"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ Δ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ Δ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Στην υγεια μας. Τελικά μάλλον είμαστε για τα πανηγύρια


Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ


Η αλήθεια είναι ότι στην πανδημία για τον Κορωνοιο οι γιατροί και οι Νοσηλευτές  έκαναν ότι μπορούσαν

Και πολλές φορές περισσότερα από όσα μπορούσαν

Από την άλλη και η πολιτεία δεν έμεινε πίσω

Βέβαια δεν έκαναν διορισμούς γιατί το σύστημα ήταν και είναι  πλήρες

Έτσι λοιπόν εξαντλήθηκαν σε ότι  πιο ανέξοδο μπορούσαν

Πρώτα ξεκίνησαν με βαρύγδουπες δηλώσεις και μετά συνέχισαν με συγκινητικές ευχαριστίες

Όταν αυτά πλέον έγιναν βαρετά είπαν να ανεβάσουν το επίπεδο με κάτι πανηγυριώτικο στο όποιον βέβαια από πάντα ήταν πολύ καλοί

Πρώτα λοιπόν μας κάλεσαν να βγούμε στα μπαλκόνια και να χειροκροτήσουμε και μετά είπαν να δώσουν συναυλίες στον προαύλιο των Νοσοκομείων

Έτσι  είδαμε τα μουσικά σύνολα της ΕΡΤ σε ένα ποιοτικό πρόγραμμα και το προσωπικό των Νοσοκομείων με μάσκες και γάντια να χειροκροτεί συγκινημένο από τα μπαλκόνια

Στιγμές  απείρου κάλους

Πάντως όσο και να υποτιμήσαμε όλα αυτά πρέπει να ομολογήσουμε ότι παραδόξως λειτούργησαν

Έτσι σαν χώρα δεν είχαμε το πρόβλημα που είχαν άλλες χώρες και  αυτό οι αρμόδιοι δεν παραλείπουν να το λένε και να το ξαναλένε

Τώρα είπαμε να συνεχίσουμε στο ίδιο κλίμα

Αφιερώνουμε λοιπόν τα Σμυρναίικα τραγούδια των φετινών εκδηλώσεων στα Μακρίσια στους γιατρούς και τους Νοσηλευτές

Γιατί Σμυρναίικα ???

Ίσως γατί έχουν νοσταλγία και πόνο πολύ πόνο για κάτι οριστικά χαμένο

Κάποιοι θα μας πουν μίζερους …..

Λογικό από την πλευρά τους.

Όσοι όμως ζουν αυτό που ζουν μέσα στα Νοσοκομεία είτε από την μεριά των γιατρών είτε από την μεριά των ασθενών σίγουρα δεν  δίνουν δεκάρα γι αυτά τα πανηγύρια …

Όλοι λοιπόν αυτοί ούτε να πικρογελάσουν δεν θα μπορούν με το που θα μάθουν αυτά τα μεγάλα νέα …..

Θα το ξαναπούμε έστω και αν για κάποιους έχει καταντήσει βαρετό

Όταν...

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Το Facebook κατάπιε τον κόσμο - H ιστορία ενός παγκόσμιου μονοπωλίου



«Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου διαλυμένα από το Facebook»


Εντάξει, τα πράγµατα δεν είναι τόσο ανησυχητικά όσο πίστευε ο μπιτ ποιητής Aλεν Γκίνσμπεργκ όταν έγραψε στο ποίημά του «Howl» το 1956 πως είδε τα καλύτερα μυαλά της γενιάς του «διαλυμένα από την τρέλα». Αλλά σίγουρα, για τους 1,7 δισεκατομμύρια ανθρώπους που περνούν την ημέρα τους στο Facebook, τα πράγματα δεν είναι και καθησυχαστικά.




Σίγουρα το Facebook έχει πλάκα. Κάποτε ήταν και ένας ωραίος τρόπος να γνωρίζεις ανθρώπους, αυτό είχε στο μυαλό του και ο μικρός Μαρκ Ζούκερμπεργκ όταν έγραφε (ή έκλεβε) τον κώδικα για τη δημιουργία ενός σεξιστικού site που βαθμολογούσε γυναίκες στο Χάρβαρντ. Η ιστορία έχει τον τρόπο της να κάνει αυτή τη δημιουργία που συντελέστηκε μέσα στη σάπια μυρωδιά φοιτητικής εστίας να μοιάζει τόσο ειρωνική, καθώς μεγαλώνει, μεγαλώνει και καταπίνει τα πάντα: τα media, τη διαφήμιση, τις πολιτικές καμπάνιες, τα τραπεζικά συστήματα, τις προσωπικές μυθολογίες, το εμπόριο, τη διασκέδαση, τις κυβερνήσεις, την ασφάλεια. Καθώς ενσωματώνει, καταπίνει και χωνεύει τον κόσμο ολόκληρο που παραμένει εγκλωβισμένος σε έναν αλγόριθμο.


Ας πάρουµε τα πράγµατα από το τέλος. Τις τελευταίες εβδομάδες, ορισμένα σκόρπια περιστατικά δείχνουν πως το παγκόσμιο μονοπώλιο του Facebook από διασκεδαστικά αδρανές μπορεί να εξελιχθεί σε ένα σοβαρό ζήτημα με απρόβλεπτες διαστάσεις για την ανθρώπινη ιστορία. 


Πρώτα ήρθε η λογοκρισία της διάσημης φωτογραφίας του βιετναμέζου φωτογράφου Nick Ut. Ενας δημοσιογράφος από τη Νορβηγία παρατήρησε πως το Facebook θεώρησε άσεμνη και λογόκρινε τη φωτογραφία του κοριτσιού που τρέχει γυμνό ύστερα από επίθεση ναπάλμ. Το θέμα ήταν αρκετά δημοφιλές για να κυκλοφορήσει (μέσω Facebook, ω της ειρωνείας!) ως μια viral είδηση αγανάκτησης, βρήκε στήριξη ακόμη και από την πρωθυπουργό της χώρας του, μέχρι τα αρχηγεία του κοινωνικού δικτύου από το Σαν Φρανσίσκο να απολογηθούν απέναντι στην πολιτική ορθότητα πως «έγινε λάθος».




Αν υποθέσουμε πως ήταν απλώς ένα λογικό λάθος σε έναν οργανισμό που προσπαθεί να κοντρολάρει δισεκατομμύρια χρήστες, τότε η είδηση πως το Facebook φούσκωνε τα νούμερα των θεάσεων βίντεο, όχι κατά λίγο, αλλά σε ένα ποσοστό κάπου μεταξύ 60% και 80%, λίγους μήνες αφότου ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ είχε εξαγγείλει πως «το μέλλον είναι το βίντεο», υπάρχει ένα σοβαρό ζήτημα. Και αυτό γιατί τα παραδοσιακά αλλά και τα νέα media, οι μεγαλύτερες εφημερίδες του κόσμου, καθώς και τα νέα sites έχουν παραδώσει τη διανομή τους στο Facebook, που έχει έναν ρόλο όχι μόνο Παγκόσμιου Αρχισυντάκτη (ενίοτε προκατειλημμένου, όπως αποδείχθηκε από το μπλοκάρισμα των παλαιστίνιων δημοσιογράφων από τα δίκτυα Shehab News Agency και Quds News Network) αλλά και Παγκόσμιου CEO. Μόλις ο Ζούκερμπεργκ είπε πως το μέλλον είναι το βίντεο, χιλιάδες δημοσιογράφοι έχαναν τη δουλειά τους καθώς οι διοικήσεις των οργανισμών τους επέλεγαν να ακολουθήσουν τους αριθμούς και ξεκίνησαν τη φρενήρη παραγωγή βίντεο. Μόλις αποκαλύφθηκε πως τα νούμερα ήταν χαλκευμένα, άρχισε μια οργισμένη, αλλά στην πραγματικότητα αναιμική αντίδραση από υπεύθυνους μάρκετινγκ, διαφημιζόμενους και media από όλον τον κόσμο. Ηταν ήδη αργά.


Το Facebook, που συνέδεσε την άνοδό του με την τεχνολογική έκρηξη των κινητών τηλεφώνων, είναι πια ο παγκόσμιος διανομέας, ο παγκόσμιος λογοκριτής, είναι ο οργανισμός που αλλάζοντας έναν αλγόριθμο μπορεί να διαλύσει έναν δημοσιογραφικό οργανισμό. Αν υπολογίσει κανείς πως ο μέσος δυτικός άνθρωπος κάτω των 35 τσεκάρει το κινητό του κατά μέσο όρο 85 φορές την ημέρα, καταλαβαίνει πως έχει συγκεντρωθεί τόση δύναμη σε τόσο μικρό διάστημα σε τόσο λίγους ανθρώπους.


Η αλήθεια είναι πως...

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Πώς υπογράφει ένα ρομπότ;



Μπορεί αυτό το κείμενο να το γράψει ένα ρομπότ; 


Να βάλεις στον αλγόριθμο λίγο προβληματισμό, μια κυριακάτικη μελαγχολία, ορισμένα στοιχεία από το Google, να υπάρχει κωδικοποιημένος κάποιος τρόπος γραφής, να του περιγράψεις τι θέλεις να πεις και σε λίγα λεπτά να το έχεις έτοιμο;  


Προς το παρόν, όχι. Σε λίγα χρόνια, ποιος ξέρει;




Το επόμενο αυτοκίνητό σου θα οδηγείται μόνο του. Καλά, ίσως όχι το δικό σου, δεδομένου πως ζεις σε μια ξεχασμένη γωνία των Βαλκανίων, αλλά ο Μπαράκ Ομπάμα υποσχέθηκε πρόσφατα στο περιοδικό «Wired» πως σε δυο-τρία χρόνια, στις μεγάλες αμερικανικές πόλεις, τα αυτοκίνητα χωρίς οδηγό θα κυριαρχούν.




Η Foxconn, η εταιρεία που κατασκευάζει το μεγαλύτερο μέρος του κινητού σου τηλεφώνου, τον Μάιο αντικατέστησε 60.000 εργαζομένους στα εργοστάσιά της στην Κίνα με ρομπότ.  


Η Adidas και η Nike ήδη ετοιμάζουν να μεταφέρουν τα εργοστάσια που είχαν μετακινήσει προς τη φθηνότερη Ανατολή στην Αμερική και στην Αγγλία, μόνο που εκεί δεν θα δουλεύουν εργάτες αλλά ρομπότ - και περίπου 200 άνθρωποι που θα τα επιβλέπουν.


Πρόσφατα, ο τραγουδιστής Moby, για να ντύσει το νέο τραγούδι του, χρησιμοποίησε ένα βίντεο του Steve Cutts, που έκανε επίθεση στην τεχνολογία, στη μοναξιά, στην αποξένωση και στη βαρβαρότητα των social media. Είχε κινούμενα ανθρωπάκια να κοιτούν διαρκώς το κινητό τους, ανθρώπους να αυτοκτονούν από τον αυτοματισμό του διαδικτυακού bullying και γενικά μια εικόνα μητροπολιτικής αποξένωσης. Καθόλου τυχαία, είχε φτιαχτεί να έχει την ιδανική διάρκεια, πακέτο και appeal για να μοιραστεί χιλιάδες φορές στα social media, ένας δούρειος ίππος αυτοαναφορικότητας, promotion και όμορφης κενολογίας.




Οι αμερικανικές εκλογές δεν σκιάζονται μόνο από την πορτοκαλί αηδία του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και από τις επίσημες πια καταγγελίες της Homeland Security των ΗΠΑ πως «πιστεύουμε ότι υψηλόβαθμοι ρώσοι αξιωματούχοι έχουν εκπονήσει και εγκρίνει επίθεση στους server του Δημοκρατικού Κόμματος, κλέβοντας πολύτιμα στοιχεία». Ο Πούτιν απάντησε πως «όλα αυτά είναι βλακείες», αλλά δεν έπεισε ούτε τον ίδιο τον Τραμπ.


Την ίδια εβδομάδα, βγήκε στον αέρα η πολυαναμενόμενη τηλεοπτική σειρά «Black Mirror». Το σενάριο κάθε ξεχωριστού επεισοδίου, που φαίνεται να διαδραματίζεται κάπου στο κοντινό μέλλον, είναι διαφορετικό, αλλά η κοινή σύνδεση όλων είναι το τεχνολογικό άγχος. Το πώς η τεχνολογία μπορεί να εκβιάσει, να εγκλωβίσει, να διαλύσει ή να φτιάξει τις ζωές των ανθρώπων. Το πώς οι τρομοκράτες μπορούν να αναγκάσουν τον πρωθυπουργό της Αγγλίας να κάνει έρωτα με ένα γουρούνι. Το πώς μπορεί το κυνήγι της δημοφιλίας να στραμπουλήξει μια κοινωνία. Το πώς οι αναμνήσεις χωνεύονται από τα social media.


Γενικώς, ο κόσμος αποδεικνύεται πως δεν ήταν έτοιμος για την τεχνολογική επανάσταση των τελευταίων χρόνων. Ο τρόπος με τον οποίο κινούνται τα πράγματα, ο τρόπος με τον οποίο η τεχνολογία απορροφά τα πάντα, είναι αναπόφευκτος, όχι απαραίτητα αρνητικός, αλλά σίγουρα ιστορικός. Το πρόβλημα πάντα είναι οικονομικό. Τι θα γίνει όταν σε λίγα χρόνια οι οδηγοί ταξί και νταλίκας δεν θα χρειάζονται, καθώς τα αυτοκίνητα δεν θα χρειάζονται οδηγούς;



Τι θα γίνει όταν οι εργαζόμενοι σε εργοστάσια θα χάσουν τις ήδη κακοπληρωμένες δουλειές τους; 


Σύμφωνα με τον CEO της Google Λάρι Πέιτζ, «θα έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο». Μιλώντας πρόσφατα στους «Financial Times», ο Πέιτζ είπε επίσης: «Δεν μπορείς να εύχεσαι να μη συμβούν ορισμένα πράγματα. Απλά θα συμβούν. Οι υπολογιστές θα κάνουν τις περισσότερες χειρωνακτικές δουλειές - και όχι μόνο - μέσα στα επόμενα χρόνια. Δεν μπορούμε να το αποφύγουμε. Και τότε θα αλλάξει η οπτική μας για τη δουλειά, δεν μπορείς να δουλεύεις τόσο πολύ. Δεν μπορεί η απάντηση να είναι η δουλειά». 


Δεν έχει άδικο σε φιλοσοφικό επίπεδο, δεν μπορείς να μη σημειώσεις όμως πως μπορείς να φιλοσοφήσεις εύκολα για τη μη αναγκαιότητα της δουλειάς όταν είσαι ιδιοκτήτης της Google.


Σίγουρα, πάντως, έχει δίκιο στο εξής: 

KOINΩΝΙΑ και ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ:Αγάπησα έναν αλγόριθμο

ΠΡΟΣΕΞΤΕ ΤΟ...

Toυ ΔΗΜΗΤΡΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ


Το δίληµµα είναι τόσο παλιό όσο και ο κόσµος. Ας υποθέσουμε πως η Μαρία νιώθει πως τσιλημπούρδισε αρκετά. Αποφάσισε πως έφτασε η ώρα, πως πρέπει επιτέλους να νοικοκυρευτεί. Είναι στην ευχάριστη θέση να έχει επιλογές: Βρίσκεται μεταξύ του Γιώργου και του Κώστα. Της αρέσουν και οι δύο - με διαφορετικό τρόπο ο καθένας. Πρέπει όμως να αποφασίσει ποιος θα είναι ο τυχερός (;), με ποιον θα προσπαθήσει να ευτυχήσει, με ποιον θα επιχειρήσει να περάσει όσο πιο ανώδυνα γίνεται τη ζωή.


Σε μια παλιότερη εποχή, θα ζητούσε τη γνώμη του Θεού. Και έπειτα θα έκανε αυτό που νόμιζε.  


Στην τωρινή εποχή, μάλλον θα αποφάσιζε μόνη της, έπειτα από αέναες φιλικές τηλεφωνικές συμβουλές, όπως κάνει κάθε άνθρωπος που πιστεύει στον εαυτό του. 


 Σε μια (ίσως όχι πολύ μακρινή) εποχή, θα ρωτούσε αυτόν που την ξέρει καλύτερα απ' όλους: την Google. «Ποιον να παντρευτώ; Τον Γιώργο ή τον Κώστα; Μου αρέσουν και οι δύο. Εσύ που ξέρεις τα πάντα, τι προτείνεις;» θα έλεγε ή θα πληκτρολογούσε.


Η Google θα απαντούσε με βαθιά φωνή: 


 «Σε ξέρω από την ημέρα που γεννήθηκες. Εχω διαβάσει όλα τα e-mail σου, έχω ηχογραφήσει όλα τα τηλεφωνήματά σου. Ξέρω ποιες ταινίες σού αρέσουν, ξέρω το DNA σου, τις βιομετρικές εξετάσεις σου, πώς χτυπάει η καρδιά σου. Ξέρω πότε έκανες τα ραντεβού σου και με τους δύο και αν θέλεις μπορώ να σου δείξω σε ποια σημεία του ραντεβού σού ανέβηκε η πίεση, οι χτύποι της καρδιάς σου έγιναν πιο έντονοι. Γι' αυτό θα ενεργοποιήσω τον αλγόριθμο που θα αποφασίσει. Και κατ' αυτόν, ο Γιώργος έχει περισσότερες πιθανότητες. 


Σύμφωνα με τα στοιχεία, έχεις 87% πιθανότητες να είσαι πιο ευτυχισμένη μαζί του. Και επειδή σε ξέρω τόσο καλά, είμαι σίγουρος πως δεν σου αρέσει η απάντησή μου. Ξέρω ότι ο Κώστας είναι πολύ πιο όμορφος, ότι στον αξιακό σου κώδικα η εξωτερική εμφάνιση παίζει μεγάλο ρόλο στην επιλογή. Σε ξέρω καλύτερα όμως. Γνωρίζω πως οι βιοχημικοί σου αλγόριθμοι, που εξελίχθηκαν ερήμην σου αιώνες τώρα, δίνουν στην εξωτερική ομορφιά ένα 35% στην επιλογή, ενώ οι τωρινές μου αναλύσεις δίνουν μόλις 14% στην εξωτερική εμφάνιση. Οπότε η απόφασή μου είναι ο Γιώργος, ακόμη και αν δεν σου αρέσει».




Η ιστορία είναι φανταστική ασφαλώς, είναι γραμμένη από τον ισραηλινό ιστορικό Γιουβάλ Νώε Χαράρι, στους «Financial Times», σε μια υπερβολική απόπειρά του να εξηγήσει το πέρασμα της ανθρωπότητας στη νέα εποχή: την εποχή της θρησκείας των αλγόριθμων.




Πριν αρχίσουν οι χαρακτηρισμοί για την τεχνοφοβία, να ξεκαθαρίσουμε πως η τεχνολογία έχει κάνει σαφώς τη ζωή μας πιο εύκολη. Και γι' αυτό της εκχωρούμε χωρίς ιδιαίτερη σκέψη και χωρίς ενόχληση κάθε υπάρχον δεδομένο στις ηλεκτρονικές μας συσκευές. Το δικό μου κινητό ξέρει πού πήγα διακοπές, πόσο αθλούμαι, τι ψάχνω στο Internet, από την αδράνειά του γνωρίζει πόση ώρα κοιμάμαι, τι μαγαζιά προτιμώ και για ποια πράγματα μιλάω την περισσότερη ώρα. Πιθανότατα δεν θεωρεί πως είμαι ιδιαίτερα ενδιαφέρων τύπος, αλλά δεν πειράζει, τα αισθήματα είναι αμοιβαία.


Ο Χαράρι εξηγεί πως για χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι εμπιστεύονταν ως απόλυτη αρχή τον Θεό ή τους θεούς. Επειτα, στη μοντέρνα εποχή, ο ουμανισμός πέρασε τις θεϊκές εξουσίες στους ανθρώπους, στη γνώση, στην επιστήμη. Καταλήξαμε πως οι επιθυμίες και τα συναισθήματά μας μάς ορίζουν, αποφασίσαμε πως η ελεύθερη βούλησή μας είναι η μεγαλύτερη αρχή. Και τώρα, σταδιακά, αλλά στην πραγματικότητα πολύ γρήγορα, μια νέα θεϊκή ύπαρξη έχει παραμερίσει όλες τις ιδεολογίες: 



ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ (ΔΕΝ) ΣΒΗΝΟΥΝ: «Να ζούσαμε στα 80s» - Ο κόσμος αναζητεί καταφύγιο στην πιο κιτς δεκαετία. Γιατί;

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ
Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 7 Αυγούστου 2016

 
Σκόρπιες ειδήσεις της προηγούμενης εβδομάδας: συμπληρώθηκαν 33 χρόνια από το Πάρτυ στη Βουλιαγμένη, μια μοναδική στιγμή στην αθηναϊκή μυθολογία, τη νύχτα που ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και οι φίλοι του έφεραν χιλιάδες κόσμο με πολύ κακά κουρέματα, σλιπ μαγιό και μαλλιά περμανάντ στην πλαζ του ΕΟΤ στη Βουλιαγμένη. 


Η αναδημοσίευση της υπέροχης αυτής βραδιάς, με την πλωτή σκηνή, έγινε δεκτή με υπερβολική και ανεξήγητη νοσταλγία από χιλιάδες χρήστες των social media που είτε ήταν βρέφη εκείνη την εποχή είτε γεννήθηκαν μήνες μετά, έπειτα από κάποιο φλερτ που ίσως έγινε υπό τους ήχους του «Λούκυ».


 
Την ίδια ώρα, η έκθεση με τίτλο «Η Ελλάδα τού Ογδόντα» ξεκίνησε το promotion της στα social media, καλώντας τους νοσταλγούς να δανείσουν ένα αντικείμενο από τη δεκαετία του '80 (από χαρτάκια Panini με παλιούς ποδοσφαιριστές, μέχρι Playmobil ή τα παλιά τους Strike παπούτσια) για να εκτεθεί από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάρτιο του 2017 στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων.





Στην τηλεόραση, η σειρά «Stranger Things», του τηλεοπτικού δικτύου Netflix, ένα υπέροχο ταξίδι επιστημονικής φαντασίας μιας παρέας πιτσιρικάδων που συνδυάζει τις καλύτερες στιγμές του Στίβεν Σπίλμπεργκ και του Στίβεν Κινγκ, ντυμένη με 80s μουσική, δημιούργησε τον ορισμό του παγκόσμιου word of mouth, καθώς όλοι (από τους «New York Times», μέχρι τα αθηναϊκά μπαρ) μιλούν για αυτά τα οκτώ επεισόδια τηλεοπτικής νοσταλγίας/φόρου τιμής στο παρελθόν.



Στους Ολυμπιακούς Αγώνες, ο Σάιμον Κούπερ των «Financial Times» παραδέχθηκε πρόσφατα πως οι διοργανώσεις της Μόσχας το 1980 και του Λος Αντζελες το 1984 ήταν αυτές που ανέστησαν το (όποιο) ολυμπιακό κίνημα το οποίο ήδη δοκιμάζεται στη Βραζιλία.


 
Στην πολιτική, ο Ντόναλντ Τραμπ, ένα κλασικό σύμβολο της υπερβολής, του εγωισμού και της άκρατης φιλοδοξίας των 80s, συνεχίζει να σοκάρει με την κενολογία, τις προσβολές και την αποστροφή του για την αλήθεια. Στην πραγματικότητα, όμως, είχε προειδοποιήσει από τα 80s. Ολη η προεκλογική του εμφάνιση, που μοιάζει με άβολη παράσταση ενός κακού κωμικού, είναι βασισμένη στο βιβλίο που είχε γράψει (υπαγορεύσει) ο ίδιος, το 1987, το «Art of the Deal», στο οποίο έλεγε ξεκάθαρα: «Ο Τύπος πάντα θέλει περίεργες ιστορίες. Οσο πιο μπερδεμένη και προσβλητική είναι κάθε ιστορία, τόσο πιο πολύ τη λατρεύει ο κόσμος».



Στη μουσική, το Spotify, η υπηρεσία ψηφιακής μουσικής που έσωσε τη μουσική βιομηχανία, ανακοίνωσε πως οι επιλογές των 80s κομματιών έχουν τριπλασιαστεί τα τελευταία τρία χρόνια - και, το σημαντικότερο, αυτοί που τα επιλέγουν περισσότερο είναι συνδρομητές από 18 έως 24 ετών. Την ίδια ώρα, στην Ιαπωνία, η Funai Electric, που κάποτε κατασκεύαζε και πωλούσε 15 εκατομμύρια συσκευές βίντεο ετησίως, ανακοίνωσε την περασμένη Τρίτη πως στα τέλη Αυγούστου θα σταματήσει να παράγει τα προϊόντα της λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος των καταναλωτών. Η βιντεοκασέτα που άλλαξε τη διασκέδαση των 80s πέθανε οριστικά.





Το παρελθόν μοιάζει πολύ με έναν τόπο που επισκέφθηκες πριν από πολλά χρόνια. Εναν τόπο που τον θυμάσαι θολά, σε σέπια, επιλεκτικά. Και κυρίως, ωραιοποιημένα. Ισως γι' αυτό...

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Χρόνια πολλά, δημοψήφισμα



Ηταν Ιούνιος και έβρεχε εκείνο το βράδυ, το βράδυ που όλοι θυμούνται πού βρίσκονταν όταν έμαθαν τα νέα. Αλλος στο σινεμά, άλλος στο πάρτι γενεθλίων του, άλλος, πιο προνοητικός, στην ουρά του ΑΤΜ, άλλος στο σπίτι του. Ηταν από τις βραδιές σπάνιας εθνικής συλλογικής ταύτισης, τέτοιες που έχουν επιτευχθεί στη Μεταπολίτευση μόνο στις 14 Ιουνίου του 1987, όταν ο Καμπούρης έβαζε τις βολές στο ΣΕΦ, στις 4 Ιουλίου του 2004, όταν κατακτούσαμε το Euro στην Πορτογαλία, ίσως στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων, όταν - ουφ! - τα καταφέρναμε (χωρίς να έχει έρθει ο λογαριασμός), άντε και όταν έχασε το πέναλτι ο Γκέκας στο Μουντιάλ. Μόνο που αυτή τη φορά η αδρεναλίνη έτρεχε στις φλέβες για τους λάθος λόγους.

 
Ηταν η στιγμή που ο Αλέξης Τσίπρας παρέα με τον έρπη του προσπαθούσε να δείξει πως ελέγχει την κατάσταση, ενώ ήταν ξεκάθαρο πως του είχε ξεφύγει. 
 
 
Η στιγμή που ο Νίκος Παππάς έγραφε στο Τwitter του «Γελάω με όσους ονειρεύονται κωλοτούμπες», ξεχνώντας και αυτός πως το Ιnternet έχει ανεξίτηλη μνήμη, σε αντίθεση με τους ανθρώπους.  
 
 
Ηταν η στιγμή που ο Γιάνης Βαρουφάκης, όπως ομολόγησε με μια ανεξήγητη ελαφρότητα και μια προσχεδιασμένη θεατρικότητα στον «New Yorker»: «Επιστρέφοντας από τη δουλειά, είπα στη γυναίκα μου, "Honey, I shut the banks"».

 
Σήμερα κλείνουµε έναν χρόνο από αυτό που το Συμβούλιο της Ευρώπης χαρακτήρισε «ένα δημοψήφισμα που δεν πληροί τα ευρωπαϊκά πρότυπα», από το δημοψήφισμα που σημάδεψε την εθνική μνήμη με τρόπους που ακόμη δεν έχουν αποτιμηθεί.

 
Αξίζει να τα θυμόμαστε όλα αυτά; 
 
 
Οι ψυχολόγοι επιμένουν πως όχι, πως τα τραύματα πρέπει να τα αφήνεις πίσω, να μην τα σκαλίζεις. Αλλά εδώ δεν μιλάμε μόνο για τραυματισμένη συλλογική ψυχολογία ενός παραιτημένου λαού, εδώ μιλάμε για πολιτική. Εχει περάσει ένας πυκνός χρόνος και ο Αλέξης Τσίπρας, στον ρόλο του άλλου του εαυτού πια, ανησυχεί για το μέλλον της Ευρώπης, δέχεται συγχαρητήρια από αυτούς που κάποτε νόμιζε ότι πολεμούσε, κάτι πήγε να ψελλίσει για το ελληνικό δημοψήφισμα, με αφορμή το Brexit, αλλά είχε ξεχάσει πως το κουράγιο της αυτογελοιοποίησης δεν είναι συστατικό επιτυχίας για διεθνή καριέρα.

 
Αυτό που δεν ξέχασε και που δεν πρέπει να ξεχνούν ούτε οι επίδοξοι, εγκλωβισμένοι αντίπαλοί του, είναι πως παράλληλα έχει το σπάνιο ταλέντο να αφουγκράζεται το ελληνικό zeitgeist, αυτό το μπερδεμένο αφήγημα μεταξύ υποτέλειας και ψευτοπερηφάνιας, μεταξύ κουτοπονηριάς και στρεψοδικίας, μεταξύ βολέματος και καταγγελίας.

 
Ο λαός μίλησε έναν χρόνο πριν. Σημασία, όμως, δεν έχει μόνο η απάντηση, αλλά και η ερώτηση. Για όποιον έχει ξεχάσει, η κουτοπόνηρη ερώτηση που τέθηκε πέρυσι τέτοιον καιρό ήταν η εξής: «Συμφωνείτε με την πρόταση των θεσμών;». 
 
 
Το πρώτο πράγμα που θα έκανε ένας λογικός άνθρωπος θα ήταν να προμηθευτεί την επίσημη πρόταση. Εκείνες τις ημέρες, δεν θα την έβρισκε. Η κυβέρνηση δεν θεώρησε σκόπιμο να ενημερώσει επίσημα για το διακύβευμα· και το έκανε επίτηδες. Με έναν βολικό τρόπο για κάθε καθεστώς η ψήφος έγινε με φόρτιση από συναίσθημα, με ανεπτυγμένο το μελοδραματικό αίσθημα και έχοντας έναν βολικό εχθρό, τον οποίο, όμως, δεν είχαν καν το θάρρος να αντιμετωπίσουν ευθέως, θέτοντας ένα πιο ξεκάθαρο ερώτημα - όπως έκαναν οι Βρετανοί - με προετοιμασία ετών και όχι μίας εβδομάδας.

 
Το δηµοψήφισµα του καλοκαιριού του 2015 θα μείνει στην Ιστορία σαν...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ταξικός καφές - Εχει δικαίωμα ένα μαγαζί στο κέντρο της Αθήνας να διαλέγει τους πελάτες του;

 (Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015)


O Γκράουτσο Μαρξ το έχει πει εγκαίρως και καλύτερα απ' όλους: «Ποτέ δεν θα ήθελα να ανήκω σ' ένα κλαμπ που θα δεχόταν κάποιον σαν εμένα ως μέλος» - αν και για να μπεις στο Café Carlyle της Νέας Υόρκης όπου παίζει τζαζ με το κλαρινέτο του κάθε Δευτέρα βράδυ χρειάζεται να έχεις κλείσει τραπέζι χρόνια πριν.




Εμείς, την αίσθηση του να ανήκεις σε ένα κλειστό κλαμπ την αναλύουμε κάπως καθυστερημένα. Και ασφαλώς, πολύ υποκριτικά. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. 


 Στο κέντρο της Αθήνας, εκεί ανάμεσα στα λερά πλακάκια, στα δεκάδες μαγαζιά που σε συνεννόηση με τον Δήμο Αθηναίων σκεπάζουν με τα μοντέρνα καθίσματά τους τα ελάχιστα πεζοδρόμια, ανάμεσα στα σκουπίδια και δίπλα σε μια κεντρική πλατεία που όσο περνάει ο καιρός γίνεται πιο άσχημη και από την Ομόνοια, ο εκλεκτισμός θριάμβευσε. Το Zonars, το café που πάνε οι αναμνήσεις να πεθάνουν, άνοιξε ξανά, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να επιστρέψει ο κοσμοπολιτισμός στο κέντρο της Αθήνας. Το άνοιξε τις πόρτες είναι σχετικό, γιατί, τις πρώτες ημέρες τουλάχιστον, ένας βλοσυρός πορτιέρης βρισκόταν έξω από τις γυάλινες πόρτες και απέρριπτε οποιονδήποτε δεν πληρούσε τις προδιαγραφές της επιχείρησης.  


Σωστό ή λάθος;


Η αλήθεια είναι στη µέση.  


Από τη μία, είναι ενοχλητικό. Η γενιά μου, όλοι οι 35άρηδες που σέβονταν τη μετεφηβική τους ύπαρξη, έχουν υποστεί στα τέλη των 90s την αγχωτική διαδικασία της εξόδου σε ένα από τα κλαμπ (κυρίως της παραλιακής, εκεί όπου η έννοια της «πόρτας» υπάρχει ακόμη στις καφετέριες όπου συχνάζουν οι ποδοσφαιριστές) στα οποία για να μπεις και να δεις ανθρώπους και κυρίως γυναίκες ντυμένες στα άσπρα να χορεύουν έπρεπε να εγκριθείς από έναν - ή και περισσότερους - ψηλούς, γυμνασμένους, ξυρισμένους άνδρες με ακουστικά στα τεράστια αφτιά τους.  


Στην πορεία, αυτά τα αυστηρά παιδιά έχασαν τη δουλειά τους (έχω την υποψία πως είδα κάποιους απ' αυτούς σε συγκεντρώσεις της Χρυσής Αυγής), η νύχτα ταπεινώθηκε, ακολούθησε μια πιο έντεχνη προσέγγιση και η έννοια του exclusive πνίγηκε στη διαχείριση της κρίσης. Οποιος σκεπτόμενος άνθρωπος έχει υποβάλει τον εαυτό του στη διαδικασία της έγκρισης της ύπαρξής του από έναν ψηλότερό του άνδρα για τα ρούχα, την παρέα και τη φάτσα του, δεν μπορεί να μη νιώσει ταπεινωμένος από τις νεανικές επιλογές του.




Από την άλλη, είναι δικαίωμα του κάθε μαγαζιού να επιλέξει την αισθητική του. Αν επιθυμεί να οχυρώνεται, να απορρίπτει τις φάτσες που δεν ταιριάζουν στην αναβίωση της «παλιάς Αθήνας», ή τουλάχιστον αυτής που έχει ο καθένας στο μυαλό του, έχει το δικαίωμα να το κάνει, όσο και να διαφωνούμε, όσο και αν η αισθητική του αποκλεισμού είναι εξ ορισμού ξεπερασμένη, παρωχημένη και απορριπτέα, ειδικά όταν γίνεται τόσο επιδεικτικά. Ο αποκλεισμός, άλλωστε, μπορεί να συμβεί από τις υπερκοστολογημένες τιμές και έτσι χωρίς πολλές φανφάρες θα δημιουργηθεί μια γκετοποιημένη νησίδα δήθεν ανωτερότητας στο κέντρο μιας παραιτημένης πόλης.


Και εδώ εµφανίζεται το πρόβλημα. Στα χρήματα. Το πρόβλημά μας, ο λόγος του εκνευρισμού μας, έχει να κάνει πάλι με τα χρήματα. Με το ότι η μεσαία τάξη, αυτή που λίγα χρόνια πριν θα σύχναζε στο εκάστοτε Zonars, δεν μπορεί πια να αντεπεξέλθει σε απολαύσεις που κάποτε ήταν δεδομένες. Και γι' αυτό διασκεδάζει πια μαλώνοντας στο Facebook, φωνάζοντας για αποκλεισμούς και δίνοντας ταξικές προεκτάσεις στην πόρτα ενός από τα χιλιάδες cafés του κέντρου της Αθήνας.


Η φτώχεια φέρνει γκρίνια. Και εσωστρέφεια. Η Ελλάδα - και κυρίως η Αθήνα - έχει σιωπηλά...

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Greek Crime Story



Ενας από τους πιο διάσημους ανθρώπους της Αμερικής, μια αγαπητή περσόνα, ένας όμορφος, αθλητικός, επικοινωνιακός καταφερτζής, μια προσωποποίηση του αμερικανικού ονείρου, εμπλέκεται σε μια διπλή δολοφονία. 
 
 
Τα στοιχεία είναι ενοχοποιητικά. Τα γάντια, το αίμα, το DNA, το άλλοθι, όλα δείχνουν πως μάλλον αυτός το έκανε, πως εκείνο το βράδυ στο Μπρέντγουντ, μια ακριβή «λευκή» συνοικία του Χόλιγουντ, ξέσπασε όλα τα καταπιεσμένα ένστικτά του στην πρώην γυναίκα του. Η Νικόλ βρέθηκε νεκρή δίπλα σε έναν νεαρό άνδρα. Ολα δείχνουν πως ο O.J. Simpson είναι ο δολοφόνος. Μέχρι που εμφανίζονται οι αυταπάτες.

 
Η υπεράσπιση του αθλητή O.J. Simpson είναι έξυπνη. Ενας δικηγόρος, ακτιβιστής των δικαιωμάτων των μαύρων, αναλαμβάνει την υπόθεση. Είναι δεινός ρήτορας με μορφή πάστορα και υποκριτικό ταλέντο, και γνωρίζει μια διαχρονική αλήθεια: ο κόσμος θέλει ιστορίες. Οι ιστορίες πουλάνε, αν τις πουλήσεις σωστά. 
 
 
Διάλεξε την αφήγηση του κυνηγημένου, του θύματος ρατσιστικής βίας, του ανθρώπου που επειδή πέτυχε παρά το χρώμα του δέρματός του ήταν αντικείμενο φθόνου.

 
Για να πιάσει ένα χονδροειδές ψέμα, πρέπει να έχει και ρίζες αλήθειας. Η ιστορία διαδραματίστηκε το 1994, μόλις δύο χρόνια μετά την εξέγερση στο Λος Αντζελες, όταν στις 30 Απριλίου 1992 ένα λευκό δικαστήριο αθώωσε τους αστυνομικούς που είχαν χτυπήσει βάναυσα τον μαύρο Ρόντνεϊ Κινγκ και επί ημέρες η πόλη καιγόταν. Τα αποκαΐδια μύριζαν ακόμη.

 
Για να πιάσει ένα ψέμα, επίσης, πρέπει να είναι όσο πιο χονδροειδές, όσο πιο απομακρυσμένο από τη λογική γίνεται. Ο δικηγόρος ήξερε καλά τους κανόνες. Και γι' αυτό στις 3 Οκτωβρίου 1995, έπειτα από μια πολύμηνη διαδικασία που χαρακτηρίστηκε «η Δίκη του Αιώνα», σε μια χώρα στην οποία ο τότε πρόεδρος Μπιλ Κλίντον είχε απαιτήσει έξτρα μέτρα ασφαλείας, σε μια χώρα που σταμάτησε να αναπνέει (κατά 58% έπεσε ο αριθμός των τηλεφωνημάτων την ώρα της ανακοίνωσης της απόφασης, κατά 41% το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης), ο O.J. Simpson αθωώθηκε.

 
Η ιστορία της αθώωσης του O.J. Simpson είναι, όπως έγραψε και ο «New Yorker»: «Ενα φάντασμα που θα πλανάται πάνω από την αμερικανική ιστορία του 20ού αιώνα, με τον ίδιο τρόπο που η Ιλιάδα πλανιέται πάνω από τον κόσμο». Αν είναι για κάποιον λόγο επίκαιρη, είναι για τη σειρά «The People v. O.J. Simpson: American Crime Story», που προβλήθηκε πριν από λίγο καιρό στις ΗΠΑ δραματοποιώντας τα πραγματικά γεγονότα και επιβεβαιώνοντας πως οι καλές ιστορίες με αίμα, ψέμα και σπέρμα είναι διαχρονικά δημοφιλείς.

 
Είναι μία από τις σειρές που παρακολουθώ με ρυθμούς πασατέμπο, προσπαθώντας να ξεπλύνω την ελληνική πολιτική, κοινωνική και τηλεοπτική πραγματικότητα που ζει (και όζει) ανάμεσά μας. Και ίσως λόγω της έντασης των ημερών όλα συνδέονται με όσα ζούμε.

 
Βλέποντας το φινάλε της σειράς, την ημέρα που ο Αλέξης Τσίπρας με τον Πάνο Καμμένο πανηγύριζαν για τα δικά τους μνημόνια, αναλύοντας τον μακιαβελικό τρόπο με τον οποίο η υπεράσπιση του O.J. Simpson καβάλησε το συναίσθημα, εκμεταλλεύτηκε το υπαρκτό πρόβλημα του ρατσισμού, χειραγώγησε την πραγματικότητα και αγνόησε την αλήθεια που ενοχλούσε, δεν μπόρεσα να μην κάνω τη σύγκριση.

 
Ασφαλώς οι κυβερνώντες μας δεν κατηγορούνται για φόνους, απλώς ο χειρισμός τους, ο τρόπος με τον οποίο για χρόνια δηλητηρίασαν την ατμόσφαιρα, ο τρόπος με τον οποίο παρουσίασαν τη συνθηκολόγηση και αποτυχία τους ως επιτυχία, ο τρόπος με τον οποίο πανηγύρισαν για κάθε τι το οποίο αναγκάστηκαν να υπογράψουν, ο χειρισμός του συναισθήματος αδικίας, ο καιροσκοπισμός και ο τυχοδιωκτισμός τους, το μίσος τους, έδεσαν ιδανικά με τα λόγια του θριαμβευτή δικηγόρου του O.J. Simpson: «Είχα μόνο μία ατζέντα: Να κερδίσω. Με κάθε θεμιτό μέσο, με κάθε τρόπο. Δεν έλαβα υπόψη τις συνέπειες. Κέρδισα».

 
Λίγα χρόνια μετά...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Οι νεόγεροι


Nessun Dorma. Κανείς να μην κοιμηθεί. Ηταν τέτοιες μέρες πριν από έναν χρόνο. Ετοιμαζόμασταν για τις εκλογές, τα νεύρα ήταν τεντωμένα, η μάχη είχε ξυπνήσει· κανείς δεν κοιμόταν ήρεμος. Μέσα στην απεραντοσύνη των αναλύσεων, των φωνών, της ατέρμονης διαμάχης, λαϊκισμού, Ακροδεξιάς, υποσχέσεων και ματαιότητας, έσκασε σαν βόμβα στο ελληνικό Internet ένα βίντεο. Σκηνοθετικά, ήταν το πιο ωραίο πράγμα που είχε συμβεί στην ελληνική προεκλογική σκηνή.


 
Αναφερόταν στο θέμα της εποχής, την εργασία, την ανεργία, τη μάχη των γενεών. Εδειχνε μια συνέντευξη εργαζομένων και έναν εκπρόσωπο της παλαιάς γενιάς να ρωτά/ανακρίνει/απαξιώνει ορισμένα παιδιά/υποψήφιους υπαλλήλους. Μια έγκυο («και θα σε πληρώνουμε για να μεγαλώνεις το παιδί σου;»), έναν ομοφυλόφιλο («και εσύ, δεν πήγες στρατό;»), ένα παιδί με μούσι («πλύσου, ξυρίσου και έλα ξανά»), μια αλλοδαπή («και από πού είσαι εσύ;»), μια κοπέλα που είχε αντιταχθεί σε μια προηγούμενη άδικη εργοδοσία («δεν θα κάνεις τα ίδια και εδώ»). Ανάμεσά τους, ο πιο άχρωμος από τους υποψηφίους, όταν η συνέντευξη πήγε να ζορίσει, αποκάλυψε, με λίγη συστολή είναι η αλήθεια, πως τον έστειλε ο θείος του ο Μάκης. «Και δεν το έλεγες τόση ώρα, παιδί μου; Εσύ είσαι ο ανιψιός του Μάκη; Προσλαμβάνεσαι».





Το βίντεο έκλεινε με έναν συγκλονιστικό τρόπο, με τα παιδιά στη σειρά να απαντούν στο παρελθόν τραγουδώντας στα μούτρα της παλιάς γενιάς την εμβληματική άρια του Πουτσίνι, «Nessun Dorma». Η αντίδρασή τους, ευγενική αλλά και επιθετική, πολιτισμένη αλλά και έξαλλη, απεγνωσμένη αλλά και ρομαντική, προκαλούσε ανατριχίλα, σχεδόν δάκρυα συγκίνησης, με τον τρόπο που έλεγε πως υπάρχει και ένας άλλος κόσμος, όχι μαγικός, απλά πιο δίκαιος. Και μετά, η άρια τελείωσε και η πραγματικότητα ξεκίνησε.



 
Ειρωνικά, πίσω από το σποτ βρισκόταν η Νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ, ο γραμματέας της οποίας ήταν το πρόσωπο της τελευταίας εβδομάδας. Οχι μόνο με τον διορισμό του ίδιου και της οικογένειάς του - ζώντας στην Ελλάδα τόσα χρόνια δεν μπορείς να θεωρείς παράλογο ένας υπουργός να προσλαμβάνει μετακλητούς υπαλλήλους που εμπιστεύεται, ανθρώπους από τον στενό κομματικό του κύκλο. Οι μετακλητοί είναι θέσεις στενής προσωπικής και πολιτικής εμπιστοσύνης και αυτές τις προδιαγραφές προφανώς τις πληρούσε ο πρόεδρος των πρόωρα γερασμένων νέων. Σίγουρα δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει - ορισμένοι έξαλλοι κυβερνώντες του παρελθόντος καλό θα είναι να μετριάσουν την οργή τους, φαίνεται πως είναι απλά ζήλια.


 
Για τις υπόλοιπες προδιαγραφές της πρόσληψης, όμως, την αξιοκρατία και τον τρόπο σκέψης, υπάρχουν αμφιβολίες αν κρίνει κανείς τον τρόπο απάντησής του, αυτό το σκόρπιο, ασύντακτο συνονθύλευμα απαρίθμησης επαναστατικών παρασήμων της οικογένειάς του, μια ρητορική που θα στεκόταν αυτούσια σε μια σατιρική ταινία των 80s. Οταν η επικοινωνιακή καταιγίδα ξέσπασε, ο ΣΥΡΙΖΑ μίλησε για κανιβαλισμό σε ένα «μικρό παιδί». Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα. Παρέα με τους νεογέροντες.




Οι νεογέροντες υπήρχαν πάντα στην Ελλάδα, απλά στην κρίση βρήκαν χώρο να παίξουν μπάλα. Είναι τα άτομα μικρής βιολογικής ηλικίας που πίσω από το άγουρο DNA τους κρύβουν τον βαθύτερο συντηρητισμό των μεγαλύτερων. Είναι πολλοί, αυτοαποθεώνονται απλά γιατί δεν έχουν πατήσει τα πρώτα -άντα και πίσω από την έλλειψη ρυτίδων κρύβεται το πιο επικίνδυνο συντηρητικό πρόσωπο ανθρώπων που περιφέρουν τη χρονολογία γέννησης ως παράσημο, ως κάτι που κρύβει τη μούχλα. Ο ενθουσιασμός τους είναι επικίνδυνος γιατί δεν φαντάζονται καν ότι έχουν γεράσει από τα 18 τους - δεν έχουν καν τη σοφία της εμπειρίας.



 

Τους βλέπεις παντού: 

KOINΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η τέχνη του ψέματος

 
 
Πριν από λίγες ηµέρες, µιλώντας µε αυτή την ανεμελιά που τον χαρακτηρίζει, ο Πάνος Καμμένος χάιδεψε για άλλη μία φορά τα χαμηλότερα ένστικτα των ψηφοφόρων του. Ξεκινώντας από την πρόταση από την οποία δεν βγήκε ποτέ τίποτα καλό στην ιστορία του ανθρώπινου είδους, από το «δεν είμαι ομοφοβικός / ρατσιστής / μισογύνης, αλλά...», συνέχισε με μειλίχιο, χαμογελαστό ύφος να διαδίδει ανακρίβειες.  
 
 
Η ερώτηση αφορούσε την επέκταση του συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια και το γεγονός πως αυτή η αυτονόητη νομοθεσία - για την έλλειψη της οποίας πληρώναμε πρόστιμο απ' αυτά που δεν μας περισσεύουν - ισχύει στα περισσότερα μέρη του προηγμένου κόσμου: «Καλά, ο Ομπάμα μπορεί και να τους παντρεύει αν θέλει», απάντησε ο υπουργός, «Και στη Γερμανία έχουν αποφασίσει να κάνουν οίκο ανοχής για κτηνοβάτες, θέλει ο άλλος να πηγαίνει με σκύλο, με γάτα, με καμήλα, με καμηλοπάρδαλη. Επειδή, λοιπόν, το κάνουν στη Γερμανία, θα θέλω εγώ να παντρεύεται ο άλλος καμήλα;».

 
Η αναφορά στην κτηνοβασία δεν ήταν τυχαία. Αντλώντας υλικό από κάποιες ερασιτεχνικές τρομολαγνικές ιστοσελίδες που «αποκαλύπτουν όλα αυτά που οι άλλοι φοβούνται», ο συγκυβερνήτης διέδωσε μια θεωρία συνωμοσίας που ασφαλώς δεν έχει καμία σχέση με την αλήθεια - η κτηνοβασία είναι απαγορευμένη στη Γερμανία με απόφαση της γερμανικής Βουλής· το πρόστιμο ανέρχεται στα 34.000 ευρώ για τους παραβάτες. Οίκοι ανοχής για μερακλήδες ασφαλώς δεν υπάρχουν, αλλά αν διαφωνεί η πραγματικότητα, τόσο το χειρότερο για αυτήν.

 
Οι θεωρίες συνωµοσίας ήταν η συντροφιά μας μέσα στο 2015. Οχι μόνο στην Ελλάδα - αν και μόνο εδώ τόσο εύκολα διαδίδονται αστήρικτα σενάρια χωρίς κατακραυγή από κυβερνητικά χείλη. Το πρόβλημα είναι παγκόσμιο και όχι καινούργιο. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι σίγουροι πως δεν έγινε ποτέ η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους. Πατεράδες και μανούλες που αρνούνται να κάνουν εμβόλια στα παιδιά τους γιατί κάποιο blog με bold γραμματοσειρά τούς παραθέτει ένα σχέδιο εξολόθρευσής τους χρησιμοποιώντας το όνομα ενός δόκτορα που δεν υπάρχει. Yπάρχουν αυτοί που είναι πεπεισμένοι πως δεν πήγε ποτέ ο άνθρωπος στο φεγγάρι, αλλά όλα ήταν μια σκηνοθετημένη ιστορία από τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Για να μη μιλήσουμε για όσους βλέπουν στη Γαύδο, το Μεξικό, την Κουρσεβέλ και την Κούβα τον Ελβις να ζει και να βασιλεύει.

 
Μέσα στο 2015, όμως, ζήσαμε μια σπάνια έξαρση, που δείχνει πως οι θεωρίες συνωμοσίας, η ανορθολογική σκέψη και οι προκαταλήψεις έχουν πάρει το πάνω χέρι. Πρόσφατα, η εφημερίδα «The Guardian» αναρωτήθηκε τι συμβαίνει ακριβώς και γιατί μέσα στο 2015 ζήσαμε αγκαλιά με τον αστήρικτο ανορθολογισμό: