ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ: Μια κηδεία Μυστικός Δείπνος (κηδεία Κώστα Καββαθά)
Της ΡΕΑΣ ΒΙΤΑΛΗ
Eλεγαν οι παλιοί ότι ο καλός δημοσιογράφος φαίνεται από τον λίγο κόσμο στην κηδεία του.
Η κηδεία του Κώστα Καββαθά θέλησε να γίνει στο χωριό του πατέρα του, στα Βυτιναίικα Ηλείας, τρεις ώρες δρόμο από την Αθήνα, μια καθημερινή στις 11.30 το πρωί. Επιθυμία του να ταφεί δίπλα στον τάφο του πατέρα του.
Πόσοι να πάνε;
Για τον λίγο κόσμο στην κηδεία του είχε φροντίσει μια ολόκληρη ζωή. Ο εκδότης 23 εντύπων, όλα μα όλα έτη φωτός μπροστά από την εποχή τους, με ναυαρχίδα τους «4ΤΡΟΧΟΥΣ», και με τον σπουδαίο ραδιοφωνικό σταθμό Εν Λευκώ. Μια εταιρεία +++A. Κι αυτός αλλεργικός στις διασυνδέσεις, στην ανθρώπινη βλακεία, στην έπαρση, στην τεμπελιά.
Δεν χαριεντίζονταν με εξουσίες.
Δεν τον ενδιέφερε η διαφημιστική πίτα αλλά η ύλη.
Ο,τι έκανε ενείχε πολιτισμό. Η ύλη των εντύπων το πρωτεύον. Οι γραφιάδες του «Αντίλογου». Τα πρόσωπα που δεν ανήκαν στον «χώρο» του αυτοκινήτου.
«Τι είναι τα αυτοκίνητα; Λαμαρίνες. Το θέμα είναι οι σχεδιαστές, η παραγωγή». Λάτρευε τα μυαλά πίσω από κάθε είδους «λαμαρίνα». Έφυγε με τον καημό μιας χώρας που δεν παράγει.
«Αντε… Να μην παράγεις αυτοκίνητα αλλά μια ζάντα, ένα φανάρι, έναν υαλοπίνακα… Για όνομα του Θεού! Ούτε αυτό;
Ακόμα και τις προσπάθειες για συναρμολόγηση τις τίναξαν στον αέρα!».
Όταν επί Ολυμπιάδας (και Πολιτιστικής) όλοι κανόνιζαν «πίτες» κονόμας, εκείνος χρηματοδοτούσε μεγαλόπνοα σχέδια. Χρηματοδότησε μελέτες για Τεχνόπολη. (Εμεινε το όνομα για να καταλήξει…). Πάλεψε και χρηματοδότησε για τα ΦΑΕΘΩΝ. Δηλαδή έναν αγώνα για οχήματα μηδενικών ρίπων που θα σχεδιάζονταν από φοιτητές Πολυτεχνείων και θα έκαναν τη διαδρομή από την Ολυμπία στην εκάστοτε Ολυμπιακή Πόλη. Και κατόρθωσε να έρθουν 19 διεθνή πανεπιστήμια να συμμετάσχουν.
Ονειρευόταν να γίνει η χώρα μας το κέντρο για τις εναλλακτικές πηγές ενέργειας.
Χρημοτοδότησε για πίστα ασφαλούς οδήγησης.
Κάποτε, ίσως θυμάστε, συντάχθηκε με τον Αντώνη Τρίτση στην δημαρχία της Αθήνας. «Μου έφεραν έναν πάκο χαρτιά και μου είπαν με χαμόγελα “υπογράψτε αυτά είναι έξοδα”. Τα μελέτησα ένα προς ένα. Ανακάλυψα αδιανόητα αίσχη. Εκείνη η αγορά γαντιών με στοίχειωσε. Αρχισαν τα όργανα. Είχα τον Αντώνη Τρίτση στο πλευρό μου. Εντιμος άνθρωπος. Ημουν μπροστά όταν είδα να αλλάζει το χρώμα του από θυμό με συνδικαλιστές να μας κουνάνε το δάκτυλο. Μια μέρα πριν τον θάνατό του».
Τι δουλειά είχε ένας επιχειρηματίας να παλεύει με τα στοιχεία;
Ο Καββαθάς είχε.
Τι άλλαξε από τέτοιες καταστάσεις;
Με ποιους πήγαινε να τα βάλει και σε τι εποχές παντοκρατορίας τους;
Και κάποτε ήρθε η μοιραία κίνηση. Η σωστή επιχειρηματικά, πλην με τον λάθος άνθρωπο. Ένα λιθογραφείο, με ένα επιχειρηματικό σχήμα. Κι έγινε αυτό που πολλοί στο ελληνικό χώρο το έχουν ζήσει… Οι Τεχνικές εκδόσεις είχαν το 35% σε εκείνη τη συνεργασία ωστόσο ήταν εγγυητές. Ένα υπέρογκο ποσόν έκανε φτερά τους πρώτους μήνες, αντικαθιστώντας το ποσόν με «πέτσινες επιταγές» και όταν άρχισαν να σκάνε, η «Μαρία Τερέζα» (όπως αποκάλεσε τον εαυτό του) καλέστηκε να πληρώσει. Χωρίς να του δοθεί χρόνος. Χωρίς να δοθεί χρόνος σε μια υγιή εταιρεία. Μπαμ, μπαμ.
Ποιος να τον ακούσει;
Να τι κάνει ο παραγκωνισμός των δημοσίων σχέσεων. Να τι κάνει η απαξίωση πολιτικών προσώπων.
Πού πήγαινες, βρε Καββαθά;
Ελεγαν οι παλιοί ότι αν θες να επιβεβαιώσεις την ηθική ενός δημοσιογράφου μέτρα πόσοι θα πάνε στην κηδεία του. Στα Βυτιναίκα Ηλείας πήγαν κυρίως «μαθητές» του. Ο,τι ηλικίας. «Ήμουν στην Πέμπτη Δημοτικού όταν ο πατέρας μου με πήγε στο γραφείο του και πήρα μια αφίσα. Αυτό ήταν. Έχω όλα τα τεύχη». Αυτά περίπου άκουγες στα πηγαδάκια. «Μετά τον πατέρα μου θεωρούσα αυτόν πατέρα», «Ο ΚΚ με διαμόρφωσε μέσα από τα γραπτά του».
Ηρθε και μια ομάδα από την Πολεμική Αεροπορία. Τόσο συντετριμμένα τα παλικάρια! Είχε πάθος με τους αιθέρες ο Καββαθάς εξού και το περιοδικό «Πτήση».
Η εκκλησία άστραφτε από τις γυναίκες του χωριού. Ο παππάς έψαλε την εξόδιο ακολουθία χωρίς να πει μια λέξη, όπως συνηθίζουν σε μεγάλους ναούς όταν αποχαιρετούν κάποιον «διάσημο». Ούτε λέξη. Όλοι, γνωρίζοντας πόσο είχε παλέψει με «μαραθώνιο» δραμάτων υγείας, κάπου μέσα μας νοιώθαμε δέος για τη μάχη του, θαυμασμό αλλά και ανακούφιση, και γι΄αυτό ήμασταν μαρμαρωμένοι συγκίνησης. Μόνο μια γυναίκα, κάποτε πρέπει να στήσουμε ένα άγαλμα σε δημόσιο χώρο για αυτές τις ιερές φροντίστριες, που συντρέχουν ανθρώπους στο τελευταίο μίλι της ζωής τους… Μια, ας την πούμε «Ντανιέλα», από την Αλβανία, από την Γεωργία, απ΄όπου «Να είδες κύριε Κώστα μου! Δεν σε άφησα. Ήρθα και δω κύριε Κώστα» του μιλούσε.
Κάποια στιγμή με πλησίασε και μια γυναίκα του χωριού, αναγνωρίζοντας με ότι του είχα πάρει τη συνέντευξη για την «ΚΕΡΑΙΑ». «Σας είδα στην τηλεόραση. Μπράβο που του πήρατε συνέντευξη. Και καλά κάνατε που μας τον φέρατε εδώ. Εμείς τους φροντίζουμε τους νεκρούς μας. Τους ανάβουμε κάθε μέρα το καντηλάκι, αστράφτουμε τα μάρμαρα, βάζουμε λουλουδάκια». Βούρκωσα. Έχοντας πρόσφατα κάνει ένα επεισόδιο για την Ιστορία των Νεκροταφείων μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι οι πιο εγκαταλειμμένοι τάφοι είναι αυτοί του Α’ Νεκροταφείου.
