"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΡΟΥΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΡΟΥΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Ανάγκη ασφάλειας χωρίς κουλτούρα ασφάλειας

 Γράφει ο Δρ. Μάρκος Τρούλης

Για πολλούς, η εξ ανατολών απειλή, την οποία δέχεται η χώρα μας, είναι ευδιάκριτη, καθώς στο σταθερό γεωγραφικό δεδομένο έχουν προστεθεί, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η μεταβολή στην ισορροπία ισχύος, οι διακηρυγμένες επιθετικές προθέσεις της Άγκυρας, αλλά και ο αποπροσανατολισμός του εν Ελλάδι συστήματος λήψης αποφάσεων.

Για άλλους (ελπίζω όχι πολλούς), η τουρκική απειλή συνιστά μία φενάκη, ένα εφεύρημα ορισμένων «πολεμοκάπηλων» οι οποίοι αρέσκονται να παίζουν με… μολυβένια στρατιωτάκια! Για κάποιους εξ αυτών δεν υπάρχει απειλή και ο Ερντογάν εξαντλείται σε ρητορείες, που δεν πρόκειται να πραγματοποιήσει στο πεδίο, ενώ ορισμένοι άλλοι πιστεύουν ότι «η Ελλάδα προκαλεί την Τουρκία στο Αιγαίο»! Άλλωστε, γι’ αυτούς, η Ελλάδα «δεν έχει κάνει και λίγα» και η Τουρκία «έχει δίκαιο σε πολλά πράγματα»!

Κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι και να πραγματοποιήσει τις απειλές της η Άγκυρα, θα μας σώσουν η Ε.Ε., οι Η.Π.Α., η Γαλλία, το Διεθνές Δίκαιο ή εν πάση περιπτώσει… ο Θεός της Ελλάδας!

Πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας η είδηση ότι η Δανία προτίθεται να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες κατά 40,5 δισ. κορώνες μεταξύ 2024-2028, καθώς και να αυξήσει τη στρατιωτική θητεία από τους 4 στους 11 μήνες συμπεριλαμβάνοντας και γυναίκες. Μάλιστα, σύμφωνα με το Υπουργείο Άμυνας της Δανίας: «Δεν επανεξοπλιζόμαστε στη Δανία επειδή θέλουμε πόλεμο, καταστροφή ή οδύνη. Επανεξοπλιζόμαστε τώρα ακριβώς για να αποφύγουμε τον πόλεμο σε έναν κόσμο όπου η παγκόσμια τάξη δοκιμάζεται».

Ομοίως, η Νορβηγία προανήγγειλε να φθάσει τις αμυντικές δαπάνες της στο νατοϊκό όριο του 2% του Α.Ε.Π. από φέτος, αντί για το 2026 όπως είχε προγραμματίσει, ενώ ο Νορβηγός Πρωθυπουργός αναφέρθηκε σε «σοβαρή κατάσταση της πολιτικής ασφαλείας».

Ο δε Σουηδός Πρωθυπουργός, τον περασμένο Σεπτέμβριο, δήλωσε ότι «η Σουηδία αντιμετωπίζει την πιο σοβαρή κατάσταση ασφαλείας μετά το τέλος του Β′ Παγκοσμίου Πολέμου, η οποία απαιτεί από τη Σουηδία να έχει μια άμυνα που είναι σε θέση να υπερασπιστεί τα σουηδικά εδάφη», ανακοινώνοντας παράλληλα την αύξηση των αμυντικών δαπανών κατά 30%.

Παράλληλα, η Φινλανδία αυξάνει διαρκώς τα τελευταία χρόνια τις αμυντικές δαπάνες της έχοντας φθάσει στο 2,3 του Α.Ε.Π. και προχωρώντας σε αντικατάσταση των μαχητικών αεροσκαφών F/A-18 με μαχητικά F-35.

Πέραν των σκανδιναβικών χωρών, η Τσεχία νομοθέτησε την υποχρέωση του 2% επί του Α.Ε.Π. για αμυντικές δαπάνες, καθώς έως και φέτος αυτές ανέρχονταν στο 1,5%.

Επίσης, η Γερμανία προτίθεται να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες στο 3,5% του Α.Ε.Π., με τον Υπουργό Άμυνας να επισημαίνει ότι «πρέπει να αντιστραφεί η πολυετής παραμέληση των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων».

Τέλος, περιττεύει να θιγούν παραδείγματα κρατών όπως της Βαλτικής ή η Πολωνία.

Προφανώς όλες οι ως άνω χώρες – οι οποίες ειρήσθω εν παρόδω δεν είναι ούτε το Ισραήλ, ούτε η Συρία, ούτε το Πακιστάν, ούτε το Μάλι – δε βασίζουν την ασφάλειά τους στο Διεθνές Δίκαιο ή στην Ε.Ε.! Επίσης, δεν ανέτρεψαν το στρατηγικό σχεδιασμό τους επειδή ο Πούτιν ανέφερε ότι «σε ό,τι αφορά την επέκταση, με την ένταξη νέων μελών, δηλαδή της Φινλανδίας και της Σουηδίας, η Ρωσία δεν έχει κανένα πρόβλημα με αυτά τα κράτη – κανένα».

Στην ελληνική περίπτωση, η δημόσια συζήτηση κινείται σε τελείως διαφορετικό μήκος κύματος. Οι χειραψίες με τον Ερντογάν και οι υποσχέσεις του δείχνουν επαρκείς ώστε να κάνουμε δεύτερες σκέψεις για φλέγοντα εξοπλιστικά προγράμματα, όπως π.χ. η αναβάθμιση των φρεγατών ΜΕΚΟ ή η αγορά κορβετών, ενώ και η εκάστοτε αντιπολιτευτική κριτική συχνά ταυτίζεται με ένα «κυνήγι μαγισσών» χωρίς αντιπροτάσεις για εναλλακτικά οπλικά συστήματα ή έναν εναλλακτικό επιχειρησιακό σχεδιασμό, που ενδεχομένως κρίνονται ως φθηνότερες και αποτελεσματικότερες λύσεις.

Για παράδειγμα, τεκμηριώνεται συχνά η θέση (βλ. ενδεικτικά μελέτες του Κωνσταντίνου Γρίβα) ότι η θωράκιση του Αιγαίου δύναται να επέλθει μέσω ενός δικτύου, το οποίο θα εκμεταλλεύεται τη θέση των νησιών, με την επικουρία μικρών και ευέλικτων μονάδων επιφανείας, επιχειρηματολογία η οποία δείχνει να στηρίζεται από την εμπειρία της Ουκρανίας. Πρόκειται για επιχειρησιακό σχεδιασμό, τον οποίο η εγχώρια αμυντική βιομηχανία θα δύνατο κάλλιστα να στηρίξει.

Όμως, η εν λόγω επιχειρηματολογία σπάνια ακούγεται τουλάχιστον σε επίπεδο κοινοβουλευτικού διαλόγου, καθώς κρίνεται από τις κομματικές ελίτ ότι προφανώς δε φθάνει στο μέσο ψηφοφόρο, ο οποίος έχει πειστεί επί χρόνια ότι «η μικρή Ελλάδα δεν μπορεί να υλοποιήσει τέτοιους σχεδιασμούς» και «όλα αυτά είναι συνωμοσιολογίες». Αντιθέτως, προκρίνεται η εύκολη σκανδαλοθηρικού επιπέδου κριτική, η οποία κατανοείται με μεγάλη ευκολία από το μέσο Έλληνα ψηφοφόρο αλλά ταυτόχρονα είναι ανεπαρκής, αν και όχι ανεδαφική σε πλείστες περιπτώσεις.

Η επιβεβλημένη κουλτούρα ασφαλείας δεν είναι «ουρανοκατέβατη». Τουναντίον, οικοδομείται συστηματικά μέσω της αίσθησης και της κατανόησης της απειλής από το εθνοκράτος.

 Ωστόσο, για να συντελεστεί αυτό, απαιτείται …

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΡΑΓΙΑΔΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Η τουρκική αναθεώρηση των συνόρων και η ελληνική αναθεώρηση της λογικής


ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Άρθρο-καταπέλτης για τους ξεφτιλισμένους γαλαζαίους ραγιάδες...

 

Του Δρ Μάρκου Τρούλη

Λίγο πριν φύγει από τη ζωή, ο αείμνηστος Νεοκλής Σαρρής ανέφερε ότι
«σε λίγα χρόνια οι Τούρκοι θα κάνουν τους Έλληνες να σκέφτονται σαν Τούρκοι και αυτή θα είναι η μεγαλύτερη μας ήττα», ενώ στο μνημειώδες έργο του «Οσμανική Πραγματικότητα» παραθέτει αναφορικά με την οθωμανική περίοδο – και οι παραλληλισμοί με την τρέχουσα συγκυρία είναι ευκρινείς – ότι: «Η απειλή ομαδικών εξισλαμισμών σύμπαντος του χριστιανικού ποιμνίου χρησιμοποιήθηκε, όχι γιατί υπήρχε περίπτωση να πραγματοποιηθεί (τούτο θα σήμαινε άλλωστε σφαγή της χρυσοτόκου όρνιθος), αλλά ως πρόσχημα για να αποσπαστούν χρήματα προκειμένου να μην πραγματοποιηθεί».

Οι εξελίξεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, μετά το πέρας του 5ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας, η ίδια η διεξαγωγή του, αλλά και το πλαίσιο διοργάνωσής του, κατέστησαν σαφές ότι τα προηγούμενα χρόνια συνάψαμε σύμφωνα αμυντικής συνεργασίας με ισχυρούς εταίρους, προχωρήσαμε στην προμήθεια πολεμικών αεροσκαφών φθάνοντας να συζητούμε έως και για ένταξη στο πρόγραμμα των F35, πραγματοποιήσαμε επανεκκίνηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων του Πολεμικού Ναυτικού και προσφέραμε γη και ύδωρ στους συμμαχικούς σκοπούς στην Ουκρανία, με απώτερο σκοπό να εναγκαλιστούμε εν τέλει με τον Ερντογάν, τα σύνορα της καρδιάς του οποίου βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη.

Μάλιστα, επαληθεύτηκε ότι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και Α.Ο.Ζ. αποτελεί «βασικό» και όχι «το αποκλειστικό» διμερές πρόβλημα, όπως παγίως υποστήριζε η ελληνική διπλωματία, καθώς «κάθε νέα διαφορά (sic) θα επιλύεται με φιλικό τρόπο»!

Είναι κακός ο διάλογος; 

Αντιθέτως, «κράτα τους φίλους σου κοντά, και τους εχθρούς σου ακόμη πιο κοντά», αλλά σε αυτή τη διαλεκτική σχέση με τον αντίπαλο οφείλεις να έχεις στρατηγική, δηλαδή απαρέγκλιτες «κόκκινες γραμμές» και διακηρυγμένη ατζέντα συζητήσεων, σαφώς συνυφασμένες με το Διεθνές Δίκαιο και τη διεθνή τάξη. Με άλλα λόγια, οι αβρότητες με την ηγεσία μιας χώρας, η οποία διατυπώνει σαφείς αναθεωρητικές αξιώσεις εις βάρος σου, αποτελεί δείγμα αδυναμίας και στέλνει ανάλογα μηνύματα προς όλες τις (τρίτες) πλευρές και κυρίως προς τους συμμάχους σου. Ας φανταστεί απλά κάποιος πως θα υποδεχόταν η ελληνική ηγεσία και κοινή γνώμη μια επαναπροσέγγιση Ερντογάν-Νετανιάχου ή Ερντογάν-Μακρόν.

Κεντρικό ζητούμενο σε μια συμμαχική σχέση είναι η στρατηγική δέσμευση του εταίρου ή, με απλά λόγια, να αυξήσεις ει δυνατόν περισσότερο την πεποίθησή σου ότι θα συνδράμει όταν τον χρειαστείς. Για να επιτευχθεί τούτο, απαιτούνται κατ’ αρχήν σύγκλιση συμφερόντων και συναντίληψη απειλών, ενώ η εν γένει ανταπόκριση στα αιτούμενα μιας συμμαχίας απαιτεί αξιοπιστία και κύρος. Όταν, δηλαδή, συνάπτεις αμυντικές συμμαχίες υπογραμμίζοντας ότι δέχεσαι απειλή εξ ανατολών και ζητώντας από το σύμμαχό σου να περιστείλει τη συνεργασία του με την Τουρκία, δεν μπορείς την ίδια στιγμή να συνεργάζεσαι ο ίδιος, ενόσω μάλιστα οι αναθεωρητικές αξιώσεις του παραμένουν ενεργές.

Μεταξύ πολλών άλλων, μόλις προ ολίγων ημερών ο κ. Ερντογάν αναφερόταν στα «σύνορα της καρδιάς του» και προ ολίγων μηνών απειλούσε ότι «θα έρθει νύχτα», το casus belli στο Αιγαίο παραμένει ενεργό, η Κύπρος εξακολουθεί να βιώνει τα αποτελέσματα μιας – αναγνωρισμένης από το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. ως παράνομης – εισβολής και κατοχής, ο κ. Ερντογάν συνεχίζει να αποκαλεί τη μειονότητα στη Θράκη «τουρκική» ενώπιον του Έλληνα Πρωθυπουργού και η εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού εξακολουθεί με αμείωτους ρυθμούς από το τουρκικό κράτος.

Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η μείωση των παραβιάσεων του εθνικού εναέριου χώρου, πρακτική η οποία επί δεκαετίες έχει καθαρά συμβολικό χαρακτήρα και πλέον τεκμαίρεται ως ιδιαίτερα κοστοβόρα για να συνεχιστεί, δεδομένης της εν εξελίξει αλλαγής των ισορροπιών σε επίπεδο αεροπορικής ισχύος. Εξάλλου, ο στόχος της Τουρκίας είναι διαχρονικά να διακηρύττει ότι έχει συμφέροντα στο Αιγαίο και τούτη δε φαίνεται να «θολώνει» ως αξίωση από την πρόσκαιρη και τακτικής φύσης μείωση των αεροπορικών παραβιάσεων, ενώ η πραγματοποίηση 1 αντί 200 παραβιάσεων μηνιαίως εξακολουθεί να φέρει και να επαρκεί για το συμβολισμό της αμφισβήτησης.

Ποιες είναι, συνεπώς, οι περιλάλητες «κόκκινες γραμμές» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σήμερα; 

Τα 6 ν.μ. ή το παρεχόμενο από το Δίκαιο της Θάλασσας (Σύμβαση 1982) δικαίωμα επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ν.μ.; 

Η αναγνώριση ζωτικών δικαιωμάτων της Τουρκίας στο Αιγαίο όπως προβλεπόταν στη Μαδρίτη το 1997 ή η σταθερή προσήλωση στη Συνθήκη της Λοζάνης και στις μέριμνές της; 

Η αναγνώριση δικαιωμάτων της Τουρκίας επί της μειονότητας στη Δυτική Θράκη ή η νομική και πολιτική πραγματικότητα της ύπαρξης μουσουλμανικής μειονότητας; 

Η αντιμετώπιση της Κύπρου ως άχθος και «τρίτο κράτος» ή ως αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορικής και στρατηγικής παρουσίας του ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο;

Κατόπιν των τελευταίων εξελίξεων, είναι μάλλον σαφές ότι η ελληνική πολιτική τάξη δεν τα έχει λύσει τα παραπάνω, προκειμένου να χαράξει μια μακρόπνοη και στιβαρή στρατηγική και έπειτα να προχωρήσει σε ένα συντεταγμένο διάλογο. Όπως γράφαμε τον Οκτώβριο του 2022, μια στρατηγική αξιόπιστη στάση «θα εκτιμηθεί πολύ περισσότερο από τους υπερατλαντικούς συμμάχους, οι οποίοι θα προτιμούσαν μια Ελλάδα στιβαρή και με στρατηγική θέαση του περιβάλλοντός της, προκειμένου να δύναται να αναλαμβάνει περιφερειακό εποπτικό ρόλο».

Η ελληνική πολιτική τάξη οφείλει να αντιληφθεί ότι...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Μαθήματα από την Ταϊβάν: Η αμείλικτη κατανομή ισχύος. Η νέα πραγματικότητα και το μέλλον.

 

Toυ ΜΑΡΚΟΥ ΤΡΟΥΛΗ

Διανύουμε την τέταρτη δεκαετία μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και η μεταβλητή της κατανομής ισχύος εξακολουθεί να ερμηνεύει τις βασικές τάσεις στο διεθνές σύστημα, όπως άλλωστε συνέβαινε διιστορικά.  

Ο λόγος, που ο διπολισμός της περιόδου 1945-1990 υπογραμμίζεται ως ορόσημο, έγκειται στην υπεραισιοδοξία, η οποία κυριάρχησε μετά το τέλος του, αλλά έχει πλειστάκις καταδειχθεί ότι δεν επιβεβαιώνεται. Με αφορμή τις μείζονος σημασίας εξελίξεις στον πλανήτη, επαληθευθεί ότι πλέον η ανακατανομή ισχύος επαναπροσδιορίζει ρόλους, θέσεις και διακυβεύματα, ενώ η προσαρμοστικότητα των δρώντων στη νέα πραγματικότητα θα καθορίσει και το ίδιο το μέλλον τους.

Η δυναμική στάση της Κίνας στην περίπτωση της Ταϊβάν αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα.

Άραγε το Πεκίνο θα επιδείκνυε τα ίδια αντανακλαστικά, αν ένας Αμερικανός αξιωματούχος, όπως η Νάνσυ Πελόζι σήμερα, εξέφραζε την επιθυμία να επισκεφθεί την Ταϊβάν και κατ’ επέκταση να νομιμοποιήσει την καθεστηκυία τάξη πριν δύο ή τρεις δεκαετίες; 

Πιθανότατα όχι, καθώς το χάσμα ισχύος μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας έχει σαφώς μειωθεί. Το Πεκίνο αισθάνεται αρκετά ισχυρό, ώστε να θέτει όρια και συγκεκριμένες κόκκινες γραμμές.

Από την άλλη πλευρά, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: Γιατί οι ΗΠΑ επέλεξαν την παρούσα γεωπολιτική συγκυρία για να «εκθέσουν» την Κίνα; 

Η τάση διαχωρισμού του κόσμου σε «καλά» και «κακά» παιδιά ή, με άλλα λόγια, σε «δυνάμεις υποστήριξης του status quo» και «αναθεωρητικές δυνάμεις» κατά τα πρότυπα του Μεσοπολέμου, εκπορεύεται εκ των πραγμάτων από τον κυρίαρχο πόλο της παρούσας κατανομής προς αποσόβηση ή μετριασμό της εξελισσόμενης ή επιχειρούμενης ανακατανομής ισχύος.

Κατά συνέπεια, το στρατηγικό εγχείρημα αφορά την τοποθέτηση της Κίνας στο ίδιο κάδρο με την «αναθεωρητική» Ρωσία και εφόσον, το Πεκίνο δεν κάνει κάτι για να το καταστήσει σαφές επικοινωνιακά, θα επιχειρήσουμε εμείς να εξωθήσουμε τις καταστάσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν πρόκειται για μια λανθασμένη ή ανορθολογική στρατηγική, αλλά δύναται να τονισθεί ότι πρόκειται για μια καθυστερημένη στρατηγική. Έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι, Αμερικανοί και Ευρωπαίοι αναλυτές προειδοποιούσαν για την ανάδυση του σινικού πόλου ισχύος ήδη προ δύο δεκαετιών και εντούτοις, η ισχυροποίηση της Κίνας συνεχιζόταν κανονικά με τη βοήθεια δυτικών κεφαλαίων.

Η αιτία συνυφάνθηκε με τη μεταψυχροπολεμική απώλεια των στρατηγικών ενστίκτων, η οποία οδήγησε στην καταφανώς ανορθολογική ύβρη της υπερεξάπλωσης και της αγνόησης της δυναμικής δημιουργούμενης από την οικονομική ισχυροποίηση συγκεκριμένων δρώντων. Κατά τη βασική έννοια, υποτιμήθηκε η οικονομική άνοδος δυνητικών ανταγωνιστών, χάριν του προσπορισμού σημαντικών κερδών από κέντρα οικονομικής ισχύος των ίδιων των κυρίαρχων δυτικών οικονομικών δρώντων, ενώ η διαχείριση των συνεπειών του ανορθολογισμού μετατίθετο στο διηνεκές.

Εν ολίγοις, όπως συνέβη πολλάκις στη διαδρομή της διεθνούς πολιτικής, διαπιστώθηκε παραμέληση του παράγοντα της κατανομής ισχύος και του βαθμού, στον οποίο είναι σε θέση να επανακαθορίσει τις εξελίξεις.  

Το ίδιο παρατηρείται, εν πολλοίς, και στην περίπτωση της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, όπου η παγίδευση της Μόσχας σε έναν πόλεμο φθοράς – με τις υποτιθέμενες απώλειες ύψους 15 δισ. ευρώ ημερησίως και τις «βαθυστόχαστες αναλύσεις» της δύσης κατά την έναρξη του πολέμου ότι «οι ρωσικοί πύραυλοι επαρκούν για 3-4 ημέρες» – έχει φθάσει πλέον να στραγγαλίζει οικονομικά την ίδια την Ευρώπη.

Η στρατηγική προσαρμογή είναι...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Στις διεθνείς σχέσεις ο ζήλος δεν επιβραβεύεται

 


Του ΜΑΡΚΟΥ ΤΡΟΥΛΗ

Η εξωτερική πολιτική του υπερβάλλοντος ζήλου, όχι απλά δεν επιβραβεύεται στο διεθνές γίγνεσθαι, αλλά υπό συγκεκριμένες συνθήκες δύναται να θέσει τη χώρα σε δυσμενέστερη θέση. Η πεποίθηση ότι «θα δώσω ό,τι μου ζητείται» και σε δεύτερο χρόνο ο άλλος «θα με επιβραβεύσει» ή «θα μου το ανταποδώσει» είναι ψευδής, ακριβώς επειδή είναι ηθικοπλαστική σε ένα διεθνές σύστημα, όπου η ηθική ως διαμορφωτικός παράγων των σχέσεων απουσιάζει.  

Την εν λόγω διαχρονική συνθήκη, η οποία ταυτίζεται με την ανάγκη τήρησης της αρχής της αυτοβοήθειας εντός του άναρχου και έμπλεου αβεβαιότητας διεθνούς συστήματος, αναγνώρισε ο Λόρδος Πάλμερστον καταθέτοντας την περίφημη ρήση: «Τα έθνη δεν έχουν σταθερούς φίλους ή εχθρούς. Έχουν μόνο σταθερά συμφέροντα».

Συνεπώς, γιατί η Ελλάδα να δεσμεύεται εκ προοιμίου ότι θα έχει για πάντα τους ίδιους φίλους; Γιατί συμφωνεί στην υπογραφή μιας συμφωνίας με τις ΗΠΑ, η οποία έχει επ’ αόριστο διάρκεια;  

Επί του τελευταίου, το αντεπιχείρημα είναι ότι «η συμφωνία έχει πενταετή διάρκεια» και μετά την παρέλευση της πενταετίας, η ανανέωση της συμφωνίας θα είναι επ’ αόριστο.  

Ποιο θα είναι το κόστος για την Ελλάδα, αν μια Κυβέρνηση κρίνει ότι δεν θα πρέπει να ανανεώσει εις το διηνεκές την εν λόγω συμφωνία ή ότι θα ήθελε να την επαναδιαπραγματευτεί μετά την παρέλευση της πενταετίας; 

Δεν εγκλωβίζεται η χώρα σε συγκεκριμένες γεωστρατηγικές επιλογές; 

Γιατί ακυρώνεται η δυνατότητα μονομερούς καταγγελίας και πλέον η οποιαδήποτε τροποποίηση θα πρέπει να γίνεται κοινή συναινέσει;

Διαμέσου των εν λόγω ερωτημάτων, τα οποία εν πολλοίς είναι ρητορικά, προφανώς δεν τίθεται επί της αρχής καθαυτή η στρατηγική συνεργασία με τις ΗΠΑ. Κάθε άλλο, η Ελλάδα ως ναυτική δύναμη με ένα εκτεταμένο και υπό καθεστώς απειλής αρχιπέλαγος και υπάρχουσα επί της ευρασιατικής περιμέτρου, όπως την έχουν ορίσει διιστορικά οι αγγλοσαξονικές δυνάμεις, οφείλει να λαμβάνει σοβαρά υπόψιν τις ανησυχίες, τις προτεραιότητες και τις ευαισθησίες της εκάστοτε πλανητικά κυρίαρχης ναυτικής δύναμης. Η γεωστρατηγική μοίρα της είναι ευθυγραμμισμένη με αυτή των ΗΠΑ στην παρούσα, όμως, ιστορική συγκυρία, με τα παρόντα δεδομένα και βεβαίως με τα ανάλογα και εύλογα ανταλλάγματα.

Όπως έχει διαφανεί κατά τα τελευταία έτη, οι ΗΠΑ καταβάλλουν τεράστια προσπάθεια προκειμένου να επανατοποθετήσουν την Τουρκία στις αμιγώς νατοϊκές και δυτικές ράγες. Η συγκεκριμένη προσπάθεια πραγματοποιείται με πολύ προσεκτικό τρόπο, καθότι η Τουρκία έχει αναβαθμιστεί επί της περιφερειακής κλίμακας ισχύος, διαθέτει μια πολιτική ηγεσία που δύσκολα σταθμίζεται, ενώ τέλος απουσιάζει και μια εναλλακτική δύναμη στην περιοχή η οποία να διαθέτει την ισχύ και τη βούληση να προβάλλει εαυτόν ως γεωπολιτικά «πολύτιμο».

Η πρόθεση της Ουάσιγκτον, διά στόματος του Υπουργού Εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν, να προχωρήσει σε νέες εξοπλιστικές συμφωνίες με την Τουρκία και να πωλήσει αναβαθμισμένα αεροσκάφη F16, ενώ την ίδια στιγμή η Υφυπουργός Εξωτερικών κα Νούλαντ επέλεγε να θέσει οριστική «ταφόπλακα» στον αγωγό EastMed, συνιστούν ορισμένα από τα επεισόδια της αμερικανικής προσέγγισης για την περιοχή κατά την περίοδο μεταξύ της κύρωσης της ελληνοαμερικανικής συμφωνίας το φθινόπωρο του 2021 και της τωρινής κύρωσης της τροποιητικής συμφωνίας.

Η Ελλάδα όφειλε και οφείλει να καταδεικνύει ότι είναι επισπεύδουσα και απειλούμενη μέσω των πράξεων της και όχι «γκρινιάζοντας» απλά προς τη απροσδιορίστως κληθείσα «διεθνή κοινότητα». Όφειλε και οφείλει να καταδεικνύει ότι απειλείται η σταθερότητα συνολικά στην περιοχή και κατ’ επέκταση η νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, μιας και εσχάτως αυτό διέφυγε του «κινδύνου» και δεν είναι πλέον «εγκεφαλικά νεκρό».

Εν μέσω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, είναι απολύτως κατάλληλη η γεωστρατηγική συγκυρία ώστε να θέσουμε τους εταίρους μας προ των ευθυνών τους, όσον αφορά την Τουρκία, αναδεικνύοντας όχι μόνο τι κάνουμε και τι μπορούμε να κάνουμε για εκείνους, αλλά και γιατί το κάνουμε.

Αυτό το «γιατί» πρέπει...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΡΑΓΙΑΔΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο Παναγιώτης Κονδύλης πριν 30 χρόνια για το χθες, το σήμερα και δυστυχώς το αύριο

 

Γράφει ο Μάρκος Τρούλης

Αρκούντως πρώιμα, μόλις το 1992, ο Παναγιώτης Κονδύλης επεσήμαινε εντός του σημαντικότατου έργου του Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο: «Συχνότατα η σημερινή ελληνική εθνική πολιτική θυμίζει κάποιον ο οποίος δεν ανησυχεί γιατί δεν έχει πόδια, πιστεύοντας ότι στην κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουν φτερά. Η στάση αυτή δεν προμηνύει τίποτε καλό˙ πράγματι, μία νηφάλια εκτίμηση μάλλον θα κατέληγε στο πόρισμα ότι είναι άκρως αμφίβολο αν η Ελλάδα θα μπει στον επίπονο και τραχύ δρόμο της εσωτερικής ανόρθωσης, που μόνος θα της έδινε τις προϋποθέσεις για την άσκηση εθνικής πολιτικής ικανής να ανταπεξέλθει στις εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες της σημερινής πλανητικής συγκυρίας».

Αποτυπώνοντας την τάση των πραγμάτων, προσθέτει όσον αφορά την Ελλάδα: «Μάλλον θα συνεχίσει να αιωρείται αμήχανα μεταξύ ευρωπαϊκών ελπίδων και υπεραναπληρωτικού νευρωτικού εθνικισμού, ανήκοντας στην Ευρώπη με τον πιθηκισμό της και στα Βαλκάνια με ό,τι γνησιότερο έχει: τη μιζέρια και τον επαρχιωτισμό της. Αυτό επιβάλλεται να πει όποιος επιχειρεί σήμερα μία διάγνωση πέρα από επιθυμίες και φόβους, συμπάθειες και αντιπάθειες. Ούτε αγνοώ ούτε λησμονώ τις άκρως τιμητικές ατομικές εξαιρέσεις έναντι των κανόνων πού διέπουν τη λειτουργία της σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Όμως οι εξαιρέσεις δεν μπορούν ν’ αποτελέσουν το αντικείμενο μιας σύντομης κοινωνιολογικής και πολιτικής ανάλυσης, όταν οι κανόνες είναι τόσο εξόφθαλμοι και τόσο επαχθείς».

Πώς να διαφωνήσει κανείς με τα λόγια του μεγάλου Έλληνα στοχαστή παρατηρώντας την αβάστακτη ελαφρότητα της «διαχείρισης»; Την απουσία οραματικών στόχων και την αποθέωση της επικοινωνίας; Την αδυναμία συντονισμού με τις πραγματικές προκλήσεις και τα ύψιστα διακυβεύματα;  

Από τη μία πλευρά, κυριαρχεί ο «νευρωτικός εθνικισμός», όπως τον χαρακτηρίζει ο Κονδύλης, ήτοι το συνονθύλευμα κατά φαντασία αστών, οι οποίοι βαυκαλίζονται ότι αποτελούν τους «σωτήρες του έθνους» χωρίς καν να δύνανται να αποσαφηνίσουν που ξεκινά η πίστη στην πατρίδα και που τελειώνει η πίστη στο κόμμα. 

Από την άλλη πλευρά, συντηρούνται οι «αιώνιοι έφηβοι» της πολιτικής σκηνής γινόμενοι τέτοιοι, ωστόσο, μέσω συνδρόμου «Μπένζαμιν Μπάτον», πρεσβεύοντας ό,τι πιο αναχρονιστικό με προβιά «προόδου».

Άραγε συνιστά φιλοπατρία η αφ’ υψηλού αντιμετώπιση των προβλημάτων και η συμπόρευση με ό,τι πιο αντεθνικό έχει γεννήσει το πολιτικό σύστημα; 

Είναι άξιος συγχαρητηρίων ο «μεγάλος και τρανός» αναλυτής-δημοσιογράφος, ο οποίος αποφαίνεται περί της εγγύτητας του Καστελορίζου με βάση το πώς «οφείλει» να λειτουργήσει η Ελλάδα ως «γρανάζι» και όχι ως αυτοτελές «μηχάνημα»; 

Πώς εναρμονίζεται η αποθέωση της αριστείας με την ταυτόχρονη συντήρηση ενός καθεστώτος εξοβελισμού των – κατά τα λοιπά ενοχλητικών – αρίστων τουλάχιστον σε επίπεδο κρατικών επιτελείων;

Στον αντίποδα, εν έτει 2021, πώς ερμηνεύεται η παντελής άγνοια και εγκληματική απερισκεψία με τη στήριξη κυκλωμάτων και ΜΚΟ, που δρουν εις βάρος των εθνικών συμφερόντων, όχι γενικώς (κάτι που μέχρι ενός σημείου ιδεολογικής παραζάλης να ήταν κατανοητό) αλλά ειδικώς των ελληνικών; Πώς κατανοείται η ταύτιση με θέσεις και απόψεις, που δεν είναι απλώς ουτοπικές, αλλά υπακούν στο ρεαλισμό άλλων; 

 Δικαιολογείται τόση «αθωότητα» ενόσω η Τουρκία αμφισβητεί μέχρι και… τη συμπερίληψη της Πελοποννήσου στην ηπειρωτική Ελλάδα;  

Εκτός και αν η Πελοπόννησος κείται και αυτή «μακράν»..!  

Όσο για τη λεγόμενη «αριστεία», εδώ καταρρέουν και τα προσχήματα…

    Για να είμαστε απολύτως δίκαιοι, το «φαίνεσθαι» και η απουσία οράματος σε επίπεδο πολιτικού προσωπικού συνιστά ευρύτερη διαπίστωση, ιδίως στο δυτικό κόσμο.

Εντούτοις, το ατύχημα στην περίπτωση της Ελλάδας είναι...

ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος

 

Γράφει ο Μάρκος Τρούλης

Με αναφορά στη διεθνή πολιτική και με ορίζοντα τον ερχομό του 2022, κάθε λέξη του τίτλου θα έπρεπε να φέρει εισαγωγικά («»), προκειμένου να γίνει αντιληπτή η τραγική ειρωνεία που υποκρύπτει.  

Το 2021 φθάνει στο τέλος, τρεις δεκαετίες έχουν περάσει από το τέλος του διπολισμού, αλλά οι συγκρούσεις και οι ανταγωνισμοί αυξάνονται διαρκώς ακόμη και σε πεδία, που ουδείς ανέμενε κάτι τέτοιο πριν μερικά έτη, όπως στην περίπτωση των αλιευτικών δικαιωμάτων στη Μάγχη και των αγγλογαλλικών προστριβών.

    Το 2021 παρέρχεται και στα σύνορα Αρμενίας-Αζερμπαϊτζάν εξακολουθούν αιματηρές συγκρούσεις με βολές πυροβολικού, αλλά και των αζερικών τουρκικής κατασκευής UAVs Bayraktar TB2.

Ανταλλαγές πυροβολικού πραγματοποιούνται και μεταξύ των ρωσόφιλων παραστρατιωτικών ομάδων στην Ανατολική Ουκρανία και της Κυβέρνησης του Κιέβου, ενώ και οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις αυξάνουν διαρκώς την παρουσία τους στα ρωσοουκρανικά σύνορα, με την Τουρκία να εμπλέκεται άμεσα και σε αυτό το μέτωπο με την παροχή στρατιωτικού υλικού στην Ουκρανία, αλλά και τις διαρκείς εκκλήσεις για την προστασία των δικαιωμάτων των Τατάρων της Κριμαίας.

Η Συρία βιώνει την πλήρη παρακμή και επιβεβαιώνει το χαρακτηρισμό του «κράτους-παρίας», το Ιράκ προσπαθεί να ορθοποδήσει αλλά οι επιθέσεις του Ισλαμικού Κράτους εναντίον Σιιτών γίνεται πλέον ακόμη και με ελεύθερους σκοπευτές, η Λιβύη πορεύεται προς τις εκλογές με την παρουσία ρωσικών και τουρκικών στρατευμάτων στο έδαφός της τα οποία ωστόσο έπρεπε να είχαν αποσυρθεί προ πολλού και οι Κούρδοι βιώνουν για μια ακόμη φορά στην ιστορία τους ένα γενοκτονικό πογκρόμ με αφορμή το «γλωσσικό ζήτημα».

Παρενθετικά, αξίζει να σημειωθεί ότι κοινός παρονομαστής των ανωτέρω συγκρούσεων είναι η Τουρκία, η οποία εγκαλεί την Ελλάδα για… «επιθετικότητα, αναθεωρητισμό και προκλητικότητα»!

    Είναι μαθηματικά βέβαιο ότι ο ιστορικός του μέλλοντος θα αναλύσει την τουρκική στάση με τρόπο παρόμοιο με αυτόν που ο σημερινός ιστορικός ερμηνεύει τη στάση της Αυστροουγγαρίας εναντίον της Σερβίας λίγο πριν την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι Αυστριακοί επιζητούσαν την επίθεση στη Σερβία, τους δόθηκε η αφορμή ή μάλλον προκάλεσαν οι ίδιοι την προβοκάτσια της δολοφονίας του Αρχιδούκα στο Σεράγεβο, οι Σέρβοι παρόλα αυτά ενέδωσαν σε όλες τις απαιτήσεις του αυστριακού τελεσιγράφου, αλλά η Αυστροουγγαρία προχώρησε σε στρατιωτικές επιχειρήσεις κατηγορώντας τη Σερβία..!

Η αστάθεια, λοιπόν, αυξάνεται εκθετικά.  

Οι συγκρούσεις στο γαλλικού ενδιαφέροντος Ευρύτερο Σαχέλ πολλαπλασιάζονται με τον Πόλεμο στο Μάλι, την ανεξέλεγκτη δράση της τρομοκρατικής οργάνωσης Boko Haram στη Νιγηρία και την εμφύλια διαμάχη στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Η Αιθιοπία αντιμετωπίζει μια μείζονα ανθρωπιστική κρίση λόγω του αποσχιστικού κινήματος στην Tigray και της αδυναμίας της Αντίς Αμπέμπα να το ελέγξει άμεσα, όπως είχε υποσχεθεί. Παρόμοιο σκηνικό διαπιστώνεται και στη νεότερη χώρα του πλανήτη, το δεκαετούς ιστορίας Νότιο Σουδάν, με το λιμό και την αδυναμία πρόσβασης σε πόσιμο νερό να απειλεί 2,5 εκατομμύρια ανθρώπους.

Πέραν της Αφρικής, αιματηρές συγκρούσεις βλέπουμε ενδεικτικά στην Υεμένη, η οποία έχει καταστεί επί μακρόν πεδίο ανταγωνισμού της σουνιτικής Σαουδικής Αραβίας και του σιιτικού – διά των Χούτι – Ιράν, με την Κυβέρνηση να προσπαθεί με σαουδαραβική υποστήριξη να ελέγξει το νότο της χώρας και την πόλη της Μαρίμπ. Στο Αφγανιστάν η άνοδος των Ταλιμπάν στην εξουσία και οι συνεπαγόμενες κυρώσεις έχουν επιφέρει μια μείζονα ανθρωπιστική κρίση, ενώ λίγο νοτιότερα το Πακιστάν και η Ινδία ανταλλάσσουν διαρκώς απειλές για την κυριαρχία στο Κασμίρ και στην Τζάμου με το Δελχί να αποστέλλει μόλις πρόσφατα τελεσίγραφο προς το Ισλαμαμπάντ.

Η πορεία αποσταθεροποίησης στις ανωτέρω γεωγραφικές ζώνες συντελείται δυστυχώς αδιάκοπα, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της Ανατολικής Ασίας, όπου η υπέρμετρη συγκέντρωση ισχύος συνδέεται με την αύξηση του κόστους λήψης απόφασης για ευθεία σύγκρουση, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει και την πιθανότητα λάθους. Η Βόρειος Κορέα συνεχίζει τις δοκιμές επιθετικών οπλικών συστημάτων, αλλά το πρόβλημα εντοπίζεται και στη Νότιο Σινική Θάλασσα, όπου η Κίνα και το Βιετνάμ βρίσκονται σε διαρκή ανταγωνισμό για τον καθορισμό των θαλασσίων ζωνών, ενώ το Ανόι εντοπίστηκε δορυφορικά να εποικίζει νησιά προκειμένου να τεκμηριώσει τα δικαιώματά του επί της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας στην περιοχή. Παράλληλα, η Ταιβάν βρίσκεται υπό διαρκή κινεζική απειλή και έχει τεθεί υπό τη στρατηγική ομπρέλα των ΗΠΑ, με τον Αμερικανό και τον Κινέζο Πρόεδρο να ανταλλάσσουν κατηγορίες περί του ποιος υπονομεύει την ειρήνη στην περιοχή.

Και για να θυμηθούμε την πλήρη στροφή από το ποίημα του Διονύσιου Σολωμού:

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΕΣ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Οργανισμός Τουρκογενών Κρατών


Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με τους υπόλοιπους ηγέτες του Τουρκικού Συμβουλίου, στην 8η Σύνοδο του Συμβουλίου Συνεργασίας των τουρκόφωνων χωρών, στην Κωνσταντινούπουλη (φωτ.: EPA/TURKISH PRESIDENTAL OFFICE HANDOUT)

Γράφει ο Μάρκος Τρούλης

Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης συνεπέφερε μείζονες ανακατατάξεις στο διεθνές σύστημα,
με την πλέον χαρακτηριστική να συνίσταται στην ανάδυση νεότευκτων κρατών εντός του γεωγραφικού χώρου περιμετρικά της Κασπίας, ο οποίος ταυτίζεται θεωρητικά με την περίφημη «Heartland» του Sir Halford Mackinder.

 Οι εν λόγω αναπροσαρμογές συσχετισμών ισχύος αναγνώστηκαν από την Τουρκία ως συστημική ευκαιρία εκδήλωσης αξιώσεων (και) ως προς τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία.

Η στρατηγική διείσδυσης της Άγκυρας στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας γνώρισε πολλές διακυμάνσεις από την περίοδο της αποστολής απόστρατων Τούρκων, προκειμένου να οργανώσουν τα αζερικά στρατεύματα κατά τον πόλεμο στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ μεταξύ 1991-1994, έως την εκτύλιξη μιας δυναμικής «διπλωματίας των αγωγών» με στόχο την πολιτικοικονομική απόσπαση των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών από την επιρροή της Μόσχας. Σε αυτή την πορεία, η Τουρκία παρέμεινε σταθερά προσηλωμένη στην επίκληση ορισμένων μέσων, όπως στη θεσμοποίηση των διακρατικών σχέσεων και στην εργαλειοποίηση ήδη υπαρχόντων διεθνών θεσμών (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας, Οργανισμός Ισλαμικής Συνεργασίας κ.ά.).

Μία συντεταγμένη προσπάθεια εγκαθίδρυσης ενός θεσμικού πλαισίου διακρατικής «συνεργασίας», που να ευνοεί την ίδια την Τουρκία και να τη θέτει σε ρόλο ηγέτιδας δύναμης, εμφανίστηκε αμέσως μετά το τέλος του διπολισμού μέσω της διοργάνωσης των λεγόμενων «Τουρκικών Συνόδων», οι οποίες στις φαντασιώσεις του Τουργκούτ Οζάλ θα μπορούσαν να μετατραπούν και σε «Κοινοπολιτεία Τουρκογενών Κρατών» με οδηγό την Άγκυρα. Άλλωστε, ειρήσθω εν παρόδω, ο Αχμέτ Νταβούτογλου έχει ομολογήσει ότι η περιφερειακή διακρατική συνεργασία πρέπει να ευνοείται από την Τουρκία μόνο στα πεδία, που η ίδια θεωρεί ότι διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα και άρα, πιστεύει βάσιμα ότι μπορεί να ηγηθεί.

Με διάφορες αναπροσαρμογές, οι οποίες αφορούσαν την κατά καιρούς δυνατότητα ή αντίστοιχα αδυναμία της Τουρκίας να ηγηθεί, η εν λόγω προσπάθεια έλαβε μόλις πριν λίγες ημέρες την ονομασία «Οργανισμός Τουρκογενών Κρατών» σε αντικατάσταση της δοθείσας μετά το 2009 ονομασίας του «Τουρκογενούς Συμβουλίου».

    Η νέα ονομασία δόθηκε κατά την πρόσφατη 8η Σύνοδο του Οργανισμού στην Κωνσταντινούπολη από την Τουρκία, το Καζακστάν, το Αζερμπαϊτζάν, το Κιργιστάν και το Ουζμπεκιστάν ως μόνιμα κράτη-μέλη, ενώ παρατηρητές ήταν το Τουρκμενιστάν και η… «ευρωπαϊκή» Ουγγαρία του Βίκτορ Όρμπαν!

Πέραν της αρχικής (κλασικής) μεγαλομανίας της Τουρκίας, ο Οργανισμός Τουρκογενών Κρατών έχει περιοριστεί σε ζητήματα οικονομικής συνεργασίας διαθέτοντας ένα Κοινό Επενδυτικό Ταμείο, ενώ οι διακηρυγμένοι στόχοι αφορούν ζητήματα όπως το εμπόριο, η ανταλλαγή τεχνογνωσίας ή η σύσταση ενός κοινού μηχανισμού παροχής πολιτικής προστασίας. Προφανώς, βέβαια, η ελπίδα για μια τύπου «διάχυση» (spill-over) από ζητήματα χαμηλής πολιτικής σε άλλα στρατηγικής συνεργασίας είναι υπαρκτή, στοιχείο διακρινόμενο και μέσω των διατυπώσεων των κοινών αποφάσεων περί «καταπολέμησης της ισλαμοφοβίας».

Βάση των εν λόγω επικλήσεων η εκτιμώμενη από την Τουρκία κοινή «τουρκογενής (Turkic) ταυτότητα» και όχι «τουρκική» (Turkish), όρος οποίος θα προσομοίαζε περισσότερο στην εθνικιστική-κεμαλική παράδοση και δε θα μπορούσε να προσφέρει το εκτατικό αφήγημα με αναφορά στις στέπες της Κεντρικής Ασίας. 

Ο όρος «τουρκογενής» απευθύνεται, όπως μας πληροφορούσε ο Jacob Landau στο μνημειώδες έργο του τιτλοφορούμενο ως «Παντουρκισμός: Το δόγμα του τουρκικού επεκτατισμού», σε σειρά «υπο-ταυτοτήτων» της Ευρασίας κατά τα παντουρανικά πρότυπα και συμπεριλαμβάνει έως και την… εσθονική, την ουγγρική και τη φινλανδική ταυτότητα! Οι καταβολές παραμένουν μυθικές και τα σύνορα απροσδιόριστα, αλλά το αφήγημα προσφέρεται προς νομιμοποίηση εμπράγματων πολιτικών της σημερινής Τουρκίας, κατά τα νεοοθωμανικά πρότυπα του Νταβούτογλου.

Κατά συνέπεια, ο Οργανισμός Τουρκογενών Κρατών εμφορείται από ένα ρητορικό σχήμα, αλλά...

 

ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Ισλάμ και Τουρκισμός: Οι δύο όψεις του ίδιου νεοοθωμανικού νομίσματος

 

Γράφει ο Μάρκος Τρούλης

Πριν 3-4 χρόνια, είχα αναρωτηθεί σε άρθρο μου αν μιλάμε πλέον για «Ερντογανισμό», ήτοι για την εμπέδωση μιας κατάστασης, συγκεκριμένων συσχετισμών, που ξεπερνούν πλέον τον πολιτικό ή και βιολογικό χρόνο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η εν λόγω αναφορά δεν ήταν προφανώς τυχαία, καθώς το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, ο Ερντογάν και βασικά ο Νταβούτογλου ήρθαν στο προσκήνιο και άνοιξαν το «κουτί της Πανδώρας».

Για την ακρίβεια, μέσω του νεοοθωμανισμού, θεσμοποίησαν και προσέδωσαν σταθερά – ιδεολογικού προκαλύμματος – χαρακτηριστικά σε μια τάση προϋπάρχουσα σε επίπεδο κοινωνίας, αλλά και κρατικού μηχανισμού κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Εξάλλου, η κοινωνική πλειοψηφία της Μικράς Ασίας εμφανίζει τον τελευταίο αιώνα μια ισλαμοστραφή τάση, η οποία έχει ποδηγετηθεί μέσω απολυταρχικών καθεστώτων με χαρακτηριστική περίπτωση εκείνη της κεμαλικής στρατογραφειοκρατίας κατά τα έτη 1923-1950.

Ιδιαιτέρως μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την εισαγωγή του πολυκομματικού συστήματος στην Τουρκία, χάριν της ανάγκης ένταξής της στο ΝΑΤΟ, κάθε φορά που οι ισλαμικές τάσεις προσπαθούσαν να επανέλθουν δυναμικά στη δημόσια σφαίρα, τότε πραγματοποιείτο… πραξικόπημα (1960, 1971, 1980 και 1997). 

Έως και ο Ερντογάν είχε μπει στη φυλακή για μερικούς μήνες το 1999 με το περίφημο ποίημα: Οι μιναρέδες είναι οι λόγχες μας. Οι τρούλοι είναι τα κράνη. Τα τζαμιά είναι τα στρατόπεδα μας. Οι πιστοί είναι οι στρατιώτες.

Πρόκειται, κατά συνέπεια, για ανθρώπους, οι οποίοι κυνηγήθηκαν και έδωσαν μάχες για να μπορέσουν να ανέλθουν σε θέσεις εξουσίας και ως εκ τούτου, το σενάριο «παράδοσής» τους – ως φυσικά πρόσωπα – άνευ όρων συνιστά φενάκη, με ό,τι αυτό σημαίνει για τις συνθήκες εσωτερικής αστάθειας οι οποίες θα δημιουργηθούν το επόμενο διάστημα, καθώς ο νεοοθωμανισμός, με την παράλληλη επίκληση στον τουρκισμό και στο Ισλάμ, προφανώς και δε θα απεμποληθεί. Είναι φανερό, άλλωστε, και σε επίπεδο διακομματικής αντιπαράθεσης στην Τουρκία ότι η μοναδική διαφορά είναι ο αριθμός των «διεκδικούμενων νησιών», όχι εν γένει ο τουρκικός αναθεωρητισμός και η αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λοζάνης.

Για παράδειγμα, θα σταματήσει η Τουρκία να επιδιώκει την απόκτηση ηγετικής θέσης στο μουσουλμανικό κόσμο, μετά την αποχώρηση του Ερντογάν;

    Προφανώς και όχι, καθότι η μεγιστοποίηση της τουρκικής ισχύος αποτελεί ορθολογική εκτίμηση της Άγκυρας βάσει της συντελούμενης μετάβασης στο διεθνές σύστημα και δε συνιστά κάποιου είδους ιδεολογική προσήλωση.

Ο νεοοθωμανισμός είναι κληρονόμος της τουρκοισλαμικής σύνθεσης, η οποία συνδέεται με την επίσημη επανένταξη του Ισλάμ στη δημόσια σφαίρα της Τουρκίας μετά το Σύνταγμα του 1982 και επήλθε ως αναγκαιότητα διατήρησης της φυσιογνωμίας της Τουρκίας μπροστά στον τότε κίνδυνο ανόδου της Αριστεράς.  

Με απλά λόγια, δόθηκε χώρος στους Ισλαμιστές να εισέλθουν στη δημόσια σφαίρα και εκείνοι «άλωσαν» τον κρατικό μηχανισμό εκ των έσω, σταδιακά και με ιδιαίτερη επιμονή, παρά τις επιμέρους μετέπειτα διώξεις που πλέον δεν είχαν καμία σχέση με απαγχονισμούς, όπως συνέβη στην περίπτωση του Μεντερές το 1961.

Η ίδια η Άκρα Δεξιά του Αλπαρσλάν Τουρκές ιδρύθηκε και γιγαντώθηκε με σημαία της τις «τρεις ημισελήνους» και με την περίφημη δήλωση των μελών της, όταν βρέθηκαν στη φυλακή μετά το Πραξικόπημα του 1980, ότι «εμείς είμαστε στη φυλακή, αλλά οι ιδέες μας στην εξουσία», εννοώντας τη σταδιακή ένταξη του Ισλάμ στην τουρκική δημόσια σφαίρα.

    Συνεπώς, Ισλάμ και Τουρκισμός αποτελούν κατ’ ουσία τις δύο όψεις του του ίδιου νεοοθωμανικού νομίσματος.

Με την αποχώρηση του Ερντογάν, ενδέχεται να αλλάξει η τακτική της Τουρκίας όσον αφορά την προσέγγιση της Δύσης ή το βαθμό στρατηγικής αυτονόμησής της, αλλά η επιδίωξη θα παραμείνει σταθερή και τιθέμενη πιθανόν υπό τη σκέπη της αμερικανικής στρατηγικής ομπρέλας ή, εν πάση περιπτώσει, χωρίς να αγνοούνται πλήρως οι αμερικανικές στρατηγικές προτεραιότητες στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά: παραμένουν οι στόχοι και ο τρόπος ανάγνωσης του διεθνούς περιβάλλοντος, αλλά θα αλλάξει η τακτική πραγμάτωσης αυτών των στόχων.

Προς τούτο, η Ελλάδα οφείλει...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - Ε.Ε.: Η διαχρονική προβληματική περί της ευρωπαϊκής ενοποίησης

Γράφει ο Μάρκος Τρούλης

Όσες δεκαετίες και αν περάσουν, το ευρωπαϊκό εγχείρημα εξακολουθεί να βρίσκεται ενώπιον των ίδιων προκλήσεων, διακυβευμάτων και παθογενειών, καθώς και προφανώς ενώπιον των σταθερών και εγγενών χαρακτηριστικών του διεθνούς συστήματος.

Δίχως ίχνος αξιολογικής κρίσης, τέσσερις μεγάλοι θεωρητικοί –ο Stanley Hoffman, ο Hedley Bull, ο Kenneth Waltz και ο Josef Joffe– έχουν διατυπώσει τις αντίστοιχες τέσσερις υποθέσεις εργασίας, οι οποίες διαχρονικά ερμηνεύουν και περιγράφουν την τάση της ενοποιητικής διαδικασίας στην ευρωπαϊκή ήπειρο.  

Οι εν λόγω υποθέσεις εργασίας διδάχθηκαν και αναλύθηκαν στην Ελλάδα κυρίως υπό τον Παναγιώτη Ήφαιστο, ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Πειραιώς.

Ο Hoffman επεσήμανε το 1966: «Για τρεις λόγους η ενοποιητική διαδικασία υπήρξε το θύμα και το αποτέλεσμά της η επιβίωση του έθνους-κράτους. Ο ένας λόγος χαρακτηρίζει κάθε διεθνές σύστημα και οι άλλοι δύο μόνο το ευρωπαϊκό σύστημα. Η εσωτερική λογική και ο τρόπος εξέλιξης κάθε διεθνούς συστήματος βρίσκεται στη διαφορά των εσωτερικών του συντελεστών, στις γεωϊστορικές συνθήκες που το χαρακτηρίζουν και τις εξωτερικές επιδιώξεις των μονάδων που το συνθέτουν. Κάθε σύστημα χαρακτηριζόμενο από κατατεμαχισμό [σ.σ.: οργανωμένο σε ανεξάρτητες, ετερογενείς, ανομοιογενείς και κυρίαρχες μονάδες], τείνει με τη δυναμική που αναπτύσσει η ενυπάρχουσα ανισότητα να αναπαραγάγει την ετερότητα».

Ο δε Bull υπογράμμισε εν έτει 1982: «Δεν υπάρχει υπερεθνική κοινότητα στη Δυτική Ευρώπη. Υπάρχει μια ομάδα κρατών. Υπάρχει ένα κονσέρτο κρατών, των οποίων η βάση είναι μια περιοχή ως προς την οποία πιστεύεται πως υπάρχουν κοινά συμφέροντα μεταξύ των μεγαλυτέρων δυνάμεων. Η ιστορία των Ευρωπαίων είναι μια ιστορία εγγενούς-ενδημικής σύγκρουσης. Εάν πρόσφατα απέκτησαν τη συνήθεια της συνεργασίας [σ.σ.: στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης], αυτό έγινε υπό την ομπρέλα των ΗΠΑ και υπό την απειλή εξ ανατολών. Ακόμη και η απλή σκέψη ότι τα ευρωπαϊκά κράτη συνιστούν μια “κοινότητα ασφαλείας” ή μια “περιοχή ειρήνης” είναι ευσεβής πόθος, εάν αυτό σημαίνει ότι πόλεμος μεταξύ τους δεν θα υπάρξει ξανά, και όχι ότι δεν υπήρξε τα τελευταία χρόνια και ότι είναι εκτός λογικής εάν υπάρξει ξανά».

Το 1979 έρχεται ο Waltz να τονίσει και εκείνος με τη σειρά του ότι: «Η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία, υπό τη σκιά των υπερδυνάμεων, διαπίστωσαν γρήγορα πως ο πόλεμος μεταξύ τους είναι αντιπαραγωγικός και σύντομα άρχισαν να πιστεύουν πως είναι επίσης αδύνατος. Επειδή η ασφάλεια όλων βασιζόταν στις επιλογές άλλων και όχι στις δικές τους, ήταν εφικτό να γίνουν ενοποιητικά βήματα».

Τέλος, ο Joffe ανέφερε το 1984 ότι: «Η θεωρία των συμμαχιών υποστηρίζει ότι τα κράτη συνασπίζονται για να εξασφαλίσουν την ασφάλειά τους. Στην περίπτωση του ΝΑΤΟ, όμως, τα κράτη μέλη συνασπίσθηκαν επειδή η ασφάλειά τους εξασφαλιζόταν από έναν ισχυρό εξωτερικό συντελεστή ο οποίος πρόσφερε αξιόπιστα εσωτερική και εξωτερική τάξη και ασφάλεια στην Δυτική Ευρώπη. […] Χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Δυτική Ευρώπη μπορεί να επιστρέψει σε εξισορροπητικές διαδικασίες της προπολεμικής περιόδου αντί να προχωρήσει στην ενοποιητική διαδικασία. Ο αδύναμος θα αισθανθεί ξανά ανησυχία για τις προθέσεις του ισχυρού και ο ισχυρός –όπως η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία– θα αρχίσει, για ακόμη μία φορά, να ανησυχει για τις προθέσεις αλλήλων».

Κοινή συνισταμένη των ανωτέρω υποθέσεων αποτελεί το γεγονός ότι η εγγενής ετερότητα των ανθρώπινων κοινωνιών στην ευρωπαϊκή ήπειρο θέτει όρια στην ενοποίηση, ενώ τούτο συντελέστηκε στο βαθμό ύπαρξης κοινού συμφέροντος μεταξύ των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, αλλά και απάλειψης της μείζονος απειλής κατά του ευρωπαϊκού συστήματος ασφαλείας υπό τη στρατηγική ομπρέλα των ΗΠΑ. 

Επί του συγκεκριμένου, άλλοι σημαντικότατοι αναλυτές, όπως ο John Mearsheimer, έχουν σημειώσει ότι ελλείψει του αμερικανικού υπερπόντιου εξισορροπητή η Ευρώπη σύντομα θα κατέληγε στους προαιώνιους διακρατικούς διαγκωνισμούς συμφερόντων.

    Σήμερα, η αμερικανική στρατηγική ομπρέλα παραμένει παρούσα, αλλά εκλείπει σταδιακά η επιχειρησιακή δέσμευση εξαιτίας της ανάγκης εξισορρόπησης της σινικής ανόδου.

Θα ωθήσει η εν λόγω εξέλιξη την Ευρώπη σε αποσταθεροποίηση; 

Θα καλλιεργήσει λανθασμένες παραστάσεις σε μέχρι πρότινος σύγχρονους «επιτήδειους ουδέτερους»;

Σε κάθε περίπτωση, η πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: «Ταγματασφαλίτες», «δωσίλογοι» και «συμμορίτες» εν έτει 2021

 


Γράφει ο Μάρκος Τρούλης

Μια χώρα και μια κοινωνία που αρνούνται να ενηλικιωθούν με περίσσια επιμονή
. Αυτή θα μπορούσε να είναι η διαπίστωση ενός υποθετικού «ταξιδιώτη στο χρόνο», ενός ανθρώπου που από την Ελλάδα του 1945 αφικνείται ξαφνικά στην Ελλάδα του 2021, αναμένοντας ότι η ωριμότητα, η εξέλιξη της πολιτικής σκέψης και προ πάντων οι εμπειρίες και τα παθήματα θα είχαν δώσει μία νέα πνοή στη χώρα, όπως συνέβη σε σειρά άλλων περιπτώσεων, όχι μόνο της Εσπερίας. Θα είχαν καταστήσει αντιληπτό ότι οι πολιτικές ιδεολογίες δε νοείται να αποτελούν «όπιο του λαού», τουλάχιστον υπό όρους 1945.

Εξάλλου, ποια κοινά στοιχεία διαπιστώνονται μεταξύ της προβαλλόμενης «Αριστεράς» της μεταπολεμικής περιόδου με εκείνη της μεταψυχροπολεμικής περιόδου; Ήταν άραγε διεθνιστική η Αριστερά του ΕΑΜ, δηλαδή του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου;  

Αντιστοίχως, η «Δεξιά» του προ δικτατορίας Κωνσταντίνου Καραμανλή είναι ίδια με εκείνη της μετά το 1974 Νέας Δημοκρατίας; Ή έτι περαιτέρω, η Δεξιά του Ευάγγελου Αβέρωφ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «νεοφιλελεύθερη»;

    Είναι εξόχως παραπλανητική μια τέτοια συζήτηση, ακριβώς επειδή οι συζεύξεις μεταξύ των δεκαετιών οφείλουν να πραγματοποιούνται με όρους ιστορικής μνήμης και διδαγμάτων και όχι με όρους ποδοσφαιρικού ντέρμπι.

Τα έχουμε δει και στη Βουλή, άλλωστε, αυτά τα φαινόμενα… «Τι σας κάναμε στο Μελιγαλά» και «Τι πάθατε στο Βίτσι και στο Γράμμο». Δεν είναι σοβαρή αυτή η ρητορική, η οποία δυστυχώς κυριαρχεί σήμερα στο διαδίκτυο, ωσάν η επιχειρησιακή έκβαση ενός πολεμικού γεγονότος να επαληθεύει ή να ακυρώνει το δίκαιο ενός αγώνα και μιας «ιδεολογίας». Και το κυριότερο είναι ότι δε νοείται να εκστομίζεται από ανθρώπους, οι οποίοι θεωρούνται διαμορφωτές της κοινής γνώμης και ο λόγος τους έχει μια τρόπον τινά παιδευτική αξία.

Εν προκειμένω, είναι κωμικοτραγικό να μελετάται η πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων με όρους καταγγελίας ή επιβράβευσης, ανάλογα με τις ορέξεις μας και το ποιο εκ προοιμίου συμπέρασμά μας θέλουμε εκ των υστέρων να τεκμηριώσουμε. 

Αυτή η ανορθολογική προσέγγιση της διεθνούς πολιτικής καταλήγει σε αδιέξοδα όπως: Μα πώς γίνεται η Ναζιστική Γερμανία να επιτέθηκε στην ΕΣΣΔ με τέτοια σφοδρότητα, ενώ είχαν υπογράψει το Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ περί Μη Επίθεσης τον Αύγουστο του 1939, λίγες ημέρες πριν την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου; 

Πώς είναι δυνατόν ο ναζιστής Στρατηγός Adolf Heusinger, ο οποίος έφθασε να αναλάβει έως και την αρχηγία του Γενικού Επιτελείου το 1944, εν τέλει να διορίζεται Επικεφαλής της Στρατιωτικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ το 1961, τη στιγμή που 76 χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου τα γερμανικά δικαστήρια εξακολουθούν να δικάζουν 96χρονες πρώην γραμματείς στρατοπέδων συγκέντρωσης;

Η θεώρησή μας για τη διεθνή πολιτική δεν μπορεί να είναι ανορθολογική, καθώς οι λήπτες των αποφάσεων στο επίπεδο της διεθνούς πολιτικής είναι εξόχως ορθολογικοί, ήτοι προσμετρούν το κόστος και το όφελος τους πέραν κάθε ηθικού προτάγματος, το οποίο ενδεχομένως θα αφορούσε τις διαπροσωπικές σχέσεις αλλά όχι τις διακρατικές.

Το εν λόγω σκεπτικό διαχέεται και στην εσωτερική δομή του εθνοκράτους, καθώς η μετάλλαξη των πολιτειακών και πολιτικών προταγμάτων είναι πλέον γεγονός μετά το πέρας του 20ού αιώνα, κατά τη διάρκεια του οποίου διαπιστώσαμε ή θα ευελπιστούσα να έχουμε διαπιστώσει, επί παραδείγματι, ότι η κολεκτιβοποίηση συνιστά αποτυχημένο μοντέλο οργάνωσης της αγροτικής παραγωγής, ακριβώς επειδή δε συνδέεται με την ανθρώπινη επιθυμία ανέλιξης του παραγωγού, αλλά και δεν ανταποκρίνεται στις αυξημένες ανάγκες του «καταναλωτή»-πολίτη. Ομοίως, θα ανέμενα να είχαμε κάνει κτήμα μας ότι η εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών, αλλά και οι νέες προκλήσεις στα επίπεδα της πολιτικής προστασίας λόγω πανδημιών και κλιματικής αλλαγής, επιτάσσουν την ύπαρξη ισχυρού κοινωνικού κράτους, ενώ και η ιδιάζουσα εν Ελλάδι κοινωνική συγκρότηση δεν επιτρέπει τη συμπύκνωση του συνόλου των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε λιγοστά μεγάλα εμπορικά κέντρα. Η οριζόντια θέαση τέτοιας υφής ζητημάτων είναι κατάτι φασίζουσα, παρά τα τελείως διαφορετικά προκαλύμματα.

Δεν υπάρχουν συνταγές διά πάσα νόσο… Η κοινωνική συγκρότηση συνιστά...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Θεωρία συμμαχιών και η περίπτωση της ελληνογαλλικής συμφωνίας

Γράφει ο Μάρκος Τρούλης

Μία εξαιρετικά σημαντική αναλυτική άποψη της διεθνούς πολιτικής εδράζεται στη Θεωρία Συμμαχιών, όπως παρατέθηκε με εναργή τρόπο τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 από τον Stephen Walt και μετέπειτα από τον Glenn Snyder, στη βάση της νεορεαλιστικής θεωρητικής προσέγγισης των διεθνών σχέσεων.

    Πολύ συνοπτικά, μέσω της Θεωρίας Συμμαχιών εξετάζονται ορισμένες υποθέσεις εργασίας, προκειμένου να εξαχθούν συμπεράσματα για το βαθμό προσήλωσης του συμμάχου στους στόχους της συμμαχίας. Με άλλα λόγια, ελέγχεται σε ποιο βαθμό μειώνεται η αβεβαιότητα για τις προθέσεις του συμμάχου και κατά πόσο είναι εξασφαλισμένη η κινητοποίησή του σε περίπτωση εκδήλωσης απειλής από κάποιον τρίτο.

Ποιες, όμως, είναι αυτές οι υποθέσεις εργασίας; 

 Ελέγχεται:  

1) Αν υπάρχει συναντίληψη περί της μείζονος απειλής μεταξύ των συμμάχων, αν δηλαδή έχουν τις ίδιες «ανησυχίες», 

2) Αν η ισορροπία ισχύος δεσμεύει τον ένα σύμμαχο στον άλλον, καθώς αμφότεροι έχουν περιορισμένες εναλλακτικές επιλογές για την εκδήλωση της στρατηγικής συμπεριφοράς τους, 

3) Αν παρατηρείται συμμετρία εξάρτησης, η οποία εκδιπλώνεται μέσω πελατειακών σχέσεων και όχι ετεροβαρών συμφωνιών, 

4) Αν η συμμαχία είναι νομιμοποιημένη σε επίπεδο γραφειοκρατικό και κοινωνικό, 

5) Αν υφίσταται σύμπτωση «στρατηγικών εικόνων», δηλαδή αν αναγιγνώσκουν το διακρατικό περιβάλλον κατ’ όμοιο τρόπο.

    Με βάση τα παραπάνω, υπάρχουν οι προϋποθέσεις ώστε η ελληνογαλλική συμφωνία να θεωρηθεί μια «καλή είδηση»;

Προφανώς και υπάρχουν, καθώς όντως η Ελλάδα και η Γαλλία μοιράζονται τις ίδιες ανησυχίες περί των απειλών έναντι της σταθερότητας στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή έως και το Μαγκρέμπ, η ραγδαία ισχυροποίηση της Τουρκίας σε συνδυασμό με την πρόδηλη διατύπωση των νεοοθωμανικών αξιώσεων προκαλεί κοινό προβληματισμό, ενώ και τα συμφέροντα είναι σαφώς συγκλίνοντα τόσο σε επίπεδο «στρατηγικών εικόνων», όσο και στο πεδίο της εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου. Είναι αυτοί οι λόγοι, βάσει των οποίων θεωρούμε ότι εξέχοντες αναλυτές, οι οποίοι πρότειναν τη γεωστρατηγική συμπόρευση Ελλάδας-Γαλλίας, δικαιούνται να αισθάνονται πλέον δικαιωμένοι.

Τονίζουμε, όμως, επίσης ότι οι συμμαχίες απαιτούν διαρκή καλλιέργεια. Προϋποθέτουν διατήρηση και αύξηση των προϋποθέσεων δέσμευσης του συμμάχου, μέσω στρατηγικών οι οποίες θα είναι αν μη τι άλλο εξισορροπητικές και σε καμία περίπτωση κατευναστικές. Οι συμμαχίες έχουν ως όρο επιβίωσής τους τη διαρκή υπενθύμιση των προϋποθέσεων συγκρότησής τους και εν προκειμένω, όσον αφορά την ελληνογαλλική συμφωνία, το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι αμετακίνητη επί των «κόκκινων γραμμών», οι οποίες της απονέμονται από τη διεθνή τάξη, αλλά και τη διαρκή υπενθύμιση ότι η Τουρκία συνιστά απειλή για τα κοινά συμφέροντα.

    Όλα τα παραπάνω καθίστανται πραγματικότητα μέσω...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Αυτός ο κόσμος ο ίδιος και απαράλλακτος

 

Γράφει ο Μάρκος Τρούλης

Στο βιβλίο Αμερικανοτουρκικές σχέσεις: Θεωρία Συμμαχιών και Γεωπολιτική Συνεκτίμηση είχε εγκαίρως επισημανθεί ότι οι ΗΠΑ κατά τα τελευταία έτη έχουν μετακυλήσει το επιχειρησιακό βάρος τους στην περιοχή του Ινδοειρηνικού, ενώ τούτο καταδεικνύεται με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο μέσω της πρόσφατης συμφωνίας των αγγλοσαξονικών δυνάμεων (AUKUS).

Όπως είχε τονιστεί, με αναφορά σε δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Άμυνας επί κυβέρνησης Μπαράκ Ομπάμα:


«Η ανάδυση της Κίνας έχει στρέψει το αμερικανικό ενδιαφέρον στον Ειρηνικό και στην Ανατολική Ασία με αποτέλεσμα να προκύπτει η ανάγκη αποδέσμευσης συντελεστών ισχύος από την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή ώστε να σταλούν στη συγκεκριμένη γεωγραφική ζώνη. Αυτό κατέστη ευκρινές κατά την ανάληψη της ηγεσίας των ΗΠΑ από τον Μπαράκ Ομπάμα.»

Ο Αμερικανός υπουργός άμυνας Λεόν Πανέτα δήλωνε χαρακτηριστικά ότι η αναλογία 50-50 όσον αφορά τις ναυτικές δυνάμεις στον Ατλαντικό και στον Ειρηνικό μεταλλάσσεται σταδιακά με τελικό στόχο την αναλογία 40-60. 

Παράλληλα, το έγγραφο περί “στρατηγικού οδικού χάρτη” του υπουργείου Άμυνας τον Ιανουάριο του 2012 αναφερόταν σε “αμερικανικά συμφέροντα σε επίπεδο οικονομίας και ασφάλειας”, τα οποία είναι “αδιαμφισβήτητα ταυτισμένα με τις εξελίξεις σε μία περιοχή εκτεινόμενη από το Δυτικό Ειρηνικό και την Ανατολική Ασία έως την περιοχή του Ινδικού Ωκεανού και τη Νότια Ασία”.

Κατά συνέπεια, η πορεία ήταν τρόπον τινά προβλέψιμη, ενώ την είχε περιγράψει και ο Τζον Τζ. Μερσχάιμερ ήδη από το 2001, εντός του βιβλίου του Η Τραγωδία της Πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων.

Αργά ή γρήγορα θα ζούσαμε και πάλι ένα νέο πλανητικό ανταγωνισμό, καθώς η ισχυροποίηση της Κίνας θα έθετε τις ΗΠΑ προ νέων προκλήσεων και διλημμάτων ασφαλείας, ενώ η «συνταγή» είναι η κλασική της κυκλωτικής ανασχετικής στρατηγικής με στόχο τη δημιουργία συνθηκών ασφυξίας, όπως συνέβη και στην περίπτωση της ΕΣΣΔ.

Και με τον Ατλαντικό, την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή τι θα συμβεί; 

Όπως έχει πολλάκις υπογραμμιστεί, οι ΗΠΑ δεν αποσύρουν το ενδιαφέρον τους από τον ατλαντικό χώρο και γι’ αυτό διατηρούν και το ΝΑΤΟ, αλλά μετακυλούν το επιχειρησιακό βάρος τους στον Ινδοειρηνικό στο πλαίσιο μιας στρατηγικής εξισορρόπησης της Κίνας.

Το αδιάληπτο ενδιαφέρον τους για την Ευρώπη έγκειται στο γεγονός ότι δεν επιθυμούν την υπερίσχυση κανενός ηγεμονικού δρώντα είτε στη Δυτική Ευρώπη είτε στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Αντ’ αυτού προτιμούν έναν ισχυρό συμπαίκτη στην περιοχή από την οποία αποσύρονται επιχειρησιακά, αλλά όχι ισχυρό σε βαθμό που θα καταστεί πλέον ανεξέλεγκτος και στρατηγικά ανεξάρτητος. Γι’ αυτό το λόγο, επί παραδείγματι, δυσκολεύονται να τιμωρήσουν με τρόπο αποφασιστικό την Τουρκία, αλλά την ίδια στιγμή αντιδρούν στη στρατηγική αυτονόμησή της μέσω των συνεργατικών πολιτικών της με τη Ρωσία (βλ. S-400, πυρηνικό πρόγραμμα, διπλωματία των αγωγών).

Η εν λόγω γεωστρατηγική επιλογή δεν είναι πρωτόγνωρη. Η εύρεση κομβικών κρατών τα οποία θα δύναντο να διαδραματίσουν ρόλο περιφερειακών τοποτηρητών είναι διαχρονικό διακύβευμα για τις ΗΠΑ, ασχέτως αν πλέον γίνεται επιτακτικό ελέω της σινικής ανόδου.

Το «δόγμα Νίξον» συνιστούσε μια τέτοια περίπτωση, όταν ο εν λόγω Αμερικανός πρόεδρος έθεσε ως προτεραιότητα τη μετακύλιση των βαρών της πλανητικής παρουσίας των ΗΠΑ σε σημαντικούς συμμάχους τους. Αφορμή υπήρξε τότε η τραγική εμπειρία της Ουάσινγκτον από τον Πόλεμο του Βιετνάμ.

    Σήμερα δεν μιλάμε πια για κάποιο «ψυχολογικό τραύμα», αλλά για στρατηγική αναγκαιότητα, γεγονός που δείχνει ότι οι «μικροί εταίροι» του αγγλοσαξονικού συστήματος ασφαλείας, όπως η Ελλάδα, θα πρέπει να αναζητήσουν διεξόδους προς διεύρυνση της αυτοβοήθειάς τους.

Η Τουρκία προτάσσει εαυτόν ως δρων, ο οποίος θέλει και μπορεί να εξυπηρετήσει τους γεωστρατηγικούς στόχους των ΗΠΑ, αλλά συγκρούεται παράλληλα μαζί τους κατά τη σκιαγράφηση των όρων αυτής της νέας εταιρικής σχέσης.

Προς τούτο, η χώρα μας οφείλει...

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΡΑΓΙΑΔΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Ελλάδα-Κύπρος: Λύση δύο κρατών;

 

Toυ ΜΑΡΚΟΥ ΤΡΟΥΛΗ

Πολύ πριν η Τουρκία αρθρώσει την μπλόφα της περί λύσης δύο κρατών στην Κύπρο, τα ίδια τα δύο ελληνικά πολιτικά συστήματα (ελλαδικό και κυπριακό) προέκριναν μία «λύση δύο κρατών» μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, με τη δεύτερη να είναι μάλιστα αφελληνισμένη.

    Η συγκεκριμένη λογική, η οποία έχει καλλιεργήσει συνειδήσεις και σε επίπεδο κοινωνικών μειοψηφιών, συνδέεται άμεσα με τη θέση ότι «η Κύπρος κείται μακράν» και τη σταδιακή απεμπόληση του ενιαίου αμυντικού δόγματος κατά τα τελευταία 20-25 έτη.

Αναφερόμαστε συχνά στην Κύπρο ως ένα κράτος της Υποσαχάριας Αφρικής έναντι του οποίου η Ελλάδα δεν έχει καμία σπουδαία υποχρέωση πέραν της περιλάλητης «συμπαράστασης».  

Δυστυχώς, αυτό το αφήγημα έχει επεκταθεί σε όλα τα επίπεδα και με θλίψη το βλέπουμε να επιστρατεύεται ακόμη και στο πλαίσιο της εν Ελλάδι φθηνής μικροκομματικής αντιπαράθεσης, με άγνοια έστω και της νομικής διασύνδεσής μας με την Κύπρο, αν κάποιος θέλει να παραβλέψει την ηθική και εθνική.

Η αφορμή για τα προαναφερθέντα δίνεται από το περιεχόμενο της κριτικής έναντι του διορισμού Κύπριου πολιτικού στη θέση υπουργού της Ελληνικής Δημοκρατίας. Όχι Γάλλου, όχι Κονγκολέζου, όχι Περουβιανού, αλλά Κύπριου!  

Αν η κριτική είναι απέναντι σε συγκεκριμένο πρόσωπο, προφανώς και είναι δεκτή και πολλά από τα σημεία αυτής είναι και εύλογα, ιδιαιτέρως όσα αφορούν σχέσεις με γνωστά «ευαγή» ιδρύματα διαμόρφωσης της ελληνικής και της κυπριακής κοινής γνώμης.

Όμως, η κριτική η οποία αναφέρεται σε «εισαγωγές υπουργών» και σε «συνταγματική υποχρέωση να είναι Έλληνες πολίτες», ή τα ευτελή σχόλια σύμφωνα με τα οποία «ας διορίσουμε υπουργό και από τη Ρουμανία ή την Ισλανδία», δεν μπορούν να έχουν θέση στο δημόσιο διάλογο και να αρθρώνονται, μάλιστα, από ανθρώπους, οι οποίοι ενδεχομένως να κληθούν να υπερασπιστούν το εθνικό συμφέρον από κυβερνητικές θέσεις στο μέλλον.

Το ελληνικό έθνος δυστυχώς έχει συρρικνωθεί τον τελευταίο αιώνα ακολουθώντας μια αντίστροφη πορεία εν σχέσει με εκείνη που προσπάθησε να χαράξει κατά το 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού. Με απαρχή τη Μικρασιατική Καταστροφή, κατόπιν το διωγμό των Ελλήνων της Πόλης, την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο και τον ξεριζωμό των Ελλήνων από τα παρανόμως κατεχόμενα εδάφη, την εγκατάλειψη από την Αθήνα των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου και την αδιαφορία για τις τόσες ελληνικές κοινότητες στα βόρεια σύνορά μας και αλλού έως και σήμερα.

Ιστορικά ο ελληνισμός συνιστούσε ένα οντολογικά προσδιορισμένο φαινόμενο το οποίο εκτάθηκε πέραν της μητρόπολης και των συνόρων του ελλαδικού κράτους. Εντούτοις, στη σύγχρονη εποχή των εθνοκρατών η μητρόπολη όφειλε και οφείλει να διαδραματίζει ρόλο προστάτιδας δύναμης των συμφερόντων και των δικαίων των ανθρώπων οι οποίοι ταυτοτικά, συνειδησιακά, γλωσσικά, πολιτισμικά ταυτίζονται με την ιδιοσυστασία του ελλαδικού κράτους, και γιατί όχι… να αντλεί τις σημαντικότερες προσωπικότητες και να τις επιστρατεύει επ’ ονόματι του εθνικού συμφέροντος.

Είναι γνωστό ιστορικά πόσο έχει ζημιωθεί η χώρα από τις λογικές των αντιπαραθέσεων «αυτοχθόνων-ετεροχθόνων» και...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Υπάρχουν και χειρότερα…

 

Γράφει ο Μάρκος Τρούλης


Ενδεχομένως ένα πιο προκλητικό σύντομο ανέκδοτο από αυτό της «Ελληνικής Στρατηγικής» είναι αυτό της… «Βουλγαρικής Στρατηγικής».

Επί πολλά έτη και ενώ ο νεοοθωμανισμός κάλπαζε, η Βουλγαρία προτίμησε να στρουθοκαμηλίζει συμπεριφερόμενη ως να μην διαβιούν στην επικράτειά της 600.000 τουρκικής καταγωγής πολίτες (περίπου 9% επί του συνόλου του βουλγαρικού πληθυσμού), ή πιστεύοντας –ακόμη χειρότερα– ότι η Τουρκία δε θα εκμεταλλευόταν τη συγκεκριμένη μειονότητα.

Σήμερα, με αφορμή την τρέχουσα διαδικασία απογραφής πληθυσμού μεταξύ 7 Σεπτεμβρίου και 3 Οκτωβρίου στη Βουλγαρία, η Τουρκία προχωρά σε καμπάνια με την κάτωθι ρητορική:

«Μην διστάζεις να λες: Είμαι Τούρκος, είμαι μουσουλμάνος, η μητρική μου γλώσσα είναι τα τουρκικά. Στην απογραφή του πληθυσμού που θα γίνει από τις 7 Σεπτεμβρίου μέχρι τις 3 Οκτωβρίου μην αφήνεις αναπάντητες τις ερωτήσεις που αναφέρονται στα εξής: “Θρησκεία”, “Εθνική καταγωγή” και “Μητρική γλώσσα”. Μην ξεχνάς! Δημοκρατία σημαίνει την ελευθερία να εκφράζεσαι και να δηλώνεις την ταυτότητά σου. Στη δημοκρατία το πρώτο βήμα είναι να εκφράζεις και να δηλώνεις την ταυτότητα και την ύπαρξή σου, να υπερασπίζεσαι τα δικαιώματά σου. Κάνε χρήση του δικαιώματός σου να δηλώνεις την ταυτότητά σου! Μην παίρνεις αψήφιστα την απογραφή του πληθυσμού! Πες: Είμαι κι εγώ εδώ!».¹


Είναι οι θύελλες μετά τη σπορά των ανέμων, καθώς, αντί της επιλογής μιας στρατηγικής εξισορρόπησης του τουρκικού αναθεωρητισμού συνολικά από τους θιγόμενους δρώντες της περιοχής, η Βουλγαρία προτίμησε το προηγούμενο διάστημα να συναλλάσσεται με την Τουρκία στο πλαίσιο προσωπικών φιλιών, όπως εκείνη του πρώην πρωθυπουργού Μπόικο Μπορίσοφ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Παράλληλα, τα επίσημα ειδησεογραφικά μέσα της Σόφιας αναφερόμενα στους Τούρκους της Βουλγαρίας προτιμούσαν να μιλούν για «το οδυνηρό παρελθόν» (βλ. γεγονότα δεκαετίας ’80), το οποίο «υποχωρεί στη σοφία της ειρηνικής συμβίωσης».

Τον Δεκέμβριο του 2019, εν μέσω της κορύφωσης της τουρκικής προκλητικότητας με την αμφισβήτηση της συμφωνίας Ελλάδας και Κύπρου για Έρευνα και Διάσωση στη Μεσόγειο, την έκδοση επανειλημμένων παράνομων NAVTEX και τη διαρκή ρητορική αμφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων τα οποία απορρέουν από τη γεωγραφική θέση των ελληνικών νησιών, ο τότε πρωθυπουργός της Βουλγαρίας προτιμούσε να δηλώνει ότι «θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι τουρκικές θέσεις», καθώς και ότι «η Ελλάδα πρέπει να βρει τρόπο να αντιμετωπίσει μόνη της το πρόβλημα με την Τουρκία».

Ωσάν να παρανοούσε ότι δύο δυνάμεις υποστήριξης της καθεστηκυίας τάξης έχουν ιερό καθήκον να συστήνουν συμμαχικούς μηχανισμούς εξισορρόπησης όταν ανακύπτει ένας αναθεωρητικός δρών ο οποίος αμφισβητεί την περιφερειακή ισορροπία ισχύος, καθώς σε διαφορετική περίπτωση συντρίβονται και υποθηκεύουν την προοπτική επιβίωσής τους.

    Παρόμοια στάση διατήρησε η Βουλγαρία και επ’ αφορμή της υβριδικής εισβολής στον Έβρο τον Μάρτιο του 2020, απολαμβάνοντας την ίδια στιγμή σχετική «ησυχία» στα δικά της χερσαία σύνορα με την Τουρκία.

Μάλιστα, η συγκεκριμένη «επιλογή» των μεταναστών να πορευτούν αποκλειστικά προς τα ελληνικά σύνορα –και όχι προς αυτά ενός επίσης κράτους-μέλους της ΕΕ, όπως η Βουλγαρία– αποτελούσε μια βασική «απορία» πολλών εξ ημών εκείνη την περίοδο, αλλά και καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που έχει ακολουθήσει έκτοτε.

Με βάση τα παραπάνω, θα ήταν εξαιρετικά εύκολο και απλουστευτικό το «γύρισμα της πλάτης» στη Σόφια, αλλά η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει τις προσπάθειες συντονισμού των «status quo περιφερειακών δρώντων», έστω και αν κάποιοι αντιλήφθηκαν αργά ότι η πρόσδεση στο άρμα του αντιπάλου –όπως θα το περιέγραφε ο John Mearsheimer– συνιστά μια ακραία μορφή κατευνασμού.

Με άλλα λόγια, η συναλλαγή με τον αποσταθεροποιητικό παράγοντα, τη στιγμή μάλιστα που υπάρχουν ευδιάκριτες «προϋποθέσεις-ευκαιρίες» ώστε να βρεθείς στο στόχαστρο (βλ. τουρκική μειονότητα), θα σε θέσει προ αρνητικών τετελεσμένων αργά ή γρήγορα σε μια διεθνή πολιτική σκακιέρα· επί της οποίας ισχύει το θουκυδίδειο ότι «η ελπίδα είναι παρηγοριά αλλά και κίνδυνος».

Η αφ’ υψηλού πολιτική έναντι της Αθήνας θα σε αναγκάσει σύντομα να αντιληφθείς ότι αν η σχετικά ισχυρή σε περιφερειακό επίπεδο Ελλάδα αντιμετωπίζει τόσο επιτακτική νεοοθωμανική απειλή, για τη Βουλγαρία το πρόβλημα μπορεί να γίνει δυσθεώρητο.

Το μόνο βέβαιο ότι η ανάγνωση των απειλών οφείλει να καταστεί κοινή ενόσω η γεωγραφική εγγύτητα της Ελλάδας και της Βουλγαρίας με την Τουρκία είναι δεδομένη, ενώ και η διαρκής στρατιωτική ισχυροποίηση της Άγκυρας συνοδεύεται με την άρθρωση αναθεωρητικών αξιώσεων.

Άλλωστε, το ίδιο το νταβουτόγλειο «στρατηγικό βάθος» ορίζεται επί τη βάσει της παρουσίας «τουρκικών, τουρκογενών και μουσουλμανικών» μειονοτήτων στην περιφέρεια της Τουρκίας, οι οποίες δύνανται να λειτουργήσουν ως θύλακες αύξησης της επιρροής της Άγκυρας και μοχλοί πίεσης προς τα –κατά τα λοιπά κυρίαρχα– προκείμενα κράτη.

Αργά ή γρήγορα, τα επίχειρα του νεοοθωμανισμού θα τα αντιμετωπίσουν άπαντες.  

 

Το διακύβευμα είναι...

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Ασφάλεια, κατατριβή τρίτων και ορθολογικό κριτήριο

Του ΜΑΡΚΟΥ ΤΡΟΥΛΗ

Τρεις δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, είναι πλέον ξεκάθαρο ότι οι αρχικές εκτιμήσεις για ένα αρμονικά εξελισσόμενο διεθνές σύστημα αποτελούσαν φενάκη. 

Τρεις δεκαετίες μετά και η αστάθεια συνιστά το βασικό χαρακτηριστικό των διακρατικών σχέσεων σε μια σειρά περιφερειακών υποσυστημάτων ανά τον πλανήτη και οι πρόσφατες εξελίξεις στο Αφγανιστάν αποτελούν ακόμη ένα τέτοιο δείγμα, το οποίο επαληθεύει όσα έγκαιρα επεσήμανε ο Αμερικανός Robert Gilpin:

«Όταν με την απουσία της κομουνιστικής απειλής οι Ηνωμένες Πολιτείες απέμειναν η μοναδική υπερδύναμη στον πλανήτη, πολλοί σχολιαστές πίστεψαν ότι οι αμερικανικές φιλελεύθερες αξίες της δημοκρατίας, του ατομικισμού και της ελευθερίας των αγορών είχαν θριαμβεύσει και ότι ο κόσμος βρισκόταν στο κατώφλι μιας εποχής που θα χαρακτηριζόταν από άνευ προηγουμένου ευμάρεια, άνθηση της δημοκρατίας και ειρήνη.

»Οι λιγότερο αισιόδοξοι παρατηρητές αντέτειναν ότι η διπολική σταθερότητα του μεταπολεμικού κόσμου έδινε της θέση της σε έναν χαοτικό, πολυπολικό κόσμο όπου θα δέσποζαν πέντε ή περισσότερες μείζονες δυνάμεις, έναν κόσμο χαρακτηριζόμενο από νέες μορφές έντονης εθνικής, πολιτικής και οικονομικής αντιπαράθεσης. Μάλιστα, ορισμένοι δε δίστασαν να διατυπώσουν την εκτίμηση ότι ο κόσμος ενδέχεται στο μέλλον να αναπολεί με νοσταλγία το απλούστερο και ασφαλέστερο διπολικό ψυχροπολεμικό τοπίο, το οποίο ο ιστορικός John Lewis Gaddis αποκάλεσε “μακρά ειρήνη”».


Τα ζητήματα ασφάλειας και ανασφάλειας συνδέονται πλέον με μια διαρκή προσπάθεια μετακύλισης βαρών από την υπερδύναμη προς έτερους δρώντες με το διττό στόχο της ελαχιστοποίησης του ειλημμένου από την ίδια στρατηγικού κόστους και ταυτόχρονα της καλλιέργειας προϋποθέσεων κατατριβής για τους βασικούς αντιπάλους. 

Είναι πασιφανές ότι το εν λόγω παίγνιο στρατηγικών ανταγωνισμών εξωθεί γεωγραφικές ζώνες στην αποσταθεροποίηση, καθώς η απόπειρα περιορισμού του κόστους στο πλαίσιο του ορθολογικού κριτηρίου ταυτίζεται με τη δημιουργία κενών ισχύος είτε προς εκμετάλλευση από αναθεωρητικούς δρώντες είτε προς διαχείριση από υποστηρικτές της καθεστηκυίας τάξης.

Υπό τους συγκεκριμένους όρους, η εικόνα της υπερδύναμης στο Αφγανιστάν είναι προφανώς αρνητική όσον αφορά το επίπεδο του στρατηγικού σχεδιασμού αποχώρησης, αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υποτιμάται ο ευρύτερος στρατηγικός σχεδιασμός των Αμερικανών, ο οποίος εμπεριέχει τη δυναμική του ισλαμικού τόξου στην κεντρική Ασία, τα σημεία ανταγωνισμού και κατατριβής κυρίως με τον κινεζικό παράγοντα, αλλά και τη θέση των συμμάχων τους προ των ευθυνών τους.

    Εδώ και ορισμένα χρόνια, οι ΗΠΑ έχουν σαφώς επιλέξει τη λογική του «δόγματος Νίξον», ήτοι της μετακύλισης βαρών σε κομβικά κράτη με στόχο την αποφυγή της υπερεξάπλωσης.

Ορθολογικά αναλύοντας το διεθνή ρόλο των ΗΠΑ, η διοχέτευση πόρων προς το σκοπό της εξισορρόπησης της Κίνας δεν επιτρέπει πλέον την κατασπατάληση ανθρωπίνων και υλικών πόρων σε μέτωπα, τα οποία κρίνονται ως κοστοβόρα χωρίς αντίκρισμα και ενδεχομένως, με την κατάλληλη στρατηγική διαχείριση, θα μπορούσαν να δορυφοριοποιηθούν διαδραματίζοντας ένα ρόλο, όχι φυσικά συμμαχικό προς τον αμερικανικό παράγοντα, αλλά σίγουρα εχθρικό προς το βασικό αντίπαλο των ΗΠΑ.

Αυτή η συνθήκη είναι αναγκαία, προκειμένου οι ΗΠΑ...

 

ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΞΕΦΡΑΓΟ ΑΜΠΕΛΙ: Η έννοια της ασύμμετρης απειλής


Γράφει ο Μάρκος Τρούλης

Στο άναρχο –και ως εκ τούτου ανταγωνιστικό– διεθνές σύστημα η κατανομή της ισχύος διαμορφώνει τις προϋποθέσεις και τις προοπτικές επιβίωσης των κρατικών δρώντων.
Η κατοχή της μέγιστης δυνατής ισχύος προσφέρει τις περισσότερες πιθανότητες εξασφάλισης επαρκούς αυτοβοήθειας, και άρα διασφάλισης των εθνικών συμφερόντων.

    Συνεπώς, ένεκα της διεθνούς αναρχίας, κάθε μεταβολή στην κατανομή ισχύος συντείνει στην αλλαγή των στρατηγικών συμπεριφορών προς την κατεύθυνση είτε της προσπάθειας μεγιστοποίησης ισχύος είτε της υπεράσπισης του status quo διά της αποτροπής.

Τέτοιου είδους ανακατανομή ισχύος εκλαμβάνεται ως απειλή στο επίπεδο του διακρατικού περιβάλλοντος, καθότι αυτή γίνεται αντιληπτή επί του ελέγχου τεσσάρων υποθέσεων, ήτοι της γεωγραφικής εγγύτητας, της λανθάνουσας ισχύος, των επιθετικών δυνατοτήτων και των προθέσεων.

Οποιαδήποτε μεταβολή κυρίως επί των συγκεκριμένων τεσσάρων ευρέων πτυχών καθιστά ιδιαίτερα ευαίσθητο στο κόστος κάθε δρώντα, απειλούμενο και αμυνόμενο. Όμως, η εν λόγω απειλή αφορά το επίπεδο των διακρατικών σχέσεων και των στρατηγικών μεταξύ συντεταγμένων κρατικών συλλογικοτήτων.

Στον αντίποδα, σε μια εποχή ανόδου των διεθνικών φαινομένων, λαμβάνουν χώρα και ασύμμετρες απειλές, οι οποίες συνηθέστατα προέρχονται από κράτη, αλλά όχι κατά τρόπο διακηρυγμένο, σαφή και εμπεδωμένο.  

Ονομάζονται «ασύμμετρες», καθώς δε σταθμίζονται με βάση τη μέτρηση συντελεστών ισχύος ή τον προσδιορισμό των προθέσεων, αλλά είναι θολές εξαιτίας των χρησιμοποιούμενων μέσων και της φύσης των αποτελεσμάτων, τα οποία συνδέονται κυρίως με πλήγματα στο ηθικό του αντιπάλου ή έχουν χαρακτήρα προειδοποίησης, παρά τις επιμέρους κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις, μη τοποθετούμενες όμως στον πυρήνα ενός στρατηγικού πλήγματος.

Επί της συγκεκριμένης διάστασης μέσων και αποτελεσμάτων εν σχέσει με την απειλή εκ μέρους ενός κράτους έγκειται και η «ασυμμετρία». Η προτίμηση της συγκεκριμένης τακτικής συνδέεται αφενός με το ορθολογικό κριτήριο και την απόπειρα ελαχιστοποίησης του ειλημμένου στρατηγικού κόστους, και αφετέρου με τη διενέργεια πληγμάτων (αν και όχι στρατηγικών) στον αντίπαλο, χωρίς την απώλεια της διεθνούς νομιμοποίησης, εξέλιξη η οποία θα έπληττε το κύρος, την αξιοπιστία και τη διεθνή θέση της χώρας.

Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς Παναγιώτης Ήφαιστος με κείμενό του στις 29 Αυγούστου 2007, και με αφορμή τις τότε καταστροφικές πυρκαγιές στην Ηλεία και την πρώτη δημόσια και ευρέως γνωστή διατύπωση του όρου «ασύμμετρη απειλή», είχε προχωρήσει σε μια σημαντικότατη παρέμβαση όσον αφορά την οριοθέτηση των προκείμενων εννοιών.

Το 2011 ο πρώην πρωθυπουργός της Τουρκίας Μεσούτ Γιλμάζ υπενθύμισε τον ανηλεή χαρακτήρα των διακρατικών σχέσεων όταν ανέφερε σε συνέντευξή του ότι «την περίοδο 1995-1997 Τούρκοι πράκτορες έκαιγαν τα ελληνικά δάση». 

Ο στόχος ήταν σαφής και πολυεπίπεδος: η οικονομία νησιών όπως η Ρόδος, η Σάμος ή η Χίος, το ηθικό των κατοίκων και η αποστολή απειλητικών μηνυμάτων προς την πολιτική ηγεσία ως πτυχή του συντελούμενου υβριδικού πολέμου.

Εν έτει 2021 η συζήτηση παραμένει επίκαιρη λόγω πλέον των αιτιάσεων του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ότι για τις πυρκαγιές στην Τουρκία φταίνε… οι Κούρδοι και οι πρόσφυγες από τη Συρία! Προφανώς είναι ένα ζήτημα η απουσία ηθικής στις διεθνείς σχέσεις και είναι ένα άλλο ζήτημα η εκμετάλλευση της συγκυρίας από μια απολυταρχική κυβέρνηση, προκειμένου να αποκομίσει εκλογικά κέρδη και να πλήξει τους πολιτικούς αντιπάλους της.

Είναι ένα ζήτημα η ασύμμετρη απειλή, η οποία εκτιμάται, προσδιορίζεται και τεκμηριώνεται σε βάθος χρόνου και αντιμετωπίζεται κατ’ αναλογία, και είναι ένα άλλο ζήτημα η άρθρωση τέτοιων αιτιάσεων κατά τρόπο ευκαιριακό και με σχετική ελαφρότητα χάριν εντυπωσιασμού.

Η μετεξέλιξη του διεθνούς συστήματος και η δυναμική είσοδος διεθνικών ή φαινομενικά διεθνικών δρώντων στη διαμόρφωση των εξελίξεων (βλ. «Ισλαμικό Κράτος», τρομοκρατικές οργανώσεις, ιδιωτικές εταιρείες ασφαλείας, όπως η τουρκική SADAT) δημιουργεί νέες προκλήσεις και σκιαγραφεί ένα νέο περιβάλλον διεθνούς ανταγωνισμού.

Με αυτό το περιβάλλον η Ελλάδα οφείλει...