"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίοι ΕΘΝΙΚΟΙ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΕΣ: Δωρεάν μέσα μεταφοράς; Λάθος ερώτηση

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Γράφει ο Κωνσταντίνος Αντωνίου

Τακτικός καθηγητής και κάτοχος της Εδρας Μηχανικής Συστημάτων Μεταφορών στο Πολυτεχνείο του Μονάχου.

 

Το εισιτήριο των μέσων μαζικής μεταφοράς (ΜΜΜ) στο Μόναχο κοστίζει σχεδόν τέσσερα ευρώ – τρεισήμισι φορές ακριβότερο από την Αθήνα. Κι όμως, οι Αθηναίοι που επισκέπτονται το Μόναχο και παίρνουν το λεωφορείο, όταν επιστρέφουν στην Αθήνα, με μηνιαία κάρτα κάτω από ένα ευρώ την ημέρα, προτιμούν το αυτοκίνητο. Αυτή η παράδοξη εικόνα δείχνει ότι δεν έχουμε πρόβλημα τιμής, αλλά αξιοπιστίας.

Ασφαλώς, όταν κάνουμε συγκρίσεις για το κόστος μεταξύ χωρών, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη και την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Εδώ όμως δεν είναι θέμα, γιατί μιλάμε για τα ίδια άτομα.

Ποιοι είναι, όμως, οι κύριοι λόγοι που ωθούν τους πολίτες να χρησιμοποιούν τα ΜΜΜ σε αυτήν την περίπτωση, παρά το υψηλό κόμιστρο;

Οι κύριοι λόγοι είναι η υψηλή αξιοπιστία (το λεωφορείο έρχεται στην ώρα του) και η υψηλή συχνότητα (λεωφορειακές γραμμές ανά 10 ή το πολύ 20 λεπτά).

Η υψηλή ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών (καινούργια, καθαρά λεωφορεία, έξυπνες στάσεις, εύχρηστες εφαρμογές κινητού που επιτρέπουν την παρακολούθηση των λεωφορείων σε πραγματικό χρόνο, καλές ανταποκρίσεις, ύπαρξη καλών πεζοδρομίων και ποδηλατοδρόμων) συμβάλλουν επίσης θετικά.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει, ακόμη, το καθεστώς των ταξί. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές πόλεις λειτουργούν ορθώς ως συμπληρωματικό μέσο προς τα ΜΜΜ, ενώ στην Αθήνα λειτουργούν ανταγωνιστικά. Με περίπου 20.000 ταξί σήμερα (η Ρώμη και το Βερολίνο έχουν περίπου από 8.000), η Αθήνα θα έπρεπε να διαθέτει σημαντικά λιγότερα, με το κόμιστρο να αυξάνεται αντιστοίχως. Μόνο τότε θα μπορέσει το ταξί να ενταχθεί ισορροπημένα στο σύστημα μεταφορών και να επιτελέσει τον πραγματικό του ρόλο.

 

Στην Αθήνα, όμως, ακόμη και με τις βελτιώσεις που συστηματικά επιτυγχάνονται τις τελευταίες δεκαετίες, το μεγαλύτερο κομμάτι του μεταφορικού έργου υλοποιείται από λεωφορεία, τα οποία δυστυχώς παραμένουν μη ελκυστικά, κυρίως λόγω της χαμηλής αξιοπιστίας τους.

Πού οφείλεται η χαμηλή αξιοπιστία;

Εν μέρει στα ίδια τα λεωφορεία – υπάρχει περιθώριο βελτίωσης στον στόλο, στη διαχείριση δρομολογίων, στην πληροφόρηση επιβατών. Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι εξωγενές και έχει όνομα: η ατιμωρησία στους δρόμους. Το λεωφορείο που δεν μπορεί να κινηθεί γιατί κάποιος έχει παρκάρει στη λεωφορειολωρίδα, που μπλοκάρει στη διασταύρωση γιατί τα Ι.Χ. δεν τη διατηρούν ελεύθερη, που χάνει δέκα λεπτά σε ένα τετράγωνο λόγω διπλοπαρκαρισμένων, αυτό το λεωφορείο δεν μπορεί να είναι αξιόπιστο. Κανένα εισιτήριο, δωρεάν ή μη, δεν λύνει αυτό το πρόβλημα.

Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο της δημόσιας συζήτησης: αφιερώνουμε ατελείωτες ώρες στο πόσο θα κοστίζει το εισιτήριο, ενώ πολύ λιγότερες στο πώς θα γίνει το λεωφορείο αξιόπιστο.

Αν συμφωνήσουμε, λοιπόν, ότι το πρόβλημα τίθεται σε λάθος βάση, και το ζητούμενο δεν είναι το κόμιστρο, αλλά η ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών, το επόμενο λογικό ερώτημα είναι: Και τώρα τι κάνουμε;

Το πρώτο βήμα είναι να αποφασίσουμε ποιον ρόλο θέλουμε να διαδραματίζουν τα ΜΜΜ, το αυτοκίνητο, το ταξί, το ποδήλατο και η πεζή μετακίνηση. Μόνο με σαφή και συγκεκριμένη στοχοθέτηση καθίσταται δυνατή η επιλογή δέσμης δράσεων για την επιτυχία των μέτρων.

Δυστυχώς, όμως, η υλοποίηση των περισσότερων πραγματικά αποτελεσματικών μέτρων συχνά συνεπάγεται πολιτικό κόστος ή υπερβαίνει το χρονικό διάστημα μιας εκλογικής θητείας. Κλασικό παράδειγμα είναι το θέμα των ταξί: η μείωση των αδειών και η αύξηση του κομίστρου είναι αναγκαία, αλλά πολιτικά δύσκολη. Αυτό σημαίνει ότι για να έχουμε καλό αποτέλεσμα, θα πρέπει να έχουμε σταθερό στρατηγικό σχεδιασμό, ανεξάρτητο από κυβερνήσεις και υπουργούς. Αν η εκάστοτε πολιτική ηγεσία αλλάζει τους στόχους ή ανησυχεί για το πολιτικό κόστος, τότε δεν θα επιτευχθεί τίποτα.

Ευτυχώς, τα εργαλεία και οι υποδομές υπάρχουν ήδη: το Στρατηγικό Σχέδιο Μεταφορών Αττικής 2045 (ΣΣΜΑ), το οποίο αναμένεται να ολοκληρωθεί το φθινόπωρο του 2026, αποτελεί ένα ολοκληρωμένο εργαλείο σχεδιασμού για τις αστικές μεταφορές στην Αττική. Πρόκειται για ένα επιστημονικό πλαίσιο με ορίζοντα εικοσαετίας, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να σχεδιαστεί τι πρέπει να αλλάξει –στις γραμμές, στις λεωφορειολωρίδες, στις συνδέσεις– ώστε τα ΜΜΜ να φτάσουν στους στόχους που θα τεθούν. Μόνο με χρήση τέτοιων εργαλείων μπορεί ο δημόσιος διάλογος να βασιστεί σε επιχειρήματα αντί σε συνθήματα. Το σχέδιο, λοιπόν, υπάρχει.

Αυτό που λείπει είναι η πολιτική βούληση να εφαρμοστεί ανεξάρτητα από κυβερνήσεις και υπουργούς.

Οπως συχνά λέγεται: Μια ανεπτυγμένη χώρα δεν είναι αυτή όπου οι φτωχοί έχουν αυτοκίνητα, αλλά αυτή όπου…

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Τριτοκοσμικό θέαμα στους δρόμους

 

 

Του Αλέξη Παπαχελά

Μερικές φορές τα μικρά πράγματα σε εξοργίζουν περισσότερο. Κάθε μέρα αντικρίζω σε δρόμους προαστίων ή σε πεζοδρόμια στο κέντρο της Αθήνας το ίδιο ακριβώς θέαμα: επικίνδυνες τρύπες στη μέση τους, ανοίγματα-παγίδες για τους πεζούς χωρίς σοβαρή σήμανση για να τους προειδοποιεί, απίστευτες κακοτεχνίες.

Κάποια από τις εταιρείες «κοινής ωφελείας» έχει στείλει έναν υπεργολάβο για να περάσει καλώδια, οπτικές ίνες ή σωλήνες. Η προχειρότητα ή, μάλλον, η βαρβαρότητα, αλλά και η προκλητική έλλειψη οιασδήποτε μέριμνας για την ασφάλεια των πολιτών, σε βγάζουν από τα ρούχα σου.

Τα συνεργεία αφήνουν στη μέση ένα έργο ή ενίοτε αποφασίζουν να το προχωρήσουν μέρα μεσημέρι σε κεντρικό δρόμο και σε ώρα αφόρητης κίνησης.

Κανείς δεν ελέγχει τα μέτρα ασφαλείας και ο πολίτης δεν ξέρει σε ποιον να απευθυνθεί προκειμένου να διαμαρτυρηθεί. Οι εταιρείες χρησιμοποιούν, στο πλαίσιο της μείωσης του κόστους, κυριολεκτικά «ό,τι βρουν» από συνεργεία.

Οταν τελειώνουν, αφήνουν πίσω τους το πιο κακόγουστο και γεμάτο κινδύνους χάος που μπορεί κανείς να φανταστεί. Οι τομές για τους σωλήνες ύδρευσης ή τις οπτικές ίνες σκεπάζονται πρόχειρα με χώμα. Τρύπες μένουν ανοιχτές με έναν κώνο γερμένο σε απόσταση ή μια ξεφτισμένη κορδέλα που την παίρνει ο αέρας. Οι δρόμοι μοιάζουν με παζλ από μπαλώματα, τα οποία συχνά κάνουν τα αυτοκίνητα να τρίζουν, να χοροπηδούν και να υποφέρουν. Το όλο θέαμα καθώς και οι συμπεριφορές των συνεργείων είναι βαθύτατα τριτοκοσμικά, δύσκολα πιστεύει κάποιος ότι τα συναντά σε μια ευρωπαϊκή χώρα. Σε κάνουν να αναρωτιέσαι, μάλιστα, αν τους διέκριναν η ίδια προχειρότητα και έλλειψη επαγγελματισμού όταν τοποθετούσαν πιο κρίσιμες υποδομές.

Εκεί που το πράγμα γίνεται κάπως κωμικό, είναι όταν περνάς από τον ίδιο δρόμο όπου μόλις έχει γίνει κάποιο έργο και τον βλέπεις ξανά σκαμμένο και διαλυμένο, διότι μια άλλη εταιρεία αποφάσισε να δοκιμάσει τα νεύρα μας στο ίδιο σημείο. Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει κανένας συντονισμός, σχεδιασμός ή έλεγχος· ούτε για την ποιότητα του έργου, ούτε για την προστασία των πολιτών κατά την εκτέλεσή του και ούτε, βέβαια, για το τι αφήνουν πίσω τους καταστρέφοντας δημόσια περιουσία.

Η ευθύνη ανήκει στις μεγάλες κακομαθημένες εταιρείες, οι οποίες συμπεριφέρονται ανεύθυνα και βάρβαρα, γνωρίζοντας ότι δεν θα έχουν καμία επίπτωση, αλλά και στους δήμους, που δεν φροντίζουν να μπει μια τάξη σε αυτό το επικίνδυνο χάος.

Αλλά και σε…

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Η απαγορευμένη πόλη

 

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ 

Η τελευταία Κυριακή ήταν αφιερωμένη στο ποδήλατο. Σε μια πόλη, όπως η Αθήνα, όπου δεν υπάρχουν ποδηλατόδρομοι και η ποδηλασία θυμίζει ράφτινγκ σε άγριο ρέμα με βράχους και καταρράκτες, κάποιοι σκέφτηκαν ότι είναι το κατάλληλο περιβάλλον για να οργανώσουν ποδηλατικούς αγώνες.

Οπως είναι φυσικό, για να γίνουν οι αγώνες έπρεπε να σταματήσει να λειτουργεί η πόλη. Ή, με άλλα λόγια, οι αγώνες έπρεπε να γίνουν εναντίον της ζωής της πόλης. Αυτό ονομάζεται «κυκλοφοριακές ρυθμίσεις».

Θα μου πείτε ήταν Κυριακή, η ημέρα δεν ήταν εργάσιμη, οπότε όσοι ήθελαν να περάσουν το κέντρο δεν το έκαναν επειδή ήσαν υποχρεωμένοι, αλλά επειδή ήθελαν να περάσουν την ημέρα τους σε κάποια παραλία. Η εργασία είναι δικαίωμα. Η χαλάρωση ή η ανάπαυση είναι πολυτέλεια. Εξάλλου οι Αθηναίοι έχουν στη διάθεσή τους την πόλη τους όλη την υπόλοιπη εβδομάδα. Ακόμη κι όταν δεν την κλείνουν οι συμπολίτες τους υποστηρικτές της Χαμάς, μπορούν με όλη τους την άνεση να απολαύσουν την κυκλοφοριακή συμφόρηση, να εκνευριστούν όσο τραβάει η όρεξή τους, να κορνάρουν, να φωνάξουν, να τσακωθούν. Ας την αφήσουν μια Κυριακή για την υγιεινή ζωή και την οικολογία.

Υποθέτω ότι αυτό είναι το επιχείρημα όσων οργάνωσαν τον ποδηλατικό αγώνα στο κέντρο της Αθήνας και του δήμου, ο οποίος τους παραχώρησε την πρωτεύουσα. Οπως και την προπερασμένη Κυριακή η πρωτεύουσα είχε παραδοθεί σε δρομείς με τις αντίστοιχες κυκλοφοριακές ρυθμίσεις.

Θα με ρωτήσετε για ποιο λόγο πρέπει όλα αυτά να γίνονται στο κέντρο της Αθήνας, έστω Κυριακές και εορτές, και όχι σε κάποια περιοχή δίπλα στην πρωτεύουσα.

Πρώτον, διότι αν δεν γίνουν στο κέντρο της πόλης θα χαθεί ένα σημαντικό μέρος της απόλαυσης. Δεν θα σπάσουν τα νεύρα κανενός. Οπότε ελάχιστοι θα αντιληφθούν τον αγώνα και ακόμη λιγότεροι θα τον εκτιμήσουν. Είναι στοιχείο της εκπαιδευτικής πολιτικής του δήμου. Δεν χάνει ευκαιρία να σπάει τα νεύρα των πολιτών του, είτε με δημόσια έργα μέρα μεσημέρι σε πολυσύχναστες οδικές αρτηρίες είτε με αποκλεισμό του κέντρου για διάφορους λόγους. Ετσι κρατάει σε εγρήγορση τη συνείδηση των πολιτών του και δεν τους αφήνει να αποβλακωθούν όπως όσοι ζουν σε πόλεις όπου όλα λειτουργούν και έχει χαθεί το αίσθημα του απρόβλεπτου, το αίσθημα της περιπέτειας που οξύνει το μυαλό.

Επειδή πολλοί χρησιμοποιούν πια τον τίτλο Δούκας των Αθηνών για τον Δούκα των Αθηνών, αποφάσισα να τον προαγάγω σε Αρχιδούκα. Ισως έτσι αντιληφθεί ότι οι ικανότητές του και οι φιλοδοξίες του πάνε χαμένες εκεί που βρίσκεται. Το γραφείο του δημάρχου δεν τον χωράει, όσο κι αν προσπαθεί να διασκεδάσει την πλήξη του παίζοντας με τα νεύρα των Αθηναίων.

Θα μου πείτε, έχει κι αυτός τους λόγους του. Κάτι τέτοιες ημέρες, κλεισμένος στην Απαγορευμένη Πόλη μαζί με τους μανδαρίνους του, μπορεί να αισθάνεται ότι...

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Σε ποιον ανήκει η πρωτεύουσα; (Όταν οι κάτοικοι, οι εργαζόμενοι και οι επιχειρηματίες γίνονται θεατές στην ίδια τους την πόλη)

 

Του ΜΑΝΟΥ ΒΟΥΛΑΡΙΝΟΥ

Η απάντηση στην ερώτηση του τίτλου είναι μακροσκελής και γι’ αυτό θα την αποφύγω.

Είναι πολύ καλύτερο (και πιο σύντομο) να σας γράψω σε ποιους δεν ανήκει: η πρωτεύουσα λοιπόν σίγουρα δεν ανήκει στους κατοίκους της και στους ανθρώπους που δραστηριοποιούνται επαγγελματικά και επιχειρηματικά σε αυτήν. Κι αν τους ανήκει τόσο δα, δεν είναι αυτοί που έχουν τον πρώτο λόγο.

Γιατί ο πρώτος λόγος ανήκει στους πραγματικούς ιδιοκτήτες της πρωτεύουσας: σ’ αυτούς που την αντιλαμβάνονται ως μια μεγάλη σκηνή στην οποία μπορούν να ανεβάζουν τις παραστάσεις τους χρησιμοποιώντας κατοίκους, εργαζόμενους και επιχειρηματίες ως κομπάρσους.

Την Τρίτη το απόγευμα (κι ενώ τα καταστήματα ήταν ακόμα ανοιχτά) η πρωτεύουσα έκλεισε για να τρέξουν μερικές εκατοντάδες συνάνθρωποί μας «για καλό σκοπό». Δεν καταλαβαίνω γιατί οι «καλοί σκοποί» πρέπει πάντα να συνοδεύονται με τον βασανισμό εκατοντάδων χιλιάδων αλλά ίσως φταίει που δεν είμαι αρκετά φιλάνθρωπος ώστε να καταλαβαίνω ότι η προσφορά πρέπει απαραίτητα να συνοδεύεται από σαδισμό, συσχέτιση την οποία κατανοούν και αποδέχονται στο Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων*.

Την επόμενη το πρωί μερικές εκατοντάδες «εργαζόμενοι» έκλεισαν πάλι το κέντρο για να κάνουν τη συνδικαλιστική τους γυμναστική. Το κέντρο που κλείνει δυο-τρεις φορές την ημέρα για κάθε πικραμένο που θέλει να συμπληρώσει τα κομματικά του ένσημα ή απλώς να εκτονώσει την ψυχολογική του πίεση.

Το κέντρο που κλείνει και για τις επισκέψεις διαφόρων ηγετών.

Το κέντρο που κλείνει και πολλά Σαββατοκύριακα για μαραθωνίους, ημιμαραθωνίους, ενατεταρτομαραθωνίους, μικρομαραθώνιους και τοσοδουλικομαρθώνιους ή για ποδηλατάδες και άλλες ωραίες ευκαιρίες για σπόνσορινγκ. Μόλις πριν από λίγες μέρες το Ζάππειο γλίτωσε στο τσακ τη μετατροπή του σε προκάτ αναψυκτήριο.

Και όλα αυτά γίνονται σε βάρος μιας πρωτεύουσας η οποία κυρίως χρησιμοποιείται παρά κατοικείται.

Οι κάτοικοι και η ζωή τους, οι πραγματικοί εργαζόμενοι και οι επιχειρηματίες που επιμένουν να δραστηριοποιούνται στο Φαρ Ουέστ της Αθήνας δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Σίγουρα δεν ενδιαφέρουν την κυβέρνηση και την τοπική αυτοδιοίκηση.

Μπορώ να καταλάβω μια πρωτεύουσα να κλείνει για ένα γεγονός τόσο μεγάλο όσο ας πούμε ο κλασσικός Μαραθώνιος. Αλλά αρνούμαι να δεχτώ ότι πρέπει να κλείνει κάθε τρεις και λίγο για την παραμικρή εκδήλωση που κάποιος έχει τη φαεινή ιδέα να διοργανώσει για να διαφημίσει και να διαφημιστεί.

Αρνούμαι να δεχτώ ότι είναι φυσικό η κυβέρνηση και ο Δήμος να έχουν γραμμένους τους ανθρώπους που ζουν και δραστηριοποιούνται στην Αθήνα.

Αλλά μάλλον πρέπει να σταματήσω να το αρνούμαι. Γιατί η καθημερινότητα δείχνει ότι δεν ζω σε πόλη αλλά σε…

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΑΝΘΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΥΛΟ-ΧΑΝΕΙΟ: Δεν αρέσει η Ελλάδα

 

Toυ Κώστα Καλλίτση

Η προσέλκυση ταλέντων από κάθε γωνιά της Γης γίνεται αντικείμενο έντονου διεθνούς ανταγωνισμού, καθώς ο άνθρωπος (το «ανθρώπινο κεφάλαιο») αναδεικνύεται στον κρίσιμο παράγοντα για την παραγωγικότητα, την καινοτομία, την ευημερία μιας κοινωνίας.

Το αποτέλεσμα αυτού του ανταγωνισμού κρίνεται και από τη μεταναστευτική πολιτική που ασκείται σε κάθε χώρα, αλλ’ όχι μόνο από αυτήν.

Κρίνεται κυρίως από το περιβάλλον που ισχύει για τους δικούς της πολίτες, από τις υποχρεώσεις, τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που αυτοί έχουν στη δική τους χώρα. Η ελκυστικότητα μιας χώρας για τους ταλαντούχους αλλοδαπούς εξαρτάται απ’ το αν/πόσο φιλική είναι ή δεν είναι στους δικούς της πολίτες.

Για να αποτυπώσει, λοιπόν, την ικανότητα των 38 χωρών-μελών του να προσελκύσουν ταλαντούχους εργαζομένους υψηλής ειδίκευσης, καινοτόμους επιχειρηματίες και υψηλής μόρφωσης φοιτητές, ο ΟΟΣΑ, με την υποστήριξη του Ιδρύματος Bertelsmann, δημιούργησε ένα εργαλείο αξιολόγησης το 2019, με τα τελευταία στοιχεία του για το 2023: τους δείκτες ελκυστικότητας ταλέντου. Πρόκειται για ένα πολυδιάστατο πλαίσιο που επικεντρώνεται στην ικανότητα προσέλκυσης τριών βασικών κατηγοριών μεταναστών, τους ταλαντούχους εργαζομένους υψηλής ειδίκευσης, τους πιο καινοτόμους επιχειρηματίες και τους φοιτητές υψηλής επιστημονικής κατάρτισης.

Η Ελλάδα είναι στις τελευταίες πέντε ή έξι θέσεις. Μια ματιά στη μεγάλη εικόνα:

Εξειδικευμένοι μετανάστες: Οι πέντε πιο ελκυστικές χώρες είναι η Νέα Ζηλανδία, η Σουηδία, η Ελβετία, η Αυστραλία και η Νορβηγία. Η Ελλάδα είναι στην πέμπτη θέση από το τέλος, πριν από Κολομβία, Μεξικό, Τουρκία και Κόστα Ρίκα.

Φοιτητές μετανάστες: Οι τρεις κορυφαίες χώρες στην κατάταξη ήταν οι ΗΠΑ, η Γερμανία και η Βρετανία, που διαθέτουν και τον μεγαλύτερο αριθμό πανεπιστημίων υψηλής κατάταξης. Η Ελλάδα είναι στην πέμπτη θέση από το τέλος, πριν από Τουρκία, Μεξικό, Κολομβία και Ισραήλ.

Επιχειρηματίες μετανάστες: Οι πέντε πιο ελκυστικές χώρες παραμένουν η Σουηδία, η Ελβετία, ο Καναδάς, η Νορβηγία και η Νέα Ζηλανδία. Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ότι προσφέρουν ευνοϊκές συνθήκες διαβίωσης. Η Ελλάδα κατατάσσεται στην έκτη θέση από το τέλος, την ακολουθούν Ισραήλ, Κόστα Ρίκα, Κολομβία, Μεξικό και Τουρκία.

Γιατί η χώρα μας δεν είναι ελκυστική αλλά μάλλον απωθητική;

Η μυωπική μεταναστευτική πολιτική έχει τη δική της συμβολή σε αυτό. Αλλά δεν είναι ο βασικός λόγος.

Ο βασικός λόγος για τον οποίο η Ελλάδα είναι απωθητική στους ταλαντούχους μετανάστες είναι ο ίδιος για τον οποίο δεν επιστρέφουν νέες και νέοι που έφυγαν τα προηγούμενα χρόνια, αναζητώντας σεβασμό και αξιοκρατία σε άλλες χώρες.

Είναι ο ίδιος για τον οποίο τώρα πάλι πολλοί νέοι άνθρωποι διερευνούν τις δυνατότητες να μεταναστεύσουν:

Το καθ’ ημάς σύστημα…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Θέλουμε να γίνουμε Ντουμπάι;

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ  

Toυ ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ

Το Ντουμπάι δεν είναι μόνο ινφλουενσεράδικο. Δεν ήταν, μέχρι να το βρει ο πόλεμος, μόνο ένα απέραντο –μυκονιάτικων προδιαγραφών– διασκεδαστήριο για τους πολύ πλούσιους.

Ηταν, όπως λένε τώρα που το μοντέλο του ραγίζει, κι ένας προορισμός για τους πλάνητες της δυτικής μεσαίας τάξης, οι οποίοι αναζητούσαν καλύτερες αμοιβές μέσα σε ένα περιβάλλον πολιτισμικής ουδετερότητας.

Το οικοσύστημα της τεχνητής μητρόπολης, που είναι σαν να προσγειώθηκε στη μέση του πουθενά, είναι (ήταν;) μια πολύ δελεαστική εναλλακτική στις κουρασμένες πόλεις του παλαιού κόσμου: εκεί, στον Κόλπο, στη χρυσή άκρη του πουθενά, όλα είναι καινούργια και καθαρά. Δεν υπάρχει η σκόνη της ιστορίας, ούτε οι τάφροι των κληρονομημένων κοινωνικών ανισοτήτων. Υπάρχει μόνο παρόν και μέλλον.

Τη βιτρίνα αυτού του απαστράπτοντος παρόντος σπάνε τώρα οι ιρανικοί πύραυλοι. Το μέλλον σκιάζεται από τον φόβο ότι αυτή η όαση, όπου μπορούσε κανείς να ξεφύγει από την Ιστορία, είναι τελικά πολύ ευάλωτη στους ανέμους της. Ακόμη κι αν ο πόλεμος τελειώσει γρήγορα, το Ντουμπάι δεν θα είναι πια η θωρακισμένη και ευήλια ουτοπία. Το brand δηλητηριάστηκε.

Διαβάζοντας κανείς τα ρέκβιεμ για το Dubai-dream, μπαίνει στον πειρασμό να αναρωτηθεί: Θα μπορούσε η Ελλάδα να διεκδικήσει ένα τέτοιο μέλλον;

Θα μπορούσε να γίνει ο προορισμός των δυναμικών στρωμάτων της ευρύτερης περιοχής;

Αυτό δεν δείχνουν οι Ισραηλινοί που επενδύουν στην Αθήνα και κάποιοι μοιράζουν ήδη τη ζωή τους μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ;

Αυτό δεν μας λένε και οι ευκατάστατοι Τούρκοι που αγοράζουν εδώ σπίτια;

Μας λένε ότι αν θέλει κάποιος να αποδράσει από τη διαρκή ανασφάλεια ενός ατέρμονος πολέμου, αν δεν θέλει πια να περνάει τα βράδια του στα καταφύγια ή αν θέλει να χειραφετηθεί από ένα καταπιεστικό καθεστώς αγιατολάδικων αποκλίσεων, έχει μια συγγενή εναλλακτική μεσογειακής διαβίωσης. Εχει κοντά του μια χώρα που υπόσχεται ασφάλεια και ευημερία.

 

Αν η υπόθεση είναι σωστή, αν η Ελλάδα έχει όντως τις προδιαγραφές για να αποτελέσει πόλο έλξης για τους κοσμοπολίτες του Λεβάντε, πρέπει, μαζί με την ευκαιρία, να δει και την παγίδα:

Η προπατορική ορμή για εύκολο κέρδος μπορεί να οδηγήσει σε βεβιασμένη εξαργύρωση και εν τέλει αυτο-καταστροφή των ελληνικών πλεονεκτημάτων. Αν ο στόχος της προσέλκυσης περιοριστεί στο μεγάλο κεφάλαιο, αν η παρακμή του Ντουμπάι οδηγήσει στην ενσφήνωση μικρών «Ντουμπάι» στη νησιωτική και αττική επικράτεια, τότε η Ελλάδα θα έχει συρθεί στο σπιράλ ενός θνησιγενούς μοντέλου. Το φυσικό και αστικό περιβάλλον θα έχει παραβιαστεί –με «εξκλούσιβ ριζόρτς» και ουρανοξύστες– για χάρη μιας κλειστής κάστας που όσο εύκολα έρχεται, άλλο τόσο εύκολα, μέσα σε μια μέρα, μπορεί να τα μαζέψει και να φύγει.

Αλλο τόπος για να ζεις καλύτερα. Και άλλο πάρκινγκ κεφαλαίου – φύσει φευγαλέου. Δεν μπορεί να είναι μοντέλο ανάπτυξης ούτε μια χώρα-καζίνο, με είλωτες θαμμένους στα εργοτάξια των φαραωνικών της πρότζεκτ, ούτε τα άλλα νησιωτικά «ταμιευτήρια» (διάβαζε και «πλυντήρια») της Μεσογείου.

Αντιθέτως, η καλλιέργεια ενός φιλικού περιβάλλοντος εγκατάστασης σημαίνει …

 

ΝουΔο-ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίικο ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Η μάχη της καθημερινής μετακίνησης

 

Της Επιστήμης Μπινάζη

Oι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή μάς οδηγούν να σκεφτόμαστε βαθύτερα υπαρξιακά ζητήματα από τη μετακίνηση μας εντός και εκτός αστικών κέντρων.

Από την άλλη, ελάχιστα θέματα θυμίζουν «μάχη» όσο οι παρατεταμένες καθυστερήσεις και η ταλαιπωρία των πολιτών που προσπαθούν να χωρέσουν σε 24 ώρες υποχρεώσεις και ό,τι μοιάζει με ανθρώπινη ζωή.

Πριν από λίγες μέρες, η κυβέρνηση διεμήνυσε πως άκουσε τη φωνή των πολιτών για έναν ασφαλή σιδηρόδρομο και αποφάσισε να τον φτιάξει. Τρία χρόνια μετά το δυστύχημα των Τεμπών και την τραγική απώλεια 57 συμπολιτών μας, πράγματι κάτι κινήθηκε. Ενεργοποιήθηκαν συστήματα, μπήκε γεωεντοπισμός στα τρένα, βλέπουμε πλέον την «κουκκίδα» της αμαξοστοιχίας στην οθόνη του κινητού μας. Πρακτικά, υποθέτω, έχει μια ωφέλεια εφόσον την παρακολουθούν οι υπεύθυνοι για την ασφάλεια. Ψυχολογικά, προσφέρει ηρεμία στους συγγενείς των επιβατών. Έχει γίνει παραγγελία νέων τρένων, έχουν ξεκινήσει προσλήψεις εξειδικευμένων επαγγελματιών, ολοκληρώνεται η αποκατάσταση του δικτύου. Όλα αυτά είναι πρόοδος. Είναι δύσκολο να μην το αναγνωρίσει κανείς. Το ερώτημα είναι γιατί πρέπει να προηγηθεί μια εθνική τραγωδία και μαζικές διαδηλώσεις για να εφαρμοστούν τα αυτονόητα;

Υπάρχουν άλλα τέτοια αυτονόητα που επιδέχονται βελτίωσης;

Δεν είναι μόνο ο ΟΣΕ και οι παθογένειες δεκαετιών. Είναι ο τρόπος που μετακινούμαστε. Είναι το ερώτημα αν μπορούμε να φτάσουμε στη δουλειά μας χωρίς να χρειαστεί να ξυπνήσουμε δύο ώρες νωρίτερα. Αν μπορούμε να περιμένουμε το λεωφορείο σε μια στεγανή τον χειμώνα και δροσερή το καλοκαίρι στάση, με λειτουργική τηλεματική και γεωντοπισμό λεωφορείων, με συχνότητα δρομολογίων χωρίς αναμονή που ξεπερνά το δεκάλεπτο. Και, ιδανικά, να μπορούμε να βρούμε θέση σε μια διαδρομή που διαρκεί πάνω από μία ώρα – όσο κάνει, για παράδειγμα, να διανύσει το Α7 την απόσταση Εξάρχεια - Μαρούσι. Να μπορεί ο κάτοικος της ανατολικής Θεσσαλονίκης, για παράδειγμα, να φτάσει στο κέντρο της πόλης χωρίς αυτοκίνητο. Σκεφτείτε ότι από την Περαία ένας κάτοικος πρέπει να πάρει 2 λεωφορεία για να φτάσει στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, ή δυο λεωφορεία και το μετρό σε χρόνο 75 λεπτών, όταν σε χώρες με ανάλογη γεωγραφική κλίμακα, μια θαλάσσια συγκοινωνία θα εξυπηρετούσε σε λιγότερο από 20 λεπτά.

Το flyover προχωρά με ταχύτητα ρεκόρ, επειδή υπήρξε πολιτική βούληση. Η θαλάσσια συγκοινωνία όμως έμεινε στα χαρτιά για χρόνια. Μια ρομαντική μακέτα που σκόνταφτε σε επιχειρήματα αβάσιμα.

Η αγορά μερικών ηλεκτρικών ιπτάμενων δελφινιών παντός καιρού και η δημιουργία 4 σταθμών με συνολικό κόστος 100 εκατομμυρίων «ναυάγησε» ή βάλτωσε. Και μαζί της ναυάγησε και η πιθανότητα να παίρνουμε το δελφίνι από το λιμάνι για αεροδρόμιο με κόμιστρο 3 ευρώ.

Η σύνδεση του αεροδρομίου «Μακεδονία» με το κέντρο παραμένει μη ανταγωνιστική. Γνωρίζετε πολλές ευρωπαϊκές μητροπόλεις με αεροδρόμιο που συνδέεται μόνο με λεωφορείο και ταξί;

Με λεωφορείο που μεσολαβούν 24 στάσεις σε 18 χιλιόμετρα από τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης;

Για να φτάσει κάποιος από τη Δυτική Θεσσαλονίκη στο αεροδρόμιο θα χρειαστεί περισσότερο χρόνο από όσο για να φτάσει αεροπορικώς στην Αθήνα.

Η Θεσσαλονίκη δίνει προτεραιότητα στα αυτοκίνητα, όχι στα ΜΜΜ, κι έτσι τιμά τον τίτλο της ως… «πρωτεύουσα των Βαλκανίων». Μόνο που τα Βαλκάνια μας έχουν προσπεράσει. Στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας την ίδια απόσταση των 18 χιλιομέτρων διανύει ένα τρένο που φτάνει στο αεροδρόμιο της πόλης σε 20 με 25 λεπτά, με 6 μόνο στάσεις από τον βασικό σιδηροδρομικό σταθμό.

Στη χώρα μας, το αυτοκίνητο δεν είναι επιλογή. Είναι αναγκαστική επένδυση. Αν ζεις στην περιφέρεια ή σε μια μεγάλη πόλη χωρίς αξιόπιστο δίκτυο ΜΜΜ, χρειάζεσαι Ι.Χ. για να μετακινηθείς, να ταξιδέψεις, να πας στο νοσοκομείο, να δεις τους γονείς σου. Το παράδοξο είναι ότι, ενώ η ίδια πολιτεία σε ωθεί να έχεις αυτοκίνητο, σε τιμωρεί όταν δεν έχεις πού να το βάλεις.

Μια συνάδελφος δέχτηκε πρόστιμο 150 ευρώ επειδή πάρκαρε στην Ερεσού, στα Εξάρχεια. Όχι πάνω σε πεζοδρόμιο, ούτε έκλεισε κάποια ράμπα. Σε μια γειτονιά που θεωρείται «κέντρο», αλλά δεν διαθέτει το καθεστώς μπλε διαγράμμισης που απολαμβάνουν άλλες περιοχές, με λιγότερο αριθμό τουριστών μάλιστα, όπως το Κολωνάκι. Γιατί; Με ποια πολεοδομική λογική;

Τα Εξάρχεια, η Κυψέλη, το Παγκράτι, το Κουκάκι είναι μέσα στον πυρήνα της Αθήνας. Δέχονται καθημερινά επισκέπτες, έχουν πυκνή κατοίκηση και μεγάλη έλλειψη θέσεων πάρκινγκ. Γιατί ο κάτοικος μιας συγκεκριμένης συνοικίας του κέντρου έχει θεσμοθετημένο πλεονέκτημα και όχι και οι υπόλοιποι;

Δεν ζητά κανείς να μην υπάρχει τάξη. Ζητάμε η τάξη να σχεδιάζεται με ενιαία κριτήρια. Αν η πόλη δεν σου δίνει αξιόπιστη εναλλακτική μετακίνησης, αν δεν σου εξασφαλίζει θέση κατοίκου, αν σε αναγκάζει να χρησιμοποιείς Ι.Χ., τότε το πρόστιμο των 150 ευρώ μοιάζει με διπλή και παράλογη τιμωρία.

Η εμπειρία των υπεραστικών μετακινήσεων με ΚΤΕΛ δεν βελτιώνει την εικόνα. Από το κέντρο της Αθήνας μέχρι τα ΚΤΕΛ Κηφισού, από εκεί εξίμιση ώρες μέχρι τη Θεσσαλονίκη, και μετά άλλη μια διαδρομή μέχρι την ανατολική πλευρά της πόλης. Συνολικά τον προηγούμενο μήνα διέθεσα σχεδόν δέκα ώρες για 500 χιλιόμετρα διαδρομή. Ο οδηγός κάπου στο ύψος της Θήβας βγήκε από την Εθνική για να παραλάβει «πελάτη» από στάση έξω από τη Λειβαδιά σε επαρχιακό δρόμο. Κανείς μας δεν είχε προειδοποιηθεί. Αν μια χώρα χρειάζεται δέκα ώρες για να ενώσει δύο μητροπολιτικά της κέντρα, τότε δεν μιλάμε για ταλαιπωρία. Είναι εξαντλητικό.

Η αντιπολίτευση μιλά συχνά με έμφαση για την περιφερειακή ανάπτυξη.

Σωστά. Αλλά περιφερειακή ανάπτυξη χωρίς γρήγορη, καθαρή, αξιόπιστη μεταφορά δεν γίνεται.

Πώς θα πάρει μπρος η οικονομία στην περιφέρεια; Πώς θα κατοικηθεί ξανά η επαρχία;

Πώς θα στηθούν επιχειρήσεις πάνω σε ερείπια καταστημάτων που φθείρονται από την απραξία και την εγκατάλειψη , όταν μένεις αποκομμένος από το κέντρο;

Η κινητικότητα είναι πολιτισμός. Είναι ο τρόπος που οργανώνεται μια κοινωνία. Είναι η αίσθηση ότι το κράτος λειτουργεί χωρίς να χρειάζεται να του υπενθυμίζεις με πανό και φωνές και συνθήματα. Όταν οι αλλαγές έρχονται μόνο μετά από οργή, τότε κάτι βαθύτερο είναι προβληματκό.

Δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να κατεβαίνουμε στον δρόμο για να έχουμε τα τρένα.

Δεν θα έπρεπε να χάνουμε μια μέρα για να διανύσουμε 500 χιλιόμετρα.

Δεν θα έπρεπε να…

 

ΝουΔο-ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίικο ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Το μαρτύριο του Κηφισού και ο «Προαστ(ε)ιακός» σιδηρόδρομος!

 Toυ ΠΑΣΧΟΥ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗ

Οσοι προσεγγίζουν την Αθήνα από τον βορρά βιώνουν το «μαρτύριο του ποταμιού». Η κίνηση στον Κηφισό είναι τόσο μεγάλη που η λέξη αποκτά πλέον οργουελιανά χαρακτηριστικά. Αυτοκίνητα, φορτηγά, νταλίκες κ.λπ. μένουν ώρες ακίνητα και κατά διαστήματα μετακινούνται μερικά μέτρα, έτσι ώστε η ακινησία να μπορεί να λέγεται κίνηση.

Γι’ αυτό το χάλι η κυβέρνηση μελετάει μέτρα. Προτάθηκαν μικροπαρεμβάσεις στη διασταύρωση της Εθνικής με την Αττική Οδό· και ξεκινάει μελέτη για τον άξονα Ελευσίνας – Οινοφύτων έτσι ώστε χιλιάδες νταλίκες που φεύγουν από το λιμάνι του Πειραιά ή τις αποθήκες Ασπροπύργου, Ελευσίνας με κατεύθυνση τη Βόρεια Ελλάδα να παρακάμπτουν τα κόκκινα σημεία με κόστος που υπολογίζεται στο 1 δισ. ευρώ· κάποιοι μιλούν για έναν ακόμη υπέργειο αυτοκινητόδρομο (flyover) με ανυπολόγιστο προς το παρόν κόστος.

Τέλος, ο αναπληρωτής υπουργός Μεταφορών κ. Κωνσταντίνος Κυρανάκης είπε ότι «ένα μέτρο που συζητάμε είναι η απαγόρευση των φορτηγών – βαρέων οχημάτων από τις 7 έως τις 10 το πρωί» (Action24, 1.12.2025).

Η τελευταία σκέψη δεν ευτύχησε. Ισως να μπούχτισε ακόμη και η κυβέρνηση από τις συνεχείς εξαγγελίες απαγορεύσεων· «την πολλή αυστηροποίηση τη βαριέται κι ο Θεός».

Το πιθανότερο είναι να υπήρξαν μεγάλες αντιδράσεις όχι μόνο από το λόμπι των φορτηγατζήδων, αλλά των μεγάλων επιχειρήσεων διαμετακομιστικού εμπορίου, αφού ένα τέτοιο μέτρο, εκτός από τεράστιο οικονομικό κόστος, θα σήμαινε απορρύθμιση ολόκληρης της αλυσίδας μεταφορών, κάτι που δεν επηρεάζει μόνο την Ελλάδα, αλλά και χώρες που εξυπηρετούνται από την Cosco στον Πειραιά.

Οι Αμερικανοί λένε ότι «αν είσαι σφυρί, βλέπεις όλο τον κόσμο σαν καρφιά», κάτι που στα καθ’ ημάς μεταφράζεται σε «αν είσαι κυβέρνηση (και δη “επιτελική”), για κάθε πρόβλημα έχεις μια απαγόρευση».

Υπάρχουν όμως κι άλλα μέτρα που θα μπορούσαν να αποφορτίσουν τον Κηφισό. Οπως πρότεινε ο συγκοινωνιολόγος κ. Στέφανος Κατσώλης και μετέφερε ο δικός μας Δημήτρης Ρηγόπουλος, «υπάρχει ο κάθετος άξονας του προαστιακού σιδηροδρόμου που διασχίζει το πολεοδομικό συγκρότημα από βορρά προς νότο, από τον Αγιο Στέφανο μέχρι τον Πειραιά, σχεδόν παράλληλα με την εθνική οδό και τον Κηφισό. Εκεί λειτουργούν εδώ και χρόνια στάσεις σε περιοχές όπως οι Αφίδνες, ο Αγιος Στέφανος, η Δεκέλεια, το Μενίδι, το Πάρκο Τρίτση, οι Αγιοι Ανάργυροι, ο Σταθμός Λαρίσης, του Ρουφ, ο Ταύρος, ο Ρέντης κ.λπ. Υπάρχει και η γραμμή του αεροδρομίου, όπου επίσης λειτουργούν σταθμοί με σημείο αναφοράς τον Κηφισό (Ηράκλειο, Μεταμόρφωση). Δεν θα μπορούσαν όλοι αυτοί οι σταθμοί να απορροφήσουν μέρος της ζήτησης για μετακίνηση κατά μήκος του Κηφισού;» («Καθημερινή», 31.1.2026).

 

«Προαστ(ε)ιακός» σιδηρόδρομος


Ο κ. Κατσώλης επισήμανε ότι παραλλήλως του Κηφισού, όπου συνωστίζονται χιλιάδες Ι.Χ. αυτοκίνητα (συνήθως μόνο με τον οδηγό), υπάρχει ο κάθετος άξονας του προαστιακού σιδηροδρόμου, που θα μπορούσε να απορροφήσει μέρος της κίνησης. «Αρκεί οι συρμοί να μην περνούσαν μία ή το πολύ δύο φορές την ώρα. Αρκεί να “τρέχαμε” τη μετατροπή του δικτύου του προαστιακού σιδηροδρόμου εντός του λεκανοπεδίου σε υποδομή μετρό, όπως συμβαίνει σε όλες τις μεγάλες πόλεις του κόσμου» («Καθημερινή», 31.1.2026).

Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε προαστιακό σιδηρόδρομο, αλλά «προαστειακό». Είναι ανέκδοτο να συζητάμε για αξιόπιστη επιβατική κίνηση όταν τα δρομολόγια δεν είναι παρά ανά μία ή δύο ώρες· αν π.χ. κάποιος χάσει το τρένο 1542 που ξεκινάει από την Αθήνα στις 11.28, θα πρέπει να πάρει το επόμενο στις 13.28! Με τέτοια συχνότητα δρομολογίων, όλοι θα προτιμήσουν να πήξουν μέσα στο Ι.Χ. τους επί του Κηφισού, έχοντας την ελπίδα ότι θα σταθούν τυχεροί, ή έστω να περάσουν τις δύο ώρες των καθυστερήσεων ακούγοντας ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο, αντί να τριγυρνούν ασκόπως στον σταθμό.

Τα μέσα σταθερής τροχιάς που αφέθηκαν στην εγκατάλειψη όλα τα προηγούμενα χρόνια είναι η αχίλλειος πτέρνα των μεταφορών στη χώρα.

Εχουμε ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά εμπορευματικών μεταφορών διά σιδηροδρόμου στην Ευρωπαϊκή Ενωση (2%), ενώ στις χώρες της Βαλτικής ξεπερνάει το 60%. Τα τελευταία στοιχεία (2024) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι απελπιστικά. Αλλά και προ θεομηνιών (τύπου «Daniel») και άλλων καταστροφών στο δίκτυο, τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Το 2017 –τελευταία χρονιά που η χώρα έδωσε στοιχεία προ του 2024– οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι μετακίνησαν 1.320.000 τόνους εμπορευμάτων. Μη μετρηθούμε με την ισομεγέθη Αυστρία (107.579.000 τόνοι), αλλά με την Πορτογαλία που επίσης βρίσκεται σε ένα άκρο της Ευρώπης. Είχε οκταπλάσιο σχεδόν τονάζ: 10.453.000 τόνους. Ακόμη και η Βόρεια Μακεδονία μάς ξεπερνάει με 1.558.000 τόνους.

Ο σιδηρόδρομος αποτελεί το κλειδί για τις χερσαίες μεταφορές, εμπορευμάτων και ανθρώπων. Οχι μόνο στον Κηφισό, αλλά σε ολόκληρη την επικράτεια· και χίλιες νταλίκες να φύγουν από τις εθνικές οδούς, κέρδος θα είναι.

Βεβαίως θέλει …

 

ΠΑΣΟΚικά ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Το Δουκάτο του Δούκα

 Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Δευτέρα 29 ∆εκεμβρίου 2025. 

Τόπος: οδός 3ης Σεπτεμβρίου στο ύψος της πλατείας Βικτωρίας. Ωρα 7.30 μ.μ., τα καταστήματα ανοιχτά, τα πεζοδρόμια γεμάτα πεζούς. 

Από τον σταθμό του ηλεκτρικού βγαίνουν τρεις αστυνομικοί, δύο άνδρες και μια γυναίκα. Τους πλησιάζει τρέχοντας ένας έγχρωμος, μάλλον μετανάστης. Προσπαθεί να συνεννοηθεί μαζί τους με τρεις αγγλικές λέξεις και πέντε νοήματα. Τους δείχνει το σημείο όπου βρίσκεται η στάση του λεωφορείου.  

Εκεί βρίσκονται δύο ξαπλωμένα σώματα, το ένα μπρούμυτα, το άλλο ανάσκελα. Και οι δύο άνδρες και οι δύο μετανάστες. Αυτός που είναι ανάσκελα κάτι μουρμουρίζει, βγάζοντας αφρούς από το στόμα του. Κάποιος από τους συμπατριώτες του κλωτσάει ελαφρά αυτόν που είναι πεσμένος μπρούμυτα. Προφανώς για να διαπιστώσει αν είναι ζωντανός. Ο πεσμένος δεν αντιδρά. Ο ένας από τους αστυνομικούς μιλάει στο τηλέφωνο, προφανώς ζητώντας βοήθεια από το 166.  

Δεν κάθισα να δω τη συνέχεια. Δεν είχε νόημα εξάλλου.  

Ο Σπύρος από το διπλανό περίπτερο μου λέει ότι πρόκειται για Σουδανούς. Το φιλοσοφεί. «Φαντάσου να έρθεις από το Σουδάν για να πεθάνεις έτσι στην πλατεία Βικτωρίας». 

 Για να ελαφρύνω λίγο την ατμόσφαιρα, του απαντώ: «Ναι, αλλά η πλατεία Βικτωρίας είναι στην Αθήνα, η Αθήνα είναι ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Πήγαινε λίγο παρακάτω στην Πανεπιστημίου και θα δεις τον φωτισμό και το δέντρο όπου φαντάζομαι ότι ο Δούκας των Αθηνών θα εκφωνήσει τον πανηγυρικό της νέας χρονιάς. Λέγεται ότι θα παραδώσει στα τροχοφόρα του λαού του τη Βασιλίσσης Ολγας, που τους τη στέρησε ο Μπακογιάννης».

Αναφέρθηκα στο επεισόδιο με τους δύο ταλαίπωρους τοξικομανείς, όχι επειδή είναι κάτι πρωτόφαντο. Απλώς, με παρέπεμψε σε εικόνες της περιοχής πριν γίνει δήμαρχος ο Μπακογιάννης. Και η αλήθεια είναι ότι επί δημαρχίας του η περιοχή είχε αρχίσει να ανασαίνει. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν εξέτιε την ποινή της υποβάθμισης, η οποία φαίνεται ότι της έχει επιβληθεί χωρίς αναστολή. 

Μετά την εικόνα με τους δύο δυστυχισμένους δεν μπόρεσα να μη σκεφθώ τα φιλόδοξα σχέδια για την αναβάθμιση και επέκταση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. 

Οι οδηγοί δίνουν ως σταθμό του τρένου την πλατεία Βικτωρίας. Και εκεί ο τουρίστας έρχεται σε επαφή με μια εικόνα της σύγχρονης Αθήνας πριν δει τους Κούρους στο Μουσείο.  

Δεν με ενδιαφέρουν οι πολιτικές απόψεις του κ. Δούκα. Ούτως ή άλλως, σου δίνει την εντύπωση ότι θα μπορούσε να υιοθετήσει τις ακριβώς αντίθετες, χωρίς να το καταλάβει ούτε ο ίδιος.  

Δεν με ενδιαφέρουν ούτε οι πολιτικές του φιλοδοξίες. Φέτος το καλοκαίρι που θα μειώσει τη θερμοκρασία της Αθήνας κατά 5 βαθμούς, όπως έχει υποσχεθεί, ας σκουπίσει και κάνα πεζοδρόμιο. 

Με ενδιαφέρει όμως η Αθήνα, η πόλη όπου ζω και την οποία ο Δούκας της την έχει αφήσει στη μοίρα της.  

Ποια είναι η μοίρα της; 

Η ...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Πεθαίνω σαν χώρα

Γράφει η  Έλενα Όλγα Χρηστίδη

Ψυχολόγος και υποψήφια Διδάκτωρ στο ΕΚΠΑ



Βρέθηκα αναγκαστικά για ένα βράδυ στη Σαντορίνη, αφού το νησί λειτουργεί ως κόμβος αν θες να μετακινηθείς από ένα μικρό νησί των Κυκλάδων προς ένα άλλο.

Η τελευταία φορά που είχα πάει, και τότε είχα μείνει παραπάνω, ήταν πριν ακριβώς είκοσι χρόνια. 

Η φωτογραφία αυτή είναι η καλντέρα των Φηρών και αυτό που αντικρίσαμε φτάνοντας εκεί ήταν πέρα για πέρα σοκαριστικό (όσο κι αν ξέραμε όλα τα δεδομένα της υπερτουριστικής πορείας του νησιού).

Τα Φηρά είναι ένας συνδυασμός από Μαϊάμι και Μοναστηράκι στη νιοστή. Περπατάμε ανάμεσα σε McDonald's, επώνυμα ρούχα οίκων, φτηνές απομιμήσεις, κράχτες εστιατορίων, παμπ και χίλια δυο άλλα καταστήματα εμπορευμάτων και υπηρεσιών. 

Ένας κύριος μας ρωτάει φωνάζοντας στα αγγλικά αν μας ενδιαφέρει το skincare και μας δείχνει την είσοδο για ένα κέντρο αισθητικής στις έντεκα το βράδυ. Μία παρέα εικοσάχρονων κοριτσιών με βρετανική προφορά σταματάει έξω από μια σκοτεινή παμπ που μέσα παίζει δυνατή μουσική, σε έναν μαυροπίνακα δίπλα στην είσοδο ενημερώνει ότι έχει happy hour, μιλάνε με τον νεαρό υπάλληλο στην πόρτα, "τι παίρνουμε με 10 ευρώ;" ""Ένα κοκτέιλ ΚΑΙ ένα σφηνάκι!", "Α, όχι, θέλω μια καλύτερη προσφορά".  

Μια νεαρή Ελληνίδα μπροστά μου, καλοβαμμένη, κρατάει μια απομίμηση Λουί Βιτόν στο χέρι -σταματάει και λέει στο αγόρι της "αυτά είναι πολύ ωραία" δείχνοντάς του ένα ζευγάρι υπερκοστολογημένα σανδάλια κακής δερματίνης.

Παρακάτω ένα μαγαζί που κάνει πεντικιούρ σε λεκάνες με ψαράκια που σου τσιμπάνε τα πόδια. Ένα ινδικό fast food. Ένα μαγαζί που πουλάει πλαστικές κούπες και ποπ αρτ και έχει απ' έξω κρεμασμένη μια rainbow σημαία, λίγο πιο πέρα ένα γκέι κλαμπ που δεν έχει σημαία αλλά ενημερώνει για ένα ντραγκ σόου που θα γίνει σε λίγες μέρες.

Το σκηνικό θυμίζει Λας Βέγκας: δυνατά φώτα παντού, άνθρωποι από κάθε χώρα, φυλή, οικονομικό background, βρήκαν τρόπο να έρθουν στη (φθηνότερη φέτος λόγω των σεισμών) Σαντορίνη για να ζήσουν κάτι που θα τους δώσει ένα μεγάλο hype -αλλά κι αυτό μετά θα τους αφήσει με το γνωστό πέσιμο της επαφής με την πραγματικότητα των ζώων τους, των ζωών μας, του κόσμου.

Βρίσκουμε μια ταβέρνα χωμένη σε ένα στενό, χωρίς θέα και κράχτη. Μπαίνουμε και τρώμε κάτι σχετικά αξιοπρεπές, σχετικά φτηνό. Ικανοποιούμαστε με το σχετικό αποτέλεσμα μέσα στην απελπισία της ασχήμιας και της εκμετάλλευσης γύρω μας και μας είναι σαφές ότι αυτό έχει πολλαπλές αναγνώσεις.

Η σερβιτόρα με βλέπει κάπως σαστισμένη, "πρώτη φορά έρχεστε;", "έχω να έρθω είκοσι χρόνια", "ε, πώς να μη σοκαριστείτε".  

Η αλήθεια είναι ότι η Σαντορίνη είχε διαλέξει την πορεία της από τότε και έδειχνε όλα τα πρώτα στοιχεία του τι θα ακολουθούσε -όπως και η Μύκονος, ακόμα και με λίγο διαφορετικούς όρους. Η έκπληξη για μένα μάλλον έγκειται στον βαθμό που αυτό μπορούσε να φτάσει.

Τρώμε και περπατάμε ανάμεσα στα παραπάνω σα να βρισκόμαστε στο σκηνικό μιας ταινίας όπου γινόμαστε κομπάρσοι χωρίς να το καταλάβουμε. Με προσπάθεια φτάνουμε σε ένα άνοιγμα προς την Καλντέρα. Χρειάζεται να περιμένουμε μια παρέα μπροστά μας να τελειώσει τις φωτογραφίες μέχρι να προχωρήσουμε και να δούμε τη βραδινή θέα. Σοκ -αλλά και όχι. Από το καραβάκι που μας έφερε είδαμε τα πρώτα στοιχεία, νέες οικοδομές, σπίτια και ξενοδοχεία σε κάθε απίθανο σημείο του νησιού. Κι αν εδώ το φαινόμενο φτάνει πέρα από την πλήρη διάβρωση, ο κίνδυνος φαίνεται κι αλλού, κι ας υπάρχουν αντιστάσεις: Ανάφη, Αμοργός, Ικαρία -κι όχι μόνο.

Μία χώρα-τσίρκο. Από το Παγκράτι και τα Εξάρχεια μέχρι τη Σαντορίνη και την Πάρο, μια χώρα, πόλεις και νησιά παραδομένα σε μια ιδέα ανάπτυξης που οδηγεί νομοτελειακά στο κενό, μια χώρα-σκηνικό για τουρίστες, για όσους αναζητούν "εμπειρίες", ζουν τη στιγμή, επιζητούν ένα κέλυφος πολυτέλειας -ενώ τα funds συγκεντρώνουν πρώτες κατοικίες και τις πετάνε σε μια χαβούζα επενδυτικών μηχανισμών.

Μία χώρα θεματικό πάρκο.

Ξυπνάω το πρωί στο δωμάτιο που κλείσαμε τελευταία στιγμή στη μισή τιμή και ανοίγοντας τα social media μου έρχεται διαφήμιση για υπηρεσίες στη Σαντορίνη, από αυτές που δεν ήξερα ότι υπάρχουν:
"ανάληψη μετρητών, πληρωμή λογαριασμών ΔΕΚΟ, τραπεζικές εργασίες: αναλαμβάνουμε ό,τι χρειαστείτε για να έχετε τις πιο ξέγνοιαστες διακοπές. Βρείτε μας στα κέντρα μας σε όλο το νησί".

Ο Δημητριάδης στο έργο του "Πεθαίνω σαν χώρα" γράφει:
"...εύχομαι να έρθει γρήγορα ο θάνατος αυτός, γιατί ούτως ή άλλως δεν μπορούμε να τον αποφύγουμε. Είναι νομοτελειακό. Βρισκόμαστε στην κίνηση ενός μηχανισμού ο οποίος δεν θα σταματήσει παρά μόνο όταν θα έχει ολοκληρώσει την τροχιά του."

Να πεθάνει κάτι από αυτή τη χώρα. Να σβήσει εντελώς γιατί όσο σαπίζει αργά και κάποιες στιγμές υποδόρια η αρρώστια εξαπλώνεται. 

Να πεθάνει κάτι, να δούμε πώς θα βγει κάτι άλλο. Όχι κάτι απλώς καινούριο, όχι γυαλιστερό, όχι σίγουρο -αλλά ...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το ελληνικό καλοκαίρι εκδικείται

Toυ ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

 Ας μην αυταπατώμεθα. Το «ελληνικό καλοκαίρι», το κάποτε ένδοξο ελληνικό καλοκαίρι, έχει μετατραπεί σε μια γιγάντια ψυχαναγκαστική μηχανή. Ο,τι νεύρο και όση ένταση έχουμε συσσωρεύσει στις πόλεις θεωρούμε υποχρέωσή μας να την αδειάσουμε σε κάποιο κυκλαδίτικο νησί ή σε μια απ’ αυτές τις υπέροχες παραλίες της ηπειρωτικής Ελλάδας.  

«Φεύγουμε για να ξεσκάσουμε» λίγο. Ψυχαναγκασμός της ξεκούρασης και της διασκέδασης οι οποίες είναι οι υποχρεώσεις μας απέναντι στο «ελληνικό καλοκαίρι». Πόλεις στα νησιά που έχουν χάσει την ομορφιά τους, συνωστισμός στις παραλίες που έχουν πάψει πια να είναι παραλίες. Παρατηρήστε ότι ακόμη και στις πιο πολυσύχναστες παραλίες ελάχιστοι είναι αυτοί που κολυμπούν. Και εννοώ κολυμπούν, όχι κάνουν «μπάνιο» ή βουτάνε για να δροσιστούν. Η πλειονότητα επιπλέει σαν τις σημαδούρες και οι παρέες συνεχίζουν στο νερό την κουβέντα που άρχισε στην αμμουδιά και θα τελειώσει το βράδυ στην ταβέρνα. Τρέντι κουζίνα, «πειραγμένη» ελληνική. Η σοβαρή ελληνική κουζίνα είναι εξίσου δυσεύρετη με την ήσυχη παραλία. Για να βρεις μια μερίδα γεμιστά ή μουσακά της προκοπής πρέπει να κάνεις έρευνα αγοράς.  

Στη διάρκεια της ημέρας σε βασανίζουν τα 4Χ4, οι απαίσιες «γουρούνες», οι σέρφερ, οι τσιρίδες των γόνων που παιδιά είναι τι να κάνουμε, και τα ντούπου-ντούπου από τα μπιτσόμπαρα.  

Το βράδυ οι απόφοιτοι των σχολών σεφ και οι θεατές των τηλεπαιχνιδιών μαγειρικής. Αφθονο αλκοόλ και τομάτα στη χωριάτικη που μόνον γεύση τομάτας δεν έχει.

Θα μπορούσα να πω κι άλλα, όμως διακόπτω εδώ για να βγάλω το συμπέρασμά μου: όλο αυτό το πράγμα υποτίθεται ότι ονομάζεται διασκέδαση, ή εν πάση περιπτώσει είσαι υποχρεωμένος να το εκλάβεις ως διασκέδαση κι αν τολμήσεις να μην το θεωρήσεις διασκέδαση, τότε κατάπιε την κατάθλιψή σου και αποφάσισε να επισκεφθείς γιατρό. 

Κι ύστερα έρχεται ο καύσωνας που δεν αντέχεται με τίποτε και μετά τον καύσωνα τα μελτέμια και με τα μελτέμια οι πυρκαγιές που θα κάψουν τη μισή Ελλάδα. Η άλλη μισή είχε καεί πέρυσι και ό,τι απομείνει θα καεί του χρόνου.  

Πόσα μισά κάνουν ένα ολόκληρο; 

Φέτος στις ατραξιόν προστέθηκαν και οι παλαιστινιακές σημαίες που τις κραδαίνουν στα λιμάνια όσοι μυρίσουν αίμα Ισραηλινού τουρίστα. Για του χρόνου βλέπουμε.

Ναι, γκρινιάζω σαν τους γέροντες στο Μάπετ Σόου. Μπορεί. Και παρά τις προσπάθειες που καταβάλλουμε, η Ελλάδα κρατάει μια ομορφιά, αυτήν που είδε ο Λακαριέρ όταν έγραψε το «Ελληνικό καλοκαίρι», ο Μισέλ Ντεόν στις «Ελληνικές σελίδες» του, ακόμη και ο Χένρι Μίλερ στον «Κολοσσό του Μαρουσιού». Αυτήν που πρόλαβε η γενιά μου, υποθέτω και η αμέσως επόμενη. Τότε που ψάχναμε «ενοικιαζόμενα» με τις υποτυπώδεις υποδομές και δεν αισθανόμασταν υποχρεωμένοι να διασκεδάσουμε. Απλώς ζούσαμε τους τόπους που μας υποδέχονταν χωρίς πολλές απαιτήσεις. Οπως ο Σεφέρης που φεύγοντας από τον Πόρο σημείωσε στο ημερολόγιό του ότι τέτοια γαλήνη δεν πρόκειται να ξαναβρεί στη ζωή του – το αναφέρω από μνήμης. 

Τόποι γαλήνης υπάρχουν και πρέπει να τους συντηρήσουμε ως κόρην οφθαλμού. Αυτός είναι ο πραγματικός πατριωτισμός.  

Το ελληνικό τοπίο είναι φτιαγμένο για μικρά μεγέθη. Τα μεγαθήρια που φυτρώνουν πάνω στα βράχια του Αιγαίου σαν διαστημικοί σταθμοί βιάζουν το τοπίο.  

Μας ενοχλεί ο υπερτουρισμός; 

Μα δεν φταίει ο υπερτουρισμός. Εμείς φταίμε που φτιάξαμε τεράστιες μονάδες για να υπηρετήσουμε τη βαριά βιομηχανία της χώρας. Και τώρα εισπράττουμε τις συνέπειες.  

Χρειαζόμαστε μεγαλύτερους δρόμους για να αντέξουν την κίνηση και μονάδες αφαλάτωσης γιατί μας λείπει το νερό. 

Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δείχνει πώς βλέπουμε την ανάπτυξη. Πόσα ξενοδοχεία χτίστηκαν από τα ψεύτικα βοσκοτόπια; 

Ποιος πολιτικός μπορεί να σχεδιάσει έναν διαφορετικό τύπο ανάπτυξης και με ποια κοινωνία;  

Φτιάξαμε μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, ένα σχολείο της προκοπής όμως δεν φτιάξαμε.

Μας έχει κουράσει ο εαυτός μας. Κι αυτό το δικαιολογούμε στην καθημερινότητα της πόλης, όμως το μεταφέρουμε μέσα μας και στις στιγμές οι οποίες υπάρχουν, υποτίθεται, για να αποφορτισθούμε από την κούρασή μας. Στο περίφημο ελληνικό καλοκαίρι. 

Αυτό που μοιάζει περισσότερο με φαντασίωση παρά με πραγματικότητα. 

Αυτό που κρύβει την ομορφιά του κάτω από τα έργα μας. 

«Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», έλεγε ο Ντοστογιέφσκι. Εμάς ποια ομορφιά θα μας σώσει; 

Εχουμε μάτια για να δούμε όση ομορφιά έχει σωθεί γύρω μας; 

Ή μήπως δεν μπορούμε να την δούμε επειδή μας τυφλώνει το αίσθημα του ψυχαναγκασμού, η υποχρέωση πως πρέπει ούτως ή άλλως να διασκεδάσουμε, έχοντας χάσει και τους τρόπους της διασκέδασης. 

Και μη μου πείτε ότι γκρινιάζω διότι, δυστυχώς, δεν είμαι ο μόνος. Ολοι γκρινιάζουμε. Ολοι είμαστε θυμωμένοι με κάποιον, είτε με τον διπλανό μας, είτε με τον εαυτό μας, είτε με τον σύντροφό μας. Ετοιμοι για καβγά. 

Η ελληνική κοινωνία είναι κουρασμένη επειδή περνάει δύσκολα. Οι περισσότεροι δεν βγάζουν τον μήνα. Και το πρώτο που τους έρχεται στο μυαλό όταν σκέφτονται το ελληνικό καλοκαίρι είναι η ακρίβεια.  

Η διασκέδαση γίνεται καταναγκασμός. Είναι...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Συντονιστείτε: Η μάχη της γενιάς μας!

 Του Ραφαήλ Α. Καλυβιώτη

rkaliviotis@gmail.com

Αισθάνομαι τόσο τυχερός που μαζί με τους «παππούδες» μου τα καλοκαίρια καθόμουν δύο μήνες το καλοκαίρι στο χωριό. Παίζαμε με πληθώρα παιδιών παντού, σαν να μην υπήρχε αύριο.  

Δεν φοβόμασταν απολύτως τίποτα. Η εγκληματικότητα ήταν παντελώς απούσα. Ώρα για να γυρίσεις πίσω στο σπίτι ήταν εκείνη που έβγαινε η γιαγιά και φώναζε «Τι ώρα είναι αυτή;», ώστε να επιστρέψεις και να κοιμηθείς.

Αισθάνομαι ντροπή που αυτήν την Ελλάδα, που τόσο υποτίμησε η «απερχόμενη» γενιά, τα παιδιά μας δεν θα τη δουν. Αντιθέτως, θα βιώσουν μια «εκσυγχρονισμένη», «πολυπολιτισμική», εγκλωβισμένη στο τσιμέντο της πόλης Ελλάδα, όπου -για να παραστήσουμε τους πολύ Δυτικούς- χάσαμε και τη μοναδικότητα της ιδιοπροσωπίας μας.

Αναπολώ όλα εκείνα τα μη γκουρμέ φαγητά της γιαγιάς μου, τα γεμιστά, τις μελιτζάνες, τις μπάμιες κ.λπ., και λυπάμαι που η λύση της σύγχρονης Ελλάδας είναι αυτά να μεταλαμπαδευτούν από έναν σεφ με τατουάζ, που εμπορευματοποίησε τη γεύση τους για να προλαβαίνει η σύγχρονη γυναίκα να μαγειρεύει, επειδή δουλεύει 10 ώρες την ημέρα.

Διαλύσαμε την απλότητα, ώστε να περάσουμε σε μια εκκοσμικευμένη δυστυχία. Και η δυστυχία, όσο μοντέρνα κι εάν είναι, παραμένει δυστυχία.

Η πραγματικότητα είναι δυστοπική:  

Η γενιά μας στη συντριπτική της πλειονότητα δεν θα μπορέσει ποτέ να αγοράσει σπίτι. 

Μεγάλο ποσοστό από τη γενιά μας δεν πρόκειται να παντρευτεί και να κάνει παιδιά. 

Αυτοί που θα κάνουν παιδιά θα ανακαλύψουν ότι σε πολλά εκπαιδευτήρια της Ελλάδας τα Ελληνόπουλα θα είναι η μειοψηφία στα σχολεία τους.

Από τη γενιά μας σε λίγο καιρό θα υπάρξει πλήρης συνειδητοποίηση ότι -από τις τουλάχιστον 50 ώρες εβδομαδιαίως που εργάζεται- οι απολαβές της δεν της φτάνουν για να πάει παραπάνω από μία εβδομάδα ετησίως διακοπές, ώστε στη θέση της να πηγαίνουν οι ελληνικές και οι ξένες παρασιτικές ελίτ. Ο νέος όρος που ανακάλυψαν καλείται «staycation».

Το «κερασάκι» στην τούρτα για τη γενιά μας θα είναι όταν συνειδητοποιήσει ότι ...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η γενιά τού «ευτυχώς» και η γενιά τού «δυστυχώς»

Του ΑΛΕΞΗ ΠΑΠΑΧΕΛΑ

Ενας πολιτικός που ήλθε πρόσφατα σε επαφή με νέους Ελληνες της Διασποράς του brain drain, της περιώνυμης διαρροής εγκεφάλων στο εξωτερικό, διηγείτο πόσο πολύ μισούν το ελληνικό πολιτικό σύστημα.  

Θεωρούν ότι ήταν τα λάθη και οι αμαρτίες του που τους έδιωξαν από τη χώρα. Θέλει μεγάλη προσπάθεια για να πείσεις αυτά τα παιδιά να γυρίσουν στον τόπο τους.

Η συνομιλία μού ήλθε στο μυαλό καθώς άκουσα έναν νεαρό οδηγό ταξί να μου αναπτύσσει τη δική του θεωρία. Ο ίδιος είχε κάνει καλές σπουδές, εργάστηκε κάποια χρόνια στη Σουηδία, αλλά δούλευε το ταξί για να τα βγάλει πέρα. Το επίπεδο της ανάλυσης ήταν εντυπωσιακό γιατί ήταν πολύ στιβαρό αλλά και ψύχραιμο.

Κάποια στιγμή αναφέρθηκε στις συζητήσεις που είχαν γίνει στο συνέδριο της «Κ» αλλά και άλλων φορέων για τα 50 χρόνια της Μεταπολίτευσης. Αυτό που δεν του άρεσε ήταν πως όλοι όσοι συμμετείχαμε σε αυτές τις συζητήσεις χτυπούσαμε ο ένας την πλάτη του άλλου και χαιρόμασταν «γιατί τα καταφέραμε». 

Εμείς χαιρόμασταν γιατί η χώρα δεν είχε μπει σε εμφύλιο, δεν είχε γίνει πραξικόπημα, δεν βγήκαμε από την Ε.Ε., δεν, δεν… Ηταν οι φόβοι μας ότι η Ελλάδα θα επέστρεφε σε μια εποχή που εμείς θυμόμαστε έντονα, ενώ για τους νεότερους είναι κάτι πολύ απόμακρο. Για τους νεότερους, όμως, αυτοί οι φόβοι είναι ακατανόητοι και δεν τους αφορούν.  

Αυτό που τους καίει είναι ότι δεν καταφέραμε να κάνουμε την Ελλάδα μια σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία και οικονομία. 

Οσοι εγκατέλειψαν τη χώρα συγκρίνουν επίσης την Ελλάδα όχι με αυτήν του 1970 ή του 1980, αλλά με τη Νορβηγία, την Αγγλία, την Ισπανία του 2025. 

Δικαιολογημένα νιώθουν οργή γιατί δεν μπορούμε να τους προσφέρουμε μισθούς, αξιοκρατία, υπηρεσίες, κράτος δικαίου, υποστήριξη στην οικογένεια, που να συγκρίνονται με τη δική τους καθημερινότητα. Βάλαμε χαμηλά τον πήχυ στη Μεταπολίτευση για να μη γλιστρήσουμε και στο τέλος γλίστρησε πίσω η χώρα σε σχέση με άλλα κράτη που ξεκίνησαν και εκείνα από χαμηλά και με τις ίδιες πολιτικές εμπειρίες.

Θα καταλάβουμε ότι κάτι άλλαξε στην Ελλάδα όταν...

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Ο δρόμος για τον Πύργο και ο δρόμος για το αυτονόητο

 Γράφει η Επιστήμη Μπινάζη

H γενιά μου σπούδασε σε ευρωπαϊκές πόλεις και κωμοπόλεις, με ένα φοιτητικό εισιτήριο τρένου να αρκεί για να γυρίσεις όλη τη χώρα των σπουδών σου.
Κανείς μας δεν ενθουσιάστηκε ποτέ με τις κορδέλες των εγκαινίων οδικών δικτύων.

Οι δρόμοι είναι χρήσιμοι, αλλά όχι πανάκεια. Εξυπηρετούν κυρίως τις εμπορευματικές μεταφορές. Οι υπόλοιποι, σε μια σοβαρή χώρα, θα επιθυμούσαν λιγότερα αυτοκίνητα και καλύτερες δημόσιες συγκοινωνίες. Η κατοχή αυτοκινήτου έχει κόστος: ασφάλεια, συντήρηση, ΚΤΕΟ, ανταλλακτικά, παρκάρισμα. Το ταξίδι προϋποθέτει διόδια, καλή υγεία και ικανότητα οδήγησης. Δεν τα έχουμε πάντα. Θυμάμαι, νεότερη στην Αγγλία, την έκπληξή μου όταν διαπίστωσα ότι κανείς από τους γνωστούς μου δεν διέθετε αυτοκίνητο. Δεν βόλευε. Και ήταν μπελάς.

Για χρόνια, τα SUV και τα μεγάλου κυβισμού αυτοκίνητα ήταν σύμβολα status. Επιστέγασμα επαγγελματικής καταξίωσης. Σήμερα, βλέποντας στον δρόμο πολυτελή αυτοκίνητα με πινακίδες από βαλκανικές χώρες, νιώθω ότι επιστρέψαμε δύο δεκαετίες πίσω.  

Η νεότερη γενιά έχει αφήσει αυτή τη λογική. Σκέφτεται αλλιώς το ταξίδι, τη μετακίνηση, το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

Ένα ασφαλές οδικό δίκτυο είναι αυτονόητο. Στην Ελλάδα, όμως, για δεκαετίες δεν ήταν. Και ίσως γι’ αυτό οι πολιτικές δυνάμεις που κυβέρνησαν επί χρόνια δυσκολεύονται σήμερα να πείσουν ότι είναι «μεταρρυθμιστικές», όταν παρουσιάζουν ως πρόοδο κάτι που αλλού γίνεται εμπρόθεσμα και χωρίς φιέστες. Το ίδιο ισχύει και για το εκτεταμένο σιδηροδρομικό δίκτυο – εκεί, βέβαια, το όνομα «Τέμπη» δεν παραπέμπει πια σε τοπίο, αλλά σε εθνική τραγωδία.

Η κυβέρνηση υπογραμμίζει την ολοκλήρωση του δρόμου ως επιτυχία. Αλλά η ικανοποίηση του πολίτη είναι χλιαρή. Σε μια χώρα όπου είδηση γίνεται η συντήρηση μιας διάβασης, ο πήχης έχει πέσει χαμηλά. Είναι σαν υπάλληλος να δηλώνει υπερήφανος που κατάφερε να ανοίξει και να κλείσει τον υπολογιστή του με επιτυχία.

Η συγκοινωνιακή πραγματικότητα είναι αποκαλυπτική: Στη Θεσσαλονίκη, ο σιδηροδρομικός σταθμός δεν συνδέεται με το λιμάνι. Το λιμάνι μόλις φέτος αργά το καλοκαίρι συνδέθηκε με τις Σποράδες. Στην Πελοπόννησο, ορισμένοι πολίτες δεν έχουν επισκεφθεί καν τους γειτονικούς νομούς, γιατί το ΚΤΕΛ δεν βολεύει.

Έχω ταξιδέψει σε όλη την Ελλάδα με αυτοκίνητο. 

Στην Αγγλία, τη Γαλλία και την Ιταλία με τρένο. Εκεί, οι πόλεις και οι περιφέρειες συνδέονται πυκνά, γρήγορα και χωρίς ανάγκη αυτοκινήτου. Οι παρακάμψεις λόγω έργων και η συχνή συντήρηση των δρόμων κάνει το ταξίδι με αυτοκίνητο σκέτη ταλαιπωρία.

Κι αν κάτι εξηγεί τα χαμηλά ποσοστά όλων των κομμάτων στις δημοσκοπήσεις, είναι ακριβώς αυτό: μια χώρα όπου...