"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΗΤΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΗΤΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Τα αίτια της πτώχευσης και τι μέλλει γενέσθαι

ΑΚΡΩΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ
Του Γεωργιου Κ. Μπητρου
Ομότιμου καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Από το 1821 μέχρι το 2008 η χώρα μας περιήλθε σε κατάσταση αδυναμίας να εκπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις πέντε φορές. Αυτό συνέβη τα έτη 1826, 1843, 1860, 1893 και 1932. 

Σε όλες τις περιπτώσεις οι Reinhart, Rogoff (2009, 91-2, 96) τεκμηριώνουν ότι υποχρεωθήκαμε σε παραχωρήσεις προς τους δανειστές μας που έφθαναν μέχρι και στην υποτέλεια στις «μεγάλες δυνάμεις». Κανονικά λοιπόν θα έπρεπε ως χώρα να έχουμε πλέον αποκτήσει τη σωφροσύνη να μην υποθηκευτούμε ξανά στους δανειστές μας. Αλλά εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι αποδειχθήκαμε επιλήσμονες και επιπόλαιοι. 

Οπότε όλους τώρα μας απασχολεί το ερώτημα: Τι μπορούμε να κάνουμε ώστε να ξανακερδίσουμε την ανεξαρτησία μας το συντομότερο δυνατό; 

Θα προσπαθήσω να το απαντήσω, αφού προηγουμένως επικεντρώσω σε δύο θέματα που προηγούνται. Αυτά είναι να εξηγήσω, πρώτον, τι ακριβώς συνέβη και, δεύτερον, γιατί φτάσαμε εδώ που βρισκόμαστε.

Πώς ήλθαν τα πάνω-κάτω
Πριν από το 1974 η Ελλάδα διέθετε την πλέον ταχύρρυθμα αναπτυσσόμενη οικονομία της Ευρώπης. Χωρίς αμφιβολία ήταν η Τίγρης της Ευρώπης. Ως τέτοια πέτυχε: 

Υψηλότατη οικονομική ανάπτυξη (≈ 7%, 1954-1973). 
Ζηλευτή σταθερότητα τιμών (≤2,5%). 
Θεαματική συρρίκνωση της ανεργίας (≤2,5%). 
Ισοζύγιο πληρωμών σε διαχειρίσιμη ισορροπία. 
Βελτίωση και επέκταση των κοινωνικών υπηρεσιών. 
Ελάχιστο δημόσιο χρέος (≤12,5% του ΑΕΠ το 1974).

Μετά το 1974 η κατάσταση άρχισε να χειροτερεύει, στην αρχή συγκρατημένα και στη συνέχεια γρήγορα. Κατά την περίοδο 1974-2008: 

Η οικονομική ανάπτυξη έπεσε στο ένα τρίτο (≈ 2,4%). 
Ο πληθωρισμός ήταν από 2πλάσιος μέχρι 4πλάσιος του μέσου ευρωπαϊκού. 
Η ανεργία την περίοδο 1980-2000 υπερδιπλασιάστηκε (≈ 6%), ενώ τη δεκαετία του 2000 σχεδόν τετραπλασιάστηκε (≈ 9%).
Τα ελλείμματα στο ισοζύγιο πληρωμών έγιναν εκρηκτικά και συγκρατήθηκαν μόνο χάρη στην τεράστια βοήθεια από την Ε.Ε.
Τα δημόσια ελλείμματα ανέβασαν το δημόσιο χρέος σε αυτοτροφοδοτούμενο ύψος (≈ 125% του ΑΕΠ το 2008).

Οπότε, τελικά, από το 2009 περιήλθαμε υπό την οικονομική κηδεμονία των πιστωτών μας.

Κάποιοι οικονομολόγοι ίσως σκεφτούν ότι το πιο πάνω εκπληκτικό πισωγύρισμα συνέβη γιατί πριν από το 1974 η ελληνική οικονομία ήταν οιονεί κλειστή, ενώ μετά την πλήρη ένταξη της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση (Ε.Ε.) το 1981, ανοίχθηκε στον διεθνή ανταγωνισμό. Ομως, γνωρίζουμε ότι, κατά τη δεκαετία 1974-84, η δασμολογική προστασία των εγχώριων παραγωγικών δραστηριοτήτων δεν μειώθηκε και εντούτοις σε μέσους όρους όλοι οι κρίσιμοι δείκτες χειροτέρευσαν δραστικά. Γι’ αυτό, κατά την άποψή μου, το πισωγύρισμα μετά το 1974 οφείλεται, κατά κύριο λόγο, αν όχι αποκλειστικά, σε τρεις ομάδες άλλων παραγόντων. 

Η πρώτη και η πλέον σημαντική έχει να κάνει με την αντιαναπτυξιακή στροφή που πήραν οι θεσμοί του κράτους μετά τη θέσπιση του Συντάγματος του 1975. 

Η δεύτερη σχετίζεται με τις ανεξέλεγκτες δυσπλασίες που αναπτύχθηκαν στον χώρο της δημόσιας διοίκησης και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα λόγω του πλειοδοτικού κομματικού ανταγωνισμού. 

Η τρίτη ομάδα αρνητικών παραγόντων πηγάζει από τις οικονομικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν. 

Για επιβεβαίωση, επικαλούμαι τους ακόλουθους τεκμηριωμένους συλλογισμούς:

Πριν από το 1974 το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα ήταν φιλικό προς την επιχειρηματικότητα, εγχώρια και ξένη.  

Η δημόσια διοίκηση είχε τα χάλια της, αλλά καθώς ήταν οργανωμένη ιεραρχικά, δεν είχε μεγάλα περιθώρια να κωλυσιεργεί και να διαπλέκεται. Οι δημοσιονομικές πολιτικές, αν και προσανατολισμένες στη δημόσια κατανάλωση, κάλυπταν τις ανάγκες των ιδιωτικών επενδύσεων σε δημόσιες υποδομές. Η νομισματική πολιτική στόχευε στη σταθερότητα των τιμών, ενώ η αναποτελεσματικότητα που πήγαζε από την έλλειψη ανταγωνισμού στις επιμέρους αγορές ήταν συγκρατημένη. Επομένως, τουλάχιστον το θεσμικό περιβάλλον και οι μακροοικονομικές πολιτικές λειτουργούσαν φιλικά προς την οικονομική ανάπτυξη και επέφεραν αναπτυξιακά αποτελέσματα τα οποία αντιστάθμιζαν κατά πολύ τις όποιες αρνητικές επιπτώσεις ασκούνταν από την πλημμελή λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και τις στρεβλώσεις που εισήγαγαν στη δομή της οικονομίας οι μικροοικονομικές και οι διαρθρωτικές πολιτικές.

Μετά το 1974, το επιχειρηματικό περιβάλλον άλλαξε άρδην. Από τη μια μεριά, το Σύνταγμα του 1975, οι εθνικοποιήσεις μεγάλων επιχειρήσεων και οι ρυθμίσεις μιας οιονεί κεντρικά διευθυνόμενης οικονομίας που εισήγαγε η Ν.Δ. ως κυβέρνηση, και από την άλλη, με τις δεσμεύσεις για την εγκατάσταση σοσιαλισμού «τρίτου δρόμου» και τις άλλες διακηρύξεις του Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ, ως αξιωματικής αντιπολίτευσης, το κράτος έγινε από ανταγωνιστικό έως και εχθρικό προς την επιχειρηματικότητα. Επιπλέον, η Δημοκρατία, τύποις και ουσία, υποκαταστάθηκε από την κομματοκρατία. Η δημόσια διοίκηση με τις μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε το ΠΑΣΟΚ το 1985 διαλύθηκε, ενώ ο κ. Ανδ. Παπανδρέου ως πρωθυπουργός έκανε ακριβώς τα αντίθετα όσων υποστήριζε δύο δεκαετίες νωρίτερα στο βιβλίο του Papandreou (1962, 103-105). Η δημοσιονομική πολιτική προσανατολίστηκε κυρίως στη δημόσια κατανάλωση σε βάρος των επενδύσεων σε υποδομές. Οι συνολικές και οι ιδιωτικές επενδύσεις ως ποσοστό στο ΑΕΠ μπήκαν σε μακροχρόνια πτωτική τάση. Οι ξένες επιχειρήσεις άρχισαν να εγκαταλείπουν την Ελλάδα και οι ελληνικές επιχειρήσεις να φεύγουν και να εγκαθίστανται σε γειτονικές χώρες, και γενικά η φθίνουσα πορεία της χώρας εξελίχθηκε όπως ακριβώς προβλεπόταν από τους οικονομολόγους, τις εργασίες των οποίων συμπεριλάβαμε στο Μπήτρος, Κολλίντζας (1992). Με άλλα λόγια, μετά το 1974, όλοι οι θεσμικοί παράγοντες και οι μακροοικονομικές πολιτικές που πριν ευνοούσαν την οικονομική ανάπτυξη αντιστράφηκαν, ενώ η δημόσια διοίκηση και οι διαρθρωτικές πολιτικές που λειτουργούσαν ανέκαθεν επιβραδυντικά ενισχύθηκαν, χωρίς περίσκεψη, από τις κυβερνήσεις της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ. Μάλιστα, δεδομένου ότι μετά το 1984 προστέθηκε στους αρνητικούς παράγοντες και ο βαθμιαίος δασμολογικός αφοπλισμός έναντι των χωρών της Ε.Ε., η καθίζηση της οικονομικής ανάπτυξης έγινε μονόδρομος.

Στην πραγματικότητα, η πορεία προς τη σημερινή κατάληξη άρχισε πολύ πριν από το 1974. Πιο συγκεκριμένα, άρχισε από τις αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν αποφασίστηκε η οικονομική ανάπτυξη να επιδιωχθεί μέσα από την υποκατάσταση των εισαγωγών. Εξαιτίας αυτής της επιλογής, με εξαίρεση τους κλάδους της ναυτιλίας και του τουρισμού, όπου οι επιχειρηματίες εκ του αντικειμένου τους έπρεπε να παλέψουν στις διεθνείς αγορές για να κερδίσουν ζωτικό χώρο, οι φιλοδοξίες, τα σχέδια και το πεδίο δράσης της ελληνικής επιχειρηματικότητας περιορίστηκαν στο μικρό μέγεθος των αγορών της ελληνικής οικονομίας. Αυτή η επισήμανση συνεπάγεται ότι το πρότυπο ανάπτυξης που υιοθετήσαμε εξέθρεψε διαχρονικά μια κλειστοφοβική επιχειρηματικότητα, με αμυντικό προσανατολισμό και με βαθιές εξαρτήσεις από το πολιτικό σύστημα, μέσω του κρατικοποιημένου τραπεζικού συστήματος. 

Σε αντίθεση με εμάς, τόσο ανόμοιες χώρες όσο π.χ. η Γερμανία, η Ταϊβάν, η Σιγκαπούρη και η Νότια Κορέα, όλες βρήκαν τον δρόμο για μεγάλη και διαρκή οικονομική ανάπτυξη κατά τη μεταπολεμική περίοδο με βάση αναπτυξιακά πρότυπα που βασίζονταν στις εξαγωγές και στη διεθνή ανταγωνιστικότητα. 

Τι θα είχε συμβεί αν είχαμε ακολουθήσει το παράδειγμά τους;