"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Από PISA σε PISA… Πόσο καλά μιλούμε, γράφουμε και κατανοούμε τα Ελληνικά μας;

 

Toυ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ

Ομότιμου καθηγητή Γλωσσολογίας και πρώην πρύτανη τού ΕΚΠΑ

 

Ακούμε και διαβάζουμε στον δημόσιο λόγο λάθη, αστοχήματα, ασυνταξίες, ανορθογραφίες και διαπιστώνουμε έλλειψη γνώσης και ποιότητας στη χρήση των Ελληνικών μας, παράλληλα προς την αποδεδειγμένη αδυναμία των παιδιών μας ―και όχι μόνον― να κατανοούν γραπτά κείμενα.

Μερικά ψήγματα μόνο: Τίθονται, άνηκε, αναγγέλουν, αναγάγει, υπό τού μηδενός, αλειφή, αρκετά [αντί πολύ], επίταξη γιατρών [αντί επιστράτευση], επιπτώσεις [με θετική σημασία!], θνητότητα – θνησιμότητα [σύγχυση], τον ρόλο του ως υπουργός, των πολιτών καθεαυτών [αντί καθεαυτούς], εξ’ ακοής [το εξ δεν παίρνει απόστροφο], διαχείρηση, τού Βύρων, τον υπογράφων, επέβαλλαν και εφέτος νέους φόρους, τα επιχείρια τής κακίας [αντί τα επίχειρα], κοινοτυπία [αντί κοινοτοπία], κυρία υπουργός [αντί υπουργέ], η/τη Μέρι [σε υποτίτλους ξένων ταινιών], πρωτοπορεία [αντί πρωτοπορία], μεγενθύνω, συνοθύλευμα [αντί συνονθύλευμα], η οικογένεια τής εκλιπόντος [αντί τής εκλιπούσης], το φορέα/δήμο/χώρο/θεό [αντί τον για αιτιατική αρσενικού], η διεθνή συνθήκη, υπέγραψέ μου εδώ, το δέρμα επεξεργάζεται σε εργοστάσια [αντί υφίσταται επεξεργασία], δέχτηκε απλά [αντί απλώς = μόνο], επειγόντων συνθηκών [αντί επειγουσών], μιλάει σαν γιατρός [αντί μιλάει ως γιατρός (αν είναι γιατρός)]

Το πρώτο εθνικό θέμα για κάθε χώρα, το μείζον καθοριστικό θέμα για κάθε λαό, είναι αν οι πολίτες του γνωρίζουν επαρκώς τη μητρική τους γλώσσα, αν τη μιλούν και τη γράφουν σωστά και αν την κατανοούν εις βάθος όταν την ακούν και τη διαβάζουν.

Από αυτό ξεκινούν όλα: η καλλιέργεια τής σκέψης τους, η παιδεία τους, οι επιστήμες, οι θεσμοί, οι κοινωνικές σχέσεις, η πολιτική, η δημοκρατία. Γιατί όλα περνούν μέσα από τη μητρική γλώσσα.

Να το πούμε καθαρά και ―ας μού επιτραπεί― «αφοριστικά»;

Η έλλειψη επαρκούς γνώσης τής μητρικής γλώσσας συνιστά, κατά κανόνα, και έλλειψη επαρκούς δυνατότητας σκέψης και λόγου. Πρόκειται για ένα μειονέκτημα που ακολουθεί το άτομο σε όλες τις εκφάνσεις τής ζωής του και σε όλες τις δραστηριότητές του. Και δεν αναφέρομαι σε άτομα με εγγενείς δυσκολίες (δυσλεξία λ.χ.), αλλά σε πολύ συχνές, καθημερινές γύρω μας περιπτώσεις περισσότερο ή λιγότερο μορφωμένων συμπολιτών μας, συχνά ασκούντων δημόσια αξιώματα ή εκφωνούντων δημόσιο από τη δουλειά τους λόγο, αλλά και μαθητών, φοιτητών ακόμη και εκπαιδευτικών με ατελή ή περιορισμένη γνώση και χρήση τής μητρικής γλώσσας: λάθη συντακτικά, γραμματικά, λεξιλογικά, ορθογραφικά, σύνταξης κειμένων, εκφοράς τού λόγου, κατανόησης και απόδοσης γραπτών κειμένων κ.λπ.

Ωστόσο, η γνώση τού κόσμου περνάει μέσα από την γλώσσα («η γλώσσα μου είναι ο κόσμος μου» μάς είπε ο Βιτγκενστάιν, ο φιλόσοφος τής γλώσσας). Τα «όντα» τού κόσμου υπάρχουν για μάς ως «έννοιες», αποθηκευμένες στο «εργαστήρι τού νου» μας. Αλλά οι έννοιες, για να μπορούν να αξιοποιηθούν και να γνωστοποιηθούν, πρέπει να γίνουν «σημασίες» ντυμένες με «φθογγικές μορφές»∙ να γίνουν «λέξεις», συμβατικού χαρακτήρα για κάθε λαό. Και για να υπερβούν το απλό επίπεδο των λέξεων και να αποτελέσουν «λόγο», πρέπει να συνδεθούν με έναν λεπτό, σύνθετο, πολύμορφο δομικό μηχανισμό σε κάθε γλώσσα, με ό,τι αποκαλούμε «σύνταξη» και «γραμματική».

Όταν λειτουργήσουν όλα αυτά, μιλούμε για γλώσσα, την εθνική μητρική γλώσσα κάθε λαού. Και από μόνα αυτά τα λίγα, έστω σχηματικά και γενικευμένα ειπωμένα, είναι, νομίζω, φανερό πόσο απαιτητική, μακρά και σύνθετη διαδικασία είναι η κατάκτηση τής μητρικής γλώσσας.

Πώς θα επιτευχθεί αυτή η κατάκτηση με τρόπο επαρκή και δημιουργικό για τη γενικότερη συγκρότηση και προσωπικότητα τού καθενός μας, αφού η γνώση αυτή συνδέεται με τη νόηση και τον κόσμο μας, άρα καθορίζει έμμεσα όλη μας την ζωή;

Πέρα από την εγγενή γλωσσική ικανότητα που κληρονομεί βιολογικά ο άνθρωπος, χρειάζονται στοχευμένη προσπάθεια τής οικογένειας, καλά οργανωμένη σχολική γλωσσική εκπαίδευση, καλό γλωσσικό περιβάλλον (ΜΜΕ, κοινωνικές σχέσεις κ.λπ.) και συνεχής ατομική προσπάθεια τού καθενός μας, γιατί η γλώσσα είναι «έργο ζωής».

 

Οικογένεια.

 

Όλα ξεκινούν από το σπίτι. Πώς και πόσο μιλούν στα παιδιά οι γονείς τους και ―καθόλου λιγότερο― ο παππούς και η γιαγιά και άλλα συγγενικά μέλη τού σπιτιού. Ήδη στην ανάπτυξη τής παιδικής γλώσσας παίζουν μεγάλο ρόλο τα γλωσσικά «ακούσματα» από το σπίτι. Αλλά και τα «διαβάσματα»∙ τι δίνουμε να διαβάσει και τι διαβάζει το παιδί από έντυπα (βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά) και επιλεγμένα ηλεκτρονικά κείμενα. Μαζί, πώς προφυλάσσουμε το παιδί―μείζον σύγχρονο πρόβλημα― από το να εκτίθεται γλωσσικά σε «ηλεκτρονικά σκουπίδια» που στρεβλώνουν το γλωσσικό του αίσθημα ή λειτουργούν αρνητικά και ασυναίσθητα για τα παιδιά ως… πρότυπα.

Ας προστεθεί η αναγκαία προσοχή στο διευρυμένο περιβάλλον τής οικογένειας και κυρίως στις παρέες των παιδιών (με ποια παιδιά παίζουν και μιλούν στο σπίτι, στη γειτονιά, στο σχολείο).

Παρακολουθούμε συστηματικά ως γονείς στο σχολείο την επίδοση τού παιδιού στην γλώσσα;

Και τι κάνουμε, όταν μάς χτυπάει καμπανάκι ότι το παιδί αντιμετωπίζει γλωσσικές ελλείψεις και προβλήματα;

Τελικά, η γλωσσική επίδραση που δέχεται το παιδί στο σπίτι λειτουργεί ως κύριος παράγων διαμόρφωσης τής γλωσσικής του ικανότητας και τής στάσης του στην γλώσσα (πόση σημασία και αξία δίνει στο να μάθει την γλώσσα του).

 

Σχολείο.

