"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗΣ Μ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗΣ Μ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΚΚΕ-δο-ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΑΝΘΕΛΛΗΝΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Γιατί η Αριστερά μισεί τη Δεξιά (αλλά όχι και το αντίθετο)

 

Γράφει ο Μανούσος Μαραγκουδάκης

Καθηγητής Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Η πρόσφατη επίθεση που δέχθηκε ο Άδωνις Γεωργιάδης στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας δεν αποτελεί απλώς ένα μεμονωμένο περιστατικό επιθετικότητας.

Εγγράφεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο της μεταπολιτευτικής Ελλάδας: η πολιτική σύγκρουση τείνει να λαμβάνει τη μορφή ηθικής εχθρότητας, και μάλιστα με ένταση που δεν κατανέμεται συμμετρικά.

Η ηθική απαξίωση εκφράζεται συχνότερα από τα αριστερά προς τα δεξιά, λιγότερο όμως με την ίδια συλλογική ένταση προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Δεξιά δεν πολώνει ούτε ότι δεν υπάρχουν δεξιοί που μισούν. Σημαίνει ότι η Αριστερά φέρει μια ιστορική και πολιτισμική διαδρομή που καθιστά ευκολότερη τη μετατροπή της πολιτικής διαφωνίας σε ηθική καταγγελία.

Η κατανόηση αυτής της ασυμμετρίας προϋποθέτει την επιστροφή στο τραύμα του Εμφυλίου Πολέμου.

Η ήττα του «Δημοκρατικού Στρατού» το 1949 δεν ήταν μόνο στρατιωτική και πολιτική, αλλά συμβολική και υπαρξιακή. Για την ελληνική Αριστερά, το Δεύτερο Αντάρτικο δεν αποτέλεσε απλώς μια αποτυχημένη ένοπλη αναμέτρηση, αλλά κορύφωση ενός ηθικού αφηγήματος που ξεκινούσε από την Αντίσταση και κατέληγε στο σήμερα. Η ήττα δεν ακύρωσε την αίσθηση δικαίου· αντίθετα, την ενίσχυσε μέσα από την εμπειρία της αδικίας.

Οι διώξεις, οι εξορίες, η απαγόρευση πολιτικής έκφρασης και ο μεταπολεμικός αποκλεισμός από τη δημόσια σφαίρα κατέστησαν την Αριστερά φορέα μιας ταυτότητας που μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής: χάσαμε την εξουσία, αλλά όχι το δίκιο.

Από εκείνη τη στιγμή και μετά, το ζήτημα δεν ήταν μόνο η κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας.

Ήταν η αποκατάσταση της ηθικής νομιμότητας στον δημόσιο χώρο. Το κράτος, οι θεσμοί, τα σχολικά εγχειρίδια, ο επίσημος πατριωτισμός, όλα είχαν περάσει υπό τον έλεγχο των νικητών. Η ήττα σήμαινε και απώλεια του ελέγχου του συλλογικού αφηγήματος. Το τραύμα του Δευτέρου Αντάρτικου, επομένως, δεν ήταν απλώς μνήμη. Ήταν εμπειρία αποκλεισμού από τον δημόσιο συμβολικό χώρο.

 

Η Μεταπολίτευση δεν σηματοδότησε μόνο τη θεσμική νομιμοποίηση της Αριστεράς, αλλά και κάτι βαθύτερο: σταδιακή ανακατάληψη του δημόσιου χώρου. Πανεπιστήμια, κουλτούρα, μέσα ενημέρωσης, κοινωνικά κινήματα και καλλιτεχνικές σκηνές αποτέλεσαν πεδία όπου το αριστερό αφήγημα μπόρεσε να ανασυγκροτήσει την ηθική του πρωτοκαθεδρία. Η πολιτική δεν αντιμετωπίστηκε μόνο ως διαχείριση εξουσίας, αλλά ως πεδίο όπου ορίζεται ποιος είναι φορέας δημοκρατικής αυθεντικότητας και ποιος όχι.

Ο έλεγχος του δημόσιου χώρου σε αυτό το πλαίσιο δεν σημαίνει απλώς πλειοψηφία ή θεσμική παρουσία. Σημαίνει καθορισμό των ορίων του ηθικά αποδεκτού. Σημαίνει ποιος μπορεί να μιλήσει ως εκπρόσωπος του «λαού», ποιος θεωρείται αυθεντικός εκφραστής της «ευαισθησίας», ποιος ενσαρκώνει τη «δικαιοσύνη».

Όταν ένα πολιτικό ρεύμα κατορθώνει να ταυτίσει τη δική του ταυτότητα με το ηθικά προοδευτικό, τότε ο αντίπαλος δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως λανθασμένος, αλλά ως ελλειμματικός ως προς τη δημοκρατική και ηθική του νομιμοποίηση.

Σε αυτό το πλαίσιο μπορούν να κατανοηθούν φαινόμενα όπως η διαχρονική χρήση του όρου «η επάρατος Δεξιά», η συστηματική σύνδεση σύγχρονων δεξιών πολιτικών με μετεμφυλιακές πρακτικές, η ηθική απαξίωση προσώπων λόγω της δεξιάς ιδεολογικής τους ταυτότητας, ή οι έντονες αποδοκιμασίες σε δημόσιες εμφανίσεις.

Δεν πρόκειται απλώς για πολιτική αντιπαράθεση.

Πρόκειται για υπενθύμιση ότι ο δημόσιος χώρος θεωρείται ηθικά κεκτημένος – και ότι η παρουσία της δεξιάς βεβηλώνει τον χώρο. Κάθε δεξιά παρουσία, λοιπόν, εντός του μπορεί να βιώνεται ως διαρκής πρόκληση προς μια ιστορικά κατακτημένη νομιμοποίηση.

Η Δεξιά, αντιθέτως, δεν συγκροτήθηκε γύρω από ανάλογη ανάγκη ηθικής αποκατάστασης. Ως ιστορικός νικητής του Εμφυλίου, κατείχε για δεκαετίες τη θεσμική κανονικότητα. Η μεταπολιτευτική της εκδοχή υιοθέτησε περισσότερο διαχειριστικό λόγο: σταθερότητα, οικονομική ανάπτυξη, θεσμική συνέχεια.

Μπορεί να κατηγορεί την Αριστερά ως λαϊκιστική ή αναποτελεσματική, αλλά σπανίως την κατηγορεί ως ηθικό μίασμα. Δεν υπάρχει αντίστοιχη ιστορική εμπειρία ήττας που να απαιτεί συμβολική ρεβάνς μέσω ελέγχου της ηθικής αφήγησης.

Έτσι, η ασυμμετρία δεν είναι απλώς ιδεολογική· είναι αποτέλεσμα διαφορετικής σχέσης με τον Εμφύλιο, το αφήγημα, και τον έλεγχο του δημόσιου χώρου. Για την Αριστερά, ο δημόσιος χώρος δεν είναι ουδέτερο πεδίο διαλόγου. Είναι τόπος όπου αποκαθίσταται ή απειλείται η ιστορική της δικαίωση. Για τη Δεξιά, ο δημόσιος χώρος είναι ουδέτερος - αντίθετα, ο χώρος διακυβέρνησης και πολιτικής αντιπαράθεσης είναι η Βουλή.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν έγκειται στο ότι ένας πολιτικός χώρος επιδιώκει να ορίσει το νόημα της πολιτικής. Αυτό είναι σύμφυτο με τη δημοκρατία.

Το πρόβλημα ανακύπτει όταν ο έλεγχος του δημόσιου χώρου μετατρέπεται σε αποκλεισμό της ηθικής νομιμότητας του αντιπάλου. Όταν η διαφωνία εκλαμβάνεται ως απειλή προς μια ιστορικά κατακτημένη ηθική υπεροχή, τότε η σύγκρουση παύει να είναι ανταγωνισμός προγραμμάτων και γίνεται αναμέτρηση περί δικαίων και αδίκων, πατριωτών και προδοτών.

Η δημοκρατική ωριμότητα δεν απαιτεί λήθη του Δευτέρου Αντάρτικου ούτε εξίσωση ιστορικών ευθυνών.

Απαιτεί …

 

ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΙΤΗΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Τι είναι προβληματικό με την γιορτή του Πολυτεχνείου;

Καθηγητή Συγκριτικής Κοινωνιολογίας στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστήμιου Αιγαίου και διευθυντή Διεθνούς Θερινού Σχολείου Cultural Trauma 



Προβληματικό δεν είναι το γεγονός του Πολυτεχνείου – ότι μερικές εκατοντάδες φοιτητών εξεγέρθηκαν κατά του Καθεστώτος, έστω κι αν αυτό ήταν σε μεταβατική διαδικασία «εκδημοκρατισμού» με την υπηρεσιακή κυβέρνηση Μαρκεζίνη· μία διαδικασία που διακόπηκε για να επέλθει η τρισχειρότερη δικτατορία του Ιωαννίδη, η οποία οδήγησε στην τραγωδία της Κύπρου. Οι φοιτητές του Πολυτεχνείου δεν είχαν μαντικές ικανότητες για να προβλέψουν το μέλλον και να δουν πού τελικά θα οδηγούνταν οι εξελίξεις που οι ίδιοι ξεκίνησαν άθελά τους.

Ούτε πήραν την απόφαση ορθολογικά και ψύχραιμα αποσκοπώντας σε κάτι συγκεκριμένο και προαποφασισμένο. Κάτι «υπολογισμένο». Εξεγέρθηκαν μέσα από μία σειρά διαπροσωπικών αλληλεπιδράσεων που σαν αλυσιδωτή αντίδραση κορυφώθηκαν λίγες ώρες αργότερα στην πλήρη και κάθετη απόρριψη του Καθεστώτος – κανονικού ή μεταβατικού. Για τα υπόλοιπα δεν είναι υπεύθυνοι παρά μόνον «ιστορικά».

Προβληματικό είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετείται και νοηματοδοτείται ο «Μύθος» του Πολυτεχνείου – δηλαδή η μετουσίωση του γεγονότος σε κάτι το ηθικό και το πνευματικό με αξιώσεις διαμόρφωσης της ίδιας της δημόσιας σφαίρας. Είναι σε αυτά τα πλαίσια τελετουργικής και ερμηνευτικής μυθοποίησής του που το «Πολυτεχνείο» γίνεται προβληματικό.

Απογυμνωμένος από πολυπλοκότητες, έτσι ώστε τελετουργικά να αναδύονται με αβίαστο τρόπο έντονα συναισθήματα και συλλογικές αναπαραστάσεις ηρωισμού, μαρτυρίου, και λυτρωτικής εξέγερσης, ο Μύθος αντιπαραθέτει τον λαό εναντίον της βίας των δικτατόρων, που όχι σπάνια, συνδέεται συνειρμικά,  καμιά φορά και ένσκοπα, γενικά με την βία του Κράτους και των αρχών. Σε αυτό το αφήγημα ο λαός είναι δημοκράτης όταν εξεγείρεται κατά της εξουσίας.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζω ένα διττό πρόβλημα.  

Το πρώτο έχει να κάνει με την ευκολία με την οποία ένας μαθητής παραβλέπει το «δικτατορική» και εστιάζει στην «εξουσία». Τότε, δημοκράτης είναι αυτός που εξεγείρεται σε αυτό που θεωρεί ότι είναι αυθαίρετη εξουσία. Ειδικά το ανεκδιήγητο «το νόημα του Πολυτεχνείο είναι πιο επίκαιρο από ποτέ» που βγαίνει από τα χείλη κάθε επισήμου, με προεξέχοντα τον εκάστοτε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, επιβεβαιώνει και επαυξάνει την αίσθηση ότι, ακόμη και σήμερα, δημοκρατία είναι η εξέγερση· νέτα-σκέτα.

Το δεύτερο, και κατά την γνώμη μου πολύ πιο σοβαρό πρόβλημα, είναι ότι το Πολυτεχνείο, μαζί με τις υπόλοιπες πολιτικές-εθνικές γιορτές, παραβλέπει την δημοκρατία ως καθημερινή πρακτική – ως βίωμα και ως επιτυχημένη εμπειρία συμμετοχής στα κοινά. Αυτό το τελευταίο παραβλέπεται και υποβαθμίζεται συμβολικά ως ταπεινό, πεζό και άχαρο.

Η εμπειρική δημοκρατία  - για να παραφράσω τον Χρήστο Γιανναρά -, δεν νοείται ως καθημερινό «άθλημα» αλλά ως ιδιαίτερος «άθλος», γύρω από τον οποίον διαμορφώνεται μια άχαρη και άνευ νοήματος καθημερινότητα. Και επειδή είναι άχαρη, δεν πειράζει να την ταρακουνούμε, και να την καταστρέφουμε, και να την λοιδορούμε όποτε δεν συμφωνεί με τις βλέψεις μας.

Το Πολυτεχνείο, ως Μύθος και ως εορτή, κατασκευάσθηκε έτσι ώστε να τονισθεί η ηρωικότητα του δημοκρατικού συναισθήματος.  

Εκείνη την εποχή καλώς έγινε. Όμως σήμερα...

 

ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ: Τι είναι προβληματικό με την γιορτή του Πολυτεχνείου;

Καθηγητής Συγκριτικής Κοινωνιολογίας στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστήμιου Αιγαίου και διευθυντής Διεθνούς Θερινού Σχολείου Cultural Trauma

Προβληματικό δεν είναι το γεγονός του Πολυτεχνείου – ότι μερικές εκατοντάδες φοιτητών εξεγέρθηκαν κατά του Καθεστώτος, έστω κι αν αυτό ήταν σε μεταβατική διαδικασία «εκδημοκρατισμού» με την υπηρεσιακή κυβέρνηση Μαρκεζίνη· μία διαδικασία που διακόπηκε για να επέλθει η τρισχειρότερη δικτατορία του Ιωαννίδη, η οποία οδήγησε στην τραγωδία της Κύπρου. Οι φοιτητές του Πολυτεχνείου δεν είχαν μαντικές ικανότητες για να προβλέψουν το μέλλον και να δουν πού τελικά θα οδηγούνταν οι εξελίξεις που οι ίδιοι ξεκίνησαν άθελά τους.

Ούτε πήραν την απόφαση ορθολογικά και ψύχραιμα αποσκοπώντας σε κάτι συγκεκριμένο και προαποφασισμένο. Κάτι «υπολογισμένο». Εξεγέρθηκαν μέσα από μία σειρά διαπροσωπικών αλληλεπιδράσεων που σαν αλυσιδωτή αντίδραση κορυφώθηκαν λίγες ώρες αργότερα στην πλήρη και κάθετη απόρριψη του Καθεστώτος – κανονικού ή μεταβατικού. Για τα υπόλοιπα δεν είναι υπεύθυνοι παρά μόνον «ιστορικά».

Προβληματικό είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετείται και νοηματοδοτείται ο «Μύθος» του Πολυτεχνείου – δηλαδή η μετουσίωση του γεγονότος σε κάτι το ηθικό και το πνευματικό με αξιώσεις διαμόρφωσης της ίδιας της δημόσιας σφαίρας. Είναι σε αυτά τα πλαίσια τελετουργικής και ερμηνευτικής μυθοποίησής του που το «Πολυτεχνείο» γίνεται προβληματικό.

Απογυμνωμένος από πολυπλοκότητες, έτσι ώστε τελετουργικά να αναδύονται με αβίαστο τρόπο έντονα συναισθήματα και συλλογικές αναπαραστάσεις ηρωισμού, μαρτυρίου, και λυτρωτικής εξέγερσης, ο Μύθος αντιπαραθέτει τον λαό εναντίον της βίας των δικτατόρων, που όχι σπάνια, συνδέεται συνειρμικά,  καμιά φορά και ένσκοπα, γενικά με την βία του Κράτους και των αρχών. Σε αυτό το αφήγημα ο λαός είναι δημοκράτης όταν εξεγείρεται κατά της εξουσίας.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζω ένα διττό πρόβλημα. 

Το πρώτο έχει να κάνει με την ευκολία με την οποία ένας μαθητής παραβλέπει το «δικτατορική» και εστιάζει στην «εξουσία». Τότε, δημοκράτης είναι αυτός που εξεγείρεται σε αυτό που θεωρεί ότι είναι αυθαίρετη εξουσία. Ειδικά το ανεκδιήγητο «το νόημα του Πολυτεχνείο είναι πιο επίκαιρο από ποτέ» που βγαίνει από τα χείλη κάθε επισήμου, με προεξέχοντα τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, επιβεβαιώνει και επαυξάνει την αίσθηση ότι, ακόμη και σήμερα, δημοκρατία είναι η εξέγερση· νέτα-σκέτα.

Το δεύτερο, και κατά την γνώμη μου πολύ πιο σοβαρό πρόβλημα, είναι ότι το Πολυτεχνείο, μαζί με τις υπόλοιπες πολιτικές-εθνικές γιορτές, παραβλέπει την δημοκρατία ως καθημερινή πρακτική – ως βίωμα και ως επιτυχημένη εμπειρία συμμετοχής στα κοινά. Αυτό το τελευταίο παραβλέπεται και υποβαθμίζεται συμβολικά ως ταπεινό, πεζό και άχαρο.

Η εμπειρική δημοκρατία  - για να παραφράσω τον Χρήστο Γιανναρά -, δεν νοείται ως καθημερινό «άθλημα» αλλά ως ιδιαίτερος «άθλος», γύρω από τον οποίον διαμορφώνεται μια άχαρη και άνευ νοήματος καθημερινότητα. Και επειδή είναι άχαρη, δεν πειράζει να την ταρακουνούμε, και να την καταστρέφουμε, και να την λοιδορούμε όποτε δεν συμφωνεί με τις βλέψεις μας.

Το Πολυτεχνείο, ως Μύθος και ως εορτή, κατασκευάσθηκε έτσι ώστε να τονισθεί η ηρωικότητα του δημοκρατικού συναισθήματος. 

Εκείνη την εποχή καλώς έγινε. 

Όμως σήμερα...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΥΡΙΖΟΣΑΝΟΦΑΓΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο Τσίπρας και τα σκυλιά του Παβλώφ

Του Μανούσου Μαραγκουδάκη
Καθηγητή Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου


Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1890 ο Ρώσος φυσιολόγος Ιβάν Παβλώφ ερευνούσε τη σιελόρροια σε τρεφόμενους σκύλους. Εισήγαγε λοιπόν ένα μικρό δοκιμαστικό σωλήνα στο στόμα κάθε σκύλου για να μετρήσει το σάλιο όταν τα σκυλιά τρέφονταν. Ο Παβλώφ πρόβλεψε ότι τα σκυλιά θα σιελορροούν (θα τους τρέχουν τα σάλια, κοινώς) μόλις θα είχε τοποθετηθεί το φαγητό μπροστά τους, αλλά παρατήρησε ότι τα σκυλιά άρχιζαν να εκρέουν σάλια από τους αδένες τους κάθε φορά που άκουγαν τα βήματα του βοηθού του που τους έφερνε το φαγητό. Και αυτό δεν ήταν όλο∙ ακόμη πιο ενδιαφέρον ήταν το επόμενο στάδιο του πειράματος: τα σκυλιά συνέχισαν να σιελορρούν ακόμη κι όταν ο Παβλώφ σταμάτησε να δίνει τροφή στα σκυλιά – αρκούσε να ακούσουν βήματα πίσω από την κλειστή πόρτα για να τρέξουν τα σάλια από τα πεινασμένα σκυλιά. «Τα σκυλιά του Παβλώφ» από τότε σημαίνουν την ενστικτώδη ανταπόκριση σε κάτι που δεν υπάρχει.

 
Βλέποντας τον Αλ. Τσίπρα στη Λαμία να επικαλείται τον λόγο που είχε εκφωνήσει ο Βελουχιώτης το 1944 στην ίδια πόλη, μπροστά σε ένα πανελλήνιο πλήθος Ρομά, δεν μπορούσα παρά να φέρω στο νου μου τον Παβλώφ και τα σκυλιά του – όμως σε μορφή πολύ πιο ακραία. Ένας σαραντάρης που ζει και αναπνέει τον εμφύλιο του ’40, να απευθύνεται με την φωνή του Ανδρέα Παπανδρέου σε έναν καθημαγμένο λαό με υποσχέσεις πρόχειρης ελεημοσύνης, μπροστά σε ένα ακροατήριο παντελώς άσχετο και αδιάφορο για το θέμα. Ναι, ξέρουμε, η πραγματικότητα είναι πιο παράξενη και από την φαντασία∙ αλλά εδώ ήταν και παράλογη.

 
Το συμβάν ήταν η πιο ακραία περίπτωση ενός μοτίβου που διατρέχει όλη τη διακυβέρνηση Τσίπρα: μία όλο και μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στις πράξεις και τα λόγια.

  
 Ένα μοτίβο που ξεκίνησε ως οικονομική καταστροφή… αλλά «τι να κάνουμε, μας το επέβαλαν», και μετά από τέσσερα χρόνια κλιμακώνεται σε οικονομική καταστροφή, απίστευτη διαφθορά, δυσθεώρητη εμπάθεια, εξαφάνιση του κράτους δικαίου, εξευτελισμό της Ελλάδας σε διεθνή φόρα… αλλά «είμαστε οι απόγονοι του Βελουχιώτη». 


Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία δεν είναι ότι το λέει, αλλά ότι πιστεύει ότι τα λόγια του πιάνουν τόπο. Ότι θα βροντοφωνάξει «Βελουχιώτης!» και τα αριστερά πλήθη θα εκστασιαστούν. Θα αλαλάξει «είμαστε με τους πολλούς!» και οι άνεργοι θα ξεχάσουν την πλουσιοπάροχη ζωή του ίδιου και των μελών του κόμματος που απολαμβάνουν πλουσιοπάροχα το υστέρημα των φορολογούμενων. Ότι αρκεί η λέξη «Μητσοτάκης!» και οι ψηφοφόροι θα τρέξουν φοβισμένοι να εκλέξουν για άλλη μια φορά τον Σωτήρα τους.

 
Φυσικά μία τέτοια κατάσταση είναι πιο περίπλοκη από την περίπτωση Παβλώφ, καθώς η διάδραση του φυσιολόγου με τα σκυλιά του ήταν άνιση: Ο Παβλώφ ήξερε τι έκανε στα σκυλιά, αλλά τα σκυλιά δεν ήξεραν τι τα έβαζε να κάνουν o Παβλώφ. Στην δική μας περίπτωση, η διάδραση του Τσίπρα με το αριστερό ακροατήριό του είναι ισότιμη:  και τα δύο μέρη ξέρουν τι συμβαίνει το ίδιο καλά. 


Το αριστερό ακροατήριο γνωρίζει ότι...