"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΑΜΦΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΑΜΦΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΠΡΟΣΩΠΑ - ΕΠΙΦΑΝΕΙΣ ΕΛΛΗΝΕΣ: Υπάρχουν ακόμη φιλόσοφοι;

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ 

 Πριν από δύο χρόνια, ο φίλος Στέλιος Ράμφος είχε γράψει στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ένα κείμενο όπου λίγο ώς πολύ συνέκρινε την υπόθεση των Τεμπών με την υπόθεση της Αντιγόνης. 

Είχα προσπαθήσει να του απαντήσω με ένα δικό μου κείμενο, όπου υποστήριζα ότι στην τραγωδία το πρόβλημα είναι ότι το πολιτικό δίκαιο που υπερασπίζεται ο Κρέων είναι η προϋπόθεση για το ηθικό δίκαιο. Χωρίς οργανωμένη πολιτεία δεν υπάρχει δίκαιο, όχι μόνο πολιτικό αλλά ούτε και ηθικό. Το υποστηρίζει και ο Σωκράτης.

 Μιλήσαμε στο τηλέφωνο –δεν είχε κινητό– και κανονίσαμε να συναντηθούμε για να συζητήσουμε το θέμα. Μου είπε ότι εκείνος προσπάθησε να αναδείξει το αίσθημα των συγγενών των νεκρών, ενώ εγώ έμενα στη θεσμική πλευρά της υπόθεσης. 

Συναντηθήκαμε, συζητήσαμε για μιάμιση ώρα για διάφορα, κυρίως πολιτικά, και λίγο πριν χωρίσουμε του είπα: «Βρε Στέλιο, δεν μιλήσαμε για την Αντιγόνη». 

Εκείνος χαμογέλασε και μου είπε: «Δεν πειράζει. Την άλλη φορά».

 Η συζήτηση δεν έγινε ποτέ. Μείναμε ο καθένας με τις απόψεις του. 

Το περιστατικό το αναφέρω για να καταλήξω σε αυτό που πιστεύω ότι είναι ο φιλόσοφος. Δεν προσπαθεί να πείσει τον άλλον για την αλήθεια των απόψεών του. Τις διατυπώνει και σου δίνει χώρο για να μπορέσεις να τις αντιληφθείς, είτε σε πείθουν είτε δεν σε πείθουν. 

Δεν παριστάνει τον σοφό, ούτε επιδεικνύει τη σοφία του. Δεν είναι σοφός. 

Είναι φίλος της σοφίας. Είναι ακριβώς το αντίθετο από τον καθηγητή του πανεπιστημίου, που προσπαθεί να διαμορφώσει τα μυαλά των μαθητών του με την αυθεντία του.

Ο Ράμφος δεν ήταν καθηγητής στο πανεπιστήμιο. Απ’ τα ελληνικά παράδοξα. Δεν το θέλησε ο ίδιος ή μήπως το πανεπιστήμιο δεν βρήκε χώρο για έναν διανοητή, που αντιστεκόταν στην ηγεμονία του μαρξισμού που κυριαρχούσε στην εκπαίδευση στα χρόνια της Μεταπολίτευσης; 

Εξάλλου, έκανε ό,τι μπορούσε για να σκανδαλίσει την προοδευτική διανόηση του καιρού εκείνου.  

Αν και έζησε τον Μάη του ’68 δεν υιοθέτησε τίποτε από την αποδομητική ορμή του. 

Ο πρώην συντάκτης της Πανσπουδαστικής, ο επηρεασμένος από τον Καστοριάδη είχε καταλήξει ηγετική μορφή των νεο-ορθοδόξων μέσω των πατερικών κειμένων και της κλασικής παιδείας. Σύντομα κατάφερε να μεταμορφώσει τη σκέψη του σε μια αναζήτηση του σχίσματος ανάμεσα στην «ελληνίδα Ανατολή» και στη δυτική σκέψη.  

Η πραγματική πρωτοτυπία του ήταν ότι ...

 

Επίγεια σοφία (Στη μνήμη του Στέλιου Ράμφου που έφυγε από τη ζωή χτες 10/8/2026...)

 

Στέλιος Ράμφος: Επιλογή αποφθεγμάτων από το βιβλίο «Πολιτική από στόμα σε στόμα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρµός

∗    Με τους κλειστούς θεσµούς η Ελλάδα καταπίνει τα παιδιά της.

∗    Είµαστε λαός που αρπάζεται µε το παραµικρό και τα καταπίνει όλα. Όλα!

∗    Στην Ελλάδα η µάχη δίνεται µεταξύ ζωντανών και πεθαµένων: εκείνοι οι οποίοι προσπαθούν και οι άλλοι που φαντασιώνονται.

∗    Η φοροδιαφυγή δείχνει απουσία πολιτικής συνειδήσεως, είµαστε ακόµα χωρικοί και όχι πολίτες.

∗    Μόνο η συναινετική πολιτική καθαρίζει τα σκουπίδια που φέρνει στην επιφάνεια η πόλωση.

∗    Τρόµος και τρέλα, η ψυχική αποταµίευση του Έλληνα.

∗    Λέµε εύκολα: «δε βλέπω φως». Η απάντηση είναι: «να το φτιάξεις!»

∗    Απολογισµός 5 χρόνων κρίσεως: δεν καταλάβαµε τίποτα διότι δεν αναλάβαµε καµία ευθύνη για την κρίση. Άλλωστε παγία ψυχολογία-ιδεολογία της Αριστεράς συνιστά η πεποίθηση ότι πάντα και για όλα φταίνε οι άλλοι. Αντίθετα, στην ελεύθερη βούληση ενυπάρχει «φυσικά» η αντίληψη της ευθύνης.

∗    Είσαι ό,τι υπερασπίζεσαι.

∗    Χαρακτηριστικό: Το ΠΑΣΟΚ της ευθύνης τιµωρήθηκε ως φαύλο ΠΑΣΟΚ. Ενώ τιµήθηκε το φαύλο ΠΑΣΟΚ που κατέφυγε στον ΣΥΡΙΖΑ, αφού κατέστρεψε τον τόπο ανελέητα! Αυτή η αντιµετάθεση διατηρεί εφιαλτικά άθικτο το σώµα του εγκλήµατος.

∗    Ο χειρότερος εχθρός της ελευθερίας είναι η αναρχία.

∗    Οι Έλληνες υποστηρίζουν τον Σύριζα αλλά παίρνουν τις καταθέσεις από την τράπεζα. Πώς εξηγείται αυτό το φαινόµενο; Όλα µε το αζηµίωτο! Σχιζοειδής κουτοπονηριά.

∗    Παρακµάζει ο τόπος όπου εξιδανικεύεται το ευτελές και για όλα φταίνε οι άλλοι.

∗    Μια χώρα ...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Νομίζουμε ή είμαστε;


Tου Στέλιου Ράμφου

Νομίζουμε ότι είμαστε τούτο ή τ’ άλλο, χωρίς το "νομίζουμε", το "ποιοι είμαστε;" δεν αφήνει περιθώριο να αισθανθούμε τι ακριβώς. 

Το "νομίζουμε" φέρνει τα έξω μέσα στην κατανόηση του ερωτήματος "ποιοι νομίζουμε ότι είμαστε;". Επιμένει στην εικόνα που σχηματίζουμε για τον εαυτό μας, ενώ ταυτόχρονα θέτει εντός παρενθέσεως την εκδοχή του "φαντασιώνομαι", η οποία ακυρώνει εκ των πραγμάτων το "είμαι".

Στη ρηματική του ενέργεια το "νομίζω" παίζει ρόλο καθρέφτη. Όχι εκείνου ο οποίος αντανακλά εξωτερικά τα πράγματα, αλλά οφθαλμού που προβάλλει εκτός, κάτι εντός το ουσιώδες. Μπορεί να συνδέουμε την εμπειρική γνώση με την οπτική αντίληψη, αλλά για τους Αρχαίους τα μάτια ήταν πηγή φωτός και εξέπεμπαν τη φλόγα τους σαν βλέμμα. Μάλιστα ο Πλάτων μιλάει για "φώσφορα όμματα", όργανα της ψυχής, τα οποία σφραγίζουν με την ακτινοβολία τους τα επίσης φωτοβόλα αντικείμενα. Τα μάτια ως καθρέφτης της ψυχής δεν απεικονίζουν παθητικά, αλλά μορφοποιούν το εκτός τους και προσθέτουν εξ ιδίων αλήθεια στα φαινόμενα.

Όταν λέμε "νομίζω", εννοούμε: θεωρώ, μου φαίνεται, πρεσβεύω, φρονώ, είμαι της γνώμης, και υποδηλώνουμε την εσωτερική πρόσληψη του αντικειμένου, την ευαισθητοποίησή μας απέναντί του, έστω αμφιθυμικά.  

Αίφνης τα αισθήματά μου για την Ελλάδα προκύπτουν από τη γνώμη μου για αυτήν: Βιώνω την εμπειρία της με συγκίνηση και με απογοήτευση, καθώς η αντιφατικότητά της δεν με αφήνει να τη χαρώ. Την αγαπώ και δεν την υποφέρω, επιμένοντας ταυτόχρονα και να το τραγουδώ.

Επειδή ακριβώς "νομίζω", κατέχω την Ελλάδα και την ίδια στιγμή τη νοσταλγώ. Στον ορίζοντα του "νομίζω" η νοσταλγία συμπίπτει με αναστοχαστική ενδοσκόπηση, κάτι διαφορετικό από αίσθηση της απουσίας ή της οριστικής απώλειας ενός καταδικού μου πράγματος. Εφ’ όσον δεν διαθέτω τίποτε οικειότερο από εμένα τον ίδιο, νοσταλγία μπορεί να είναι και η δίψα για τον αυθεντικό μου εαυτό, για δημιουργική μου έκφραση και έξοδο από τον στενό χώρο.

Η υποκειμενική παράμετρος του "νομίζω" λανθάνει στη συνεχοασυνεχή εννοιολογική του εξέλιξη, η οποία διασώζει την καταβολική σημασία της λέξεως, ως ατομικής αναγνωρίσεως των υφιστάμενων εθίμων και θεσμών. "Νομίζω τους θεούς", έλεγε ο αρχαίος Έλληνας, για να δείξει ότι δέχεται και πιστεύει τις θεότητες της κοινότητος. Τα σημερινό αμετάβατο "νομίζω" ήταν τότε και μεταβατικό, σχετικά με το "νέμω", τη "νομή", τον "νόμο", δηλωτικά μεριδίου του πολίτη στη συλλογικότητα της πόλεως.

