"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗΣ Π.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗΣ Π.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Ανολοκλήρωτη υπόθεση η κατάρρευση της ΕΣΣΔ;

 
Γράφει ο καθηγητής Π.Κ. Ιωακειμίδης 
Πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ και μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής του FEPS και ΕΛΙΑΜΕΠ. Από τις εκδόσεις Θεμέλιο κυκλοφορεί το τελευταίο του βιβλίο «Επιτεύγματα και στρατηγικά λάθη της εξωτερικής πολιτικής της Μεταπολίτευσης»


Ηταν η κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης (ΕΣΣΔ – Ενωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών) πριν από ακριβώς τριάντα χρόνια «η μεγαλύτερη καταστροφή του εικοστού αιώνα» όπως τη θεωρεί ο σημερινός ηγέτης της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν; 

Ανεξάρτητα από τη θετική ή αρνητική απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα περί «καταστροφής», το τέλος της τότε δεύτερης υπερδύναμης ήταν οπωσδήποτε το τέλος ενός σοσιαλιστικού ονείρου για ορισμένους ή ενός ολοκληρωτικού εφιάλτη για κάποιους άλλους. 

Το όνειρο του (υπαρκτού) σοσιαλισμού που είχαν χιλιάδες στην Ευρώπη και όχι μόνο και που είχε γοητεύσει κορυφαίους διανοουμένους – από τον Γ. Ρίτσο μέχρι τον Ζαν Πολ Σαρτρ – και στο οποίο είχαν αντιταχθεί άλλοι (Ρ. Αρόν π.χ.) καθώς θεωρούσαν ότι η Σοβιετική Ενωση δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια ολοκληρωτική βαρβαρότητα με τον σταλινισμό ως την πλέον τοξική έκφρασή της. 

Εχουν γραφτεί χιλιάδες (κυριολεκτικά) έργα, βιβλία, αναλύσεις, δοκίμια για τα «έργα και ημέρες» της εβδομηκονταετούς σχεδόν ιστορίας της Σοβιετικής Ενωσης, από την εγκαθίδρυσή της το 1922 μέχρι την πτώση της τα Χριστούγεννα 1991 – για την εσωτερική καταπίεση, για τα «γκουλάγκ» και την εξόντωση των αντιφρονούντων, για τον ρόλο της στην έναρξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και τον ηρωισμό της και τις θυσίες που κατέβαλε για την ήττα του ναζισμού, για την επικυριαρχία που επέβαλε στην Ανατολική Ευρώπη και την κατάπνιξη κάθε (δημοκρατικής) εξέγερσης (Ουγγαρία 1956, Τσεχία 1968, κ.ά.), για την «ισορροπία του τρόμου» με τις ΗΠΑ και τον Ψυχρό Πόλεμο που γέννησε. Για τις ελπίδες που γέννησε και τις μεγάλες πικρίες και ματαιώσεις στις οποίες κατέληξε. 

«Οταν το βράδυ στις 7.32 της 25ης Δεκεμβρίου 1991 κατέβηκε η σοβιετική κόκκινη σημαία από το Κρεμλίνο και υψώθηκε η τρίχρωμη ρωσική σηματοδοτώντας και το τυπικό τέλος της Σοβιετικής Ενωσης δάκρυσα» μου έλεγε ο Λεωνίδας Κύρκος. «Δάκρυσα από λύπη και κρυφή χαρά μέσα μου. Τελείωσε μια εποχή, έσβησε οριστικά ένα όνειρο. Τελείωσε όμως και ένας εφιάλτης».  

Οι μεταρρυθμίσεις που επιχείρησε ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στη δεκαετία 1980 δεν μπορούσαν να τη διασώσουν. Γιατί δεν μπορούσαν να τη μεταρρυθμίσουν. Το σύστημα δεν ήταν μεταρρυθμίσιμο.

Τελείωσε όμως; 

Στο τρέχον εορταστικό τεύχος του Economist δημοσιεύεται ένα εξαιρετικό δοκίμιο με τον τίτλο «Η ανολοκλήρωτη υπόθεση» («Unfinished Business») αναφερόμενο στην πτώση της Σοβιετικής Ενωσης τριάντα χρόνια πριν. Καταγράφονται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες συμφωνήθηκε η διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης μεταξύ των τότε ηγετών Ουκρανίας (Λ. Κραβτσούκ), Λευκορωσίας (Στανισλάβ Σούσκεβιτς) και Ρωσίας Μπόρις Γέλτσιν ενώ ο Γκορμπατσόφ ως πρόεδρος της Σοβιετικής Ενωσης ήλπιζε ακόμη ότι θα μπορούσε να περισώσει κάτι από την ομοσπονδιακή οντότητα. Δεν περισώθηκε τίποτα. Οι δεκαπέντε οντότητες που συγκροτούσαν τη Σοβιετική Ενωση, από την Ουκρανία μέχρι το Καζακστάν, ακολούθησαν τον δρόμο της ανεξαρτησίας τους. Και βέβαια η ίδια η Ρωσία με πρόεδρο τον Μπόρις Γέλτσιν. 

Το δοκίμιο υπενθυμίζει και τη γνωστή θέση του Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, ότι δηλαδή «η Ρωσία μπορεί να είναι είτε μια Αυτοκρατορία είτε μια Δημοκρατία. Δεν μπορεί να είναι και τα δύο ταυτόχρονα». Και εδώ βρισκόμαστε ακριβώς τώρα. Η Ρωσία κάτω από τον Γέλτσιν επιχείρησε τη στρατηγική της δημοκρατίας, να γίνει λίγο – πολύ μια φιλελεύθερη ανοιχτή πολιτεία και κοινωνία όπως πάνω – κάτω οι δυτικές κοινωνίες, έστω κι αν η ρωσική πολιτιστική παράδοση δεν ήταν και ιδιαίτερα ευνοϊκή για κάτι τέτοιο. Το επιχείρησε αδέξια όσο αδέξιος ήταν και ο Γέλτσιν στην προσωπική του συμπεριφορά. Ηταν η περίοδος (δεκαετία 1990) που η Ρωσία σκεπτόταν σοβαρά την ένταξη στο ΝΑΤΟ αλλά και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Αλλωστε είχε επιδοκιμάσει τον δρόμο προς τους ευρωατλαντικούς θεσμούς που πήραν οι (πρώην) χώρες της Αν. Ευρώπης υπό την επικυριαρχία της, περιλαμβανομένων και των τριών βαλτικών δημοκρατιών – πρώην συνιστωσών της Σοβιετικής Ενωσης (Εσθονία, Λιθουανία, Λετονία). Και η Δύση περιχαρής ονειρευόταν το «Τέλος της Ιστορίας». Μία Ευρώπη free and whole (G. Bush), «ελεύθερη και ενωμένη» με τη Ρωσία ως μέλος της! Τι αφέλεια…

Η στρατηγική (Γέλτσιν) για μια δημοκρατική Ρωσία περίπου δυτικού τύπου ήταν για πολλούς καταδικασμένη σε αποτυχία. Το πείραμα «Ρωσική Δημοκρατία» τερματίστηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1999 όταν παραιτήθηκε ο Γέλτσιν και ανέλαβε πρόεδρος ο Βλαντίμιρ Πούτιν, ένας πρώην αξιωματούχος της Κα Γκε Μπε (KGB), ο οποίος αρχικά διακρίθηκε στη γενέτειρα πόλη του, το Λένινγκραντ/Αγία Πετρούπολη, πριν εγκατασταθεί στη Μόσχα το 1996 και διεισδύσει στην κυβερνητική παρέα. Ως άνθρωπος των μυστικών υπηρεσιών ο Πούτιν γνώριζε καλά ένα πράγμα, την έννοια της ισχύος στο εσωτερικό και εξωτερικό.

Ισχύς χωρίς «περιττούς» περιορισμούς. Και με την άνοδό του στην εξουσία – που νομιμοποιήθηκε με διαδοχικές εκλογές αμφίβολης εγκυρότητας είτε στον ρόλο του προέδρου είτε του πρωθυπουργού για κάποια περίοδο (2008 – 2012) – ο Πούτιν έθεσε ουσιαστικά ως στόχο να διορθώσει τη «μεγάλη καταστροφή» του εικοστού αιώνα, να επανασυστήσει δηλαδή τη Σοβιετική Αυτοκρατορία ως Ρωσική Αυτοκρατορία με ισχυρό αντιδυτικό προσανατολισμό, έστω κι αν οικονομικά και τεχνολογικά ήταν ασθενής (αντίθετα με την Κίνα). Γιατί εάν υπάρχει κάποιο ιδεολογικό αξιακό στοιχείο στη στρατηγική Πούτιν για τη Ρωσική Αυτοκρατορία αυτό είναι ο τοξικός αντι-δυτικισμός και η αποθέωση της ρωσικής πολιτιστικής παράδοσης, περιλαμβανομένης και της ορθόδοξης θρησκευτικής λατρείας. Ο Πούτιν θεωρεί τη Δύση (περιλαμβανομένων των ΗΠΑ) παρηκμασμένη, ανήθικη, σε κατάσταση αποσύνθεσης, κ.λπ.

Αξιοποιώντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που έχει, όπως η Ρωσία – μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας με δικαίωμα βέτο, ισχυρό πυρηνικό οπλοστάσιο, πλούσιοι ενεργειακοί πόροι (φυσικό αέριο, κ.λπ.) από τους οποίους εξαρτάται κυρίως η Ευρώπη, ο Πούτιν στα είκοσι ένα χρόνια του στην εξουσία έχει πράγματι αποκαταστήσει τον ρόλο της Ρωσίας ως υπολογίσιμης δύναμης σε παγκόσμια κλίμακα και την έχει θέσει στον δρόμο της Αυτοκρατορίας. Και στη διαδικασία αυτή «δικαίωσε» τον αφορισμό του Μπρεζίνσκι – η Ρωσία κατέλυσε τα βασικά απαιτούμενα μιας δημοκρατίας.

Εγινε και γίνεται βαθύτερα ένα αυταρχικό κράτος με λίγο – πολύ προσωποπαγή εξουσία. 

Στον δρόμο προς την Αυτοκρατορία διεξήγαγε τουλάχιστον δύο πολέμους – Γεωργία (2008), Ουκρανία (2014) – και προσάρτησε μια ολόκληρη περιοχή (Κριμαία) αλλάζοντας βίαια για πρώτη φορά τα μεταπολεμικά ευρωπαϊκά σύνορα. Και έχει επέμβει σε σειρά άλλων περιπτώσεων (Συρία, Λιβύη ή ηλεκτρονικά ακόμη και στις ΗΠΑ, κ.α.). Ενώ έχει καταστήσει σαφές ότι δεν θα επιτρέψει σε χώρες όπως Ουκρανία και Γεωργία να προσχωρήσουν στο ΝΑΤΟ ή στην ΕΕ.

Το αντίθετο, ζητεί τώρα νομικές εγγυήσεις ότι το ΝΑΤΟ ουδέποτε θα τις δεχθεί ως μέλη του και μια σειρά άλλων δεσμεύσεων που ισοδυναμούν ουσιαστικά με αναγνώριση από τη Δύση ότι οι χώρες αυτές (το near abroad) ανήκουν στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας ή καλύτερα στην υπό ανασύσταση Ρωσική Αυτοκρατορία.  

Το εάν η Δύση θα δεχθεί αυτή την επιστροφή στο παρελθόν είναι ένα δύσκολο ερώτημα για απάντηση. Αλλά...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΨΩΝΙΣΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το τέλος του ελληνικού εξαιρετισμού;

Γράφει ο  Π. Κ. Ιωακειμίδης 
Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του FEPS.


Εφθασε το τέλος του ελληνικού «εξαιρετισμού» (exceptionalism) ως μιας κυρίαρχης τάσης του ελληνικού χώρου;  


Οσο δυσάρεστο κι αν είναι, όσο κι αν ορισμένοι αναλυτές το αρνούνται, το φαινόμενο υπήρξε πραγματικό και καθοριστικό για την ελληνική συμπεριφορά, διαδικασία οικοδόμησης σχέσεων και ειδικότερα διαμόρφωσης των εξωτερικών σχέσεων και πολιτικής της χώρας αλλά και διαμόρφωσης του ελληνικού σχηματισμού γενικότερα. Και το φαινόμενο αυτό λέγεται ελληνικός εξαιρετισμός. Ή με άλλα λόγια το γεγονός ότι η χώρα ή ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής ελίτ και μέρος των κοινωνικών στρωμάτων θεώρησαν πως η Ελλάδα είναι μια ιδιαίτερη, εξαιρετική περίπτωση στο παγκόσμιο σύστημα. 


Η θεώρηση-αντίληψη αυτή «πήγαινε» πολύ πιο πέρα από την απλή αναγνώριση ότι η κάθε χώρα ως εθνική οντότητα συνιστά λίγο-πολύ μια ξεχωριστή περίπτωση με ειδικότερα πολιτιστικά, ταυτοτικά χαρακτηριστικά. «Πήγαινε» προς την κατεύθυνση της εννοιολόγησης της Ελλάδας ως «υπερέχουσας, περιούσιας χώρας» λόγω βεβαίως του κλασικού πολιτισμού που «έδωσε τα φώτα στην ανθρωπότητα» και χωρίς την οποία δεν θα υπήρχε ίσως – σε μια ακραία εκδοχή – σύγχρονος πολιτισμός («όταν η Ελλάδα έχτιζε Παρθενώνες, οι άλλοι ήσαν στα δένδρα, έτρωγαν βαλανίδια» κατά τη γνωστή διατύπωση). 


Η εννοιολόγηση βεβαίως αυτή κατέληξε στον ελληνοκεντρισμό, στην πρόσληψη της Ελλάδας ως του «κέντρου του κόσμου» ή του «ομφαλού της Γης».

 
Η πρόσληψη αυτή παρήγαγε δύο βασικές και εξόχως ζημιογόνες συνέπειες: 


Πρώτον, θεωρούσαμε ότι επειδή η Ελλάδα ήταν η υπερέχουσα χώρα, το κέντρο του κόσμου, η υπόλοιπη ανθρωπότητα όφειλε να γνωρίζει τα προβλήματά της, να τη στηρίζει και να της συμπαραστέκεται, να την προστατεύει ενίοτε (όθεν και οι «προστάτιδες δυνάμεις»). Θεωρούσαμε κάπως αξιωματικά ότι οι μεγάλες πρωτεύουσες (Ουάσιγκτον, Λονδίνο, Παρίσι κ.ά.) όφειλαν να γνωρίζουν την ελληνική agenda και να τη στηρίζουν, καθώς εξέφραζε «τα δίκαια της Ελλάδας» κυρίως στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Και επομένως η Ελλάδα δεν χρειαζόταν ούτε να ενημερώσει ούτε να εξηγήσει ορθολογικά τα προβλήματα και τις προτεραιότητές της. 



Η δεύτερη συνέπεια ήταν ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση, αν και η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Θεωρούσαμε ότι επειδή η Ελλάδα ήταν «η υπερέχουσα χώρα, το κέντρο του κόσμου» με το πλούσιο φυσικό περιβάλλον και πολιτιστική κληρονομιά, όλος ο υπόλοιπος κόσμος τη ζήλευε και αναποφεύκτως την επιβουλευόταν. Ετσι δημιουργήθηκε το σύνδρομο της εξαρτημένης, υποτελούς και σταθερά αδικημένης χώρας, στην πεποίθηση, όπως το διατύπωσε ο Ν. Σβορώνος, ότι «η πολιτική εξέλιξη της Ελλάδας καθορίζεται ερήμην των Ελλήνων και η τύχη της παίζεται αλλού». 


Η Ελλάδα ως «εξαρτημένη χώρα» αποτέλεσε το κύριο εργαλείο ανάλυσης μιας ολόκληρης σχολής σκέψης για δεκαετίες αλλά και τη βάση πολιτικών προσεγγίσεων.  

Η αρχική αντίθεση λ.χ. του ΠαΣοΚ στην ένταξη στην τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) στηρίχθηκε ακριβώς στην έννοια της εξάρτησης και στην υπόθεση ότι η ένταξη θα παγίωνε το καθεστώς αυτό. (Για τη σημασία της εξάρτησης ως ερμηνευτικού εργαλείου βλέπε και την έξοχη ανάλυση του Γ. Βούλγαρη, «Ελλάδα: μια χώρα παραδόξως νεωτερική», Πόλις, 2019). Η τελική επωδός του συνδρόμου αυτού ήταν βεβαίως ότι «για όλα τα δεινά της χώρας ευθύνονταν οι ξένοι», οι οποίοι μπορεί να έφθαναν και μέχρι του σημείου να μας… ψεκάζουν για να υποκύψουμε στις… άνομες επιλογές τους!

 
Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης ο ελληνικός εξαιρετισμός εκφράστηκε με την προβολή της Ελλάδας ως «ειδικής περίπτωσης» που χρειάζεται ειδική μεταχείριση, με ειδικά προγράμματα, χρηματοδοτήσεις και αποκλίσεις από την εφαρμογή των κανόνων, του κεκτημένου. Ουσιαστικά η Ελλάδα ξεκίνησε τη διαδρομή της στην Ενωση ως ειδική περίπτωση, όπως αποτυπώθηκε στο πρωτόκολλο αρ. 7 της Πράξης Προσχώρησης και αργότερα (Μάρτιος 1982) στο Μνημόνιο που η τότε κυβέρνηση υπέβαλε στην ΕΕ. Ακολούθησε βεβαίως και πληθώρα άλλων περιπτώσεων που ουσιαστικά είχαν μια κοινή κατάληξη: μέσω της αναγνώρισής της ως ειδικής περίπτωσης η Ελλάδα απέφευγε να προχωρήσει στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και προσαρμογές. Το αποτέλεσμα υπήρξε ως γνωστόν η δεινή κρίση του 2010 και τα όσα ακολούθησαν που επέτρεψαν στους Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και Κλάους Ρέγκλινγκ να περιγράφουν την Ελλάδα ως«μοναδική, ειδική περίπτωση κράτους-μέλους» (αναλύω όλες αυτές τις πτυχές στο βιβλίο μου «Ελλάδα – Ευρωπαϊκή Ενωση, Τρία λάθη και πέντε μύθοι», Θεμέλιο, 2018).

 
Εκτιμώ ότι το φαινόμενο του ελληνικού εξαιρετισμού σε όλες του τις εκδοχές έφθασε στο τέλος του (έστω κι αν επιβιώνουν κάποιοι θύλακές του).  


Η κρίση υπήρξε το καταλυτικό γεγονός μαζί με την εμπειρία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. 


Ως καταληκτική ημερομηνία του τέλους του εξαιρετισμού μπορεί να θεωρηθούν οι εκλογές της 7ης Ιουλίου. Η κρίση και η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ παρήγαγαν αυτογνωσία, διέλυσαν μύθους, απογύμνωσαν ιδεοληψίες, προσγείωσαν αιθεροβάμονες, ξεσκέπασαν ανορθολογισμούς, αποκάλυψαν αλήθειες. Και η σημαντικότερη αλήθεια είναι ότι...

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΣΑΡΛΑΤΑΝΟΙ - ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ: Αν σήμερα διάβαζε Καβάφη...

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Γράφει ο Παναγιώτης Κ. Ιωακειμίδης 
Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
«Σαστίσαμε στην Αντιόχειαν όταν μάθαμε τα νέα καμώματα του Ιουλιανού». 


Αλήθεια, αν υποθέσουμε ότι ως ένας σύγχρονος «Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης» διάβαζε αυτή την περίοδο Κ. Καβάφη, σε ποιους στίχους θα σταματούσε να στοχαστεί, με ποιες σκέψεις και ποιες αντιδράσεις και ίσως εξομολογήσεις;  


Με ποιους στίχους θα μπορούσε  να ταυτισθεί θεωρώντας ότι τον εκφράζουν στην κατάσταση που βρίσκεται; 


Πιθανολογώ αυθαιρέτως ότι ενδόμυχα ίσως με  τους στίχους που παραθέτω πιο κάτω από δέκα ξεχωριστά ποιήματα με τις αντίστοιχες ίσως ψυχικές αντιδράσεις (όλα αυθαιρέτως βεβαίως, γιατί  πρώτα απ' όλα δεν είναι καθόλου γνωστόν αν ο «Ηγεμών» διαβάζει ποίηση, έστω και την ποίηση του Κ. Καβάφη η οποία τον απαθανάτισε με τόσο σαρκαστικό λυρισμό και  που η (κακή;) μοίρα θέλησε  να διατείνονται ότι τη  διαβάζουν όλοι σχεδόν οι Ελληνες, με τα γνωστά αποτελέσματα).  Ο «Ηγεμών» λοιπόν...


1. Θα ζητούσε αυθορμήτως ίσως συγγνώμη για τα πολλά ψέματα που είπε  και τις αυταπάτες που είχε  ομολογώντας ότι «Κάθε του προσδοκία βγήκε λανθασμένη / Φαντάζονταν έργα να κάμει ξακουστά / Και τώρα; Τώρα απελπισία και καϋμός...» («Δημητρίου Σωτήρος, 162-150 π.Χ.»).


2. Θα ανησυχούσε μήπως «κ' οι Αλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό / ως είναι το συνήθειο τους οι απαίσιοι» καθώς ο «Ηγεμών» «Μήτε βαθύς στις σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε / Ενας τυχαίος, αστείος άνθρωπος / πήρε όνομα Ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Ελληνας / έμαθε πάνω κάτω σαν τους Ελληνας να φέρεται / κ' έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι / μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά...» («Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης»). 


3. Θα επισκοπούσε τον περίγυρό του και θα διαπίστωνε  ότι «Ηταν ο Επαρχος μωρός / κ' οι πέριξ του ξόανα επίσημα και σοβαροφανή / τρισβάρβαρα τα ελληνικά των οι άθλιοι» (από τη «Σχολήν του Περιώνυμου Φιλοσόφου»).
 

4. Σε ένα ακόμη ίσως τηλέφωνο στην κυρία Α. Μέρκελ θα διερωτάτο: «Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τους βαρβάρους; / Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις» («Περιμένοντας τους Βαρβάρους»). 


5. Και θα μονολογούσε αυτάρεσκα ίσως: «Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος / για τα ωραία και μεγάλα έργα / η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα / ενθάρρυνσι κ' επιτυχία να σου αρνείται / να σ' εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες / και μικροπρέπειες κι αδιαφορίες / Και τι φρίκη η μέρα που ενδίδεις (η μέρα που αφέθηκες κ' ενδίδεις) / και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα (διάβαζε, π.χ., Βερολίνο) / και πιαίνεις στον μονάρχην Αρταξέρξη (διάβαζε, π.χ., Α. Μέρκελ) που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του / και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια...» («Η Σατραπεία»).


6. Αλλά «Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή / Και τις φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις / αν δεν μπορείς με δισταγμό και προφυλάξεις / να τες ακολουθείς. Κι' όσο εμπροστά προβαίνεις / τόσο εξεταστική προσεκτική να είσαι / Κι όταν φθάσεις στην ακμή σου, Καίσαρ πια/ έτσι περιώνυμου ανθρώπου σχήμα όταν λάβεις / τότε κυρίως πρόσεξε σαν βγεις στον δρόμον έξω / εξουσιαστής περίβλεπτος με συνοδεία / αν τύχει και σε πλησιάσει από τον όχλο κανένας Αρτεμίδωρος...» («Μάρτιαι Ειδοί»). 


7. Και όλα αυτά «Μέσα στον φόβο και στες υποψίες, / με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια, / λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε / για ν' αποφύγουμε τον βέβαιο τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί. / Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν' αυτός στον δρόμο / ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα (ή δεν τ' ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά). Αλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν, / εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας, / κι ανέτοιμους - πού πια καιρός - μας συνεπαίρνει» («Τελειωμένα»). 


8. Η... αυτοεκτίμησή του όμως παραμένει. «Οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν / Στα σοβαρά ήμουν πάντοτε / επιμελέστατος. Και θα επιμείνω / ότι κανείς καλύτερα μου δεν γνωρίζει / Πατέρας ή Γραφάς (διάβαζε, π.χ., Μαρξ και Κεφάλαιο) ή τους Κανόνας των Συνόδων (διάβαζε, π.χ., κομματικά συνέδρια)» («Βυζαντινός Αρχων, Εξόριστος Στιχουργών»), όμως...



9. «Ομως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω / στα τείχη άρχισεν ήδη ο θρήνος / των ημερών μας αναμνήσεις κλαίν κ' αισθήματα»  («Τρώες»).


10.  Γι' αυτό «Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος / αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που φεύγει»  («Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον»).


Αλλά μήπως τελικά θα ήταν καλύτερο...

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Πέντε μαθήματα του ΣΥΡΙΖΑ από την Ευρώπη

EΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Του Παναγιώτη Κ. Ιωακειμίδη 
Ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 
Επειτα από έναν χρόνο στην εξουσία και εμπλοκή του με τη διαπραγμάτευση, ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να πήρε τουλάχιστον πέντε μαθήματα από την Ευρώπη:


 
Πρώτον, η Ευρώπη (Ευρωπαϊκή Ενωση - ΕΕ) δεν αλλάζει απλά και μόνο επειδή το θέλει μια χώρα-μέλος. Η Ευρώπη αλλάζει μέσα από περίπλοκες διαδικασίες και μέσα από ευρύτερους συσχετισμούς πολιτικών δυνάμεων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Ως εκ τούτου η αρχική φιλοδοξία του ΣΥΡΙΖΑ να αλλάξει την Ευρώπη δεν απέδωσε. Η Ευρώπη δεν άλλαξε. Δεν άλλαξε προς την κατεύθυνση, δηλαδή, που θα ήθελε ο ΣΥΡΙΖΑ. Αλλαγές έγιναν στην Ευρώπη αλλά μάλλον προς διαφορετική από την επιθυμητή κατεύθυνση. Στο πολιτικό επίπεδο και παρά τις περιπτώσεις Πορτογαλίας και Ισπανίας σημειώθηκε ενίσχυση συντηρητικών, ακροδεξιών, εθνικιστικών δυνάμεων. Χαρακτηριστικές οι περιπτώσεις της Πολωνίας και της Γαλλίας με την ενίσχυση του Εθνικού Μετώπου. Σε τομεακό επίπεδο η Ευρώπη άλλαξε ως αποτέλεσμα παραγόντων όπως οι ισχυρές ροές προσφύγων/μεταναστών και η τρομοκρατία. Η μαζική εισροή προσφύγων είχε, π.χ., κλονίσει σε επικίνδυνο βαθμό το «καθεστώς Σένγκεν» για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, μια αλλαγή που επίσης δεν θα πρέπει να ικανοποιεί τον ΣΥΡΙΖΑ. Κάποιες άλλες θετικότερες αλλαγές, όπως π.χ. η θέσπιση ενός επενδυτικού πακέτου από τον νέο πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ ή η έναρξη της ποσοτικής χαλάρωσης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δεν νομίζω ότι θα μπορούσαν να αποδοθούν στην παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία.


 
Δεύτερον, η δημοκρατική έκφραση σε μια χώρα δεν  ακυρώνει τις δημοκρατικές διαδικασίες στις υπόλοιπες (27) χώρες-μέλη της Ενωσης. Κεντρικό επιχείρημα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στην έναρξη της θητείας της ήταν η επίκληση του εκλογικού αποτελέσματος στην Ελλάδα ως δικαιολογητική βάση για την αποφυγή δεσμεύσεων και όρων μνημονίων στη δανειακή ενίσχυση της χώρας. Το επιχείρημα έλεγε ότι στις εκλογές ο λαός καταψήφισε το Μνημόνιο και ως εκ τούτου η Ευρώπη θα έπρεπε να σεβαστεί την ετυμηγορία αυτή και να ακυρώσει τις μνημονιακές δεσμεύσεις. Η απάντηση ήταν αποστομωτική: εκτός από την  Ελλάδα υπάρχουν και άλλα 27 εκλογικά σώματα (και κοινοβούλια), μεταξύ των οποίων και μεγαλύτερων κρατών-μελών (Γερμανίας, Ολλανδίας κ.ά.), που στηρίζουν  τις μνημονιακές δεσμεύσεις και όρους. Και αναποφεύκτως  επικράτησε αυτή η άποψη. Βεβαίως το γεγονός αυτό εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τη συμβατότητα της ΟΝΕ και των εθνικών δημοκρατικών διαδικασιών, κάτι που υπογραμμίζει την ανάγκη ενίσχυσης της δημοκρατίας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.


 
Τρίτον, συμμαχίες κρατών-μελών εναντίον άλλου ή άλλων κρατών-μελών δεν γίνονται  στην ΕΕ. Η αρχική φιλοδοξία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ήταν ότι θα δημιουργούσε μια συμμαχία (μεσογειακών;) κρατών-μελών εναντίον κυρίως της Γερμανίας και της ομάδας χωρών (Ολλανδίας, Φινλανδίας κ.ά.) που την υποστήριζαν. Γρήγορα όμως διαπίστωσε ότι τέτοια συμμαχία δεν μπορούσε να οικοδομηθεί. Κανένας δεν ήταν πρόθυμος να συμπράξει. Ο ΣΥΡΙΖΑ βρήκε συμπάθεια και κατανόηση σε ορισμένες χώρες-μέλη (Γαλλία, Ιταλία), αλλά αυτή η κατανόηση  δεν έφθανε μέχρι του σημείου της αποτύπωσής της σε συμπαγή συμμαχία. 


Βεβαίως η διαπραγμάτευση στην Ευρωπαϊκή Ενωση διεξάγεται μέσω συμμαχιών. Αλλά οι συμμαχίες αυτές είναι θεματικές. Οικοδομούνται επάνω σε συγκεκριμένο  θέμα. Δεν στρέφονται ανοιχτά ενάντια σε καμία άλλη χώρα-μέλος. Και   μεταβάλλονται από  θέμα σε θέμα. Η απόπειρα δημιουργίας αντίπαλων κρατικών συμμαχιών δεν έχει ποτέ  αποδώσει στην Ευρωπαϊκή Ενωση.