 

Έχουμε συνειδητοποιήσει ότι τα παιδιά μας περνούν ένα μέρος τής ζωής τους, 14 ολόκληρα χρόνια, στο σχολείο; Και ότι όλα αυτά τα χρόνια τα παιδιά μας διδάσκονται την ελληνική γλώσσα, με κυμαινόμενη ποσότητα (αριθμό διδακτικών ωρών και μαθημάτων σε όλες τις βαθμίδες) και ακόμη πιο κυμαινόμενη ποιότητα διδασκαλίας τής γλώσσας;

Αποτέλεσμα;

Δεν θα αναφερθώ εδώ στα αποτελέσματα τής αξιολόγησης τού προγράμματος PISA (αποφεύγω τις προκλήσεις), αλλά στις γνωστές μεγάλες αδυναμίες ―με εξαιρέσεις, φυσικά― που διέπουν τη γλωσσική έκφραση των μαθητών μας, γραπτή και προφορική. Αδυναμίες στο λεξιλόγιο, στην γραμματική, στην σύνταξη, στην εκφορά τού λόγου, στην ορθογραφία∙ αδυναμίες τόσο στην παραγωγή όσο και στην πρόσληψη τής μητρικής γλώσσας.

Οι αδυναμίες αυτές οφείλονται σε μειωμένη γλωσσική ικανότητα των παιδιών μας;

Είναι ανεπίδεκτα γλωσσικής μαθήσεως;

Σε καμία περίπτωση. Δεν χαϊδεύω αφτιά∙ ερμηνεύω.

Θα αναφέρω τρεις κύριους δυσμενείς για τη γλώσσα λόγους στο σχολείο:

α) Οι μαθητές μας δεν αποκτούν συνείδηση τής γλώσσας ως αξίας, αξίας που οφείλουν να ενστερνισθούν και να υπηρετήσουν. Στέκονται συνήθως ―σε ανησυχητικό βαθμό―σαν η γνώση τής μητρικής γλώσσας να μη τους ενδιαφέρει πολύ και να μην έχει καν προτεραιότητα στην προσπάθειά τους για μόρφωση (τα Αγγλικά για κάποια παιδιά ελκύουν περισσότερο το ενδιαφέρον και την εκτίμησή τους).

β) Σε μεγάλο βαθμό δεν διδάσκεται σωστά η γλώσσα στο σχολείο. Πικρή αλήθεια, κυρίως από έλλειψη τής απαιτούμενης γλωσσικής και διδακτικής κατάρτισης των εκπαιδευτικών από τα Πανεπιστήμιά μας ώστε να μπορούν να την μάθουν οι ίδιοι εις βάθος και να την διδάξουν με τρόπο που να αγαπήσουν τα παιδιά την γλώσσα και να ενδιαφερθούν να την μάθουν. Λείπει επίσης η συνεχής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών σε συναφή θέματα τής γλωσσικής επιστήμης και των σύγχρονων μεθόδων διδασκαλίας τής μητρικής γλώσσας.

γ) Τα γλωσσικά διαβάσματα και ακούσματα των παιδιών τείνουν να είναι από περιορισμένα έως ανύπαρκτα. Διαταράχθηκε ή εγκαταλείφθηκε η ουσιαστική επαφή των παιδιών μας με το βιβλίο και με γραπτά κείμενα γενικότερα. Ομοίως λείπουν σχεδόν παντελώς για τους μαθητές μας ακούσματα από ομιλητές που αξιοποιούν δημιουργικά την γλώσσα μας. Δεν διαβάζουν βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά. Δεν ακούν ομιλίες, συζητήσεις, καλό θεατρικό λόγο. Έχουν δηλαδή «στέρηση πρότυπου ποιοτικού προφορικού και γραπτού λόγου», που επηρεάζει άμεσα την ικανότητά τους να εκφράζονται προφορικώς και γραπτώς. Και συγχρόνως δεν ασκούνται επαρκώς στην παραγωγή, πρόσληψη και επεξεργασία κειμένων (εξ ού και η αδυναμία καλής επίδοσης στις εξεταστικές διαδικασίες τού PISA).

 

Γλωσσικό περιβάλλον.

 

Ποια είναι η ποιότητα των Ελληνικών που ακούν τα παιδιά μας από τα ΜΜΕ;

Δεν αλλοιώνεται και στρεβλώνεται η αίσθηση τής γλώσσας των παιδιών από την πολύωρη επαφή τους με την ακατέργαστη γλώσσα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και την κυριαρχία τού καταιγισμού τής ανεξέλεγκτης εικόνας εις βάρος τού λόγου;

Και, αν εξαιρεθεί ο λόγος που εκπέμπεται από έμπειρους δημοσιογράφους των τηλεοπτικών Δελτίων Ειδήσεων στα ΜΜΕ και κάποιων εκπομπών λόγου, τα Ελληνικά που ακούγονται σε σειρές συνεχείας (σήριαλ) και ποικίλου περιεχομένου εκπομπές λειτουργούν θετικἀ για τη χρήση τής γλώσσας;

Πρέπει να συνειδητοποιηθεί από όλους η γλωσσική ευθύνη των ΜΜΕ (τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών) και των ηλεκτρονικών διαδικτυακών μέσων (μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ιστοτόπων και πλατφορμών όπως λ.χ. το FB), δοθέντος ότι ο λόγος τους λειτουργεί και επηρεάζει ως πρότυπο.

Διαβάζοντας π.χ. τους ελληνικούς υποτίτλους ξένων ταινιών συναντάς «γλωσσικά τέρατα» τού τύπου «η Μέρι» (κατάληξη θηλυκού ονόματος σε -ι, όπως γράφουμε το ψάρι ή το τυρί! ). Έχουμε συνειδητοποιήσει τι επίδραση ασκούν όλα αυτά;

Αφελής απορία: το ΕΣΡ δεν έχει λόγο σε αυτά τα θέματα;

Στο γλωσσικό περιβάλλον είναι ανάγκη να τονισθεί και μια άλλη έντονα αρνητική για την γλώσσα μας κατάσταση: η ξενολαγνία.

Όταν οι εμπορικοί ιδίως δρόμοι των ελληνικών πόλεων βρίθουν ξενόγλωσσων επιγραφών και λατινογραμμένων επωνυμίων και όταν η δημόσια τηλεόραση γέμει ξενόγλωσσων τίτλων εκπομπών (που δεν έχει σχέση με τους ικανούς δημοσιογράφους οι οποίοι πραγματώνουν τις εκπομπές), δεν είναι φανερό ότι στα παιδιά ιδίως γεννά μια «νοοτροπία μίμησης », συνδυασμένη με την ψευδαίσθηση και ματαιοδοξία κοινωνικού γοήτρου των ξενισμών;

Αν μέσα από την πράξη προβάλλεται ως ευρύτερο γλωσσικό μήνυμα ότι η ξενόγλωσση έκφραση τίτλων, επωνυμιών και ονομάτων «προσδίδει κύρος και αναγνώριση» στην εμπορική δραστηριότητα (που απευθύνεται σε Έλληνες πελάτες), τότε σε εθνικό επίπεδο υποβαθμίζεται, πάλι στην πράξη, η ελληνική γλώσσα. Και ας κρίθηκε μόλις πρόσφατα από την UNESCO ότι η Ελληνική, όχημα έκφρασης ενός μεγάλου πολιτισμού στην αδιάλειπτη χρήση της 40 αιώνων, αξίζει να βρίσκεται στο βάθρο των διεθνώς εορταζομένων γλωσσών μαζί με μόνο τις επτά επίσημες γλώσσες τού ΟΗΕ (Αγγλική, Γαλλική, Ισπανική, Ρωσική, Κινεζική, Αραβική, Αφρικανική) και την Πορτογαλική.

 

Αυτομόρφωση

 

Η δομή τής ανθρώπινης γλώσσας, όλων των γλωσσών, περιλαμβάνει σύνταξη, γραμματική και λεξιλόγιο.

Η κατάκτηση τής μητρικής γλώσσας σημαίνει για κάθε ομιλητή γλώσσας ότι έχει επάρκεια σε αυτούς τους τρείς τομείς.

Ότι κατέχει καλά τη συντακτική δομή τής γλώσσας, γιατί η «πρόταση» που δηλώνει τα νοήματά μας είναι προϊόν καλής γνώσης τού συντακτικού μηχανισμού τής γλώσσας. Από κοντά έρχεται η γραμματική δομή τής γλώσσας, από την οποία αρύονται οι ομιλητές τους «γραμματικούς τύπους» που «ντύνουν» τις συντακτικές σχέσεις. Τέλος, η καλή γνώση τού λεξιλογίου τής γλώσσας, τής δήλωσης των εννοιών που θέλουμε να εκφράσουμε υπό μορφήν σημασιών συνδυασμένων με φθόγγους, δηλαδή «λέξεων», είναι η βάση τής γλωσσικής επικοινωνίας. Και επειδή η γλώσσα δεν είναι ούτε μόνο λέξεις ούτε μόνο προτάσεις αλλά συνεχής λόγος, δηλαδή προφορικό ή γραπτό κείμενο, που ξεκινάει από προθέσεις και απολήγει σε σκοπούς, βασική γνώση στη γλώσσα είναι η δύσκολη, λεπτή και πολυεπίπεδη γνώση τής παραγωγής και πρόσληψης κειμένων.

