"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΤΚΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΤΚΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΣΥΡΙΖΑΝΕΛέητο ΞΕΠΟΥΛΗΤΑΡΑΔΙΚΟ - ΕΘΝΙΚΑ ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ: Μακεδόνων παραμυθία

Πρύτανης του ΑΠΘ.


«Διακόπτουμε το πρόγραμμά μας για ν’ ακούσουμε το διάγγελμα του πρωθυπουργού». Ετσι απροετοίμαστο με βρήκε, καθ’ οδόν προς μια εκδήλωση, η ανακοίνωση της «συμφωνίας». Κι όσο προχωρούσαμε σε αναγνώριση γλώσσας με αστερίσκους και σε αναγνώριση ιθαγένειας με υποσημειώσεις, το αίσθημα του εμπαιγμού και το σφίξιμο στο στομάχι όλο και δυνάμωνε.  


Απώλεια οριστική και αμετάκλητη. Ετσι άραγε να ένιωθαν οι δύο παππούδες, ο Περικλής κι ο Αριστείδης, όταν, εικοσάχρονοι στο Μοναστήρι, άκουγαν τον τότε Ελληνα πρωθυπουργό να τους ανακοινώνει από το μπαλκόνι του ελληνικού προξενείου ότι το αποτέλεσμα των εθνικών αγώνων του 1904-12 τους έβρισκε υπηκόους του Βασιλείου της Σερβίας;



Διακόπτουμε λοιπόν την πολύχρονη εθνική προσπάθεια να πείσουμε τη διεθνή κοινότητα ότι η γλώσσα και η ιθαγένεια των βορείων γειτόνων μας δεν είναι μακεδονική. Ανεξάρτητα από την τελική έκβαση του όλου εγχειρήματος, το γράψαμε και το συμφωνήσαμε erga omnes για να μας στοιχειώνει στο διηνεκές. Τόσα χρόνια ποιος έλεγε αλήθεια και ποιος έκανε προπαγάνδα;



Διακόπτουμε και τις όποιες ατομικές προσπάθειες να πείσουμε καλόπιστους και κακόπιστους συνομιλητές για τη διαφορά μεταξύ Ελλήνων Μακεδόνων και Σλαβομακεδόνων. Υποστέλλουμε τις σημαίες και υποχωρούμε.



Οι παππούδες στο Μοναστήρι είχαν να κάνουν με Βούλγαρους, Σέρβους, Αρβανίτες και Τούρκους. Μερικές δεκαετίες αργότερα, οι Βούλγαροι έγιναν Σλαβομακεδόνες και από σήμερα, με τη δική μας βούλα, Μακεδόνες. Εκπληκτική πορεία σε έναν μόνο αιώνα.



Τόσο η καταγωγή μου όσο και το γεγονός ότι σήμερα υπηρετώ το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της χώρας, που φέρει τον εμβληματικό τίτλο του ιδρυτή τής σύγχρονης επιστήμης, του μεγαλύτερου Μακεδόνα φιλοσόφου Αριστοτέλη, με έδρα την πρωτεύουσα της Μακεδονίας, αποτελούν προσωπικό φορτίο που γεννά αισθήματα τεράστιας περηφάνιας αλλά και συνακόλουθου καθήκοντος. Αντιλαμβάνομαι το επιχείρημα όσων αξιώνουν ρεαλιστική προσέγγιση των πραγμάτων, αλλά σπανίως πρόκειται για αυτούς που φέρουν ανάλογα φορτία. Η εμπειρία δείχνει ότι για να λειτουργήσεις έτσι, πρέπει ή να μη διαθέτεις ή να έχεις για κάποιον ακαθόριστο λόγο απολέσει αυτά τα «πατριωτικά βαρίδια», που ομολογώ εμένα ακόμη με παρασέρνουν.



Γι’ αυτό δεν μπορώ να πανηγυρίσω για «τη νίκη του πραγματισμού έναντι της ακρότητας».  


Επιχειρώ νηφάλια να προβλέψω εάν σε δέκα ας πούμε χρόνια από σήμερα θα μπορώ να ισχυρίζομαι ότι η Θεσσαλονίκη είναι η πρωτεύουσα της Μακεδονίας, δίχως να αισθάνομαι ότι προκαλώ σύγχυση σε κάθε έστω καλοπροαίρετο συνάδελφό μου, όπου γης, που δεν είναι υποχρεωμένος ούτε τα νομικά κείμενα και τις συμφωνίες να διαβάσει ούτε να γνωρίζει παρά ελάχιστα για την ελληνική Ιστορία και τίποτε για το «Μακεδονικό».



Ούτε η αισιόδοξη ανάγνωση που αναφέρεται στα κείμενα και τις επιφυλάξεις που «κατορθώσαμε» να επιβάλουμε με αναπαύει ούτε οι ακραίες και φανατικές αντιρρήσεις με βρίσκουν σύμφωνο.



Πρέπει όμως να κάνουμε μια αναγκαία παραδοχή:  

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Γιατί διαμαρτύρεστε? (O Πρύτανης του ΑΠΘ κρεμάει στα μανταλάκια τους Εθνικούς μας Τσαρλατάνους που ανέχονται τις Αναρχικές αθλιότητες στο ΑΠΘ)

Άρθρο του Πρύτανη του ΑΠΘ Περικλή Μήτκα 


Εδώ και δέκα μέρες έχει στηθεί στην πανεπιστημιούπολη του Αριστοτελείου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης, δίπλα στο κέντρο της πόλης, ένα σκηνικό αυθαιρεσίας που δεν μας αξίζει και δεν μας τιμά. Χωρίς να ενημερώσουν και, φυσικά, χωρίς να πάρουν άδεια από κανέναν, εκατοντάδες Έλληνες και ξένοι ‘αντιεξουσιαστές’ έστησαν σκηνές, μαγειρεία και τουαλέτες σε μια σχεδόν στρατιωτική, και πάντως καθόλου άναρχη, κατασκήνωση.


‘Αν δεν παρεμποδίζει τη λειτουργία του Πανεπιστημίου, γιατί διαμαρτύρεστε;’ ακούμε συχνά από επίσημα χείλη και συμπαθούντες του χώρου. 


Πέρα από το προφανές, ότι σαφώς παρακωλύεται η ομαλή λειτουργία του ΑΠΘ, διαμαρτυρόμαστε, Πρυτανεία, Σύγκλητος και η συντριπτική πλειοψηφία συναδέλφων και εργαζομένων, γιατί είμαστε Πανεπιστήμιο. 


 Διαμαρτυρόμαστε γιατί σε κανένα άλλο ακαδημαϊκό ίδρυμα του κόσμου, πέρα από το Ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο, δεν θα γινόταν ανεκτή μια τέτοια κατάσταση. Γιατί έτσι καταπατείται βάναυσα, για μια ακόμη φορά, κάθε έννοια δημοκρατικής νομιμότητας και αυτοδιοίκησης του Πανεπιστημίου.


‘Αν δεν τελούνται αξιόποινες πράξεις, γιατί διαμαρτύρεστε;’ 


Πέρα από το προφανές, ότι παραβιάσεις εισόδων, καταλήψεις κτιρίων και φθορά δημόσιας περιουσίας διώκονται αυτεπάγγελτα, διαμαρτυρόμαστε γιατί το ΑΠΘ βρίσκεται σήμερα, μετά από 7 χρόνια συνεχών περικοπών, σε δεινή οικονομικά θέση και κάθε αποκατάσταση ζημιών κυριολεκτικά μας πονάει. Διαμαρτυρόμαστε γιατί πάλι θα ξοδέψουμε χρήματα για ν’ αγοράσουμε κάγκελα, λουκέτα και καινούργιες πόρτες σε μια απέλπιδα προσπάθεια προστασίας αιθουσών, γραφείων και εργαστηρίων του Μεγάλου Σχολείου.


‘Μα δε γίνονται πάντα τέτοια στο Πανεπιστήμιο; Γιατί διαμαρτύρεστε;’ 


Μας το λέει η Αστυνομία και η Κυβέρνηση, το επαναλαμβάνουν και κάποιοι, ελάχιστοι, πανεπιστημιακοί. Πέρα από το προφανές, ότι τέτοιου τύπου ‘εγκαταστάσεις’ ξεπερνούν κάθε προηγούμενο, η συγκεκριμένη ερώτηση αποτελεί το χειρότερο πλήγμα, αφού προσθέτει προσβολή στην απόγνωση. Γι’ αυτό ακριβώς διαμαρτυρόμαστε προς όλες τις κατευθύνσεις και σ’ όλους τους τόνους. Για να σταματήσει η ανοχή στην ανομία και να ανατραπεί η παγιωμένη αντίληψη που θέλει το Πανεπιστήμιο αποδέκτη κάθε αυθαίρετης ή παράνομης δραστηριότητας που δεν μπορεί να ελεγχθεί από την οργανωμένη Πολιτεία.


Διαμαρτυρόμαστε και ζητάμε το αυτονόητο. Να γίνει επιτέλους στο Πανεπιστήμιο πράξη η Δημοκρατία. Η οποία, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, προϋποθέτει την τήρηση των θεσπισμένων νόμων.


Και ρωτώ με τη σειρά μου όσους εξακολουθούν να απορούν, όπως παραπάνω: