"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΓΙΑΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΓΙΑΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Πανούσειος θάνατος

Tης ΡΙΚΑΣ ΒΑΓΙΑΝΗ

Χθες το μεσημεράκι, με μια δήλωσή του στο ραδιοφωνικό σταθμό Real, ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη κύριος Γιάννης Πανούσης, μίλησε για το τέλος που ο «άγραφος νόμος» των φυλακών επιφυλάσσει σε μητροκτόνους, παιδοκτόνους  βιαστές και δολοφόνους ανηλίκων. «Πολύ γρήγορα θα έχουμε τον θάνατο και του δράστη», συμπλήρωσε. 
 


Και έτσι απλά, ένα πρόωρα καλοκαιρινό μεσημέρι του Μαΐου, ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη επανέφερε, με μια δήλωση, τη θανατική ποινή στην Ελλάδα.


Κι αν ο υπουργός και καθηγητής με ακαδημαϊκή εξειδίκευση στην Εγκληματολογία, σοκαρισμένος μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής του, φρίκαρε με το φονικό όπως όλοι μας; 


Αν αποφάσισε συνειδητά να ρίξει τον 27άχρονο Μπακαρτζίεφ στα σκυλιά, προεξοφλώντας το λιντσάρισμά του on air και σε ώρα ευρύτατης διείσδυσης;  


Αυτό θα ήταν συμβατό (κάπως) με την προσωπικότητά του, μόνο αν πέντε λεπτά αργότερα υπέβαλε την παραίτησή του.  


Τέτοια φράση δεν την εκστομίζεις από τέτοια θέση. Τόσο απλά. 


Αν δεν βγάλει τη νύχτα ο Μπακαρτζίεφ; 


Εννοείται πως δεν θα τον κλάψει μάτι. Μέχρι που μου περνάει από το νου ότι ίσως να ανακουφιστεί ως και η ίδια του η (Θεέ μου συγχώρα με) μητέρα.


  Όμως ο υπουργός; Τι θα σκέφτεται; Πώς ζει κανείς με το βάρος ότι από αρμόδια θέση, μπορεί να πάτησε τον αόρατο διακόπτη που έστειλε, έστω και τον χειρότερο όλων των κακούργων, στον θάνατο;  


Αυτή είναι μια ερώτηση από εκείνες που πέθαινα να ρωτήσω -και λάτρευε να απαντάει- με σύνεση, ψυχραιμία και κατανοητό επιστημονικό λόγο, ο Γιάννης Πανούσης που -λίγο- γνώρισα.


Στη γνώση και την υπομονή του ανδρός, βλέπετε, ποντάραμε για πολύ καιρό. Κάθε φορά που η εγκληματικότητα, η νεανική παραβατικότητα, ή κάποιο τρομερό φονικό που σόκαρε την κοινή γνώμη, μας ξεπερνούσε δημοσιογραφικά, του Πανούση την πόρτα χτυπούσαμε για να μας βοηθήσει. Δεν μας αρνήθηκε ούτε μια φορά - αυτός ήταν ο Πανούσης που -λίγο- γνώρισα. Για όλα αυτά, ένιωθα και νιώθω υπόχρεη.


Ωραίο τρόπο, σκέφτομαι, βρίσκω να του ξεπληρώσω τη βοήθεια: Να βγαίνω να φωνάζω στα δικτυακά καλντερίμια, πως χτες, πατριώτες, ο κύριος υπουργός διέπραξε μια ασυγχώρητη κι επικίνδυνη μαλακία. 


Δεν γίνεται όμως να μην το γράψω: 

ΘΡΗΣΚΕΙΑ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Το όπιο του Θεού


«Να ξεμπερδεύουμε με τις θρησκείες». Το είπε και ο Καρλ Μαρξ: «Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Ωκεανοί αθώου αίματος στο όνομα κάποιου θεού, χιλιάδες χρόνια τώρα. Κι όμως, οι θρησκείες είναι μια υπέροχη πατέντα, που αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να την εφεύρουμε.
 
Διδάσκουν επί χιλιάδες χρόνια στους απλούς ανθρώπους το δίκαιο και το άδικο, υπενθυμίζουν τη βεβαιότητα του θανάτου και την αναγκαιότητα μιας ενάρετης και δίκαιης επίγειας ζωής. Τιμωρούν ή επιβραβεύουν, απειλούν με Κολάσεις ή υπόσχονται Παραδείσους. 

Πώς να καθίσεις να εξηγήσεις σε έναν άνθρωπο που ξέρει μόνο τα πρόβατα, το χωράφι και την τύφλα του ότι δεν είναι σωστό να πεταχτεί στο διπλανό οικόπεδο, να πετσοκόψει τον γείτονα και να του βιάσει τις κόρες, την κατσίκα και τη γυναίκα; (όχι απαραιτήτως μ' αυτή τη σειρά).
 
Η ανθρωπότητα σφάζεται όχι επειδή την ψωνίζει με μια καλή ή κακή θρησκεία, αλλά επειδή ξυπνάει μέσα της το κακό θεριό. Συχνά το ξυπνάει η απληστία, η δίψα για εξουσία, και ακόμα συχνότερα, η φτώχεια, η εκμετάλλευση και η εξαθλίωση (είναι η πείνα, ηλίθιε).
 
H θρησκευτική ευσέβεια ίσως να έχει γλιτώσει τον κόσμο, μέσα στους αιώνες, από πολύ μεγαλύτερες τραγωδίες από όσες προκλήθηκαν στο όνομά της. Για να παραφράσω τον Τσόρτσιλ, ο φόβος του Θεού είναι σαν τη δημοκρατία: σαφώς και δεν είναι τέλειο σύστημα, αλλά είναι το καλύτερο που έχουμε - μέχρι στιγμής.
 
Oσο για τον θείο Καρλ, ευσεβώς παραθέτω την ακριβή μετάφραση της φράσης στην οποία περιέχεται το επίμαχο απόφθεγμα: μια εξόχως ποιητική διατύπωση, η οποία εννοεί το ακριβώς αντίθετο απ' ό,τι πολύς κόσμος νομίζει: 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Αλληλεγγύη ή ομερτά;


Tσάκωσαν έναν γιατρό με προσημειωμένα χαρτονομίσματα. Προέρχονταν από «φακελάκι» που φέρεται ότι ζήτησε και πήρε για να χειρουργήσει καρδιοπαθή (ο ασθενής, μετά την καταγγελία, δυστυχώς απεβίωσε). 

Σκεφτόμουν πώς να νιώθει σε τέτοιες περιπτώσεις ένας άλλος χειρουργός ή οποιασδήποτε ειδικότητας γιατρός ή όποιος άνθρωπος έντιμος (ζουν ανάμεσά μας, ξέρετε, και είναι πολλοί) που γνωρίζει τι συμβαίνει και συναντάει ή συναναστρέφεται έναν συνάδελφό του για τον οποίο είναι γνωστό (ή και αποδεδειγμένο) ότι είναι διεφθαρμένος.

Τι κάνεις σε τέτοιες περιπτώσεις; 

Συνεχίζεις να φέρεσαι με τυπική ευγένεια, σαν να μην τρέχει τίποτα; Εξοργίζεσαι για την «επίθεση» που δέχεται ο κλάδος και εφαρμόζεις αυτό που ονομάζουμε «συναδελφική αλληλεγγύη»; (Η «συντεχνιακή ομερτ», που λένε οι κακές γλώσσες;) 

Αποστρέφεις το βλέμμα; Ή έρχεσαι σε θορυβώδη ρήξη με ένα πρόσωπο ή πρόσωπα, στα οποία ουδεμία συμπάθεια οφείλεις, αφού η δική τους εγκληματική συμπεριφορά βλάπτει τη δική σου υπόληψη;

Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα - όσο και τα επαγγέλματα που έχουν και την ιδιότητα του λειτουργήματος. Γιατροί. Δικαστές. Ανθρωποι της ενημέρωσης. Πολιτικοί. Εφοριακοί. Συνδικαλιστές. Αστυνομικοί.

Σαν να έχουμε εγκλωβιστεί σε ένα αρρωστημένο πλέγμα κακώς εννοούμενης «αλληλεγγύης»: 
Κάνοντας πως δεν ξέρεις, δεν είδες, δεν πιστεύεις, όχι μόνο δεν προστατεύεις τους συναδέλφους σου, αλλά τους βλάπτεις με χειρότερο ίσως τρόπο.

Θέλει βέβαια λίγη σεμνότητα: 
Nα μην πας στο άλλο άκρο, να μη θεωρείς τον εαυτό σου μονίμως ανώτερο, και με λυμένο το ζωνάρι για να καταγγείλεις τα λάθη των άλλων. Μεγάλη μιζέρια κι αυτό.  

Αλλά και η... αλληλεγγύη έχει τα όριά της: 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Βάλε άλλη μία το βίντεο της παράγκας - ποτέ δεν ξέρεις


"Βλέπω συνέχεια σε μαγνητοσκόπηση το ματς Κόστα Ρίκα - Ελλάδα. Ασταμάτητα. Μέρα - νύχτα", με ενημέρωσε ένας φίλος που δεν πήρε πολύ καλά την ήττα. "Ακόμα ζω με την ελπίδα της πρόκρισης".

Γιατί όχι;  

Αν ακολουθήσεις τις ακροβασίες ενός πειραγμένου μαθηματικού μυαλού, σε κάποιο παράλληλο σύμπαν, να έχουμε προκριθεί εμείς και έχει χάσει η Κόστα Ρίκα. 

Αν επτά δισεκατομμύρια άνθρωποι δούμε σε επανάληψη από επτά δισεκατομμύρια φορές τον αγώνα, δεν αποκλείεται να ανοίξει το πόρταλ για έναν θεατή που θα "δει" επιτέλους τον αγώνα με καρφί στα δίχτυα το πέναλτι του Γκέκα. Το θέμα είναι να έχεις υπομονή μεγαλύτερη από το Σύμπαν.


Η προσέγγιση αυτή μου θυμίζει την πολιτική μας σκηνή:  
Εννιά εκατομμύρια εννιακόσιες χιλιάδες ζωντόβολα, από συστάσεως νέου ελληνικού κράτους και εντεύθεν, ψηφίζουμε, με μαθηματική ακρίβεια, ξανά και ξανά, τους ίδιους Κλούβιους και Σουβλίτσες. Φιγούρες για τις οποίες είχαν κοινή άποψη ο Φεραίος, ο Σουρής και όλοι οι έκκεντροι Eλληνες μέχρι από τον Αριστοφάνη έως το Χάρρυ Κλυνν.


Πράγματι, αν όλοι μας ψηφίζουμε αενάως - μέχρι το τέλος της αιωνιότητας, τις εκρήξεις των σούπερ νάβα και την επόμενη διαστολή του Σύμπαντος, το ίδιο πολιτικό σύστημα, ίσως:

Σε κάποια παράλληλη πραγματικότητα, οι άνθρωποι αυτοί ίσως κάνουν κάτι διαφορετικό από το ολόιδιο έργο που βλέπουμε: 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Αλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε...


Το πρώτο πράγμα που μας είπαν όταν μας κατσικώθηκε για πρώτη φορά η τρόικα στον σβέρκο, ήταν ότι πρέπει να συρρικνωθεί το Δημόσιο.

Ηταν το σημείο εκκίνησης, η αφετηρία από την οποία έπρεπε η Ελλάδα να ξεκινήσει τη «μεταρρύθμισή» της.

Πέρασαν τρία χρόνια. Εχασε πολύς, πολύς κόσμος τη δουλειά του στην Ελλάδα. Σχεδόν κανείς, όμως, δεν την έχασε από το Δημόσιο. Εννοώ βεβαίως το «στενό» Δημόσιο, τον σκληρό πυρήνα - γιατί στις ελεύθερες και εποχικές συνεργασίες, και στους άμοιρους τους συμβασιούχους, έγινε κανονική σφαγή.

Τώρα όμως έχει φτάσει το μαχαίρι στο ιερό κόκαλο: Οι πολιτικοί μας από τη μία έχουν δεσμευτεί χειροπόδαρα να απολύσουν κόσμο κι από την άλλη τρέμουν να το παραδεχτούν. Θα τους κάνουν με τα κρεμμυδάκια οι ψηφοφόροι, οι θυμωμένοι «πελάτες» του συστήματος διορισμών πάνω στο οποίο στηρίχτηκε ο... πολιτικός μας πολιτισμός τα τελευταία χρόνια.

Καταφεύγουν λοιπόν σε λεκτικά παιχνίδια: Προσπάθησαν να βαφτίσουν τις απολύσεις «διαθεσιμότητα»: Δεν τους βγήκε καθόλου, φούνταρε το σχέδιο. Τώρα προσπαθούν να τις πουν «κινητικότητα». 

Πικρά «χαιρετίσματα» στην Ευρώπη


Ο «ξαφνικός θάνατος» της Κύπρου, ήταν η ταφόπλακα της Ευρωπαϊκής ιδέας, της Ενωμένης Ευρώπης των λαών και των πολιτών. Η Ενωμένη Ευρώπη, αυτή στην οποία κάποτε πιστέψαμε, όχι μόνο δεν διέσωσε τον κυπριακό λαό, αλλά τον έσπρωξε με απίστευτα κυνικό τρόπο προς το χάος.

Οι τελευταίες μας αυταπάτες διαλύθηκαν. Τι έχει μείνει από την Ευρώπη που πιστέψαμε;  

Τίποτα. Στρατιές ανέργων, φαλιρισμένες επιχειρήσεις, εξαθλιωμένοι μετανάστες, δυστυχισμένοι και ανασφαλείς λαοί. Μια οργουελική μαυρίλα. 

Ενα κρεβάτι του Προκρούστη η Γηραιά Ηπειρος: Ο,τι περισσεύει από τα αποδεκτά «μέτρα» το ακρωτηριάζεις, ό,τι δεν φτάνει, το τεντώνεις - και αδιαφορείς αν δεν αντέξει και σπάσει.

Αυτή δεν είναι η Ευρώπη που έταξαν στους πολίτες της. Η Ευρώπη της κοινής ανάπτυξης, του ανθρωπισμού, της τέχνης, η Ευρώπη της ειρήνης και της συμφιλίωσης.

Το κοινό νόμισμα δεν αντιπροσώπευε μόνο μπακάλικα μοιράσματα παραγωγής: Αποτέλεσε, για εκατοντάδες εκατομμύρια πολιτών ένα κοινό σύμβολο, μια ομολογία συνύπαρξης.  

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Για ποιον χτυπά η καμπάνα

Της ΡΙΚΑΣ ΒΑΓΙΑΝΗ

Μέσα στα πολλά -και συγκλονιστικά- που ακούστηκαν στην υπόθεση Παπαγεωργόπουλου ξεχώρισα μια φράση: «Ψυχοδυναμικός εθισμός στο οικονομικό έγκλημα». 

Ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε από την έδρα, προκειμένου να ανατραπεί το περί προτέρου εντίμου βίου επιχείρημα της υπεράσπισης και να μην αναγνωριστούν ελαφρυντικά στους καταδικασθέντες.

Σαν να λέμε, σίριαλ κλέφτης, όπως λένε σε άλλες χώρες «σίριαλ κίλερ». 

Μήπως όμως αυτός ο «ψυχοδυναμικός εθισμός» δεν κουμπώνει μόνο στους θύτες; Μήπως έχει αντανάκλαση και στα θύματα;

Το σοκ της κοινωνίας προέκυψε περισσότερο από το άκουσμα της λέξης «ισόβια» και πολύ λιγότερο από την εξάρθρωση του κυκλώματος που λυμαινόταν επί χρόνια τον Δήμο Θεσσαλονίκης.  

Πεντέμισι μήνες κράτησε η δίκη, με όλες τις λεπτομέρειες φόρα παρτίδα. Δεν είδα κανέναν ιδιαίτερα συγκλονισμένο Ελληνα με τις αποκαλύψεις στην ακροαματική διαδικασία. Σαν να ήταν κάτι φυσικό. 

Οι ποινές αυτές καθαυτές ήταν που εντυπωσίασαν την κοινή γνώμη, όχι οι ίδιες οι πράξεις. 

Τι δεν πάει καλά εδώ; Εχουμε «ψυχοδυναμικά εθιστεί» στην ιδέα ότι μας κατακλέβουν;

ΚΟΙΝΩΝΙΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Δώστε σουβλάκια στον λαό

Της ΡΙΚΑΣ ΒΑΓΙΑΝΗ

Από την αστακομακαρονάδα στη σουβλακοφαγία ο δρόμος ήταν δύσκολος. Ενα στερητικό το περάσαμε, αλλά προσαρμοστήκαμε. Αλλά υπήρχε και πιο κάτω. Μελαγχόλησα όταν έμαθα ότι έπεσαν οι σουβλακοπωλήσεις κατά τριάντα τοις εκατό. 

«Φούσκα» και το σουβλάκι, το τελευταίο αποκούμπι;

Αρχισα να το ψάχνω. Δεν είναι ότι έχουμε ακριβώς στερηθεί τη δεύτερη μεγαλύτερη ελληνική απόλαυση. Απλώς «περιορίζουμε» την κατανάλωσή της σε επίπεδα λογικά.

Καθόταν (παλιά) μία παρέα πέντε ατόμων και παράγγελνε, έξω καρδιά, διακόσια εξήντα οκτώ καλαμάκια «να παίζουν». Διότι καλύτερα να περισσέψουν, παρά να ξεμείνουμε.  

Τώρα μετράμε πόσο πεινάμε, με πόσα θα χορτάσουμε και παραγγέλνουμε. «Τόσο, όσο». Οπως οι τουρίστες που κοροϊδεύαμε.

Μουρμουράγαμε μεταξύ μας οι Ελληνες:  

Το ακριβότερο δώρο!

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Της ΡΙΚΑΣ ΒΑΓΙΑΝΗ

Δεν νιώθουν το άγγιγμα της κρίσης, την αγωνία τού αύριο, την παγωνιά τού σήμερα. Τα μάτια τους πετάνε σπίθες από ενθουσιασμό και αταξία, ξεκαρδισμένα γέλια, χοροπηδητά ανάμεσα σε στολίδια, έλατα και πλαστικούς Αγιοβασίληδες. Κάθε μέρα στον κόσμο τους είναι γιορτή - και οι γιορτές είναι ένα μαγικό παραμύθι...

Τα παιδιά. Μπαίνουμε στον αστερισμό τους πια . Αυτές οι μέρες γιορτάζουν τον ερχομό ενός μωρού-Θεού. Ποιος δεν πιάνει το υπονοούμενο;

Θέλεις να τους προσφέρεις τα πάντα και δεν μπορείς - πολύ συχνά, στις σημερινές συνθήκες, δυσκολεύεσαι να τους εξασφαλίσεις ακόμα και τα βασικά. Τα κοιτάζεις και βλέπεις τον αυριανό ενήλικο, τα λυπάσαι από πριν για όσα δεν θα έχουν μετά.

Ποιος νοιάζεται για το «μετά»; Σίγουρα όχι τα σποράκια μας.

Το αύριο κανείς δεν μπορεί να το ξέρει, αλλά το σήμερα κανείς δεν μπορεί να σου το κλέψει. 

Περισσότερο από παιχνίδια, πράγματα και ζαχαρωτά, τα παιδιά αυτές τις μέρες διεκδικούν εμάς. 

Ολόκληρους εμάς, χωρίς την κατσουφιά, τον συσσωρευμένο θυμό χρόνων και το συνοφρυωμένο από τις έγνοιες βλέμμα. 

Κάποια χρόνια τώρα είχαμε χάσει τον δρόμο και «σκεπάζαμε» αυτές τις απαιτήσεις με υλικά αγαθά. Ισως ήρθε η στιγμή για το ακριβότερο δώρο:  

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η τελευταία ζωντανή κατσίκα

Της ΡΙΚΑΣ ΒΑΓΙΑΝΗ

Δίγλωσση χώρα. Ολοι -αλλά μόνο ανεπισήμως- παραδεχόμαστε το χούι μας «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα». Στα δύσκολα, στην πίεση, η πρώτη μας τάση είναι να τρώει ο ένας τον άλλον. Διδαχθήκαμε σχεδόν από τα γεννοφάσκια μας την εθνική κατάρα της διχόνοιας: Τη διδαχτήκαμε, αλλά δεν τη μάθαμε.

Να ψοφήσει, λοιπόν, η κατσίκα του βουλευτή με τον προκλητικά υψηλό μισθό. 

Και γιατί η δική μου; Λέει ο βουλευτής. Ας ψοφήσει καλύτερα η κατσίκα του δημοσιογράφου! 

Ορέ, αφήστε το ζωντανό μου κάτω, ωρύεται ο κονδυλοφόρος, το σωστό είναι να ψοφήσει η κατσίκα του νταλικέρη. 

Οπα, πετάγεται ο φορτηγατζής. Κάτω τα χέρια από την ασπρούλα μου, δεν κοιτάτε καλύτερα την κατσίκα του φαρμακοποιού;

Η συνέχεια είναι γνωστή και θα ήταν κωμική, αν δεν ήταν τόσο τραγική υπό το φως των συνθηκών: 

Ονειρεύτηκα την Ελλάδα

Της ΡΙΚΑΣ ΒΑΓΙΑΝΗ

Μετά από έκτακτη σύσκεψη  των  Συλλόγων  τους, οι Έλληνες δικηγόροι διαμαρτύρονται για την «εξωθεσμική» επίσκεψη εκπροσώπων της Τρόικας σε φορείς της Δικαιοσύνης. Επιφυλάσσονται δε, του δικαιώματός τους να επικαλεσθούν το άρθρο 120 του Ελληνικού Συντάγματος και συγκεκριμένα την παράγραφο 4, η οποία,  μεταξύ  άλλων,  όχι μόνο νομιμοποιεί, αλλά και καθιστά υποχρεωτική για τους Έλληνες την αντίσταση σε κάθε προσπάθεια βίαιης κατάλυσης της συνταγματικής τάξης. 

Αν βγάλεις στην άκρη τα ξερά νομικά, οι  δικηγόροι ονειρεύονται την Ελλάδα.

 

Ποιος τους χέζει τώρα τους δικηγόρους; Είναι γνωστό πρόκειται για ένα μάτσο  απατεώνες. Κι αυτοί και το σινάφι τους. Οι δικαστές; Κρύβε λόγια, μια παρέα είναι όλοι τους. Οι πολιτικοί; Είναι σάπιοι. Οι δημοσιογράφοι; Είναι γνωστό, αυτοί είναι ρουφιάνοι. Και αλήτες. (Και το χειρότερο όλων-δημοσιογράφοι).  Α, να μην ξεχάσω και τους δημόσιους υπάλληλους, που είναι όλοι διορισμένοι με μέσο, κάτι βολεμένα παράσιτα.
(Ονειρεύτηκα την Ελλάδα. Ονειρεύτηκα τον Σεφέρη και τον Καρυωτάκη-δημόσιοι υπάλλήλοι και οι δύο).


Ποιος να διαμαρτυρηθεί; 


Το βλέμμα του Οδυσσέα


Της ΡΙΚΑΣ ΒΑΓΙΑΝΗ

Εξι μήνες μακριά. Ποτέ δεν έχω λείψει περισσότερο από την πατρίδα μου. Ποτέ δεν έχω ζήσει για τόσο μεγάλο διάστημα σε μια τόσο οργανωμένη κοινωνία, όπως αυτή της Δυτικής Αυστραλίας. Πάντα γύρευα τα εξωτικά, τα αλλόκοτα, αλλά τούτο εδώ το πράγμα που έζησα, ήταν το πιο "εξωτικό" απ' όλα: Είδα ένα κράτος που λειτουργεί. Κανονικά, σαν κράτος.

Εξι μήνες να "κατασκοπεύω" αυτή τη γωνιά της Γης, με το στόμα να χάσκει. Δημόσιες υπηρεσίες ταγμένες στη γρήγορη και αποτελεσματική εξυπηρέτηση του πολίτη. Κοινωνικές δομές, καθαριότητα, δουλειές για όλους, ισότητα και δικαιοσύνη. Οποιος κι αν είσαι. Κι από την άλλη, ένα σύστημα αρραγές που δεν κατανοεί, δεν συγχωρεί και δεν αναγνωρίζει καμία παρέκκλιση. Αν αργήσεις τρία λεπτά σε μια συνάντηση, την έβαψες, αν παρκάρεις ενάμισι εκατοστό λιγότερο ή περισσότερο από την καθορισμένη απόσταση από το πεζοδρόμιο, την έφαγες (την κλήση). Αν διανοηθείς να ισχυριστείς οτιδήποτε που δεν είναι απολύτως ειλικρινές, σε πήρε και σε σήκωσε (ο νόμος)... Οποιος κι αν είσαι.

Εξι μήνες να κατασκοπεύω τον άντρα μου: Είναι διχασμένος. Από τη μία η επιστήμη, τα διεθνή ερευνητικά προγράμματα να δικαιώνουν τόσες σπουδές, τόση κούραση, τόσους κόπους. Κι από την άλλη, μια μόνιμη, βαθιά ρυτίδα σαν χαρακιά πόνου στο μέτωπό του - αμίλητο σημάδι πως του λείπει ο τόπος.

Εξι μήνες να ανιχνεύω στο βλέμμα του γιου μου: Οταν χάνεις τον δρόμο σου, τα παιδικά μάτια είναι πυξίδα. Στο βλέμμα του Οδυσσέα διακρίνω μια ανεπαίσθητη σκοτεινιά. Ισως να οφείλεται στο ξεσήκωμα απ' όλα όσα μέχρι πριν από έξι μήνες ήταν ο κόσμος του. Ισως πάλι να είναι μια δική μου, ανομολόγητη σκοτεινιά που καθρεφτίζεται στα ματάκια του.

Eξι μήνες και επιστροφή: Ποτέ δεν θυμάμαι -στα χρόνια μου τουλάχιστον- να βρίσκεται τόσο μετέωρο, τόσο αβέβαιο το μέλλον της χώρας μου. Το αεροπλάνο μας προσγειώνεται στο "Ελευθέριος Βενιζέλος". Μου βγάζουνε γλυκό, μου βγάζουνε και μέντα, μα για το φονικό, κανείς δεν λέει κουβέντα. Ούτε κι εγώ, Μόνο τα μάτια του μικρού κοιτάζω, που πεταρίζει τα βλέφαρά του ξυπνώντας από το βαρύ όνειρο μιας μεγάλης ξενιτιάς. 
"Ξύπνα, Οδυσσέα". 
"Φτάσαμε μαμά;".

Το βλέμμα του είναι πεντακάθαρο, γελαστό, σαν καινούργιο πρωινό του Mάη...

Το έτερό τους ήμισυ, (Δεν το 'χουν σε εκτίμηση...)

Της ΡΙΚΑΣ ΒΑΓΙΑΝΗ

Τι είναι αυτό που κάνει τους αξιοσέβαστους άντρες να ξεφτιλίζονται με τα πάσης φύσεως δουλικά; Μη φωνάζετε, η φράση «δουλικά» δεν είναι δική μου, τη δανείστηκα από τον «Πειρασμό» του Ξενόπουλου.

Ο Στρος Καν και η καμαριέρα, Ο Κλίντον και η Μόνικα. Ο Σβαρτσενέγκερ και η υπηρέτρια. Ο Χιου Γκραντ και η πόρνη των 20 δολαρίων. Ο κατάλογος είναι μακρύς - και σ΄αυτόν δεν περιλαμβάνονται μόνο ξένοι, αλλά και Ελληνες προβεβλημένοι άνδρες, μην τα σκαλίζουμε και πολύ.

Εκτός από το προφανές, δηλαδή την ακαταμάχητη έλξη που τους ασκεί μια γυναίκα σε κατώτερη κοινωνικά θέση από τη δική τους, όλοι οι προαναφερθέντες έχουν και ένα άλλο κοινό σημείο: . Οι σύντροφοί τους δεν είναι όποιες κι όποιες. 

Η κυρία Στρος Καν είναι η Αν Σενκλέρ, γυναίκα-μύθος της γαλλικής τηλεοπτικής δημοσιογραφίας, μια κούκλα με μυαλό-ξυράφι, και προσωπικότητα μοναδική. 

Η Χίλαρι Κλίντον, ας μη γράψουμε περισσότερα, είναι απλώς η Χίλαρι. 

Η Μαρία Σράιβερ, η σύζυγος του Εξολοθρευτή; Κόρη Κένεντι, (τίτλος «πριγκιπικός» στις ΗΠΑ), γοητευτική, επίσης διακεκριμένη συγγραφέας και δημοσιογράφος, Η Λιζ Χάρλεϊ, στον καιρό της, περιζήτητη στο Ηνωμένο βασίλειο, το θηλυκό που όλοι ονειρεύονταν να έχουν στο πλευρό τους. Κι όμως... «Καλά, μ' αυτήν; Αυτή βρήκες;»

Συχνά, τα παραστρατήματα μεγάλων ανδρών με «λαϊκά κορίτσια» ερμηνεύονται μέσα από την ανάγκη του άντρα να επιβεβαιώνει την αρσενική του υπεροχή: Ο γάμος με μια εξίσου διάσημη, πάμπλουτη και τσαμπουκαλού κυρία, δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για επιδείξεις ισχύος. Η απλή, πτωχή κορασίς με τη στολή της υπηρέτριας λειτουργεί αφενός σαν αφροδισιακός μαγνήτης και αφετέρου σαν μια κίνηση κρυμμένης επιθετικότητας απέναντι στην ευνουχιστική απειλή της συντρόφου. Οι κυρίες αυτές βρίσκονται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση - από τη μια πρέπει να υπερασπιστούν τον σύντροφό τους, αλλά και την προσωπική τους κοινωνική και πολιτική ατζέντα.

Κι από την άλλη, έχουν να χειριστούν το πώς θα απαντήσουν ιδιωτικώς, αλλά και δημοσίως στο πικρό ερώτημα που έχει δηλητηριάσει εκατομμύρια σπίτια -άσημα και διάσημα -στη Γη. «Καλά, μ΄αυτήν; Αυτήν βρήκε»;  

Από τον Ξενόπουλο του «Πειρασμού» μέχρι τον «Εραστή της Κομμώτριας» του Λεκόντ αναζητείται ακόμα απάντηση...

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική...

Tης ΡΙΚΑΣ ΒΑΓΙΑΝΗ

Αρχαία Ελληνικά διδάσκονται παντού στον πολιτισμένο κόσμο, αλλά Νέα Ελληνικά; Η καθομιλουμένη, η δημοτική μας γλώσσα, ως πανεπιστημιακό μάθημα;

Χειμωνιάζει στο Περθ, σκοτεινιάζει νωρίς. Εχει νυχτώσει όταν παρκάρω έξω από το κτίριο της Ελληνικής Κοινότητας, όπου φιλοξενείται το τμήμα Νέων Ελληνικών της Εδρας Ανθρωπιστικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Νοτρ Νταμ. Οι εγκαταστάσεις της κοινότητας, μαζί με την εντυπωσιακή Μητρόπολη, πιάνουν δύο μεγάλα οικοδομικά τετράγωνα, στο Νόρθμπριτζ, στη ζωηρή, κεντρική γειτονιά της πόλης. Το ελληνικό δαιμόνιο κατάφερε να αποκτήσει τον θησαυρό αυτό σε καιρούς παλιούς και τιμές προσιτές. Ωστόσο, το εσωτερικό προδίδει οικονομικά στενέματα: Τριμένες μοκέτες, φθαρμένα έπιπλα, όλα όμως πεντακάθαρα και με αγάπη τακτοποιημένα.

Το μάθημα παρακολουθούν και εξωπανεπιστημιακοί φοιτητές κι έτσι όλες οι ηλικίες αλλά και οι εθνικότητες είναι συγκεντρωμένες στην αίθουσα. Κάθομαι ανάμεσα στη Ναταλί, μια γοητευτική πιτσιρίκα από το Ιράν, και τον Αντώνη, ένα αστραφτερό παιδί Καστελοριζιών, τρίτης, ίσως τέταρτης γενιάς μεταναστών. Δυσκολεύεται πολύ με τα Ελληνικά του.  
Κάποιος εδώ μου είπε πως κάθε φορά που πεθαίνει μια γιαγιά στο Περθ, σβήνει μαζί της κι ένα κομμάτι Ελλάδας. Ο λέκτορας, ο κύριος Σάββας Παππασάβας, συναισθάνεται την επικείμενη εξαφάνιση των Ελληνικών από τη Δυτική Αυστραλία, σαν προσωπική απειλή εναντίον της ίδιας του της ύπαρξης. Κι έτσι ακριβώς την αντιμάχεται. Διδάσκει παλλόμενος, διδάσκει με όλο του το σώμα, λες και παίρνει ρεύμα από μια αόρατη πρίζα, σπέρνει οξείες, συλλαβές και άρθρα, για να θερίσει πτώσεις και γένη. Δεν χαλαρώνει στιγμή - ούτε δευτερόλεπτο δεν φεύγει ανεκμετάλλευτο. Στο σχόλασμα είναι ξέπνοος, σαν να έχει σκάψει δύο στρέματα χωράφι μόνος του, σαν να έχει πλακωθεί στο ξύλο με έξαλλες, αόρατες προπαραλήγουσες.

Κάνει έργο μοναχικό, αλλά δεν είναι ο μόνος. Υπάρχει μια χούφτα ανθρώπων εδώ στο Περθ, σε διαφορετικά πόστα, «ταγμένη» στην ίδια αποστολή - μόνο ο περιορισμός του χώρου της στήλης με εμποδίζει να τους αναφέρω ξεχωριστά.

Από τις επισκέψεις στα λιτά, φτωχά σε μέσα ελληνικά σχολεία, φεύγω κουρασμένη, αλλά πάμπλουτη. Θυμάμαι ότι μέσα μου κουβαλάω έναν θησαυρό, που τον απέκτησα σε καιρούς παλιούς και τιμές προσιτές, έναν γλωσσικό θησαυρό που σήμερα άλλοι αγωνιούν να αποκτήσουν ένα ψήγμα του.

«Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική. Το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου. Μονάχη έγνοια μου η γλώσσα στις αμμουδιές του Ομήρου...».

Αξιος εστί ο ποιητής.

Και αξιότερος ο δάσκαλος.

Το αρνί των Ελλήνων της διασπορας

Της ΡΙΚΑΣ ΒΑΓΙΑΝΗ

«Μην ξεχάσετε να πάρετε το αρνί από το χωριό», βρυχήθηκε στο τηλέφωνο η Μαριλένα -και οικοδέσποινά μας- τη φετινή Λαμπρή... Η εντολή δόθηκε την ώρα που επιστρέφαμε από τον ινδουιστικό ναό του Ουλουβατού, στο Δυτικό Μπαλί, χαμένοι στη ζούγκλα - και στη μετάφραση... «Να πάρουμε τι;» «Το αρνί, βρε ούφο! Τι θα φάμε το Πάσχα;» Κολλημένη στην κίνηση ανάμεσα στο Ντενπασάρ και την Κούτα, (φτυστή η Κορίνθου-Πατρών μετά από τριήμερο) σκεφτόμουν όλα τα αρνιά που έφαγα «μακριά» όπου με έστελνε η δουλειά, η περιέργεια, η ανάγκη.

Το αρνί στη Φιλαδέλφεια: Ολη νύχτα τύλιγαν γαρδούμπες οι Αμερικάνες, ακολουθώντας οδηγίες από τις Ελληνίδες πεθερές τους, ντυμένες με τα τσεμπέρια του χωριού που δεν θα ξανάβλεπαν ποτέ, παρέα με παιδιά κι εγγόνια που δεν μιλούσαν λέξη ελληνικά.

Το αρνί στο Λονδίνο - πικρή γεύση στη μαγειρίτσα και αγωνία για τον άνθρωπό μας που πάλευε στο νοσοκομείο. Ολόγυρά μας οι Ελληνες φοιτητές με τις λαμπάδες, γεμάτοι νοσταλγία για το σπίτι, αλλά δίψα για μόρφωση, ακριβά πληρωμένη, που δέκα χρόνια αργότερα θα τους ξέβραζε στην ξέρα τού «άνεργος με δύο μάστερ».

Το αρνί στη Μελβούρνη: Ψοφόκρυο και παγωμένη βροχή, στην εκκλησία του Σάου Γιάρα, και μετά μαγειρίτσα «πειραγμένη» στο Press Club, το παλιό τυπογραφείο που ο Τζορτζ Καλομπάρης -αστέρι στην αυστραλιανή γαστρονομία-, είχε μετατρέψει σε ναό προχωρημένης ελληνικής γεύσης. Οταν έφυγαν και οι τελευταίοι «κανονικοί» πελάτες, βγήκαν τα τσιγάρα, οι ρακές και τα μπουζούκια.Το αρνί, πάλι εδώ, «στα μέρη του Μπαλί». Αριστοκράτισσα αγγλοσαξονικής καταγωγής η οικοδέσποινα, το σέρβιρε «λουκούμι» στη βίλα της. Πήγε να αποσύρει το άδειο ταψί η λαίδη από το τραπέζι και ο Λουκάς τής δάγκωσε το χέρι γαβγίζοντας «Νο, γκαμότο, παπάρα!» αναφώνησε βουτώντας την ψωμάρα του στη σάλτσα του ριγανάτου.

Το αρνί στο Περθ, στη Δυτική Αυστραλία: Θα το σερβίρει ο Γιάννης -φτυστός ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης-, στο ημιανεξάρτητο τριπολιτσιώτικο κράτος που διατηρεί υπό τη φαινομενικά αθώα επωνυμία «Piter's by the Sea», στην παραλία του Σκάρμπορο. Κάργα τα τσάμικα στα μπλάστερ και στις γιγαντοοθόνες θα προβάλλονται -όπως πάντα- τοπία και στιγμιότυπα απ΄όλη την Ελλάδα. «Να βλέπουν να ξεστραβώνονται», όπως είπε κάποιος πατριώτης για τους ντόπιους πελάτες. Ντροπή...

Αλλά λέμε και μία κουβέντα, πάνω στο κρασί. Η πάνω στο αρνί...

Σε όλους τους Ελληνες της διασποράς, με απέραντη αγάπη και συναδελφικούς πλέον χαιρετισμούς, εύχομαι Καλή Ανάσταση.

Παγκοσμιοποίηση, έχεις ταλέντο

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Γράφει η ΡΙΚΑ ΒΑΓΙΑΝΗ

Βραδάκι. Το παιδί στο κρεβατάκι του, οι ρυθμοί πιο χαλαροί: Λίγο τηλεόραση, να «χαζέψουμε»; «Dancing with the Stars», «Μάστερ Σεφ», «Εξ Φάκτορ», τα γνωστά προγράμματα που προσφέρονται για να χαλαρώσει κανείς πριν από τον ύπνο.

Τα προγράμματα στην τηλεόραση εδώ, στη Δυτική Αυστραλία, είναι τόσο ίδια, τόσο οικεία, με τα «ελληνικά» (που λέει ο λόγος) αντίστοιχά τους, που καταντάει αλλόκοτο.Αντί να ψυχαγωγούμαι, ψυχο-συγχύζομαι. Ανατριχιαστικά πανομοιότυπες οι εκπομπές, είτε στην Ολλανδία τις βλέπεις, είτε στην Ινδονησία, είτε στην Αμερική. Η γλώσσα δεν έχει σχεδόν καμιά σημασία. Ολα τα σκιάζει και τα πλακώνει η ιερή αγελάδα του προτηγανισμένου «κόνσεπτ». Ιδια σκηνικά, ίδια πλάνα, ίδια φώτα, εφέ, ίδια γεύση.

Δεν ξέρω κανέναν από τους ανθρώπους που «χορεύουν με τ' αστέρια» αυτής της χώρας: Τι σημασία έχει; Ο συνδυασμός είναι ολόιδιος. Η αθλήτρια, η πολιτικός, ο τηλεστάρ, ο ηθοποιός, το μοντέλο. Στο «μαγειρικό σόου» η ίδια αγωνία, για ένα παραβρασμένο μπιζέλι. Παραδίπλα, ξελαρυγγιάσματα επίδοξων ποπ-σταρ και τα αναμενόμενα ειρωνικά σχόλια από την κριτική επιτροπή του «Ταλέντου».

Τι σχέση έχει ένας τηλεθεατής από τον Βόλο, ας πούμε, μ' έναν κάτοικο της Αλάσκας;Κι όμως, και οι δύο θα συγκινηθούν με τη μεσόκοπη τηλεπερσόνα που γκρεμοτσακίστηκε στο φοξ-τροτ, και οι δύο θα καρδιοχτυπήσουν επειδή δεν έδεσε το κονφί πάπιας με τα καραμελωμένα εσαλότ. Γεννήθηκαν τόσο μακριά, τόσο πολύχρωμα διαφορετικοί, κι όμως, κοίτα τους τώρα: Εχουν πια τα ίδια γούστα, πλένουν με το ίδιο απορρυπαντικό, οδηγούν τα ίδια αυτοκίνητα, χάσκουν με τα ίδια θεάματα. Τρέφουν και τρέφονται από την ίδια μηχανή που είναι πια πολύ κουρασμένη (ή πολύ άπληστη) για να ασχοληθεί με το τι θα άρεσε στον καθένα μας, ανάλογα με τα γούστα, την ιστορία και τον πολιτισμό του.

Τώρα η μηχανή αποφασίζει τι θα μας αρέσει, πώς θα το φάμε και τι ώρα. Αλέθει την τροφή μας και μας ταΐζει μαζικά έναν προ-μαγειρεμένο, εύπεπτο πολτό. Κι εμείς ανοίγουμε το στόμα και χάβουμε χαρωπά.

Μέχρι να έρθει η σειρά μας να αλεστούμε...

Ανοιχτή επιστολή προς τον Θεό!

Της ΡΙΚΑΣ ΒΑΓΙΑΝΗ

Αγαπητέ Θεέ, σου γράφω σήμερα από πολύ μακριά. Ισως το γράμμα μου σου φανεί λίγο άγαρμπο, άλλα το γράφω με μεγάλη ειλικρίνεια και πολύ σεβασμό: το τελευταίο πράγμα που θέλω είναι να Σε εκνευρίσω, ειδικά τέτοια εποχή.

Διότι, χωρίς παρεξήγηση, αγαπητέ Θεέ, τον τελευταίο καιρό δείχνεις -πώς να το πω;- πολύ ζοχάδας. Χίλια συγνώμη, αλλά τι Σου συμβαίνει; Γιατί δεν μας αφήνεις να κλείσουμε ούτε δεκαπενθήμερο, σ' αυτόν τον ρημαδο-πλανήτη, χωρίς να μας φύγουν τα κλαπέτα από την τρομάρα;

Μας έχεις κάνει καρδιακούς Μεγαλοδύναμε. Πλημμύρες. Χρεοκοπίες. Σεισμοί. Καταποντισμοί. Τσουνάμια. Πόλεμοι. Πυρηνικά ατυχήματα (ξέρω, αυτό το τελευταίο να μη Σου το χρεώνω, αλλουνού είναι η στραβή, αλλά ας μην κολλάμε στις λεπτομέρειες: δεν σου γράφω για να τσακωθούμε, αλλά για να τα βρούμε).

Πες μου, Παντοδύναμε, τι δεν πάει καλά τελευταία; Εχεις μοναξιές; Μας κάνεις κάποια πλάκα; Κάναμε κάτι εμείς; Μήπως διαφωνείς με την ελληνική συμμετοχή στη Γιουροβίζιον; Να στείλουμε άλλο τραγούδι! Μήπως δεν σου αρέσει η Ευγενία Μανωλίδου στο «Μάστερ Σεφ»;

Να την αλλάξουμε! Να κάνουμε και την υπέρτατη θυσία δηλαδή. Είμαστε ανοιχτοί σε διαπραγματεύσεις, δεν χρειάζεται να μας ξεκάνεις όλους μαζί. Εχεις κάτι προσωπικό με τους Ιάπωνες, τους Λίβυους, τους Αυστραλούς ή τους Νεοζηλανδούς και τους καρπαζώνεις επιλεκτικώς; 'Η τα έχεις πάρει γενικώς με όλους μας και μας αλλάζεις τον αδόξαστο; Είσαι θυμωμένος μαζί μας;

'Η μήπως (Θεέ μου συχώρα με) απλώς βαριέσαι; Ο,τι και να συμβαίνει, Πανάγαθε, το πιάσαμε το υπονοούμενο. Εχεις τα νεύρα σου. Σε παρακαλούμε τώρα να δώσεις ημίχρονο, να χτυπήσεις ένα κουδούνι, να βγούμε στην αυλή για διάλειμμα. Ο,τι καταλαβαίνεις Εσύ τέλος πάντων. Αρκεί να πάρουμε μια ανάσα. Με άλλα λόγια, βάλε μια ρέγουλα στις σφαλιάρες, Παντελεήμονα. Οι πελάτες εδώ δυσανασχετούν ?και ο Αλλος είναι πολύ καλός πλασιέ?

Στην πατρίδα μου χθες γιορτάζαν τον Ευαγγελισμό: η λέξη αυτή σημαίνει «καλό νέο». Τι περιμένεις; Στείλε ένα!

Συγνώμη για το θράσος και που τα λέω έτσι άγαρμπα. Είπαμε, στις προσευχές είμαι σκράπας. Αλλά ένα «καλό νέο», Πανάγαθε, μπορώ να το αναγνωρίσω: ένα φωτεινό σημάδι μέσα στο σκοτάδι, είμαι σε θέση να το διακρίνω. Εστω κι αν το στέλνεις από πολύ μακριά.

«Κόψε κάτι», το μυστικό της επιτυχίας του

Tης ΡΙΚΑΣ ΒΑΓΙΑΝΗ

Με περιουσία που αποτιμάται σε πενήντα τρία και μισό δισεκατομμύρια δολάρια, ο Κάρλος Σλιμ Χελού, από το Μεξικό, είναι και φέτος ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, σύμφωνα με την περίφημη «λίστα Φορμπς».

Ποιος είναι αυτός που κάνει τον Μπιλ Γκέιτς να φτάνει δεύτερος και καταϊδρωμένος, επί δύο συνεχή χρόνια; Πώς λέμε «γκλαμουριά»; Καμία σχέση. Ηλικιωμένος, παχουλός, φάτσα μεσογειακή, δεν θα φαινόταν αταίριαστος σ' ένα ελληνικό επαρχιακό καφενείο.

Αλλά μπίζνες δεν είναι καλλιστεία. Ο Σλιμ Χελού εξέλιξε την επιχείρηση που ίδρυσαν οι γονείς του, μετανάστες από τον Λίβανο - με τρόπο μυθώδη. Εκατομμυριούχος πριν από τα τριάντα του, έκανε τη «μεγάλη επέλαση» στις αρχές της δεκαετίας του `80, όταν η πατρίδα του ζούσε μαύρα χρόνια χρεοκοπίας. Τότε που όλοι πουλούσαν και την κοπανούσαν νύχτα, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, ο Σλιμ Χελού «αγόρασε» το Μεξικό - και μάλιστα κοψοχρονιά.

Οι θαυμαστές του τον θεωρούν επιχειρηματία-πρότυπο, που κρατήθηκε μακριά από τα ζέοντα καρτέλ των ναρκωτικών και του σωματεμπορίου της Λατινικής Αμερικής.  

Οι επικριτές του τον κατηγορούν για μονοπωλιακές πρακτικές και προκλητική συγκέντρωση πλούτου. Τον παρακινούν μάλιστα να χαρίσει μέρος της περιουσίας του στους φτωχούς κατοίκους του Μεξικού. 

Ο ίδιος -αν και συντηρεί ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα που φέρει το όνομά του- δεν έχει σε μεγάλη υπόληψη τις αγαθοεργίες. Μιλώντας πέρυσι στο BBC, αμφισβήτησε ευθέως τη χρησιμότητα του ανθρωπιστικού έργου των Μπιλ Γκέιτς και Γουόρεν Μπάφετ, υποστηρίζοντας ότι η παγκόσμια φτώχεια πρέπει να αντιμετωπιστεί με ενίσχυση των κοινωνικών δομών και όχι με δωρεές.

Τι άλλο ξέρουμε για τον Σλιμ Χελού; Μπορούν οι λεπτομέρειες της ζωής τού πιο «φορτωμένου» (που θα `λεγε και η πιάτσα) κατοίκου της Γης να μας αποκαλύψουν το μυστικό της παμπλουτοσύνης του; Παραθέτω κάποιες: 

Ο Κάρλος Σλιμ Χελού, χήρος με έξι παιδιά, ζει στο παλιό οικογενειακό του σπίτι στην Πόλη του Μεξικού, θαυμάζει απεριόριστα τον συγγραφέα-αναλυτή του μέλλοντος Αλβιν Τόφλερ, συλλέγει μανιωδώς έργα των Ροντέν και Νταλί. Του αρέσει το μπέιζμπολ, δεν πολυταξιδεύει εκτός χώρας και τις επιχειρήσεις του τις τρέχουν οι γιοι και οι γαμπροί του. Αποφεύγει τις κραυγαλέες χλιδές και κυρίως μισεί τις σπατάλες.

Μάλιστα, ένας προσωπικός του φίλος αποκάλυψε πως, κατά τη διάρκεια ενός κοινού τους ταξιδιού, ο «κύριος πενήντα τρία και μισό δισεκατομμύρια» πέρασε μια ολόκληρη μέρα σε ένα κατάστημα ανδρικών ειδών, παζαρεύοντας για δέκα δολάρια έκπτωση, στην τιμή μιας γραβάτας...

Πίσσα και πούπουλα

Γράφει η ΡΙΚΑ ΒΑΓΙΑΝΗ

Ο οίκος Ντιόρ είναι συνώνυμος με την έννοια της κομψότητας, σε όλα τα επίπεδα, εννοείται και στους τρόπους. Τίποτα κομψό όμως δεν υπήρχε στο βίντεο που κατέγραψε τον Τζoν Γκαλιάνο, μέχρι προχθές επικεφαλής της φίρμας, να δηλώνει ανερυθρίαστα «θαυμαστής του Χίτλερ». Τηλεθεατές και χρήστες του διαδικτύου τον «απήλαυσαν» να ξερνάει ένα απίστευτο, χυδαίο και μακάβριο ρατσιστικό παραλήρημα, εναντίον μιας παρέας ανθρώπων με την οποία τσακωνόταν, εμφανώς μεθυσμένος.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς εβραϊκής καταγωγής για να νιώσει το αίμα του να παγώνει με το έμεσμα μίσους του Γκαλιάνο. Δεν χρειάζεται να είναι καν ιδιαίτερα έξυπνος για να εντοπίσει την απύθμενη ανοησία του. Σαν να μην είχε ιδέα ότι στους θαλάμους αερίων του τρίτου ράιχ -που τόσο ανοιχτά θαυμάζει- εξολοθρευόταν συστηματικά οτιδήποτε διαφορετικό ή αποκλίνον από το φυλετικά ή κοινωνικά επιβεβλημένο.

«Ηταν τύφλα», βρίσκουν να πουν οι υποστηρικτές του. «Αηδίες», λένε εδώ στην Αυστραλία, που έχουν περάσει τις ίδιες ντροπές με τον δικό τους, τον Μελ Γκίμπσον. «Ο μεθυσμένος απλώς λέει φωναχτά αυτά που κατά βάθος σκέφτεται».

«Είναι καλλιτέχνης, δεν είναι πολιτικός. Τι σημασία έχει μια βλακεία που ξεστόμισε σ' ένα καφενείο;» ρωτάνε άλλοι. Στη Γαλλία, όμως, όπου σημειώθηκε το περιστατικό, η ρατσιστική φραστική επίθεση θεωρείται ποινικό αδίκημα. Ο κύριος Γκαλιάνο, εκτός από την εξευτελιστική απόλυση, αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως έξι μήνες.

Τι κατιναριό μπορεί να κρύβεται κάτω από τα ατέλειωτα μέτρα πανάκριβων μπροκάρ;Πόση μπόχα αναδίνεται πίσω από τις παρφούμες αυτού που ονομάζουμε «υψηλή μόδα»; Ολοι μας έχουμε κατά καιρούς αναρωτηθεί. Η περίπτωση Γκαλιάνο είναι θλιβερή. Ας ελπίσουμε ότι στην ακρότητά της είναι και μεμονωμένη.

Αξίζει πάντως να σημειώσουμε την ακαριαία αντίδραση της εταιρείας Ντιορ. Δεν δίστασαν ούτε στιγμή να ξεπουπουλιάσουν επιτόπου την «κότα με τα χρυσά αβγά» της φίρμας τους, εκπαραθυρώνοντας τον Γκαλιάνο σε χρόνο-μηδέν. Δεν περιμέναμε τίποτα λιγότερο από τον ιστορικό Οίκο. Κομψότητα, άλλωστε, δεν είναι μόνο να φοράς πανάκριβα χειροποίητα μποτίνια, αλλά και η ικανότητα να τα χρησιμοποιείς για να δίνεις εκεί που χρειάζεται μια γερή περιφρονητική κλωτσιά.

Ανθρωποι από νερό και λάσπη

Γράφει η Ρίκα Βαγιάνη

Πώς μετράς μια συμφορά; Σε ψυχές; Σε δολάρια; Ή μήπως σε χρόνο τηλεοπτικής μετάδοσης;

Χωρίς την παραμικρή αμφιβολία οι -δεκάξι μέχρι στιγμής- νεκροί στην Πολιτεία του Κουίνσλαντ, οι είκοσι οκτώ αγνοούμενοι και οι σχεδόν ανυπολόγιστες υλικές απώλειες είναι φοβερές, μια πραγματική θεομηνία. Η κατάσταση, όμως, στην Αυστραλία φαντάζει κάπως πιο υποφερτή αν συγκριθεί με την επίγεια Κόλαση στην οποία έχει μετατραπεί η ορεινή περιοχή Σεράνα της Βραζιλίας, η οποία χτυπήθηκε αλύπητα, επίσης από πλημμύρες και κατολισθήσεις, που μέτρησαν πεντακόσιους νεκρούς μέσα στο πρώτο εικοσιτετράωρο. Βουνά από νερό, χώμα και σκουπίδια καταπλάκωσαν τα εξαθλιωμένα τενεκεδοχώρια, τα χτισμένα πάνω στην απόγνωση. Η χώρα που εμείς οι Ελληνες έχουμε μάθει να ταυτίζουμε με τη θεαματική μπάλα και την αισθησιακή σάμπα δεν διαθέτει τις υποδομές της εύρωστης χώρας των Αντιπόδων. Ο στρατός προσπαθεί, αλλά δεν μπορεί. Οι διασώστες τρέχουν, αλλά δεν φτάνουν. Οι προμήθειες σπανίζουν, η βοήθεια αργεί απελπιστικά, άνθρωποι σβήνουν, χάνονται, κυριολεκτικά, μέσα στη λάσπη.

Στη μακρινή -και παγωμένη- ευρωπαϊκή Δανία του Βορείου Ημισφαιρίου, η σύζυγος του βασιλικού διαδόχου παρουσίασε στα χαρούμενα πλήθη τα νεογέννητα βασιλικά δίδυμα στην έξοδό τους από το μαιευτήριο. Δεν παρέλειψε, όμως, να απευθυνθεί στους πλημμυροπαθείς της Αυστραλίας και να εκφράσει τη συμπαράστασή της στο μαρτύριό τους. Ισως η πριγκίπισσα-λεχώνα έβλεπε πολλή τηλεόραση στο μαιευτήριο. Πιθανόν τα δίκτυα που παρακολουθούσε να μην κάλυψαν τόσο εκτενώς τα εκατοντάδες θύματα και το ένα εκατομμύριο αστέγων από τις κατολισθήσεις της Βραζιλίας. Ή τους σαράντα πνιγμένους από ακόμα μια φονική πλημμύρα -της περασμένης Πέμπτης- στις Φιλιππίνες, που πέρασαν ως συνήθως, αν πέρασαν, στα «ψιλά» των ειδήσεων.

Πώς μετριέται η συμφορά; Με ένα άσπρο μικρό φέρετρο κι ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό μάνας την ώρα που κατεβαίνει στο χώμα το κορμάκι του παιδιού της. Στο Μπρίσμπεϊν της Αυστραλίας, στο Μιντανάο των Φιλιππίνων ή στην Τερεζόπολι της Βραζιλίας, ο θρήνος δεν χρειάζεται μετάφραση: είναι μια παγκόσμια γλώσσα. Αλλά οι άνθρωποι στη Βραζιλία είναι ακόμα παρατημένοι στις στέγες, στους σωρούς των χαλασμάτων, λόφους, στα δέντρα. Κινδυνεύουν να πεθάνουν όχι από πνιγμό, αλλά από μολύνσεις και ασιτία. Αντίθετα, στο σκληρά χτυπημένο Κουίνσλαντ, η καλοκουρδισμένη πολιτική προστασία υπενθυμίζει στους διασωθέντες να «προσέχουν τα μολυσμένα νερά και κουνούπια» και να «φορούν συστηματικά αντηλιακό», καθώς προμηθεύονται τρόφιμα και πόσιμο νερό από τα κινητά συνεργεία διανομής. Οι γενναίοι κάτοικοι του Μπρίσμπεϊν και των γειτονικών περιοχών έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες υλικής, τεχνικής και ψυχολογικής υποστήριξης, ενώ με τη συνδρομή δεκάδων χιλιάδων εθελοντών που συρρέουν από κάθε γωνιά της ηπείρου ήδη περισώζουν ό,τι απέμεινε από την περιουσία και το μέλλον τους, ανασύροντας ένα «αύριο» μέσα από τις λάσπες.

Την ίδια ώρα, εκατοντάδες χιλιάδες πλημμυροπαθείς της Βραζιλίας και των Φιλιππίνων διαθέτουν μόνο ένα -τραγικά ειρωνικό- πλεονέκτημα: δεν έχουν κανέναν λόγο να ανησυχούν για τις περιουσίες ή το μέλλον τους. Δεν είχαν ποτέ ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Είχαν μόνο τις λάσπες.