"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΕΜΠΕΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΕΜΠΕΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Διδάγματα από το βρετανικό αδιέξοδο

Καθηγητής της Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Anatol Rapoport στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν (ΗΠΑ).



Το Κοινοβούλιο της Μεγάλης Βρετανίας καταψήφισε οκτώ πολύ διαφορετικές προτάσεις, εκτός των τριών φορών που καταψήφισε τα σχέδια για έξοδο που πρότεινε η κυβέρνηση της κυρίας Μέι. 


Μπορεί κάποιος ν’ αντιτάξει ότι αυτές οι προτάσεις ήταν «δοκιμαστικές» για να διαπιστωθούν οι διαθέσεις του Κοινοβουλίου. Ακόμα κι έτσι, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα αδιέξοδο κολοσσιαίων διαστάσεων, όπου τίποτα δεν φαίνεται να γίνεται αποδεκτό.(...)


Ενα πρώτο μάθημα που βγαίνει απ’ όλο αυτό το αδιέξοδο είναι ότι ένας λαός δεν πρέπει να αποφασίζει χωρίς να γνωρίζει τις συνέπειες των αποφάσεών του – όπως τι θα συμβεί αν ψηφίσει ν’ αποχωρήσει από την ΕΕ χωρίς να ξέρει τους συγκεκριμένους όρους (αυτό θα ήταν και ένα μάθημα για εμάς, για να αποφεύγαμε τα καταστρεπτικά αποτελέσματα που θ’ αντιμετωπίζαμε χωρίς κωλοτούμπες μετά από δημοψήφισμα).


Ωστόσο, υπάρχουν και άλλα πιο χρήσιμα διδάγματα από τα παθήματα της συμμάχου χώρας.  


Φανταστείτε αν το Κοινοβούλιο ψήφιζε τις διαφορετικές προτάσεις, όχι μια-μια υπέρ ή κατά, αλλά όλες μαζί, και ο κάθε βουλευτής υπερψήφιζε από τις οκτώ προτάσεις εκείνες που θεωρούσε αποδεκτές. Τότε, αντί να έχουμε οκτώ απορριφθείσες προτάσεις, θα είχαμε πολλές προτάσεις με υποστήριξη από την πλειοψηφία. Αυτό το εκλογικό σύστημα λέγεται «approval voting». 


Ή φανταστείτε ότι πάλι όλες οι προτάσεις ήταν ταυτόχρονα σε αποτίμηση και ο κάθε βουλευτής τις αξιολογούσε κατά σειρά: προτιμώ την #6 πρώτη, την #4 δεύτερη και ούτω καθεξής. Αν το εκλογικό σύστημα εξάλειφε την πρόταση με τους λιγότερους οπαδούς και πρόσθετε τις δεύτερες επιλογές τους στις υπόλοιπες 7 προτάσεις, και συνέχιζε με την ίδια διαδικασία ώσπου κάποια πρόταση συγκέντρωνε την πλειοψηφία, πάλι θα είχαμε ένα ευρέως αποδεκτό αποτέλεσμα αντί για αδιέξοδο. Αυτό το εκλογικό σύστημα λέγεται «transferable voting» και χρησιμοποιείται σε χώρες όπως η Ιρλανδία και η Μάλτα.


Εδώ στην Ελλάδα έχουμε χρησιμοποιήσει τέτοια εκλογικά συστήματα για πολιτικές επιλογές. Το εκλογικό σύστημα για εκλογή Γερουσιαστών στην αρχαία Σπάρτη ήταν approval voting. Ο τρόπος που εφαρμοζόταν ήταν η επιλογή διά βοής: Επαιρναν σε διαφορετικό χώρο μια ομάδα κριτών, οι οποίοι έπρεπε να διαγνώσουν ποιος υποψήφιος είχε τη μεγαλύτερη διά βοής υποστήριξη. Ο υποψήφιος με τις περισσότερες ψήφους της εφορευτικής επιτροπής εκλέγετο Γερουσιαστής. Επίσης, το εκλογικό σύστημα των σφαιριδίων (για εθνικές εκλογές μετά τον Οθωνα και πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο) ήταν approval voting. Ο κάθε ψηφοφόρος έριχνε ένα λευκό ή ένα μαύρο σφαιρίδιο στην κάλπη του κάθε υποψηφίου και ο υποψήφιος με τα περισσότερα λευκά σφαιρίδια εκλεγόταν βουλευτής (αντίθετα, εκείνοι που έχαναν «έτρωγαν μαύρο»).


Η βασική διαφορά ανάμεσα στο εκλογικό σύστημα του βρετανικού Κοινοβουλίου και στα συστήματα που περιγράφω εδώ είναι ότι το Κοινοβούλιο ψήφισε υπέρ ή κατά για την κάθε πρόταση ξεχωριστά, και αυτό τους οδήγησε στο αδιέξοδο (στην καταψήφιση όλων των προτάσεων).  


Στα συστήματα που προτείνω ο κάθε ψηφοφόρος έχει πολλαπλές ψήφους και τοποθετείται σε όλα τα θέματα είτε κατά σειρά (approval voting), είτε κατά προτεραιότητα (transferable voting).


Αυτοί οι δύο τρόποι ψηφοφορίας αλλάζουν ουσιαστικά τη λογική της επιλογής.  


Αντί να δημιουργούν ομαδοποιήσεις όπου οι ψηφοφόροι πολώνονται σε «οπαδούς» και «εχθρούς» του κάθε κόμματος ή της κάθε λύσης, γίνονται σκεπτόμενοι κριτές που επιλέγουν αποδεκτά κόμματα ή λύσεις, ώστε να υπάρχει και κοινωνική επιλογή (αντί για αδιέξοδα) και αυτή η επιλογή να έχει ευρεία αποδοχή (αντί για αποφθέγματα όπως, για παράδειγμα, «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας»).


Αυτά τα εκλογικά συστήματα είναι γνωστά από τον καιρό του Κοντορσέ (18ος αι.) και για εμάς από την αρχαία Σπάρτη


Ας ελπίσουμε ότι ο παραλογισμός της κατάστασης στη Μεγάλη Βρετανία θα μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είναι οι πολίτες που στερούνται λογικής, αλλά οι θεσμοί που στη σημερινή τους μορφή προάγουν παράλογα αποτελέσματα, όπου η πλειοψηφία του Κοινοβουλίου από τη μια μεριά απορρίπτει αποφασιστικά τις κυβερνητικές προτάσεις και ψηφίζει να αναλάβει την πρωτοβουλία και από την άλλη δεν μπορεί να συμφωνήσει σε τίποτα. Είναι ένα υπόδειγμα αδυναμίας της πλειοψηφίας να υιοθετήσει λύσεις (μια διαπίστωση για την οποία ο Κένεθ Αροου κέρδισε το βραβείο Νομπέλ Οικονομίας το 1972). Διαφορετικοί θεσμοί, λοιπόν, θα οδηγούσαν σε άλλα αποτελέσματα.


Πριν από 6 χρόνια (2013) ζητούσα ν’ αλλάξουμε το εκλογικό μας σύστημα και να δώσουμε «τρεις ψήφους στον λαό» , να υιοθετήσουμε δηλαδή ένα εκλογικό σύστημα approval voting.  


Πριν από τρία χρόνια (2016) δύο οικονομολόγοι που κέρδισαν διαφορετικά Νομπέλ Οικονομίας έγραφαν στους «Times» της Νέας Υόρκης ότι ένα εκλογικό σύστημα transferable voting θα μας είχε σώσει από τον Τραμπ


Τώρα βλέπουμε σε πραγματικό χρόνο να ξετυλίγεται ο παραλογισμός του βρετανικού συστήματος, όταν αντιμετωπίζει πολλαπλές λύσεις χωρίς συμπαγείς πλειοψηφίες. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα χρειαστούμε πολλά ακόμα παραδείγματα.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Σύνταγμα κι ευημερία

EΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Καθηγητή της Πολιτικής Επιστήμης, κατόχου της έδρας Anatol Rapoport στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν (ΗΠΑ).

Καθώς σε λίγες εβδομάδες λήγει η υποχρεωτική πενταετής αδράνεια από προηγούμενη συνταγματική αναθεώρηση, η συζήτηση για το Σύνταγμα αναμένεται να φουντώσει. Μερικά κρίσιμα συγκριτικά στοιχεία μπορεί να βοηθήσουν την ανταλλαγή επιχειρημάτων. Και να επιβεβαιωθεί ότι, και σε αυτό το πεδίο, η λαϊκή σοφία «τα πολλά λόγια είναι φτώχεια» είναι στην κυριολεξία της ορθή.

Για το πόσο κατά μέσον όρο πρέπει να διαρκεί η ζωή των Συνταγμάτων, υποστηρίζονται δύο απόψεις. 

Σύμφωνα με την πρώτη, τα μακρόβια Συντάγματα είναι καλύτερα, γιατί αυτό που προέχει είναι η συνταγματική σταθερότητα. Κατ’ εξοχήν παράδειγμα εν προκειμένω είναι το αμερικανικό Σύνταγμα. 

Σύμφωνα με τη δεύτερη, οι σημερινοί άνθρωποι δεν πρέπει να ζουν με Συντάγματα που συνέταξαν πεθαμένοι. Το παράδειγμα αυτής της άποψης είναι η Γαλλία, που έχει αλλάξει 13 Συντάγματα από το 1789. Το σχετικό ανέκδοτο αναφέρει ότι είναι δύσκολο να βρεις το γαλλικό Σύνταγμα εκεί όπου δεν έχουν περιοδικά! 

Ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα, το μέσο Σύνταγμα (σε όλες τις χώρες του κόσμου) έχει διάρκεια ζωής περίπου 19 χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι, στατιστικά τουλάχιστον, ήρθε η ώρα να αλλάξει το ισχύον Σύνταγμα της Ελλάδας.
 
Ομως, το σημαντικότερο είναι ότι μια συζήτηση για το Σύνταγμα χωρίς τέλος θα μας αποπροσανατόλιζε από το καίριο: ότι η τήρηση του Συντάγματος και των νόμων και όχι η συζήτηση γι’ αυτά είναι το πρώτο πρόβλημα της σημερινής Ελλάδας

Η παράμετρος στην οποία υστερούμε διεθνώς είναι το μέγεθος του Συντάγματος. Λίγα συγκριτικά στοιχεία αρκούν για να διαφωτισθεί ο αναγνώστης: 

Ας αρχίσουμε από τα άκρα: το αμερικανικό Σύνταγμα έχει 4.500 λέξεις και το ινδικό 78.000. Το πρώτο έχει εξαιρετική μακροζωία, ενώ το δεύτερο αλλάζει πάρα πολύ συχνά. Αλλά αυτές είναι ακραίες περιπτώσεις.

Ιδού μερικά συμπεράσματα που προκύπτουν από τη συγκριτική ανάλυση του μήκους των Συνταγμάτων. Τα Συντάγματα δημοκρατικών χωρών είναι μακρύτερα από τα Συντάγματα δικτατοριών. Οι προεδρικές δημοκρατίες και τα ομοσπονδιακά κράτη έχουν μεγαλύτερα Συντάγματα, προφανώς διότι ρυθμίζουν πιο λεπτομερειακά τις σχέσεις των εξουσιών. 

Ας περάσουμε τώρα στα καθ’ ημάς: Το δημοσιευόμενο γράφημα απεικονίζει τη σχέση ανάμεσα στο μέγεθος του Συντάγματος και το κατά κεφαλήν εθνικό προϊόν των κρατών–μελών της Ε.Ε. πριν από τη διεύρυνση του 2003, πλην του Λουξεμβούργου που έχει εξαιρετικά υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα και της Μεγάλης Βρετανίας, που δεν έχει τυπικό Σύνταγμα. Οι δύο αυτές χώρες, σημειωτέον, αν συνυπολογίζονταν, θα καθιστούσαν ακόμη ισχυρότερους τους συσχετισμούς που θα δείξουμε.

Το Σύνταγμά μας είναι ιδιαίτερα μακροσκελές σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά. Είναι πολύ κοντά στα Συντάγματα της Πορτογαλίας και της Αυστρίας και απέχει πολύ από το γαλλικό, το ιταλικό, το φινλανδικό, το σουηδικό, το δανικό και άλλα. Ακόμη και η Ομοσπονδιακή Γερμανία, η Ισπανία και η Ελβετία έχουν σημαντικά μικρότερα Συντάγματα από το δικό μας.

Πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι το μήκος του Συντάγματος στις ευρωπαϊκές χώρες είναι αντιστρόφως ανάλογο του κατά κεφαλήν εισοδήματος. Η ίδια αντιστροφή προκύπτει αν λάβουμε υπ’ όψιν και όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ.

Μπορεί όμως η σύνδεση Συντάγματος και εθνικού εισοδήματος να είναι σχέση αιτίου και αιτιατού; 

Αν πιστέψουμε τους αυτοαναγγελλόμενους ως υποψήφιους συντάκτες του (νέου;) Συντάγματος από τη συμπολίτευση και την αντιπολίτευση, αυτό που προέχει είναι το τι λέει το Σύνταγμα (ασχέτως του γεγονότος ότι δεν συμφωνούν στο τι πρέπει να λέει) και όχι το πόσο μεγάλο είναι. Κανένας τους, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει μιλήσει για τον ελέφαντα που έχουμε μέσα στο σπίτι μας (εξαίρεση, ο Πάσχος Μανδραβέλης στην «Καθημερινή» 6/3/11). Και επειδή αυτή η άποψη φαίνεται λογική, μπορεί να μας οδηγήσει σε ατέρμονες συζητήσεις όχι μόνο περί του ιδανικού εκλογικού νόμου, περί δεύτερης Βουλής, περί άμεσης εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλά και περί δημόσιας ή ιδιωτικής εκπαίδευσης, περί δασών, περί μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και ποιος ξέρει πόσα θέματα ακόμη, μιας και κανείς δεν νοιάζεται για το πόσο μελάνι θα χυθεί και για ποιον λόγο.

Ας το σκεφτούμε όμως λίγο περισσότερο