Πρόκειται για μια πολυπαραγοντική τεχνική που περιλαμβάνει προθέσεις, συνεκτικότητα (λογική αλληλουχία) και συνοχή (γλωσσική αλληλουχία), συνάφεια προς το περιβάλλον (γλωσσικό και εξωγλωσσικό) και αποδεκτότητα (δυνατότητα να γίνει κατανοητό το κείμενο από τον ακροατή/αναγνώστη).

Καταλαβαίνουμε ότι η σύνταξη και κατανόηση κειμένων έχει ιδιαίτερες δυσκολίες∙ απαιτεί γνώση τού μηχανισμού τής γλώσσας (γλωσσικών επιπέδων και κειμενικών λειτουργιών) και μακρά επίπονη άσκηση.

Αυτός είναι και ο κύριος λόγος για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μαθητές ―όχι μόνο τής Ελλάδος― στην κατανόηση και επεξεργασία κειμένου (δεν μιλούμε για «ανάγνωση»!) στον διαγωνισμό τού PISA, τού Προγράμματος Διεθνούς Αξιολόγησης των Μαθητών (Programme of International Student Assessment), που από λανθασμένη σύνδεση τείνει να συνδέεται με την ιταλική πόλη PISA και (μεταφορικά;) με τον κίνδυνο κατάρρευσης τού κεκλιμένου πύργου της.

Αν αυτή είναι η σύνθεση τής γλώσσας και τόσο απαιτητική η γνώση της, καταλαβαίνουμε ότι χρειάζεται συνεχής προσπάθεια καθενός μας να κρατάμε σε εγρήγορση την γλωσσική μας ικανότητα.

Αυτό σημαίνει συνειδητή αναδρομή, ευκαίρως ακαίρως, σε λεξικά, γραμματικές, συντακτικά, βιβλία για τα συχνά λάθη που γίνονται στην χρήση τής γλώσσας μας, αλλά και βιβλία και δημοσιεύματα για την Ελληνική, ομιλίες και εκπομπές στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Χρειαζόμαστε βελτίωση και εμπλουτισμό τού λεξιλογίου μας, προσοχή στις ορθογραφικές αδυναμίες μας, «φρεσκάρισμα» των γραμματικών μας γνώσεων και μεγάλη προσοχή στον τρόπο που μιλάμε και γράφουμε τα Ελληνικά μας. Χρόνος, κόπος, συνεχής προσπάθεια, ευαισθησία, αδιάπτωτο ενδιαφέρον για καλύτερη ποιότητα των Ελληνικών μας, που σημαίνει ―αυτό είναι και ένα επιπλέον καθοριστικό κέρδος― βελτίωση και ποιότητα στην λειτουργία τής σκέψης μας.

Επιλεγόμενα

Η κατάκτηση τής μητρικής γλώσσας, το είπα ήδη, είναι «έργο ζωής», που σημαίνει έργο αδιάπτωτης φροντίδας και ενασχόλησης διά βίου. Φροντίζοντας και βελτιώνοντας τη γλωσσική μας ικανότητα στη μητρική μας γλώσσα, καλλιεργούμε συγχρόνως τη νοητική μας ικανότητα, αφού γλώσσα και διάνοια δεν χωρίζονται («Οὐκοῦν διάνοια καὶ λόγος ταὐτόν», επισημαίνει ο Πλάτων στον Σοφιστή). Αν όμως είναι τόσο σημαντική η κατάκτηση και καλλιέργεια τής μητρικής γλώσσας, καταλαβαίνουμε τι έμφαση χρειάζεται να δοθεί από όλους τους διαμορφωτικούς παράγοντες τής γλώσσας που αναφέραμε και ιδιαίτερα από την σχολική εκπαίδευση.

Ειδικά στην κατανόηση κειμένων ―ένα θέμα που επανέφεραν πρόσφατα οι εξετάσεις τού Προγράμματος PISA―, πέρα μιας ειδικής τεχνικής που είναι διδάξιμη, χρειάζεται να ανατραπεί άρδην η στάση αυτής τής διαδικασίας.

Χρειάζεται να εμπεδωθεί η ανάγνωση κειμένων «με ένταση προσοχής και μεγάλη συγκέντρωση» («close reading» έχει χαρακτηρισθεί) έναντι τού «βιαστικού αναγνώστη» στον οποίον έχει μετατρέψει σήμερα παιδιά και μεγάλους η γρήγορη βιαστική («στα πεταχτά»!) ανάγνωση που κυριαρχεί σε σχέση με ποικιλόμορφα γραπτά τού διαδικτύου.

Η κατανόηση κειμένου είναι μια κατεξοχήν δημιουργική γλωσσική διεργασία που απαιτεί καλή γνώση τής γλώσσας, προσεκτική ανάγνωση και ασκημένη ικανότητα, ιδίως αν τίθενται ερωτήσεις κατανόησης και ζητείται η σύνταξη περίληψης πολύ περιορισμένου αριθμού λέξεων. Απαιτείται δηλαδή λιτότητα και πυκνότητα λόγου με έμφαση στις λέξεις-κλειδιά που αποδίδουν το κεντρικό νόημα τού κειμένου. Το ίδιο, και ακόμη περισσότερο, ισχύει για την παραγωγή ουσιωδών κειμένων.

Έχουμε μορφώσει και ασκήσει εντατικά τους μαθητές μας στο σχολείο σε αυτή την πολύ σύνθετη και απαιτητική διαδικασία; Και μάλιστα από το Δημοτικό (ηλικία 6-12 ετών) όπου τίθεται και ολοκληρώνεται η βασική γνώση τής μητρικής γλώσσας (λεξιλόγιο, σύνταξη, γραμματική);

Στις βαθμίδες Γυμνασίου και Λυκείου, υπό ευνοϊκές εκπαιδευτικές συνθήκες, συμπληρώνεται, βελτιώνεται και κυρίως συνειδητοποιείται η λειτουργία τής γλώσσας.

Και το κρίσιμο ερώτημα στην Πολιτεία: γνωρίζουμε στην Ελλάδα…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΟΠΛΗΚΤΟΣ ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Είναι άχρηστη η ορθογραφία;

Αγιο Όρος και Μητσοτάκης: Αξιολόγηση και Αντίκτυποι

 

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ 

Το γαλλικό υπουργείο Παιδείας αποφάσισε ότι τα ορθογραφικά λάθη θα υπολογίζονται σε όλα τα μαθήματα του Μπακαλορεά – των απολυτηρίων εξετάσεων.

Η απόφαση προκάλεσε την αντίδραση της προοδευτικής κοινότητας των εκπαιδευτικών, οι οποίοι, συνεπικουρούμενοι και από διάφορες γλωσσολογικές θεωρίες, θεωρούν το μέτρο συντηρητικό. Εισάγει, ισχυρίζονται, μία ακόμη αξιακή παράμετρο στη μαθητική κοινότητα, η οποία διαχωρίζει τους «ικανούς» από τους «ανίκανους».

Η ακραία εκδοχή της οδηγεί σε πολιτισμική κρίση: ο καθένας μπορεί να γράφει τα γαλλικά ανάλογα με την κουλτούρα του.

Δεν ξέρω τι προβλέπεται για όσους θέλουν να γράφουν γαλλικά με ελληνικούς ή, ακόμη καλύτερα, με ιαπωνικούς χαρακτήρες.

 Ο εντοπισμός των ορθογραφικών λαθών θεωρείται ότι στιγματίζει τους πιο αδύναμους μαθητές. «Γράφω όπως γουστάρω γιατί αυτή είναι η ταυτότητά μου».

Αυτοί, βέβαια, οι οπαδοί της ισότητας δεν σκέφτονται ότι έτσι δημιουργούνται δύο διακριτές τάξεις πολιτών, αυτοί που μπορούν να εκφράσουν οργανωμένα και πειθαρχημένη τη σκέψη τους και αυτοί που την παραδίδουν στις παρορμήσεις της άγνοιάς τους.

Η αλήθεια είναι ότι χάρη σ’ αυτήν την υπόθεση έμαθα ότι τα ορθογραφικά λάθη δεν μετρούν σε όλους τους τομείς της ύλης. Κρίμα, γιατί νόμιζα πως και σε αυτόν τον τομέα εμείς πρωτοτυπούμε. Ως γνωστόν, παρ’ ημίν καταλογίζονται τα λάθη στην έκθεση, στα αρχαία, ώς ένα σημείο στην Ιστορία, όμως δεν υπολογίζονται στη βιολογία, στη φυσική ή στα μαθηματικά.

Oπως μου είπε φίλη εκπαιδευτικός, σε αυτούς τους τομείς είναι δύσκολο να βρεθούν διορθωτές που θα εντοπίζουν τα ορθογραφικά λάθη.

Αυτό σημαίνει ότι ο γιατρός ή ο μαθηματικός δικαιούται να είναι ανελλήνιστος.

Θυμάμαι αυτό που μου είχε πει φίλος μαθηματικός στη μέση εκπαίδευση: Ακόμη και οι καλύτεροι μαθητές, αυτοί που λύνουν τις εξισώσεις, δυσκολεύονται να εξηγήσουν τη μέθοδο που ακολούθησαν για να τις λύσουν.

Η ορθογραφία είναι ο σκελετός της πειθαρχίας της γραπτής έκφρασης. Το αν γράψεις τη λέξη ιπποδρομία με ένα ή δύο πι δεν είναι παραξενιά που σου επιβάλλουν κάποιοι για να σε βασανίσουν. Είναι μια άσκηση που σου επιτρέπει να οργανώσεις ένα κείμενο, να ξεχωρίσεις τις πτώσεις, το της από το τις ή να αναγνωρίσεις μ’ εκείνο το ωμέγα του πρώτου προσώπου το ρήμα που θα σε οδηγήσει στην ονομαστική του υποκειμένου του και στην αιτιατική του αντικειμένου.

Ας μην ξεχνάμε ότι πριν από μερικές δεκαετίες, αρκετές για να διαμορφώσουν τουλάχιστον δύο γενιές, αντιμετωπίζαμε ως πρόοδο οποιαδήποτε απλούστευση της γλώσσας. Ετσι κάποιοι φωστήρες επέβαλαν το μονοτονικό στη γραφή. Ηταν και το πρώτο βήμα για τη μετατροπή της ορθογραφίας σε ένα είδος ιδιοτροπίας άχρηστης για την, ούτως ή άλλως, κεκτημένη σοφία μας.

Πάρτε, για παράδειγμα, τη λέξη «αφοπλίζω». Παράγεται από την πρόθεση από και το ρήμα οπλίζω, το οποίο στην κανονική ελληνική γραφή δασύνεται και ως εκ τούτου το πι του μετατρέπεται σε φι. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν γράφεις το αφοπλίζω με ωμέγα. Το επιχείρημα ήταν ότι τα πνεύματα και οι τόνοι είχαν χάσει τη φωνητική αξία τους. Εξακολουθούσαν, όμως, να διατηρούν την ορθογραφική αξία τους. Η λέξη «ήττα» περισπάται για κάποιο λόγο.

Η ορμή της απλοποίησης ήταν τέτοια που οδήγησε στην αλλοίωση ενός μεγάλου μέρους της ορθογραφίας. Ποιο θεωρείται σωστό σε ένα γραπτό;

Το «αυγό» που γεννούν οι κότες και το ξέραμε από τα κείμενα της νέας ελληνικής γραμματείας ή το «αβγό» που γέννησε το μυαλό ενός γλωσσολόγου για να μας διευκολύνει, απαλλάσσοντάς μας από το ψυχικό βάρος του ύψιλον.

Ασε πια εκείνο το «ορθοπαιδικός» που με μπέρδεψε, διότι όταν έσπασα το χέρι μου στην ηλικία μου είπα ότι ο ιατρός δεν κάνει για μένα. Εγώ θα πρέπει να βρω κάποιον γιατρό που ασχολείται με τα πόδια και την πέδηση και όχι με τις παιδικές ασθένειες.

Ποια από τις δύο εκδοχές θα επιλέξει ο διορθωτής της έκθεσης;

Ή μήπως και τις δύο, έτσι για να μπερδέψουμε τους εχθρούς του ελληνισμού;

Η ορθογραφία είναι εξίσου σημαντική με τη σύνταξη στη γραφή. Και θα πρέπει να ξεχάσουμε όλες τις προοδευτικές μπούρδες των τελευταίων δεκαετιών που μας οδήγησαν στη σημερινή αγλωσσία, όπου ούτε να μιλήσουμε σωστά μπορούμε ούτε να γράψουμε σωστά.

Και για να εξηγηθώ: η ανάγκη για σωστή ομιλία και γραφή είναι ανάγκη για σωστή έκφραση.

Τα ελληνικά κινδυνεύουν από εμάς τους ίδιους και από τον τρόπο που τα διδάσκουμε στα παιδιά μας. Ναι, ορθογραφία από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, όπως και αντιγραφή και καλλιγραφία. Επονται όλα τ’ άλλα.

Ας σκεφτούμε ότι τα ελληνικά δεν θα συνεχίσουν να ζουν επειδή βρέθηκαν κάποιοι για να τα απλουστεύσουν.

Θα συνεχίσουν να ζουν επειδή …

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΟΠΛΗΚΤΟΣ ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η παιδεία πάνω απ’ όλα

 

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ 

Ποτέ κανείς δεν πήγαινε να σπουδάσει στη φιλοσοφική σχολή για να πλουτίσει.

Κάποτε όμως οι φιλοσοφικές σχολές στο πανεπιστήμιο ήταν όχι μόνο περιζήτητες, αλλά και άκρως απαιτητικές. Αν δεν κάνω λάθος, έρχονταν αμέσως μετά την Ιατρική και σίγουρα προηγούνταν της Νομικής.

Οι μισθοί στην εκπαίδευση ήταν πάντα κάτω του μετρίου και, ως γνωστόν, λίγοι ήσαν εκείνοι που δεν αναγκάζονταν να κάνουν παράπλευρες εργασίες, ιδιαίτερα ή διορθώσεις σε εκδοτικούς οίκους, για να ζήσουν αξιοπρεπώς. Παρ’ όλ’ αυτά, είναι γνωστό ότι στις φιλοσοφικές σχολές των πανεπιστημίων πάντα σπούδαζαν οι καλύτεροι μαθητές.

Στη σχολική τάξη πρωταγωνιστούσε ο φιλόλογος, μαζί με τον μαθηματικό. Τον αντιμετώπιζαν με σεβασμό, διότι αυτός ήταν που «μάθαινε γράμματα» στα παιδιά.

Ηταν η εποχή που η ελληνομάθεια δεν ήταν απαξιωμένη, ασχέτως επαγγελματικού προσανατολισμού, η δε ορθογραφία δεν αντιμετωπιζόταν ως εργαλείο καταπίεσης. Αυτός ο σεβασμός συντηρούσε την κοινωνική αξιοπρέπεια επαγγελματιών που εκπροσωπούσαν αξίες, οι οποίες δεν κρίνονταν ούτε από τα τετραγωνικά της κατοικίας ούτε από τα κυβικά του αυτοκινήτου.

Πρόσφατα αναφέρθηκα στην υποκρισία με την οποία αντιμετωπίζουμε τους πυροσβέστες. Τους αποκαλούμε ήρωες και ως εκ τούτου τους ανταμείβουμε με μισθούς πείνας.

Σήμερα ήρθε η ώρα της παιδείας. «Η παιδεία πάνω απ’ όλα», «η παιδεία είναι εξίσου σημαντική με την υγεία», «από την παιδεία κρίνεται το μέλλον της χώρας». Μπορώ να αναφέρω και άλλα στερεότυπα, που τα χρησιμοποιούμε για να καλύψουμε την αδιαφορία μας.

Τι είναι αυτή η περίφημη παιδεία;

Είναι ένας φιλόλογος που πέρασε στο πανεπιστήμιο με τα ελάχιστα δυνατά «μόρια» – λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος.

Μπορεί να καλύψει τα κενά του στα τέσσερα χρόνια που θα περάσει εκεί μέσα;

Αμφίβολο.

Είναι ένας φιλόλογος που, όταν καταφέρει να βρει μια θέση στο Δημόσιο με το καλό και διορισθεί σ’ ένα νησί, δεν θα βρει σπίτι για να νοικιάσει. Αντί για σεβασμό εμπνέει οίκτο στην τοπική κοινωνία, στην καλύτερη περίπτωση. Και αυτός ο οίκτος μεταφέρεται μέσα στην τάξη. Οπότε ας μην απορούμε για το έλλειμμα πειθαρχίας που ταλανίζει την εκπαίδευση.

Είναι ένας φιλόλογος ο οποίος, για να καλύψει τα κενά, μπορεί να χρειαστεί να διδάξει Ιστορία και ας πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικούς γνωστικούς τομείς.

Τέλος, όπως έμαθα με ρίγη εθνικής υπερηφανείας, είναι ένας φιλόλογος ο οποίος …

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το γλωσσικό είναι πάντα ζωντανό

 


Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Το «γλωσσικό»  ζήτημα είναι ακόμη ζωντανό.

Το αντιμετωπίζουμε σαν να το έχουμε λύσει, ο «εμφύλιος» έληξε με συντριπτική νίκη της λεγόμενης δημοτικής, παρ’ όλ’ αυτά, όμως, εξακολουθεί να απασχολεί πολλούς από εμάς.

Αλλους δεν τους απασχολεί, όπως τους πολιτικούς για παράδειγμα και διάφορους δημοσιολογούντες, ενώ θα έπρεπε να τους απασχολεί.

Πώς εννοώ αυτό το «απασχολεί».

Σίγουρα δεν μπορεί να μας απασχολεί με τον ίδιο τρόπο που απασχολούσε τους προγόνους μας, οι οποίοι το είχαν εντάξει στην πλούσια συλλογή των συγκρούσεων που χαρακτηρίζουν την ελληνική ζωή. Κι αν δεν έχουμε λόγο να καβγαδίσουμε, θα πρέπει να τον εφεύρουμε.

Το «γλωσσικό» οφείλουμε να το προσεγγίσουμε με τους όρους που μας επιβάλλει ο κόσμος μας. Ενας κόσμος ο οποίος διαθέτει μία κοινή, τα αγγλικά, η οποία μπορεί να χρησιμεύει ως εργαλείο επικοινωνίας, όμως η συντριπτική πλειονότητα των ομιλητών της τη χρησιμοποιεί υποτυπωδώς. Διαθέτει και μεγάλες γλώσσες όπως τα ισπανικά. Ή γλώσσες που χρησιμοποιούνται από μεγάλους πληθυσμούς όπως τα κινεζικά ή τα ρωσικά, όμως δεν μπορείς να τις χαρακτηρίσεις «διεθνείς». Ακόμη και τα γαλλικά, που μέχρι δύο γενιές πίσω εθεωρούντο διεθνής γλώσσα, έχουν χάσει πια αυτόν τον ρόλο. Οποιαδήποτε συζήτηση λοιπόν για τα ελληνικά, τη γλώσσα που μιλάμε, γράφουμε και στην οποία σκεφτόμαστε, θα πρέπει να γίνει λαμβάνοντας υπ’ όψιν αυτούς τους παράγοντες. Εχουμε την τύχη να συμμετέχουμε σε μια μεγάλη ένωση κρατών η οποία, εκτός των άλλων, αποδέχεται ως συστατικό της τη γλωσσική ποικιλομορφία των μελών της. Αυτό ας το σκεφτούν όσοι κατηγορούν την Ε.Ε. για αυταρχισμό.

Τα ελληνικά είναι μια μικρή γλώσσα. Τη μιλούν καμιά δεκαπενταριά εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο, δεν ανήκει σε καμιά οικογένεια, όπως οι λατινογενείς γλώσσες, όμως διαθέτει ένα ιστορικό βάθος το οποίο την κάνει μοναδική.

Είναι η αρχαιότερη γλώσσα της Ευρώπης και διαθέτει τεράστιο αποθεματικό κεφάλαιο σκέψης και δημιουργίας, που παρά τους αιώνες της ζωής της δεν έχει ακόμη εξαντληθεί.

Η διδασκαλία της στις νεότερες γενιές από αυτήν την αρχή οφείλει να ξεκινήσει. Η σύνδεση των σύγχρονων ελληνικών με την ιστορία της, με το βάθος του σπηλαίου που τα φιλοξενεί, δεν αφορά μόνον την εθνική ταυτότητα που θέλουμε να καλλιεργήσουμε στους νέους. Αφορά και την ταυτότητά τους ως Ευρωπαίων πολιτών. Διότι τα ελληνικά είναι τμήμα της ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Για να εξηγούμαι: όχι τα ελληνικά που μιλάμε σήμερα. Τα ελληνικά ως μια γλώσσα που δεν σταμάτησε να μιλιέται για περίπου τριάντα αιώνες Ιστορίας και τα οποία, όπως κάθε οργανισμός έχουν υποστεί αλλοιώσεις που τα έχουν μεταμορφώσει. Τα ελληνικά που μιλάμε σήμερα δεν είναι τα ελληνικά του Ομήρου. Και δεν θα μπορούσαν να είναι. Δεν ντυνόμαστε με χιτώνες ούτε πολεμάμε με δόρατα. Ομως είναι ο ίδιος οργανισμός.

Το λεγόμενο «γλωσσικό» ζήτημα ήταν μια συνεχής προσπάθεια αποκοπής της σύγχρονης ελληνικής από τις αρχαίες καταβολές της.

Να πω ότι αυτό το χρωστούσαμε κατά μείζονα λόγο στον φόβο που μας προκαλούσε η σύγκριση των έργων μας με τα έργα της αρχαιότητας;

Το αποτέλεσμα είναι ότι οι έδρες των νεοελληνικών σπουδών στα ξένα πανεπιστήμια δεν είχαν καμία σχέση με τις έδρες ελληνικών σπουδών που αφορούσαν την αρχαιότητά μας. Με αποτέλεσμα να μαραζώνουν σ’ ένα αξιοπρεπές κατά το δυνατόν περιθώριο και οι ελληνιστές να τις αντιμετωπίζουν με τη συμπάθεια της συγκατάβασης.

Το ζήτημα είναι ότι αυτήν τη στάση την εσωτερικεύσαμε κι εμείς και την εντάξαμε στο δικό μας εκπαιδευτικό σύστημα.

Λέμε διάφορα για τη Μεταπολίτευση, όμως παραγνωρίζουμε τον ρόλο που έπαιξαν δύο μεταρρυθμίσεις. Η πρώτη με την κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρεύουσας, δηλαδή της λόγιας καθομιλουμένης, και η δεύτερη με την επιβολή του μονοτονικού. Καταργήσαμε την τρίτη κλίση, τα απαρέμφατα, τις δασείες και την περισπωμένη, και αισθανθήκαμε πολίτες του σύγχρονου κόσμου. Πάλι καλά που μας ξέφυγαν τα «ήτα» και τα «ωμέγα», αλλά εάν συνεχίζαμε θα το είχαμε καταφέρει.

Τα επιχειρήματα ήταν έωλα, αλλά δεν έχει σημασία. Η διδασκαλία της λόγιας γλώσσας, στην οποία είναι γραμμένα τα περισσότερα έργα της νεοελληνικής γραμματείας, καταργήθηκε για να αντικατασταθεί από τη γλώσσα του λαού.

Ποια είναι αυτή άραγε;

Δεν έχει σημασία. Τα πνεύματα καταργήθηκαν διότι, λέει, και η αρχαία γραμματεία ήταν ατονική. Την περισπωμένη και τα πνεύματα τα πρόσθεσαν οι Αλεξανδρινοί. Από κοκεταρία άραγε ή μήπως επειδή τότε η ελληνική γλώσσα έγινε «κοινή» και χρειαζόταν σημεία για να τη συνδέουν με την προφορά της όταν ήταν περιορισμένη στην ελληνική πόλη όπου ήταν δεδομένη;

Ναι, πρέπει να ανοίξουμε το γλωσσικό.

Να αναρωτηθούμε γιατί στην ευχή δεν διαβάζονται τα σχολικά βιβλία και για ποιον λόγο το υπουργείο Παιδείας αδιαφορεί.

Ισως γιατί μας λείπει το έμψυχο δυναμικό.

Κυρίως όμως μας λείπει …

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Πού κρύβονται τα ελληνικά;

 

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ 

Φέτος συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από τον Μάιο του 1976 οπότε και καταργήθηκε από τη μέση εκπαίδευση η διδασκαλία της «καθαρεύουσας» και επιβλήθηκε η «δημοτική» ως επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους.

Η ατμόσφαιρα ήταν πρόσφορη και το μέτρο έγινε δεκτό με ενθουσιασμό σαν μια ακόμη κατάκτηση της νεαράς τότε δημοκρατίας στο ηττημένο ήδη φάντασμα της χούντας. Μέτρο ακόμη πιο ευπρόσδεκτο, αφού ο υπουργός Παιδείας που ανέλαβε τη μεταρρύθμιση ήταν ένας συντηρητικός πολιτικός, ο Γεώργιος Ράλλης, μιας κεντροδεξιάς κυβέρνησης. Ως γνωστόν το «γλωσσικό» συνόδευσε την ύπαρξη του νεοελληνικού κράτους και αποτέλεσε σημαντική παράμετρο στις πολιτικές και ιδεολογικές συγκρούσεις. Ως γνωστόν, επίσης, η χούντα που μιλούσε την «καθαρεύουσα» των αμόρφωτων καραβανάδων κατάφερε και το τελειωτικό χτύπημα στη λεγόμενη καθαρεύουσα, αυτήν που είχε κάνει βασικό στοιχείο στις κωμωδίες του ο Μποστ με το ταλέντο του.

Η μεταρρύθμιση θεωρήθηκε λοιπόν μέτρο προοδευτικό, απαραίτητο για τον εκσυγχρονισμό και τον εκδημοκρατισμό της χώρας. Το κράτος θα μιλούσε επιτέλους τα ίδια ελληνικά με τον «λαό» του οποίου η γλώσσα παρέμενε συγκεχυμένη και αναζητούσε την κωδικοποίησή της σε κανόνες τους οποίους είχε οργανώσει ο Μ. Τριανταφυλλίδης, συνεργάτης του δημοτικιστή Ιωάννη Μεταξά. Λεπτομέρεια που μπορεί να έχει ιστορική σημασία, όμως δεν έχει μόνον ιστορική αξία. Απλώς καταδεικνύει ότι το λεγόμενο «γλωσσικό» ήταν πιο πολύπλοκο από όσο το θεωρούσαν όσοι το ταύτιζαν με τη σύγκρουση δεξιάς και αριστεράς.

Δεν χρειάζεται να προσθέσω ότι η μεταρρύθμιση αυτή του 1976 έφερε μια απορρύθμιση στη χρήση της ελληνικής, κυρίως της επίσημης η οποία υπέστη τις στρεβλώσεις στα όρια του γελοίου της ενδογλωσσικής μετάφρασης. Απορρύθμισε και τη διδασκαλία της στην εκπαίδευση.

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι.

Λέγαμε τότε ότι στο σχολείο μας διδάσκουν την καθαρεύουσα.

Σίγουρα δεν ήταν η καθαρεύουσα του Μιστριώτη. Και αναρωτιέμαι αν είναι σωστό να εξακολουθούμε να την ονομάζουμε ακόμη και σήμερα «καθαρεύουσα». Ηταν η λόγια ελληνική, αυτή που μιλούσαν οι μορφωμένοι Ελληνες, αυτή που ήταν απαραίτητο εργαλείο για τη μετάφραση επιστημονικών και θεωρητικών έργων από τις μεγάλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Μετάφραση απαραίτητη ως πρώτη ύλη για την παραγωγή αφηρημένης σκέψης στα ελληνικά.

Εντέλει θα μπορούσαμε να πούμε ότι η περίφημη γλωσσική επανάσταση της Μεταπολίτευσης συμπυκνώνεται στον αποκεφαλισμό της γλώσσας από την τρίτη κλίση και το απαρέμφατο. Ας προσθέσουμε και τον ακρωτηριασμό της μετοχής που έγινε μόνον τροπική.

Δεν ξέρω τι σχέση έχουν όλ’ αυτά με την απελευθέρωση από τους καταπιεστικούς μηχανισμούς της «αντίδρασης». Εκείνο που ξέρω είναι πως μου είναι εντελώς ακατανόητη η κατάργηση του απαρεμφάτου το οποίο ζει και βασιλεύει σε γλώσσες όπως τα γαλλικά ή τα ιταλικά χωρίς να καταπιέζεται κανείς. Η αδυναμία παραγωγής θεωρητικής σκέψης στα ελληνικά οφείλεται στην κατάργηση του απαρεμφάτου στο οποίο, βέβαια, προστρέχουμε κατ’ οικονομίαν, σε φράσεις όπως το «είναι και το μηδέν».

Εκείνο επίσης που δεν λαμβάνουμε υπ’ όψη είναι ότι, παρά τους σπαραγμούς του γλωσσικού και τις ανελέητες συγκρούσεις, οι συγγραφείς μας έγραψαν αριστουργήματα σε μια γλώσσα που δεν ήταν ούτε καθαρεύουσα, ούτε δημοτική. Ηταν τα ελληνικά που, όπως λέει και ο Συκουτρής, εμπεριέχουν και τις δύο εκδοχές, όπως κάθε επεξεργασμένη γλώσσα συνδυάζει διάφορα επίπεδα λόγου.

Τα κείμενα των ποιητών μας που γράφουν στη δημοτική, όπως ο Σεφέρης ή ο Ελύτης, είναι γεμάτα τύπους της καθαρεύουσας οι οποίοι προσθέτουν τη δική τους πλαστική αξία. Δεν λαμβάνουμε επίσης υπ’ όψη ότι τα ελληνικά τα οποία διδάσκονται οι νέες γενιές στο σημερινό σχολείο τις αποκόπτουν από το μεγαλύτερο και σημαντικότερο μέρος της νεοελληνικής γραμματείας, το οποίο είναι γραμμένο σ’ αυτήν τη μεικτή γλώσσα που προήλθε από την καθαρεύουσα του Κοραή. Κάτι που διαψεύδει και όσους υποστηρίζουν πως αυτή η γλώσσα είναι τεχνητή. Μια τεχνητή γλώσσα δεν μπορεί να γεννήσει έναν Παπαδιαμάντη.

Αντιθέτως δεν ξέρω κανένα λογοτεχνικό κείμενο γραμμένο βάσει των κανόνων του Τριανταφυλλίδη. Η δε λογοτεχνία του Ψυχάρη αποδεικνύει τη στειρότητα του γλωσσικού δογματισμού. Ο Συκουτρής τον αποκαλούσε Μιστριώτη της δημοτικής.

Η λόγια νέα ελληνική συνδέει τη γλώσσα που μιλάμε σήμερα με τη μακραίωνη ιστορία μας. Και δεν μου βγάζετε από το μυαλό ότι την ακρωτηριάσαμε ακριβώς για να αποκόψουμε τα νέα ελληνικά από τον μεγάλο ιστορικό τους ορίζοντα.

Μερικά χρόνια μετά, το 1981, η μεταρρύθμιση ολοκληρώθηκε από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με την επιβολή του μονοτονικού. Κοινώς με την οριστική αποκοπή της γραφής από την ιστορική της μνήμη.

 

Κάποια στιγμή θα πρέπει να σκεφθούμε πόσο η γλωσσική απορρύθμιση επηρεάζει τον δημόσιο βίο μας, αλλά και την πολιτική ασυνεννοησία.

Κυρίως όμως επηρεάζει την αλαλία της νεώτερης γενιάς.

Κάποια στιγμή θα πρέπει να σκεφθούμε ότι…

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΕΝΟ ΚΟΥΛΟ-ΧΑΝΕΙΟ: Κρατικός γλωσσικός δωσιλογισμός (Οι ελληνέζοι "άριστοι" του Κούλη και οι ελληνέζικες αγγλικούρες τους!)

 

 

Αφίσα με ελληνέζικες αγγλικούρες στον σταθμό ΗΣΑΠ του Αμαρουσίου, που βρομάει και ζέχνει από τις κουτσουλιές περιστεριών 

 

Του Παναγιώτη Λιάκου

Κατάντια. Η λέξη «σεβασμός» σε διαφημιστική εκστρατεία υπουργείου αντικαταστάθηκε από αγγλική.

Τη γράψανε μάλιστα με ελληνικούς χαρακτήρες.

Ο λόγος γίνεται για το πρόγραμμα «ΡΙΣΠΕΚΤ στη Γονεϊκότητα». Έχουν γεμίσει οι σταθμοί και οι στάσεις των ΜΜΜ, το διαδίκτυο και άλλοι δημόσιοι χώροι, καθώς και ιστοσελίδες στο διαδίκτυο, με καταχωρίσεις «ΡΙΣΠΕΚΤ στη Γονεϊκότητα».

Σύμφωνα με το επίσημο κείμενο, το «ΡΙΣΠΕΚΤ στη Γονεϊκότητα είναι ένα σύγχρονο πρόγραμμα που προάγει την υγεία παιδιού και οικογένειας, καλύπτοντας κάθε ανάγκη μέσω καθολικών και στοχευμένων παρεμβάσεων. Με έμφαση στην έγκυρη πληροφόρηση, στη γονεϊκή ενδυνάμωση και την προαγωγή της ψυχικής υγείας των οικογενειών, προσφέρει πρακτική υποστήριξη σε κάθε στάδιο της γονεϊκότητας. Το Πρόγραμμα Προαγωγής Υγείας Παιδιού & Οικογένειας αποτελεί πρωτοβουλία του υπουργείου Υγείας σε συνεργασία με τη UNICEF».

Οι διατυπώσεις του κειμένου είναι αξιοθρήνητες, όπως είναι άπασες οι νεοταξικού τύπου αρλούμπες: «καθολικές και στοχευμένες παρεμβάσεις», «γονεϊκή ενδυνάμωση» και δεν συμμαζεύεται. Όμως, αυτό που βγάζει μάτι είναι η λέξη «ΡΙΣΠΕΚΤ», που έχει γραφτεί με κεφαλαία γράμματα μην τυχόν και νομίσει κάποιος ότι υπάρχει πιθανότητα να μιλήσει το ελληνόφωνο κράτος ελληνικά χωρίς γελοίους και προκλητικούς… αγγλισμούς.

Ποιον ενόχλησε η λέξη σεβασμός και αγνοήθηκε;

Ποιος σκέφτηκε αυτό το σύνθημα και ποιος ενέκρινε την εκταμίευση κονδυλίων για να πληρωθούν τα κόστη της διαφημιστικής εκστρατείας;

Υπενθυμίζεται ότι υπουργός Υγείας είναι ο αυτοδιαφημιζόμενος ως «ελληνολάτρης» και «ρήτωρ» Σπύρος – Άδωνις Γεωργιάδης.

 Τη θητεία του στην Υγεία την ξέρουμε. Όλοι, δυστυχώς, σε κάποια φάση του βίου μας παγιδευόμαστε στις δαγκάνες της ανάγκης για παροχές υπηρεσιών υγείας. Όμως, την «υπηρεσία» του στην ελληνική γλώσσα τώρα τη διαπιστώνουμε στις αληθινές διαστάσεις της.

 

Τέτοιου είδους γλοιώδεις πρωτοβουλίες καλοπιάσματος των Αμερικανών με εξοβελισμό ελληνικών λέξεων από κείμενα που εγκρίνουν κρατικοί φορείς και αντικατάστασή τους από αγγλικές συνιστούν γλωσσικό δωσιλογισμό. Δηλαδή, συνεργασία με τον κατακτητή.

Ε, κι οι Αμερικανοί κάπως έτσι συμπεριφέρονται στην Ελλάδα και γενικότερα στους «συμμάχους» τους.

Σαν κατακτητές – ή τουλάχιστον σαν αφεντικά, που δεν έχουν πληρώσει σεντ για την επιχείρηση που ελέγχουν. Υπαγορεύουν από πού θα αγοράζεις ενέργεια και όπλα. Σου υποδεικνύουν πόσα εθνικά «ασημικά» (όπως το όνομα της Μακεδονίας) θα χαρίσεις σε γειτονικά κρατίδια. Σε διατάσσουν να πληρώνεις μαλλιοκέφαλα για δικούς τους πολέμους (όπως τα χαρτζιλίκια στο καθεστώς Ζελένσκι). Αξιώνουν να τους δίνεις τζάμπα εκτάσεις για να κάνουν στρατιωτικές βάσεις. Γενικά, κάνουν κουμάντο και οι ελληνόφωνοι ηγετίσκοι διαγωνίζονται στο σπορ της πρόθυμης εκτέλεσης των εντολών.

Και να ’ταν μόνο το σύνθημα με το «ΡΙΣΠΕΚΤ» πάει κι έρχεται. Διακρίσεις στο πρωτάθλημα ξενομανίας έχει ακόμα και η ΕΡΤ.

Εδώ αξίζει να υπενθυμιστεί τι έγραφε σχετικά με το θέμα ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης, που είναι γνωστός στο κοινό ως ακαδημαϊκός, φιλόλογος, γλωσσολόγος, καθηγητής πανεπιστημίου και λεξικογράφος, που έχει θητεύσει και υπηρεσιακός υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Ο κ. Μπαμπινιώτης τον Οκτώβριο του 2025, σε διαδικτυακή ανάρτησή του, έγραφε τα εξής:

«Γιατί η ελληνική δημόσια τηλεόραση απευθυνόμενη στους Έλληνες τηλεθεατές επιλέγει σωρηδόν ξενόγλωσσους τίτλους;

Γιατί;

Ertnews, Newsroom, Game Changers, Off the Record, Live Now, Update, Prime, Press Talk, Force, Istorima;

Γιατί Έλληνες απευθύνεστε στους Έλληνες στα αγγλικά;

Ανεβαίνει έτσι το κύρος σας;

Εντυπωσιάζετε;

Προσελκύετε θεατές που δεν θα σας παρακολουθούσαν αν ήταν ελληνόγλωσσοι οι τίτλοι σας; 

 

Μήπως ...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟ-ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Περί εθνικής ασυνεννοησίας


Uploaded Image 

 Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ας παραμερίσουμε για λίγο τα τεχνικά ζητήματα του διαγωνισμού PISA, που οργανώνει ο ΟΟΣΑ. Ο διαγωνισμός δεν έχει στόχο την αξιολόγηση του τρόπου που λειτουργεί το εκπαιδευτικό σύστημα κάθε χώρας που συμμετέχει. Δεν δίνονται βραβεία στους νικητές ούτε διαπομπεύονται οι ηττημένοι. Για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Είναι η βασική διαφορά της PISA από το κύπελλο UEFA – κι ας μην το λένε έτσι πια.

Στόχος του διαγωνισμού είναι να εντοπίσει τις αδυναμίες των συστημάτων σε ορισμένες δεξιότητες που κρίνονται σημαντικές για την εκπαίδευση. Και όταν λέμε σημαντικές, δεν εννοούμε την επιτυχία στις Πανελλαδικές ή… Πανιταλικές εξετάσεις. Εννοούμε τις δεξιότητες που επιτρέπουν στους μαθητές να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής, με άλλα λόγια την κοινωνική λειτουργικότητα της Μέσης Εκπαίδευσης.

Το αντίστοιχο είναι ένας διαγωνισμός που δείχνει την ικανότητα ενός γιατρού να αξιολογήσει τα συμπτώματα του ασθενούς και να αποφασίσει για τον τρόπο της θεραπείας του. Μα θα μου πείτε, αυτά κρίνονται από τις εξετάσεις που περνάει ο γιατρός για να γίνει γιατρός. Ε, για να το πω με απλά λόγια, ο διαγωνισμός PISA αξιολογεί τον τρόπο με τον οποίον ο γιατρός κρίνεται κατάλληλος για να ασκήσει την τέχνη του.

Η κατανόηση κειμένου, τα μαθηματικά και οι φυσικές επιστήμες είναι οι τρεις τομείς στους οποίους διαγωνίζονται οι εξεταζόμενοι.

Είναι γνωστό ότι πρωτεύουμε στη μετριότητα. Ειδικά στην κατανόηση κειμένου, τον πυρήνα του εκπαιδευτικού συστήματος, τον πυρήνα της κοινωνικής μας συνύπαρξης.

Είναι γνωστά τα προβλήματα που έχει προκαλέσει η συμμετοχή της Ελλάδας στον διαγωνισμό. Κυρίως στην εκπαιδευτική μας κοινότητα, που αντιμετωπίζει με φοβική καχυποψία οποιαδήποτε διαδικασία κρίσης δεν ελέγχει η ίδια.

Ομως, ας ξεχάσουμε την PISA και τις επιδιώξεις της και ας προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε τη σημασία της «κατανόησης κειμένου».

Είναι ένας περίπλοκος μηχανισμός που ενεργοποιεί ακόμη και άυλους γλωσσικούς τρόπους, όπως η ειρωνεία, ή σχήματα, όπως η μεταφορά.

Αυτός ο μηχανισμός δεν ενεργοποιείται μόνον όταν είσαι καθισμένος σ’ ένα θρανίο, μπροστά σε ένα κείμενο. Ενεργοποιείται ακόμη και στην καθημερινότητα, όταν προσπαθείς να συνεννοηθείς και αν δεν έχεις μάθει να τον χειρίζεσαι, τότε πολύ απλά δεν μπορείς να συνεννοηθείς.

Η ασυνεννοησία που ελλοχεύει σε κάθε κοινωνική μας συναναστροφή, από την πολιτική έως την οδήγηση, ξεκινάει από την αδυναμία του εκπαιδευτικού μας συστήματος να μας διδάξει την κατανόηση κειμένου.

Η γλώσσα μας κινδυνεύει από ασφυξία επειδή…

 

ΠΑΣΧΑ - ΓΛΩΣΣΑ - ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το Πάσχα ως εορτή πνευματικής ανά(σ)τασης




Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ

Για όλους όσοι ασπάζονται την χριστιανική πίστη
(Ορθόδοξοι, Καθολικοί, Προτεστάντες), ακόμη και για τους μη έντονα θρησκεύοντες, η Μεγάλη Εβδομάδα με κορύφωση την Ανάσταση είναι μια αφορμή πνευματικής ανάτασης. Περισσότερο ή λιγότερο πιστοί νηστεύουν, κοινωνούν και, κυρίως, συρρέουν στις εκκλησίες, ανάβουν ένα κερί και ακούνε με μεγαλύτερη ή μικρότερη προσοχή τις ακολουθίες των Παθών, την υμνολογία τής Μεγάλης Εβδομάδος. Η παραδοσιακή μάλιστα μετάδοση των ακολουθιών από την Τηλεόραση και το Ραδιόφωνο επιτρέπει να παρακολουθήσουν τις ακολουθίες και πιστοί που δεν μπορούν ή και επιλέγουν αυτή την δυνατότητα συμμετοχής στα τής Μεγάλης Εβδομάδος.  

Οι ύμνοι τής Μεγάλης Εβδομάδος ―ιδίως όταν ψάλλονται από γνώστες τής ψαλτικής τέχνης― συγκλονίζουν ως λόγος (περιεχόμενο) και ως άκουσμα («μελωδία») με κυρίαρχη την ελληνική γλώσσας στις καλύτερες εκφάνσεις της. Γεννούν σκέψεις, ανακαλούν εικόνες, προβληματίζουν συνειδήσεις. Λιγότερο ή περισσότερο συγκινούν. Αυτή ήταν και εξακολουθεί σε έναν κυμαινόμενο βαθμό να είναι η διαδικασία και το ευρύτερο πνεύμα τής μεγάλης χριστιανικής γιορτής∙ για την Ελλάδα και τους Ελληνες – συναινούντος και τού ανοιξιάτικου συνήθως καιρού― η μεγαλύτερη και πιο βιωματική γιορτή τής Χριστιανοσύνης.  

Τα κείμενα τού Ευαγγελίου, που διαβάζονται την Μεγάλη Εβδομάδα μαζί με τα ποιητικά κείμενα των προσευχητικών ψαλμών τής Παλαιάς Διαθήκης διαμορφώνουν το ιστορικό πλαίσιο τής πορείας των Παθών τού Χριστού μέχρι την σταυρική του θυσία και το δοξαστικό μήνυμα τής Αναστάσεως. Και όλα αυτά πλαισιωμένα από μια έντονα βιωματική υμνολογία που σχολιάζει με καθαρά ποιητικό τρόπο το ιστορικό των Παθών και τής Ανάστασης τού Χριστού. 

Δοθέντων αυτών ο εορτασμός τού Πάσχα έχει προσλάβει στην συνείδηση των πιστών στην Ελλάδα έναν έντονα παραδοσιακό και οικογενειακό χαρακτήρα (θα τον παρομοίαζε κανείς ως μορφή εορτασμού με την μεγάλη βαρύτητα που δίνουν λ.χ. οι Αμερικανοί στην Εορτή των Ευχαριστιών, εορτή βεβαίως διαφορετικού εντελώς περιεχομένου και σκοπού). Αυτό εξηγεί και την επιστροφή χιλιάδων Ελλήνων στις πατρογονικές εστίες καταγωγής, σε πόλεις και χωριά διαφόρων περιοχών μακριά από την πρωτεύουσα ή την συμπρωτεύουσα τής χώρας μας ειδικά για τον εορτασμό τού Πάσχα. 

Τελευταία, ωστόσο, παρατηρείται μια περισσότερο ή λιγότερο αποκλίνουσα τάση. Πάει, σε κάποιον βαθμό, να αλλοιώθεί και να υποβαθμισθεί ο παραδοσιακός εορταστικός χαρακτήρας τού Πάσχα των Ελλήνων και να προστεθεί στον τύπο των «διακοπών» τουριστικού τύπου. Έτσι, δεν είναι λίγοι αυτοί από τις μεγάλες πόλεις που επιλέγουν να εορτάσουν το Πάσχα στο εξωτερικό ή σε παγοδρομικά κέντρα ή σε πολυτελή ξενοδοχεία με ανέσεις και προσφορές (all inclusive) κ.λπ., δηλαδή σαν καλοκαιρινές ή άλλες διακοπές και όχι ως συγκεκριμένο παραδοσιακά βιούμενο εορτασμό. Έχουμε δηλ. ένα είδος εκκοσμίκευσης και τουριστικοποίησης τής ανάτασης και ανάστασης που συνιστά αυτός ειδικά ο πνευματικός και θρησκευτικός μείζων εορτασμός.  

Έτσι η χριστιανική Λαμπρή χάνει το φως το πνευματικό που εκπέμπει. Ας βοηθήσουμε όλοι, Πολιτεία, τοπική αυτοδιοίκηση, πολιτιστικοί φορείς, ιδιώτες να διατηρηθεί το κλίμα τής πασχαλιάτικης γιορτής, με ήθη και έθιμα που ανεβάζουν την διάθεσή μας και την σκέψη μας έξω και πάνω από τα όρια τής καθημερινότητας. Η καταναλωτική κακογουστιά που παράγει πασχαλινά αβγά με εικόνες ποδοσφαιρικών ομάδων ή καλλίγραμμων γυναικών ή ό,τι παραγγείλει ο καταναλωτής δεν έχουν σχέση με Πάσχα και Ανάσταση. Και ο εορτασμός δεν έχει σχέση με το πόσο πωλείται η όποια ποσότητα και είδος κρέατος στα σούπερ μάρκετ ή στα κρεοπωλεία τής γειτονιάς ή στην κεντρική αγορά (χαρακτηρίζεται πομπωδώς και «έρευνα αγοράς»), ένα καταναλωτικό γεγονός που ανάγεται σε μείζονα πασχαλινή πληροφορία, ενώ κάθε οικογενειάρχης ξέρει γιατί και από πού ψωνίζει.  

Αλλιώς, μπορείς να συμβάλεις στην διαμόρφωση ενός εορταστικού κλίματος, ρωτώντας λ.χ. πώς αισθάνεται ο Έλληνας τής μακρινής Αυστραλίας που έρχεται να κάνει Πάσχα στο χωριό του. Ο ξένος που γιορτάζει το ελληνικό Πάσχα. Αν και πώς γιορτάζει και αν κάτι αισθάνεται ο μετανάστης που ζει στην Ελλάδα. Πώς βάφει τα αβγά και πώς ετοιμάζει τα γλυκίσματα (κουλούρια, τσουρέκια κ.λπ.) η νοικοκυρά σε πόλεις και χωριά τής Ελλάδος. Πώς ψάλλει σε μια εκκλησία τις ημέρες αυτές ένας έμπειρος ψάλτης (υπεριχύει συχνά και έγκριτων κοσμικών τραγουδιστών) αλλά και ένας «επ’ ευκαιρία» ψάλτης (που αυτοσχεδιάζει εν πολλοίς για να βγει η ακολουθία) και, προπάντων, πώς ο ορθόδοξος παππάς τής επαρχίας ανασταίνει συχνά «από χωρίου εις χωρίον». 

Εξασφαλίζεται η παπαδιαμαντική κατάνυξη ή υπερισχύουν βεγγαλικές επιδόσεις που μιμούνται βαλλιστικές καταστάσεις; 

Γιατί πολλοί συρρέουν στα Μοναστήρια στις ακολουθίες των Παθών; 

Ευτυχώς, πάντως, που ―περισσότερο από δημοσιογραφική αίσθηση «επικαιρότητας»― άρχισαν και κάποιοι τηλεοπτικοί σταθμοί (δημόσιοι κυρίως και ελάχιστοι ιδιωτικοί) να συμμετέχουν στο πνευματικό κλίμα τού πασχαλινού εορτασμού με κάποιες ἐπὶ τούτῳ εκπομπές, πράγμα που παλαιότερα συνέβαινε συστηματικά και προβεβλημένα.  

Τέλος, ευτυχώς που δεν αποφεύγουμε πλέον, για λόγους πολιτικής ορθότητας (να μη θίξουμε πιστούς άλλων θρησκειών, αγνωστικιστές ή και άθεους), να ευχόμαστε μεταξύ μας την επιβεβλημένη χριστιανική ευχή «Καλή Ανάσταση» αντί τού ουδέτερου (και βαθύτατα έως εσκεμμένα κοσμικού) «Καλές Γιορτές», που ακόμη εξαγιάζεται από την ευχή «Καλό Πάσχα». 

Ετυμολογία των λέξεων Πάσχα, Ανάσταση και Λαμπρή: