». Τουτέστιν, «ντάντι, μας την σπας», που έλεγαν και οι νεολαίοι στα '80s.
Πολύ πιο ενδιαφέρουσες είναι αυτές οι μελαγχολικού ύφους διαπιστώσεις, παρά οι παραινέσεις καθαυτές που για ένα 17χρονο άτομο μοιάζουν σαν εκνευριστικοί απόηχοι της ίδια καλοπροαίρετης, αλλά μονότονης λιτανείας που ακούει ξανά και ξανά από τα ενήλικα χείλη: «Να είσαι γνήσιος, αληθινός, ακέραιος σε ό,τι αισθάνεσαι, λες και πράττεις... να σέβεσαι τον άλλον, να προσπαθείς να τον καταλάβεις· να τον βοηθάς, αν αυτό περνά από το χέρι σου...» κ.λπ.
Όπως ήταν λογικό. όμως, στις σχετικές συζητήσεις στα «social» επέπλευσε περισσότερο το «πιασάρικο» εκείνο σημείο –που αποτέλεσε και υποερώτημα των εξετάσεων– με τον μαραγκό που είναι ανώτερος από τον επιστήμονα, εφόσον ο πρώτος μοχθεί και ο δεύτερος το ξύνει.
Κάποιοι το χαρακτήρισαν ακόμα και «λαϊκίστικο» το συγκεκριμένο απόσπασμα. Από την άλλη, είναι περίπου βέβαιο ότι αν ο Θεοτοκάς ήταν ενεργός σήμερα, θα είχε λοιδορηθεί ως ακροκεντρώος φιλελές, παρά το γεγονός ότι η μικροσκοπική Νέμεσίς του στον ακαδημαϊκό κόσμο –ο Κωνσταντίνος Τσάτσος– τον είχε χαρακτηρίσει κάποτε «υποχείριο των κομμουνιστών».
Προσωπικά, πάντως, αν έδινα εξετάσεις φέτος, θα είχα αποτύχει μάλλον στο μάθημα της Έκθεσης λόγω αξεπέραστου κολλήματος στην καταληκτική αποστροφή του κειμένου, που είναι σαν να σου λέει και λίγο άσ' τα να πάνε στο διάολο, τι να λέμε τώρα, θα τα δεις και μόνος σου: «Παρασύρθηκα όμως από τα λόγια μου και μου φαίνεται πως ξανάρχισα να συμβουλεύω. Σου το 'πα και πριν· δε ζητώ να σου επιβάλω έτοιμες απόψεις για τον κόσμο, αλλά μονάχα να σε βοηθήσω να ξεκινήσεις. Ύστερα, τράβα το δρόμο σου και σβήσε με, σιγά-σιγά, από τους λογισμούς σου, καθώς το θέλει η ζωή».
Σαφώς, πιο «επίκαιρο» θα φαινόταν ως θέμα ένα άλλο κείμενο του Θεοτοκά περί του ρόλου των νέων (με Ν κεφαλαίο) στο πλαίσιο μιας εθνικής κρίσης με τον τίτλο «Η αποστολή της Νέας Γενεάς» (1965, μετά τα Ιουλιανά), αλλά μάλλον δεν προτιμήθηκε λόγω έντονων σαιξπηρικών αναφορών και επικλήσεων στη δύναμη της μεγάλης ποίησης που, όσο να 'ναι, ξενερώνει και προκαλεί σύγχυση στον μέσο εξεταζόμενο (τι Νορβηγίες και Ελσινόρ και πτώματα μου λες τώρα...): «... Όταν ένας Τόπος παθαίνει έξαφνα μια γενική καθίζηση, σαν αυτή που γνωρίσαμε εμείς φέτος –καθίζηση της πολιτικής, των θεσμών, των ηθών, των ιδεών, των ελπίδων–, φυσικό είναι, ίσως και αναπόφευκτο, να...
Ετικέτες
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΠΑΙΔΕΙΑ,
ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ,
ΠΟΛΙΤΙΚΗ,
ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ (ΔΕΝ) ΣΒΗΝΟΥΝ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Έτσι που λες για τα ’80s
Toυ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΛΙΤΑΚΗ
Το έχω σκεφτεί να πεταχτώ κάνα δυο φορές να χαζέψω με την απόσταση του χρόνου τα διάφορα τοτέμ και φετίχ της εποχής –όλα σχεδόν απολύτως και βασανιστικά οικεία–, αλλά δεν έχω καταφέρει ακόμα να επισκεφτώ αυτήν τη μεγάλη έκθεση για τα ελληνικά '80s. Η αλήθεια είναι ότι κάτι μου βάζει τρικλοποδιά και μ' εμποδίζει να αναμετρηθώ με κάτι που αναπόφευκτα μοιάζει με ψυχαγωγικό μαυσωλείο για όλη την οικογένεια (να θυμούνται οι παλιοί και να απορούν οι νέοι), κάτι ανάμεσα σε αχανές θεματικό πάρκο και τρενάκι του τρόμου που στη διαδρομή πετάγονται ξαφνικά διάφοροι σκελετοί που γνώρισαν μεγάλες δόξες πριν από 30-35 χρόνια, μεταξύ της Αλλαγής και του «βρώμικου '89» (πάντα μ' άρεσε αυτός ο όρος, είχε ένα Κλιντ Ίστγουντ vibe).
Το παίρνω προσωπικά το ζήτημα με τα '80s, δεν με απασχολεί τόσο η αποτύπωσή τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι αλλά πάνω μου. Προέρχομαι σαφώς από κει και από τότε. Υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος μέσα μου που δεν γνώρισε ποτέ κινητό και Ίντερνετ (άντε να το συλλάβουν αυτό οι φρέσκες γενιές, δεν χωνεύεται με τίποτα). Δεν έχει να κάνει καθόλου με νοσταλγία, απλώς αναγνωρίζει κανείς έναν τόπο καταγωγής πιο σημαντικό από αυτόν που μπορεί να υποδηλώνει το κάθε επίθετο. Μου είναι εντελώς αδύνατο να διανοηθώ ότι θα μπορούσα να έχω περάσει προεφηβεία και εφηβεία (τουτέστιν τα χρόνια μιας ατέλειωτης και αγωνιώδους προσμονής) σε άλλη δεκαετία, όπως μου φαίνεται ασύλληπτο να μην είχα περάσει παιδική ηλικία στα '70s, σε προάστιο με αλάνες, ρέματα και άπλα και μετά σπίτι για φαγητό, σχολική ψιλομελέτη και «Μικρό σπίτι στο λιβάδι» στην τηλεόραση.
Φαντάσου, δηλαδή, να ήμουν έφηβος στην πρώιμη Μεταπολίτευση και να έχω μπλέξει με τίποτα ταγάρια και κομματικές νεολαίες ή στα '90s... χμμμ.
Τώρα που τα σκέφτομαι, τα '90s πέρασαν και ως μια αγρίως ξεχειλωμένη, παρατεταμένη εφηβεία (ή εφηβική καθήλωση, αν το εξετάσουμε παθολογικά), γι' αυτό όμως μοιάζουν –αν και πολύ πιο fun– πιο θολά και ασήμαντα σε σχέση με τα '80s, απ' όπου νομίζω ότι θυμάμαι τα πάντα.
Αυτό που έχει μείνει όμως δεν είναι τόσο οι παραστάσεις της εποχής, ούτε η φάση καφετέρια - ντίσκο - φροντιστήριο - βάτες - γκέτες και τα συναφή, αλλά μια μόνιμη εντύπωση, τα βράδια που γυρνούσα στο πατρικό με το τρόλεϊ, ότι υπάρχει μέλλον, μακρύ και αδήλωτο και γεμάτο συναρπαστικές εκπλήξεις και ανατροπές.
Δεν ήταν μόνο ότι ήμουν εγώ έφηβος και έβλεπα μπροστά μου επτά ζωές και βάλε, ήταν και η τελευταία φουτουριστική εποχή πριν μηδενίσει το κοντέρ και τα πάρει όλα παραμάζωμα ο μεταμοντέρνος σχετικισμός και ξεκινήσει το γαϊτανάκι με τις πάσης φύσεως αναβιώσεις, ανακυκλώσεις, remake, remodel και reboot.
Ποιος θα διοργάνωνε πανηγυρική έκθεση στα '80s για τα ελληνικά '50s; Ουδείς.
Το παρελθόν ήταν τότε ένα άχαρο, γκρίζο και υποφωτισμένο σύμπαν, χωρίς νέον και φλούο αποχρώσεις, και μόνο κάποιος παραλυμένος από τη νοσταλγία θα δήλωνε ότι ήταν καλύτερα «τότε».
Στα '80s, παρά το μόνιμα ασταθές πολιτικό κλίμα και τους διάφορους πρόωρους τοκετούς που θα γεννούσαν τη διάδοχη κατάσταση της Μεταπολίτευσης, ήταν διάχυτη η εντύπωση μιας πορείας προς την ευημερία και την ανασυγκρότηση, χωρίς να εκκρεμούν λογαριασμοί, παρεξηγήσεις και συλλογικές αυταπάτες.
Θα είχε ίσως πιο πολύ ενδιαφέρον μια αντίστοιχη έκθεση για...
Ετικέτες
ΕΛΛΑΔΑ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ,
ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ,
ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