«Εδώ εμείς φροντίζουμε τους νεκρούς μας». Έβγαλαν το φέρετρο από τον ναό. Ησυχία. Το ακούμπησαν στον περίβολο για ένα λεπτό. Άνοιξαν το καπάκι.
Δεν ήταν αυτός ο μάστορας, ήταν αυτός που είχε δώσει μάχες και μάχες και μάχες. Αγνώριστα πεσών στο πεδίο μάχης ζωής.
Μου είχε πει σε ανύποπτο χρόνο: «Μην και με πάνε σε κανένα Πρώτο Νεκροταφείο και αρχίζουν να λένε αρλούμπες για μένα άνθρωποι που δεν ήθελα να τους βλέπω στη ζωή μου. Να μιλήσεις εσύ».
Άρα, όλα έγιναν όπως ήθελε, εκτός τού να μιλήσω. Πάλευα μέσα μου με την νοητή υπόσχεση. Να μπορούσα να του εξηγήσω τον δισταγμό μου. Μόνο ησυχία, έπρεπε σε αυτή την κηδεία. Πάλευα συνείδηση.
Μα, ενώ τοποθετούσαν ήσυχα ήσυχα το φέρετρο δίπλα στον πατέρα του, άκου φίλε μου!.. Πού στην ευχή βρέθηκε ένα αεροπλάνο στον ουρανό μας. Τόσο θόρυβο που έκανε! Oλοι σαν συνεννοούμενοι στρέψαμε το βλέμμα. Ο pilot μας καθησύχασε. Ολα καλά!
Δεν πίστευε στην μετά θάνατον ζωή. Aσ’ τον να μην πιστεύει! Αρκεί που πιστέψαμε εμείς.
Η κηδεία του Κώστα Καββαθά, μέρες που είναι, ήταν… Πώς να το πω; Σαν Μυστικός Δείπνος με απουσία του κεντρικού προσώπου.
Εννοείται είχε και τον Ιούδα. Ως μια θλιβερή φιγούρα που ανάθεμα και κατάλαβε ποτέ!… Ούτε την ύστατη ώρα. Μα, ποιος θα τον θυμάται… Αλλά και ποιος να μολύνει τη στιγμή… Τον παρακάμψαμε.
Αν έβρισκα τη δύναμη να μιλήσω, όπως μου είχε ζητήσει, θα έλεγα:
ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ: ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΒΒΑΘΑΣ: Ένας αλλιώτικος Έλληνας
Ο θάνατος του Κώστα Καββαθά (1939-2025) κλείνει μια ολόκληρη εποχή, γέφυρα ανάμεσα στην Ελλάδα της μιζέριας και την Ελλάδα ενός μέλλοντος, όπως το οραματίστηκε η ανήσυχη και τόσο ταλαντούχα και δημιουργική ψυχή του.
Κάποτε είχα γράψει πως θα έπρεπε να είναι ισόβιος σύμβουλος κάθε Πρωθυπουργού ή μόνιμος Υπουργός για νέες τεχνολογίες και σίγουρα για την αυτοκίνηση και την αεροπορία.
Μυθιστορηματικό το βιογραφικό του. Με σπουδές μηχανολόγου στην Αγγλία, που δεν ολοκλήρωσε ποτέ, γιατί τον κέρδισε το πάθος του να γράφει και όχι μόνο, για το αυτοκίνητο, τη μοτοσικλέτα, τα αεροπλάνα κ.ά. Οδηγός αγώνων ράλι, αεραθλητής, μοτοσικλετιστής, στην τελευταία μας συνάντηση, πριν από λίγα χρόνια, όταν ήδη πλησίαζε τα 80, ήρθε με μια μοτοσικλέτα BMW! Θιασώτης της ευρωπαϊκής αυτοκινητιστικής σχολής, με νουθετούσε για τη θρησκευτική μου πίστη στην αμερικανική σχολή, τις V2 αερόψυκτες βαριές μοτοσικλέτες και τα θηριώδη οκτακύλινδρα αυτοκίνητα της GM του 1960 και 1970. Τα επιχειρήματά του, τεχνικά ορθά, ακλόνητα, όσο και η δική μου αντίθετη αφοσίωση σε μια άλλη αισθητική κυρίως. Στο τέλος βέβαια συμφωνούσαμε πως τελικά αυτό που αγαπάει ο καθένας στο αυτοκίνητο ή στη μοτοσικλέτα που του αρέσει είναι το πώς τον κάνει και νιώθει, και έχει περισσότερο να κάνει με το θυμικό, παρά με τα τεχνικά χαρακτηριστικά. Ανορθολογικό συμπέρασμα για ορθολογικά ζητήματα. Μας συγκινούν περισσότερο αυτά που μας άρεσαν και ονειρευόμασταν όταν ήμασταν παιδιά. Toys for boys, λένε οι Αγγλοσάξονες. Εχουν δίκιο.
Με κανέναν άλλον πάντως δεν θα μπορούσες να κάνεις τέτοιες συζητήσεις. Για μένα η φιλία μας και οι ωραίες κουβέντες μας ήταν κάτι απίστευτο. Κάποτε, στις αρχές του ‘70, σε μια Ελλάδα που ζήτημα σε κάθε γειτονιά να υπήρχε ένα αυτοκίνητο και ίσως λίγες μοτοσικλέτες, συνήθως αναιμικά δίχρονα πενηντάρια τύπου Φλορέτας, η αυτοκίνηση ήταν ένα όνειρο για τον μέσο Ελληνα. Ο πατέρας μου είχε μοτοσικλέτα, μια BMW R51, μετά ένα παπί στρογγυλοφάναρο Honda, μοντέλο 1974. Ημασταν… προνομιούχοι. Το αυτοκίνητο τότε ήταν απλησίαστο στον μέσο Ελληνα, αφού πωλούντο μόνο μετρητοίς, δεν υπήρχαν δάνεια, καταναλωτικά, ούτε πίστωση.
Τότε ο Κ. Καββαθάς, που είχε αρχίσει από τον ημερήσιο Τύπο να γράφει για τα αυτοκίνητα, ξεκίνησε την περιπέτεια των Τεχνικών Εκδόσεων, στην αρχή με το περιοδικό «4Τροχοί» και μετά ακολούθησε σειρά περιοδικών για όλες του τις αγάπες. «4Τροχοί», «Πτήση & Διάστημα», «Ηχος & Hi-Fi», «Ram». Ο,τι αγαπούσε, προσπάθησε να το κάνει κοινό κτήμα.
Με τον αδερφό μου, όπως χιλιάδες άλλοι, περιμέναμε κάθε τεύχος των «4Τροχών» ως σημαντικό γεγονός, που, εκτός από παρουσίαση νέων μοντέλων, συγκριτικά τεστ, είχε άρθρα για την ασφαλή και την αγωνιστική οδήγηση. Ακόμη θυμάμαι την απλή ανάλυση για το πώς μπαίνεις και βγαίνεις σε μια στροφή με πισωκίνητο αυτοκίνητο. Slow in, fast out.
Τότε σημειωτέον δεν υπήρχαν ηλεκτρονικά βοηθήματα και είμαστε η τελευταία γενιά που οδήγησε τέτοια αυτοκίνητα, πίσω κίνηση, γύρω γύρω ταμπούρα, τιμόνι χωρίς υποβοήθηση, χωρίς αερόσακους, χωρίς ABS και λοιπά καλούδια. Επιζήσαμε.
Κάπου εκεί το 1993-94 ο αείμνηστος φίλος μου, Αλεξάνδρος Γιώτης, μια μοναδική περίπτωση δημοσιογράφου, εκ Σουλίου και Γαλλίας, αναρχοπατριώτης, ο πρώτος διευθυντής του 9,84, με περιπετειώδη βίο και Νο 2 στο πελατολόγιο του γραφείου μου, με φώναξε και κάναμε μερικές πολιτικές εκπομπές στον 9,84. Οταν πήγα στο γραφείο του Κ. Καββαθά, για μένα ήταν συγκινητικό, γιατί μπόρεσα να του πω πως είμαι ένα από τα πολλά «παιδιά» του, που με τα κείμενά του αλλά και με τα άρθρα γνώμης τρίτων που δημοσίευε, βοήθησε στη διαμόρφωση μέσα μου της ανάγκης για μια άλλη Ελλάδα, που εγώ την ήθελα και τη θέλω ταυτοτική, παραδοσιακρατική, δυναμικά διεκδικητική στα εθνικά θέματα, αλλά ταυτόχρονα πρωτοπόρα στην έρευνα και τεχνολογία, με βιομηχανική παραγωγή υψηλής ποιότητας, με πανεπιστήμια και πολυτεχνεία συνδεδεμένα με την εθνική άμυνα και τις βιομηχανικές εταιρίες, με έρευνα που θα περνά τα προηγμένα αποτελέσματά της στην παραγωγή, ένα πλέγμα τεχνολογικής ανάπτυξης στο οποίο θα βρίσκουν καλά αμειβόμενη εργασία τα μυαλά, με τα οποία σήμερα ο Ελληνισμός τροφοδοτεί τις ξένες οικονομίες αιμορραγώντας.
Τα κείμενα και το όραμα του Κώστα Καββαθά ήταν ένα ρήγμα στη μιζέρια του κρατισμού, της βαλκανικής αριστερίλας, της υπανάπτυξης.
Διαμόρφωσε αμέτρητες συνειδήσεις, χιλιάδες γκριζομάλληδες σήμερα έχουν τακτοποιημένα ευλαβικά στις βιβλιοθήκες τους τα τεύχη των περιοδικών του, παράθυρο σε έναν ονειρικό αλλά εφικτό κόσμο, όταν δεν υπήρχε διαδίκτυο.
Του είχα πει με θυμηδία την ήττα μου σε ένα παιχνίδι που έπαιζα με τον αδερφό μου τα καλοκαίρια που περνούσαμε στο Μαυρομμάτι με τον παππού, λόγω του ότι το γιοτ μας ήταν μονίμως για καλαφάτισμα και η βίλα μας στη Μύκονο ήταν ημιτελής. Οταν πηγαίναμε στο κτήμα, καθόμασταν κάτω από μια ελιά, κοιτώντας την παλιά εθνική οδό και επέλεγε ο καθένας μας από μια μάρκα αυτοκινήτου. Οποιου περνούσαν περισσότερα κέρδιζε. Ο αδερφός μου, έξι χρόνια μεγαλύτερος, έβαζε Fiat ή VW, εγώ, πολύ μικρός, έβαζα αυτά που μου άρεσαν. Ε, πόσες Buick ή Cadillac να περνούσαν από ή προς Λιβαδειά το 1974; Συχνά το σκορ ήταν 30-0, σε βάρος μου πάντα. «Εμ, σου είπα, η Ευρώπη υπερέχει» μου είπε σκωπτικά ο Καββαθάς, όταν του αφηγήθηκα τα αλλεπάλληλα παιδικά βατερλό μου.
Εζησα τις στενάχωρες στιγμές όταν μου αφηγήθηκε την επιχειρηματική του πτώση, τον ύπουλο τρόπο με τον οποίο παγιδεύτηκε και το οικοδόμημά του κατέρρευσε και αργότερα αυτά που βίωσε ως προσωπική προδοσία. Αυτό που του έλεγα επίμονα στα τηλεφωνήματά μας και στις αραιές συναντήσεις μας ήταν αυτό που με ικανοποίηση έβλεπα να του γράφουν δημόσια πολλοί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η μεγάλη κληρονομιά του, το πιο σπουδαίο δημιούργημά του, ήταν η επιρροή του σε χιλιάδες συνειδήσεις νέων παιδιών, που τα κατηύθυνε ακόμη και μορφωτικά, επαγγελματικά και ακόμη περισσότεροι όσοι επηρέασε τη σκέψη μας, άνοιξε το μυαλό μας στα ζητήματα που υπηρέτησε με πολυσχιδή και τόσο ποιοτικό τρόπο.
Δεν απέκτησε βιολογικούς απογόνους, αλλά τα παιδιά του είμαστε χιλιάδες, κάποιοι από αυτούς έγιναν πιλότοι στα μαχητικά μας, διάλεξαν τα πολυτεχνεία, μάθανε να οδηγούν καλύτερα και κυρίως οραματιζόμαστε, όποιες διαφορές και αν έχουμε, μια άλλη, τεχνολογικά πρωτοπόρα Ελλάδα.
Ο Δάσκαλος...
ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ: Για τον Κώστα Καββαθά...
Τώρα που έφυγε θυμήθηκα την δήλωση του.
«Ο θάνατος είναι ένα λάθος του λογισμικού μας που κάποια στιγμή θα διορθωθεί».
Ατυχώς δεν πρόλαβε την διόρθωση όπως κατά πως φαίνεται δεν θα την προλάβουμε ούτε και εμείς.
Κάποιοι όμως από μας προλάβαμε να ζήσουμε την παρουσία του.
Υπήρξε ένας εμβληματικός influencer πολύ πριν εφευρεθεί και εκχυδαϊστεί ο όρος.
ΟΙ 4Τ ήταν ένα περιοδικό που από την πρώτη στιγμή της έκδοσης του έκανε την διαφορά γιατί πολύ απλά δεν ήταν μόνο ήταν ένα περιοδικό για το αυτοκίνητο.
Ήταν ένα περιοδικό γνώμης σε δύσκολους καιρούς.
Εκεί έγραφε μια τρομερή και εν πολλοίς αντιφατική «παρέα» πνευματικών ανθρώπων που είχε καταφέρει ο Καβαθάς να «φτιάξει».
Και κανείς από κείνη την παρέα δεν φοβήθηκε ποτέ την γνώμη του όπως άλλωστε και ο ίδιος ο Καβαθάς.
Ήταν ένας οραματιστής έξω και πέρα από την εποχή του.
Κάποιες προσπάθειες του όπως ήταν φυσικό έμειναν στην μέση αφού πρώτα λοιδορήθηκαν.
Ο ίδιος κατάφερε να ζήσει γενναία την ακμή του και την πτώση του.
Για πολλούς υπήρξε ...
ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ: Κώστας Καββαθάς: Αποχαιρετισμός εκ βαθέων
Της ΡΕΑΣ ΒΙΤΑΛΗ
Οταν πέθανε ο πατέρας μου ήμουν 14 ετών. Δεν καταλάβαινα απόλυτα. Ηταν όλα μπερδεμένα. Η αφή του κρύου μετώπου του με στιγμάτισε. Μα, δεν ήταν κρύος ο μπαμπάς μου! Ο μπαμπάς μου ήταν ο πιο ζεστός άνθρωπος στον κόσμο!
Και άλλα με στιγμάτισαν. Αυτό που λέω συχνά: «Ανέβηκα Χαλκιδική με πατέρα, μια μέρα μετά, κατέβηκα χωρίς».
Αυτό με εκπαίδευσε στο μεγαλειώδες της στιγμής. Το τώρα ως το μόνο δεδομένο. Το γραπώνω. Ισως γι’ αυτό δεν κάνω όνειρα, κάνω μόνο σχέδια. Είναι διαφορετικό πράγμα.
Σήμερα με βλέπω στο τότε μου, ότι πονούσα για τον πατέρα μου λαχανιασμένα. Με έτρεχε η ζωή. Τον έκλαιγα εν κινήσει. Τον έκλαιγα ενδιαμέσως ζωής. Ετσι συμβαίνει με την απώλεια όταν είσαι νέος.
Ομως τι νόημα έχει να σας λέω αυτά κι άλλα κι άλλα κι άλλα;
«Ο Κώστας Καββαθάς είναι ο μόνος έντιμος στον χώρο των περιοδικών αυτοκινήτου», μου είχε πει ο μπαμπάς μου.
Ο μπαμπάς μου ήξερε τι έλεγε.
Την Τετάρτη πέθανε ο Κώστας Καββαθάς. Είμαι πια 63 ετών. Καταλαβαίνω τον πόνο της απώλειας στο πετσί μου επάνω. Μου λείπει ήδη. Ως μια πατρική φιγούρα στη ζωή μου, που δεν χαμήλωσε ποτέ στα χρόνια. Μα, δεν με τρέχει η ζωή. Αυτόν τον κλαίω εν στάσει.
