"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΜΟΥΣΙΚΗ - ΠΑΡΑΔΟΣΗ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η ιστορική διάλεξη του Μάνου Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο

 


Του Βασίλη Σ. Κανέλλη


 Στις 31 Ιανουαρίου 1949 ο Μάνος Χατζιδάκις δίνει μια διάλεξη στο Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» που έμεινε στην ιστορία. Κι αυτό έγινε γιατί ο τεράστιος Μάνος έκανε μια ανάλυση για το ρεμπέτικο τραγούδι, δείχνοντας το θαυμασμό του για το είδος αυτό. Για την ιστορία το Θέατρο Τέχνης στεγαζόταν τότε στο Θέατρον Αλίκης στην Πλατεία Καρύτση. Τίτλος της ιστορικής διάλεξης «Ερμηνεία και Θέσις του Σύγχρονου Λαϊκού Τραγουδιού»

Κι έμεινε στην ιστορία γιατί ένας νεαρός τότε συνθέτης, όχι ο σπουδαίος Μάνος που γνωρίσαμε λίγα χρόνια μετά, τόλμησε να κάνει ανάλυση για το ρεμπέτικο σε μια εποχή εξαιρετικά δύσκολη και επικίνδυνη.

Ηταν μια εποχή όπου το ρεμπέτικο τραγούδι έβρισκε έκφραση στις λαϊκές γειτονιές, έβρισκε φανατικούς θαυμαστές και συνθέτες όπως ο Βασίλης Τσιτσάνης έβαζαν τα θεμέλια για να ριζώσει το συγκεκριμένο είδος στην ελληνική κοινωνία, αμέσως μετά τον Εμφύλιο.

Η αστυνομία κυνηγούσε τους ρεμπέτες ανηλεώς, η αστική τάξη το περιφρονούσε, όμως, το δράμα μιας ολόκληρης μετεμφυλιοπολεμικής και μεταπολεμικής κοινωνίας εκφραζόταν μέσα από τους αμανέδες, κι όχι μόνο, που είχαν τις ρίζες τους στη Μικρά Ασία.

Κι έρχεται ο Μάνος Χατζιδάκις να δώσει αυτή τη διάλεξη, να βάλει το ρεμπέτικο στην καρδιά της ελληνικής μουσικής. Να αναδείξει τη σχέση του με τη βυζαντινή μουσική, να παρουσιάσει στο κοινό τον Τσιτσάνη, τον μεγάλο Μάρκο Βαμβακάρη, την σπουδαία Σωτηρία Μπέλλου.

Η αθηναϊκή κοινωνία μένει έκπληκτη από αυτή τη διάλεξη. Ποιος θα περίμενε ότι το… απαγορευμένο είδος του ρεμπέτικου θα έβρισκε έναν φανατικό φίλο ο οποίος θα είχε το θάρρος να το παρουσιάσει. Ο Μάνος Χατζιδάκις δέχεται ακόμη και απειλές. Τον ειδοποιούν ακόμη και να προσέχει στους δρόμους του Παγκρατίου όπου και ζει.

Πως ήταν δυνατόν ένας 24χρονος να αποθεώσει τα τραγούδια των αλητών;

Η διάλεξη… χάθηκε. Και για πρώτη φορά φέρεται να δημοσιεύτηκε το 2002.

Ενδιαφέρουσα η άποψη του μεγάλου Ηλία Πετρόπουλου για τη διάλεξη αυτή.

Στο ντοκιμαντέρ της Victory Media, με τίτλο Η Ιστορία του Ρεμπέτικου (2006) σε επιμέλεια Κώστα Φέρρη, ακούγεται να λέει:


«Εγώ κυνήγησα φοβερά τη διάλεξη του Χατζιδάκι (σ.σ. εννοεί πως έψαχνε να την βρει). Λοιπόν ο Χατζιδάκις μου είπε… «την έδωσα»… στου Φλόκα μου το είπε αυτό… «την έδωσα και μου τη φυλάει ο Φοίβος ο Ανωγειανάκης». Ερωτάω το Φοίβο μου λέει… «ποτέ δεν μου την έδωσε, την έχει αυτός». Εν πάση περιπτώσει έγινε αυτή η διελκυστίνδα… υποψιάζομαι ότι η διάλεξη είναι μάπα και δεν θέλουν να μου την δώσουν. Όταν βγαίνει το ’49 η Δημιουργία (σ.σ. πρόκειται για το περιοδικό Ελληνική Δημιουργία που διηύθυνε ο Σπύρος Μελάς) συμβαίνει το εξής αλλόκοτο. Η Δημιουργία βρίζει τον Χατζιδάκι… αυτός ο νεαρούλης… των αλητών τα τραγούδια… η διάλεξη… και για να γίνει πειστική η Ελληνική Δημιουργία παραθέτει αποσπάσματα. Είναι αρκετά μεγάλα τα αποσπάσματα, αλλά δεν σου δίνουν τη γενική εικόνα της διάλεξης. Ποιος ήταν ο άξονας της διάλεξης. Το άρθρο αυτό, το αντι-χατζιδακικό, είναι στολισμένο με σχέδια του Μίνου Αργυράκη, τα οποία σχέδια είναι υπέρ του Μάνου Χατζιδάκι! Αυτά τα τρελά, που μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν!».

Αναφορικά με τη διάλεξη του Μάνου, θα έλεγε κανείς, σύμφωνα και με τους αναλυτές, ότι ο Χατζιδάκις δεν μιλούσε περισσότερο για τα λεγόμενα «σκληρά» ρεμπέτικα, τα «χασικλίδικια», αλλά τα πιο… λαϊκά που μιλούσαν περισσότερο για την αγάπη, τον έρωτα, την ξενιτιά. Τραγούδια περισσότερο γνωστά σε σχέση με το πειραιώτικο ρεμπέτικο τραγούδι, με τα άσματα των τεκέδων.

Σε κάθε περίπτωση τα όσα είπε ένας 24χρονος, ο οποίος για άλλη μια φορά έσπασε τα ταμπού της εποχής έχουν μεγάλη σημασία. 

Ειδικά από τη στιγμή που ο Μάνος Χατζιδάκις δεν άνηκε στο χώρο της Αριστεράς, ήταν Δεξιός, που είχε πάρει θέση υπέρ του Εθνικού Στρατού στον Εμφύλιο, αλλά που τολμούσε να ασχοληθεί με ένα είδος τραγουδιού που ήταν μισητό στην τάξη του.

 
Ας διαβάσουμε τη διάλεξη:
 

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το ρεμπέτικο λιτανεύεται



Tου Γιώργου Σκαμπαρδώνη
 

Μέσα στην καταχνιά των ημερών, ίσως δεν είναι ακαλαίσθητο να το ρίξουμε και λίγο έξω, να χαμογελάσουμε ενθυμούμενοι τις σχέσεις του ρεμπέτικου με την Εκκλησία, κάτι που μάλλον πρέπει να το δούμε σαν χαρίεν παίγνιο και όχι σαν απόπειρα προσβολής των Ιερών Μυστηρίων.  

Με την προϋπόθεση αυτής της συγκατάβασης, λοιπόν, να θυμηθούμε τον Τσιτσάνη που, υποφέροντας από την έλλειψη στοιχειωδών το κατοχικό καλοκαίρι του 1942 και όντας στη Θεσσαλονίκη από το 1937, αποφασίζει να κάνει μια περιοδεία στα χωριά της Χαλκιδικής. Στην επαρχία τότε δεν είχαν έλλειψη τροφίμων όπως τα αστικά κέντρα και ο συνθέτης αναζήτησε εκεί τη σωτηρία του. Πήγε λοιπόν να παίξει στο κεφαλοχώρι Αγιος Μάμας, όπου ακόμα γίνεται κάθε χρόνο μεγάλη πανήγυρις, κι όπου τον ακολούθησε ένας πλούσιος οπαδός του απ' την Καβάλα, που ήταν και απόφοιτος χασικλής. Αυτός λοιπόν αφηγήθηκε στον Τσιτσάνη πώς πήγε και «την ήπιε» μέσα στην εκκλησιά του χωριού, όπου νόμισε, μέσα στη μαστούρα του, πως κατέβηκε ο αρχάγγελος και του ζήτησε κι εκείνος μια ρουφηξιά. Ο συνθέτης αυτή την ιδέα, επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη, την έκανε τραγούδι, το «Η λιτανεία του μόρτη», χασάπικο στην πρώτη εκδοχή και λίγο αργότερα ζεϊμπέκικο με τίτλο «Η λιτανεία του μάγκα». Θυμίζω τους στίχους:

«Σαν χριστιανός ορθόδοξος σ' αυτή την κοινωνία
Εβάλθηκα, ρε μάγκες μου, να κάνω λιτανεία
Εμάζεψα τα σέα μου κι ένα κομμάτι μαύρο
Και ξεκινώ, ρε μάγκες μου, να πάω στον Αγιο Μάμο
Κι εκεί μέσα στης εκκλησιάς τις αψηλές καμάρες
Ανάψαμε τις ντουμανιές σαν να 'τανε λαμπάδες».


Και τα λοιπά - ώσπου στο τέλος:
«Να σου και ο αρχάγγελος με μια μεγάλη φούρια
Απ' τα ντουμάνια τα πολλά τον έπιασε η μαστούρα
Ακου μου λέει, χριστιανέ, δεν είναι αμαρτία
Που μπήκες μες στην εκκλησιά να κάνεις λιτανεία».

 

Το τραγούδι πιθανώς πρωτογράφτηκε στις αρχές του 1943 - και δεν ξέρουμε αν η ιστορία με τον Καβαλιώτη και τα σχετικά είναι αστικός μύθος, επινοημένος ή όχι. Τι σημασία έχει; Πάντως το άσμα ήταν απαγορευμένο επί χρόνια, δεν είχε φωνογραφηθεί, ως χασικλίδικο, αλλά παιζόταν στις ταβέρνες. 

Ο Τσιτσάνης είναι γνωστό ότι παντρεύτηκε τη Ζωή Σαμαρά τον Σεπτέμβριο του 1943 στην εκκλησία του Αϊ-Λευτέρη στη Θεσσαλονίκη και, μέχρι να πεθάνει (1984), κάθε Σεπτέμβριο έστελνε χρήματα στον ιερέα του ναού του Αγίου Ελευθερίου εις μνήμην της ημέρας του γάμου του - αυτά για όσους τον θεωρήσουν βέβηλο εξαιτίας του τραγουδιού που έγραψε.

Τη «Λιτανεία του μάγκα» την ηχογραφεί πρώτος ο Απόστολος Νικολαΐδης το 1975 στην Αμερική, με κάπως αλλαγμένους στίχους, ενώ επίσημα τη φωνογραφεί ο Τσιτσάνης το 1983 και την εντάσσει στον μεγάλο δίσκο του «Λιτανεία» που βγήκε από τη μικρή εταιρεία Τζίνα. Του συγκεκριμένου τραγουδιού όμως προϋπάρχει (ή έπεται;) το εξαίρετο επίσης ρεμπέτικο «Η προσευχή του μάγκα», ή αλλιώς «Θεέ μου, μεγαλοδύναμε» που είναι αδέσποτο, αγνώστου συνθέτη. Η αλληλεπίδραση είναι φανερή, αλλά δύσκολα εγγυάται κανείς αν γράφτηκε πριν ή μετά την «Λιτανεία του μάγκα», πάντως είναι γραμμένο σε ρυθμό τσάμικου και είναι ίδιας θεματογραφίας και ύφους, δηλαδή με προφανώς χιουμοριστική διάθεση, και συνεχίζει να παίζεται συχνότατα και με τη δέουσα ευλάβεια στα σχετικά μαγαζιά:

«Θεέ μου μεγαλοδύναμε, πού 'σαι ψηλά εκεί πάνω
Ρίξε λιγάκι τουμπεκί, Θεούλη μου, στον αργκιλέ μου απάνω
Μπήκαμε μες στης εκκλησιάς τις στρογγυλές καμάρες
Κι αρχίσαμε τις λουλαδιές σαν να 'τανε λαμπάδες
Μπρος στον Αγιο-Σπυρίδωνα με τ' άσπρα του τα γένια
Τραβάω μια ντουμανιά, ξεραίνεται στα γέλια
Κι όταν ανάψει ο αργκιλές και 'ρθούμε στο ντουμάνι
Στείλε όλους του αγγέλους, Θεούλη μου, να πουν το νάνι νάνι».

 

Είναι φανερό πως η βασική έμπνευση προκύπτει από τη θρησκευτική κατάνυξη, η οποία συνδέεται (υπάρχει και η ειρωνική λέξη «κρασοκατάνυξη») παιγνιωδώς με την τούφα, δηλαδή με την καταλαγή-καταβύθιση στην οποία περιέρχεται ο χρήστης.

Αργότερα, ο Στέφανος Κιουπρούλης ή Χοντρονάκος (Μικρασία 1926 - 1998 Θεσσαλονίκη), ένας ρεμπέτης, συνθέτης και στιχουργός, αθυρόστομος, απολαυστικά προπετής, που συνεργάστηκε παλιότερα με τον Τσιτσάνη, τον Παπαϊωάννου (ο οποίος ήταν πρωτοξάδερφος του Χοντρονάκου), τον Μπέμπη, τον Χιώτη, τον Μπίνη, τον Καλδάρα και άλλους, πήγε το θέμα λίγο παραπέρα, το έκανε πιο μεταφυσικό γράφοντας ένα σκωπτικό τραγούδι ανάλογης έμπνευσης και θεματολογίας που λέει:

«Τριγύρω μες στην εκκλησιά το θυμιατό να καίει
Και ένας διάκος στη γωνιά και ο παπάς να λέει
Κάτι θα ήπιε κι ο Θεός και έκανε την πλάση
Κι έδωσε και στον άνθρωπο κι αυτός να μαστουριάσει».


Τις τελευταίες δεκαετίες του ο Χοντρονάκος τις πέρασε στη Θεσσαλονίκη, όπου και συνεργάστηκε για πολλά χρόνια με τη Μαριώ, η οποία εδώ και καιρό κάνει καριέρα στην Αθήνα - το παραπάνω ήταν ένα από τα γνωστά τραγούδια που έλεγε η Μαριώ, όπως και τον «Πράσινο τον μύλο» (του Μπάμπη Μαρκάκη), «Ο μάγκας ξεχωρίζει από το πρόσωπο» (του Χοντρονάκου) και άλλα.

Θυμάμαι, μέσα της δεκαετίας του '80...

ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ: Το ρεμπέτικο εντάχθηκε στον κατάλογο Άϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.



Τα καλοκαιρινά βράδια στη Σκόπελο, το ρεμπετόνησο του Αιγαίου, είναι απόλυτα συνδεδεμένα με τις σπονδές στους μάγκες του ρεμπέτικου. Σ’ αρέσει – δεν σ’ αρέσει το συγκεκριμένο μουσικό είδος, θα ανέβεις στο Κάστρο, στην «Ανατολή» του Γιώργου Ξηντάρη, όπου ο σκοπελίτης ρεμπέτης μαζί με τους γιους του τιμούν με μεγάλο σεβασμό την παράδοση.


Φαντάζομαι λοιπόν ότι σήμερα ο Ξηντάρης,  μαζί του και «όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά», θα νιώθουν μεγάλη συγκίνηση. Γιατί η UNESCO, αφού εξέτασε τον σχετικό φάκελο υποψηφιότητας, αποφάσισε την ένταξη του ρεμπέτικου στον κατάλογο Αϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας.

Στη σύντομη περιγραφή του ρεμπέτικου που υπάρχει στην ιστοσελίδα της Unesco αναφέρεται ότι «είναι μια μουσική και πολιτιστική έκφραση η οποία συνδέεται άμεσα με το τραγούδι και τον χορό που διαδόθηκαν αρχικά στα αστικά λαϊκά στρώματα και την εργατική τάξη στις αρχές του εικοστού αιώνα. Τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι πλέον το τυποποιημένο ρεπερτόριο σχεδόν κάθε κοινωνικής εκδήλωσης που περιλαμβάνει μουσική και χορό».


Τονίζεται επίσης ότι περιέχουν «ανεκτίμητες αναφορές στα έθιμα, τις πρακτικές και τις παραδόσεις ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής, αλλά πάνω απ’ όλα είναι μια ζωντανή μουσική παράδοση με έντονο συμβολικό, ιδεολογικό και καλλιτεχνικό χαρακτήρα», που αρχικά μεταδιδόταν αποκλειστικά προφορικά από μεγαλύτερους ερμηνευτές σε νεότερους μουσικούς και τραγουδιστές αλλά τώρα πια (ειδικά την τελευταία δεκαετία), τα ρεμπέτικα τραγούδια διδάσκονται όλο και περισσότερο σε μουσικές σχολές, ωδεία και πανεπιστήμια, συμβάλλοντας στην ευρύτερη διάδοσή τους.


Στην ουσία οι ρεμπέτες αποτύπωσαν μουσικά τα βάσανα, τους πόνους και τα ντέρτια μιας ζωής στο περιθώριο. Ακολουθώντας τον ρου της Ιστορίας, τα τραγούδια τους γνώρισαν δόξες, κυνηγήθηκαν, απαγορεύτηκαν, έπεσαν στην αφάνεια. Δεν πέθαναν, όμως, ποτέ. Μετά την αναβίωσή τους, την δεκαετία του 1960, αγαπήθηκαν και πάλι. Τώρα έφθασε η ημέρα της παγκόσμιας αναγνώρισής τους.


Στη 12η σύνοδο της Διακυβερνητικής Επιτροπής για τη Διαφύλαξη της Άϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, που πραγματοποιήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου στο νησάκι Τζετζού της Νότιας Κορέας, ανακοινώθηκε επίσημα η εγγραφή του ρεμπέτικου στον κατάλογο της UNESCO.
11098BIG
Τώρα πια τα ρεμπέτικα τραγούδια διδάσκονται όλο και περισσότερο σε μουσικές σχολές, ωδεία και πανεπιστήμια, συμβάλλοντας στην ευρύτερη διάδοσή τους

Τα ρεμπέτικα τραγούδια μέσα στον χρόνο


Το ρεμπέτικο εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και απέκτησε τη γνώριμη μορφή του περίπου την τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Εξελίχθηκε στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη και στον Βόλο, τα λιμάνια των ελληνικών πόλεων όπου ζούσε βασικά η εργατική τάξη,  και από εκεί μεταδόθηκε κατόπιν και σε άλλα αστικά κέντρα.


Οι ρεμπέτες αποκαλούσαν τα τραγούδια τους «λαϊκά».  


Ο όρος «ρεμπέτικο» πρωτοεμφανίστηκε...

ΕΠΟΣ ΤΟΥ '40 και ΤΕΧΝΗ: Ρεμπέτικα για Ελληνοϊταλικό και Κατοχή


Η σάτιρα και τα εμψυχωτικά τραγούδια ήταν μεγάλα όπλα ενάντια στους Ιταλούς εισβολείς. 

Εγιναν πιο γνωστά αυτά των «καθωσπρέπει» δημιουργών του ελαφρού τραγουδιού και της επιθεώρησης, ερμηνευμένα κυρίως από τη Σοφία Βέμπο.

 
 Αγνωστα παρέμεναν τα αντίστοιχα τραγούδια των ρεμπετών, αφού αυτοί δεν είχαν τα «μέσα». Αλλά, και στις μέρες μας, τα αγνοούν παντελώς οι μουσικοί παραγωγοί. Εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια ο Πάνος Σαββόπουλος, μουσικός παραγωγός, προσπαθεί κάθε χρόνο, με ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, αλλά και με κείμενα, να τα φέρει στην επιφάνεια. 



«Μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα ρεμπέτικα και τα ελαφρά τραγούδια για τον Ελληνοϊταλικό, έξω βέβαια από το διαφορετικό ύφος, είναι ότι στα ρεμπέτικα βρίσκουμε περισσότερα καινούργια τραγούδια, ενώ στα ελαφρά τα πιο πολλά είναι αποτέλεσμα της εύκολης λύσης να μπουν επίκαιρα στιχάκια σε παλιές επιτυχίες. Ιδού δύο παραδείγματα καινούργιων ρεμπέτικων. "Θα πάρω το ντουφέκι μου" (Σ. Κηρομύτη), 1941, "Στης Αλβανίας τα βουνά" (Α. Χατζηχρήστου), 1940».

 
- Ηταν εμψυχωτικά;
 

«Οι ρεμπέτες έγραψαν περισσότερα εμψυχωτικά και πατριωτικά τραγούδια (περίπου 70%) και λιγότερα σατιρικά (30%). Οι του ελαφρού και της επιθεώρησης, έκαναν ακριβώς το αντίθετο, προφανώς για να διασκεδάζει ο κόσμος στα θέατρά τους! (Πού θέατρα και μεγαλεία οι ρεμπέτες;). Θεωρώ τις δύο αυτές διαφορές, που επισήμανα, σημαντικές και με πολλές αναγνώσεις. Να τρία ωραιότατα εμψυχωτικά ρεμπέτικα του '40: "Ψηλά στης Πίνδου τα βουνά" (Δ. Γκόγκου Μπαγιαντέρα, 1940, "Τους Κενταύρους δεν φοβάμαι" (Δ. Γκόγκου-Μπαγιαντέρα, 1940, "Στον ύπνο σου την έβλεπες" (Γ. Παπαϊωάννου), 1940». 


- Ο «αγράμματος» Μάρκος;
 

«Ο Μάρκος Βαμβακάρης έγραψε έξι τραγούδια για τον Ελληνοϊταλικό και την Κατοχή. Μάλιστα σε ένα απ' αυτά, το "Μουσολίνι άλλαξε γνώμη", κάνει σαφή διάκριση ανάμεσα στη φασιστική ηγεσία της Ιταλίας και στον ιταλικό λαό που υπέφερε από το καθεστώς αυτό. Να το επίμαχο στιχάκι: "...Την ετάραξες (σ.σ. την Ιταλία) στην πείνα κι είναι πια ξελιγωμένη, μοναχά η δική σου τσέπη είναι παραφουσκωμένη. Τα καημένα τα παιδιά της δεν τολμούν να πουν κουβέντα, τούς εράψατε το στόμα συ, ο Τζιάνος και η Ελντα". Σημειωτέον, ότι ο Β. Τσιτσάνης δεν έγραψε ούτε ένα τραγούδι για τον Ελληνοϊταλικό και την Κατοχή». 


- Ερωτες στον πόλεμο;
 

«Ακόμα και για... έρωτες μέσα στη φωτιά και το θάνατο του πολέμου, έγραψαν οι ρεμπέτες. Τραυματίες και νοσοκόμες το θέμα, συνήθως με χάπι εντ, αλλά και με εφιάλτες, όπως στη "Νοσοκόμα" του Γ. Παπαϊωάννου. Ο τραυματίας ερωτεύθηκε τη νοσοκόμα που πήγε για να του γιάνει την πληγή, αλλά μετά το ειδύλλιον είχε τέλος απαίσιον, αφού τής είπε: "Από το Χάρο γλίτωσα για την κακή μου μοίρα και έπεσα στα χέρια σου κι άλλη λαχτάρα πήρα". Αριστούργημα!». 


- Περί της Κατοχής;

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ευτυχώς που υπάρχουν και οι ξένοι να προβάλλουν τον πολιτιστικό πλούτο του Ρεμπέτικου! - Σπάνια μουσική έκδοση από βρετανικά χέρια φέρνει στο φως ακυκλοφόρητα ρεμπέτικα-διαμάντια που το "εξευρωπαισμένο" μπουρδέλο που επί χρόνια λανσάρει το Life Style της κάθε καβαλημένης αρχιψωνάρας Ρεμορουβίτσας αγνοούσε οτι υπάρχουν...

Συμβαίνει συχνά, εξαιρετικές ενέργειες με ενδιαφέροντα ελληνικά πολιτιστικά ντοκουμέντα να μην προκύπτουν από την εγχώρια παραγωγή, αλλά από ξένους φορείς. Πάλι καλά, βέβαια, ιδιαίτερα σε περιόδους σαν αυτήν, εν μέσω κρίσης και γενικών περικοπών.

Κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες μια σπάνια μουσική έκδοση με 42 ρεμπέτικα ορχηστρικά κομμάτια -τα περισσότερα ακυκλοφόρητα- συνοδεία ενός βιβλίου 152 σελίδων. Πρόκειται για το «Greek Rhapsody: Instrumental Music from Greece 1905-1956» (Ελληνική Ραψωδία: Ορχηστρική Μουσική από την Ελλάδα1905-1956), που επιμελήθηκε ο Βρετανός μουσικός ερευνητής και λάτρης του ρεμπέτικου, Τόνι Κλάιν.

Οι ηχογραφήσεις είναι όλες από δίσκους 78 στροφών, ορισμένοι εκ των οποίων φαίνεται πως είναι τα μοναδικά αντίτυπα που «επιζούν» και η αποκατάσταση του ήχου τους οφείλεται στις προσπάθειες της Dust-to-Digital. Περίπου οι μισές ηχογραφήσεις είχαν γίνει στην Ελλάδα, το ένα τέταρτο στις ΗΠΑ και τρεις στην Κωνσταντινούπολη. Σπανιότερο όλων, ένα κομμάτι που φέρεται να έχει ηχογραφηθεί σε γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Πέρα από τη σπανιότητα των ηχογραφήσεων, η συλλογή ξεχωρίζει και για την επιλογή βασικά -αλλά όχι αποκλειστικά- ορχηστρικών κομματιών από μεγάλους δεξιοτέχνες, που μας δίνουν την ευκαιρία να ακούσουμε μια σχετικά ξεχασμένη πλευρά του ρεμπέτικου. Πλήθος γνωστών και λιγότερων γνωστών οργάνων παρελαύνουν, από μπουζούκια, σαντούρια, ούτια, λατέρνες και χαβάγιες, ώς ένα εντυπωσιακό μελωδικό σφύριγμα.
 
Δανείζομαι την αφορμή από το σχόλιο Αμερικανών κριτικών, πως είναι «μυστήριο» γιατί αυτή η ανθολογία είναι η πρώτη του είδους, τη στιγμή που υπάρχει τέτοιο «επιβλητικό» υλικό.