Όσο για το αφηρημένο του ουσιαστικό, το "νόμισμα" αυτό συνέδεε, δίκην κοινής αναφοράς, ανθρώπους μεταξύ τους στα πλαίσια "των ειωθότων", ήταν φορέας συλλογικού ήθους και μνήμης. Έφερε πάνω του ένα παρελθόν το οποίο ενυπάρχει στο παρόν και δείχνει προς αδιάγνωστο μέλλον, μία μνήνη τροφοδότρια του χρόνου διηνεκώς. Ως μνήμη, το παρελθόν εξατομικεύεται βιωματικά στο εν χρήσει "νομίζω", εγκεντρίζεται στο παρόν και οδεύει μαζί προς το μέλλον. Σ’ αυτή τη διαδρομή, οι εκάστοτε μορφές του "νομίζω", αν και συνέχεια των προηγούμενων, προβαίνουν με νέο νόημα.

Μιλούμε για τρόπο υπάρξεως, όπου η αλήθεια δεν βρίσκεται στα αντικείμενα πράγματα, αλλά στον θεωρό που στοχάζεται την εικόνα τους μέσα του, στο νόημά τους. Αυτό σε προφανή αναλογία με την ποιητική εργασία των "φώσφορων ομμάτων", των μεταμορφωμένων αισθητηρίων, και με την καλλιέργεια της αυθεντικότητας ως διεργασίας για την ανάπλαση του εαυτού με κατηγορίες ψυχικής διαθέσεως, πέρα από τη βιολογικότητά του. Το "είναι" αφορά τη γνώση· το "είμαι" ανήκει στην αυτοσυνείδηση.

Η υποκειμενικότητα του "νομίσματος" έχει ουσιαστικό χαρακτήρα. Εδώ το παρόν κινείται προς το μέλλον μόνο εάν αναλάβει το παρελθόν εν είδει ζωντανής μνήμης. Σκέπτομαι "΄τόν πάθει μάθος θέντα", την παρακαταθήκη του Αισχύλου στους αιώνες, που ανάγει την έγνοια του ανθρώπου να υπάρχει σε ευθύνη για όσα του επιφυλάσσει η τρωσιμότης του και για όσα αντιπράττει γυρνώντας τη φορά του χρόνου αναγεννητικά, σαν γνώση που το μάθημα του παθήματος προσφέρει. Να επισημάνω εδώ ότι με την αναστοχαστική ανάληψη του χρόνου, ο οποίος κυλά αποκαλύπτοντας πόσο ευάλωτοι είμαστε, γεννιέται η ηθική ως ευθύνη απέναντι στον εαυτό μας, στον άλλο και στους άλλους.

Στους αντίποδες της ευθύνης βρίσκεται ο προοδευτισμός που επικεντρώνεται στο "τώρα", χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι ένα παρόν συνυφασμένο αποκλειστικά με το μέλλον εγκυμονεί κινδύνους και κινδύνους. Μήπως τίμημα της αποθεωμένης λειτουργικότητας των διαδικασιών, εναντίον της αλήθειας του νοήματος, δεν είναι η οικολογική επιβάρυνση του πλανήτη;

Όσο γιγαντώνεται το "τώρα", τόσο η μνήμη ατροφεί και οι φαντασιώσεις μεγεθύνονται ως κατ’ εξοχήν πεδίο ανευθυνότητας. Παράλληλα, η ενθύμηση αναπαράγει γεγονότα και πράγματα, ενώ, αντιθέτως, η ανάμνηση ζητεί στο όποιο θέμα της το βίωμα, συνιστά κίνηση της μνήμης με δική της ενέργεια παρούσα και στο μέλλον. Δεν ζωντανεύει μέσα μας το περασμένο γεγονός, αλλά το νόημά του.

Συνέχεια και ασυνέχεια συνυπάρχουν εντός μας, όπως και στις έννοιες του "νομίζω" και του "νομίσματος". Η ενεργός μνήμη κάνει επίκαιρη τη συγκίνηση του παρελθόντος και, αντί να την επαναλαμβάνει απλώς, την αναγεννά στον χρόνο της.

Ο χρόνος δεν περνά πάνω από τα πράγματα – τα μεταβάλλει από μέσα. Γι’ αυτό και...

 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ζούμε υπό την εξουσία του παρόντος;

 

Γράφει ο Στέλιος Ράμφος

 

Θυμάμαι να περιμένω και να καλωσορίζω τον καινούργιο χρόνο, αλλά και να αναρωτιέμαι προς τι τέτοια αδημονία για μια ημέρα όπου τα εόρτια αισθήματα διαρκούν την Πρωτοχρονιά και από την επομένη όλα επανέρχονται στην προτέρα κατάσταση και διάθεση.

Τι φέρνει, άραγε, ο χρόνος που έφυγε;

Καθώς δεν ζούμε τόσο στον κόσμο της φύσεως όσο της Ιστορίας, οι συνέπειες του παρελθόντος συνήθως προκύπτουν εν είδει μέλλοντος. Στην Ιστορία μέτρο του χρόνου δεν είναι η κίνηση στον χώρο, αλλά η άπλωση του πνεύματος πριν και μετά το «τώρα». Θα ήταν αδύνατο να αναλογιστούμε τα περασμένα εάν δεν συνδέαμε τα γεγονότα με το νόημά τους. Ετσι μόνο περνάμε από την αίσθηση στις εσωτερικές της προϋποθέσεις και συνυπάρχουμε πέρα από το ένστικτο.

Μεγαλώσαμε με το πνεύμα στραμμένο στο μέλλον, στην ιδέα μιας προόδου γεμάτης υποσχέσεις για καλύτερο αύριο. Προς τα τέλη, όμως, της δεκαετίας του 1960, με τον φόβο ενός πυρηνικού πολέμου, την κλιματική κρίση και τον διαστημικό ανταγωνισμό των υπερδυνάμεων, η προοπτική της οικονομικής αναπτύξεως έδωσε τη θέση της στη διόρθωση λαθών του παρελθόντος.

Χάρη σε κινήματα νεολαίας των ανεπτυγμένων χωρών, το διστακτικό τούτο μέλλον άνοιξε δρόμο στην ηγεμονία του κοινωνικά παρόντος χρόνου, με χαρακτηριστικές εκφράσεις τη μεγάλη γιορτή στο Γούντστοκ των Ηνωμένων Πολιτειών και τον γαλλικό Μάη του 1968. Τα κινήματα αυτά εξέπεμπαν μηνύματα ανατροπής, αλλά εν τέλει διεκδικούσαν με έμφαση ένα διαφορετικό τρόπο ζωής «εδώ και τώρα».

Με απαξιωμένο το παρελθόν και το μέλλον ανεξέλεγκτο, την παράδοση εγκλωβισμένη σε στερεότυπα και την πρόοδο διφορούμενη, έμενε μόνο το παρόν για να στηριχθεί επάνω του η σαστισμένη ανθρωπότης.

Ετσι, εδώ και μισόν αιώνα βιώνουμε μία ιστορική περίοδο, όπου αν και γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε και φεύγουμε στον χρόνο, το παρόν εξουσιάζει τις ψυχές και τα πράγματα.

Γιατί όλες οι «λέξεις της χρονιάς» φέτος είχαν σχέση με την τεχνολογία;

Χωρίς «πριν» και «μετά»

Το παρόν είναι χρόνος με «πριν» και «μετά», ένα σημείο από όπου τα πάντα περνούν και παραδόξως μένουν, αφού τώρα «θυμόμαστε» το παρελθόν και «τώρα» σχεδιάζουμε το μέλλον. Με δεδομένο το «πριν» και «μετά», στο παρόν βρίσκουμε τον εαυτό μας και αντίστοιχο προσανατολισμό· με δυσεύρετο «πριν» και «μετά» βουλιάζουμε στον χώρο, στερούμενοι εαυτού και συνειδήσεως να βεβαιώνει πως υπάρχουμε.

Ομως ένα παρόν χωρίς «πριν» και «μετά» συμβιώνει μόνο με τον εαυτό του και χρειάζεται όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα ώστε να υπερφαλαγγίζει τον χώρο. Για την ακρίβεια, ζει τη μοναξιά του εν διαστολή και τη διαστολή του σαν παγκοσμίωση. Δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό του μόνο σαν άμεσο χρόνο, αλλά εννοεί να ζούμε σ’ αυτόν και γι’ αυτόν ανά πάσα στιγμή.

Τη λογική του παρόντος ακολούθησαν τα οικονομικοπολιτικά συστήματα, την υπηρετούν δε με συνέπεια η ψηφιακή τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη.

Οι περαιτέρω εξελίξεις εκβάλλουν σε μία οικονομία η οποία καταξιώνει «το συντομότερο δυνατόν», ενώ σταδιακά το παρόν ταυτίζεται με τη στιγμή, χωρίς να παύει να επιβεβαιώνεται στη μακροζωία και στη δραματική μείωση των γεννήσεων του δυτικού κόσμου. Πληροφορούμαστε τα πάντα αδιάκοπα από τα κινητά τηλέφωνα και τα τάμπλετ, με αγωνία μη χάσουμε τίποτα από τα μικρά και μεγάλα δρώμενα στην υφήλιο. Από το «χθες» και το «αύριο», βρεθήκαμε στο «τώρα», στη στιγμή σαν ελιξήριο τάχα της ζωής.

Το κατεπείγον βασιλεύει, διαπιστώνουν όσοι μελετούν τα κοινωνικά. Μ’ άλλα λόγια, οι κύκλοι δραστηριοτήτων όλο και συντομεύουν, καθώς οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές ανταποκρίνονται σε κλάσματα δευτερολέπτου, ώστε το μέλλον να ανάγεται στην επομένη στιγμή, με επακόλουθα την επαπειλουμένη καθυστέρηση και την καταθλιπτική διάθεση. Ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός επιβάλλει ως λειτουργικό χρόνο τον στιγμιαίο, χωρίς άλλα κριτήρια, οπότε στον ορίζοντα των «κλικ» το έργο του λαμβάνει ψυχαναγκαστικές διαστάσεις, ενώ ο καταιγισμός των γεγονότων στα ΜΜΕ προβαίνει σαν αυθεντική ιστορικότης.

Η δεσποτεία του στιγμιαίου παρόντος φτωχαίνει απελπιστικά τον άνθρωπο και την κοινωνία. Το προανήγγειλε ήδη το ψυχικό παράλληλο της ικανοποιήσεως κάθε είδους επιθυμίας, υπό την σκέπη του ατομικού δικαιώματος. Επιθυμίας για την ίδια την ευχαρίστηση, όχι για αγαθές προεκτάσεις της αλήθειας της στην ανθρώπινη συνθήκη. Αλλο η φυσική επιθυμία καθ’ εαυτήν και άλλο μια επιθυμία με γνώμονα την αυθεντικότητα του ανθρώπου. Η επιθυμία μπορεί να διεκδικεί τον χαρακτήρα του δικαιώματος μόνον εφόσον η αξία της κοινωνικής συνυπάρξεως επιτρέπει να διακρίνουμε τα μέσα από τον σκοπό της πράξεως. Διαφορετικά επευλογούμε το χάος.

 

Λόγου χάριν, τι γίνεται όταν ο επαΐων των ψηφιακών διεργασιών επιφορτίζεται να «τρέξει» υπουργεία όπως της Παιδείας, όπου ο ρυθμός της ταχύτητος επιβάλλει στην εργασία των μαθητών και φοιτητών την ήσσονα προσπάθεια και το μηχανικό «ξεπέταγμα» της διδακτέας ύλης, ενώ, αντιθέτως, χρειάζεται το αργό σταθερό «χώνεμα» του γνωστικού αντικειμένου, η κατανόησή του με τη διαπεραστική της σιωπή;

Το «μέλλον» που προσφέρει η εργαλειακή τούτη επάρκεια είναι υποβαθμισμένο, ταχύτατα αποκτώμενα τυπικά «προσόντα» μέσω της απλοποιήσεως αντί της εμβαθύνσεως. Τι κόσμο θα διαμορφώσουν οι αυριανές γενιές των εφηρμοσμένων «γνώσεων»;

Οι νέοι μεθούν με το επιθυμητικό «τώρα», αφού τα προς το ζην εξασφαλίζουν οι γονείς. Εχουν την πολυτέλεια μιας αρνητικότητος η οποία εν ονόματι του παρόντος ασκεί βία εναντίον ανθρώπων και θεσμών. Συνυπολογίζω εδώ τη βία της ανυπομονησίας τους, ως εσωτερικού χρόνου των απαιτουμένων υψηλών επαγγελματικών αποδόσεων. Απαιτήσεις τέτοιου είδους γεννούν βία, αφ’ ης στιγμής η αναμονή του αποτελέσματος τρέπεται σε εναγώνιο χρόνο, που δίνει το «παρών» σαν αλλοπρόσαλλος θόρυβος. Η αίσθηση, η συνείδηση και η άσκηση ευθύνης χρειάζονται οπωσδήποτε χρόνο.

Και με την ιστορία τι να κάνουμε;

Να εμπιστευθούμε τα αποτυπώματα των γεγονότων στις ψηφιακές πλατφόρμες και να παραιτηθούμε από το νόημά τους, το οποίο συνυφαίνει το «πριν» με το «τώρα» και με το «μετά»;

Η αδιαφορία για το παρελθόν πλάθει ρηχή συνείδηση των στόχων μας. Ή μήπως να το διεκδικήσουμε προσεγγίζοντας τον αλλοτινό καιρό σαν σύγχρονο του παρόντος μας και του παρόντος του ως παρελθόντος;

Σ’ αυτή την περίπτωση τη θέση του αντικειμενικού χρόνου καταλαμβάνει ο υποκειμενικός, οπότε η μνήμη αντί να αναπαράγει παθητικά, δημιουργεί. Θεμελιώνει μία σχέση τού «τώρα» με το «πριν», στην οποία τα πράγματα δεν περνούν αλλά ανανεώνονται. Ο Μπέρξον το έδειξε εύστοχα.

Ολα δείχνουν προς ρήξη της διάρκειας του χρόνου με τον εγκλεισμό του «τώρα» στη στιγμή. Τη δυσκολεύουν βέβαια οι ιδεοληψίες της ανυπέρβλητης καταβολής και της οριστικής συντέλειας, μολονότι αμφότερες προϋποθέτουν ένα συστατικό παρόν. Ωστόσο το παρόν τούτο, μόνο του, σημαίνει παρακμή, ενώ…

 

 

ΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΠΙΣΤΗ - ΕΠΙΣΤΗΜΗ: Η ανθρωπινότης του ανθρώπου

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του Στέλιου Ράµφου

 Πιστεύω στην πίστη. Τη χρειαζόµαστε περισσότερο από ποτέ σε µια εποχή υπολογιστικού ελέγχου δεδοµένων, όπως η δική µας
. 

Άλλωστε η ίδια η γνώση ζητεί να την πιστέψουµε, γιατί δεν έχει αυτάρκεια χωρίς τη δική µας αναγνώριση και το πάθος των επιστηµόνων. Τελικός παραλήπτης της γνώσεως είναι πάντα ο άνθρωπος και γι’ αυτό πρέπει να την εµπιστεύεται. Η γνώση και κυρίως η τεχνική της εκπροσώπηση συνυφαίνεται µε τη θέληση και την πράξη, οπότε έχει ανάγκη εκ των πραγµάτων τη συναισθηµατική µας αποδοχή και υποστήριξη. Με την επιστήµη "γνωρίζω", µε την πίστη "µπορώ".

Η πίστη είναι το κατώφλι της θελήσεως. Αντικείµενο έχει το νόηµα των πραγµάτων, την καλύτερή τους εκδοχή, όχι την αµεσότητά τους. Χρειαζόµαστε πίστη για να θέλουµε το καλύτερο ή το ανώτερο. Θέληση χωρίς πίστη είναι αδιανόητη. Η θέληση του καλύτερου ενέχει πίστη σ’ αυτό που µας ενδιαφέρει και µας ικανοποιεί. Είναι µια γνώση πριν τη γνώση, που οδηγεί ενδεχοµένως και σε γνώση. Εξ ου και η γνώση επιζητεί να την πιστεύουµε. Αλλιώς µένει ανήµπορη όσο κι αν είναι αυθεντική, όπως πιστοποιεί σήµερα εµφατικά το αντιεµβολιαστικό κίνηµα.

Μιλώ για την πίστη σαν συναίσθηµα βεβαιότητος, όχι για το εκάστοτε περιεχόµενό της.  

Άλλο η πίστη σαν ψυχική ενέργεια και άλλο το θρησκευτικό, πολιτικό, αισθητικό ή όποιο περιεχόµενό της, ως ακλόνητη πεποίθηση ή και απόλυτη αµφιβολία.  

Σαν ψυχική ενέργεια η πίστη στρέφεται στο µέλλον, ασχέτως εάν συχνά κατά περιεχόµενο είναι προσκολληµένη στο παρελθόν. Υπηρετεί ως διάθεση τη µετάβαση σε καινούργιο χρόνο, είναι δυνητικά ποιητική στάση στην παρούσα ζωή και όχι φυγή σε άλλον κόσµο. Η πίστη δηµιουργεί, δεν αντιγράφει τον κόσµο και γι’ αυτό µπορεί να µας ανανεώνει. Την ελκύει κάθε σύµβολο νέας ζωής, αλλιώς δεν θα είχε µεταµορφωτική δύναµη. Είναι µια ψυχική άνοιξη µε ήθος εµπιστοσύνης που συν-χωρεί τα πάντα, εν αντιθέσει προς τη φοβική κλεισούρα της δυσπιστίας. Δεν είναι τυχαίο ότι για να αγαπήσω δεν αρκεί να γνωρίσω, πρέπει και να πιστέψω.

    Τι γίνεται, όµως, όταν το περιεχόµενο της πίστεως είναι ζοφερό; Τι µας λυτρώνει από τη σκοτεινή πίστη; 

Μας λυτρώνει...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Εγγύτης εξ αποστάσεως


Του ΣΤΕΛΙΟΥ ΡΑΜΦΟΥ

Γιορτάζοντας μια επέτειο σαν του Εικοσιένα μπορεί να χάσουμε τον χρόνο μας ενθυμούμενοι, μπορεί και να δημιουργήσουμε νέον, να μεγαλώσουμε μ’ άλλα λόγια την απόσταση από το αρχικό γεγονός και να το θεωρήσομε από την σκοπιά της προοπτικής στην οποία εκείνο μας ανοίγει. Σ’ αυτήν την περίπτωση αντί να περιγράφουμε και να σχολιάζουμε τα διατρέξαντα, αναζητούμε κριτήρια που μας ταξιδεύουν σε καινούργιο χρόνο, υιοθετούμε ένα είδος ερμηνευτικής μαιευτικής η οποία αναγεννά ξεγεννώντας. Η απλή αναπόληση των συμβάντων της επαναστάσεως νερώνει τους χυμούς της ζωής, ενώ η προοπτική να τα συλλογιστούμε στην συνειδητή ή ασυνείδητη ελπίδα που τα γέννησε μας φέρνει πιο κοντά στην ουσία και σημασία τους. Αφ’ ης στιγμής όλα γίνονται για το μέλλον, είναι άγονο να επικεντρώνεται κανείς αναμνηστικά στο παρελθόν· αξίζει να το προσπελάζει κριτικά υπό το πρίσμα μιας όσο το δυνατόν μεγαλύτερης αποστάσεως.

Το Εικοσιένα θα προσφέρει εάν το διαβάσουμε ξεκινώντας από το σημείο αυτοπραγματώσεως στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα, διακόσια χρόνια μετά. Ανοδος στο παρελθόν από δυο αιώνων μέλλον.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της εθνικής μας βιωτής θεωρώ την διαχρονικά επαναλαμβανόμενη ανατροπή της ισορροπίας λόγου και συναισθήματος υπέρ του δευτέρου, που συμπαρασύρει την αίσθηση του μέτρου και υποδαυλίζει τον παραλογισμό. Εάν η αυστηρή λογική οδηγεί σε καθολικής μορφής ενότητες, τον παραλογισμό εκφράζουν οι εφηρμοσμένες μερικότητες επιλογών με αναξιοκρατικά κριτήρια δεσμών τόπου, αίματος, συμφερόντων, μιας πολιτισμικής, θα έλεγα, αδιαφορίας για το γενικό καλό, σαν εκείνη του μικρού παιδιού. Πρόκειται για αγκύλωση του χαρακτήρα και του τρόπου δομική και σ’ αυτήν θα επιμείνω.

Το ευκαιριακό και άκοπο των ευχαριστήσεων που κυνηγούμε και η σπατάλη φαιάς ουσίας στην ευκολία που αυτό συνεπάγεται, το προβάδισμα των σκοπιμοτήτων έναντι των αρχών που μας κατευθύνει και η κουλτούρα της ακινησίας και της κλεισούρας στην μερικότητα, μας παρέχουν ασφάλεια. 

Ταυτόχρονα δίνουν την πρωτοκαθεδρία στο συναίσθημα, πράγμα το οποίο μας κάνει να σκεπτόμαστε με την λαχτάρα της καρδιάς, δυσκολεύοντας την ψυχική μας ενηλικίωση και περαιτέρω την τελεσίδικη μετάβαση από την προνεωτερική συνθήκη στη νεωτερική, που στηρίζεται στην κριτική δύναμη του ανεπτυγμένου λόγου, πρόξενου της κινήσεως και της αλλαγής. Η διελκυστίνδα προνεωτερικού και νεωτερικού δημιουργεί αβεβαιότητα ταυτότητος (ανήκω στην οικογένεια ή στον εαυτό μου;), αστάθεια, δυσπιστία και αρνητισμό συνοδευόμενο από φοβίες, εμπάθειες και ιδεοληπτικό ενθουσιασμό ή μηδενισμό. Σ’ αυτήν την περίπτωση το μέλλον επαναλαμβάνει το παρελθόν αντί να ελευθερώνει δυνατότητες. Με απλά λόγια δεν έρχεται, αν δεν το προκαλέσομε.

Ο Ελληνας μοιάζει με μικρό παιδί συναισθηματικά ανεξέλεγκτο. Στα σκληρά πλαίσια της οικογένειας εσωτερικεύει την μητρική εικόνα και την γαλουχία ως νοοτροπία του «άλλοι φροντίζουν για εμάς». Η θυσιαστική αδυναμία της μητέρας τον κάνει αυταρχικό με τους δικούς του και καλοσυνάτο με τους τρίτους, καθώς «μέσα» έχει επιβεβαιωμένη στην αγάπη της την εικόνα του, ενώ «έξω» πρέπει να την κερδίζει διαρκώς. Εδραιώνεται έτσι μια κακή σχέση με τον εαυτό μας, η οποία χειροτερεύει στην παρεπόμενή της δυσπιστία και αντιπαλότητα, υποδαυλίζοντας ταυτόχρονα ρήξεις με την πραγματικότητα από κοινού με μεγαλομανίες και διωκτικά σύνδρομα, ελαυνόμενα από χαμηλή αυτοεκτίμηση. Μ’ αυτόν τον τρόπο ζούσε το «πριν» και στο «μετά», απολαμβάνοντας ένα παρόν ασάλευτο στην όαση των καφενείων. 

Ο χρόνος μας παράγει παθητικότητα, που για να κάνει κάτι τις αδράνειές της καταφεύγει στα τελετουργικά, εξωραΐζει δηλαδή την αμεταβλησία των πάντων με αποπετρωμένους στερεότυπους συμβολισμούς (στάσεις εργασίας, καταλήψεις, πορείες Πολυτεχνείου κ.τ.ο.).

Σε συλλογικό επίπεδο βιώνουμε τον παιδισμό μας κυριότατα ως δραματικά μειωμένη συνείδηση του δημοσίου χώρου (καθαρό σπίτι, βρώμικοι δρόμοι) και ως ιδιαίτερη δυσκολία να οικειοποιηθούμε τη μεγάλη κατάκτηση της νεωτερικότητος: Το κράτος ως πολιτικό εγγυητή της κοινωνικής συνοχής, με πυλώνες τους θεσμούς του. Αντ’ αυτού επιλέξαμε την οικοδομή ενός κράτους-περιτυλίγματος προνεωτερικών ηθών και πρακτικών θεμελιούμενο στην κομματική φαγωμάρα και την διαφθορά, που δικαιολογούμε ως χαριστική ανοχή απέναντι στον «ταλαίπωρο» εαυτό μας.

Προϊόν τούτης της «εξελίξεως» αποτελεί το παρασιτικό πελατειακό κράτος, στην υπηρεσία του μερικού και όχι του γενικού συμφέροντος, και η συνακόλουθη αδυναμία να εσωτερικεύσουμε την ανάγκη μιας συναινετικής εθνικής πολιτικής, καθώς προτεραιότητα συνήθως αποτελεί η ηδονή της εξουσίας, με βαρύ τίμημα την τοξικότητα του δημοσίου βίου. 

Η ψυχική υποτίμηση του κοινού συμφέροντος ευνοεί την ανάπτυξη μιας αδιαφορίας εν είδει αναβλητικότητος και κατ’ επέκτασιν την υποκατάσταση της ιδεολογίας στην θέση της συνειδήσεως. Η πνευματική επένδυση σε φαντασιώσεις που αντικαθιστούν μέσα μας την πραγματικότητα μετατρέπεται γρήγορα σε νοοτροπία. Τα είδωλά τους μεταβάλλονται σε αυτοματισμούς, σε αντιλήψεις και εθισμούς οι οποίοι υπαγορεύουν μαζί με τις πεποιθήσεις και συμπεριφορές ανηλίκου που επιζητεί όλοι να υπηρετούν τυφλά την εξάρτησή του από εκείνους.

Μπορεί μετά το 1974 να εκδημοκρατήθηκαν οι θεσμοί, όχι όμως και οι νοοτροπίες. Τον παραδοσιακό πελατειασμό ολοκλήρωσε ο συντεχνιασμός ως πολιτικός πολιτισμός δικαιωμάτων χωρίς καμμία υποχρέωση, ο οποίος οδήγησε τη χώρα σε πτώχευση και την ωθεί σε παρακμή. 

Αυτό θα ήταν αδύνατο χωρίς την διαστροφή των εννοιών, που ακολούθησε την κατάρρευση της δικτατορίας, με πολλή θριαμβολογία, αλλά με ιδεολογική περιφρόνηση κάθε αυτογνωρισμού. Το αίτημα του εθνικού αναστοχασμού κατέπνιξαν οι ιαχές της Μεταπολιτεύσεως, παραμένει ωστόσο αναγκαίος όρος κάθε ανατάξεως, μαζί με την αποκατάσταση της σημασίας των λέξεων. Αίφνις η δημοκρατική ισότης όταν παραβλέπει, έως υποβλέπει, την φυσική ανομοιότητα, είναι μοιραίο να καταλήξει σε αναξιοκρατία και η δημοκρατία να καταντήσει το προνομιακό καθεστώς των ανευθύνων και παθητικών, αντί του πολιτεύματος των υπευθύνων και δημιουργικών ανθρώπων.

Δεν περιγράφω μαζοχιστικά κάποιο τελεσίδικο ιστορικό αδιέξοδο. Επισημαίνω πως η ασθένεια...

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ψυχές και θεσμοί

 

Toυ ΣΤΕΛΙΟΥ ΡΑΜΦΟΥ

Παρακολουθήσαμε αποσβολωμένοι τα διατρέξαντα στο Καπιτώλιο, το ιερό της αμερικανικής δημοκρατίας. Είδαμε την πλανητική υπερδύναμη να γονατίζει, όχι απέναντι σε κάποιαν υπέρτερη ξένη δύναμη, αλλά στην πίεση χιλιάδων οπαδών του προέδρου Τραμπ, υπό την άμεση μάλιστα προτροπή και καθοδήγησή του. Αρνούμενος ο άνθρωπος αυτός να παραδεχθεί την εκλογική του ήττα, παρέσυρε με τη στάση του μεγάλο μέρος όσων τον ψήφισαν, τραυματίζοντας τον αμερικανικό πολιτισμό. Προκάλεσε έτσι ένα δεύτερο κύμα διχασμού, καθώς όφειλε την εκλογή του σε ένα πρώτο κύμα, το οποίο ενίσχυσε στο έπακρο κατά τη διάρκεια της θητείας του.

 
Από πού αντλεί τέτοια δύναμη ένας άνθρωπος του επιπέδου και του ήθους του, ώστε να λυγίσει, έστω προς στιγμήν, το θεσμικά ισχυρότερο δημοκρατικότερο σύστημα του πλανήτη; 

Πώς πέτυχε να μετατρέψει σε νοθεία την αποδεδειγμένη περίτρανα γνησιότητα των εκλογών;  

Μήπως ο τρόπος του βρίσκει αντίκρισμα σε δομικό πρόβλημα της σημερινής κοινωνίας και του ανθρώπου της;  

Είναι σημαντικό να καταλάβουμε τι ακριβώς «παίζεται» σ’ αυτήν την ιστορία και να μπορούμε να αντιδράσουμε.
 
Να πούμε πρώτα ότι ο Τραμπ κατάφερε μεγάλο μέρος των Αμερικανών να αυτοβεβαιώνεται ασυνείδητα στην εικόνα του ως ανθρώπου απρόβλεπτου, άμεσου, θωρακισμένου στη δύναμη και την επιθυμία του ως ατόμου. 

Σ’ αυτό έγκειται ο λαϊκισμός του. Λαϊκισμός δεν είναι να κολακεύεις με υποσχέσεις τον λαό, είναι να καλλιεργείς και να ανάγεις το χαοτικό συναίσθημα σε συγκολλητική ουσία της κοινωνίας, εις βάρος της ελλόγου κρίσεως.  

Παλαιότερα οι άνθρωποι προβάλλονταν ψυχικά στα χαρίσματα του ηγέτη και ταυτίζονταν μαζί του σαν υπνωτισμένη μάζα.  

Σήμερα τρέχει μια καινοφανής μεταβολή: οι ψηφιακές μορφές επικοινωνίας προσδίδουν κοινωνική εμβέλεια και έκταση στην ατομική ψυχή και στις εκδηλώσεις τις, ώστε η συλλογικότης να εκτίθεται διαβρωτικά στις παθογένειες που βρίσκουν ανοικτή αγκαλιά στο σύμπαν του Διαδικτύου. Η κοινωνική συνοχή και ειρήνη δοκιμάζονται σοβαρά από τον ακαταμέτρητο πληθωρισμό των sms, των τιτιβισμάτων του Twitter, των αναρτήσεων στο Instagram ή στο Facebook.
 
Πίσω από το πολιτικό προσκήνιο, έχουμε ένα φαινόμενο που διαπερνά ταυτόχρονα τη σφαίρα της ατομικής και της κοινωνικής ψυχολογίας. Ο Τραμπ είναι μια παθολογικά ναρκισσιστική προσωπικότης, μια «παραδειγματική» εικόνα εξωσυστημικού ανατροπέα και ανανεωτή, η οποία λειτουργεί σαν αυτοβεβαιωτικός καθρέφτης για ενοχικά και ατροφικά Εγώ. Με την εκλογική του ήττα, αυτός ο άνθρωπος υπέστη βαρύ ναρκισσιστικό τραύμα, σε τέτοιο βαθμό, ώστε, όπως λένε όσοι έχουν επαφή μαζί του, να μιλάει αποκλειστικά γι’ αυτήν επειδή του ήταν ανυπόφορη μια τέτοια μείωση. Για να το χωνέψει, έπεισε λοιπόν τον εαυτό του και διεκήρυξε, με στεντόρεια φωνή, πως έγινε νοθεία στις εκλογές και κάλεσε τους οπαδούς του να εμποδίσουν με μεγάλη συγκέντρωση την επίσημη ανακήρυξη ως προέδρου τού νικητή αντιπάλου του. Ακολούθησαν όσα μας ξενύχτησαν στις τηλεοράσεις.
 
Η αντίδρασή του δεν αποτελεί παράδοξο. Παράδοξο είναι ότι συμμερίζονται με πάθος την πίστη του περίπου πενήντα εκατομμύρια άνθρωποι, από τα εβδομήντα που τον ψήφισαν. Προφανώς ανήκουν στην κατηγορία όσων καθρεφτίζονται στον ναρκισσισμό του.  

Το ιδιαιτέρως ενδιαφέρον είναι ότι τούτος ο κατοπτρισμός ξεπέρασε τα όρια της ιδιωτικής σφαίρας και χάρις στο Σκοτεινό Διαδίκτυο μετεξελίχθηκε σε ισχυρό πολιτικό ρεύμα, όσον αφορά την ένταση και τον αριθμό.  

Τι κατέστησε αυτή τη μετάλλαξη εφικτή; 

Εκτιμώ ότι ο καθρέφτης όπου κάθε νάρκισσος ερωτεύεται τον εαυτό του, στις κοινωνίες της τεχνολογικής επαναστάσεως, δεν είναι πλέον τα καθαρά νερά της πηγής, αλλά οι ωκεανοί της ηλεκτρονικής επικοινωνίας.
 
Προϊόν της ποιοτικής τούτης αλλαγής είναι ένας κοινωνικός ναρκισσισμός, πολύ διαφορετικός από τον καταναλωτικό υπερκορεσμό των επιθυμιών απολαύσεως και επιβολής, όπως τον ζήσαμε μετά τα μέσα του 20ού αιώνος, και έχει γίνει αντικείμενο ψυχολογικών, κοινωνιολογικών και φιλοσοφικών προσεγγίσεων. 

Σήμερα τα πράγματα διαφέρουν αισθητά. Από την καταναλωτική υπερβολή και τη γενική χαλαρότητα της ευωχίας, στην οποία έβρισκε ανάπαυση εκείνος ο ναρκισσισμός, βρεθήκαμε, χωρίς να το καλοκαταλάβουμε, σε νέου τύπου συνθήκη. Αφήσαμε πίσω, χωρίς να την απεμπολήσουμε, την επιβεβαιωτική σχέση του Εγώ με το αντικείμενο της επιθυμίας του, τον άνθρωπο για τον οποίο οι άλλοι υπάρχουν ως αντικείμενα εκμεταλλεύσεως και απολαύσεως, για να περάσουμε στην απροσχημάτιστη ικανοποίηση της ορμής χωρίς υποχρέωση να την απωθήσουμε, όπως το Υπερεγώ και οι κοινωνικές δεοντολογίες απαιτούσαν άλλοτε.
 
Πρόκειται για στάδιο του ναρκισσιστικού συμπλέγματος, το οποίο εναρμονίζεται με ψυχοσυνθέσεις, νοοτροπίες και περιβάλλοντα, τα οποία περιέχονται στον κόσμο της επιθυμιτικής ορμής και απλώνονται εκτός της περιοχής του εμπειρικού, στη σφαίρα του ιδεώδους. Συγκεκριμένα η ναρκισσιστική ικανοποίηση επέρχεται είτε σε κόσμους αξιών του τύπου «πάλι μεγάλη Αμερική» είτε του τύπου «για την ψυχή του έθνους». 

Στην πρώτη περίπτωση ο υποτιμημένος ή περιθωριακός ανατιμάται μεταμφιέζοντας φανταστικά την εικόνα του σε «αλήθεια»· στη δεύτερη, διεκδικεί μετάρσια για λογαριασμό του πραγματική άνοιξη. Το ικανοποιούμενο Εγώ τώρα πλαταίνει, ώστε να δεξιώνεται και έναν ανώτερο εαυτό.
 
Το σταυρικό σημείο της μεταλλάξεως έχει να κάνει με τη διεργασία κατά την οποία το Εγώ αποσυνδέεται από την παράσταση του αντικειμένου της επιθυμίας και αναγνωρίζει ως επιθυμητό αντικείμενο μια ιδεατή εικόνα, όταν μ’ άλλα λόγια το συγκινεί ως έθνος με ψυχή η Αμερική και όχι ως παντοδύναμη χώρα. Εκείνος τον οποίο συγκινεί η δύναμη της Αμερικής κλειδώνει την Αμερική στον εαυτό του και κλειδώνεται μέσα της· εκείνος που παθιάζεται με την ψυχή του έθνους ανοίγει χώρο μέσα του για αναστοχαστική ευθύνη.
 
Εννοείται, το επίπεδο στο οποίο εδώ κινούμαστε είναι συμβολικό, δηλαδή αφορά εικόνες με θετικό ή αρνητικό αξιακό περιεχόμενο. Εν τοιαύτη περιπτώσει τι θα πει ότι πενήντα εκατομμύρια άνθρωποι ορκίζονται πως έγινε νοθεία στις εκλογές βασιζόμενοι σε θεωρίες συνωμοσίας;  

Θα πει ότι φαντασιώνονται πως...

 

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο Στέλιος Ράμφος στο iefimerida: «Ο κορωνοϊός μπορεί να εξελιχθεί σε ευλογία» -Τι λέει για την Εκκλησία, τον Μητσοτάκη, τον Τσιόδρα και τους Ελληνες

Της Κατερίνας Ι. Ανέστη

Ο φιλόσοφος Στέλιος Ράμφος σε μια μεστή συνέντευξη στο iefimerida.gr μιλά για τη στάση της Εκκλησίας που «επιτέλους κατάλαβε ότι είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου», τις ηγετικές ικανότητες του Μητσοτάκη, την αδεξιότητα και την ειλικρίνεια του Σωτήρη Τσιόδρα και την ευκαιρία των Ελλήνων να σταματήσουν να είναι «μικρά παιδιά» και να βγουν κερδισμένοι.

Κλεισμένος στο σπίτι του στην Πεντέλη, σε καραντίνα για έβδομη μέρα, δουλεύοντας εντατικά στο γραφείο του, ο φιλόσοφος και συγγραφέας Στέλιος Ράμφος μού ομολογεί ότι νιώθει οικεία, άνετα μέσα σε αυτή τη συνθήκη της απομόνωσης. Παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και παραδόξως, μέσα στο γενικό κλίμα αβεβαιότητας και φόβου, νιώθει αισιόδοξος για το πώς αυτή η πανδημία μπορεί να οδηγήσει τους Ελληνες σε μια χρυσή ευκαιρία μεγάλης εσωτερικής αλλαγής και εκσυγχρονισμού του νεοελληνικού πολιτισμού.

Ως εξοικειωμένος με την απομόνωση, έχετε κάποια συμβουλή για εμάς που με την καραντίνα βιώνουμε μια νέα συνθήκη;
 
Βεβαίως, είναι μια μεγάλη ευκαιρία να αρχίσουμε να γυρνάμε τον χρόνο προς τα μέσα μας. Διότι η εξωστρέφεια έχει και αρνητικά. Δηλαδή, κυνηγάμε το έξω και ξεχνάμε το μέσα. Κυνηγάμε το αποτέλεσμα και ξεχνάμε τα όρια. Ε, νομίζω είναι ώρα να τα ξανασκεφτούμε. Θεωρώ ότι μέσα σε αυτή τη γενική δυστυχία υπάρχουν εξαιρετικές ευκαιρίες.
 
Τέταρτη μέρα καραντίνας και ήδη έχει αρχίσει να εμφανίζεται ένας εκνευρισμός σε συνδυασμό με μια κατάθλιψη σε αρκετούς…

Το καταλαβαίνω απόλυτα. Είναι άνθρωποι που είχαν δύσκολες σχέσεις με τον εαυτό τους. Προχωρούσαν σε υποκατάστατες ενέργειες και σχέσεις, για να κρύψουν την εσωτερική πίεση. Τώρα είναι υποχρεωμένοι να σταθούν ενώπιοι ενωπίοις.

Άρα, θα καταλάβουμε αν πραγματικά φταίγαμε για πράγματα που αποδίδαμε σε άλλους;

Ήταν οι συνηθισμένες υπεκφυγές που τις αντιμετωπίζαμε με την εγγύτητα, ξεπερνούσαμε προβλήματα βγαίνοντας από τον εαυτό μας. Τώρα, το μεγάλο στοίχημα είναι ότι πρέπει να μάθουμε την απόσταση. Αυτή η απόσταση που σημαίνει να σκεφτούμε περισσότερο, να στραφούμε μέσα μας και να μάθουμε στο αργό. Η μεγάλη ταχύτητα μάς είχε μάθει σε κάτι γρήγορο που ήταν ένα περιτύλιγμα του αγχώδους. Τώρα ήρθε η ώρα για το αργό: αργά διαβάσματα, αργά ενδιαφέροντα, να σκεφτόμαστε πολύ τα πράγματα, να τα ζυγίζουμε. Εκεί που κυνηγούσαμε αποτελέσματα, τώρα πρέπει να πλουτίσουμε τον χρόνο με μεγάλες στιγμές.

Τι είναι οι μεγάλες στιγμές;

Ενεργά παρόντα που διαρκούν. Παλιά οι ασκητές, οι άνθρωποι που προσεύχονταν, εμπλούτιζαν τον χρόνο. Διότι τώρα, ξέρετε, βρισκόμαστε σε κάτι πολύ σημαντικό και θετικό…

Θετικό;

Βέβαια θετικό. Για πρώτη φορά από εκεί που περιφρονούσαμε τον δημόσιο χώρο και ήταν βρώμικος ενώ είχαμε καθαρά τα διαμερίσματά μας, τώρα που αποσυρόμαστε στα διαμερίσματά μας παίρνουμε στα σοβαρά το έξω. Καταλαβαίνουμε ότι αυτά τα πράγματα είναι απολύτως συνδεδεμένα.

Αντιλαμβανόμαστε την αξία του δημόσιου χώρου δηλαδή…

Βεβαίως, γιατί από εκεί εξαρτάται και ο εσωτερικός χώρος. Υποχρεωνόμαστε σε νέες στάσεις και αντιλήψεις για τα πράγματα. Αυτό που περιλαμβάνει η αρχή της ατομικής ευθύνης, την οποία χθες η Εκκλησία προσπάθησε να παρακάμψει κρατώντας το 7 με 8 κάθε Κυριακή..

Δεν είναι μόνο πείσμα. Είναι μια προσπάθεια να κρατηθούν όλα αυτά τα συλλογικά, συμβολικά στοιχεία από τα οποία παίρνει περιεχόμενο μια πίστη που καταλαβαίνει ακριβώς τον εαυτό της. Δεν έχει σημασία η πίστη μέσα από τελετουργικά και μυστηριακά δεδομένα, είναι η ανάγκη να στραφώ μεσολαβημένα σε κάτι υψηλό. Και αυτό σε κάποιο βαθμό είναι κατανοητό, αλλά θα μπορούσε κανείς, όπως στις παλιές πρακτικές των ασκητών, και αδιαμεσολάβητα να πάει προς τα εκεί.


Ποιο ήταν για εσάς το μεγαλύτερο πρόβλημα με την αντίδραση της Εκκλησίας;

 
Ηταν ότι δεν ήθελε να βάλει τον χρόνο στην αναζήτηση του θείου. Ενώ ο χρόνος που ζητούσε η κυβέρνηση στην πραγματικότητα είναι η ευθύνη. Με την ευθύνη εμπλουτίζεται η εμπιστοσύνη στον χρόνο. Για πρώτη φορά στην Ανατολική Εκκλησία θα βάλουν μέσα στο παιχνίδι τον χρόνο με τη μορφή της ευθύνης. Με την έννοια της εσωτερικής στρατεύσεως για το κοινό καλό. Αυτό είναι κάτι εξαιρετικά σημαντικό και στο μέτρο που θα ζυμωθεί μέσα μας και δεν θα το ξεχάσουμε, πάμε για μια μεγάλη αλλαγή σε βάθος. Για πρώτη φορά θα μπει ο χρόνος, δηλαδή η αίσθηση του πραγματικού, μέσα στις πνευματικές ανάγκες. Αυτό ήταν ο λόγος που δεν μπορούσε να εξελιχθεί η κοινωνία μας. Ηταν διαφορετικά πράγματα ο χρόνος και η ανάγκη για το υψηλό και το απόλυτο. Τώρα με τον κορωνοϊό πρέπει να τα αφομοιώσουμε.

Εντέλει και μακροπρόθεσμα μπορούμε να βγούμε κερδισμένοι;
 

Εξαρτάται από το πώς εμείς θα το αντιμετωπίσουμε.

Έχετε πίστη στους Ελληνες για το πώς θα το αντιμετωπίσουμε; Είδατε τις μαζικές εξόδους σε παραλίες και καφέ…
 

Αυτά τα φαινόμενα μαζικών εξόδων είναι αντανακλαστικές φοβικές επιστροφές στην ομαδικότητα. Ενώ στην Εκκλησία σου ζητούν να είσαι ταπεινός, με την επιμονή ακριβώς την ιδεολογική στο μυστήριο γίνεσαι αλαζόνας. Είχαμε μια υπόθαλψη αλαζονείας του πιστού επειδή έπρεπε να μείνει πιστός στην ταυτότητά του ως πιστού και όχι στην εσωτερική του ζωή ως πιστού. Η εμμονή στην ταυτότητα είναι μια μορφή παραμονής αλαζονικής σε έναν εαυτό που δεν καταλαβαίνει άλλο από το δικό του πείσμα. Στο μέτρο που θα αρχίσουμε να τα κατανοούμε αυτά, θα μπορούσε να γίνει μια αρχή για διαφορετική τοποθέτηση απέναντι στο πρόβλημά μας.

Ποιο είναι το πρόβλημά μας, των Ελλήνων;

Το πρόβλημά μας είναι ότι είμαστε μικρά παιδιά με ανεξέλεγκτες συναισθηματικές συμπεριφορές Αυτό μπορεί να το συγκρατήσει η ευθύνη, γιατί εκεί το συναίσθημα αποκτά μορφή. Οχι να καταργηθεί το συναίσθημα, αλλά να μπορεί να ελεγχθεί προς όφελος πια του άλλου. Οταν είναι ατομικό το συναίσθημα, είναι αλαζονεία. Οταν το συναίσθημα είναι ευθύνη, τότε είναι προσφορά και άνοιξη. Εχει μεγάλη σημασία, γιατί τώρα κρίνονται βασικότατα ζητήματα του νεοελληνικού πολιτισμού.

 
Όπως;

Όπως το θέμα της σχέσης μας με το κράτος. Υποχρεούμαστε πια να είμαστε πολίτες μετά τα γεγονότα με τον κορωνοϊό. Ενώ μέχρι τώρα ακολουθούσαμε την τακτική «εγώ πάω στα καφενεία, πάω όπου θέλω, κάνω ό,τι θέλω». Σαν αναρχούμενοι ιδιώτες. Κρίσιμο πρόβλημα του νέου ελληνισμού ήταν και είναι η αντίδρασή μας προς το κράτος. Τώρα γεννιέται κάτι καινούργιο και μάλιστα με ένα κράτος που το τελευταίο διάστημα έδειξε δείγματα ότι υπάρχει: την επιτυχία στον Εβρο και τη διαχείριση του κορωνοϊού. Δηλαδή πια βλέπουμε ότι υπάρχει ένα κράτος και εξαρτάται από τη δική μας στάση, τη δική μας ευθύνη να συντονιστούμε και να προχωρήσουμε μαζί του ως πολίτες του. Αυτή είναι η προϋπόθεση του εκσυγχρονισμού της κοινωνίας μας, στο μέτρο που αυτό γίνεται και που τα στοιχεία ταυτότητας υποχωρούν μπροστά στην ευθύνη -γιατί η αλήθεια είναι ότι η ταυτότητα γυρνά στον εαυτό μας, έχει έναν εγωκεντρισμό, ενώ η ευθύνη μάς υποχρεώνει σε διαφορετικές συμπεριφορές. Δυστυχώς θα φτάσουμε σε αυτό μέσα από νεκρούς, μέσα από κινδύνους. Μπορούμε να το δούμε όμως ως τρομερή ευκαιρία εσωτερικής αλλαγής. Ουδέν κακόν αμιγές καλού.

Πιστεύατε ότι ο Μητσοτάκης θα είχε τέτοια αποτελέσματα; Δεν λέω η κυβέρνηση Μητσοτάκη…

Προς τα Χριστούγεννα τα πράγματα είχαν αρχίσει να δυσκολεύουν όσον αφορά κάποιες οικονομικές αποφάσεις που δεν μπορούσαν να προχωρήσουν, όμως μετά με τον Εβρο και στη συνέχεια με τον κορωνοϊό -όπου εκεί έπαιξε, κατά τη γνώμη μου, προσωπικά ρόλο ο ίδιος ο Μητσοτάκης- η εικόνα άλλαξε.

Άρα μιλάτε για χαρακτηριστικά ενός ηγέτη…

Βεβαίως. Και μετά το χθεσινό, με τη αντίδρασή του σε αυτή την αμφίθυμη απόφαση της Ιεραρχίας, η συμπεριφορά του Μητσοτάκη ήταν καθαρά ηγετική.

Μήπως όμως άργησε να το κάνει; Έπρεπε να έχουν κλείσει νωρίτερα οι εκκλησίες…

 
Δεν άργησε, διότι θέλησε να ακούσει με προσοχή την αντίδραση της Εκκλησίας. Είναι κρίσιμο αυτό. Η Εκκλησία εκφράζει την ανάγκη μας για το απόλυτο. Την αποφυγή του χρόνου –και αυτό είναι πρόβλημα για τον εκσυγχρονισμό της Εκκλησίας μας. Προσπάθησε να αποφύγει τον χρόνο, όμως αν θέλουμε να αναλάβουμε την ευθύνη μας ο χρόνος δεν αποφεύγεται. Χθες, η Εκκλησία κατάλαβε ότι είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. Κατάλαβε ότι είναι κομμάτι του κράτους –εκτός αν θέλει η ίδια να αποχωρήσει…

Η φράση που κυκλοφορεί είναι ότι το κράτος είναι σωστό και οι πολίτες όχι -κάπως πιο εκλαϊκευμένα…

 
Για πρώτη φορά το κράτος δεν θέλησε να εξυπηρετήσει τους πολίτες για ψηφοθηρικούς λόγους. Ε, έχω την εντύπωση ότι το χθεσινό ήταν και ψηφοθηρικά ευτυχές. Ο Ελληνας αρχίζει και καταλαβαίνει ότι το κράτος, οι δημόσιες υπηρεσίες, το σύστημα Υγείας υπάρχουν για αυτόν. Αλλά πρέπει και αυτός να υπάρξει για εκείνα. Για να συμβεί αυτό πρέπει ο Ελληνας να μεγαλώσει. Το μεγάλο θέμα είναι ότι οι άνθρωποι δεν έχουν κατορθώσει να μεγαλώσουν μέσα από τη στενή και κυρίαρχη δομή της οικογένειας στην κοινωνία μας. Δεν λέω να διαλυθεί η οικογένεια, αλλά να μην καθορίζει την ψυχοσύνθεση και τον χαρακτήρα του παιδιού όπως ως τώρα. Η ευθύνη είναι να πάρουμε τον εαυτό μας στα χέρια μας. Μέχρι τώρα αφηνόμασταν σε άλλους να κανονίζουν για εμάς. Το ψυχολογικό είναι πλέον διαφορετικό, είμαστε έτοιμοι για μια ωρίμανση που δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ως τώρα. Πάμε για μια πίστη που μπορεί να συμβιβαστεί με τη λογική. Και ο τρόπος που η πίστη συμβιβάζεται με την λογική λέγεται ευθύνη. Αυτό, μπροστά στον κίνδυνο του κορωνοϊού αποκτά τεράστια δυναμική.

Αν η κατάσταση αυτή κρατήσει πολύ; Καραντίνα μηνών, απαγόρευση κυκλοφορίας… Μήπως τελικά βγουν τα χειρότερα χαρακτηριστικά μας και δεν φτάσουμε σε αυτή την ωρίμανση;

Ο φόβος είναι αυτός που μπορεί να οδηγήσει σε τέτοιες καταστάσεις. Και αυτό τον φόβο μπορεί να τον αποτρέψει ένα οργανωμένο κράτος. Εχει μεγάλη σημασία αυτό:

ΥΠΑΡΚΤΟΣ (ΑΦ)ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οικογένεια: Η θρησκεία του Ελληνα

Με αφορμή την ομιλία του Στέλιου Ράμφου στο Φόρουμ των Δελφών, όπου καταχειροκροτήθηκε από αδιάφορους, αδαείς, ξενοκρουσμένους και λοιπούς





«Eίναι σοβαρό ελληνικό πρόβλημα η αυτάρκειά μας... Σε μια προηγμένη χώρα, οτιδήποτε λέγεται συζητιέται, εδώ οτιδήποτε λέγεται έχει εχθρούς και φίλους και τελειώνει. Η αυτάρκεια, ως πανάρχαιο ελληνικό μειονέκτημα, γεννιέται μέσα στις θωπείες και στα αγκαλιάσματα της οικογενείας, μας ανατρέφει σε κλειστό κύκλο συναισθημάτων ως μοναδικότητες και δημιουργεί ανθρώπους που είναι ανίκανοι να συνεργαστούν».

Στέλιος Ράμφος, ομιλία στο Φόρουμ των Δελφών, 3/3/2018



Οι άγγελοι της παρακμής έχουν εξαιρετικές δημόσιες σχέσεις. Γι’ αυτό και ο κόσμος περιμένει με ανοιχτό το στόμα την επόμενη δόση ασυνάρτητου αντικοινωνικού δηλητηρίου. Ο Στέλιος Ράμφος από το Φόρουμ των Δελφών επιτέθηκε στη φύση της ελληνικής οικογένειας, χαρακτήρισε την αυτάρκεια «πρόβλημα» της Ελλάδας και καταχειροκροτήθηκε από αδιάφορους, αδαείς, ξενοκρουσμένους και λοιπούς.

 
Στον Ράμφο δεν χρειάζεται απάντηση. Εχει δοθεί ήδη από το 1903 στο περιοδικό «Ὁ Νουμᾶς» (αρ. 4, 12/1/1903). Σε άρθρο* που υπογράφει ο υπέροχος Ελλην Περικλής Γιαννόπουλος, με τίτλο «Τὸ καθῆκον μας», ορίζει την οικογένεια όχι ως πρόβλημα αλλά ως θρησκεία του Ελληνα.
 

«Ἡ οἰκογένεια εἶνε ἡ θρησκεία τοῦ Ἕλληνος. […] Ὁ Ἕλλην δὲν ἔχει τίποτε ἱερότερον εἰς τὸν κόσμον ἀπὸ τὴν οἰκογένειάν του. Τίποτε δὲν τηρεῖ ὑψηλότερα, ἁγνότερα. Ὁ πατὴρ δουλεύει εἰς ὅλην του τὴν ζωὴν διὰ τὸ σπίτι του. Ἡ μητέρα -ὤ ἡ ἑλληνὶς μητέρα! ἡ ὡραιοτάτη Παναγία- πονεῖ δι᾿ ὅλους εἰς ὅλην της τὴν ζωήν. Ὁ ἀδελφός, ἔχει τὴν ἀδελφήν του σὰν τὰ μάτια του. Δὲν ὑπανδρεύεται πρὶν τὴν ὑπανδρεύσῃ. Ὁ υἱὸς μόλις μάθει ὅτι ἡ μητέρα του εἶνε ἀσθενής, τρέχει ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Αἰγύπτου, τῶν Ἰνδιῶν, τῆς Ἀγγλίας, ἀπὸ τὰ πέρατα τοῦ κόσμου, νὰ εὐρεθῇ κοντά της καὶ ὅσον ἂν ἄσπρισαν τὰ μαλλιά του, ὅσον καὶ ἂν τὸν ἀγρίευσαν αἱ καταιγίδες, κλαίει σὰν μικρὸ παιδὶ μόλις τὴν ἰδεῖ. Εἴτε εἰς τὴν Μάνην, εἴτε εἰς τὴν Σύφνον, εἴτε εἰς τὰ Πάτρας, εἴτε εἰς τὸν Βόλον, εἴτε εἰς τὴν Κρήτην, εἴτε εἰς τὰς Ἀθήνας, εἴτε εἰς τὴν Πόλιν, εἴτε εἰς τὴν Ὁδησσόν, εἴτε εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν, εἴτε πρὸ χιλίων, εἴτε πρὸ ἑκατόν, εἴτε πρὸ πέντε ἐτῶν, εἴτε τώρα, αὐτὴ εἶνε ἡ μία ἑλληνικὴ οἰκογένεια. Ἡμεῖς οἱ ἰδεολόγοι, οἱ ἰδεογράφοι, ἔχομεν τὴν δύναμιν, ἂν θέλωμεν, νὰ καταστρέψωμεν τὸ θαυμάσιον αὐτὸν πρᾶγμα, νὰ θραύσωμεν τοὺς ἱεροὺς καὶ στενοτάτους αὐτοὺς δεσμούς, νὰ ξεριζώσομεν τὰ αἰσθήματα αὐτά, νὰ πετάξωμεν τὴν οἰκογένειαν εἰς τοὺς δρόμους, νὰ τὴν διαλύσωμεν εἰς τοὺς τέσσαρας ἀνέμους. Δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ πάρωμεν τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἄγγλου, τοῦ γάλλου, τοῦ γερμανοῦ, τοῦ ἰταλοῦ καὶ νὰ εἰποῦμεν εἰς τὴν ἰδικήν μας νὰ γίνῃ τὸ ἴδιον. Καὶ ὁ ἄγγλος ἀδελφὸς ἀφήνει τὴν ἀδελφὴν του νὰ πεθάνῃ ἀπὸ τὴν πεῖναν, τὴν παραδίδει δεμένην ἐπάνω εἰς τὰ σίδερα τοῦ κρεββατιοῦ διὰ νὰ πάρῃ ὁλίγα σελήνια καὶ μεθύσῃ. Ὁ ἰταλὸς σὲ πηγαίνει εἰς τὴν μητέρα του καὶ τρέφεται ἀπὸ τὴν διαφθοράν της. Ὁ Γερμανὸς μὲ ὁλίγα μάρκα σοῦ πουλεῖ τὴν γυναῖκά του, τὴν ἀδελφήν του, τὴν μητέρα του, τὴν νόννα του. Ὁ Ἕλλην πατήρ, υἱός, ἀδελφός, σκοτώνει.

[…] Καὶ κανένα ἀπολύτως σκοπὸν ἄλλον, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τώρα, πιάνοντες τὴν πένα, παρὰ πῶς νὰ θέσωμεν τὰς ἰδέας εἰς τὴν θέσιν των, διὰ νὰ θέσωμεν ἔπειτα καὶ τὰ πράγματα. Κανέναν ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ δημιουργήσωμεν τὴν Ζωὴν Ἑλληνικήν.
 


Καὶ διὰ νὰ τὴν δημιουργήσωμεν καὶ τὴν βοηθήσωμεν νὰ ἀνθίσῃ πρέπει νὰ μελετήσωμεν αὐτὴν ποὺ ἔχει, καὶ ἔχει καὶ εἶνε θαυμασία καὶ εἶνε ἀνωτέρα κάθε Εὐρωπαϊκῆς (μὴν ἀκοῦτε τοὺς ξιππασμένους), νὰ τοῦ συστήσωμεν νὰ κρατήσῃ μὲ τὰ δόντια ὅ,τι ἔχει ἰδικόν του, νὰ τοῦ δείξωμεν ὅτι εἶνε ὡραῖον ὅ,τι ἔχει, νὰ τοῦ τὸ ἀποδείξωμεν, νὰ τὸ ἐπαναφέρωμεν, νὰ τὸ κάμωμεν πρῶτοι ἡμεῖς, νὰ εἴμεθα ἡμεῖς ὑπερήφανοι δι᾿ ὅ,τι ἔχομεν ἰδικόν μας, νὰ τοῦ συστήσωμεν καὶ αυτοῦ νὰ εἶνε ὑπερήφανος ὅπως ἦτο πάντοτε καὶ θὰ ἦτο καὶ τώρα ἐὰν δὲν τὸν ἀλλάζαμεν ἡμεῖς.  


Καὶ πρὶν στραφῶμεν πρὸς τὴν Ἑλλ. ζωήν, τὸ πρώτιστον πρᾶγμα ποὺ ἔχομεν νὰ κάμωμεν...

"Επίγεια σοφία"

Επιλογές από το νέο βιβλίο του Στέλιου Ράμφου «Πολιτική από στόμα σε στόμα» :

∗    Με τους κλειστούς θεσµούς η Ελλάδα καταπίνει τα παιδιά της.



∗    Είµαστε λαός που αρπάζεται µε το παραµικρό και τα καταπίνει όλα. Όλα!



∗    Στην Ελλάδα η µάχη δίνεται µεταξύ ζωντανών και πεθαµένων: εκείνοι οι οποίοι προσπαθούν και οι άλλοι που φαντασιώνονται.



∗    Η φοροδιαφυγή δείχνει απουσία πολιτικής συνειδήσεως, είµαστε ακόµα χωρικοί και όχι πολίτες.





∗    Τρόµος και τρέλα, η ψυχική αποταµίευση του Έλληνα.



∗    Λέµε εύκολα: «δε βλέπω φως». Η απάντηση είναι: «να το φτιάξεις!»



∗    Απολογισµός 5 χρόνων κρίσεως: δεν καταλάβαµε τίποτα διότι δεν αναλάβαµε καµία ευθύνη για την κρίση. Άλλωστε παγία ψυχολογία-ιδεολογία της Αριστεράς συνιστά η πεποίθηση ότι πάντα και για όλα φταίνε οι άλλοι. Αντίθετα, στην ελεύθερη βούληση ενυπάρχει «φυσικά» η αντίληψη της ευθύνης. 



∗    Είσαι ό,τι υπερασπίζεσαι.

ΤΣΑΡΛΑΤΑΝΟΣΥΡΙΖΙΣΤΑΝ: Ο μύθος της Αριστεράς τελείωσε, από καιρό! - Ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ μιλά για την Αριστερή μας ξεφτίλα,,,




Κύριε Ράμφο, λέτε κάπου στο νέο σας βιβλίο «Το τέλος έχει να κάνει με το πνεύμα των γεγονότων και όχι με την ύλη της». Αντιλαμβάνομαι ότι για σας το ιστορικό τέλος της αριστερής κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ τελείωσε με την «αποκάλυψή» της, όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας.



Η υπόθεση της Αριστεράς έχει τελειώσει από καιρό. Από δεκαετίες θα έλεγα. Απλά, κάποιοι θέλουν να συντηρούν το φάντασμα για τους δικούς τους λόγους. Το ότι τώρα τελευταία ο πολύς κόσμος έχει συνειδητοποιήσει πως το παραμύθι γίνεται «διδακτικό» είναι μια άλλη υπόθεση που έχει να κάνει με την ψυχολογία των πολλών, που πάντα επιθυμούν μια διαφορετική αφήγηση από αυτή που προσφέρει η πραγματικότητα. Πρέπει πρώτα να σε πονέσει για να καταλάβεις τι σημαίνουν τα παραμύθια. Η Αριστερά ιστορικά έχει ξοφλήσει προ πολλού, αλλά για τη συνείδηση του κόσμου αποτελεί ακόμα ένα φαντασιακό παρηγορητικό μόρφωμα που θα ήθελε να του λύσει προβλήματα ως δια μαγείας. Η δύναμη της αριστερής ιδεολογίας είναι ότι συμπλέει με τις αδυναμίες του ανθρώπου και προσφέρει την παραμυθία της συμπόνοιας κι αυτό αρέσει ως «αναλγητικό» σε πολλούς. Δεν είναι, όμως, έτσι, γιατί η χρονική προοπτική της είναι μικρή και στο τέλος η διάψευση προκαλεί περισσότερο πόνο από την προηγούμενη κατάσταση.



Ξέρετε κάτι, ανησυχώ για την επόμενη φωνή που θα προσφέρει «συμπόνοια», όπως λέτε, στην προδομένη συνείδηση του Έλληνα.



Έχετε δίκιο. Μπορεί να ξανασυμβεί, είτε από αριστερά, είτε κι από δεξιά! Το θέμα είναι πόσο πειστικό μπορεί να είναι το επόμενο παραμύθι. Υποθέτω ότι, μετά από αυτό που βιώνουμε τώρα, θα υπάρξει μια δυσκολία στον οποιονδήποτε επιχειρήσει να το κάνει με παρόμοιους όρους εξαπάτησης.

«Ο συναισθηματικός θέλει το όλον ως γενικότητα. Ο σκεπτόμενος ζητεί το καθολικό και το ιδιαίτερο στο συγκεκριμένο».

Είναι γεγονός ότι ως λαός δεν έχουμε καλή σχέση με την πραγματικότητα. Και ξέρετε γιατί; Επειδή απεχθανόμαστε την ανάληψη της ευθύνης απέναντι στις δύσκολες καταστάσεις. Εκεί που είναι δύσκολο να βρεις έδαφος είναι να πεις την αλήθεια. Κι αν δεν υπάρχει καλός συνομιλητής να την αποδεχθεί, πρέπει να πάρεις μεγάφωνα! Ας ελπίσουμε ότι θα βρεθεί κάποιος που θα το κάνει.



Ο Μητσοτάκης είναι ένας από αυτούς που θα μπορούσαν να φωνάξουν τόσο δυνατά την αλήθεια;



Είναι κι αυτός μια ελπίδα. Τα δείγματα που έχει δείξει ως τώρα είναι ενθαρρυντικά. Είναι ορθολογιστής, με ξεκάθαρους δυτικούς προσανατολισμούς και πολύ ορεξάτος για δουλειά. Τώρα, πώς θα καταφέρει να διοικήσει μια κοινωνία που συνήθως αναζητά «κηδεμόνες» αυτό είναι άλλη υπόθεση. Θα εξαρτηθεί από το πόσο γενναίος είναι διατεθειμένος να γίνει. Και ο Θεοδωράκης έδειξε καλές προθέσεις, αλλά δεν έφτανε το ότι είχε ιδέες ή μιλούσε σωστά. Έπρεπε να οργανώσει και το κόμμα καλύτερα ή να επιδείξει πιο ουσιαστικές ηγετικές ικανότητες.



Οι πνευματικοί άνθρωποι συνηθίζουν να είναι πάντα καλοπροαίρετοι με το καινούριο στη δημόσια σφαίρα. Αλήθεια, ποιος θεωρείτε ότι είναι ο ρόλος τους στην πολιτική;



Κοιτάξτε, είναι λογικό να συμβαίνει αυτό, δεδομένου πως κάθε πνευματικός άνθρωπος έχει στον νου του την ανανέωση ως καταλύτη εξέλιξης των κοινωνιών. Οσμίζεται πρώτος το καινούριο και το επιζητεί. Κάθε φορά, λοιπόν, που εμφανίζεται μια ελπίδα αλήθειας –προσέξτε αλήθειας λέω, όχι φαντασιακής παρόρμησης– είναι απολύτως φυσιολογικό να το στηρίζει. Από κει και πέρα, δεν σημαίνει ότι δεν κάνει λάθος. Μπορεί να διαψευστεί ή και να ξεγελαστεί ακολουθώντας ακόμα και ολοκληρωτικά σχήματα και γι΄ αυτό πρέπει να είναι προσεκτικός. Όσο για τον ρόλο του, νομίζω ότι οφείλει να είναι συμβουλευτικός! Δεν είναι δουλειά του να πολιτεύεται, αλλά να συμβουλεύει. Ο πολιτικός είναι αυτός που έχει χρέος να διαχειριστεί την αλήθεια, ενώ ο πνευματικός άνθρωπος έχει τη μεγάλη ευθύνη να την διατυπώσει. Επομένως, είναι επιθυμητή η δημιουργική συνεργασία μεταξύ τους, αλλά δύσκολη η συνύπαρξη στο πεδίο της πολιτικής, με κοινούς ρόλους.



Από την άλλη όμως, η περίπτωση του Παπανούτσου και του Λουκή Ακρίτα, σε ό τι αφορά την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της δεκαετίας του ΄60, αποτελεί δείγμα προς μίμηση. Κάποιοι λένε ότι από τότε έχουμε να δούμε κάτι καλό στην Παιδεία.



Ο Παπανούτσος δεν ήταν μόνο πνευματικός άνθρωπος, ήταν ειδικός στην Παιδεία. Είχε αφιερώσει τη ζωή του. Αλλά κι αυτοί κάνανε λάθη, σχετικά με τη διδασκαλία των Αρχαίων και πολλών άλλων. Η κλασική παιδεία είναι πάντα απαραίτητη για να αποτελέσει τη βάση όλων των νέων κατακτήσεων στη γνώση. Γι΄ αυτό εμένα δεν με πείθει καμία μεταρρύθμιση που δεν λαμβάνει σοβαρά υπόψη της τις παρακαταθήκες των αξιών που έχει κάθε προσωπικότητα ανάγκη για να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις. Το σύγχρονο σχολείο πρέπει να βρει έναν τρόπο να αναγνωρίσει μέσα στην αναγκαία μαζικότητα την ατομικότητα του ανθρώπου. Η στόχευση στα ταλέντα, στην αριστεία και στην ποιότητα του αξιόπρακτου αντικειμένου μπορεί να συνδυαστεί με την αποκέντρωση του εκπαιδευτικού συστήματος για να έχουμε αποτελέσματα. Η Παιδεία λειτουργεί με όρους αθλητισμού. Μπορείς να βάλεις στην εθνική Ελλάδος τους χειρότερους; Όχι βέβαια. Μπορείς να δώσεις τις ευκαιρίες σε όλους, αλλά η αριστεία θα είναι αυτή που θα οδηγήσει το σύνολο στη βελτίωσή του.

«Στόχος της παιδείας: Η συναίρεση του λόγου και του αισθήματος».



Η σημερινή κρίση της Δημοκρατίας παγκοσμίως έχει να κάνει και με την αδυναμία των εκπαιδευτικών συστημάτων να ανανεωθούν;



Μπορεί, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα, για μένα. Η κρίση της δημοκρατίας οφείλεται εν πολλοίς και στην πιο εύκολη διαχείριση του ευτελούς από τις εξουσίες. Είναι πιο οικείο το ευτελές στις ηγεσίες, από την αξιοποίηση του σημαντικού. Κάθε αξιοκρατικό σύστημα έχει ανάγκη από ανανέωση, γιατί οι ίδιες οι αξίες αλλάζουν. «Άλλο να βοηθάς τον αδύνατο κι άλλο να στηρίζεσαι σ΄ αυτόν». Ας πούμε, αν ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να φτωχοποιήσει την ελληνική κοινωνία για να στηριχθεί πάνω της, αυτό είναι εγκληματικό. Δείτε επίσης τι γίνεται στη Δικαιοσύνη. Είναι τουλάχιστον αισιόδοξο ότι κάποιοι αντέδρασαν στο ΣτΕ, γιατί είναι, πραγματικά, πρωτόγνωρος τέτοιος ευτελισμός των θεσμών.

Θα ήθελα να μου πείτε αν διαχωρίζετε τον ελληνικό λαϊκισμό από φαινόμενα που αναπτύσσονται και σε χώρες της Δύσης.