"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΑΛ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΑΛ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΠΙΣΤΗΜΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Επιστημονική γνώση και φιλοσοφική ηθική

Συγγραφέας


«Κάθε επιστήμη αρχίζει σαν φιλοσοφία και τελειώνει σαν τέχνη».
Γουίλ Ντιράν, αμερικανός ιστορικός και φιλόσοφος

 

Πριν από μερικές εβδομάδες ανακοινώθηκε ότι ο καθηγητής David Purdie, του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, ανακάλυψε μια επιστολή από τον Albert Einstein, στην οποία ο ιδιοφυής επιστήμονας επισημαίνει την αξία του σκωτσέζου φιλοσόφου David Hume του 18ου αιώνα, για την ανάπτυξη της θεωρίας του για τη σχετικότητα. «Εάν δεν είχα διαβάσει την «Πραγματεία για την Ανθρώπινη Φύση» του Hume, δεν μπορώ να πω ότι η λύση θα είχε έρθει» γράφει ο Αϊνστάιν. 

Στο έργο του ο Hume παρομοιάζει τον ανθρώπινο νου με ένα εύθραυστο και γεμάτο ρωγμές σκάφος που πρέπει να ριχτεί «στην ανοικτή θάλασσα της ανθρώπινης φύσης» προκειμένου «να κάνει τον γύρο του κόσμου». Λίγο μακριά από την εξίσωση  E=mc2 ή όχι;


Οι ιστορικοί που γνωρίζουν το χρέος του Einstein στον Hume, αναγνωρίζουν επίσης την επιρροή πολλών άλλων φιλοσόφων στον μεγάλο επιστήμονα, από τον Ernst Mach μέχρι τον Arthur Schopenhauer. Το ζήτημα που τίθεται εδώ είναι ότι οι επιστημονικές θεωρίες πρέπει να διαμορφώνονται από φιλοσοφικές ιδέες (Ή και το αντίθετο). 

 Εχει γίνει σύνηθες για τους επιστήμονες να αποκηρύσσουν τη φιλοσοφία, θεωρώντας την ως άσχετη με το έργο τους. Οι «ιδέες των φιλοσόφων», λέει ο φυσικός και ο βραβευμένος με Νομπέλ Steven Weinberg, είναι «σκοτεινές και ασήμαντες σε σχέση με τις εκπληκτικές επιτυχίες της φυσικής και των μαθηματικών».
Στην αρχή επιστήμη και φιλοσοφία ήταν ενωμένες και με το πέρασμα των αιώνων απέκτησαν την ανεξαρτησία τους από την κοινή φιλοσοφική μήτρα. Οι επιστήμονες βεβαίως, σε μια αντιστάθμιση με τη φιλοσοφία, αναζητούν τη γνώση, όχι όμως για να γίνουν οι ίδιοι σοφοί. Η γνώση βασίζεται σε θεωρίες, αλλά κανείς επιστήμονας δεν φαίνεται να γίνεται ο ίδιος σοφός. Κι αυτό γιατί δεν έχει ως αντικείμενο μελέτης τον εαυτό του αλλά τη γνώση του περιβάλλοντος. Και ναι μεν μέσω αυτής μπορεί κανείς να αντιληφθεί στοιχεία για τον εαυτό του, αλλά δεν μπορεί να «φτάσει τον εαυτό του», εάν δεν στοχαστεί.  

Σε γενικές γραμμές η Επιστήμη προσδοκά να εξηγήσει πώς είναι φτιαγμένος ο κόσμος γύρω μας και πώς λειτουργεί. Υιοθετεί την απρόσωπη οπτική γωνία, ακόμα και αν ερευνά τον ίδιο τον άνθρωπο. Πολλαπλασιάζει τις προοπτικές και τις περιοχές της γνώσης, τεμαχίζει και εξειδικεύει τη γνώση και αναζητεί νέα πεδία.

Τη Φιλοσοφία από την άλλη, απασχολεί η σημασία που έχει ο κόσμος για εμάς. Σε κάθε περίπτωση εδράζεται στο ότι η γνώση έχει αναγκαστικά ένα υποκείμενο: τον άνθρωπο-πρωταγωνιστή. Προσπαθεί να συσχετίσει το καθετί με όλα τα υπόλοιπα και να συγκεντρώσει το σύνολο των γνώσεων σ’ ένα κοινό θεωρητικό πλαίσιο. Η φιλοσοφία ενίοτε προβληματίζεται για ζητήματα που οι επιστήμονες θεωρούν δεδομένα ή προφανή.  

Η ειρωνεία είναι ότι απορρίπτοντας την αξία της φιλοσοφίας, οι επιστήμονες κάνουν μια φιλοσοφική δήλωση. Λαμβάνουν μια φιλοσοφική θέση για το πώς πρέπει να λειτουργεί η επιστήμη, αφού η επιστήμη δεν είναι απλώς συσσώρευση εμπειρικών δεδομένων.


Διάβασα πρόσφατα ένα εξαιρετικό βιβλίο, του καθηγητή Γιώργου Καλλή του Institute of Environmental Science and Technology, του Αυτόνομου Πανεμιστημίου της Βαρκελώνης, με τίτλο Limits (εκδ. Stanford Briefs), που εκδόθηκε πρόσφατα και θα ήταν ιδιαίτερα ωφέλιμο να μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα, στο οποίο ενυπάρχει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα σχέσης επιστήμης – φιλοσοφίας. Αναφέρεται στον πολύ γνωστό αιδεσιμότατο και λόγιο Malthus που ασχολήθηκε επισταμένως με την πολιτική οικονομία και τη δημογραφία, ο οποίος εξακολουθεί να σκιάζει τον περιβαλλοντισμό, ειδικά στις τελευταίες συζητήσεις, σχετικά με τα όρια της ανάπτυξης. Το σημαντικό ερώτημα δεν είναι αν ο Malthus ήταν λάθος, αλλά γιατί ο Malthus ήταν λάθος.
Ο Γιώργος Καλλής δίνει μια εναλλακτική κριτική για το περίφημο δοκίμιο του Malthus, υποστηρίζοντας ότι παρά το ότι ήταν ο πρόδρομος των περιβαλλοντικών ορίων, ήταν και ο πρώιμος απόστολος της οικονομικής ανάπτυξης.

Ο Malthus πρόβλεψε το υποτιθέμενο «υπέρ των φτωχών» επιχείρημα της σύγχρονης οικονομίας, σύμφωνα με το οποίο ανακατανέμεται η ανακατανομή και μόνο η ανάπτυξη μπορεί να τραβήξει τους φτωχούς από τη φτώχεια.  

O Malthus ήταν πρώιμος εφευρέτης της «σπανιότητας», μιας ιδέας που...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΑΝΘΡΩΠΟΣ: Ο άνδρας την εποχή του #metoo

Συγγραφέας

«Ποτέ γυναίκα δεν κατάλαβε έναν άντρα»
Hamlet

Διεθνής Αμνηστία: Η πρόσβαση σε ασφαλείς αμβλώσεις είναι ανθρώπινο δικαιώμα


Τι γίνεται με τον άνδρα στην εποχή τού #metoo;  

Η άποψη ότι τόσο η ανδρισμός όσο και η θηλυκότητα είναι τελικά κοινωνικές δομές που περιέχουν πολλά μεικτά μηνύματα και αντιφάσεις έχει γίνει μέρος του καθημερινού θεραπευτικού λόγου. 

Ενα βασικό στοιχείο της επανεξέτασης της ταυτότητας του φύλου είναι το γεγονός ότι ενώ οι άνδρες μπορεί να μην εκφράζουν την ευαισθησία και την επιθυμία τους για οικειότητα με τον ίδιο τρόπο όπως οι γυναίκες, έχουν παρ’ όλα αυτά ένα συναισθηματικό βάθος που έχουν γαλουχηθεί έτσι ώστε να μην το φέρουν στην επιφάνεια.

Σε ένα άρθρο του «Guardian» ο δημοσιογράφος που βρέθηκε σε μια ομάδα ανδρών που εξερευνούσαν τις συμπεριφορές του φύλου τους αναφέρει ότι: «Από τα πρώτα πράγματα που ανακάλυψα στην ομάδα των ανδρών ήταν ότι οι περισσότεροι άνδρες φοβούνται τους άλλους άνδρες. Εδώ βρίσκονται 25 εκπρόσωποι της μητροπολιτικής ανδροπρέπειας που συγκεντρώθηκαν σε ένα στούντιο γιόγκα του Λονδίνου για να περάσουν το Σάββατο μαθαίνοντας πώς να «γίνουν ευάλωτοι» με τη βοήθεια της Rebel Wisdom. Στον σημερινό κόσμο για τους άνδρες, το να είναι ευάλωτοι και να μιλούν την αλήθεια τους είναι μια πράξη εξέγερσης, αναφέρει ο κομψός new age ιστοχώρος τους. «Υπάρχουμε για να τροφοδοτήσουμε αυτήν την εξέγερση».

Εξέγερση και των ανδρών λοιπόν; 

Εν πρώτοις ακούγεται κωμικό σε μια κοινωνία που υπήρξε πατριαρχική, όπου οι γυναίκες δηλαδή υφίσταντο την εξουσία των ανδρών από την αρχή της ιστορίας του ανθρώπινου γένους. Τον τελευταίο μισό αιώνα τα πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά. Ενώ η αλλαγή της γυναικείας ταυτότητας συνεπάγεται αποδοχή της δύναμής της, η αντίστοιχη αλλαγή της ανδρικής ταυτότητας προϋποθέτει αποδοχή της ευαλωτότητάς του.  

Αυτό που διακυβεύεται στην περίπτωση είναι η έκφραση του συναισθήματος. Η γυναίκα θέλει να συζητήσει, να νιώσει, να αισθανθεί, ο άνδρας θέλει να πράξει, να ελέγξει, να λύσει θέματα. Σπανίως οι άνδρες εκφράζουν τα συναισθήματά τους, κάτι που θεωρείται προσόν της ανδροπρέπειας, ωστόσο κοστίζει αφάνταστα στο ίδιο μας το φύλο. Ο άνδρας νομίζει ότι αυτός είναι ο ρεαλιστής, αλλά πλανάται πλάνην οικτράν.

Θυμάμαι ένα κείμενο του Γιώργου Χειμωνά, με τίτλο «Η αβοήθητη μοναξιά του άντρα». Παραθέτω απόσπασμα: «Κι αφού η γυναίκα τον άντρα μονάχα να τον αγαπάει μπορεί και τίποτε άλλο, θα κάνω εγώ, ένας άντρας, το εγκώμιο γι’ αυτό το αυτοδημιούργητο θαύμα που είναι ο άντρας. Χαριστικά θα βάλω πρώτη στη σειρά τη συμβολή της γυναίκας, που σίγουρα βοηθάει να συντελέσει, κυρίως με το ανεκτίμητο (και κατ’ εξοχήν γυναικείο) χάρισμά της, που είναι ο αλάθητος ρεαλισμός της. Χωρίς αυτόν ο άντρας θα παράπαιε, ακόμα θα περιπλανιόταν, θα είχε χαθεί μέσα στις ομίχλες των επικών του φαντασιώσεων ένα χάρισμα που η γυναίκα, αν το θελήσει, μπορεί να το μεταποιήσει σε θανάσιμο ανδροκτόνο εργαλείο αν θελήσει να υπονομεύσει, χρησιμοποιώντας το, όλες τις ευσυγκίνητες μυθολογίες, που χάρη σ’ αυτές και αποκλειστικά μ’ αυτές ο άντρας επιβιώνει· ασκημένος από ένστικτο να επινοεί τεχνάσματα του κυνηγιού για την τροφή της ομάδας, να αγρυπνάει για τους κινδύνους· από γεννήσεως ανυπεράσπιστος, γιατί η φύση τού πήρε πίσω όλα τα όπλα του, έμεινε πάντα πολεμιστής, άοπλος και με χίλιους τρόμους γενναίος. Εκπνευμάτωσε τη φυσική του ρώμη και την έκανε δύναμη, κυρίως τόλμη, μυαλού και κραδασμό ιδεών».

Πρόσφατα, η Χάρις Κατάκη, πρόεδρος του Εργαστηρίου Διερεύνησης Ανθρωπίνων Σχέσεων και ψυχολόγος, και ο ψυχοθεραπευτής Χρήστος Ζιούβας κυκλοφόρησαν ένα βιβλίο με τίτλο: «Ανδρας: η σιωπηλή επανάσταση» (εκδόσεις Πατάκη, 2019). Πρόκειται για μια έξοχη μελέτη που μιλάει για τις θεμελιακές μεταβολές της ανδρικής ταυτότητας, γραμμένη από θεραπευτές που έρχονται καθημερινά σε επαφή με τον ανδρικό ψυχισμό και καταγράφουν, δεκαετίες τώρα, τη σιωπηρή επανάσταση του άνδρα, στην επιλογή και στην εκ νέου ιεράρχηση των κοινωνικών του ρόλων, των προσωπικών του αξιών και, εν τέλει, των επιδιώξεων που του δίνουν ένα νέο νόημα ζωής.

Λέει η Χάρις Κατάκη: «Τον αόρατο άγνωστο κόσμο των ανδρών λίγοι τον γνωρίζουν στην καθημερινότητα, αφού αυτό που προβάλλει είναι η στερεοτυπική μονοδιάστατη εικόνα του δυνατού άνδρα που κάνει αυτό που ένας άνδρας πρέπει να κάνει. Τόσο ο κλάδος της ψυχοθεραπείας αλλά και της ψυχολογίας γενικότερα μελετούν και προβάλλουν αυτό που είναι ορατό, αλλά μέχρι πρόσφατα δεν ασχολήθηκαν η επιστημονική σκέψη και η έρευνα με τα θέματα του άνδρα, αφού ο ίδιος δήλωνε και οι άλλοι επιβεβαίωναν, μέσα από την επαφή μαζί του, ότι δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς να βρει κάτι που υποτίθεται ότι δεν υπάρχει. Σε αυτή τη φάση τα περισσότερα ντοκουμέντα αφορούν τη συνειδητοποίηση ότι ο άνδρας δεν είναι μόνο αυτό που δηλώνει και αυτό που δηλώνουν οι άλλοι γι’ αυτόν. Μέσα από τη μισάνοιχτη πύλη μπορεί κανείς να ρίξει πια ματιές στο εσωτερικό του κάστρου, του άφοβου, αυτάρκη οικοδεσπότη άρχοντά του. Οσο ανοίγει περισσότερο η μέχρι πρόσφατα εφτασφράγιστη πύλη, είτε με πρωτοβουλία του ίδιου του οικοδεσπότη, είτε με τους απ’ έξω που άρχισαν να υποψιάζονται πια ότι πρέπει να διερευνήσουν τον χώρο για να κατανοήσουν και να διαχειριστούν αυτόν τον άνδρα, αποκαλύπτουν πως έχει πολλά πρόσωπα που παρέμεναν κρυμμένα από τον ίδιο σε εσωτερικούς αραχνιασμένους χώρους που είχε και ο ίδιος ξεχάσει τι περιείχαν».

Στην εποχή μας το μόνο σταθερό που έχουμε είναι...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΑΝΘΡΩΠΟΣ: Το δύσκολο άθλημα της φιλίας

Γράφει ο Αλέξης Σταμάτης

Φίλος είναι κάποιος που σου δίνει
πλήρη ελευθερία να είσαι ο εαυτός σου
 
Τζιμ Μόρισον

Ο Μαρσέλ Προυστ έλεγε πως δεν υπάρχει τίποτα πιο τρυφερό από την αλληλογραφία φίλων που δεν επιδιώκουν να συναντηθούν. Αν ζούσε φυσικά στην εποχή των σόσιαλ μίντια ίσως να ισχυριζόταν το ακριβώς αντίθετο.

Η φιλία, την εποχή του Διαδικτύου, δεν έχει καμία σχέση με αυτό που εννοούσαμε παλιά. Ο ενσώματος εαυτός αντικαθίσταται από τον ψηφιακό, ο οποίος είναι μια κατασκευή, μια σκηνοθετημένη επιλογή τού τι θέλουμε κάθε φορά να προβάλλουμε. Είναι ένας πλασματικός εαυτός, αποτέλεσμα σύνθεσης αποκρύψεων και προσθηκών, ένα υβριδικό ον που αφήνει ίχνη μέσα από τα οποία η ανασύσταση της προσωπικότητας είναι ιδιαίτερα επίπονη εργασία. Τι φιλίες μπορεί να συνάψει αυτός ο ψηφιακός εαυτός; 


Κι ακόμη σε περιόδους «σοσιαλμιντιακής» κρίσης, μακροχρόνιες φιλίες (ηλεκτρονικές ή μη) μπορεί να διαταραχτούν για ένα αιμοβόρο post ή ένα «λάθος» like.  


Αυτά ακούγονται κωμικοτραγικά, αλλά είναι η θλιβερή πραγματικότητα που ανέτρεψε την έννοια της φιλίας.

Η αξία της φιλίας ήταν πολύ σημαντικό ζήτημα τα αρχαία χρόνια. 


Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι υπάρχουν τρία είδη φιλίας: 


Το πρώτο, η ωφελιμιστική φιλία, που απορρέει από το συμφέρον, είναι συμπτωματική, δεν πηγάζει από ειλικρινά συναισθήματα, είναι ρευστή και παροδική και αφορά μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα. 


Το δεύτερο, η απολαυστική φιλία, χαρακτηρίζει τα νιάτα. Αναπτύσσεται ανάμεσα σε εφήβους, σε συμφοιτητές και συμμαθητές, είναι συμπτωματική κι αυτή. Πηγάζει από αυθόρμητα συναισθήματα, διαφοροποιείται και η απόλαυσή της φθίνει καθώς διαφοροποιούνται τα κοινά ενδιαφέροντα.      


Ισχυρότερο, δίχως αμφισβήτηση, είναι το τρίτο είδος φιλίας που θεμελιώνεται κατά τον Αριστοτέλη στον αλληλοσεβασμό και την αλληλοεκτίμηση των αρετών, των αξιών και των ιδανικών δύο προσωπικοτήτων, οι οποίες ανοίγονται αμφίδρομα δίχως αναστολές. Ο ψυχικός αυτός δεσμός εξυπακούεται ότι προϋποθέτει και απαιτεί χρόνο, έχει χαρακτήρα άφθαρτο, στηρίζεται στην καλοσύνη, την εμπιστοσύνη και τη στέρεα αγάπη και ενσυναίσθηση. Είναι μακροχρόνιος και δοκιμάζεται στη χαρά και στη θλίψη, «εν πόνοις και κινδύνοις», χωρίς κλυδωνισμούς στις καλές και κακές φάσεις της διαδρομής της ζωής. Και σίγουρα εμπεριέχει και το ωφέλιμο και την απόλαυση.

Ο φίλος σου είναι ο καθρέφτης σου. «Δείξε μου τον φίλο σου να σου πως ποιος είσαι» λέει η παροιμία. Κάτι που ισχύει βέβαια και στις περιπτώσεις κοινών συμφερόντων όπου βλέπεις περίεργους συνδυασμούς ανθρώπων άλλων που θεωρούνται ηθικοί, άλλων που έχουν τη φήμη του μπαγαπόντη, ενωμένους για έναν κοινό σκοπό.

Φιλία σημαίνει να αποδέχεσαι τον άλλον. Να του εκχωρείς τον εαυτό σου, να μπορείς να μπαίνεις στη θέση του. Και φυσικά να μη τον φθονείς. O Αισχύλος είπε: «Λίγοι άνθρωποι το έχουν στη φύση τους αυτό: να τιμούν χωρίς φθόνο τον ευτυχισμένο φίλο τους».

Δεν είναι τυχαίο ότι όσο μεγαλώνουμε, μένουμε με δυο-τρία άτομα που θεωρούμε ουσιαστικά φίλους μας. Συνήθως είναι με άτομα που έχουμε γνωρίσει στην εφηβική ή μετεφηβική ηλικία και για κάποιον λόγο, ο οποίος ίσως να είναι η ανάμνηση της καθαρότητας του αισθήματος, έχουν παραμείνει στη ζωή μας.

Θυμάμαι κάποτε κατά τη διάρκεια των σπουδών μου, όποιος φίλος περνούσε κάτω από το σπίτι μου, χτυπούσε απροειδοποίητα το κουδούνι και ανέβαινε. Μπορεί η επόμενη μέρα να μας έβρισκε σε ένα άλλο σπίτι ή και σε άλλη πόλη ή νησί. Σήμερα κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο. Κανονίζουμε συναντήσεις μία βδομάδα πριν και ορίζουμε μάλιστα και τη διάρκεια. Το να καλλιεργήσεις μια φιλία ακούγεται πλέον ουτοπικό.
 

Ζούμε λοιπόν στην εποχή της αντανακλαστικής φιλίας, όπου η έννοια παραποιείται. Σχεδόν γνωστοί, ακόλουθοι, προσθήκες «φίλων» και «φίλοι» «φίλων» προσμετρώνται στους «φίλους» που δεν είναι φίλοι αφού ούτε την πραγματική εικόνα τους έχουμε. Σαν παιχνίδι προφίλ που σε καλεί να μαντέψεις ποιος είναι ο εκάστοτε «φίλος» και βέβαια είναι αυτός που νομίζεις ότι θέλει να είναι. Ζούμε στην εποχή των γνωριμιών. Της αμοιβαιότητας, της ανταλλαγής. Της φιλίας του Διαδικτύου.

Πόσω μάλλον εάν συζητήσουμε για αξίες και αντίστοιχες συμπεριφορές. Υπάρχουν «φίλοι» που την ίδια στιγμή μπορούν να κάνουν like σε μια ανάρτηση που στρέφεται εναντίον σου αλλά ταυτόχρονα να επαινούν και μια δική σου.  

Τι γίνεται άμα σε δουν στον δρόμο;  


Ευτυχώς που τώρα υπάρχουν και με τη βούλα οι μάσκες. Και άμα έχεις τέτοιους φίλους όπως λένε, τι τους θέλεις τους εχθρούς.

Επιστρέφοντας στο πόσο δύσκολο και απαιτητικό είναι το αίσθημα της φιλίας είναι γεγονός ότι οι αληθινές φιλίες χαρακτηρίζονται από μια σταθερή δοκιμασία. Δεν είναι δυνατόν να είναι όλα ρόδινα. Η σχέση για να είναι νοηματοδοτημένη θα δοκιμαστεί. Θα τσεκαριστεί στη σιωπή, θα ακονιστεί στη διαφωνία, θα σφυρηλατηθεί στη διεκδίκηση. Θα βιωθεί στη βιωμένη πνευματικότητα και την προσωπική αναζήτηση, στο άνοιγμα της ψυχής. Η επικράτησή της έναντι όλων των δοκιμασιών θα είναι και η τελική σφραγίδα της.

 
Από τον «Αμλετ» του Σαίξπηρ ουσιαστικά ένας χαρακτήρας επιβιώνει: ο Οράτιος. Ο μοναδικός φίλος του Αμλετ, ο μόνος στον οποίον εμπιστεύεται το γεγονός ότι θα υποδυθεί τον τρελό. Ο φίλος, ο Οράτιος, εκείνος που θα ανεχτεί όλες τις παραξενιές και τις αλλοκοτιές του πρίγκιπα, θα είναι εκείνος που θα ζήσει για να πει την ιστορία.

Πόσο πολυτελή ακούγονται αυτά τα αισθήματα στην εποχή μας. Η συμπίεση του χρόνου οδηγεί στην αλλοίωση της επικοινωνίας, στη συμπίεση των αισθημάτων. Το νέφος του politically correct απαλείφει την ελεύθερη άδολη επικοινωνία. Η ατζέντα – κυριολεκτικά και μεταφορικά – υπερισχύει της αυθόρμητης ανάγκης για τον άλλον.

Υπάρχουν άνθρωποι που...

ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΤΟ ΜΑΤΣ - ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ: H θεσμοποιημένη πάλη

Συγγραφέας.


Το ποδόσφαιρο. Ενα από τα δημοφιλέστερα αθλήματα στον κόσμο. Ενα παιχνίδι ανάμεσα σε δύο ομάδες από έντεκα παίκτες, με τους παίκτες να κλωτσούν μια μπάλα προσπαθώντας να πετύχουν γκολ, να την περάσουν δηλαδή από τη νοητή γραμμή που ορίζουν τρία παραλληλόγραμμα δοκάρια.


Ιστορικά είναι καταγεγραμμένα αρκετά παιχνίδια όπου οι παίκτες κλωτσούν μια μπάλα, όπως το «επίκουρος» στην αρχαία Ελλάδα, το «harpastum» στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το «woggabaliri» στην Αυστραλία και το «cuju» στην Κίνα. 


Το ποδόσφαιρο όπως το ξέρουμε σήμερα δημιουργήθηκε από την ελίτ στην Αγγλία και μεταφέρθηκε αργότερα και στις υπόλοιπες κοινωνικές τάξεις. Στην Ελλάδα εμφανίζεται πριν από τις αρχές του εικοστού αιώνα, όταν στα ελληνικά λιμάνια ελλιμενίζονταν αγγλικά πολεμικά πλοία και οι ντόπιοι έβλεπαν τους ναύτες.


Οι ρίζες είναι, όπως και σε όλα τα μαζικά φαινόμενα, πολιτικές. Κάποια στιγμή οι εργάτες κέρδισαν το δικαίωμα του ελεύθερου απογεύματος του Σαββάτου, οπότε δημιουργήθηκε η ανάγκη αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου τους και έτσι το ποδόσφαιρο ήταν αυτό που κάλυψε αυτή την ανάγκη. 


Η πρωτοφανής διάδοσή του σε ολόκληρο τον κόσμο οφείλεται κυρίως στους άγγλους ναυτικούς, οι οποίοι, λόγω της μεγάλης εμπορικής δραστηριότητας της Βρετανικής Αυτοκρατορίας διέδωσαν το ποδόσφαιρο στις βρετανικές αποικίες και από εκεί σε ολόκληρη την υφήλιο. Επιπλέον πρόκειται για ένα απλό άθλημα με απλούς κανονισμούς που επιτρέπει σχεδόν στον καθένα να συμμετάσχει.


Το ποδόσφαιρο έχει δώσει τροφή για έμπνευση σε πολλούς καλλιτέχνες απ' όλο το φάσμα των τεχνών:  


«Ο φόβος του τερματοφύλακα μπροστά στο πέναλτι», η ταινία του Βιμ Βέντερς, η «Φανέλα με το 9», το βιβλίο του Μένη Κουμανταρέα που διασκεύασε στο σινεμά ο Παντελής Βούλγαρης, «Ο πυρετός της μπάλας», το μυθιστόρημα του Νικ Χόρνμπι, η βρετανική ταινία «Κάν' το όπως ο Μπέκαμ», είναι μόνο κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα.  


Τι ωθεί όμως έναν δημιουργό, στην περίπτωση έναν μυθιστοριογράφο, να εμπνευστεί από το δημοφιλέστερο των αθλημάτων; 


Η μυθοποίηση, η ένταση, το πάθος, το παιχνίδι, η ατμόσφαιρα μέσα και έξω από το γήπεδο;


Το γήπεδο για πολλούς λογοτέχνες είναι ένας ιερός χώρος όπου καθαγιάζεται μια μεταφορική μάχη που διαθέτει ποικίλες προεκτάσεις και εντελώς ιδιαίτερη αισθητική. Ο συγγραφέας δεν επικεντρώνεται μόνο στην μπάλα, αλλά σε ολόκληρη τη μυθολογία ενός ματς που περιλαμβάνει την εξέδρα, τον πάγκο, μέχρι και τις αντιδράσεις του τερματοφύλακα της επιτιθέμενης ομάδας. Και μια και η πεζογραφία, τουλάχιστον, είναι μυθοπλασία, περιλαμβάνει και ολόκληρο τον περί του ποδοσφαίρου κόσμο, ένα περιβάλλον που, όπως καλά γνωρίζουν οι παροικούντες την ποδοσφαιρική Ιερουσαλήμ, φωτίζεται από ένα «αγγελικό και μαύρο φως», το οποίο συχνά γίνεται δυστυχώς κατάμαυρο. Ενα ιδιαίτερο περιβάλλον, μικρογραφία της κοινωνίας, που ζει και κινείται γύρω από ένα παιχνίδι, μια δηλαδή «θεσμικά οργανωμένη σύγκρουση», μια μάχη. Περιττό να αναφερθώ στο ότι οι συγκρούσεις είναι δομικά κεφαλαιώδεις, αποτελούν τις τεκτονικές πλάκες ενός πετυχημένου μυθιστορήματος.


Το ποδόσφαιρο, όπως και να το κάνουμε, είναι ένα κατ' εξοχήν ανδρικό παιχνίδι. Για κάθε άνδρα, η επιβίωση στην κοινωνία είναι μια μικρή μάχη. Το αρσενικό μπαίνει σε αυτόν τον πόλεμο για να τον κερδίσει και αυτό παράγει ένα μεγάλο ποσοστό έντασης και οργής. Μιας έντασης, ωστόσο, την οποία, ως πολιτισμένο ον, δεν μπορεί να τη διοχετεύσει ατόφια κάπου, δεν μπορεί να εκφράσει άμεσα την υπερχείλιση της οργής του. Εξ ου και βρίσκει την ισορροπία σε μια κοινωνικά αποδεκτή συγκρουσιακή δραστηριότητα, η οποία ενέχει το άλλοθι της θεσμοποιημένης πάλης. Ο σύγχρονος εχένους άνδρας δεν μπορεί να πάρει ένα Καλάσνικοφ ή ένα τσεκούρι και να βγει εξω. Είναι αναγκασμένος να μεταθέσει την οργή του σε κάτι μαζικά αποδεκτό, θεσμοποιημένο, μια κοινωνικά παραδεκτή σύγκρουση. Η μεταθετημένη πάλη που ένα μεγάλο ποσοστό ανδρών του πλανήτη έχει συνειδητά ή ασυνείδητα επιλέξει είναι το ποδόσφαιρο. Δεν είναι λοιπόν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα για λογοτεχνική επεξεργασία;


Λογοτεχνία όμως σημαίνει και «ένας άλλος τρόπος να δεις» και μέσα από την πλοκή των συγκεκριμένων μυθιστορημάτων προκύπτουν καταστάσεις οι οποίες προσλαμβάνουν έως και οικουμενική διάσταση, τέτοιες που κάποιος δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα αναδύονταν μέσα από ένα απλό παιχνίδι με δύο ενδεκάδες να προσπαθούν να βάλουν μια μπάλα η μία στην εστία της άλλης.


Ο κόσμος συνήθως θεωρεί ότι ο λογοτέχνης είναι ένας σκοτεινός, βαρύς τύπος βυθισμένος στα βιβλία, ο οποίος ζει σε ένα μισοσκότεινο δωμάτιο αγκαλιά με τα «φαντάσματά» του και δεν έχει και ιδιαίτερη σχέση με τον κόσμο, πόσω μάλλον με ένα λαϊκό άθλημα όπως το ποδόσφαιρο. 


Μέγα λάθος. Μερικοί συγγραφείς μας υπήρξαν και είναι φανατικοί φίλαθλοι, κάποιοι μάλιστα έχουν παίξει και ποδόσφαιρο, όπως λόγου χάρη ο Νάσος Βαγενάς, ο οποίος έλαμψε ως παίκτης του Εθνικού Πειραιώς και της Εθνικής Νέων πριν τον κερδίσουν τα γράμματα.


Ισως κορυφαίος ανάμεσα στους ποδοσφαιρόφιλους λογοτέχνες μας είναι ο μεγάλος Μανόλης Αναγνωστάκης. Πραγματικός λάτρης της στρογγυλής θεάς, ο οποίος μάλιστα έχει γράψει και το περίφημο κείμενο «Αγιαξ για πάντα», μια ωδή στη μεγάλη ομάδα του Κρόιφ, όταν μεσουρανούσε με το τόταλ φουτμπόλ του Ρίνους Μίχελς. Το σχετικό απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό: «…Εραστές της μπάλας όλου του κόσμου, παραμερίστε! Περνά η μεγάλη Κυρία των γηπέδων (αυτή η πραγματική Κυρία και όχι οι ψιμυθιωμένες εταίρες των πολυεθνικών). Περνά ο μεγάλος ΑΓΙΑΞ!».


Ας ακούσουμε και τον σπουδαίο Νίκο Εγγονόπουλο να μας λέει: «…στα γκολπόστ/ άγρυπνοι / ακοίμητοι φρουροί / πανέτοιμοι / το μάτι εδώ εκεί / να γρηγορούμε / μην αρχίσουνε να πέφτουνε / τα τέρματα βροχή / και / ηττηθούμε».


Θα μου επιτρέψετε να κλείσω με μια προσωπική αναφορά. Είμαι Ολυμπιακός από τότε που με θυμάμαι. Το πρώτο ματς που είδα στη ζωή μου, πιτσιρίκος ακόμη, στο Στάδιο «Καραϊσκάκης» αποτελεί την έως τώρα μεγαλύτερη νίκη στην ιστορία μας (Ολυμπιακός - Φωστήρας 11-0). Από τότε ο Θρύλος είναι μια από τις απόλυτες σταθερές της ζωής μου. Τη δεκαετία του '90, όταν έγραφα ποίηση, είχα συμπεριλάβει σε μια ποιητική μου συλλογή ένα ποίημα για το ωραιότερο γκολ που έχω δει στη ζωή μου, το οποίο πέτυχε ο Γιώργος Δεληκάρης, το ίνδαλμα της εφηβείας μου, κατά της Εθνικής Γερμανίας και του μεγάλου της τερματοφύλακα Σεπ Μάγερ. 



Κλείνοντας, θα ήθελα να το παραθέσω: