"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΛΛΙΑ Ε.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΛΛΙΑ Ε.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

KOINΩΝΙΑ - ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ (ΔΕΝ) ΣΒΗΝΟΥΝ: Εμείς, του ’80 οι εκδρομείς…

 

Tης ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΟΛΛΙΑ

Ολοι μετρούσαμε παγωτά (ΕΒΓΑ) και μπάνια (χώρια πρωϊνά – απογευματινά), μηδενός εξαιρουμένου. Aγνώριστοι, με μαλλιά αφάνα, χρώματος σκούρου, απολύτως φυσικού, και μπλουζάκια Fruit of the Loom. Τότε που υπηρετούσαμε με συνέπεια το «Ανδρεϊκό» αξίωμα για «τα μπάνια του λαού».  

Η νοσταλγία για την εποχή εκείνη ξεχειλίζει φέτος (ή μήπως κάθε χρόνο;) από αναρτήσεις και φωτογραφίες στα social media για τα καλοκαίρια του ’80 και του ’90. Μαθητές και φοιτητές, νέοι του «τότε», παλεύουμε να μη χάσουμε το νήμα, σήμερα, σε ένα δύσκολο μεταίχμιο. Σαστισμένοι μοιάζουμε από το πέρασμα του χρόνου, να κρυφοκοιτάμε τους παλιούς μας εαυτούς σε παραλίες, εξοχικά, σπίτια με τον μήνα, κάμπινγκ και rooms to let.  

Φίατ, Φορντ και Οπελ βογγούσαν σε κακοφορμισμένους δρόμους (πόσοι φορούσαν ζώνη ασφαλείας; Κάποια δεν είχαν καν…). Η Λούτσα που δεν είχε γίνει ακόμη Αρτέμιδα και το Πόρτο Ράφτη, πόλος έλξης για παρέες, σόγια ολόκληρα, και κουμ – καν απαραιτήτως κάθε σούρουπο. Αναχωρήσεις (σπάνιες) από το Ελληνικό. Vintage επιβατηγά – σκυλοπνίχτες, «Δημητρούλα», «Ρομίλντα» και «Ροδάνθη», επικίνδυνες αποστολές σε Κυκλαδονήσια και Δωδεκάνησα. Το πώς ζούμε, μόνο ο Αη – Γεράσιμος το ξέρει…  

«Επειδή τέτοιες εποχές, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γεμίζουν με τα κάτασπρα σοκάκια της Τζιας και της Πάρου, τα ωραία δειλινά στη Σίφνο, τα νερά της Νάξου και του Ανω Κουφονησίου, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: για τα παιδιά του Λεκανοπεδίου, τη δεκαετία του ‘80 και του ‘90, τα Κυκλαδονήσια ήταν ένα ωραίο περιπετειώδες σχέδιο (που πολλές φορές δεν ευοδωνόταν) για κάποιον φανταστικό Αύγουστο», γράφει στο f/b o δημοσιογράφος Γιώργος Σταματόπουλος. «Από τα αποχαιρετιστήρια του σχολικού έτους, μπουγέλα τον Ιούνιο, (…) οι Αθηναίοι έπρεπε να βολευτούν με κάτι κοντινό που σήμερα δεν ανεβάζει κανείς στα social. Πόσο μπανάλ να ανεβάσεις Βραυρώνα, Αγία Μαρίνα και Νέα Μάκρη. Τότε η Ψυττάλεια δεν είχε κάνει ακόμη τζάμι τον Σαρωνικό. Η Β’ πλαζ της Βούλας (με τις πρώτες τσουλήθρες) ήταν σύνορο, κυρίως για τις κοπάνες. Οι νότιοι πήγαιναν Λουμπάρδα (σημερινό Μοχίτο, νομίζω), Λιμανάκια, Βάρκιζα έως τις αλυκές στην Ανάβυσσο. Οι Βόρειοι, Ραφήνα, Πόρτο Ράφτη, Σχοινιά, Ωρωπό και Λούτσα και οι δυτικοί Κινέτα, Αγ. Θεοδώρους, Αλεποχώρι και δεν συμμαζεύεται. (…) Τότε που το 80% των Κυκλάδων, όχι μόνο δεν ήταν στο Trip advisor, αλλά ήταν άγονη γραμμή!».  

«1984 στο Κουφονήσι («το ποιό;» – ερώτηση εποχής) υπήρχε μόνο η ταβέρνα Φοίνικας (για να φάμε χωριάτικη σαλάτα και πατάτες!), περιμέναμε να αδειάσει αρμυρίκι στην παραλία για να μη λαλάμε από τον ήλιο», γράφει με τη σειρά του ο επικοινωνιολόγος Μάνος Σιφονιός, που δεν μπορεί να λησμονήσει ούτε τα εσωτερικά ταξίδια στις Κυκλάδες με τον θρυλικό Πανορμίτη, ειδικά με «μποφοράκια». «Ααα, και χταπόδι δεν έτρωγες, λόγω κόστους όμως κι όχι από τύψεις (εκτός αν τύχαινε να το χτυπήσεις εσύ στη θάλασσα)…».  

Τσούχτρες είχε, αλλά όχι Pelagia noctiluca, μωβ, επικίνδυνες υπάρξεις. Είχε και Coppertone αντηλιακό (για τους υποψιασμένους), μπλε πορτοκαλάδες και «υποβρύχια» βανίλια, Walkman, βιβλία από τον Ελευθερουδάκη, κόμιξ, βία κανένα «Ταχυδρόμο» με εξώφυλλο – icon τη Μιμή Ντενίση. Τatoo κατάσαρκα δεν είχε, όπως δεν είχε και μπιτσόμπαρα, ξαπλώστρες, καπουτσίνο λάτε και καλαμάκια χάρτινα (καλύτερα!).  

Διακοπές που κράταγαν ένα – δυο μήνες. Μπαμπάδες που, όταν τέλειωνε η άδεια, έσμιγαν με την υπόλοιπη φαμίλια τα Σαββατοκύριακα, σε νησιά του Αργοσαρωνικού, σε απόσταση που τη μίκραιναν τα «ιπτάμενα δελφίνια». 

Στα εξοχικά, τα βράδια έκαιγε «φιδάκι» – η πιο ανυπόφορη κι υπέροχη, απείρως νοσταλγική, μυρωδιά του κόσμου. Θείες και γιαγιάδες με λουλουδένια νυχτικά από ποπλίνα, που έβγαζαν ντιβάνια σε δροσερές βεράντες και αυλές. Πιτσιρίκια που έκαναν μπάνιο με λάστιχο μετά τη θάλασσα. Τηλεόραση με μπαλαντέζα για τα ματς «έξω», σύκα κλοπιμαία και κρύα – ό, τι πρέπει – γεμιστά με φέτα (εννοείται «ορφανά»).

 «Καλοκαίρι, με τον κούκο μες στα πεύκα και στ’ αμπέλι, καλοκαίρι, στόμα υγρό, μικροί λαγώνες, καλοκαίρι, με τη φέτα το καρπούζι στο ‘να χέρι, με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι, λίγες φλούδες στης κουζίνας το μαχαίρι…», τραγουδούσε ο Διονύσης Σαββόπουλος από το 1989, σε ένα άσμα – ύμνο της πιο «ελληνικής» εποχής του χρόνου. Με φόντο μια δεκαετία που έμελλε να αλλάξει καθοριστικά την ελληνική πραγματικότητα, φτιάχνοντας μια γενιά που...

 

ΕΘΝΙΚΑ "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΑ" ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Τράγκας, ένας πλούσιος performer του φανατισμού - «Θεός σχωρέσ’ τον».

 

Tης ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΟΛΛΙΑ

Η αλήθεια είναι ότι πολλοί συνάδελφοι άκουσαν την είδηση του θανάτου του Γιώργου Τράγκα – άραγε, πόσοι έκλαψαν;  

Οταν ήταν εν ζωή, αρκετοί δήλωναν ότι δεν αισθάνονταν ούτε «συν», ούτε «αδελφοί» του – αν και ο ίδιος, πραγματικά, δεκάρα δεν θα έδινε για αυτό. 

Ο Τράγκας δεν ήταν άλλωστε κανονικός δημοσιογράφος. Από αυτούς που τρέμουν τη διάψευση, που παλεύουν για τη διασταύρωση, που ανησυχούν μήπως τα κείμενά τους υποστούν σκληρότερη βάσανο από αυτή που τους αναλογεί.  

Η είδηση του θανάτου του έπαιζε πρώτη την Τρίτη το πρωί στα ραδιοφωνικά δελτία ειδήσεων, ψηλά και στις ιστοσελίδες. Λογικό, ήταν σταρ ο Τράγκας. Ηταν δημόσια περσόνα και entertainer (το «Viva» στον ANT1 το θυμάστε), πολιτικός σχολιαστής, performer περιωπής στο ιδιότυπο σύμπαν του. Με υποκριτικό στίγμα και μανιέρα προσωπική: παύσεις, φωνή ποσταρισμένη στο μονίμως λυρικό και ντεσιμπέλ αναντίστοιχα του πρωινού ξυπνήματος, διαδοχικούς αυτοσχεδιασμούς. 

Πώς λαϊκός πρωταγωνιστής ισορροπούσε κάποτε στα τακούνια του στις «Θεσμοφοριάζουσες» επί 15 ολόκληρα λεπτά, κάνοντας το κοινό του να σπαρταράει από τα γέλια; Κάπως έτσι…  

Εκλαιγε και γελούσε, θύμωνε, ωρυόταν και πονούσε. Η παρουσία του είχε αδιαμφισβήτητα στοιχεία μπαλαφάρας. Ηταν αθυρόστομος, μόνο η Μέρκελ και το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης που έριχνε τα πρόστιμα ξέρει πόσο. 

Εκανε αστεία που δεν θύμιζαν ποτέ Εγγλέζο. Και πάντως, ήξερε να χαϊδεύει το πιστό, προσηλωμένο, φανατικό ακροατήριό του.  

Δεν ήταν «φυτευτός», ούτε άκαπνος δημοσιογραφικά ο Τράγκας. Πάνω από 50 χρόνια στο κουρμπέτι. Είχε ζυμωθεί με θέματα κοινωνικά, είχε κάνει συνεντεύξεις με πολιτικά πρόσωπα, διέθετε ατζέντα ρεπόρτερ. Νεαρός, είχε θητεύσει ως αστυνομικός συντάκτης. Κι όσοι ξέρουν τι εστί αστυνομικό ρεπορτάζ, καταλαβαίνουν ίσως γιατί από νωρίς ο ίδιος αποφάσισε ότι δεν επιθυμεί σχέση με τον μίζερο βιοπορισμό από τη βαριά βιομηχανία που λέγεται δημοσιογραφία. Τη χρησιμοποίησε με τον δικό του «τρόπο» για να πλουτίσει και να φτάσει να βρίσκεται σε λίστες φορολογικών παραδείσων, να διατηρεί εξοχικό στη νότια Γαλλία, να γεύεται πιάτα από τα χέρια του διάσημου σεφ Αλέν Ντικάς και να κυκλοφορεί με Porsche. Να περηφανεύεται στην Bild ως ο δημοφιλέστερος ραδιοφωνικός παραγωγός, να απευθύνεται από αέρος σε β’ ενικό σε Πρωθυπουργούς και εν γένει υψηλά ιστάμενους. Που λες, «Αντώνη», «Κωστάκη», «Γιώργο», «Αλέξη», «Κυριάκο»… 

Ε, ποιος συνηθισμένος δημοσιογράφος ντύνεται τσολιάς για εξώφυλλο και σηκώνει τη φουστανέλα μπροστά στη γερμανίδα καγκελάριο; 

 Ποιος χορεύει βαλς με τη Δήμητρα, πάντα σε εξώφυλλο, όταν έχει παίξει μπουνιές με το περιβάλλον του Ανδρέα;  

Και εν πάση περιπτώσει, ποιος κάνει ανανέωση όρκων γάμου στο Λας Βέγκας, σε υπόκρουση Ελβις, «It’s now or never…». 

Ο Τράγκας είχε σχέση με τη δεοντολογία (αν νοείται ως η ψύχραιμη, καλά ζυγισμένη, αδιατάρακτη προσέγγιση του θέματος) όση και ο Φάντης με το ρετσινόλαδο. Το παραδεχόταν και ο ίδιος εμμέσως πλην σαφώς, τιμή του και καμάρι του: «Χωρίς αναισθητικό», «Ελεύθερος Σκοπευτής», «Crash», τιτλοφορούσε τα δημιουργήματά του, εκπομπές, περιοδικά και τα συμπαρομαρτούντα

Ο γνήσιος Τράγκας δεν θα ενδιαφερόταν ποτέ για αγιογραφίες μετά το φευγιό του από τη ζωή. Μάλλον υποτιμητικές θα τις θεωρούσε. Ηθελε να τον τρέμουν τα κομματικά επιτελεία, να βάζουν στο Μαξίμου έστω σιγανά την εκπομπή του, να διερωτάται ο κάθε έντιμος συνάδελφός του γιατί οι εφημερίδες του –παρά τις πολύ χαμηλές κυκλοφορίες τους– έπαιρναν κάποτε εξοργιστικά γενναίες κρατικές διαφημίσεις. Ηθελε να είναι υπολογίσιμος με τους Ελεύθερους Ανθρώπους, το κίνημά του, και στην πολιτική. 

Δεν πρόλαβε να ταξιδέψει με το πρώτο τουριστικό διαστημόπλοιο. Είχε δηλώσει ότι ήθελε να νιώσει κοντά στον… Θεό. Ισως να ’ξερε ότι ήταν και ο μοναδικός τρόπος που θα μπορούσε να το πετύχει. 

Η πολυκύμαντη πορεία του, και ο υφολογικός μανδύας που της είχε προσδώσει, επιβάλλουν σήμερα την επίκληση...

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: Mένουν πάντοτε εδώ

 

Της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΟΛΛΙΑ

Ούτε ρεβεγιόν και ανοιχτά δείπνα, ούτε χρυσόσκονη και πολλές διαχύσεις. Τα ‘παμε, τα συμφωνήσαμε. Η Covid – 19 παραμονεύει. ΜΕΘ κι αναπνευστήρες στην ημερήσια διάταξη, δεν θέλει και πολύ να αντιληφθεί κανείς ότι αυτές οι γιορτές δεν έχουν τίποτε από την παραμυθητική διάσταση άλλων ετών.  

Αν ο Τάκης Παπατσώνης ήταν εν ζωή, θα ‘γραφε ξανά το ποίημα της «Χριστουγεννιάτικης Αγρυπνίας» του, τρέμοντας μήπως δεν καταφέρει να μπει στο πνεύμα της γιορτής, κι αντί για ύμνο Χριστουγέννων ψάλει θρήνο. 

Πολλή παραμυθία χωρούν οι γιορτές. Όχι όμως όλες οι γιορτές. Δυο διαφορετικές γενιές Ελλήνων, παππούδων και πατεράδων, γιαγιάδων και μανάδων, μπορούν να σας αφηγηθούν Χριστούγεννα του παρελθόντος που κανείς δεν νοσταλγεί. Και ίσως μπορούν να γίνουν πολύ πειστικοί για το τι ακριβώς εστί κατάρα στο συλλογικό πεπρωμένο ενός λαού. 

Σύμφωνοι, τα Χριστούγεννα του ’20 θα είναι διαφορετικά: 

Mε περίσκεψη, εκεί που μόνη έννοια θα ‘ταν δώρα και περιτυλίγματα. Με παραμονή σε φούσκα κοινωνική, αντί για εξωστρέφεια, με έγνοια για τους ευάλωτους, αντί για το «μια ζωή την έχουμε». Το τρίτο κύμα είναι μπροστά μας και δεν σηκώνει παιχνίδια έξαλλης κοινωνικότητας. 

Δεν θα είναι όμως ούτε οι πρώτες γιορτές, και μάλλον ούτε οι τελευταίες, που μια εξωτερική «απειλή», ένας αστάθμητος παράγοντας, μια ανατροπή αναγκάζει μικρούς και μεγάλους να στερηθούν χαρές κι απολαύσεις, να καταφύγουν στο «αλλιώτικα».  

Τα Χριστούγεννα μένουν αλώβητα, πάντοτε εδώ. Το παρελθόν έχει ίσως να αφηγηθεί πολύ χειρότερα. Οι συγκρίσεις της πανδημίας με τη συγκυρία Πολέμου είναι συχνές, μα όσοι έχουν ζήσει Κατοχή αχνογελούν. Η όποια οικονομική αβεβαιότητα του φετινού χειμώνα, δεν μπορεί να συγκριθεί με την πείνα, την ανέχεια των μαύρων εκείνων χρόνων. Εδώ όσο πλουσιοπάροχο κι αν δεν είναι το μενού, πιάτα από το τίποτα δεν έχουν θέση. Να σας πει, ο παππούς της οκτάχρονης Μαριάνθης για το εορταστικό τραπέζι… Ο κόσμος έπαιρνε ντομάτες, τις έλιωνε, τις έβραζε και πρόσθετε ελιές για νοστιμάδα. Τις συνταγές τις έδιναν οι εφημερίδες της εποχής, τότε που οι ελλείψεις προϊόντων και η µαύρη αγορά έκαναν δύσκολη την επιβίωση. Φασολάκια χωρίς φασόλια, µουσταλευριά χωρίς µούστο, βλιτοκεφτέδες, λάχανο µε κάστανα, µαρµελάδα πορτοκάλι χωρίς ζάχαρη. 

Η ιστορικός Ελένη Νικολαϊδου παρουσιάζει στην έρευνα της υπό τον τίτλο «Οι συνταγές της… πείνας», όλες τις λεπτοµέρειες της δύσκολης καθηµερινότητας των Αθηναίων στην Κατοχή και τις ιδέες που σκαρφίζονταν για το οικογενειακό τραπέζι. (Ας μη μιλήσουμε για την ποιότητα του κρέατος και τις σκοπιές σε μπαξέδες και κοτέτσια). «Πολεμικά εδέσματα», τα είχαν βαφτίσει. Η αβρότητα στις επισκέψεις επέτασσε αντί άλλων δώρων, τρόφιμα.  

Τα Χριστούγεννα του 1941, υπήρξε μαγαζί που πωλούσε για πρωτοχρονιάτικο δώρο παστές σαρδέλες

Οι βασιλόπιτες από χαρουπάλευρο και σταφίδες κόστιζαν μια περιουσία. 

Τα κουφέτα ήταν δυσεύρετα και οι νοικοκυρές συνήθιζαν να φτιάχνουν μια εκδοχή τους από μαύρη ζάχαρη. Μαύρα κουφέτα για τους γάμους! Λίγα ξερά σύκα για τα παιδιά που τραγουδούσαν τα κάλαντα. Και όταν έπεφτε η νύχτα, συσκότιση, με μπλε χαρτί ή και σεντόνια, στα πορτοπαράθυρα. Ούτε Ertflix, ούτε Netflix. 

Ο παππούς της Μαριάνθης γελάει. «Όχι αυτά τα Χριστούγεννα δεν θα είναι τα χειρότερά του. Τι κι αν μπορεί να είναι τα τελευταία του; Η σύγκριση με τον Πόλεμο αφορά τους αριθμούς, αποκλειστικά αυτούς που φεύγουν και το προσωπικό κισμέτ τους, επ’ ουδενί αυτούς που μένουν. Δεν υπάρχει σύγκριση. Καμία». 

Η ταραγμένη δεκαετία του ‘60 

Οσοι πιάνουν στο στόμα τους τη δεκαετία του ‘60 για τις απαραίτητες συγκρίσεις, είναι μάλλον τολμηροί. Μιλάμε για την πιο εξιδανικευμένη, εν Ελλάδι, δεκαετία όλων των εποχών. Αυτά τα Sixties, όλα τα είχαν: και κοινωνικά κινήματα, και πολιτικές ανατροπές και ρήξεις με το κατεστημένο και αμφισβητήσεις και εντάσεις και δημιουργία, από όλα λέμε. Οι πάντες θα σας μιλήσουν για τη μαγεία της φωτεινής Σταδίου με τα παιχνιδάδικα και τις μπουτίκ, ή τις πολυκατοικίες που έμαθαν στον καλό κόσμο των ρετιρέ να συγκατοικεί με τα λαϊκά στρώματα, λίγοι θα σας πουν για τους Δεκέμβρηδες που έριξαν γκρίζο στις γιορτές.

 Ο πατέρας της Δάφνης, γήινος, πολιτικοποιημένος τότε (μα όχι αριστερός), αληθινός, θυμάται δυο χρονιές «αντι – εορταστικές».

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΝουΔοΣΟΥΡΓΕΛΑΡΟΠΛΗΚΡΟ ΚΗΦΗΝΟΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Ντίλι – ντίλι – ντίλι (μας γ@... το καντήλι!)


Δίκιο έχουν όσοι γκρινιάζουν. Το extra large δεν είναι βολικό, ιδίως αν ζυγίζεις 30, ή 40 κιλά. Πολλές από τις μάσκες που διανεμήθηκαν στα σχολεία της χώρας είχαν πρόβλημα καραμπινάτο, εξ ου και το πάρτι στα social media. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν έχουν προλάβει να βγάλουν ετυμηγορία ως προς το ποιος ευθύνεται για τη γκάφα ολκής την πρώτη κιόλας μέρα του σχολικού έτους, κρατούν απλώς την κοιλιά τους από τα γέλια για τη μάσκα – αλεξίπτωτο, μάσκα – κουκούλα, μάσκα για γίγαντες. 

Όσο μαίνεται η συζήτηση, έχει ενδιαφέρον να δει κανείς τα βασικά χαρακτηριστικά της ιστορίας αυτής, τα πρόσωπα (ουκ ολίγα), τους θεσμικούς φορείς, τη μάλλον περίπλοκη διαδικασία στην οποία συμμετείχαν, τα λάθη και τα παράλογα της. 

Ο διαγωνισμός για τις μάσκες, μας λέει επισήμως η Κεντρική Ενωση Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΕΔΕ, η οποία και εξέδωσε τη σχετική προκήρυξη), διεξήχθη με απόλυτη διαφάνεια και νομιμότητα, με τη συμμετοχή στελεχών τριών υπουργείων – του υπουργείου Εσωτερικών, Παιδείας και Υγείας – και της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας. Συμμετείχαν 93 εταιρείες, επιλέχθηκαν είκοσι ανάδοχοι, ένσταση καμία (βασικότατο). Πράσινο φως από το Ελεγκτικό Συνέδριο, υπογραφή σε χρόνο ρεκόρ των συμβάσεων με τους προμηθευτές. 

Παράγεται η πρώτη ποσότητα μασκών. Το λάθος έχει ήδη συμβεί. Και κρύβεται στην απόφαση για τις διαστάσεις των μασκών: η ατομική προστασία κάθε μαθητή θα ήταν «περίπου» 12 εκ. ×20 εκ. (για ανηλίκους κάτω 10 ετών), και 15 εκ. × 25 εκ. (άνω των 10 ετών, και γενικώς). Διαπιστωμένα μεγάλες μάσκες. Η κακή μέρα από το πρωί φαίνεται. Ούτε η ορθή επανάληψη, η τροποποίηση δηλαδή των προδιαγραφών προς τα κάτω, κατάφερε να σώσει την κατάσταση. Οι μαθητές κάτω των 10 ετών θα έπαιρναν μάσκες 10 εκ. × 18 εκ., ενώ οι άνω των 10 (καθώς και οι εκπαιδευτικοί) θα κάλυπταν τα πρόσωπα τους με μάσκες 12 εκ. × 22 εκ., ( +/- 1 εκ.). Αυτό θα ήταν και το «τελικό προϊόν».  

Οι νέες «ορθές» διαστάσεις περιλήφθηκαν στην προκήρυξη από την Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας, με τη διευκρινιστική προσθήκη «όπως οι διαστάσεις καθορίστηκαν με την το Πρακτικό – θέμα 2α – της 109ης Συνεδρίασης της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας της Δημόσιας Υγείας έναντι κορωνοϊού COVID-19». 

Τις διαστάσεις, τις καθορίζουν πάντα οι «ειδικοί». Το λάθος ξέφυγε, έτρεξε, κανείς δεν μπόρεσε να το πιάσει.  

Ο Δημήτρης Παπαστεργίου, πρόεδρος της ΚΕΔΕ, δήλωσε στο διοικητικό συμβούλιο της Τρίτης 15 Σεπτεμβρίου ότι είχε εντοπίσει το στραβό του πράγματος, προέβη σε «διάβημα» αλλά δεν εισακούσθηκε: «Είδαμε ότι οι μάσκες είναι μεγάλες και ενημερώσαμε γι’ αυτό». Περίεργο – γιατί;  

Υπήρξαν δειγματοληπτικοί έλεγχοι ως προς τις ποιοτικές προδιαγραφές των μασκών σε πιστοποιημένα εργαστήρια – όταν μάλιστα εντοπίστηκε στο προϊόν ενός εκ των προμηθευτών ότι δεν επληρούτο ένα από τα κριτήρια, σχετικό με τη περιεκτικότητα σε βαμβάκι, αποφασίστηκε να μην παραδοθεί η συγκεκριμένη ποσότητα στα σχολεία. Κανείς δεν στάθηκε στο «υπερφυσικό» μέγεθος. Είχαν παραγγελία, την εξετέλεσαν.  

«Είχαμε αναλάβει να παράγουμε και όχι να προτείνουμε», δήλωσε στην ΕΡΤ ένας εκ των προμηθευτών, ο κ. Γ. Σταθόπουλος. «Το είδαμε ότι οι διαστάσεις ήταν μεγάλες». Οι ενστάσεις του δεν έπιασαν τόπο. Κανείς δεν άκουγε. Περίεργο – γιατί; 

Στους διαγωνισμούς, είθισται να συστήνονται Επιτροπές, αρχικά Επιτροπή Προδιαγραφών, εν συνεχεία Επιτροπή Διαγωνισμού και Αξιολόγησης Προσφορών, και αργότερα Επιτροπή Παρακολούθησης και Παραλαβής του «έργου».  

Είθισται, επίσης, να συμμετάσχουν σε αυτές ειδικοί, που ξέρουν «τι πρέπει» και «τι δεν πρέπει». Πώς και δεν λειτούργησαν – ουσιαστικά – όλα αυτά τα φίλτρα, και δη αυτό της Επιτροπής Προδιαγραφών; Περίεργο – γιατί;  

Δεν υπολογίστηκαν, λέει, οι πτυχώσεις του υφάσματος. «Οι διαστάσεις είναι σύμφωνες με τις αντίστοιχες διεθνείς προδιαγραφές. Πλην όμως, αφορούσαν στο μέγεθος του υφάσματος πριν από τη συρραφή του και όχι το τελικό μέγεθος των δύο τύπων μασκών», ήταν η επίσημη δικαιολογία – ανάληψη ευθύνης από τη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Υγείας.  

Σκόνταψαν στις έρμες τις πτυχώσεις, υπουργεία, η Γενική Γραμματεία Δημόσιας Υγείας, επιστήμονες, δήμαρχοι, δημοτικοί υπάλληλοι, μεταφορείς, τόσος κόσμος που έκανε το καλύτερο δυνατό, έτρεξε – σε πιεσμένους και πιεστικούς χρόνους – για να διανεμηθούν στα σχολεία εγκαίρως, ακόμη και στα πιο απομακρυσμένα νησιά, τα μέσα ατομικής προστασίας των μαθητών. 

Στη θεαματική τούμπα, είδαν την προσπάθεια τους να ακυρώνεται, και τον κόσμο να γελάει. 

Είδαν να γκριζάρει μια μέρα σημαντική, που θα έπρεπε να συζητείται μόνο για το γεγονός ότι τα σχολεία- ο φυσικός χώρος των παιδιών άνοιξαν, ότι η λογική υπερίσχυσε του παραλόγου (λιγοστά ήταν τα επεισόδια των αρνητών της μάσκας), και ότι η πειθαρχία – ωριμότητα χιλιάδων ανηλίκων, ακόμη και των μικρών τάξεων του Δημοτικού, μας επέτρεψε να μιλάμε για την πρώτη επιτυχία ως προς την παίδευσή τους στην έννοια της ατομικής ευθύνης.  

Ποιος φταίει; 

Ολοι δείχνουν τις «επιτροπές» και το υπουργείο Υγείας. 

Οι λογικές αλληλουχίες, όμως, αυτές που κλιμακωτά οδηγούν -σε γερά δομημένα διοικητικά κράτη- στην απόδοση ευθυνών, είναι ακόμη θολές. Πολλοί είδαν, λίγοι παρατήρησαν, ακόμη λιγότεροι κατάλαβαν. 

Το κράτος είναι πάλι εδώ, για να προβληματίσει. Πείτε τις αλλαγές, πείτε τις μεταρρυθμιστικές απαιτήσεις ή και παραδειγματικά μοντέλα, το ζητούμενο είναι η αποτελεσματικότερη και αποδοτικότερη διοίκηση που θα επιτρέπει σε ιδέες και πρωτοβουλίες, ανάγκες και προτεραιότητες, μικρά και μεγάλα projects, να έχουν αντίκρισμα. Όχι στο περίπου, «συν /πλην ένα εκατοστό». Αλλά «ακριβώς».  

Αν σας ρωτήσουν μαθητές, τα ίδια τα παιδιά σας, τι πήγε λάθος και η μάσκα τους δεν ήταν αυτή που περίμεναν, μη μπείτε σε λεπτομέρειες και παρωνυχίδες της υπόθεσης.  

Φτάνει να τους θυμίσετε...

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η 11η Σεπτεμβρίου της γενιάς Ζ

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Στα παιδιά της Κατοχής, δίνανε γλυκόζη πότε – πότε στα συσσίτια του Ερυθρού Σταυρού, ίσα για να μη ξεχνούν τις χαρές της ηλικία τους. Ταλανισμένα πλάσματα τότε, παππούδες και γιαγιάδες σήμερα, μπορούν να σας φέρουν δάκρυα στα μάτια αν σας περιγράψουν πώς τους έμεινε το σύνδρομο της τελευταίας μπουκιάς, και γιατί δεν διανοούνται να πετάξουν ούτε δώρου περιτύλιγμα.  


Ηταν Πόλεμος.  


Και τώρα πόλεμος είναι. Αλλιώτικος, μα αληθινός. Με στολές και όπλα, εκείνα τα τερατώδη εργαλεία απολύμανσης, με αθώα θύματα, περίσσιο φόβο κι απειλή, με ήρωες γιατρούς και νοσοκόμες. Που θα μας στιγματίσει καθοριστικά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.  


Είναι βεβαίως νωρίς να αποφανθεί κανείς για τις διαστάσεις της συγκυρίας που ζούμε. Θα βρεθεί εμβόλιο και πότε; Πόσα θύματα ακόμη θα θρηνήσουμε; Τι θα μπορούσε να καθησυχάσει πραγματικά την παγκόσμια κοινότητα, σε σχέση με άγνωστους ιούς, εφεξής;  


«Απαξ γενόμενον, και μηδέποτε επαναλαμβανόμενον», συνηθίζουν να λένε οι ιστορικοί, όταν επιχειρούν να δώσουν ορισμό στο «ιστορικό γεγονός».  


Δεν υπάρχει αμφιβολία : ακόμη κι αν αύριο ξημέρωνε κανονικότητα στις ζωές μας, η συνθήκη είναι ιστορική. Δεν έχει αφήσει πτυχή για πτυχή της ζωής του ανθρώπου, που να μην την έχει αγγίξει. Και αν κάθε γενιά έχει τα ορόσημα της, αυτό είναι ένα: παγκόσμιος εφιάλτης, αναμφίβολα μοναδικός, περισσότερο ασύλληπτος κι από το θέαμα ανθρώπων που τους κατάπιε το κενό, πέφτοντας από τους Δίδυμους Πύργους, το 2001, με 2.753 θύματα. Ίσως αποδειχθεί πιο ψυχοφθόρος, κοστοβόρος, οδυνηρός κι από την Παγκόσμια Υφεση της δεκαετίας του ‘30.  


Η γενιά Ζ, όσοι είναι γεννημένοι από το 1996 – 2000, και πάντως ως το 2010, μέσα σε τέσσερις μήνες (από τότε που ξέσπασε η επιδημία στην Κίνα) απέκτησε το δικό της σημείο αναφοράς, τη σημαντική εκείνη πολιτισμική εμπειρία που είναι ικανή να επανακαθορίσει στάσεις και κοσμοείδωλα.  

Γνώρισε τη θύελλα, η σκόνη της οποίας δε θα αφήσει ανέπαφη ούτε τη γενιά Α, τα παιδιά που ήλθαν στον κόσμο από το 2011 και μετά. 


Καμιά γενιά, από τις τελευταίες, δε μπορεί να συγκριθεί μαζί τους.  


Ούτε οι baby boomers του Ψυχρού Πολέμου – αυτοί άλλωστε ξέρουν ότι υπάρχει πάντα και η φωτεινή πλευρά στα κατακλυσμιαία συμβάντα της ανθρωπότητας. Ούτε η generation X, που πάγωσε από τον ερχομό του Aids, πόσο μάλλον η γενιά Y – την άγγιξε η ύφεση, αλλά τι μπορεί να συγκριθεί με τούτο δω το χάος;  


Τα «παιδιά» του Covid-19 δεν ξέρουν τι θα πει πείνα, μαθαίνουν όμως βδομάδα τη βδομάδα τι θα πει περιορισμός, ακινησία από τον φόβο. Δεν έχουν ιδέα από βόμβες και ναρκοπέδια, γνωρίζουν όμως τη βουβαμάρα του πολέμου με τις μάσκες. Ακόμη και τα ανήλικα, βρίσκονται αντιμέτωπα με την υποχρέωση να δαμάσουν την επιθυμία για παιχνίδι κι ελευθερία, τη χαρά της ζωής. 


Στέκονται ήδη σε ιστορικό κατώφλι, τετ α τετ με την έννοια του φθαρτού, την ιδέα του θανάτου, με στοιχήματα υπαρξιακά, από την κλιματική αλλαγή και τους λιωμένους πάγους, ως τον κορονοϊό με την τρομακτική μετάδοση και τις ερημωμένες πόλεις σε όλο τον πλανήτη. 


 Αφυπνισμένα από τον πλανητικό συναγερμό, θα είναι αυτά που θα αναμετρηθούν με το σοκ, με την αβεβαιότητα, ακόμη και σε κοινωνίες προηγμένες, καθησυχασμένες: δεν τους έλειπαν ούτε τα εμβόλια, ούτε το πόσιμο νερό, η μαλάρια δεν τις αφορούσε. Εχει άπειρο ενδιαφέρον πώς θα διαχειριστούν το «μαύρο κουτί» της καταστροφής, πώς θα μεταβολίσουν τον τρόμο για μια άγνωστη απειλή.  


Ποιος ξέρει… 


Μπορεί να γράψουν παραμύθια με καραντίνες που δεν είχαν τέλος, να διηγούνται στα εγγόνια τους ότι «στην εποχή τους» απαγορευόταν ακόμη κι η κυκλοφορία από τον φόβο της μετάδοσης. 


Ότι πέντε σελίδες έπιαναν «κάποτε» οι αγγελίες κηδειών στις εφημερίδες του Μπέργκαμο, κι ούτε λόγος για νεκροφιλήματα – και στα σάβανα έμενε ο ιός. 


Πιθανότατα θα είναι αυτά που θα φτιάξουν πρώτα μασκοφορούσες Barbie, κι ο κόσμος τους θα ‘ναι για πάντα ποτισμένος με μυρωδιά από σαπούνι κι αντισηπτικό.  


Ενδεχομένως δίνουν φιλιά, υπό το δέος του «άλλου», κι αφού έχουν σκανάρει τα τσιπάκια τους – εσύ, ποιους ιούς έχεις περάσει; 


Η γενιά των smartphones και των social media δεν θα παραμείνει σε vintage νοσταλγίες, όπως νομίζαμε ως τον Δεκέμβρη. 


Θα...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟΛΑΓΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Γιατί ψηφίζουμε ημιμαθείς πολιτικούς;

Της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΟΛΛΙΑ

Ο δημοσιογραφικός σχολιασμός της ηλιθιότητας, της πολιτικής έστω, ενέχει τον κίνδυνο να σε καταστήσει αντιπαθή: σε κάνει να φαντάζεις αφ’ υψηλού (ενώ δεν είσαι), επιδεικνύοντας αυστηρότητα απέναντι σε ευρύ φάσμα κόσμου. Οχι μόνον απέναντι σε αυτούς που μεσουρανούν εντός, εκτός και επί τα αυτά της πολιτικής, υποτιμώντας το IQ σου, αλλά και όλους όσοι ψήφισαν τα πολιτικά αυτά αστέρια.  

Το φαινόμενο όμως είναι υπαρκτό, στραφταλιστό και ιριδίζον, διαρκώς εντεινόμενο τα τελευταία χρόνια λόγω και του κραταιού λαϊκισμού, ως εκ τούτου δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. 

Πάρτε για παράδειγμα (ως πιο πρόσφατο, όχι ως πιο σημαντικό) την ομιλία της γαλάζιας βουλευτού Κατερίνας Μονογυιού, για το ζήτημα των υδατοδρομίων – η ίδια νόμιζε μάλλον ότι πρόκειται για αγώνες και επέμενε η δόλια στη γενική «υδατοδρομιών». 

Το βίντεο από το βήμα της Βουλής, με τη βουλευτή να συλλαβίζει τις κοινοτοπίες κάποιου επιστημονικού συνεργάτη της, χωρίς αιδώ, θυμίζοντας παιδί στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, συνιστά αποστομωτική απάντηση στο ερώτημα αν έχουν όρια η χαμηλή κοινοβουλευτική στάθμη, το θράσος, η υποτίμηση του πολίτη. 

Και θα ήταν ικανός ο συνδυασμός αυτός ήχου και εικόνας, αν μπορούσε να κάνει τον διάπλου του Αιγαίου και να φθάσει σε ώτα αληθινά ακουόντων, να της στερήσει πολλά ψηφαλάκια από την εκλογική της περιφέρεια, τις Κυκλάδες.  

Το επιχείρημα ότι κυβερνά την ισχυρότερη χώρα του κόσμου κάποιος που μιλάει όπως γράφει στο Τwitter –η Μονογυιού μας πείραξε;– δεν νοείται ως άλλοθι και παρακάμπτεται. Το «διά ταύτα» της συζήτησης, το μείζον που πρέπει και να αναζητηθεί, είναι τι κάνει τελικά έναν ή μία ψηφοφόρο να επιλέγει να εκπροσωπείται (και όχι μόνο στη Βουλή, ρίξτε μια ματιά στα δημοτικά συμβούλια) από κάποιον ημιμαθή, αμφισβητούμενης ευφυΐας πολιτευτή.  

Οι κοινωνικές επιστήμες επιμένουν ότι μπροστά στην κάλπη μετράει διπλά και τρίδιπλα η ιδιότητα του προσώπου της διπλανής πόρτας. Αυτή είναι που έχει τη δύναμη να εκτοξεύσει τη δημοφιλία ενός πολιτικού. Δεν μας νοιάζει αν κάποιος είναι κοσμοπολίτης και έμπειρος, δεν μας κόφτει πόσα βιβλία έχει καταπιεί και πόσο συνεπής είναι. Αν μοιάζει κιμπάρης και φαντασιωσικά μας ενδιαφέρει να συγχρωτιστούμε μαζί του, όλα καλά.  

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μια από τις συχνά αναφερόμενες ιδιότητες του Τζορτζ Μπους ήταν ότι οι ψηφοφόροι θεωρούσαν ότι θα μπορούσαν να «πιουν μια μπύρα στο πλάι του».  

Μην πάτε μακριά: Ο δικός μας «Αλέξης», τέως πρωθυπουργός-κοινωνικός πύραυλος, είναι εξαιρετικό παράδειγμα του τι μπορεί να καταφέρει το στυλ της οικειότητας στην πολιτική σκηνή. Ο κόσμος δεν κάνει κέφι τους ελιτισμούς. Αν θεωρεί ότι μπορεί να σχετιστεί με τον πολιτικό, να «ταιριάξει» με την οντότητά του, θα τον ψηφίσει κιόλας. 

Σε ένα δεύτερο –λανθάνον ασφαλώς– επίπεδο, οι μελετητές ισχυρίζονται ότι η ψήφος δεν είναι άσχετη από την κοινωνική μας θέση. Η τάση μας να προστατεύουμε την αίσθηση της δικής μας αξίας, ώστε να μην αισθανόμαστε κοινωνικά κατώτεροι, μας ωθεί πολλές φορές στο να μην επιλέγουμε κάποιον ευφυή που μας λέει περίπλοκα πράγματα, ενίοτε, δε, μας ξεβολεύει από τις βεβαιότητές μας – αυτός ο τύπος μπορεί να μη μας φαίνεται καν ελκυστικός. Κάποιος λιγότερο ευφυής, ενίοτε βλαξ, δεν απειλεί κανέναν, δεν ταράζει τίποτε, αναπαράγει προκαταλήψεις, στερεότυπα, αξιοποιεί στο φουλ την κοινοτοπία. Και είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα εκλεγεί. 

Στο σημείο αυτό, τις διεργασίες στο μυαλό του ψηφοφόρου έρχεται εν πολλοίς να ερμηνεύσει – διασταλτικά – και ο «νόμος του Πάρκινσον». Οι άνθρωποι ξοδεύουν πολύ περισσότερο χρόνο και προσπάθεια επικεντρωμένοι σε κάτι τετριμμένο που κατανοούν, παρά σε κάτι περίπλοκο που δεν αντιλαμβάνονται. Το πρώτο προσφέρει άλλωστε πολύ περισσότερες δυνατότητες για εξουσία και επιρροή.  

Η πλειοψηφία του κόσμου φαίνεται επίσης να επηρεάζεται από προσωπικούς δαίμονες, από στοιχεία που δεν ηχούν λογικά, από θεωρίες συνωμοσίας και ανεξήγητους φόβους. Ισως έτσι εξηγείται το πολιτικό γκελ ενός Βελόπουλου, ενός Καμμένου, ενός εκάστου, τέλος πάντων, που παίζει με «αντισυστημικές» εμμονές και μιλάει για ψεκασμένους, επιστολές του Ιησού και άλλα φαιδρά.  

Το βαρύ πυροβολικό: η αυτοπεποίθηση Ο Guardian, σε παλαιότερο κείμενο του, θυμίζει και το βαρύ πυροβολικό του στρατού των (πολιτικά) ηλιθίων, «το σύνδρομο Dunning-Kruger»: οι λιγότερο ευφυείς άνθρωποι έχουν συνήθως απίστευτη αυτοπεποίθηση. Οι πιο έξυπνοι άνθρωποι, αντιθέτως, αμφιβάλλουν συχνά, κλονίζονται πιο εύκολα από βεβαιότητες που τους περιβάλλουν, διερωτώνται και αναζητούν. Η αυτοπεποίθησή τους δεν είναι πάντα δεδομένη. Επιπλέον, αυτοαξιολογούνται. Καταφεύγουν δηλαδή σε μια πολύτιμη μεταγνωστική δεξιότητα, η οποία όμως απαιτεί νοημοσύνη!  

Υπάρχουν πρόσωπα που δεν διαθέτουν τη δεξιότητα της αυτοαξιολόγησης, δεν θεωρούν τον εαυτό τους προβληματικό, γελοίο ή αδαή, γιατί τεχνικά δεν έχουν τη νοητική δυνατότητα να το πράξουν. Μην απορείτε που η Μαρίνα Σταυράκη-Πατούλη, γνωστή «κοκέτα» με πολιτικές φιλοδοξίες, παρουσιάζει το θέαμα που παρουσιάζει, ποζάροντας με τις τρέσες της και τα χρυσά κουμπιά της στον Λευκό Οίκο, κάτω από το πορτρέτο του Μπιλ Κλίντον, ή σε καφέ της Αργεντινής ως άλλο, καυτό –στα κόκκινα– pin-up girl. Μάλλον, δεν αυτοαξιολογείται… 

Ούτως ή άλλως, δεν βοηθάει και η περιπλοκότητα του δημόσιου βίου.  

Τα σημαντικά θέματα είναι «βαριά», ποιος μη γνώστης μπορεί να παρακολουθήσει εύκολα μια συζήτηση για τη διαχείριση των ελλειμμάτων; Υπάρχουν τόσες και τόσες παράμετροι που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την κατανόηση ενός θέματος, δύσκολα μπορούν να συμπυκνωθούν και να προβληθούν αποτελεσματικά. Και ο κόσμος αποξενώνεται, όταν δεν κατανοεί. 

Αν ένα φρέσκο πρόσωπο λέει με αυτοπεποίθηση ότι υπάρχει λύση, υποσχόμενο να εξαφανίσει τις δυσνόητες κηλίδες, αν πουλάει αυταπάτες, θα εμφανιστεί περισσότερο ελκυστικό.  

Κάτι πρέπει να σας θυμίζει αυτό… 

Τα πράγματα θα ήταν βεβαίως σαφώς καλύτερα, αν η Παιδεία στον τόπο μας δεν ήταν τόσο προβληματική, αν τα περισσότερα ΜΜΕ διέθεταν μεγαλύτερη σοβαρότητα, αν, αν, αν… Δεν θα μπορούσαν βεβαίως να αλλάξουν τους μηχανισμούς με τους οποίους δουλεύει το μυαλό των ανθρώπων, θα είχαν όμως τη δυνατότητα να ξεπαστρέψουν φωτοστέφανα καθαρόαιμων πολιτικών βλακών. Την ενορχηστρωμένη παραπλάνηση, σε μεγάλο βαθμό και την κακή ποιότητα του δημόσιου βίου. 

Τείνουμε να γελάμε με τα viral video και τις εξωφρενικές ατάκες, ξεχνώντας τη διαπίστωση επιφανών δοκιμιογράφων ότι...

ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το τοτέμ της «κίτρινης φυλής» αποστρατεύεται

Της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΟΛΛΙΑ


Η είδηση ότι ο Θύμιος Λυμπερόπουλος αποσύρεται από την προεδρία της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ταξί έφτιαξε νέο ορόσημο στη συνδικαλιστική ιστορία του κλάδου.  


Ο «Θύμιος» είναι σύμβολο και θρύλος, έχει αγαπηθεί και μισηθεί από κόμματα, οδηγούς, κόσμο και κοσμάκη.  


Είναι τοτέμ της «κίτρινης φυλής» και πρόσωπο ιερό για τις διεκδικήσεις των βιοπαλαιστών του. Κεφάλαιο, από μόνος του. Και φεύγει. 


Υπερβολές, θα πείτε. 


Ομως, για σκεφθείτε: ένα φτωχοπαίδι από τα Πιτσά Κορινθίας, κάπου κοντά στο Ξυλόκαστρο, που έπιασε στα 15 του πρώτη φορά τιμόνι, κι οδήγησε οριστικά ταξί στα 24 του, για να γίνει «ο απόλυτος ηγέτης του» – σε δελτίο Τύπου του ΣΑΤΑ έχει γραφεί, σε κλίμα ευφορίας, όταν ανακοινώθηκε η άνετη επικράτηση του συνδυασμού του, έκτη συνεχόμενη φορά στις εκλογές του σωματείου.  


«Είναι αρρώστια το αυτοκίνητο», είχε πει κάποτε ο ίδιος σε συνέντευξή του στο περιοδικό «People». Μόλις και πριν από λίγα χρόνια, έβλεπε ότι οδηγεί ταξί ακόμη και στον ύπνο του. «Οταν νιώθω κουρασμένος και πικραμένος από τις καταστάσεις, μπορεί να πάρω το αυτοκίνητο, να βγω μια βόλτα, να βάλω ένα CD να παίζει –λαϊκά ως επί το πλείστον– και να ηρεμήσω». «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου». Αφιερωμένο. Διότι πάνω από όλα αληθές, κυρίες και κύριοι.  


Παιδί της λαϊκής Δεξιάς, ο Λυμπερόπουλος διέσχισε τη γαλάζια πεδιάδα της Νέας Δημοκρατίας (ήταν μάλιστα κεντρικό στέλεχος, υπό τον Γιώργο Σουφλιά), για να φθάσει περιπλανώμενος στο κόκκινο φαράγγι, αγκαλιά με τον Αλέξη Τσίπρα, όταν το ζήτημα πλατφόρμες και ταξί υποχρέωσε τα κόμματα να λάβουν θέση.


 «Ο φίλος μου, ο Θύμιος», τον σύστησε ο τότε Πρωθυπουργός σε φιέστα στο Αιγάλεω, δείχνοντας τον πατερούλη των ταξί.  


Δεν είναι τυχαίος ο Λυμπερόπουλος, έχει καταφέρει να βάλει τα ταξί στις λεωφορειολωρίδες, έχει επιτύχει αύξηση στα κόμιστρα, έχει εναντιωθεί στα Μνημόνια, λύνει και δένει, φέρνει ψηφαλάκια, ποιος πολιτικός δεν θέλει τέτοιους φίλους; 


 Τα ρεπορτάζ της εποχής τον φέρουν, δε, να λέει χοντρά πράγματα – όχι ότι ποτέ αγαπούσε τις γωνίες, αλλά τώρα άγγιζε το προσωπικό του κρεσέντο. 


Βαφτίζει «Ιούδες Ισκαριώτες» και εχθρό του κλάδου τους ταξιτζήδες που συνεργάζονται με την Uber. Θέλουν κρέμασμα στο Σύνταγμα, διατεινόταν. Συν τοις άλλοις, προσωποποιεί την κόντρα του με την Taxibeat, επιτιθέμενος στον ιδρυτή της Νίκο Δρανδάκη, χωρίς να διστάσει να παραλληλίσει τους ταξιτζήδες με τις πόρνες του Αμστερνταμ, στα Red Lights, «για να επιλέξει ο πελάτης»


Ο ρόλος του δεν είναι επιδερμικός σε όσα συμβαίνουν σε επίπεδο θεσμοθέτησης.  


Πηγές τον φέρουν ως απευθείας συνομιλητή του τότε υπουργού Υποδομών και Μεταφορών Χρήστου Σπίρτζη, σε βαθμό που του επιτρέπεται να παίζει ρόλο στη συγγραφή του προωθούμενου από τον ΣΥΡΙΖΑ νομοσχεδίου, και το οποίο θέτει σαφείς περιορισμούς στις υπηρεσίες μέσα από πλατφόρμες. Ο υπουργός διαψεύδει, πλην όμως ο Λυμπερόπουλος κατ’ ιδίαν το αφήνει να εννοηθεί. Και πάντως το αποτέλεσμα είναι ευνοϊκό για τους κλασικούς ταξιτζήδες. 


Τον Νοέμβριο του 2018 λαμβάνει χώρα το εξής κορυφαίο:  

ΣΥΡΙΖΑΝΕΛέητο ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΗΦΗΝΑΡΑΔΙΚΟ: Ο υπ. Αμυνας με τους 46(!) συμβούλους


Οι αριθμοί κρύβουν τη δική τους αλήθεια. Όλοι οι ανώτεροι νόμοι της Φύσης λαμβάνουν άλλωστε τη μορφή ποσοτικής κατάστασης. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να αγνοούνται. Δίνουν πληροφορίες που δεν μπορείς κανείς να φανταστεί για πρόσωπα και προσωπικότητες, προθέσεις και επιδιώξεις.


 Το διαζύγιο Τσίπρα – Καμμένου έφερε στην επιφάνεια ένα απίστευτο νούμερο: στο υπουργείο Εθνικής Αμυνας απασχολούνταν επί υπουργίας Καμμένου και υφυπουργίας Κόλλια-Τσαρουχά, 46 νοματαίοι.  


Το φανερώνει η πράξη του Ευάγγελου Αποστολάκη που ανέλαβε τον θώκο της Εθνικής Άμυνας (δείτε εδώ – ΦΕΚ 37/30 Ιανουαρίου 2019). 


Το «αντίο» του Καμμένου στην κυβέρνηση σήμανε τη λήξη της θητείας 46 ειδικών συμβούλων, ειδικών συνεργατών, μετακλητών υπαλλήλων. Δεκατριών για την κυρία Τσαρουχά, 33 –η μερίδα του λέοντος, ασφαλώς– για τον κ. Καμμένο.  


Ορίστε; 


Ο κ. Καμμένος δεν διαφέντευε μόνο τον στρατό. Είχε και έναν στρατό στο υπουργείο του. Μοιάζει αστείο, αλλά το 2014 ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αντιπολίτευση ακόμη, έθετε ερωτήσεις στη Βουλή για τον αριθμό μετακλητών υπαλλήλων και ειδικών συμβούλων στα υπουργεία της χώρας, ανησυχώντας για το ύψος της δαπάνης και τους κωδικούς του δημόσιου λογιστικού από τους οποίους καλυπτόταν η μισθοδοσία τους.  


Το καλύτερο; 


 Τον Ιούλιο του 2015, ο τότε υπουργός Επικρατείας Νίκος Παππάς, παρέθετε στοιχεία στη Βουλή, υπερηφανευόμενος ότι η κυβέρνηση σέβεται το δημόσιο χρήμα. Ιδού, τι δήλωνε: «Σας παραθέτουμε τα στοιχεία με τα οποία αποδεικνύεται ότι η κυβέρνηση σε όλα τα επίπεδα, σέβεται το δημόσιο χρήμα, περιστέλλει τη δαπάνη του Δημοσίου και προβαίνει σε δημοσιονομικό εξορθολογισμό, μειώνοντας σημαντικά το κόστος των μετακλητών υπαλλήλων, των ειδικών συμβούλων και των ειδικών συνεργατών, σε σχέση με την προηγούμενη κυβέρνηση».  


Θέλετε μήπως συγκρίσεις; 


 Ο Πάνος Καμμένος είχε στο πλευρό του περίπου όσους διαθέτει-διέθετε, πάντα βάσει των στοιχείων Παππά, η Γενική Γραμματεία του Πρωθυπουργού (36) και είκοσι τρεις περισσότερους από τους συμβούλους του αντιπροέδρου της κυβέρνησης (10).  


Δεν θέλει και πολλή ευφυία:  

ΣΥΡΙΖΟΛΑΘΡΟΜΑΧΜΟΥΤΑΡΑΔΙΚΟ: Είδες ο ΣΥΡΙΖΑ; 1.515 ελληνοποιήσεις σε 12 ημέρες!

Δεν έχει προηγούμενο το κύμα ελληνοποιήσεων από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Σε χρόνο ρεκόρ –με δειγματοληπτικές καταμετρήσεις, από τον Οκτώβριο ως τον Δεκέμβριο του 2018– δώδεκα ημερών κυκλοφορίας της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, το υπουργείο Εσωτερικών έχει απονείμει την ελληνική ιθαγένεια και έχει πολιτογραφήσει (αν και σε μικρότερη κλίμακα από την πρώτη κατηγορία) 1.515 πρόσωπα. Κορυφαία όλων φαίνεται να είναι η 18η Οκτωβρίου, αφού το Protagon μέτρησε 274 πράξεις σε ένα… 24ωρο, αριθμός που μάλλον θα μείνει στην ιστορία του φαινομένου. 


Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ανακαλύπτει βεβαίως την πυρίτιδα. Ούτε ξέρει καλύτερα ταχυδακτυλουργικά από προηγούμενες κυβερνήσεις. Τα ίδια κόλπα, για σίγουρες ψήφους, έχουν διδάξει και παλαιότεροι στο κουρμπέτι της εξουσίας.  


Πώς στο τσίρκο πολλαπλασιάζονται τα μαντίλια από το πουθενά, ξεπηδούν περιστέρια από χούφτες αδειανές, και βγαίνουν τραπουλόχαρτα από μανσέτες; 


Κάπως έτσι. Η εκλογική κάλπη είναι που τους κάνει κάθε φορά να ξεδιπλώνουν τις μαγικές τους ικανότητες.  


Η εμπειρία έχει δείξει ότι καμία ψήφος δεν πάει χαμένη-και δεκάδες χιλιάδες μπορούν να κάνουν το θαύμα τους. Θυμηθείτε το ντέρμπι Σημίτη-Καραμανλή, το 2000, το μεταμεσονύκτιο θρίλερ με τίτλο «Η Ελλάδα κοιμήθηκε με κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας και ξύπνησε με ΠΑΣΟΚ», τα δάκρυα του Σπηλιωτόπουλου και την προφητεία Λαλιώτη για «μακρά νύχτα». Η μπίλια της διαφοράς έκατσε μόλις στις 72.400 ψήφους.  


Ούτως ή άλλως, η αύξηση των ελληνοποιήσεων τα τελευταία τρία χρόνια είναι αξιοσημείωτη. Ο βουλευτής της ΝΔ Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, με ερώτησή του στη Βουλή, έχει επισημάνει ότι «σύµφωνα µε επίσηµα στοιχεία της ∆ιεύθυνσης Ιθαγένειας του υπουργείου Εσωτερικών, τα τελευταία τρία έτη καταγράφεται κατακόρυφη αύξηση στην έγκριση αιτήσεων για την απόδοση ιθαγένειας, η οποία αγγίζει το 136,9%!».  


Από 14.178 το 2015, εκτοξεύτηκαν στις 33.487 το 2016 και στις 34.814, το 2017. Μόνο που αυτή τη φορά, ο όγκος και ο ρυθμός του φαινομένου είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακός –όλοι οι αριθμοί ΦΕΚ, βάσει των οποίων έγινε η καταμέτρηση, είναι στη διάθεση του Protagon.  


Η αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου –σε σωστή κατεύθυνση, δεν χωρεί αμφιβολία– το έχει αβαντάρει. Κάποιες από αυτές τις ελληνοποιήσεις, άλλωστε, έχουν να κάνουν είτε με παιδιά νόμιμων μεταναστών που γεννιούνται και φοιτούν στα σχολεία της χώρας, είτε με ενηλίκους πια που στο παρελθόν μετήλθαν της ελληνικής παιδείας.  


Η ανατομία στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δείχνει μωσαϊκό: οι απονομές ιθαγένειας αφορούν κυρίως Αλβανούς, αλλά και Ουκρανούς, Γεωργιανούς, Ρουμάνους. Οι πολιτογραφήσεις έχουν να κάνουν με ομογενείς που έχουν γεννηθεί στην Τουρκία, την Αλβανία, τη Βραζιλία, την Κύπρο, τον Λίβανο. Από τη δεξαμενή αυτή, ξεχωρίζει μια τιμητική πολιτογράφηση. Αυτή των Ελ Χαμίσι Εμάντ, Μουσσά Μαχμούντ, Τζέκα Γκανί (οι δυο πρώτοι από την Αίγυπτο, ο τρίτος από την Αλβανία) που με αυτοθυσία και αυταπάρνηση έσωσαν πολύ κόσμο –και παιδιά, πολλά παιδιά– στο Μάτι, όταν ξέσπασε η φονική πυρκαγιά του περασμένου Ιουλίου. Το επισημαίνω για να αναδείξω όσο καλύτερα γίνεται ότι το πρόβλημα δεν είναι, ασφαλώς, η ταυτότητα των ανθρώπων αυτών –κάθε άλλο. Το πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση ξεχνώντας ακόμη μια φορά το αριστερό της πρόσημο, φέρεται με πολιτικό εγωκεντρισμό, αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους αυτούς ως λύση εμβαλωματική, μπροστά στην απειλή του να αποκαλυφθεί η ένταση της φθοράς της στην κάλπη –άνοιξη ή φθινόπωρο, δεν έχει καμία σημασία. Το μπαράζ, κύμα, τσουνάμι των ελληνοποιήσεων, πείτε το όπως θέλετε, δεν οφείλεται στην ευαισθησία του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά στη χρησιμοθηρία του, με προκάλυμμα τον νόμο.  


Οποιος αμφιβάλλει μπορεί να κοιτάξει την καμπύλη του φαινομένου: το «σύστημα» το έπιασε πρεμούρα και επιτάχυνε τους ρυθμούς του από τον Οκτώβριο του 2018 και μετά. Το έργο έχει και συνέχεια, τίποτε δεν μπορεί να το διακόψει. Ούτε οι θεσμοί, που τα τελευταία χρόνια βάζουν φρένο σε υπερβολές. Η μαζική χορήγηση ιθαγένειας μπορεί να αντιβαίνει στα ευρωπαϊκά πρότυπα, δεν παύει ωστόσο να εξακολουθεί να είναι εθνική αρμοδιότητα το ποιος επιτρέπεται να ψηφίσει, να συμμετάσχει στις εκλογές. Το δικαίωμα χορήγησης ιθαγένειας υπό ορισμένες συνθήκες και συγκεκριμένους όρους είναι εθνικό κυριαρχικό δικαίωμα των χωρών – μελών.  


Στην απάντηση που έδωσε ο υπουργός Εσωτερικών Αλέξης Χαρίτσης στον βουλευτή Βαρβιτσιώτη, οι εκκρεµότητες αιτήσεων κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας από 24/3/2010 (εφαρµογή νόµου 3838/2010) έως 9/11/2018 είναι συνολικά...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΠΑΙΔΕΥΤΟΣ ΣΥΡΙΖΟΚΗΦΗΝΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο μαθητής με την ντουντούκα



Ομολογώ ότι ξαφνιάστηκα όταν είδα τις φωτογραφίες των «παιδιών» που έκαναν την επανάσταση τους μπροστά στο γραφείο με το χαρτομάνι, του υπουργού Παιδείας. 


Εξέπεμπαν παντελή έλλειψη τρόπων, και βία ακόμη, οι εικόνες αυτές, όχι για το γεγονός ότι κατάφεραν και μπήκαν απρόσκλητα στο άβατο του Κώστα Γαβρόγλου, αλλά επειδή κατάφεραν αντί για μαθητές να θυμίζουν μαϊμούδες σε υπουργικό γραφείο. Δεν έχω τίποτα με το ζωικό βασίλειο. Αλλά το Μαρούσι δεν είναι η ζούγκλα της Μποτσουάνα. Και θα περίμενε κανείς, η επίσκεψη –διαμαρτυρίας έστω– των μαθητών, σε αυτόν που διαχειρίζεται τις σχολικές τους τύχες, να γίνει αν μη τι άλλο με όρους που θυμίζουν πολιτισμό 21ου αιώνα. 


Οι μαθητές αυτοί είχαν, λέει, στόχο να καταθέσουν αιτήματα για την εκπαίδευσή τους. Κόντρα στην πρόθεση που «θέλει να μετατρέψει το σχολείο σε εργοστάσιο που παράγει ανθρώπους προς κατανάλωση από την αγορά εργασίας για να καλύψει τις ανάγκες της». Απέναντι στις αλλαγές αυτές που αποκλείουν τους μαθητές από την ουσιαστική γνώση –τη γνώση του Καντ, του Ρουσώ και του Βολταίρου.  


Τι τραγελαφικό… Τα παιδιά αυτά ούρλιαζαν για την εκπαίδευση τους, παράγοντας τόσο θλιβερή εικόνα για την παιδεία τους. Εμοιαζαν αποφασισμένα να τα δώσουν όλα στον αγώνα για την πρώτη –διαδικασία που βελτιώνει νοητικά τον άνθρωπο, του παρέχει γνώσεις, του μεγιστοποιεί τα υλικά του αγαθά, του διασφαλίζει την επικράτησή του πάνω στη φύση– αλλά λησμόνησαν τη δεύτερη, που τον διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα άλλα όντα του ζωικού βασιλείου και τον διδάσκει πανανθρώπινες αξίες. Του χαρίζει ήθος.  


Νέοι που σκαρφαλώνουν σε τραπέζια, όταν έχουν τη δυνατότητα να καθίσουν πρόσωπο με πρόσωπο. Εφηβοι με ντουντούκες, όταν μπορούν απλώς να μιλήσουν. Παρωχημένες πρακτικές, πρωτόγονα μέσα, στην εποχή της απόλυτης τεχνολογίας των social media, εκεί όπου μπορείς να μιλήσεις απλώς με «κεφαλαία» και να σε ακούσει όλη η πλάση. Παλιοί πριν την ώρα τους. 


Διαλύετε τις ζωές μας, ούρλιαζαν. Κάποιος πρέπει να τους πει ότι οι ζωές δεν διαλύονται με ΚΥΑ και νομοσχέδια, διαλύονται όταν απουσιάζουν τα δομικά εκείνα υλικά που συγκροτούν προσωπικότητες με αξίες, μέτρο και αισθητική


«Εδω πέρα υπάρχουνε νεύρα», φώναξε ένας θερμόαιμος. «Δεν θα μας κάνεις τον τρελό», είπε στον υπουργό ο ευγενής της παρέας – τι να τον κάνεις, αλήθεια, τον πληθυντικό όταν είσαι πάνω στο μπανανόδεντρο;  


Τα παιδιά έσκαψαν τον λάκκο τους. Η αγωνιστική τους διάθεση υπέκυψε στη λογική του τραμπουκισμού, τόσο διαδεδομένη στον δημόσιο βίο τα τελευταία χρόνια. Οχι, σίγουρα όχι, δεν ήταν αυτές φωνές που ονειρεύονται –τα παιδιά θύμιζαν επαγγελματίες του είδους, με ολίγη από Πολάκη. Στα αγριεμένα πρόσωπα τους, καθρεφτιζόταν καθαρά η αποτυχία του εκπαιδευτικού συστήματος, του όποιου Γαβρόγλου… Και σαφώς έχασαν την ευκαιρία τους να αντιπαρατεθούν σοβαρά στην «εξουσία», έχασαν και το δίκιο τους μαζί.  


Με τη στάση τους...

ΣΥΡΙΖΟΤΣΑΡΛΑΤΑΝΑΔΙΚΟ: Ο Τσίπρας και ο Κανένας



Μίκρυνε την Οδύσσεια για να χωρέσει ο Αλ. Τσίπρας


Είναι γεγονός ότι ο εμπνευστής του λογυδρίου της Ιθάκης, που πολύ θα ήθελε να έχει τη στιβαρότητα ενός πρωθυπουργικού διαγγέλματος, δεν είναι απλός λογογράφος, σαφώς δεν είναι (πια) αριστερός και μόνο τυχαία δεν βρίσκεται στο Μέγαρο Μαξίμου.  

Πρωτίστως και κυρίως είναι θαυμαστής του κ. Τσίπρα, αφού του επιφύλαξε ΤΟΝ ρόλο: αβανταδόρικο, πολυσχιδή, αυτόν του πολυμήχανου Οδυσσέα, ήρωα αξεπέραστου, γνωστού στα πέρατα του κόσμου (κάποιου που να τον «πιάνουν» και οι Θεσμοί που σίγουρα έχουν διαβάσει Ομηρο).  Σαν να μην έφθανε η ταύτιση με τον Ανδρέα, τον Σεπτέμβριο του 2017, το casting για τον πανηγυρικό της Ιθάκης επ’ αφορμή του «τέλους των μνημονίων», ήθελε τον Αλέξη να μπερδεύεται με Σειρήνες, Συμπληγάδες, λωτούς, Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες. 


Ωιμέ! Που θα έλεγε κι ο αρχαίος ποιητής. Πάνε οι συλλογικότητες, πάνε κι οι αριστεροσύνες. Η αφήγηση της Ιστορίας είναι πια προσωποκεντρική και μόνο, αν όχι και υποτιμητική για τους συντρόφους-συνοδοιπόρους τα χρόνια της εξουσίας. Γιατί αν η Οδύσσεια και η μυθολογία της είναι το πλαίσιο του διαγγέλματος, οι «σύντροφοι» είναι έρμαια της Κίρκης… 


 «(Η Κίρκη) ως τους συνέμπασε, τους έδωκε σκαμνιά, θρονιά να κάτσουν, και σε κρασί από την Πράμνη ανάδευε μαζί τυρί ξυσμένο, μέλι ξανθό και κριθαράλευρο, και μέσα εκεί τους ρίχνει κακά βοτάνια, την πατρίδα τους για πάντα να ξεχάσουν… (…) χοίρου κορμί απόκτησαν όλοι τους, φωνή, κεφάλι, τρίχες…» 


Οι σύντροφοι είναι και λωτοφάγοι, είναι και θύματα δυνάμεων που δεν μπορούν να ελέγξουν (μια χαψιά δεν έκανε μερικούς από δαύτους ο Πολύφημος;), είναι και κάποιοι που φοβήθηκαν τα κύματα, και -πόσο ατιμωτική αναφορά!- δεν προτίμησαν να τα δαμάσουν… 


Το Μέγαρο Μαξίμου διάλεξε σφήνα στο ομηρικό έπος και δυο στίχους του Γιώργου Σεφέρη, παντελώς άσχετους κατά τα άλλα με το ύφος του διαγγέλματος. 


«Ο τόπος μας ειναι κλειστός. Τον κλείνουν οι δυο μαύρες Συμπληγάδες» είπε ο Αλ. Τσίπρας. 


«Στα λιμάνια την Κυριακή σαν κατεβούμε να ανασάνουμε βλέπουμε να φωτίζονται στο ηλιόγερμα σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν σώματα που δεν ξέρουν πια πώς να αγαπήσουν», προσθέτει ο μέγας Σεφέρης


Επιλογή παράταιρη, σχεδόν αλλόκοτη, με τον Αλ. Τσίπρα να εκτίθεται στην προσπάθεια να χριστεί αγωνιστής. 


«Ακούσαμε ότι δεν έχει νόημα να αντιστέκεσαι όταν απέναντι σου στέκονται Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες…». Μα, είναι ολοφάνερο, το επιτελείο του Μαξίμου τον εξέθεσε τελικά, αποκρύβοντας του τη συγκλονιστική αλήθεια των στίχων του Κωνσταντίνου Καβάφη : «Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη… (…) τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι, τέτοια στο δρόμο σου ποτέ σου δε θα βρεις, αν μεν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει. Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις, αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου”. Ωιμέ! Μοιάζει σαν να αραδιάζονται εμπρός, στα πόδια του, οι πολιτικές του αυταπάτες, τα φαντάσματα του εθνικού διχασμού, οι προσωπικοί του δαίμονες… Πόσοι μπορούν να τους δουν; 


Ο ίδιος επιμένει ότι όχι, δεν θα διαπράξει την ύβρι να αγνοήσει τα διδάγματα της Ελλάδας των μνημονίων. Κι ας είχε την αλαζονία ενώπιον ενός ολόκληρου λαού να αυτοχριστεί πολιτικός ήρωας. Καλύτερος κι από τον ένδοξο βασιλιά της Ιθάκης. 


 Του τελευταίου, του πήρε δέκα χρόνια να γυρίσει στην πατρίδα του, του Αλέξη μόνο τρία για να απολαύσει τον θρίαμβο της επιστροφής στην «κανονικότητα». 


Εχει βεβαίως μπροστά του, ακόμη, τους μνηστήρες, το παραδέχτηκε. Ο δρόμος για την εξουσία ποτέ δεν ήταν σπαρμένος με τριαντάφυλλα.  


Πρέπει να αντεπεξέλθει...