"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΚΟΛΥΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΚΟΛΥΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΔΙΕΘΝΗ ΝΕΟΤΑΞΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΦΑΣΙΣΤΑΡΙΑ: Ποιος έχει δικαίωμα να φιμώσει έναν Πρόεδρο;


ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

 Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΚΟΛΥΡΗ


Όσο κι αν είναι ανακουφιστική ανακοίνωση αποκλεισμού του Ντόναλντ Τραμπ από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, άλλο τόσο προβληματισμό γεννά το γεγονός ότι φτάσαμε στο σημείο ένας διευθύνων σύμβουλος να φιμώνει τον εκλεγμένο εν ενεργεία πρόεδρο της δεύτερης μεγαλύτερης δημοκρατίας του πλανήτη (πληθυσμιακά). Και αυτό μάλιστα να συμβαίνει λίγες ημέρες αφότου έλαβε 74 εκατομμύρια ψήφους και ενώ δεν έχει υπάρξει καμία απόφαση από οποιαδήποτε δικαστική ή άλλη αρμόδια αρχή εναντίον του.  

Από πού λοιπόν ακριβώς αντλούν αυτό το δικαίωμα το Facebook και το Twitter;  

Υποστηρίζουν και δικαίως ότι ο Τραμπ παραβίασε τους κανόνες της πλατφόρμας. Όμως καλώς ή κακώς, οι πλατφόρμες των social media δεν είναι απλώς εταιρικές εφαρμογές. Συνθέτουν αυτό που ο Χάμπερμας θα όριζε σήμερα ως τη «δημόσια σφαίρα». Είναι η ψηφιακή αρχαιοελληνική αγορά που βεβαίως πολύ συχνά μετατρέπεται σε ρωμαϊκή αρένα, όπως αναφέρω στο υπό έκδοση βιβλίο μου «Αντικατοπτρισμοί και παραμορφώσεις – Η Εκλογική Επίδραση των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης στην Ευρώπη» που θα κυκλοφορήσει συντόμως.  

Αυτή η ψηφιακή δημόσια σφαίρα ελέγχεται αδιαφανώς, μέσα από αυθαίρετες διαδικασίες. 

Ο κάθε διευθύνων σύμβουλος είναι υπόλογος στους μετόχους του και κατ’ επέκταση στους πελάτες θα έλεγε κάποιος διασταλτικά. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Ο χρήστης δεν μπορεί να ασκήσει άμεσα έλεγχο στον κάθε διευθύνοντα σύμβουλο. Μπορεί απλά να αποσυρθεί από την πλατφόρμα και αυτό είναι μόνο μια έμμεση δύναμη ελέγχου.

  Λόγω μεγέθους αλλά και φύσης της λειτουργίας τους οι μεγάλες εταιρείες των social media διαχειρίζονται πλέον ένα δημόσιο αγαθό, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με τους τυπικούς εταιρικούς κανόνες.  

Η χαλαρή αυτορρύθμιση δεν αρκεί, όσο κι αν αυτό προκαλεί αντιδράσεις απ’ όσους πιστεύουν στο άναρχο του διαδικτύου. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν πλέον μέρος του διεθνούς συστήματος. Έχουν μεγαλύτερο πληθυσμό από ολόκληρες χώρες αλλά και μεγαλύτερη αξία από το ΑΕΠ πολλών.

  Χωρίς σε καμία περίπτωση να πιστεύω ότι η λύση είναι να επιχειρηθεί να στραγγαλιστεί η ελευθερία του Διαδικτύου, νομίζω ότι έχει έρθει η ώρα για να δημιουργηθούν θεσμοί στο πρότυπο των υπερεθνικών θεσμών οργάνωσης του διεθνούς συστήματος, με βάση κάποιες κοινά αναγνωρισμένες αρχές που θα διασφαλίζουν διαφάνεια και σχετική λογοδοσία. 

 Χρειαζόμαστε ένα «διεθνές δίκαιο του Διαδικτύου» που να εγγυάται βασικά δικαιώματα και να προβλέπει διαδικασίες και κυρώσεις. 

Γνωρίζω φυσικά ότι κανένας μηχανισμός δεν μπορεί να έχει την real time ταχύτητα των εξελίξεων στα social media, αλλά αυτό το γεγονός δεν μπορεί να λειτουργήσει αποθαρρυντικά στο να επιχειρηθεί οποιαδήποτε προσπάθεια. Εξάλλου και οι υπερεθνικοί φορείς και κανόνες δεν δημιουργήθηκαν από τη μια μέρα στην άλλη ούτε διασφάλισαν ότι ζούμε σ έναν ιδανικό κόσμο. Αποτρέπουν όμως σε γενικές γραμμές το να οδηγηθούμε στο απόλυτο χάος μιας παγκόσμιας ζούγκλας. 

Αυτό που συνέβη σήμερα με τον απόλυτα αντιπαθή και κατακριτέο Τραμπ, αύριο θα συμβεί με κάποιον άλλον που...

 

ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ και ΕΘΝΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ: Η μάστιγα της περιττολογίας στις εθνικές επετείους

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΚΟΛΥΡΗ

Στην προ social media εποχή, όσοι έβγαιναν στον δρόμο και άρχιζαν να φωνάζουν ακατάληπτα πράγματα θεωρούνταν μάλλον ότι έχρηζαν κάποιας ειδικής φροντίδας

Οι άνθρωποι μιλούσαν δημοσίως όταν κάποιος τους έδινε τον λόγο και πρωτίστως όταν υπήρχε λόγος γι’ αυτό.  

Το ίδιο ίσχυε, σε έναν βαθμό, και για τους πολιτικούς. Εβγαιναν να κάνουν μια δήλωση όταν είχαν ή όφειλαν κάτι να πουν, κάτι που θεωρούσαν ότι ενδιέφερε τους συμπολίτες τους.   

Αυτό άρχισε να ανατρέπεται με την έλευση του ελευθέρου ραδιοφώνου και της ιδιωτικής τηλεόρασης. Πέρα φυσικά από την πολύτιμη και απαραίτητη για τη σύγχρονη δημοκρατία πολυφωνία, όσο ο χρόνος της δημόσιας σφαίρας που έπρεπε να γεμίσει μεγάλωνε, τόσο η φειδώς άρχισε να αντικαθίσταται από τον πλατειασμό. Και όταν πια έφτασαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ο καθένας μας απέκτησε το δικό του δίαυλο μιας κάποιας μαζικής επικοινωνίας αισθανθήκαμε ότι έπρεπε και να έχουμε κάτι να πούμε. Κάτι έξυπνο, διαφορετικό, ιδιαίτερο, περισπούδαστο. Μια διαφορετική ματιά σε όσα έχουν ειπωθεί, διότι μόνο τότε θα είχε νόημα η παρέμβασή μας.  

Πολλοί θεώρησαν ότι έχοντας το μέσο, όφειλαν να έχουν και το μήνυμα, για να θυμηθώ κι έναν από τους πατέρες της θεωρίας της επικοινωνίας, τον Μαρσάλ ΜακΛούαν. Μόνο που πλέον το ένα δεδομένο (το μέσο) δεν προϋποθέτει απαραιτήτως και το δεύτερο (δηλαδή το μήνυμα). Μπορεί να μην έχεις κάθε φορά κάτι έξυπνο να πεις, βρε αδελφέ. Άνθρωπος είσαι. Δεν είσαι λογισμικό παραγωγής «πιασάρικης διαδικτυακής ατάκας». 

Η διάθεση απφθεγματικότητας γίνεται πιο έντονη στις περιόδους των μεγάλων γεγονότων ειδικά όμως των επετείων. Για παράδειγμα, δεν γίνεται να είναι 28η Οκτωβρίου και να μην έχεις κάτι έξυπνο να πεις. Κάτι που να κλείνει το μάτι στον χρήστη. Αυτή η αγωνία κατατρύχει και ορισμένους πολιτικούς που συχνά εγκλωβίζονται σε ένα είδος γνωμολογίας και καταφεύγουν σε διάφορες αυθαίρετες αναγωγές, αυτοαναφορικές ερμηνείες και αναχρονισμούς. Επιχειρούν να ερμηνεύσουν ατεκμηρίωτα το χθες με βάση το σήμερα και να φέρουν επιλεκτικά στο σήμερα τα γεγονότα του χθες. 

Είναι βεβαίως άκρως γοητευτικό αυτό, καθώς με το ανακάτεμα γεγονότων και ιδίων απόψεων αισθάνεται κάποιος ότι γίνεται μέρος της ιστορίας, μέσω της δικής του προσπάθειας επανασηματοδότησής της. Είναι κατανοητή και η γοητεία και η αγωνία. Ομως δεν είναι πραγματική η ανάγκη να έχουμε διαρκώς κάτι να πούμε. Είναι πλασματική ακόμα και για τους πολιτικούς. 

Δεν αναφέρομαι φυσικά στους θεσμικά υπεύθυνους που εκ της θέσης τους οφείλουν να εκδίδουν, με σεβασμό και συναίσθηση, ένα επετειακό μήνυμα. Αναφέρομαι σε όσους πλανώμενοι πλάνην οικτρά αισθάνονται ότι οφείλουν να κάνουν την τοποθέτησή τους, διότι χωρίς το ποστάρισμα τους στο Facebook ο εορτασμός της επετείου θα είναι ημιτελής. 

Κατ’ αρχάς να τους διαβεβαιώσω, στο μέτρο που επιτρέπεται, ότι η ιστορική μνήμη δεν θα επηρεαστεί καταλυτικά από τη συμβολή τους. Οι ήρωες του 1940 δεν περιμένουν το δικό τους tweet για να υπάρξουν ή να δοξαστούν. Αλλά όσοι επιμένουν...

ΣΥΡΙΖΟΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΙΚΟ: Για όλα φταίει το σανό

Είναι συνηθισμένη ανθρώπινη αντίδραση να μη θέλει κάποιος να αναλάβει την ευθύνη μιας αρνητικής εξέλιξης. Στους δε πολιτικούς οργανισμούς το ζήτημα είναι συνηθέστερο. Η ανάγνωση ενός εκλογικού αποτελέσματος καταλήγει συχνά στις πιο σύνθετες ερμηνείες, όπου η ευθύνη χάνεται στους δαιδαλώδεις συλλογισμούς και όχι στις πιο απλές-προφανείς εξηγήσεις που καταλήγουν να έχουν συγκεκριμένο ονοματεπώνυμο.  


Χαρακτηριστική περίπτωση η προχθεσινή συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ όπου, σύμφωνα με τα όσα διέρρευσαν στον Τύπο αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, να υπάρξει νέα σύνθεση του επικοινωνιακού επιτελείου, ενόψει των εθνικών εκλογών. Πέρα από τα εσωκομματικά μαχαιρώματα, το μπαλάκι της ευθύνης άλλαζε χέρια αλλά κανένας δεν βρέθηκε να το κρατήσει. Λες και ηγεσία δεν σημαίνει πρωτίστως η ύπαρξη της ευθύνης και αυτονόητα η ανάληψή της. 

Δεν συζητώ για μια καντιανή προσέγγιση στην έννοια της ευθύνης. Αλλά για το απλό: «φταίω εγώ», «φταίνε οι επιλογές μου», «φταίει η πολιτική μου».  


Κανένας δεν φέρεται να είπε κάποια τέτοια μαγική φράση. 


Και ποιος ήταν ο αποδιαπομπαίος τράγος;  


Το εύκολο θύμα: η επικοινωνία. Ολοι τα έριξαν στον τρόπο με τον οποίον προβλήθηκε η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ στην κοινωνία.  


Προς Θεού, δεν υπήρχε περίπτωση να φταίει η ίδια η πολιτική, αλλά ο τρόπος που (δεν) την κατανόησαν οι πολίτες. Υποθέτω ότι κάποιοι εκ των συμμετεχόντων σίγουρα σκέφτηκαν, μπορεί και να το είπαν, ότι είμαστε ντουβάρια ως ψηφοφόροι που δεν συνειδητοποιήσαμε το μεγαλείο της ΠΦΑ πολιτικής. Δηλαδή αιτία του αποτελέσματος δεν ήταν η πολιτική εξαπάτηση, αλλά το γεγονός ότι δεν επετεύχθη και επικοινωνιακή εξαπάτηση επί της πολιτικής.  


Δεν φταίνε οι προκλητικοί μποναμάδες πάνω από την κάλπη. 


Δεν φταίει η αλαζονεία της εξουσίας. 


Δεν φταίει η αναποτελεσματικότητα. 


Φταίει που δεν μασήσαμε. Οτι το σανό δεν ήταν επαρκώς επεξεργασμένο για να το καταπιούν οι ψηφοφόροι.  


Αυτή η ανάγνωση του αποτελέσματος είναι ...

ΣΥΡΙΖΟΦΑΣΙΣΤΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Ο μικρός τιμονιέρης

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν έκρυψε ποτέ ότι θαυμάζει τον Μάο Τσε Τουνγκ. Οχι μόνο τώρα, προχθές, στο Αγρίνιο που μνημόνευσε την φράση του: «Σιγά μη λυγίσει ο λαός απέναντι σε αυτούς που παριστάνουν τους λέοντες αλλά δεν είναι τίποτα άλλο από χάρτινες τίγρεις».  


Είναι παλιά η αγάπη του.  Σε μια συνέντευξή του το 2008, τότε «στη νιότη που έδειχνε πως θα γίνονταν άλλος», όπως ίσως έγραφε Βάρναλης, είχε πει ότι θαύμαζε τη «διαχρονική σκέψη του Μάο». Μιλώντας στους Schooligans είχε υπεραμυνθεί την ιστορική μνήμη του κινέζου ηγέτη αρνούμενος τη σημασία αλλά και αμφισβητώντας τα εκατομμύρια νεκρών του καθεστώτος. Εξέφρασε τον θαυμασμό του για την Πολιτιστική Επανάσταση, παρά τα τυραννικά χαρακτηριστικά της. Ανεξάρτητα από τους νεκρούς και την αυταρχικότητα ο Αλέξης Τσίπρας έβλεπε ότι τα κομουνιστικά καθεστώτα είχαν στο «κέντρο της σκέψης τους τον άνθρωπο». 


Τότε, λίγοι έδωσαν σημασία σε αυτή την παραληρηματική πολιτική προσέγγιση, χαρακτηριστική μιας εμμονικής παραδοξότητας. Και ακόμα λιγότεροι στο ότι ένα νέος πολιτικός, μόλις 33 ετών, γοητεύονταν από έναν ιστορικό εγκληματία, ένα στυγνό δικτάτορα που τον είχε ξεπεράσει η εποχή, ακόμα και στη γενέτειρά του, όπου αντιμετωπίζεται ως ιδεολογικός δεινόσαυρος. Ίσως λίγοι έδιναν συνολικά σημασία στον Αλέξη Τσίπρα, τότε, το 2008. Εντελώς λανθασμένα όπως απέδειξε η πορεία. 


Βεβαίως σε αυτή την πορεία άλλαξαν πολλά. Ο πολιτικός, προφητικά –ίσως– δεμένος στην καρέκλα του όπως τον παρουσίαζαν οι Schooligans, δεν έγινε απλώς Πρωθυπουργός, αλλά και ο πιο αγαπημένος Πρωθυπουργός των Αμερικανών, μεταξύ άλλων. 


Μεταλλάχθηκε και αλλοτριώθηκε, όπως επισημαίνουν παλιοί του σύντροφοι. 


Ήθελε από έφηβος να γίνει μεγάλος τιμονιέρης και τελικά, μεγαλώνοντας, βρέθηκε στο κατάστρωμα εφοπλιστικής θαλαμηγού, όπως λένε δηκτικά άσπονδοι εχθροί του. 


Oμως η μεγάλη του αδυναμία δεν χάθηκε. Κράτησε τη ρητορική του παρελθόντος και σε κάθε ευκαιρία θυμίζει τον θαυμασμό του στον Μάο. Το 2016 φέρεται να είχε πει σε δημοσιογράφους κυβερνητικής αποστολής «μεγάλη αναστάτωση, ωραία κατάσταση», αναδεικνύοντας τη διαλυτική πολιτική του αντίληψη. Εξάλλου ο ίδιος έχει αποδείξει ότι πράγματι δεν φοβάται τις μεγάλες αναστατώσεις, ανεξαρτήτως των επιπτώσεων.  


Oμως έχει ενδιαφέρον: Σήμερα, ο Πρωθυπουργός απλώς πουλάει αριστερή τρέλα, ή πραγματικά είναι νοσταλγός του μαοϊσμού;  


Θεωρεί ακόμα τον εαυτό του επαναστάτη και μεγάλο αναμορφωτή ή ξέρει ότι οι μουσειακές αριστερές ατάκες ενεργοποιούν τις νευρικές συνάψεις στον εγκέφαλο των ψηφοφόρων του; 


Τελικά, μήπως πιστεύει ότι...

ΔΙΕΘΝΗ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ - ΕΘΝΙΚΑ ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ: Ο Τσίπρας και η γραφική επανάσταση της γραβάτας


Ηταν πραγματικά αποκαλυπτική για τον τρόπο που σκέφτεται ο πρωθυπουργός η χθεσινή αναφορά του στις γραβάτες. Εν όψει της επίσκεψής του στη Μόσχα ο κ. Τσίπρας έδωσε μια συνέντευξη στην ρωσική τηλεόραση. Μίλησε στην εκπομπή Formula of Power και τον δημοσιογράφο Μιχαήλ Γκουσμάν Gusman για σημαντικά θέματα όπως οι αγωγοί, οι ελληνορωσικές σχέσεις κλπ. Αναφέρθηκε όμως εκτενώς και στις γραβάτες. Είπε μεταξύ άλλων: «Έχω καταφέρει να είμαι ίσως ο μοναδικός ευρωπαίος ηγέτης που έχω μπει στα πιο σημαντικά, αν θέλετε, φόρα και στις πιο σημαντικές έδρες κυβερνήσεων, από το Κρεμλίνο μέχρι τον Λευκό Οίκο, και από το Βατικανό έως τη Ντάουνινγκ Στριτ, και σε όλον τον κόσμο, και στο Πεκίνο και παντού, χωρίς γραβάτα. Συνεπώς, νομίζω ότι αυτή είναι μια κατάκτηση…»  


Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν fake news. Θεωρούσα αδιανόητο ένας πρωθυπουργός να έχει κάνει τέτοια δήλωση και μάλιστα σε ξένο μέσο ενημέρωσης. Κατέφυγα στην ιστοσελίδα primeminister.gr για να επιβεβαιώσω ότι πραγματικά ο πρωθυπουργός μας όχι μόνο είναι χαρούμενος που δεν φοράει γραβάτα, αλλά το θεωρεί και μεγάλο κατόρθωμα. Αισθάνεται υπερήφανος που σε όλες τις Συνόδους Κορυφής είναι εκείνος που ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες το γάλα, σπάζοντας τον ενδυματολογικό κώδικα των ηγετών του δυτικού κόσμου. Που επιμένει με εφηβική εμμονή στην επιλογή της μη γραβάτας, θεωρώντας μάλιστα ότι κάνει μια κάποια επανάσταση.


Βεβαίως, είναι κατανοητή η ανάγκη να υπηρετήσει τους συμβολισμούς της αντικομφορμιστικής Πρώτης Φοράς Αριστεράς. Αλλά αυτό ίσως είχε νόημα πριν το καλοκαίρι του 2015. Τώρα πια όλος ο κόσμος ξέρει. Τα προσχήματα έχουν καταρρεύσει.  


Από την άλλη, με ένα μνημόνιο στην πλάτη του, με τόσες περικοπές και ιδιωτικοποιήσεις για έναν αιώνα, η γραβάτα ίσως είναι το μόνο του «καταφύγιο» σε επίπεδο συμβολισμών. 


Ή και μια προσωπική ανάγκη ψευδαίσθησης ότι δεν έχει αλλοτριωθεί από την εξουσία, ότι η στάση και οι θέσεις του δεν έχουν συνθλιβεί στις μυλόπετρες της πραγματικότητας, ότι βασικά αν και ένοικος του Μαξίμου θωρακισμένος από τις κλούβες των ΜΑΤ, παραμένει ο ίδιος άνθρωπος που έκανε τις καταλήψεις και τις διαδηλώσεις έξω από την γερμανική και την αμερικανική πρεσβεία.  


Με μια στυλιστική αντισυμβατικότητα αμφίβολης αισθητικής προσπαθεί να καλύψει ότι, ενώ εκείνος ήθελε να αλλάξει την Ευρώπη και τον κόσμο, τελικά κατέληξε απλώς να λύσει τον κόμπο της γραβάτας του. 


Μπορεί να μην έγινε ο Τσε της Μεσογείου αλλά καμαρώνει που τουλάχιστον δεν «έγινε πελάτης του Παγώνη».


 Η επανάσταση της γραβάτας δεν είναι απλώς ανέξοδη και ανούσια. Είναι πρωτίστως...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΥΡΙΖΟΑΛΗΤΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Αναζητώντας την κανονικότητα



Εδώ και πολλά χρόνια η πολιτική ορθότητα επέβαλε ένα διευρυμένο πλαίσιο αντίληψης του τι είναι κανονικό και τι όχι. 


Ο όρος «φυσιολογικό» δαιμονοποιήθηκε καθώς η κοινωνία μας επέκτεινε τα όρια της ανοχής της. Εξ ου και κάποια απ’ όσα θεωρούνταν παλαιότερα παρά φύσιν, σήμερα αντιμετωπίζονται ως κατά φύσιν.  


Το «πρέπει» έγινε κόκκινο πανί της ψυχανάλυσης που θέλησε να αντιμετωπίσει τα αποτελέσματα της παλαιότερης καταπίεσης. Κι έτσι το πλαίσιο χαλάρωσε ώστε να χωρά σχεδόν τα πάντα, το ίδιο και το αντίθετό του.  


Αν όμως σε κοινωνικό επίπεδο τα παραπάνω σηματοδοτούν με κάποιον τρόπο την εξέλιξη της κοινωνίας, σε πολιτικό επίπεδο τα πράγματα είναι διαφορετικά. 


Ενας υπουργός βγαίνει και κατηγορεί τον συνάδελφο του ότι στην πραγματικότητα χρημάτισε βουλευτές γειτονικής χώρας και αυτό μοιάζει απλώς ένα ακόμα επεισόδιο στο σίριαλ της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ


Ο Πρωθυπουργός φέρεται πως «έβλεπε τα τρένα με τις κατηγορίες περί εκατομμυρίων να περνούν» στο τραπέζι του Υπουργικού Συμβουλίου και σιωπούσε


Γίνονται δημόσιες αναφορές για μίζες και ξένους χρηματοδότες και αυτό δεν προκαλεί παρά μόνο ένα ανασήκωμα του φρυδιού ή μόνο ένα σχόλιο του στυλ «ο γνωστός Πάνος»


Αλλος υπουργός, συνιστά φυλακίσεις πολιτικών αντιπάλων για να κερδίσει η παράταξή του τις εκλογές και αντιμετωπίζεται ως απλή γραφικότητα που ξεχνιέται σε δύο ημέρες; 


Σε όλο τον κόσμο αγοράζεις εισιτήριο στο μετρό με αναμονή ενός έως τρία άτομα και στην Αθήνα το δέκα θεωρείται συνηθισμένο και λογικό.  


Ο μαθητής με τη ντουντούκα στο γραφείο του υπουργού χαρακτηρίζεται μόνον ως υπερβολή του «ρωμαλέου φοιτητικού κινήματος». 


 Ομως όλο αυτό είναι μια μεγάλη παρανόηση. Μια δηλητηριώδης στρέβλωση. Δεν είναι κανονικότητα.  


Συμβαίνουν αδιανόητα πράγματα, μικρά ή μεγάλα, συμβολικά ή ουσιαστικά και δεν υπάρχει καμία αντίδραση. Μόνο παθητικότητα.  


Ο εθισμός μας στην αντικανονικότητα ξεχειλώνει διαρκώς τα όρια της ανοχής. Μας εξοικειώνει με το τέρας που αρχίσαμε να συνηθίζουμε και το αντιμετωπίζουμε ως τη νέα κανονικότητα.  


Δεν είναι τυχαίο ότι...

ΣΥΡΙΖΟΞΕΦΤΛΑΡΟΣΤΑΛΙΝΑΡΑΔΙΚΟ: Η «Διαύγεια» και ο Λουδοβίκος των Σφακίων



Είναι δυνατόν να είπε στη Βουλή ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας ότι οι δημόσιες διαφανείς-διαδικασίες είναι «κάστρα διαφθοράς που πρέπει να σπάσουν», ή μήπως πρόκειται για fake news;  


Αρνήθηκα να πιστέψω ότι είναι δυνατόν ένα μέλος της κυβέρνησης να πει ουσιαστικά στη Βουλή «αφήστε τις διαδικασίες και τις μπούρδες, υπάρχω εγώ για να διασφαλίσω το δημόσιο συμφέρον».  


Και όμως το είπε, υπαινισσόμενος την κατάργηση του συστήματος «Διαύγεια», τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι «όλα αυτά με τη διαύγεια, τη διαφάνεια, τα δέκα επίπεδα ελέγχου, έχουν φτιάξει κάποιοι ένα κάστρο υποτίθεται διαφάνειας, τιμιότητας, ελέγχου και μέσα τρώνε. Και το έχουν φτιάξει για να μην μπει να φάει κανένας άλλος. Αυτό θα αλλάξει. Αυτή θα είναι η δουλειά της επόμενης τετραετίας». 


Στον πυρήνα της «ρεβιζιονιστικής» λογικής του κ. υπουργού υπάρχει η αντίληψη του«L’état c’est moi», του «Το κράτος είμαι εγώ»:


  Οπως ο Λουδοβίκος ο ΙΔ’ (βασιλιάς Ηλιος) ύψωσε τον θρόνο πάνω από τους νόμους, οι μικροί Λουδοβίκοι του ΣΥΡΙΖΑ πραγματικά πιστεύουν ότι αρκεί η υπογραφή τους για να είναι κάτι νόμιμο και φυσικά αυτομάτως ηθικό.  


Τι σημασία έχουν οι δικλείδες ασφαλείας όταν αυτό που επείγει είναι να φανεί ότι η κυβέρνηση κάνει έργο; Προφανώς σε συζητήσεις καφενείου σημασία έχει μόνο το αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει περιθώριο αναφοράς σε θεσμικά αντίβαρα, μηχανισμούς ελέγχου και εξισορρόπησης. Εξάλλου σε κάποια καφενεία ακούγονται και ατάκες του στυλ «ο Παπαδόπουλος μάς έφτιαξε δρόμους και αρδευτικά έργα». 


Το επιχείρημα του κ. υπουργού μοιάζει να ακολουθεί εκ του παραλλήλου αυτή τη λογική: δεν με νοιάζουν οι «λεπτομέρειες», η δουλίτσα να γίνεται ή έστω να φαίνεται ότι γίνεται.  


Ομως μπορεί μια σύγχρονη – δημοκρατική κυβέρνηση να υποστηρίζει ότι δεν την νοιάζει η θεσμική διαδικασία, η διαφάνεια και εν τέλει ο έλεγχος; 


Φυσικά καλείται και είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει τη γραφειοκρατία, αλλά μπορεί να γυρίζει το ρολόι πίσω από τις αρχές του Διαφωτισμού; 


 Οχι. Γι’ αυτό και ο κ. υπουργός ενώ θεωρητικά μιλά θεσμικά από τη Βουλή, κάνει ουσιαστικά παρέμβαση στη συζήτηση του καφενείου. Κλείνει το μάτι για τα γεφύρια, τους δρόμους και τα αρδευτικά που έρχονται. 


Ωστόσο η μεγαλύτερη (δυστυχώς όχι απόλυτη) διαφάνεια στις δημόσιες δαπάνες και τις αποφάσεις των δημοσίων φορέων αποτελεί κεκτημένη διαδικασία ελέγχου. Διεθνείς μελέτες καλούν την Ελλάδα να «ανοίξει» περισσότερο τις διαδικασίες της, όχι να τις κλείσει.  


Η δημοσιοποίηση είναι από μόνη της μέθοδος μιας κάποιας αποτροπής της διαφθοράς. Δίνει τη δυνατότητα στους πολίτες να μαθαίνουν αυτά που κάποιοι μπορεί να επιθυμούν κρυφά. Προφανώς δεν είναι τέλεια. Προφανώς θέλει βελτιώσεις. Αλλά έτσι μαθαίνουμε για τις κατατμήσεις έργων που γίνονται ώστε να μπορούν ορισμένοι να πάρουν κι αυτοί μέρος της πίτας, άσχετα αν τελικά δεν μπορούν να τα ολοκληρώσουν. Ετσι πληροφορούμαστε για προσλήψεις και χρηματοδοτήσεις φίλων και συγγενών που διαφορετικά θα έμεναν στο σκοτάδι.  


Η αντιμετώπιση ενός συστήματος με προβλήματα στη λογική «πονάει κεφάλι – κόβει κεφάλι», μπορεί να ταίριαζε στον Λουδοβίκο, αλλά όχι στο σήμερα. Και σε κάθε περίπτωση...

ΣΥΡΙΖΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Αυτό το μνημόνιο ήταν «μια κάποια λύσις»



Σταθερό παράπονο κάθε ευρωπαίου αξιωματούχου που έχει ασχοληθεί έστω και για λίγο με την Ελλάδα είναι ότι σχεδόν συστηματικά το πολιτικό μας σύστημα επιλέγει να πιστώνεται τα οφέλη των θετικών ευρωπαϊκών πολιτικών ή χρηματοδοτήσεων, αλλά να χρεώνει κάθε αρνητικό στις Βρυξέλλες. Oταν εγκαινιάζεται μια γέφυρα «είναι αποτέλεσμα των προσπαθειών της κυβέρνησης και του ελληνικού λαού», όταν πρέπει να ανοίξει μια Μονάδα Διαχείρισης Απορριμμάτων «το απαιτούν οι Βρυξέλλες».  


Ομολογουμένως το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό. Ισχύει και για άλλες χώρες, με αποτέλεσμα να προωθείται έτσι ένας ιδιότυπος ευρωχρηματοδοτούμενος αντιευρωπαϊσμός. Ωστόσο στη χώρα μας κορυφώθηκε την εποχή των μνημονίων όπου οι αποφάσεις έγιναν πιο επώδυνες και αφορούσαν οριζόντια την ελληνική κοινωνία. Οι ελληνικές κυβερνήσεις ανακοίνωναν φόρους και περικοπές που επέβαλλε η τρόικα ή οι θεσμοί, ενώ από το εξωτερικό υποστήριζαν ότι τα συγκεκριμένα μέτρα τα επέλεγε και τα επέβαλλε η Αθήνα, και μόνον ο οικονομικός στόχος ορίζονταν εκτός. Φυσικά, ακόμα και αν ίσχυε πλήρως αυτό, η απάντηση Βρυξελλών και Ουάσινγκτον έκρυβε και έναν βαθμό υποκρισίας, καθώς ήταν σαφές ότι τόσο μεγάλα οικονομικά μεγέθη «προσαρμογής» θα προέκυπταν πρωτίστως από περικοπές μισθών, συντάξεων και κοινωνικών επιδομάτων. 


«Ναι, αλλά όχι μόνον από αυτά» απαντούν επίμονα οι ξένοι φίλοι μας, καθώς θυμίζουν ότι η Ελλάδα με μεγαλύτερη ευκολία αύξανε τους φόρους απ’ ό,τι επεδίωκε ουσιαστικές-δομικές μεταρρυθμίσεις που θα έδιναν φτερά στην οικονομική ανάπτυξη. Για αυτό και ήταν μόνιμη επωδός ότι «η Ελλάδα πρέπει να αποκτήσει την ιδιοκτησία του προγράμματος». Δηλαδή, να μην εφαρμόζει αποσπασματικές περικοπές για να περνά τις αξιολογήσεις, αλλά να πιστεύει στην υλοποίηση ενός συνολικού προγράμματος που θα διαμόρφωνε τη μεταμνημονιακή Ελλάδα. Να μην παίζει μόνο με τα νούμερα, αλλά να αλλάζει ουσιαστικά τις αντιλήψεις που έφεραν τη χώρα στο αδιέξοδο. 


Η πραγματικότητα που ζούμε, αλλά και όσα καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις, δείχνουν ότι αυτό δεν συνέβη, αλλά εν πάση περιπτώσει φτάσαμε στο σήμερα.  


Τα μνημόνια τελείωσαν, όπως πανηγυρίζει η κυβέρνηση. Και τώρα, παραφράζοντας τον Καβάφη, «τι θα γένουμε χωρίς μνημόνια. Οι θεσμοί αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις». 


 Και ποιος θα χρεώνεται πλέον τις αντιδημοφιλείς αποφάσεις; Ή μήπως δεν θα υπάρξουν πλέον αντιδημοφιλείς αποφάσεις καθώς θα πορευόμαστε στα εύφορα λιβάδια της ανάπτυξης και της ευημερίας όπου θα ανθίζουν ευρωπουλιές! 


Επειδή τέτοια λιβάδια δεν διαφαίνονται στον ορίζοντα, καλό θα ήταν να κοιταχτούμε με ειλικρίνεια μεταξύ μας. Οι ξένοι έκαναν αυτό που θεωρούσαν καθήκον αλληλεγγύης ή έστω επιλογή δικού τους συμφέροντος (ας το πούμε όπως θέλουμε) και τώρα μένουμε μόνοι μας ξανά, κατ’ επιλογή χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Με δεσμεύσεις διαρκείας, χωρίς όμως χρήματα.  


Η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να υποβαθμίσει τα «υπόλοιπα» που αφήνει το μνημόνιο σε βάθος χρόνου, τα μέτρα και την εποπτεία, αναβαθμίζοντας συμβολικές ενέργειες απόδειξης «οικονομικής εθνικής κυριαρχίας». Και τώρα χωρίς Μνημόνια θα πρέπει να βρεθεί άλλο σημείο πολιτικού καθορισμού, ή ετεροκαθορισμού όπως είχαμε μέχρι σήμερα με το λεγόμενο αντιμνημόνιο. 


Πλέον όμως η χώρα χρειάζεται ένα διαφορετικό αφήγημα για την πορεία της, για το πού πάμε μετά τον μονόδρομο του μνημονίου. Μονόδρομο όπως αναγνωρίσθηκε ακόμα και από τους θιασώτες αντιμνημονιακού «μνημονισμού».  


Το ζήτημα είναι...