"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΑΝΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΑΝΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2024 - ΠΡΟΣΩΠΑ: Απώλειες και μνημοσύνη

Της Μάρως Βασιλειάδου

«Να “διαχειριστώ” το πένθος μου, να μάθω να διαπραγματεύομαι τον πόνο μου, να μου συνταγογραφούν οδηγίες χρήσης, όχι», γράφει ο Γάλλος ψυχαναλυτής Ζαν-Μπερτράν Πονταλίς στο βιβλίο του «Παράθυρα».  

Το πένθος είναι μια εργασία που συντελείται μέσα μας, αλλά εμείς, τα ζωντανά πλάσματα, δεν εξομοιωνόμαστε με τη διαδικασία. Ο πόνος έχει αναπνοές, σωματικές και ψυχικές διακυμάνσεις, έχει αναστεναγμούς, δάκρυα, απρόσμενες στιγμές ηρεμίας και ύστερα πάλι σκοτάδι. Το πένθος δεν βιάζεται, ακόμη κι αν εμείς οι δημοσιογράφοι –και οι σύγχρονες κοινωνίες– βιαζόμαστε να πάμε παρακάτω.

Πρέπει λοιπόν να είμαστε προετοιμασμένοι για τον θάνατο; 

Η εγκυρότητα μιας εφημερίδας μετριέται και από την ετοιμότητά της απέναντι στις απώλειες, αφού μια καλογραμμένη νεκρολογία με πλήρη βιογραφικά στοιχεία και πληροφορίες για τη ζωή του προσώπου που πέθανε οφείλει να δημοσιεύεται σε σύντομο χρόνο.

Στη φετινή χρονιά μετράω τουλάχιστον 50 απώλειες ανθρώπων αξιομνημόνευτων για το έργο και την προσφορά τους στην κοινωνία. Αναρωτιέμαι αν μπορεί να συνηθίσει κανείς την ιδέα μιας κοινοτοπίας του θανάτου, ακόμη κι αν είναι υποχρεωμένος να τον αντιμετωπίσει ως εργασία. Το κάνουν οι γιατροί, οι ιερείς, οι επαγγελματίες των πένθιμων τελετών γιατί οφείλουν να τηρήσουν το πλαίσιο, αναγκαία προϋπόθεση για να εξασφαλιστεί η ψυχή, να απομακρυνθεί ο φόβος μπροστά στο τετελεσμένο και να γίνει η σκέψη και η μνήμη λόγος.

Το δεύτερο μισό του 2024 ήταν ένα σκληρό εξάμηνο με πολλές εκδημίες, και τον Νοέμβριο ειδικά, σχεδόν κάθε μέρα, μια σημαίνουσα προσωπικότητα έφευγε από τη ζωή.  

Κάτι παγώνει μέσα μας όταν αναλογιζόμαστε τις απώλειες σε αριθμούς. Και ίσως αυτό που παρηγορεί τη δημοσιογραφική ανάγκη αποστασιοποίησης είναι η ανάμνηση της προσπάθειας των ομότεχνων κάποιων εκλιπόντων να προσφέρουν έναν ευαίσθητο επικήδειο λόγο.

Δεν θέλω να απαριθμήσω τα ονόματα των «επωνύμων» που «έφυγαν» φέτος, αυτών δηλαδή που μνημονεύονται δημόσια, κι ούτε γνωρίζω εκείνους που οι οικείοι μετρούν την απουσία τους κατ’ ιδίαν. 

Μόνον μια μικρή στιγμή πριν αλλάξει ο χρόνος, ανατρέχω στον πιο σπουδαίο Επιτάφιο –του Περικλή– που εκφωνήθηκε τιμώντας άσημους νεκρούς ενός αρχαίου πολέμου. 

Τελείωνε ως εξής – σε ελεύθερη απόδοση: 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Το άυλον και το νάιλον

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Toυ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Δεν ήξερα ότι οι μεταστάντες συνεχίζουν να βλέπουν ή να διαβάζουν το Ινσταγκραμ, ή το Φέισμπουκ – αλλά φαίνεται πως αυτό μάλλον είναι αλήθεια, αφού ορισμένοι συμπατριώτες («επώνυμοι» και όχι μόνον) αν χάσουνε κάποιον δικό τους, επικοινωνούν μαζί του με αυτόν τον τρόπο – ας πούμε: γράφουν στο Ινσταγκραμ το σπαρακτικό «Μπαμπά μου σε αγαπώ», προφανώς διότι με κάποιον τρόπο γνωρίζουν πως ο θανών θα το διαβάσει. Και αυτό είναι ενθαρρυντικό, διότι πάντα πίστευα πως το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε κάποιον όταν λύονται οι δεσμοί του σώματος, δεν είναι ο θάνατος καθεαυτός, αλλά το ότι δεν θα έχει πια κινητό και δεν θα μπορεί να βλέπει Νέτφλιξ και Φέισμπουκ.

Πώς να αντέξει κανείς την αιωνιότητα χωρίς μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ιδίως αν εν ζωή ήταν εντελώς εθισμένος σε αυτά;

Πώς να βγάλει κανείς τους επόμενους αιώνες χωρίς να έχει ούτε ένα στοιχειώδες τάμπλετ;

Η απόλυτη μοναξιά δεν είναι η μετάβαση στον επουράνιο εισαγγελέα, αλλά το να ξεμείνεις εκεί πάνω χωρίς smart, ή χωρίς φορτιστή. Μιλάμε για απόγνωση. Αλλά φαίνεται πως μερικοί πιστεύουν πως οι εν νεφέλαις αρπαγέντες δικοί τους συνεχίζουνε να χρησιμοποιούν κανονικά τα κινητά, ή κάποια επουράνια κομπιούτερς που είναι σε σύνδεση με τα επίγεια, γι’ αυτό τους στέλνουνε μηνύματα δραματικά, ή μελοδραματικά μέσω Φέισμπουκ. Εκτός κι αν το κάνουνε όχι για να τα διαβάσουνε οι εν τόπω χλοερώ, αλλά οι άλλοι, επί της γης, για να δείξουνε, ναρκισσιστικά, πόσο πολύ αγαπούσαν εκείνους που έφυγαν, ή μάλλον πόσο πονετικοί είναι οι ίδιοι, εφόσον τα μηνύματα τα διαβάζουν μόνον οι ζωντανοί. Κι έτσι ακόμα και οι θανόντες γίνονται κάτι σαν αντικείμενα προς χρήση, μέσα αυτοπροβολής και ιμάντες αποδοχής των ζωντανών, δηλαδή απ’ τους άλλους.

Κυνισμός, θα πείτε.

Ισως. Και πιθανή χρησιμοθηρία στα όρια κάποιου είδους σκύλευσης – διότι, μεγάλε, πώς γίνεται, ας πούμε, να απευθύνεται κανείς στον θανόντα πατέρα του μέσω του Φέισμπουκ, ή του Τουίτερ; Για να διαβάσει το μήνυμα ποιος; Εκτός και αν ο Ελον Μασκ, ή άλλοι ιδιοκτήτες μεγάλων ανάλογων εταιρειών, έχουνε ξεπεράσει το πρόβλημα και έχουνε πετύχει την ηλεκτρονική διασύνδεση με την Κόλαση και τον Παράδεισο. Και εάν ναι, τότε θα πρόκειται για μεγάλη επιτυχία, ο θάνατος θα έχει πλέον απομειωθεί, δεν θα είναι η έσχατη τραγωδία, καθόσον, αφού θα μπορούμε να επικοινωνούμε και από τις αιώνιες μονές, τότε δεν θα υπάρχει κανένα πρόβλημα, ζωής ή θανάτου. Εξάλλου η ίδια η ζωή συνεχίζει να έχει κάποιο σημαντικό νόημα για τον απλό λόγο ότι υπάρχει το κινητό. Χωρίς κινητό καταρρέει το σύμπαν, εξαφανίζεται ή έννοια του προσώπου, δεν υπάρχει τίποτε – οπότε τροποποιείται και η φιλοσοφία του Καμύ περί της αίσθησης του Παραλόγου. Και τι να την κάνεις τη σωτηρία της ψυχής, αν έχεις χάσει το smart σου;

Είναι, δε, απορίας άξιο το πώς υπήρξαν οι άνθρωποι, τόσα τρισ. πληθυσμός, και τόσους αιώνες πριν από εμάς που έζησαν τη ζωή τους χωρίς τάμπλετ, και χωρίς Ινσταγκραμ. Προφανώς πέρασαν μιαν ανούσια ζωή, μοναχική, χωρίς επικοινωνία, χωρίς τηλεαγάπη, και ίσως έφταναν και στον ξεπεσμό να κάνουνε ακόμα και σεξ με τα ίδια τους τα σώματα. Να ακουμπιούνται έστω – ίσως γι’ αυτό και Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, τόλμησε να γράψει προφητικά ότι οι άνθρωποι είναι ανώτεροι από τους αγγέλους γιατί έχουν σώμα. Εν πάση περιπτώσει είχαν κορμί για πολλούς αιώνες, ενώ τώρα που τείνουμε να υπερβούμε το σώμα, και να επικοινωνούμε μέσω κινητής τηλεφωνίας και εικόνας έχουμε φτάσει στην απόλυτη μεταρσίωση, φτάσαμε στο απερινόητο. Ασχέτως αν έλεγε ο Παΐσιος «άλλο το άυλον κι άλλο το νάιλον».

Γράφει λοιπόν στο Ινσταγκραμ μια γυναίκα που έχασε πρόσφατα τον αγαπημένο της πατέρα: «Μπαμπά μου σε αγαπώ». Και το γράφει εκεί για να το διαβάσει ποιος;

 Ισως οι στρατιές των Ασωμάτων συνδρομητών.

Βέβαια υπάρχουνε άνθρωποι που πιστεύουν πως όλα, πλέον, επίγεια και επουράνια, ενυπάρχουνε μέσα στο Ιντερνετ, κι ότι ακόμα και ο Θεός είναι ένας Ινφλουένσερ. Σωστό κι αυτό. (Με μια έννοια). Διότι εδώ, τα πάντα έχουν ανατραπεί – υπάρχει αποχρονοποίηση και απο-εδαφοποίηση, που λένε οι φιλόσοφοι. Δηλαδή κάποτε για να μιλήσει ο πρόεδρος των ΗΠΑ ζωντανά με τον πρόεδρο της Κίνας, έπρεπε να ταξιδέψει ως το Πεκίνο με το Force One. Ενώ τώρα τραβούνε μια τηλεδιάσκεψη και τελειώνει η ιστορία με μηδέν έξοδα για κηροζίνη.

Υπάρχει δηλαδή, πλέον, μια μεταφυσική των κοινωνικών δικτύων;

Ενώ κάποτε ορισμένοι επικοινωνούσαν με τους τεθνεότες με πνευματιστικές συγκεντρώσεις γύρω από τραπεζάκια που κουνιούνταν, τώρα το κάνουνε πιο εύκολα και απευθείας μέσω Ινσταγκραμ;

Είναι το πιο πιθανό – αρκεί να το πιστεύεις, ή , κυρίως, να σε νοιάζει το…

 

ΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΚΤΥΩΣΗ: Πένθος (ψωροφιλότιμων σουργελαράδων) μέσω Instagram


Ε-Ξ-Α-Ι-Ρ-Ε-Τ-Ι-Κ-Ο

ΑΡΘΡΑΡΑ  

Toυ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Πλέον άμα χάσει κάποιος φανατικός των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ένα δικό του πρόσωπο, μητέρα, πατέρα, παιδί, σύζυγο, μπορεί να επικοινωνεί μαζί του και μετά θάνατον, μέσω Instagram ή Facebook. Αλλιώς δεν εξηγείται, αφού βλέπουμε πως μόλις κάποιος, ή κάποια λυθεί από τα δεσμά του σώματος, ο συγγενής, αντί να βιώσει το πένθος του σιωπηρά και μοναχικά, βγάζει τον πόνο του στο Διαδίκτυο, απευθυνόμενος, μάλιστα, προσωπικώς στον μεταστάντα, λες και μπορεί εκείνος να διαβάσει το μήνυμα στο ουράνιο κινητό του.

(Πώς πεθαίνει κανείς χωρίς κινητό; Πώς βγάζεις χωρίς κινητό, χωρίς τάμπλετ, μιαν ολόκληρη αιωνιότητα; Νομίζω αυτό είναι το πιο σημαντικό φιλοσοφικό πρόβλημα της εποχής – ο Πλάτων θα έμενε με την απορία).

Γνωστή infuenser (τι δουλειά κι αυτή) με επηρμένα λοφοειδή προσόντα, μόλις έχασε τη μητέρα της, δεν κάθισε να θρηνήσει μόνη της, βουβά, τη μεγάλη απώλεια, αλλά έσπευσε να τη βγάλει στη διατίμηση και να γράψει διάφορα στο Instagram, μέσω αυτού να της απευθυνθεί προσωπικά στο Υπερπέραν και βέβαια να της πει πόσο σημαντική και καλή μανούλα ήτανε – όταν κάποιος υμνεί δημόσια τον γονέα του (για να το διαβάσουν άλλοι) επαινεί έμμεσα τον εαυτό του, διότι δεν μπορεί παρά το μήλο να έπεσε κάτω απ’ τη μηλιά. Πρόκειται για ναρκισσιστικό αυτο-εγκώμιο. Μαμά, μανούλα, δες τι μεγαλειώδες παιδί γέννησες. (Ετερον εκατέρωθεν, που έλεγε η θεία μου).

Ακόμα και τα πλέον προσωπικά, τα κρύφια και τα άρρητα, ακόμα και ο θρήνος (ας πούμε) κι ο οδυρμός (ως πόζα) βγαίνουνε συνειδητά στη γύρα, απέκτησαν ανταλλακτική αξία και προβάλλονται  θεληματικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σαν εκείνες τις εύθυμες χήρες που οδύρονται, μόνο σε περίπτωση που γύρω τους υπάρχει πολύς κόσμος. Αλλιώς, τι νόημα θα είχε; (Οπως με την υστερία: γνωρίζετε, βέβαια, ότι η υστερία ξεσπάει μόνο όταν υπάρχουν παρόντες τρίτοι).

Ο δημόσιος θρήνος πουλάει πάντα, ιδίως τώρα που μπορείς να έχεις χιλιάδες ακολούθους και ακόμα περισσότερους ευκαιριακούς, ξέμπαρκους αναγνώστες με αδυναμία στις κηδείες.  

Το μοιρολόι, η μακαριά, έχουνε πάντα γκραν σουξέ – οπότε, γιατί κι αυτό να μην το εκμεταλλευτούμε; 

Αν, δε, ο χαμός δεν είναι φυσιολογικός, τότε ακόμα καλύτερα – είναι βασικός όρος στο σινεμά και στην αφήγηση γενικότερα πως  ένας ήσυχος θάνατος του ήρωα είναι αδιάφορος για τον θεατή. Λίγο κόκκινο, λίγο αίμα, ή ένας φόνος, πάντα ευχαριστεί το φιλοθεάμον κοινό – παρά να πεθάνει ο πρωταγωνιστής στο Ιπποκράτειο από κοινή γρίπη, από πέσιμο, ή από το ομοιοκατάληκτό του.

Αυτό έχει γίνει πλέον κατανοητό ακόμα και από μη ειδικούς οπότε βγαίνει ο καθείς κι εμπορεύεται τον πόνο του στο Ιντερνετ – αν όχι με την έννοια του οικονομικού κέρδους (όπως ορισμένοι Influensers) αλλά τουλάχιστον εισπράττει οίκτο, συμπάθεια κι αγάπη.  

Μεγάλη υπόθεση η digital αγάπη. Το like.  

Η πενιχρή δόξα του Διαδικτύου παρηγορεί πλέον κάθε λυσσασμένη καρδιά, κάθε λαβωμένο «εγώ», κάθε έναν που ψάχνει για λίγη αποδοχή. Λίγα ψίχουλα αγάπης σου γυρεύω. Πάσχοντες και μη πάσχοντες αλληλολιβανίζονται γενναιόδωρα κι έτσι κερδίζουμε την κοινωνική συνοχή, την αλληλεγγύη του επώδυνου επαίνου. Διότι ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει ακόμα και χωρίς αγάπη, αλλά δεν μπορεί να ζήσει χωρίς έπαινο – οποιασδήποτε μορφής. Για έναν καλό λόγο ζούμε όλοι μας, ή τουλάχιστον οι περισσότεροι. (Γι’ αυτό  οι κόλακες έχουν παντοτινό σουξέ).

Μια φορά παρουσίαζα με τον Μανόλη Ρασούλη ένα βιβλίο του στην Κατερίνη κι έρχεται μια γηραιά κυρία και μου λέει:

– Εσείς είστε ο κύριος Σκαμπαρδώνης;

– Μάλιστα.

– Α, (μου λέει), έχω ακούσει πολλά καλά λόγια εις βάρος σας.


Πώς μπορεί να ξεχάσει κανείς έναν τέτοιον έπαινο εις βάρος του; 

Διότι απ’ την άλλη, αρνητική διαφήμιση δεν υπάρχει. Και δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκβιάζουν τη συμπάθεια, έστω, ακόμα και την ύβρη, ή, την όποια χθαμαλή αποδοχή, επαιτώντας την στο παγκόσμιο χωριό, χρησιμοποιώντας ακόμα και τα πιο προσωπικά δεδομένα, τα πιο ιδιωτικά, τα πιο ιερά, τα απολύτως τιμαλφή. Ακόμα κι εκείνα που  βιώνει απολύτως μόνος του, όπως τον θρήνο και το βαρύ πένθος για την απώλεια της μητέρας του ή του παιδιού του. (Ο μη γένοιτο).

Κυριαρχεί, πλέον, ένας αφόρητος κυνισμός. Αβάσταχτος κι απάνθρωπος. Ενα είδος λύσσας για λίγη αυτοδιαφήμιση με κάθε τρόπο, κάθε τίμημα. Το οτιδήποτε χρησιμοποιείται με αντάλλαγμα ένα ψωρο-like.  

H ασθένεια, η αναπηρία, το ελάττωμα, ο αλκοολισμός, η διολίσθηση στα ναρκωτικά, η φυλακή, ακόμα και ο θάνατος κοντινού προσώπου μπορούν να πουληθούν ως εμπόρευμα, να γίνουν «ανάρτηση», υλικό δηλαδή προς ανταπόδοση προσοχής, συμπάθειας και αλληλεγγύης. Αρκεί να βαυκαλιστεί, πάση θυσία, ο ναρκισσισμός του διψαλέου για λίγο ενδιαφέρον από άγνωστους τρίτους.

Διότι όταν κάποιος μεταστεί εις Κύριον και ο άλλος δήθεν του απευθύνεται γράφοντας στο Ιντερνετ, δεν πρόκειται για συνοικιακή μεταφυσική, αλλά για από σπόντα απεύθυνση στους ζωντανούς, με επίκεντρο όχι τον θανόντα, βέβαια, αλλά εκείνον που κάνει τη δημοσίευση. (Διαβάστε πόσο θρηνώ. Πόσο ευαίσθητος είμαι. Δοξάστε με). Αυτός μέσω του δημοσιοποιημένου οικτιρμού ζητάει έπαινο για τον εαυτό του και μόνο, χρησιμοποιώντας ωμά και αδίστακτα έναν θανόντα. 

Ολοι και όλα προς χρήση. Κανονική σκύλευση. Εν ψυχρώ εμπόριο και βεβήλωση – ψιλά γράμματα, θα μου πεις. Διότι...

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: Πεθαίνουν άνθρωποι με ιδιότητες

Toυ ΚΩΣΤΑ ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Πένθος είναι οι ώρες που ένας αγαπημένος νεκρός ψάχνει να κλείσει δωμάτιο στο ξενοδοχείο της μνήμης σου. Να κατασταλάξει σε ποιο από όλα  θα μπει για να συνεχίσει να υπάρχει στη ζωή σου  μέχρι να γίνεις κι εσύ ένοικος στο ξενοδοχείο της μνήμης κάποιου άλλου.  

Έτσι πάει, θέλουμε δεν θέλουμε. Όμως αυτό το πέρασμα στην «άλλη πλευρά του χρόνου», δεν είναι ίδιο με καμία άλλη μετάβαση. Είναι ο θρήνος, είναι η βασανιστική απώλεια, είναι οι καθημερινές δραματικές υπενθυμίσεις της απώλειας. Μέσα σε όλη αυτήν την πανδημική καταιγίδα περίπου εκατό άνθρωποι κάθε μέρα, μέχρι λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, τουλάχιστον, είχαν να διαλέξουν τέτοια δωμάτια στα ξενοδοχεία της μνήμης των αγαπημένων τους ανθρώπων. Ένας φαύλος κύκλος θανάτου και ανυπαρξίας, μια αλυσίδα σκληρού πόνου, πόνου που τσακίζει ανελέητα όποιον διαθέτει τον μέσο όρο της ενσυναίσθησης.

Ανακοινωθέντα πάνε κι έρχονται, τόσοι οι νεκροί, τόσα τα νέα κρούσματα, τόσοι οι διασωληνωμένοι -υποψήφιοι δηλαδή νεκροί που μπορεί να τη γλιτώσουν, μπορεί και όχι- τόσοι συνολικά οι νεκροί σε όλη τη χώρα από την έναρξη της πανδημίας, αυτό δήλωσε ο τάδε, το άλλο είπε ο δείνα, πάμε τώρα σε άλλες ειδήσεις. Στο ραδιόφωνο, στο αυτοκίνητο με το ένα μάτι στον μπροστινό και το άλλο στο κινητό στο δίπλα κάθισμα, πάμε για άλλα. Προσπερνάς τον διπλανό οδηγό, προσπερνάς και την είδηση των μαζικών θανάτων και πας κι εσύ για άλλα. Μαζί με όλους τους άλλους, αυτούς που ανήκουν στους τυχερούς της στιγμής, στους τυχερούς που ούτε και οι ίδιοι ξέρουν τη διάρκεια της τύχης τους. Το κόστος της οικονομίας, το κόστος του λιανεμπορίου, το κόστος της πανδημίας, το κόστος της ύφεσης.  

Και το κόστος της εξοικείωσης με τον μαζικό θάνατο; Ποιο είναι;

«Γιατί μόνο τού αγαπημένου το πένθος δεν το ζεις, αλλά το πνίγεις με τον αργό θάνατο στον οποίο εκτίθεσαι συ ο ίδιος»*. Είναι και αυτό θάνατος. Είναι και χιλιάδες άλλα, πρωτόγονα, αρχέγονα, βαθιά όσο και η ύπαρξη ή καταγωγή μας. 

Η πολιτισμική σχέση μιας κοινωνίας με τον θάνατο και τους νεκρούς είναι αυτή που ρυθμίζει και τη σχέση με τη ζωή. Αυτό συμβαίνει σε όλες τις κοινωνίες του κόσμου. Ακόμα και σε μεγάλους πολέμους, οι εχθροπραξίες σταματούν για να θάψουν οι εμπόλεμοι τους νεκρούς τους.  

O νεκρός χάνει τα πάντα, τού μένει ένα όνομα. Παραμένει μια οντότητα που μπορεί να μην αναπνέει αλλά συνεχίζει να ζει με το δικό της τρόπο, μέσα στους άλλους. Δεν είναι ένα τυχαίο κλικ σε ένα ημερήσιο Excel, τυλιγμένο από την αχλύ του μεταθανάτιου κυνισμού της στατιστικής.

Μεγάλη αλήθεια αυτό που είχε πει ο Κίρκεγκορ, ζούμε τη ζωή υποχρεωτικά προς τα μπρος αλλά...

 

ΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ : Αθλούμενοι με τις μνήμες



Στο ζύγι της μνήμης στριμώχνονται τ’ άυλα. Εικόνες, κουβέντες, γέλια και πικρίες, αγωνίες και – επώδυνος κανόνας– εκκρεμότητες προς τους εκλιπόντες. «Οταν πεθάνει κάποιος, πάντα ακολουθεί κάτι σαν κατάπληξη, τόσο δύσκολο είναι να καταλάβουμε την επέλαση του μηδενός και να την αποδεχτούμε» έγραψε ο Φλομπέρ, παγερά αδιάφορος γι’ αυτούς που διαφωνούν. 

Αδιάψευστο. Ο πόνος για τον χαμό λατρεμένων δεν δραπετεύει στιγμή έως ότου ο χρόνος –αυτός αποφασίζει πότε– αρχίζει με το σταγονόμετρο να δρα επουλωτικά. Απόσπασμα από το «Ζώντες και τεθνεώτες» του Κωστή Παπαγιώργη, κομμένο και ραμμένο σε όλους όσοι έχουν θρηνήσει: «Aυτοί που μένουν, ψυχανεμίζονται οδυνηρά τα νεύματα μιας άταφης ζωής που διατρέχει το σπίτι. Οι ξένοι δεν είναι σε θέση να νιώσουν τον αθεώρητο άνθρωπο, ο οποίος επιμένει να ανοίγει και να κλείνει πόρτες και παράθυρα, να κάνει χρήση του τηλεφώνου, να μετακινείται. Μόνον οι οικείοι πικραφουγκράζονται και διακρίνουν γνεψίματα που έχουν αφήσει το αθέατο περίγραμμά τους στην ατμόσφαιρα».

Στο ζύγι της μνήμης με την αναμενόμενη ή ξαφνική απώλεια αγαπημένου προσώπου, όχι όμως οικείου, έπονται ατάκτως συγκρίσεις με άλλα θανατικά. Ηλικίες, ασθένειες, ψυχοφθόρες ταλαιπωρίες, ο καθείς γίνεται αίφνης ληξίαρχος, βάζοντας τις δικές του νοερές σφραγίδες. Αδικο, αβάσταχτο, «ησύχασε», «πλήρης ημερών», «δεν το χωρά ο νους», «δυσαναπλήρωτο κενό», κ.λπ. Ολιγόπιστοι και θρήσκοι συναινούν: «Ας είναι ελαφρύ το χώμα…».

Κι οι ζώντες, μέλλοντες νεκροί, δικαιούχοι μιας θέσης στο ζύγι της μνήμης; 

Στοχαζόμαστε εκ βαθέων, εξ αντανακλάσεως ή για το θεαθήναι, κουβεντιαστά ή βουβά όταν αποχαιρετάμε, με τη στυφή γεύση εκπλήρωσης του χρέους, και την τελεσίδικη αποδοχή του χαμού όταν η σορός αναπαυθεί στη γη. Βέβαιοι ότι ο τεθνεώς θα ζει αιωνίως στην καρδιά μας επιστρέφουμε σπίτι ή στις δουλειές μας, σοφότεροι, μελαγχολικοί, πιο ήπιοι με τους άλλους, όλα τούτα βραχείας διάρκειας βεβαίως. Κατευόδιο σε συνεπή φίλο δεκαετιών.  


Οταν ένας μετρ του σαρκασμού τον προϊδέασε με πειστικό ύφος οδύνης «πόσο λυπάμαι που δεν θα μπορέσω να έρθω στην κηδεία σου» έλαβε αστραπιαία άκρως ανταγωνιστική απάντηση από τον επίσης εκλιπόντα πια φίλο: «Εγώ θα κάνω ό,τι μπορώ για να έρθω στη δική σου».  

Και οι δύο...


ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Θάνατος και πολιτική (κοσμογονία)

 

Του ΘΑΝΑΣΗ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

Πολλοί νόμισαν ότι τον γνώρισα στο Μάτι. Εκεί, όμως, ίσα που προλάβαμε να συστηθούμε. Όσο -ελάχιστα δευτερόλεπτα- διήρκεσε η μετακίνησή μου από το σημείο όπου ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο μου (λίγο πριν αναφλεγεί) μέχρι την εμβύθισή μου στα νερά της Αργυράς Ακτής, οπότε ένιωσα πλέον διασωθείς, έστω και αν το θερμοπυρικό κύμα και οι καιόμενες εκτινασσόμενες ύλες ξύριζαν, μαζί με τη βαθιά κάπνα, την επιφάνεια του νερού.

Τώρα όλα ήταν (είναι) διαφορετικά. Στην αρχή οι ήπιες εκδοχές από τους γιατρούς: 

«Ε, κάνα βασικοκυτταρικό» καρκίνωμα θα είναι. Μετά, το έψαξα και εγώ βέβαια, «στο αυτί οι ακανθοκυτταρικοί είναι συνηθέστεροι»… «Η εικόνα και το ιστορικό του δικού σου σε ακανθοκυτταρικό παραπέμπει»… «Κατά πάσα βεβαιότητα τέτοιος είναι»… «Αυτοί σε ποσοστό περίπου 30% κάνουν μεταστάσεις στους λεμφαδένες»… Κοκ.

Εδώ λοιπόν δεν συστηθήκαμε απλώς. Γνωριστήκαμε -στην πραγματικότητα τώρα γνωριζόμαστε, δεν έχω ακόμη τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές αποτελέσματα βιοψίας- καλά.

Επειδή όμως η επαγγελματική διαστροφή εγκαταλείπει -ίσως μετά και από την ελπίδα- τελευταία τον άνθρωπο, αυτή η εμπειρία, αυτή η «γνωριμία» με ώθησε σε κάποιες πολιτικές σκέψεις. Κυρίως σε σχέση με την πολιτική μετριοπάθεια που πρέπει να διαπνέει τον άνθρωπο… (Όπως ίσως, σε ανάλογη κατάσταση, ένα μοντέλο θα σκεφτόταν τη ματαιότητα του πολύ ακριβού ντυσίματος, του εξεζητημένου μακιγιάζ κλπ…).

Εδώ και αιώνες, αναλογίστηκα -ο Μαρξ δεν υπήρξε παρά ένας σταθμός εν προκειμένω- οι άνθρωποι δημιουργούν κοσμοαναπλαστικές ιδεολογίες. Οι οποίες, εφαρμοζόμενες, θα οδηγήσουν «με βεβαιότητα» στον «καλύτερο δυνατό κόσμο». Κάτι που συχνά κάνει τις κοινωνίες να περιφρονούν ιδεολογίες που αποσκοπούν σε έναν κόσμο κατά το δυνατόν καλύτερο…

Αν, όμως, οι άνθρωποι είχαν ανά πάσα στιγμή συνείδηση πόσο σύντομοι και προσωρινοί είναι επί του κόσμου αυτού, ίσως με περισσότερη σεμνότητα –αλλά και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα- θα επιδίωκαν τις τομές, τις βελτιωτικές πρακτικές, τις ρεαλιστικές ρήξεις, τις επιτεύξιμες αναβαθμίσεις θεσμών και κοινωνικών σχέσεων που θα τους επέτρεπαν να αφήσουν πίσω τους τον κόσμο κρείσσονα και όχι χείρονα, βελτιωμένο μάλλον παρά διχασμένο.

Και αποτελεί ύψιστη υποκρισία εκ μέρους των «κοσμοαναπλαστών» ο ισχυρισμός πως υπηρετούν στόχους που αφορούν τις μελλοντικές γενιές. Τις αμετροεπείς φιλοδοξίες τους υπηρετούν και την αυτοτροφοδοτούμενη διάθεσή τους να τιθασεύσουν διά παντός το μέλλον. «Προς όφελος» των γενεών τις οποίες φυσικά και δεν ερώτησαν εάν έχουν τα ίδια προτάγματα και αν θα έκαναν τις ίδιες επιλογές. 

Στην πραγματικότητα όμως λειτουργούν εις βάρος του ιστορικού μέλλοντος από το οποίο θέλουν να αφαιρέσουν τη δυνατότητα να αυτοδιαμορφώνεται, να αυτοκαθορίζεται, να αυτοαξιολογείται και να αυτοϊεραρχεί τις προτεραιότητες και τις προτιμήσεις του.

Αν όμως οι άνθρωποι μάθουν να βλέπουν τον κόσμο μέσα στον οποίο ζουν με τα μάτια του μελλοθάνατου, τότε...

 

ΑΝΘΡΩΠΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Περί δημόσιου πένθους


Η εμπειρία του δημόσιου πένθους είναι ένα από τα πρόσφατα φαινόμενα που μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα μεταβάλλει τον τρόπο που βιώνουμε την απώλεια. 


Είναι ένα φαινόμενο διεθνές και διαπολιτισμικό, ωστόσο, στη μικροκλίμακα της ατομικής καθημερινότητας, αποκτά γνωρίσματα που καθιστούν την εμπειρία του δημόσιου πένθους νεότευκτη εμπειρία. 


Οι απώλειες δημόσιων προσώπων, δημοφιλών καλλιτεχνών, όπως ο Κώστας Βουτσάς, αγαπητών ποιητών, όπως η Κική Δημουλά ή διεθνών αστέρων του αθλητισμού, όπως ο Κόμπι Μπράιαντ, είναι πρόσφατα παραδείγματα που οριοθετούν μια ευρύτατη ψυχική ενδοχώρα δημόσιας έκφρασης της απώλειας που συντηρείται, καλλιεργείται και περιφρουρείται ως ένα νέο ανθρωπολογικό φαινόμενο.

Ειδικά για τον άνθρωπο των πόλεων, για όλους όσοι είναι ψηφίδες του νεότερου αστικού πολιτισμού, του πολιτιστικού, εκείνου, συστήματος, δηλαδή που εξόρισε τον θάνατο από την τελετουργία της καθημερινότητας, η επιστροφή στο βίωμα του δημόσιου πένθους μέσω των κοινωνικών δικτύων, είναι μία πύλη για την αποϊεροποίηση του γεγονότος του θανάτου. Η εξοικείωση με την απώλεια συμβαίνει μέσα από ένα καθεστώς μαζικής αναπαραγωγής που συντηρεί το γεγονός στη δημοσιότητα έως τη σχεδόν ολική ενσωμάτωσή του.

Ωστόσο, η επικοινωνιακή κατάχρηση του πένθους για δημόσια πρόσωπα συμβαίνει παράλληλα με το φαινόμενο του βιώματος της απώλειας παντελώς αγνώστων μας. Η δημοσιοποίηση του θανάτου τους, με αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα, συνοδευόμενες από φωτογραφίες τους και πληροφορίες για τη ζωή τους, ανατρέπει για πρώτη φορά στην ιστορία τον τρόπο με τον οποίον ο θάνατος εισβάλλει στην καθημερινότητα. Και όσο εντέλει χάνει την ιερότητά του το γεγονός της απώλειας μιας προσωπικότητας από την επικοινωνιακή κατάχρηση, άλλο τόσο κερδίζει σε ιερότητα το γεγονός του θανάτου παντελώς αγνώστων μας, η μορφή των οποίων εμφανίζεται στην οθόνη μας.

Πρόκειται για μια ανατροπή της ιδέας του θανάτου, της πρόσληψης της απώλειας και της διαχείρισης του πένθους σε δημόσιο και ατομικό επίπεδο. 


Είναι μια μετάλλαξη του τρόπου με τον οποίον...

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ο ιός της ζωής

Του ΗΛΙΑ ΜΑΓΚΛΙΝΗ

Προχθές έκανα ένα περίπατο στο A΄ Νεκροταφείο. Στον κεντρικό ναό, τους Αγίους Θεοδώρους, βρισκόταν σε εξέλιξη μια κηδεία. Από μέσα έρχονταν υπόκωφα οι ήχοι των ψαλμών.  


Κοντοστάθηκα μήπως ακούσω το περίφημο «Πού έστιν η του κόσμου προσπάθεια;» από τα νεκρώσιμα ιδιόμελα του Δαμασκηνού, το οποίο με παρηγορεί με μια υπόγεια, παράδοξη ομοιοπαθητική δυναμική. Πολύ γρήγορα, όμως, την προσοχή μου τράβηξε η απρόσμενη, αλλόκοτη ησυχία που επικρατούσε ακόμα και εντός του κοιμητηρίου.  


Κανονικά το Πρώτο, κάτι τέτοια μεσημέρια Δευτέρας, έχει αρκετό θόρυβο και πολυκοσμία. Παρατήρησα τους λεγόμενους φρακοφόρους που μεταφέρουν τα φέρετρα στους ώμους τους: φορούσαν όλοι τους ιατρικές μάσκες, κάθονταν παράμερα, σε απόσταση ο ένας από τον άλλο. Εξω από τον ναό, στέκονταν δυο τρεις άνθρωποι, με μάσκες και αυτοί, που προφανώς είχαν προσέλθει για να τιμήσουν τον νεκρό σε αυτό το ύστατο, άκρως μοναχικό πλέον, ταξίδι του.

Οι γάμοι και οι βαφτίσεις ξέρουμε πως έχουν απαγορευθεί, όχι όμως οι κηδείες (αναπόφευκτα), οι οποίες όμως τελούνται μέσα σε ένα καθεστώς μόνωσης και σιγής. Κάποιοι βρίσκονται μόνοι στη ζωή, τώρα βρίσκονται μόνοι και στον θάνατο.

Οπως η πόλη, εκεί έξω, με τους άδειους δρόμους και τα κλειστά μαγαζιά, μοιάζει να ξεχάστηκε (ή εσύ νιώθεις πως πέρασες σε ένα παράλληλο σύμπαν όπου όλα μοιάζουν οικεία και την ίδια στιγμή έχουν κάτι παράξενα ανοίκειο), έτσι και στην πολιτεία των τεθνεώτων, μολονότι οι τελευταίοι σιγούν και τελούν σε πλήρη ακινησία, η ησυχία που επικρατεί μοιάζει τώρα σα να επιβεβαιώνει την αφόρητη νομοτέλεια της απουσίας. Οχι μόνον της δικής τους απουσίας αλλά της απουσίας ως θεμελιώδους συνιστώσας του ανθρώπινου βίου.

Κάποια στιγμή όμως, προχθές, είδα μια γυναίκα να φροντίζει ένα μνήμα. Την είδα από απόσταση, διασχίζοντας τον γνωστό κεντρικό διάδρομο που οδηγεί από την κεντρική πύλη στον ναό του Αγίου Λαζάρου, μια γυναίκα μόνη της να φροντίζει άνθη, καντήλια και μάρμαρα. Ηταν η μοναδική που πέτυχα μέσα στα σωθικά του κοιμητηρίου να επιδίδεται σε αυτή τη μάταιη, πλην όμως, παραμυθητική διεργασία, ή μάλλον απέλπιδα απόπειρα επαφής με το επέκεινα. Υποθέτω άλλοι συγγενείς απέχουν για τη δική τους προστασία. Οπως τα καταστήματα παραμένουν κλειστά και σκοτεινά στον καιρό της πανδημίας, έτσι και οι μακάριοι τεθνεώτες αφήνονται να χορταριάσουν με μόνη γλυκιά συντροφιά τις γάτες του νεκροταφείου.
 

Δεν είχα σκεφθεί ότι...