Πέθανε ο μάστορας. Ετσι τον αποκαλούσα.
Για να είμαι, μάλιστα, απολύτως αποκαλυπτική στους «κωδικούς» μας, λίγο πάντα κοντοστεκόμουν, ζυγίζοντας μέσα μου με δισταγμό αμηχανίας. «Δάσκαλο» να τον πω ή «Μάστορα»;
Ο δάσκαλος σε μαθαίνει.
Ο μάστορας σου δείχνει, χωρίς να σου δείχνει. Ο,τι πιάσει το μάτι σου.
Μάστορας! Μάστορας! Ο Καββαθάς «έδειχνε» χωρίς να δείχνει. Εκπαίδευε τους «Αλλους Ελληνες». Δεν πήγαινε με το ρεύμα, ούτε βέβαια του χρήματος το ρεύμα. Οσμίζονταν το αύριο, τον μάγευε να είναι στην επόμενη σελίδα μέλλοντος.
Οι 4Τροχοί δεν ήταν περιοδικό αυτοκινήτου, ήταν περιοδικό πολιτισμού. Οπως και όλα των εκδόσεών του. Μιλάμε για έναν κολοσσό.
Πρόσφατα έκανα ένα επεισόδιο για την «Κεραία» με τίτλο «Πατέρας – γιος, ιδιαίτερη σχέση», και έλεγα στον πρόλογο: «Ο κάθε πατέρας να γνωρίζει ότι ο γιος του κάποτε δεν θα ακολουθήσει ούτε τα λόγια του ούτε τις συμβουλές του, αλλά το παράδειγμά του». Γυναίκα είμαι. Ενιωθα κόρη του.
Δεν «έχω» ούτε λόγια του ούτε συμβουλές του, έχω το παράδειγμά του. Ακεραιότητα, εντιμότητα, αξιοπρέπεια. Ούτε ίχνος έπαρσης. Προσγειωμένος όσο δεν πάει. Δεν φλέρταρε με καμία Σειρήνα. Δεν λοξοδρόμησε στιγμή.
Στη ματιά του, ακόμα και νοητά, αναμετριόμουν για ό,τι έκανα στη ζωή μου. Να ενέχει ήθος. Τις αρχές του.
Εντεκα χρόνια στους 4Τροχούς ως η μόνη γυναίκα που αρθρογράφησε στις σελίδες του Αντίλογου, πες το και «Κρυφό σχολειό Καββαθά». Νίκος Δήμου ο ιδιοφυής, Σαράντος Καργάκος μαθήματα αληθινής ιστορίας, Νίκος Μάργαρης «οικολογικά», μωρέ, το 1980, ο Βασίλης Βασιλικός, ο Ριχάρδος Σωμερίτης και άλλοι, και άλλοι… Τι γειτονιά!
Ετρεμε το φυλλοκάρδι μου να σταθώ αντάξια της εμπιστοσύνης του. Και μετά… όπου ήμουν… Σαν να μη σταμάτησα ποτέ. Οι αρχές ήταν αρχές. Τι να πεις; Σε ποιους να τα πεις;
Κάποτε έγραψα ένα κείμενο για ένα ελαττωματικό μοντέλο αυτοκινήτου. Σπάνια φορά, καθώς στις σελίδες του Αντίλογου δεν γράφαμε για αυτοκίνητα. Επικοινώνησε μαζί του η εταιρεία. Ή να στρογγυλέψει η Βιτάλη το κείμενό της ή θα πάψουμε το διαφημιστικό πρόγραμμα. Αυτόματη η απάντηση: «Να σταματήσετε το διαφημιστικό πρόγραμμα».
Αυτό δεν είναι έκπληξη για όσους τον γνώριζαν. Εκπληξη είναι ότι ούτε καν μου ανέφερε το περιστατικό.
Το έμαθα. Του είπα «λυπάμαι».
«Μαστόρισσα, γιατί λυπάσαι; Σωστά έγραψες αυτό που έγραψες». Τόσο απλά.
Τι να γράψω για τον Κώστα Καββαθά;
«Γιατρέ, μην ξεχάσεις το νόμισμα στο στόμα».
«Ποιο νόμισμα;» ρώτησε ο ανυποψίαστος γιατρός σε μια από τις πάμπολλες δοκιμασίες του σε χειρουργεία τα τελευταία χρόνια.
«Το νόμισμα; Για τον άλλο κόσμο». Το σαρδόνιο χιούμορ του. Πόσο θα μου λείψει το σαρδόνιο χιούμορ του!
Ο άνθρωπος που μονίμως φρενάριζε το χαμόγελο μην και εξελιχθεί σε γέλιο, από μια βαθιά ενσυναίσθηση περίεργης ντροπής-αντίληψης για τα πόσα δραματικά συμβαίνουν στον κόσμο, άρα ενοχικός στην προσωπική χαρά-απόλαυση, ούτε κατά διάνοια ξεσάλωμα…
Ο ίδιος άνθρωπος δεν μιζέριασε ποτέ για δυστυχίας δοκιμασίες. Πονούσε με μια αξιοπρέπεια και ένα μέτρο που μου έλιωνε την ψυχή, με θαυμασμό. Πάλευε σαν λιοντάρι. Σαν να ήταν η ζωή ένας αγώνας και η κάθε etap έπρεπε να βγει πέρα. Και δώσ’ του! Η αξιοπρέπειά του, η αγωνία του να μη ζητήσει κάτι χωρίς να είναι ακραία ευγενικός. Και αυτομάτως να το βλέπεις ότι ήδη είχε μετανιώσει που κάτι ζήτησε.
Πέρασε δύσκολα, πολλά, πολλά χρόνια. Από όταν έπρεπε να παραδώσει το «Παιδί του» και μετά. Παιδιά του ήταν οι εκδόσεις του. Και οι υπάλληλοι ήταν συνεργάτες. Ισοϋψείς τους λογάριαζε, και ας αποδείχτηκαν πολλοί χαμηλοί, φθηνοί, «πάτωμα». Δεν υπήρξε πιο Κύριος από τον Καββαθά στον εκδοτικό κόσμο.
Τον παρατηρούσα, ιδίως τα τελευταία χρόνια που διένυε τη δεκαετία των 80 χρόνων του, με βαθύ ενδιαφέρον που έφτανε σε δάκρυα βαθιάς συγκίνησης-θαυμασμού. Επιζητούσε ανθρώπους έξυπνους. Να συνομιλεί. Και ήταν τόσο χαριτωμένος όταν θύμωνε για βλάκες, ιδίως όπως περιέγραφε ή μιμούνταν τη βλακεία.
Επιζητούσε εσαεί νέους, ανήσυχους. Φρέσκα μυαλά, φρέσκες ιδέες. Τον ενδιέφεραν η πρόοδος της επιστήμης, η τεχνολογία, πρωτοπόρος και σε αυτό, η μελέτη του ανθρώπινου μυαλού και σώματος. Ως μηχάνημα μαγευτικό, σπουδαίο! Τον ενδιέφεραν οι πλανήτες. Τον ενδιέφεραν… Τον ενδιέφεραν…
Ο Κώστας Καββαθάς ήταν…
ΕΠΙΓΕΙΑ ΣΟΦΙΑ (Οoh Captain my Captain ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ)
Μια συζήτηση με τον Καπετάνιο "Περί ανέμων και νεοελληνικών υδάτων " :
Και η παρουσίαση του βιβλίου 📖 του "Ασημόσπιτο" / Silverhouse 25/2/2023:
ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ ΗΘΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ - ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΒΒΑΘΑΣ: ο δικός μου... Δάσκαλος
Ε-Ξ-Α-Ι-Ρ-Ε-Τ-Ι-Κ-Ο
Γράφει ο ΕΞΑΨΑΛΜΟΣ
Όποιος δεν ξέρει τί εστί Κώστας Καββαθάς, καλύτερα να αλλάξει διαβατήριο...
Όποιος
πάλι κατάφερε να... μεταλάβει κάτι από τον λόγο του, μάλλον αγωνίζεται
να αποκτήσει "πασαπόρτι" άλλου κράτους, για να φύγει μακριά από την...
Φενγουάλη.
Κι όποιος δεν κατάφερε να αντιληφθεί το έργο του, τότε και αυτός ναί, είναι από τους πρώτους θα έπρεπε να αλλάξουν χώρα... Ή μάλλον... καλύτερα να μείνει σε αυτήν, γιατί μόνο αυτή του αξίζει κι όχι εκείνη που ο Καββαθάς οραματιζόταν και που προσπαθούσε με τον γνωστό -πότε ανατρεπτικό και πότε... αιρετικό- λόγο του, να μας δείξει ότι ΜΠΟΡOΥΣΕ κάλλιστα να γίνει...
ΕΠΙΓΕΙΑ ΣΟΦΙΑ (Οoh Captain my Captain ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ)
Η πρόσφατη συνέντευξη του Καπετάνιου στην εξαιρετική Ρέα Βιτάλη στην εκπομπή «Κεραία»
ΕΠΙΓΕΙΑ ΣΟΦΙΑ (Οoh Captain my Captain ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ)
«Μπορεί να υπήρξα καλός δημοσιογράφος, φωτογράφος, εκδότης και μέτριος πιλότος, αλλά δεν ήμουν αρκετά έξυπνος ή “καπάτσος” επιχειρηματίας και δεν διέθετα εφοπλιστικές, τραπεζικές και κρατικοδίαιτες επιχειρηματικές “πλάτες”» λέει ο Κώστας Καββαθάς γιατί είναι αναπόφευκτο ότι κάθε συζήτηση μαζί του -πόσο μάλλον με αφορμή την κυκλοφορία της αυτοβιογραφίας του με τίτλο «Ασημόσπιτο» (εκδ. Αρμός)- αργά ή γρήγορα θα οδηγηθεί στη μεθοδική άνοδο των Τεχνικών Εκδόσεων, στην απότομη πτώση τους και την κατακλυσμιαία θλίψη ως κυρίαρχο συναίσθημα (ή μάλλον ως ηλεκτροχημική αντίδραση, μιας και δεν πιστεύει στα «συναισθήματα») στη ζωή ενός εκδότη που τονίζει ότι πάντα έβγαζε περιοδικά που ήταν προεκτάσεις των επιθυμιών και των ονείρων του. Μέχρι που τελικά τα έχασε όλα: πρώτα τα περιοδικά και μετά τις επιθυμίες και τα όνειρά του.
Πρόκειται για μία ομολογουμένως ασυνήθιστη αυτοβιογραφία, και όχι μόνο γιατί σε αυτή καταλαμβάνει μόλις τρεις σελίδες η εξιστόρηση ενός τόσο σημαντικού όσο και πολυσυζητημένου -από τον ίδιο, τους συναδέλφους και τους δεκάδες χιλιάδες αναγνώστες των περιοδικών του- γεγονός όσο η επαγγελματική του καταστροφή.
Μία αυτοβιογραφία στην οποία, όπως κάνει και σε αυτή τη μεγάλη συνέντευξη, εκθέτει τις αναμνήσεις του από το παρελθόν και τους προβληματισμούς του για το παρόν -το δικό του, της Ελλάδας, του πλανήτη Γη- ενώ τονίζει και τις αγωνίες του για το μέλλον. Κι ας το έχει ο ίδιος, όπως λέει στο Magazine, ήδη πίσω του. Μόνο με χιούμορ μπορεί να το αντιμετωπίσει κι ας απορεί: «Πιστεύω πως με τη δουλειά μου κάτι έχω προσφέρει στη χώρα. Είδατε να με αναφέρουν κάπου; Είστε ο πρώτος που επικοινωνεί μαζί μου για το βιβλίο. Ίσως και ο τελευταίος. Δεν σας κάνει εντύπωση;»
Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου γράφετε: «Ένιωθα πως έπρεπε να μιλήσω για την εποχή που με οδήγησε στο σημείο που είμαι σήμερα - χωρίς να μπορώ να πω πού είναι/ήταν αυτό το “σήμερα”». Μπορείτε να το εντοπίσετε τώρα που το «Ασημόσπιτο» κυκλοφορεί;
Δύσκολο. Στα (πολλά) χρόνια που προσπαθούσα να γράψω συνέβησαν πολλά με αποτέλεσμα να καταστραφεί η επαγγελματική και, σε μεγάλο βαθμό, προσωπική μου ζωή. Ήταν δύσκολο να συγκεντρωθώ και αναρωτιόμουν: Ποιος ενδιαφέρεται; Φίλοι και αναγνώστες είπαν πως είναι κρίμα να μην πω κάτι για τη ζωή μου. Έλεγα πως έχω ήδη αφήσει μερικές χιλιάδες άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες. Τελικά όμως με έπεισαν και προέκυψε το «Ασημόσπιτο». Στο οποίο αναφέρομαι στη μισή μου ζωή. Για την υπόλοιπη πρέπει να γράψω άλλο βιβλίο αλλά, δε νομίζω όμως πως έχω πλέον τη δύναμη και το κουράγιο.
Υπήρξε με κάποιο τρόπο ανακουφιστική η διαδικασία της συγγραφής;
Δεν πιστεύω σε έννοιες όπως είναι η λύτρωση και η ανακούφιση. Νομίζω πως περιέγραψα τη ζωή μου σαν πολεμικός ανταποκριτής αφ’ ενός γιατί γεννήθηκα μέσα στον πόλεμο και αφ’ ετέρου γιατί δεν σταμάτησα να πολεμάω πιο πολύ, όπως αποδείχτηκε, ανεμόμυλους σαν τον Δον Κιχώτη.
Ποια είναι τα καλύτερα από τα καλά και τα χειρότερα από τα κακά;
Τα καλύτερα είναι τα περιοδικά που κυκλοφόρησαν απ’ την «Τεχνικές Εκδόσεις Α.Ε», τα οποία ήταν προεκτάσεις των επιθυμιών ή και των «ονείρων» μας. Από μικρό παιδί θαύμαζα ό,τι είχε σχέση με την αεροπορία και το διάστημα με αποτέλεσμα να βγάλω το περιοδικό «ΠΤΗΣΗ & Διάστημα». Όπως γράφω στο βιβλίο πρώτα έμαθα να πετάω και μετά να οδηγώ. Μου άρεσαν οι αγώνες αυτοκινήτων, οι οδηγοί εκείνης της εποχής και οι πρωτοπόροι μηχανικοί-σχεδιαστές και έτσι βγήκαν οι «4ΤΡΟΧΟΙ». Η μουσική άρεσε σε μένα και στη Σοφία Μπλέτσα-Καββαθά, και βγάλαμε το περιοδικό «ΗΧΟΣ & HiFi». Στην Σοφία άρεσε η υψηλή μαγειρική και έβγαλε το περιοδικό «ΓΕΥΣΗ» μια δεκαετία πριν αρχίσει όλη η Ελλάδα να… μαγειρεύει. Μου άρεσαν τα πράγματα που έρχονται από το μέλλον και έβγαλα το «Αναλόγιο», περιοδικό για την επιστήμη και την επιστημονική φαντασία. Ακολούθησαν το «ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ», το «Ηλεκτρονικός Υπολογιστής» το 1985, το «RAM» το 1986 και άλλα που ο αναγνώστης μπορεί να δει αν επισκεφτεί το blog μου στο themeta4fourinstitute.gr.
Δεν κάνατε ποτέ έρευνα αγοράς πριν εκδώσετε κάποιον τίτλο;
Ποτέ. Πίστευα ότι υπάρχει ένας κόσμος που σκέφτεται περίπου όπως εγώ και αν μιλούσα στη γλώσσα του θα άκουγε.
Πράγματι υπήρξε αυτός ο κόσμος;
Υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει. Είναι οι Άλλοι Έλληνες, ο κόσμος του Μέτρου, της Δημιουργίας, οι άνθρωποι που έχουν μάθει να συνεργάζονται – σε αντίθεση με εκείνους που εύχονται να πεθάνει η κατσίκα του γείτονα. Πιστεύω επίσης ότι δημιουργήσαμε κοινό. Αυτή ήταν η μεγάλη δύναμη των Τεχνικών Εκδόσεων. Και νομίζω ότι αυτό ήταν που οδήγησε την εταιρία στην καταστροφή.
Με ποια έννοια;
Η εταιρία μεγάλωσε. Βγάλαμε περίπου 30 τίτλους. Μηνιαία, διμηνιαία, ετήσια περιοδικά. Κάναμε και ένα ραδιοφωνικό σταθμό, τον «Εν Λευκώ 87,7FM». Ενοχλήσαμε κόσμο, «πατήσαμε κάλους» στο τότε εκδοτικό «διευθυντήριο». Όμως το λάθος - γιατί περί λάθους πρόκειται - να λάβω μέρος στην ίδρυση ενός λιθογραφείου, σήμανε την καταστροφή των Τεχνικών Εκδόσεων. Οι διαχειριστές του εργοστασίου δεν μπορούν να χαρακτηριστούν παραδείγματα προς μίμηση. Τα πρώτα δύο χρόνια λειτουργίας «έκαναν φτερά» πάρα πολλά χρήματα με αποτέλεσμα η επιχείρηση να καταρρεύσει και οι τράπεζες να ζητήσουν την αποπληρωμή των δανείων. Επειδή οι πραγματικοί υπεύθυνοι χάθηκαν στην ομίχλη στράφηκαν κατά των Τεχνικών Εκδόσεων και εμού προσωπικά. Με αυτό τον τρόπο καταστράφηκε μία εταιρία που δεν είχε κανένα οικονομικό πρόβλημα. Το τέλος αυτής της πορείας είναι θλιβερό. Με συνέλαβαν με την κατηγορία ότι η Εταιρία μου όφειλε 11,5 εκατ. ευρώ στο Δημόσιο. Φυλακίστηκα, δικάστηκα και αθωώθηκα - τόσο φανερή ήταν η πλεκτάνη που είχε στηθεί από γνωστούς και μη εξαιρετέους οικονομικούς και εκδοτικούς «δολοφόνους».
Εξαιτίας τους με συνοπτικές διαδικασίες καταστράφηκε η «Τεχνικές Εκδόσεις Α.Ε». Μπορεί να υπήρξα καλός δημοσιογράφος, φωτογράφος, εκδότης και μέτριος πιλότος, αλλά δεν ήμουν αρκετά έξυπνος ή «καπάτσος» επιχειρηματίας και δεν διέθετα εφοπλιστικές, τραπεζικές και κρατικοδίαιτες επιχειρηματικές «πλάτες».
Ούτε καλός δημοσιοσχετιστής είσαστε - όπως τονίζετε στο βιβλίο.
Από τους πλέον άχρηστους! Είναι ιδιαίτερα στενάχωρο όλο αυτό που περιγράφω. Για να μην αναφέρω ότι μου στερεί κάθε ελπίδα να κληθώ σε μεταμεσονύκτια εκπομπή τραχανοπλαγιάδικου life style!
Τι σας πίκρανε περισσότερο από όλη αυτή την ιστορία του τέλους των Τεχνικών Εκδόσεων
Άκουσα πολλά από καλοθελητές. Κάποιο μάλιστα δημοσιεύσαν «επιστολή» στην οποία ανάφεραν ότι «οι εργαζόμενοι ξεγύμνωσαν τον Καββαθά» επειδή δεν κάλυψα τις υποχρεώσεις του εκδότη που… αγόρασε την εταιρία μου! Οργανώθηκε «απεργία», τα περιοδικά έκλεισαν και 2-3 μήνες μετά κυκλοφόρησαν με ιδιοκτήτες τους…οργανωτές. Υπήρξα δηλαδή και θύμα προδοσίας αλλά, όπως λέει και το παλαιό γνωμικό, «ουδείς εχθρός μεγαλύτερος του ευεργετηθέντος».
Στις καλές εποχές πόσα αντίτυπα πουλούσαν οι τίτλοι των Τεχνικών Εκδόσεων;
Για να πάρετε μια ιδέα, τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 οι 4Τροχοί πουλούσαν πάνω από 100 χιλιάδες αντίτυπα και η Πτήση πάνω από 35.000
Άρα όλοι οι τίτλοι μαζί…
Μικρό «χρυσωρυχείο». Γι’ αυτό έγιναν αυτά που έγιναν. Δύο κτίρια, το πατρικό μου στο Μετς και το άλλο στην Ηλιουπόλεως, τόσα περιοδικά, κι όλα με σχεδόν μηδενικό δανεισμό. Στα 36 χρόνια λειτουργίας της Εταιρίας υπήρξε μόνο ένα δάνειο 80 εκατομμυρίων δραχμών. Το μισό είχε πληρωθεί πριν την καταστροφή και υποτίθεται ότι το υπόλοιπο θα συνέχιζε να το πληρώνει αυτός που αγόρασε τις Τεχνικές Εκδόσεις. Κάτι που δεν έγινε, με αποτέλεσμα η τράπεζα να στραφεί εναντίον της εταιρίας και εμού.
Στο βιβλίο σας δεν έχετε σχεδόν τίποτα καλό να πείτε για την πλειοψηφία του πολιτικού προσωπικού της χώρας σε βάθος δεκαετιών.Αναρωτηθείτε τι πραγματικά έχουν προσφέρει;
Ποιο είναι το αποφασιστικό βήμα προς τα εμπρός τα τελευταία 40 χρόνια; Οι κοινωνίες τα άτομα των οποίων έχουν μάθει να συνεργάζονται, προχωρούν την έρευνα και την εξέλιξη στις επιστήμες, σχεδιάζουν το μέλλον, πάνε στα άστρα. Στη δική μας οι περισσότεροι θέλουν να πεθάνει η κατσίκα του γείτονα. Τι έχουν κάνει οι πολιτικοί για να αλλάξουν αυτή τη νοοτροπία; Συνεχίζεται ο ίδιος μίζερος τρόπος σκέψης. Είναι σαν καφενείο τη δεκαετία του ’50. Βγαίνει ο ένας, μπαίνει ο άλλος, παίζουν χαρτιά, ζάρια, πρέφα, τάβλι, άντε γεια, τα λέμε αύριο.
Όλα αυτά τα χρόνια νόμιζα ότι αν πήγαινα σε υπουργούς και άλλους αρμόδιους θα με άκουγαν. Κανείς δεν άκουγε. Έκαναν πως άκουγαν αλλά δεν έβλεπαν την ώρα που θα τους άδειαζα τη γωνιά. Υπάρχει πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από το «Φαέθων 2004», τον αγώνα που οργανώθηκε από τους 4Τ και το Υπουργείο Πολιτισμού το 2004; Στην Αθήνα ήρθαν σπουδαστές από 18 πανεπιστήμια από όλο τον κόσμο με οχήματα που είχαν σχεδιάσει και κατασκευάσει οι ίδιοι και που κινούνταν αντλώντας ενέργεια από το φως του ήλιου. Πήγαν από την Ακρόπολη στην Ολυμπία και πίσω. Ο αγώνας έγινε μία φορά και ποτέ πάλι. Τα Πανεπιστήμια έστελναν επιστολές και φαξ ρωτώντας πότε θα επαναληφθεί και κρυβόμουν μιας και δεν είχα τι ν’ απαντήσω. Δεκάδες τα παραδείγματα. Αυτή η διαρκής απογοήτευση σε συνδυασμό με την καταστροφή των Τεχνικών Εκδόσεων, με έκαναν να παραιτηθώ γενικά. Όμως είναι κάτι ακόμη που με «ενοχλεί». Πιστεύω πως με τη δουλειά μου κάτι έχω προσφέρει στη χώρα. Είδατε να με αναφέρουν κάπου; Είστε ο πρώτος που επικοινωνεί μαζί μου για το βιβλίο. Ίσως και ο τελευταίος. Δεν σας κάνει εντύπωση;
Σκέφτεστε ότι ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά σήμερα αν είχατε φροντίσει περισσότερο τις δημόσιες σχέσεις σας;
Σε έναν άλλο τόπο που η κοινωνία είναι σαν αυτή που περιέγραψα πιο πάνω, όταν είσαι οδηγός αγώνων και κερδίζεις πέντε παγκόσμια πρωταθλήματα, κάποιος σε καλεί και σου απονέμει ένα «δίπλωμα» να το κρεμάσεις στο τοίχο για να θυμάσαι ότι υπήρξες. Στο Δουκάτο του Φενγουικ σου απονέμουν το παράσημα της Σιωπής. Σχεδόν κανείς δεν έχει ρωτήσει τι κάναμε στις Τεχνικές Εκδόσεις.
Ανησυχείτε για την υστεροφημία σας;
Υστεροφημία στην άλλη ζωή; Δεν «ανησυχώ». Απλώς αναρωτιέμαι πως γίνεται και είμαι αόρατος.
Που πιστεύετε ότι οφείλεται αυτό;
Δεν μπορώ να απαντήσω. «Ενοχλείς» λένε κάποιοι καλοί, παλιοί συνάδελφοι. Παράδειγμα: κανείς δεν λέει ότι ο «Εν Λευκώ 87,7fm» υπήρξε δημιούργημά μου. Κανείς δεν αναφέρει ότι το πρώτο περιοδικό για τη γεύση ήταν αυτό της Σοφίας Καββαθά. Δεν ξέρω γιατί λένε ότι ο Λαμπράκης έβγαλε το RAM. Ποιος σώφρων άνθρωπος πιστεύει ότι ο μακαρίτης γνώριζε τι θα πει ηλεκτρονικός υπολογιστής; Δικός μου τίτλος και δική μου μου απόφαση ήταν η έκδοση του περιοδικού «RAM», και απλά κυκλοφόρησε από την «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΕ» μία εταιρία που ο Χ. Λαμπράκης και εγώ συμμετείχαμε με ποσοστό 50/50.
Είναι πολλά παραδείγματα. Λες και επί 40 χρόνια δεν υπήρξα ή ήμουν αόρατος παρά το γεγονός ότι οι Τεχνικές Εκδόσεις έχουν αφήσει ισχυρό αποτύπωμα σε πολλές χιλιάδες αναγνώστες. Αν δεν υπήρχαν κι αυτοί, θα έπρεπε να έχω εγκαταλείψει τα εγκόσμια σαν τον Χέμινγουεϊ! Αυτό που με έχει κρατήσει μέχρι σήμερα είναι το ότι ξέρω πόσος κόσμος μεγάλωσε με τα περιοδικά μας και πως πάνω από 70-80 χιλιάδες νέοι πήγαν σε πανεπιστήμια και πολυτεχνεία ακολουθώντας το παράδειγμα των «ηρώων» μας στις επιστήμες και στην τεχνολογία . Όλοι αυτοί είναι «παιδιά» μου.
Εννοείτε ότι Τεχνικές Εκδόσεις υπήρξαν κομμάτι του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού, όπως ήταν και το μότο της εταιρίας.
Ακριβώς. Όμως σας βλέπω δύσπιστο γι’ αυτό θέτω εκφράζω μία απορία: Δεν σας κάνει εντύπωση που ούτε η κρατική τηλεόραση δεν έχει ενδιαφερθεί για το έργο μου; Κανείς δεν έχει ρωτήσει: πες μας τι κάναμε όλα αυτά τα χρόνια. Ενοχλούμαι όχι γιατί θα κέρδιζα κάτι, αλλά αμφιβάλλω πια κι εγώ αν υπήρξα.
Είχατε κατά νου κάποιον ιδεατό αναγνώστη όταν γράφατε το βιβλίο σας;
Ίσως όλη την ανάδραση, το feedback, από τα χιλιάδες σχόλια -γράμματα, επιστολές, email- από τον κόσμο που ανέφερα. Νομίζω ότι όλοι αυτοί είμαστε ένα είδος σέχτας πια, σαν το Όνομα του Ρόδου, σχεδόν κρυβόμαστε. Πώς το έλεγε το παλιό ρεμπέτικο; Θα πηγαίνω τοίχο-τοίχο και για σύνθημα θα βήχω. Για να αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλον!
Στο βιβλίο αναρωτιέστε «ποιος ενδιαφέρεται για τα γραπτά ενός δημοσιογράφου που επέλεξε έναν περίεργο για την ελληνική πραγματικότητα δρόμο».
Είμαι της γενιά του «Μικρού Ήρωα», της «Μάσκας» και των «Κλασσικών Εικονογραφημένων». Με αυτά μεγάλωσα.
Τότε που οι δάσκαλοι έλεγαν στους δικούς σας ότι είστε συνέχεια αφηρημένος;
Ναι, την εποχή που πήγα για εξετάσεις φορώντας μπλουτζίν και ο Γυμνασιάρχης μου απαγόρευσε την είσοδο αν δεν φορούσα «κανονικό» παντελόνι. Δανείστηκα ένα από τον κύριο Ανδρέα που ήταν ο μάγειρας του σχολείου που όμως μου έφτανε ως το γόνατο. Μπήκα στη τάξη, έδωσα το μάθημα και δεν έμεινα μετεξεταστέος λόγω blue jean. Μετά προσπάθησα να γίνω Μηχανολόγος Μηχανικός στην Αγγλία αλλά, μετά από δυο χρόνια με έδιωξαν γιατί δεν μπορούσα με τίποτα να περάσω στο μάθημα της Χημείας. Γυρνώντας στην Ελλάδα δεν ήξερα τι να κάνω. Γνωρίστηκα όμως με την Ελένη Βλάχου και, όταν ήταν να βγει η «Μεσημβρινή» μου έκλεισε ραντεβού με τον Παναγιώτη Λαμπρία. Ετσι ξεκίνησε η καριέρα μου στις εφημερίδες. Πριν έγραφα σε διάφορα αυτοκινητιστικά περιοδικά, ήμουν αρχισυντάκτης στο «Auto Express» και άλλα τέτοια χαριτωμένα.
Στο βιβλίο περιγράφετε γλαφυρά τους καβγάδες με τους γονείς σας που ήθελαν να σας γίνετε δικηγόρος.
Έχω τύψεις γι’ αυτό. Σαν παιδιά δεν καταλαβαίναμε ότι οι γονείς έδιναν κυριολεκτικά τη ζωή τους για να μας μεγαλώσουν. Ήρωες που είχαν ζήσει πραξικοπήματα, επαναστάσεις, πολέμους και εμφύλιους. Η μητέρα μου έφευγε τα ξημερώματα και γύριζε το βράδυ με μερικά δράμια λάδι και λίγα όσπρια για να ταΐσει τον κανακάρη της. Ο πατέρας «έφυγε» αφήνοντας στον τραπεζικό του λογαριασμό 6.000 δραχμές μετά από 54 χρόνια δικηγορίας. «Στη ζωή μου λευκάνθηκα εν τιμή» έλεγε στους ασκούμενούς στο γραφείο του στην οδό Λεωχάρους 4 αλλά εγώ ήμουν «αλλού».
Δεν είναι δα και τόσο παράλογο ένα κάποιο επικοινωνιακό χάσμα μεταξύ γονιών και παιδιών.
Δεκτό, αλλά όταν μείνεις μόνος έρχονται όχι ακριβώς οι τύψεις, αλλά τα γιατί. Βέβαια όλα αυτά δεν είναι συναισθήματα. Δεν υπάρχουν συναισθήματα αλλά, ηλεκτροχημικές αντιδράσεις. Ελπίζω να βρούμε σύντομα τον τρόπο να τις αλλάζουμε γιατί, αρκετοί είναι οι εφιάλτες που με βασανίζουν!
Από τη μία ακούγεστε συναισθηματικός και από την άλλη σπεύδετε να «γειωθείτε».
Λυπάμαι που θα σας (ξανά) απογοητεύσω αλλά στο σύμπαν (αν υπάρχει) δεν υπάρχουν «συναισθήματα»! Θέλω να πω ότι, δεν έχω ακούσει τίποτα για σχέσεις αγάπης-μίσους ανάμεσα σε μία μελανή οπή και ένα γαλαξία. Και αυτό που κάνουμε τώρα είναι μια σειρά από ηλεκτροχημικές αντιδράσεις τις οποίες μπορούμε να καταγράψουμε. Αφού μπορούμε να καταγράψουμε, μπορούμε να φυλάξουμε, αλλάξουμε, μεταφέρουμε. Άρα μπορούμε να ορίσουμε το πώς αισθανόμαστε.
Θα είμαι δηλαδή δυστυχισμένος και πατώντας ένα κουμπί θα σφύζω από χαρά;
Γιατί όχι; Αν δεχτούμε ότι υπάρχει «χαρά», «λύπη», «αγάπη», «μίσος», «ελπίδα», συναισθήματα γενικώς θα είναι εύκολο να ρυθμίσουμε τις Η/Χ λειτουργίες στους νευρώνες και να «αισθανθούμε» όπως επιθυμούμε ή να λειτουργήσουμε σύμφωνα με το Λογισμικό που επιλέγουμε!
Δεν πιστέψατε ποτέ σε κάποια ανώτερη δύναμη;
Αν ο απέναντι μου πιστεύει στον Δία ή στον Σίβα το σέβομαι. Προσωπικά μου φαίνεται αδιανόητο να πιστεύεις ότι κάποιος άλλος έχει την ευθύνη για όσα συμβαίνουν στους ανθρώπους – και στο Σύμπαν. Οι γονείς μου πίστευαν. Δεν συγκρουστήκαμε ποτέ γι’ αυτό, αν και η μητέρα μου άναβε τρία καντήλια σε τρία εικονοστάσια και ο πατέρας μου ήταν Επίτροπος στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα, Μου άρεσε η τελετουργία, το Πάσχα, η Ανάσταση. Αλλά μέχρι εκεί. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν θεοί και δαίμονες, προφήτες και άγιοι.
Η όρεξη να εξερευνήσετε το πώς δουλεύουν τα πράγματα είναι κάτι που είχατε από μικρό παιδί;
Από 6-7 ετών. Από τη στιγμή που άνοιξα το πίσω μέρος ενός ραδιοφώνου για να δω πώς λειτουργούν οι λυχνίες, επειδή είχα μόλις αρχίσει να διαβάζω για την μετάδοση των κυμάτων στις τότε εγκυκλοπαίδειες. Ήταν το ξεκίνημα της πορείας που οδήγησε στις Τεχνικές Εκδόσεις. Όλα ξεκίνησαν από το γεγονός ότι, μετά την κατοχή και τον εμφύλιο, ο πατέρας έφερνε στο σπίτι τις εβδομαδιαίες εκδόσεις της «Εγκυκλοπαίδειας του Ηλίου». Τις διάβαζα λέξη προς λέξη. Μετά ακολούθησαν οι παρέες και οι ατέλειωτες συζητήσεις με τα άλλα παιδιά. Δεν υπήρχαν ακόμα ραδιόφωνα και τηλεοράσεις. Μόνο πιτσιρίκια που έκαναν όνειρα.
Στο βιβλίο κάνετε συχνά συγκρίσεις ανάμεσα στη γενιά σας και στα σημερινά παιδιά, χωρίς να κρύβετε την απογοήτευσή σας.
Έχω πολλά παραδείγματα παιδιών που δεν διαφέρουν από…κουνουπίδια με πόδια. Έχουν όλη τη γνώση στο χέρι τους, αλλά δεν έχουν την περιέργεια να μάθουν. Όσα έχουν αυτή την περιέργεια, φεύγουν σε χώρες που οι άνθρωποι έχουν μάθει να συνεργάζονται, ο ένας ακούει τον άλλο και μαζί χτίζουν το μέλλον φτιάχνοντας τα πάντα, από αυτοκίνητα αγώνων και αεροπλάνα μέχρι τρένα υψηλών ταχυτήτων και πυραύλους που θα τους πάνε σε άλλους πλανήτες. Αυτά δεν γίνονται σε κοινωνίες που επικρατούν αγέλες κάθε μορφής. Αυτή είναι η παθογένειά μας. Βλέπεις όσα λέγονται στη Βουλή και απορείς για ποιο πράγμα συζητάνε. Η δεξιά, η αριστερά, η ημιδεξιά, η κεντροαριστερά της αριστεροδεξιάς, μια ατέλειωτη παπαρολογία, με συγχωρείτε για την έκφραση, η οποία εδώ και χρόνια δεν οδηγεί πουθενά.
Πιστεύετε λοιπόν ότι πρέπει να αποϊδεολογικοποιηθεί η πολιτική;
Το αντίθετο! Ναι στην Πολιτική αλλά. με προδιαγραφές 22ου και 23ου αιώνα, όχι 17ου!
Υφίστανται η Αριστερά και η Δεξιά σήμερα;
Όχι φυσικά. Τι θα πει Αριστερά και Δεξιά, όταν σε δέκα χρόνια οι εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης θα έχουν δημιουργήσει τους πρώτους μετά-ανθρώπους; Ποιος είναι δεξιός και ποιος αριστερός σε μια κοινωνία που βαδίζει προς τα εκεί; Τέτοιου τύπου ιδεολογίες δεν έχουν πια νόημα, αφού τα πάντα θα ορίζονται από εκείνους που κατέχουν την Πληροφορία. Όποιος ξέρει πώς να φτιάξει ένα τρένο ή ένα αεροπλάνο ή ένα σπίτι στο λιγότερο δυνατό χρόνο. Όποιος μπορεί να κάνει εγχείρηση στην καρδιά με τον σωστότερο τρόπο. Δεν θα υπάρχει χρήμα, χρυσός, δολάρια, ευρώ. Ο νέος πλούτος θα είναι η Πληροφορία. Όποιος την κατέχει αυτός (ή αυτοί) θα κυβερνάει. Θα υπάρχουν δύο τάξεις: Οι έχοντες και κατέχοντες και εμείς που, κατά τη γνώμη μου θα …εξαφανιστούμε!
Ποια είναι δηλαδή η θέση της Ελλάδας στο τοπίο που περιγράφετε;
Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί στη χώρα που έχουν θέσει στον εαυτό τους αυτή την ερώτηση. Οι περισσότεροι που κοιτάζουν μπροστά είναι ήδη στο εξωτερικό.
Άρα το brain drain δεν θα αναστραφεί;
Όχι, γιατί να αναστραφεί; Να επιστρέψεις για να κάνεις τι;
Για την καταπληκτική ποιότητα ζωής, όπως είπε πρόσφατα ο πρωθυπουργός.
Αυτός είναι ο δρόμος για την κατάκτηση του μέλλοντος; Ο τουρισμός; Η μετακίνηση εκατομμυρίων από χώρα σε χώρα με όποια περιβαλλοντική καταστροφή σημαίνει αυτό; Η μετατροπή μιας χώρας σε ξενοδοχείο είναι κατόρθωμα;
Δεν είναι ο τουρισμός η βαριά βιομηχανία της χώρας;
Τι θα πει βαριά βιομηχανία; Αν το σκεφτεί κανείς η ιδέα της μετακίνησης εκατομμυρίων ανθρώπων για να δουν το Σινικό Τείχος ή την Ακρόπολη, αγγίζει τα όρια της γελοιότητας όταν σήμερα μπορείς να επισκεφτείς εικονικά όλα τα μουσεία του κόσμου. Για ποιο λόγο να δηλητηριάζεις την ατμόσφαιρα με καυσαέρια και να καταστρέφεις όσο αέρα και νερό έχουν απομείνει; Τι λογική έχει; Είναι υπερβολή. Παλιότερα δεν ήταν, αλλά τώρα πλησιάζουμε τα 9 δισεκατομμύρια. Τι θα πει τουρισμός; Καταστροφή ουσιαστικά.
Ποια θα είναι η επόμενη μεγάλη τεχνολογική τομή;
Κατά τη γνώμη μου η σύνδεση του πρώτου ανθρώπου με την πληροφορία. Αυτό που λέγεται singularity ή Τεχνολογική Μοναδικότητα. Από τη στιγμή που ο πρώτος άνθρωπος θα συνδεθεί και όλη η γνώση θα είναι απευθείας στο μυαλό του, τι θα είμαστε εμείς που δεν θα είμαστε;
Φοβάμαι ότι...
ΒΙΒΛΙΟ - ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ - ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΒΒΑΘΑΣ: O καπετάνιος έβγαλε επιτέλους το βιβλίο που χρόνια περιμέναμε: «Ασημόσπιτο Silverhouse»! - Καλοτάξιδο captain και σ' ευχαριστούμε...
Από την διαδικτυακή παρούσίαση του βιβλίου
Προλογίζουν οι
Γιώργος Γραμματικάκης, Καθηγητής Πανεπιστημίου, Συγγραφέας
Κωνσταντίνος Σγάντζος, Φυσικός
Στάθης Σταυρόπουλος, Σκιτσογράφος
Γιάννης Τριάντης, Δημοσιογράφος
και ο συγγραφέας του βιβλίου Κώστας Καββαθάς
Περισσότερα για το βιβλίο δείτε εδώ: https://armosbooks.gr/



