"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΕΛΛΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΕΛΛΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑτικη ιστορία: Ο νεκρός κι ο σκύλος

Του ΜΑΝΟΛΗ ΔΗΜΕΛΛΑ



Στις τρεις μπουκιές κατάπινε τη μiα και τις υπόλοιπες τις έφτυνε μασημένες στη χούφτα του,τις έδινε στον άγνωστο μαύρο αρσενικό σκύλο που έτυχε να γνωρίσει λίγες ημέρες νωρίτερα.
 
Ήταν μέσα σε κείνη τη μεγάλη παγωνιά, συναντήθηκαν κάτω από μια γέφυρα κι από τότε οι δυο τους έγιναν αυτοκόλλητοι! Μαζί βρήκαν μια ξεχαρβαλωμένη αποθήκη και ο άνθρωπος, αφού παραμόνεψε λίγη ώρα, έσπασε την κλειδαριά, έτσι οι δυο τους τρύπωσαν στο ερείπιο, που έχασκε από όλες τις γωνιές, όμως κρατούσε τη βροχή και το κρύο λίγο έξω από τους σαφρακιασμένους τσιμεντόλιθους.

Οι δυο τους έμειναν να μετρούν ανάποδα τις ώρες κάθε νύχτας, δεν είχαν τίποτα άλλο να συλλογιστούν, μόνο να ξημερώσει και να τρυγίσουν φρέσκα σκουπίδια, να ξεκοιλιάσουν κάδους και αν σταθούν τυχεροί να βγάλουν ένα ψευτο-μεροκάματο. Δε βαριέσαι, μεροδούλι-μεροφάϊ, ύστερα να ξανατρυπώσουν στο τυχερό ξενικό κλουβάκι τους.
 
 Ο άντρας είχε ξεμάθει ακόμη και να μιλάει, η γλώσσα του δυσκολευόταν να ταιριάξει σύμφωνα αντάμα με φωνήεντα κι όταν έστρωνε μια λέξη τότε φοβόταν, μη την ξεστομίσει λάθος και βάλθηκε να ψελίζει μια-μια τις συλλαβές κι ο σκυλάκος έμενε απορημένος, γούρλωνε τα μάτια και γύριζε το κεφαλάκι του μια αριστερά,μια δεξιά, σα να του λεγε,μα τι τσαμπουνάς λατρεμένε μου φίλε;
 
Πλησίαζε παραμονή Πρωτοχρονιάς, εκείνα τα τελευταία βράδια του χρόνου δεν πέρναγε ψυχή από το στενό δρομάκι, οι δυο τους, σκύλος κι άνθρωπος, άπλυτοι και βρώμικοι, άναψαν μια μικρή φωτιά και στρώθηκαν πάνω σε μια παλιοκουβέρτα.

Δεν μάθαιναν ειδήσεις, δεν είχαν νέα από τον έξω κόσμο, μα το σπουδαιότερο ήταν ότι δεν υπήρχαν παλιά. Δεν είχαν αναμνήσεις!
 
Οι δυο τους ζούσαν μόνο για τη στιγμή, εκείνη τη μοναδική στιγμή που κοίταγε ο ένας τον άλλο στα μάτια κι είχαν κερδίσει το πιο σπουδαίο έπαθλο, είχαν δαγκώσει ακόμη μια μέρα από τη ζωήτους.
 
Ο σκύλος γλύτωνε από την αφιλόξενη και εντελώς άβολη ανθρώπινη κοινωνία, όσο για τον άνθρωπο, μα εκείνος έμοιαζε να είχε σβησμένο όλο το παρελθόν, σα να μην γέμισε ποτέ το μνημονικό του.
 
Από που ξεκινούσε; πως άραγε είχε βρεθεί πεταμένος στο δρόμο;
 
Ένα φεγγάρι είχε παλέψει να τραβήξει αναμνήσεις μέσα από τα κατακάθια του μυαλού του, όμως όσο πιο ζόρικα έστοιβε τα χρόνια εκείνα έμοιαζαν με ξερά σφουγγάρια, έφτυναν μοναχά σκόνη κι έλιωναν πάνω στα μηνίγγια του.
 
Προσπάθησε, πάλεψε πολύ, όμως δεν κατάφερε να αγγίξει την εποχή που ήταν παιδί, έφηβος ή να θυμηθεί κάτι από τότε πουήταν νέος άντρας.
 
Πότε-πότε έπεφταν κομμάτια από άγνωστα πρόσωπα, χορπήδαγαν στιγμές, από κάτι ξεθωριασμένες,εντελώς αταίριαστες, ιστορίες που γεννούσαν μόνο φόβο και εκείνος κοιτούσε το κορμί του, χαμογελούσε αμήχανα στον αέρα και μύριζε το χνώτο του, έτσι έδιωχνε εκείνα τα κακά φαντάσματα.
 
Τέτοιες μέρες είναι συνήθεια οι απολογισμοί, οι αμέτρητες ευχές και μια αχόρταγη ελπίδα για την καινούρια χρονιά, όμως για αυτούς τους δυο...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το καλό σουβλάκι είναι το καλά κρυμμένο μυστικό…



Ηλεκτρονικές σελίδες καρφιτσώνουν αστέρια και βραβεία, ανεβάζουν ψαγμένες φωτογραφίες και προτείνουν τα καλυτερότερα γκουρμέ μεζεκλίκια, όμως σαν το ανώνυμο σουβλάκι της γειτονιάς δεν υπάρχει τίποτα.


Μάλλον θα φταίει εκείνη η μυστική καυτερή σάλτσα, η κληρονομιά, από τον μακαρίτη πρώτο ιδιοκτήτη!


Σε ένα τέτοιο, μικρό και ταπεινό μαγαζάκι, δίχως φωτεινή ταμπέλα, συναντάς σχεδόν τη μισή κοινωνία.


Καλησπερίζει ο Βαγγέλης και απαντά ένας τουρίστας μπουκωμένος, ενώ το τσίλι κάνει τα μάτια της διπλανής κυρίας να γουρλώνουν και να θυμίζουν ξάγρυπνη κουκουβάγια.


Σε ένα τοίχο καρφωμένη μια παραμελημένη τηλεόραση αναστενάζει μοναχή, παλεύει να γρατσουνίσει μάτια και αυτιά. Σχεδόν κανείς δεν την παίρνει στα σοβαρά, ούτε που της δίνουν σημασία.


Με τα στόματα γεμάτα, τις κοιλιές χορτάτες, και πολύ πριν από τη χώνεψη, η μνήμη παίζει τόμπολα με το παρελθόν και επιτέλους το νικά. Είναι από τις λιγοστές στιγμές τις μέρας, που οι αλήθειες δεν δείχνουν να πονάνε και ταξιδεύουν μακριά από το άγχος της φτώχειας.


Ποιος έπαψε να κάνει όνειρα από τούτη την άγνωστη παρέα;


Πάλι καλοκαίρι, ξανά σκέψεις για παραλίες και φιδίσια ηλιοκαμμένα κορμάκια.


Κοιτάω τις τελευταίες μπουκιές από το σουβλάκι, μοιάζει πια με μαδημένο γαρύφαλλο! Ξαφνικά το μίσησα και φταίνε οι άκλαφτες-άκαφτες θερμίδες του. Αυτές δεν έκρυβαν απόλαυση, μόνο νεύρο λαιμαργίας και ύπουλης συνήθειας. Ε, το τιμώρησα λοιπόν! Το κατάπια σχεδόν αμάσητο!


Στις θάλασσες, εκεί θα κρύψουμε το παραπανίσσιο λίπος, τα ψάρια δεν κάνουν φιλικό μπούλινγκ, το θέμα είναι πως θα μπαινοβγαίνεις στο νερό!


Κάπου εκεί βγήκαν στη φόρα προτάσεις και γυαλιστερά διαφημιστικά φυλλάδια. Κάποιοι δείχνουν μακρινούς παράδεισους και άλλοι κοιτούν τις κοντινούς κρυφούς προορισμούς και κλείνουν το μάτι.


Όπως το μεγάλο ξενοδοχείο δίπλα στην Αθήνα, που κάνει προσφορά, ξαπλωστρές-γυμναστήρια-πετσέτες και πάρκινγκ μόνο 2.500 ευρώ το κεφάλι, και για όλη τη χρονιά.


Φυσικά και υπάρχει αρκετός κόσμος που διαθέτει το ρευστό, αλλιώς δεν θα γινόταν ετούτη η προσφορά. Και μάλλον η εταιρία δεν ψάχνει πελάτες μέσα στο πειραιώτικο σουβλατζίδικο.


Η τουριστική επιχείρηση απευθύνεται σε άλλες κοινωνικές ομάδες, όμως όλο το ξεχνάμε, δεν ξεκινάμε όλοι από την ίδια αφετηρία, ούτε και τερματίζουμε όλοι παρέα και αγκαλιά.


Προσπαθούν να μας πείσουν για το «κοινό καλό», για τις ανάγκες, που ωστόσο δεν ήταν ποτέ ίδιες. Και δικαιολογούν κάθε πολιτική κίνηση, κάθε σκέψη εξουσίας και νομοθετική πράξη, πίσω από τις ανάγκες του συνόλου.


Πιο σύνολο; ποιος έψαξε εκείνους που πηδούν μπαλκόνια, τις σκιές, που σιωπηλά ξεπούλησαν τα σπασμένα κομμάτια από τις ζωές τους ή τους ανώνυμους μετανάστες, που πνίγηκαν πριν πατήσουν στην Ελλάδα; Για αυτούς γίνονται όλα;


Αν υποψιαστείς ανικανότητες και πολιτικά παιγνίδια μισαλλοδοξίας, τότε...

ΣΥΡΙΖΟΤΣΑΡΛΑΤΑΝΟΠΛΗΚΤΟ ΧΡΕΟΚΟΠΗΜΕΝΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Το σαπάκι ασθενοφόρο της Κάσου ως σύμβολο ολόκληρης της συριζόπληκτης σάπιας χώρας...



Ένας γιατρός, 24 ώρες το 24ωρο, 365 μέρες τον χρόνο, μια μαμή που γίνεται νοσηλεύτρια και ότι άλλο χρειαστεί, ακόμη μια εθελόντρια νοσοκόμα, που όμως επίσημα δεν έχει βρεθεί τρόπος και νομικό πλαίσιο για να βοηθήσει!


Υπάρχουν και δυο εθελοντές οδηγοί ενός σάπιου ασθενοφόρου!


Ας μην κρύβουμε την αλήθεια, κάπως έτσι μετράει η υγεία στη μικρούλα Κάσο.


Εδώ ζούμε με εθελοντισμό, όμως οι λογαριασμοί δυστυχώς δεν πληρώνονται εθελοντικά” επαναλαμβάνει αγανακτισμένος ο εθελοντής οδηγός του ασθενοφόρου κ.Κυριάκος Ζαγοράς.


Το θέμα δεν θα είχε ενδιαφέρον για τους απέξω, όσοι ζουν χρόνο-καιρό πάνω στο νησί, μονάχα εκείνοι ξέρουν, καλύτερα νιώθουν, τη γλύκα μιας τέτοιας άγριας αρμύρας, όμως οι φωνές τους, γκρίνιες και αγωνίες, πνίγονται βαθιά μέσα στο πέλαγος, βλέπεις οι ψήφοι τους είναι πολύ λίγοι.


Αφορμή για την κουβέντα το μοναδικό ασθενοφόρο, για τα 5 χωριά και τους περίπου 1.000 μόνιμους κατοίκους, που το κακόμοιρο δεν άντεξε εκτεθημένο στο κρύο και την υγρασία και σάπισε.


Οι Κασιώτες περιμένουν δυο χρόνια να γίνει το θαύμα της αντικατάστασης, μέχρι τότε στα περιστατικά, που είναι συχνότατα,ελπίζουν να μη φύγει το παρμπρίζ, να μη ξεκολλήσει κάποια πόρτα και προς Θεού, να μη βρέχει, γιατί τότε το εσωτερικό του γεμίζει νερά και ανοίγουν ομπρέλες.


Μόλις πριν λίγες μέρες, για να μεταφερθεί ένα κοριτσάκι, ο εθελοντής οδηγός το σκούπισε και άδειασε τα νερά, ενώ στο δρόμο μέχρι το αεροδρόμιο το πρόσεχε σαν τα μάτια του.


Άραγε τι να μετράει περισσότερο, οι θεωρίες, τα λόγια και τα πολιτικά συστήματα ή μήπως η αξία της ζωής;


Ο γιατρός του νησιού, κ. Νικόλαος Σιμσιρίδης ελπίζει και μας περιγράφει την κατάσταση:

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ και ΗΡΩΪΚΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΚΡΙΤΕΣ: Κάρπαθος, σφάξε με Αγά μου ν΄αγιάσω!

*Φωτογραφία Καλλιόπη Μαλλόφτη 

ΑΡΘΡΟ ΚΑΤΑΠΕΛΤΗΣ για τους εθνικούς μας Συριζοτσαρλατάνους αλλά και για το... κράτος των Αθηνών



Εμείς, που θαλασσοπνιγόμαστε 30 ώρες για να πιάσουμε το λιμάνι της Καρπάθου ή πληρώνουμε εισιτήρια αεροπλάνων λες και ταξιδεύουμε στην κεντρική Ευρώπη.


Εμείς, που αν τύχει να αρρωστήσουμε πάνω στα 302 τετρ. χλμ. του νησιού τότε γινόμαστε καλύτεροι χριστιανοί, αφού τότε ελπίζουμε μόνο σε θαύματα.  


Όλοι εμείς, σήμερα αισθανόμαστε απερίγραπτη “περηφάνια”, για την πολιτική ηγεσία του τόπου μας, που ξεχώρισε την Κάρπαθο ακόμη κι από το μικρό πάγωμα του ΦΠΑ (την παράταση για έναν χρόνο) κι έτσι θα έχουμε τη«χαρά» να πληρώσουμε πρώτοι ακόμη περισσότερους φόρους, να αντιληφθούμε την απόλυτη έννοια της νησιωτικότητας και να νιώσουμε το πραγματικό ενδιαφέρον τον “αριστερών” που κυβερνούν τη χώρα για τους ακρίτες.


Να μυρίστηκαν άραγε τις κολαϊνες και τα θαμένα πιθάρια γεμάτα κωνσταντινάτα και χρυσά φλουριά; 


 Μάλλον όχι! Απλά εκεί δεν φτάνουν πρόσφυγες και μετανάστες, συνεπώς όλα τα προβλήματα είναι λυμένα!


Η άγονη γραμμή της Καρπάθου χτίστηκε με το αίμα των μόνιμων κατοίκων και των μεταναστών, ολάκερες γενιές πνίγηκαν στο παραμύθι της ταυτότητας!


Κι όχι άδικα, αφού η σημαία και η γλώσσα, από κοντά και η θρησκεία, δεν άφηναν περιθώρια επιλογής, εκείνοι που ρίζωσαν, μα και όσοι βρέθηκαν μακριά, όλοι ξεπούλαγαν τα νιάτα τους για να σμιλεύουν πέτρες και να κρατούν ζωντανό τον τόπο, ζούσαν με ένα όνειρο, ο μικρός βράχος που πνίγεται στο μπλε, ονείρου, ουρανού και θάλασσας, να έχει φωνή και με τα χρόνια να φτάνει όλο και πιο κοντά στο κέντρο. Και που ξέρεις κάποτε λοιπόν θα είχαμε όλοι οι πατριώτες ίδιο μπόϊ!


Αντί για όλα αυτά το νησί όλο και περισσότερο μοιάζει με μια μεγάλη ακυβέρνητη σχεδία, όσο περνά ο καιρός αδειάζει από ψυχές, ενώ ταυτόχρονα ξεμακραίνει από το Αιγαίο.


Κρίμα και ντροπή!


Κρίμα, γιατί χάθηκε ακόμη και κάθε υποψία του ψέμματος που είχαμε ανάγκη για να πορευτούμε.


Ντροπή, αφού οι πολιτικοί της συμφοράς δεν έχουν όρια στην κοροϊδία και το δούλεμα.  


Δεν έχουν ζήσει, δεν γνωρίζουν πως είναι να ζεις σε ένα νησί το καταχείμωνο, να μην έχεις δουλειά κι όταν το βλέμμα γυρνά και καρφώνει τη θάλασσα τότε να σπάει, να γίνεται χίλια κομμάτια και να ψάχνει μια μαύρη πέτρα για να ρίξει πίσω σου ή ακόμη κι όταν έχεις χτίσει βιος, μια ολόκληρη φαμίλια, να αναρωτιέσαι αν αξίζει τον κόπο, η προσπάθεια να γίνεσαι πέτρα από τις Θερμοπύλες.


Χωρίς αμφιβολία, θα...

ΕΠΟΣ ΤΟΥ '40: Βαρετά μνημόσυνα ηρώων…


«Πατέρα, υπέγραψε πια, δώσε μου την άδεια, θέλω τόσο να καταταγώ στο στρατό και να πολεμήσω… πέρασα προχθές από το Σύνταγμα και συνάντησα τυχαία το Παναγιώτη, πως έλαμπε έτσι! Σα να πέταγε μέσα στη στολή του αεροπόρου, μα δεν έχουν άδικο, όλοι μιλούν, δεν σταματούν τα παινέματα για κείνον, θέλω τόσο να μοιάσω σε έναν ήρωα«.


Ο πόλεμος βρήκε τον Γιώργη λίγο πριν την ενηλικίωση, προσπάθησε μάταια, για να φορέσει το χακί. Ποιός γονιός δεν τρέμει δεν πονά, για το παιδί του.


Ιστορίες, που τις κουκούλωσε ο χρόνος, τις σκέπασε στην αρχή ελαφριά και στο τέλος τις παράχωσε βαθιά μέσα στο χώμα.


Ο σπουδαίος αεροπόρος, της ιστορίας μας, είναι ο πιλότος Παναγιώτης Ορφανίδης, που έφτασε να δηλώσει τη γέννηση του, έναν χρόνο νωρίτερα, το 1908 αντί το 1909. Το ψέμα ήταν για να γραφτεί, κρυφά από τους γονείς του, στη σχολή αεροπορίας, στη Θεσσαλονίκη το 1926.


Τέτοιο άσβεστο πάθος για τους ουρανούς και αγάπη για τη πατρίδα, είχε ο Παναγιώτης, που με την έναρξη του πολέμου, ζητά να αγωνιστεί στη πρώτη γραμμή και σε μια αληθινά μάχιμη μονάδα.


Μετατίθεται και υπηρετεί στα ολοκαίνουρια, εγγλέζικα ελαφριά βομβαρδιαστικά, bristol blenheim, με διοικητή τον Χαράλαμπο Ποταμιάνο.


Τα νήματα της ζωής των τριών ανδρών δεν μπλέκονται πουθενά. Κανένας δεν φαίνεται να παρεμβαίνει στη διαδρομή του άλλου.


Να που όσο βγάζεις τη σκουριά του χρόνου, βρίσκεις εκείνες τις μικρές, αόρατες συγγένειες, που μας δένουν, όλους μαζί, στο ίδιο, μεσιανό κατάρτι.


Στο δικινητήριο βομβαρδιστικό, που θα απογειωνόταν στις 30/12/1940, από τη Λάρισα, θα καθόταν στο πιλοτήριο ο Ποταμιάνος. Τελευταία στιγμή άλλαξαν τα σχέδια και κάθισε ο Παναγιώτης Ορφανίδης, μαζί με τους Μιχάλη Αναστασάκη και τον Δημήτρη Γκίκα.


Το αεροπλάνο έπεσε λίγο μετά την απογείωση του, με τραγικό αποτέλεσμα να εκραγούν οι βόμβες που μετέφερε. Ο πιλότος και το πλήρωμα σκότωθηκαν επι τόπου.


Από την άλλη ο Γιώργος Γεργατσούλης, που έστειλε γράμμα στον πατέρα του,  ποτέ δεν κατάφερε να κερδίσει την έγκριση του, για να καταταγεί εθελοντής στο στρατό. Το γράμμα έφτασε στα χέρια του πατέρα μαζί με τα κακά μαντάτα, για το θάνατο του πιλότου.


Και εδώ η τύχη ξημερώθηκε αλλού:

ΚΟΙΝΩΝΙΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Πεθαίνουν, άραγε, κι φωτογραφίες;


Το ζευγάρι παντρεύτηκε με προξενειό, δεν είχε τότε πολλές κουβέντες, τους έφεραν κοντά και τους γνώρισαν πάνω στο λογοδόσημο. Στον αρρεβώνα και πάνω στα μετρήματα, στα προικιά και τις συμφωνίες, πάσχιζαν να θυμηθούν, ο ένας το όνομα του άλλου.



Όμως διόλου δε πείραζε, ήσυχοι άνθρωποι, με μπέσα και κουμάντο, δώσαν τα χέρια και έκλεισαν την υπόθεση, πάνω σε μια εξάδα πανωσέντονα και σε ένα ημίγλυκο, πορτοκαλί ξυδόκρασο, που μόνο με τη μυρωδιά σε ζάλιζε, μέσα στο πέτρινο σπιτάκι, αυτό θα γινόταν η μόνιμη φωλιά τους.



Θα ακολουθούσε ξοπίσω κι αγάπη, ο σεβασμός, έτσι λέγαν στα άβγαλτα, τα ντροπαλά παιδιά. 


Έτσι γινόταν εκείνα τα χρόνια, που περνούσες με τα ψέμματα και δεν κουβαλούσε τίποτε περιττό και ξένο, η από τότε στενή και μικρούλα ημέρα.



Τα χρόνια κυλούσαν μετρημένα, πάντα μέσα στο μικρό σπίτι, μα μπήκαν κι άλλα στόματα, μια μάντρα παιδιά, που φέραν στο αντρόγυνο χαρές, αλλά πιάσαν και κάτι στριμώγματα, που έμπασαν αναστεναγμούς, σιωπές και ατέλειωτες αγωνίες.



Όσο κυλούσε ο χρόνος, η φωτογραφία από το γάμο, έμπαινε και σε πιο βαθιά συρτάρια, τι να κάνεις μια φωτογραφία; Αφού δεν είναι παραμύθι, τι τις θέλεις βρε τις μνήμες; όταν δεν είναι φορτωμένες, σαν τηγανήτες, από ζάχαρη και μέλι.



Τα παιδιά τους ξεπουπούλιασαν και φύγαν, θαρρούσαν κι αυτά, πως θα κάναν μέσα στη ζωή, το έξι πέντε, ότι θα πιάναν από τα κέρατα το χρόνο.



Τα πρωτοπαίδια τους μάθαν γράμματα και τα υπόλοιπα πήραν το δρόμο της ξεχασμένης ξενιτιάς, ρίξαν μαύρες πέτρες στο μικρό σπιτάκι, που από τα στριφτά τσιγάρα του πατέρα, μαύρισαν οι τοίχοι, ενώ τα ξύλα στο ταβάνι, κάμαν μια κοιλιά, που φαινόταν για ετοιμόγεννο. Όμως κι αυτό δεν πείραζε κανέναν, βολικοί ανθρώποι, μόνο λίγο χώρο έψαχναν, λίγο παραπάνω περιθώριο ζωής, που αν δεν βρεθεί σαν πρέπει, πάντα σε κυνηγά, νιώθεις να πνίγεσαι κι ας κοιμάσαι μέσα σε παλάτια.


Γυρίσαν ανάσκελα τα χρόνια, μόνο το πέτρινο σπιτάκι ξέμεινε, άντεξε, κόντρα σε βροχές κι ανέμους, όλα τα άλλα, παιδιά και σκυλιά, τα ρούφηξε άπληστα ο πιο καλός γιατρός, ο χρόνος.

Ξεκλείδωσαν την ξωπορτιά με σπρωξίματα και μερικές κλωτσές, μπήκαν μέσα του οι κληρονόμοι, τα εγγόνια εκείνου του πρώτου ζευγαριού και απόρησαν με τη μαζεμένη σαβούρα, με τόσα σκατολοϊδια φορτωμένο.



Μύριζαν την ολοζώντανη υγρασία, ενώ τα μαμούνια στέκονταν και τους κοιτούσαν με δέος, τι να είναι αυτά τα άγνωστα τέρατα, θα λέγαν μέσα τους.



Σκάλισαν λίγο, ίσα για να το πουν, δεν έχει ξεμείνει τίποτε αξίας μέσα στο ερείπιο, που φέρνει μόνο φόρους και ταλαιπωρία.



Ήταν η ώρα του πια, να το γκρεμίσουν, να τελειώσουν με τούτο το πέτρινο σκουπίδι. Ώσπου έπεσαν πάνω στη φωτογραφία, την τράβηξαν κάτω από μερικά σαφρακιασμένα σεντόνια, την έφεραν στο φως και πάσχιζαν να καταλάβουν ποιούς κάδραρε ο φωτογράφος, γέλασαν αμήχανα, όλοι ήταν άγνωστοι, όλοι ξένοι, έμοιαζαν να είναι από άλλο τόπο, άλλη φυλή, άγνωστη φάρα.



Στραβομουτσούνιασαν, δεν είμασταν εμείς έτσι, εμείς είμαστε Ευρωπαίοι, απόγονοι τρανών πολιτισμών. Συμφώνησαν οι δυό τους και ξέφυγαν από τις αράχνες και τη σκόνη που έκρυβε το άθλιο παρελθόν.



Πεθαμένα κόκκαλα μωρέ, μη δίνεις σημασία, καμμιά σχέση με το σήμερα, μην ανησυχείς. 



Θαρρώ πως: 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Sushi time...


Με τη γυναίκα που θα σας περιγράψω πραγματικά τα χρειάστηκα, με μια κάμερα γίνεται ακόμη πιο σκληρό, σύνθετο και είναι πολύ πιο δύσκολο. Ευτυχώς που τα οφθαλμοσκόπια είναι ασπρόμαυρα!



Αν και συνηθίσαμε στη καταστροφή και τη κατάντια, τόσο που να πονούν περισσότερο οι συλλαβές, οι χοντροκομμένες λέξεις, παρά οι λεκέδες από καημό, που γράφονται στα ρούχα και τα πρόσωπα των γειτόνων. Έτσι το πληκτρολόγιο μοιάζει να φορά μια χοντρή κουκούλα σε όλους εκείνους που τρομάζουν στη πιθανότητα να χάσουν μια σπιθαμή αξιοπρέπειας.


Λοιπόν σαν παραμύθι δίχως δράκους, κάπου στο Πέραμα, που δεν έχει πέρασμα, όπως τραγουδά κι ο Βαγγέλης Κορακάκης, ένας από τους τελευταίους αληθινούς ρεμπέτες.


Μάνα με μια σύνταξη, θρέφει γέρους γονείς και πεθερικά, αρσενικά παιδιά, νύφες και ένα τσούρμο εγγόνια. Κάπου ξεπέφτει κι άλλη μια συνταξούλα, ετούτη αναπηρική, που δε φτάνει ούτε για τα φάρμακα, αλλά γίνεται καπνός, καλύτερα να σβήνεις γόπες από λαθραία τσιγάρα, που κάνουν πιο γλυκόπιοτα όλα τα φαρμάκια.


Ξέρω, τα έχετε ξανακούσει, τι λέω, κάθε μέρα προσπαθούν να μας αγγίξουν απλωμένα χέρια, δαχτύλια που ψαχουλεύουν  την ενσυναίσθηση και τη φιλεσπλαχνία, των από συνήθεια βιαστικών περαστικών.


Όχι, δεν στάθηκα στη φαμίλια που πνίγεται στα χρέη, ούτε στους άνεργους τσαλακωμένους γιους , που αναζητούν μαύρα μεροκάματα στη ψόφια ζώνη του Περάματος, ενώ αποφεύγουν το χασομέρι με τα παιδιά τους, μη τυχόν και τους ζητήσουν κανένα πεντάευρω.


Λίγο κόλλησα στον σύζυγο, που φορά μια παλιά ξεχυλωμένη ριγωτή πυτζάμα, ενώ παλεύει τον καρκίνο και μέσα στη πίκρα και τη αβάσταχτη ταλαιπώρια, έβγαζε  ένα σουρεαλιστικό χιούμορ πιο σπάνιο κι από τον Μπουνιουέλ στα καλύτερα του. Φώναξε τις δυο ηλικιωμένες να πάρουν θέση στο φακό, ήταν πια η ώρα τους, για να γίνουν διάσημες!


Συγκλονίστηκα με την ιστορία τους, όμως πιο μεγάλη εντύπωση άφησε ένας πρόθυμος γραμματιζούμενος περαστικός, που είχε όρεξη για εξηγήσεις. Σώνει και καλά ήθελε να μας πείσει, αφού «όλοι μαζί τα φάγαμε» και τώρα «έφτασε η τελευταία ώρα», θα πρέπει να κάνουμε κουράγιο!


Δεν δώσαμε απολύτως καμμία σημασία, προχωρήσαμε, και πάλι μας διέκοψε ένας μακροχρόνια καταθλιπτικός άνεργος. Το τοπικό γραφείο της πρόνοιας χάριζε από μια τσαντούλα ακτινίδια, είδε τη κάμερα και ήθελε να πει το πόνο του. Μήπως οι «αρμόδιοι» είχαν πρόθεση να βοηθήσουν στη καταπολέμηση της δυσκοιλιότητας;


Η άγνωστη γυναίκα της ιστορίας μας είχε κουράγια, δεν έκλαψε πάνω σε γιρλάντες αποκριάτικης μνήμης, μονάχα ψέλισε πως δυο-τρεις φορές είχε δοκιμάσει να τερματίσει τη ζωή της!  Δεν τα κατάφερε, μετά το καλοσκέφτηκε, αν «σηκωθεί και φύγει», θα πάψει και το μηνιάτικο, και τότε σίγουρα θα πεινάσουν εκείνοι που θα ξομείνουν.


Φτιάχνει ψεύτικα λουλούδια, μαζεύει ρούχα για τους άπορους και προσπαθεί να βοηθήσει εκείνους που βλέπει σε χειρότερη μοίρα.


Η ανισότητα και οι διαφορές που μπορείς να συναντήσεις δεν περιγράφονται, δεν φτάνει ένα ευρώ, μα ούτε ένας μισθός σώζει τη κατάσταση, η αλληλεγγύη μοιάζει λίγο με τη πείνα, ή τη νιώθεις να γουργουρίζει και να σε ξεσηκώνει ή δεν παίρνεις χαμπάρι, ακόμη και κανόνια να βαράνε δίπλα σου βολές.

ΠΟΛΕΜΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: "Ain Al-Hilweh" (To μάτι της όμορφης) - Mα πόσο πονάει αυτός ο κόσμος... (VIDEO)

Πώς θα φαινόταν αν τα απλωμένα ρούχα έσταζαν πάνω σε μνήματα, αν τα παιδιά πήγαιναν σχολείο και δεν υπήρχε δάσκαλος, αν ο εθελοντής γιατρός δεν είχε φάρμακα να δώσει, αν δεν υπήρχε δικαίωμα ιδιοκτησίας, ούτε και δουλειάς;
Αν ήταν όλα αυτά δεδομένα, όχι σε πολεμικές ή άλλες εντάσεις αλλά η φυσιολογική καθημερινότητα.

Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης Σάμπρα και Σατίλα, ξυπνούν τραγικές εικόνες στο μυαλό. Και βγαίνουν ακόμη μια φορά στην επιφάνεια.

Πρόκειται για τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες του Λιβάνου.

Είναι 300.000, 400.000 χιλιάδες ή περισσότεροι; 

Κανείς πραγματικά δεν γνωρίζει… Ζουν σε άθλιες συνθήκες από το 1948, μέσα σε προσφυγικούς καταυλισμούς υπό την «προστασία» του ΟΗΕ στις αραβικές χώρες, αλλά στο Λίβανο σε «ιδιαίτερες» συνθήκες εγκλεισμού και παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Οι προσφυγικοί καταυλισμοί, σωστότερα «στρατόπεδα συγκέντρωσης», είναι άλλοι παράνομοι, άλλοι νόμιμοι και έχουν το “άρωμα και τις χάρες” από τις φαβέλες τις Νοτίου Αμερικής, αλλά σε ένα ιδιόμορφο αραβικό στιλ.

Σε αρκετούς από αυτούς τους «καταυλισμούς» η είσοδος και η έξοδος επιτρέπεται μόνο για τους Παλαιστίνιους που ζουν μέσα σ’ αυτούς. Γι’ αυτούς, τους Παλαιστίνιους του Λιβάνου, η καθημερινότητα είναι μια τραγωδία, τους απαγορεύεται να ασκήσουν 70 διαφορετικά επαγγέλματα, απαγορεύεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας ή της ενοικίασης διαμερίσματος, απαγορεύεται ακόμα και η αγορά οικοδομικών υλικών, ενώ δεν έχουν πρόσβαση σε καμία κοινωνική υπηρεσία του Λιβάνου.

Το 60% είναι άνεργοι και το 70% ζει με 1 δολάριο τη μέρα που ισοδυναμεί με 1 κιλό μπανάνες. Εκπαίδευση και υγεία τους παρέχεται από τα ειδικά γραφεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες. 30 «κέντρα υγείας» (περίπου 1 γιατρός για 10.000 ανθρώπους) ενώ υπολογίζεται ότι ο ΟΗΕ ξοδεύει κάθε χρόνο για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη το απίστευτο ποσό των 35$ για κάθε Παλαιστίνιο πρόσφυγα στο Λίβανο. Σε μια εποχή που γίνεται πολύς λόγος για τους λαθρομετανάστες αν δούμε πως επιβιώνουν οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες στο Λίβανο, αν συναισθανθούμε σε κοινό χρόνο, θα συνειδητοποιήσουμε την αναγκαιότητα της προσπάθειάς τους για επιβίωση.

Ζουν μέσα στη λάσπη, ο ένας πάνω στον άλλο, κρατιούνται δεμένοι από χιλιάδες μέτρα επίγειων καλωδίων και από μνήμες που ζωντανεύουν και σφίγγουν στο μυαλό, μνήμες που οι γονείς τις παραδίδουν στα παιδιά τους ανέπαφες σαν τα κλειδιά που τους αφήνουν προίκα.

Τα κλειδιά από τα σπίτια στην Παλαιστίνη που υπάρχουν στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες και στη μνήμη. Έτσι κυλά ο χρόνος στους προσφυγικούς καταυλισμούς.
Σε μια έρευνα την ίδια περίοδο των γυρισμάτων μας (2010) το 86% των προσφύγων πιστεύει πως πλησιάζει η στιγμή της επιστροφής στην ξεχασμένη, την απαλλοτριωμένη πατρίδα τους.

Ας μην αναρωτιόμαστε, λοιπόν, γιατί υπάρχουν “τρομοκράτες”, ας αναρωτηθούμε ποιοι είναι πραγματικά οι “τρομοκράτες”.

Την ταινία τεκμηρίωσης που ολοκληρώσαμε το 2010, όταν ακόμη η χώρα μας, η Ελλάδα, έστεκε ψηλά, ούτε το μάτι των κερδοσκόπων την είχε στοχοποιήσει μα και εμείς, οι πολίτες της γυρίζαμε περήφανα το κεφάλι στην υποψία μυρωδιάς της φτώχειας. Η τραγική υπόθεση της Γάζας φέρνει νέα κύματα ξεριζωμένων.

Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά, το ντοκιμαντέρ δείχνει πως το βαρέλι που κάποιοι μας πείθουν (τουλάχιστον προσπαθούν φιλότιμα) πως έχει πάτο, κάνουν είτε λάθος, είτε δεν ανοίγουν τα μάτια στη γειτονιά μας.

Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι να κλείνουμε πόρτες μα να ανοίγουμε τα μάτια μας σε όλα αυτά που τρέχουν γύρω μας.


Υ.Γ. Ain al-Hilweh” (To μάτι της όμορφης), είναι ο μεγαλύτερος καταυλισμός Παλαιστινίων προσφύγων στον Λίβανο ( έχει περίπου 50.000 πρόσφυγες).
Έχει χαρακτηριστεί από τα λιβανέζικα Μ.Μ.Ε. ως “unlaw zone”.
Έρευνα: Νίκος Κλειτσίκας
Σπικάζ: Γιάννης Βούρος
Μοντάζ/Μιξάζ: Νικόλαος Στασινός
Κάμερα-Σκηνοθεσία: Μανώλης Δημελλάς

Η υλικοτεχνική υποστήριξη ήταν (και πάλι) μια ευγενική χορηγία του Mega Tv.
Πρώτη προβολή: Φεστιβάλ Ελληνικού Ντοκιμαντέρ Χαλκίδας 2010.
Οι φωτογραφίες είναι του φίλου Νίκου Κλειτσίκα. Μαζί ταξιδέψαμε και καταγράψαμε τη ζωή, αν είναι ζωή, των Παλαιστινίων προσφύγων του Λιβάνου…

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ:

ΘΡΗΣΚΕΙΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΑΝΘΡΩΠΟΣ: Εμείς, οι Αλιβάνιστοι…!!!


Τέτοιες, Μεγάλες μέρες, ξεπέφτουν ξέφτια μνήμης, ένα σωρό ιστορίες από περίεργους μοναχικούς τύπους. Μικρά παιδιά τους συναντούσαμε μέσα στα βιβλία κι έπειτα τρακάραμε πάνω στις ζωντανές σκιές τους, τόσο που τρομάζαμε, φουσκώναμε μπαλόνια από Θεούς και Δαίμονες. Έπειτα αφήναμε χώρο στις λατρεμένες κρυφές μας αμαρτίες, και περιμέναμε τη Σταύρωση, για να μηδενίσει πάνω στα σφαχτά, ακόμη μια φορά το ταλαίπωρο κοντέρ μας.

Πρώτος ο Παπαδιαμάντης, έγραψε στα 1902, για κείνο τον Αλιβάνιστο, που εμφανίστηκε στα ξαφνικά και μπήκε στο ξωκλήσι του χωριού του.

Ο κακόμοιρος, τον έσπασε η μοναξιά και σταυροκοπήθηκε μπροστά στον κόσμο, έτσι ξεσκεπάστηκε μια παλιά ιστορία, που τον ανάγκασε να πάρει τα βουνά.

Ένα μυστικό που δεν ήταν άλλο από τον ανομολόγητο, τον κρυφό έρωτα, που φωλιάζει στις καρδιές και παρασύρει κάθε τετραγωνισμένη σκέψη.

Εκείνα ήταν γράμματα και βιβλία, που έμπαιναν κάτω από το κυνηγητό και το Ανοιξιάτικο παιγνίδι με στρακαστρούκες από τσιμεντοσάκουλα, που όπως έσκαγαν, παρέσυραν και έκαιγαν τους ανερμάτιστους παιδικούς προβληματισμούς μας.

Έπειτα εμφανίστηκαν οι αληθινοί μύθοι για τους αλιβάνιστους.

Ένας από αυτούς κι ο Ξυλάρμενος, ο αναχωρητής κοσμοκαλόγερος, που αρνήθηκε τον κόσμο και έβαλε πλώρη για τη νότια άκρη του νησιού μου, τον Κάστελλο του Αφιάρτη. Μέσα σε μια σπηλιά με συντροφιά τα λιγοστά πράματα του πρόβατα και κατσίκια, και για συντροφιά ένα ορεξάτο ξυσμένο μολυβάκι.

Ο Νικόλας, που έγινε Ξυλάρμενος, άδειαζε το μυαλό πάνω σε ποιήματα, σε δεκαπεντασύλλαβες μαντινάδες και για κληρονομιά άφησε στίχους, που πάντα θα θυμίζουν τα καυτά του δάκρυα. Κι αυτόν τον φάγαμε, μασήσαμε ολόκληρη την υπόσταση του, μέσα στην αχόρταγη δυσπιστία μας.

Δύσπεπτες και αχώνευτες όλες αυτές, οι παιδικές στιγμές, μοιάζουν με ξύλινο γουδί, που κοπανάει και λιώνει σκελίδες από σκόρδα, έτσι και εμείς, δεν σταματούσαμε να τρίβουμε μέσα στο μυαλό, ένα σωρό από ξενόφερτους θρύλους. Παλιές και Νέες Διαθήκες και ονόματα πρωτάκουστα, να σουλατσάρουν, να μας αναντρανίζουν, και να σιγουρευόμαστε, πως όλα μοιάζουν, και που ξέρεις εσύ, μπορεί και νάναι όλα η ίδια, η μόνη αμαρτία.

Μέχρι που πέσαμε πάνω σε εκείνους τους διπλανούς μας, που ακόμη κάπου στέκουν αγωνιστές, παλεύουν μέσα στη ζωή κι όμως είναι εκείνοι οι σιωπηλοί αλιβάνιστοι, που τρόμαζαν τα μικρά μας χρόνια!

Όπως ο κυρ Φώτης, που περνούσε κάθε τόσο μπροστά από το πατρικό μου σπίτι, και δεν άκουσα ποτέ το σιδερένιο χνάρι, από τα φθαρμένα του τακούνια, κρατούσε παραμάσχαλα μια εφημερίδα και έκρυβε με διακριτικότητα τον τίτλο της. Και δεν ήταν ο «Ριζοσπάστης», φοβόταν και μόνο στη ιδέα της Δημοκρατίας, τρόμαζε να κοιτάξει πιο αριστερά, είχε αιώνια ελπίδα, πως το Κέντρο θα έφερνε τις αλλαγές και τις ισότητες. Και όταν μιλούσε για νηστείες και εβδομάδες των Παθών, έσκυβε το κεφάλι, δεν έβγαζε μιλιά, όλες οι χρονιές του ήταν φορτωμένες πάθη κι χρεωμένες αμαρτίες.

Πίστευε ο Φώτης, και κόντρα στο καθιερωμένο, πατούσε πόδι κι έκανε μια ώρα αρχύτερα τη δική του Ανάσταση, δεν περίμενε να ανάψουν βεγγαλικά, φιλούσε σταυρωτά τους δικούς του και έπιανε τα τσουγκρίσματα.

Και με τα ψέμματα φτάσαμε στα χρόνια που ανασαίνουμε, νηστεύουμε και κρυφοπροσκυνάμε, ενώ φοράμε το λατρεμένο ψηφιακό κορμάκι μας.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Τι να απέγινε το «κάνε με ‘μένα πρωθυπουργό…»;


Η συνέντευξη του Αντώνη Σαμαρά στον Γιάννη Πρετεντέρη ολοκληρώθηκε, εμείς οι τεχνικοί απομείναμε μονάχοι, να μαζεύουμε τα φώτα και τις κάμερες, από το πρωθυπουργικό γραφείο, όταν το μάτι έπεσε με θόρυβο, πάνω στην άδεια καρέκλα.  

Μα ετούτη η καλοβαλμένη, μαύρη, δερμάτινη, ψηλή και αναπαυτική, δεν είναι που μνημονεύαμε όλοι;


Ήταν εκείνες οι εποχές, που σε κάθε κριτική παίρναμε μια φανταστική θέση, στρογγυλοκαθόμασταν πάνω της και μοιράζαμε το χρήμα, σα να ήταν ψεύτικο. Άσε πια τους ρόλους, βολεύαμε συγγενείς και φίλους, αφού με τα λόγια χτίζεις πολυόροφα  ανώγια και κατώγια.


Έπειτα ψηφίζαμε τον «καταλληλότερο», για να τη παραλάβει, μαζί βέβαια με τη χώρα.  

Αλλά πάντοτε φλερτάραμε με την ιδέα,

-κάνε με εμένα πρωθυπουργό για μια μέρα, ένα μήνα, για ένα εξάμηνο και θα δεις πόσα απίδια βάνει ο σάκος…


Αλλάζουν οι καιροί, αλλάζουν και οι ανθρώποι. Όσο οι βρύσες άφηναν το ρευστό να τρέχει, κλουθούσαμε πολιτικούς και συμφωνούσαμε με τις βαρυσήμαντες δηλώσεις τους. Τότε είμασταν βαριά κομματικοποιημένοι και οι διάφοροι αναλυτές έδειχναν λαό με στέρεα πολιτική άποψη, έστω και πλανεμένη.

Κόκκινοι, πράσινοι και μπλέ, δεν άφηναν περιθώρια και χώρο στα οικόπεδα τους.


Οι όποιες κρυφές άκρες και σκοτεινές γωνιές, ήταν τόσο χορτάτες, που είχαν γίνει στρογγυλές από τη μάσα, έτσι ολοκού(β)αρες και χοντρούλες, μέσα στη χώνεψη τους, έμοιαζαν σα ναρκωμένες αρκουδίτσες.


Την ξανακοιτώ, η αίγλη, το παρελθόν, το ανάστημα των μεγάλων ιστορικών αποφάσεων, όλα μοιάζουν ξεθωριασμένα και πνιγμένα στο στλιπνό χρώμα της.


Σήμερα η πρωθυπουργική καρέκλα μοιάζει με γεροντοκόρη και κουτσή νύφη, οι κομψευόμενοι γαμπροί στρίβουν πριν τον αρραβώνα.


Ποιός θέλει, πραγματικά, να χρεωθεί τη λάβα της;


Τσιτάτα και ιδεολογίες μοιάζει να μην αγγίζουν κανέναν, όσο για συλλογική αγωνιστική διάθεση, μάλλον πάγωσε, πριν καν μπει ο χειμώνας.


Οι ευθύνες βαραίνουν πρώτα και κύρια όλους τους ιδεολογικούς μας ηγέτες, που κορόϊδεψαν και παραπλάνησαν, έπεισαν προφανώς πρώτα τους εαυτούς τους, πως όλα πάνε ρολόϊ, και στη κάθε στραβή, μάς έπειθαν, μα σίγουρα φταίνε οι όποιοι αιώνιοι αντίπαλοι.


Η καρέκλα του πρωθυπουργού δεν μοιάζει με το ανάκλιντρο του Φρόυντ, απαιτεί εδώ και τώρα απαντήσεις, λύσεις και όχι ευχολόγια και εξομολογήσεις.


Δεν φτάνουν οι ιδέες και οι ιδεοληψίες των πολιτικών, στο πεζοδρόμιο φαίνεται εμείς οι πολίτες, που τώρα πια μας λένε απολιτίκ, να αποκτάμε, αργά και ματωμένα, την αναγκαία ενσυναίσθηση: