"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΒΔΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΒΔΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΡΑΓΙΑΔΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Ποιος ωφελείται από μια συνάντηση κορυφής Ελλάδας – Τουρκίας στην παρούσα συγκυρία;

 

Oι συναντήσεις κορυφής προϋποθέτουν αφενός εξαιρετική προετοιμασία και, αφετέρου, οξυδερκή αίσθηση της χρονικής στιγμής.  

Τι αναμένει η Αθήνα από την κορύφωση του πολιτικού διαλόγου με την Άγκυρα; 

Παράταση της ήπιας περιόδου; Ή πρόοδο στον πυρήνα της ατζέντας που καθορίζουν τις σχέσεις;

Είναι πιθανό η πρώτη εκδοχή των προσδοκιών να εξυπηρετηθεί προσωρινά και υπό προϋποθέσεις, ενώ η δεύτερη – η οποία προϋποθέτει τον περιορισμό της τουρκικής ατζέντας – είναι απίθανο να ευοδωθεί. 

Άλλωστε η συγκυρία είναι εξαιρετικά δυσμενής. 

Όμως η πρώτη εκδοχή θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς την κορύφωση του πολιτικού διαλόγου, η οποία εκτός του ότι είναι απίθανο να οδηγήσει στη δεύτερη, εγκυμονεί άλλους κινδύνους.

Έχουμε και οι δύο εκφράσει, ξεχωριστά αλλά επανειλημμένα, τον προβληματισμό μας για την σκοπιμότητα της επίσκεψης και μάλιστα σε αυτήν την γεωπολιτική συγκυρία. 

Έχει διαφανεί πλέον ότι ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ερντογάν με την στάση του στον πόλεμο της Γάζας διεκδικεί ηγετικό ρόλο στα δίκτυα του πολιτικού Ισλάμ, εμφανίζοντας την Τουρκία ως πρόμαχο του Ισλαμικού Κόσμου που καταπιέζεται από τη Δύση. Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κάποιος τις αναφορές του στην ομιλία στο παλιό αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης για πιθανή αναβίωση της σύγκρουσης «Σταυροφόρων-Ισλάμ», της τουρκικής παρέμβασης στην Λιβύη, στην Συρία και στο Καραμπάχ ή ακόμα και στο Οθωμανικό παρελθόν της Θεσσαλονίκης.

   Με αυτά τα δεδομένα και την αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα στην ευρύτερη «σεισμογενή» γεωπολιτικά περιφέρεια, βλέπουμε την Αθήνα να παρακολουθεί την στάση της Άγκυρας με ένα συνδυασμό αμηχανίας και ακατανόητης προσήλωσης στην αποκαλούμενη πορεία «επαναπροσδιορισμού» των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Στην πραγματικότητα, η εντεινόμενη διάσταση της Τουρκίας με τη Δύση αναφορικά με τον πόλεμο στη Γάζα δεν μπορεί παρά να επηρεάσει και το πλαίσιο του ελληνοτουρκικού διαλόγου.

Η Άγκυρα δεν έχει πάρει τίποτε πίσω απ’ όσα προσέθεσε σταδιακά στην ατζέντα των μονομερών απαιτήσεων έχοντας σε ισχύ το casus belli, το Τουρκο-λιβυκό Μνημόνιο και το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας. Λίγες ημέρες πριν την επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα, ο αρχηγός του Τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού, Ναύαρχος Τατλίογλου, επανέφερε τα ζητήματα της «αποστρατιωτικοποίησης» νησιών μας στο Ανατολικό Αιγαίο και των λεγομένων «γκρίζων ζωνών», προκαλώντας αμηχανία στην Αθήνα. Αμηχανία προκαλεί και η εμπρηστική ρητορική του Ερντογάν για τον πόλεμο της Γάζας.

Είναι πιθανό  ο Τούρκος Πρόεδρος να εξαπολύσει και από την Αθήνα μία ακόμα επίθεση κατά του Ισραήλ, με το οποίο βρισκόμαστε σε  στρατηγική εταιρική σχέση, αλλά και κατά της Δύσης συνολικά, υποστηρίζοντας την τρομοκρατική επίθεση και τις φρικαλεότητες της Χαμάς. Ελπίζουμε εκείνοι που συνηγορούν υπέρ της κορύφωσης, σε αυτή τη  συγκυρία, της διαδικασίας του πολιτικού διαλόγου, να έχουν προβλέψει και τις ενδεδειγμένες αντιδράσεις σε διάφορα σενάρια, όπως εάν οι δηλώσεις του προέδρου της Τουρκίας στην Αθήνα είναι τόσο προκλητικές που ο πρωθυπουργός της Ελλάδας να αναγκαστεί είτε να απαντήσει είτε να υπεκφύγει. Ζημία και στις δυο περιπτώσεις αναφορικά με το «ήπιο κλίμα», ούτε λόγος να γίνεται για αλλαγές στην τουρκική ατζέντα.

Αυτή λοιπόν την τουρκική ατζέντα η Άγκυρα  επιλέγει να την προωθεί με «ήπιο» τρόπο, όπως έπραξε την προηγούμενη εβδομάδα με NAVTEX και ΝΟΤΑΜ για ασκήσεις έρευνας και διάσωσης (25-17 Δεκ) μπλοκάροντας πάνω από το μισό Αιγαίο. Πλέον αυτού κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι επιχειρεί να χρησιμοποιήσει φαινομενικά αθώα και τεχνικής φύσης ΜΟΕ που αγγίζουν όμως τον σκληρό πυρήνα της αναθεωρητικής της πολιτικής, όπως να μην αναγνωρίζονται τα Τουρκικά Α/Φ όταν εισέρχονται στο FIR Αθηνών χωρίς σχέδιο πτήσεως και άλλα παρόμοια.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα βιώσιμης ειρήνης με την Τουρκία θα εξαρτηθεί κυρίως από...

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Μια νέα εποχή για τον Ινδο-Ειρηνικό αλλά και την Ευρώπη

 
Γράφει ο Κώστας Λάβδας
Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο 
Εχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, Senior Research Fellow στη London School of Economics και κάτοχος της Έδρας Ελληνικών και Ευρωπαϊκών Σπουδών «Κωνσταντίνος Καραμανλής» στο Fletcher School of Law and Diplomacy στη Μασαχουσέτη.



Από τη σκοπιά της αμερικανικής πολιτικής, η ανακοίνωση το βράδυ της Τετάρτης, 15ης Σεπτεμβρίου για τη γεωπολιτική περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού (Indo-Pacific region) ήταν εν μέρει αναμενόμενη, εν μέρει απρόβλεπτη.  

Αναμενόμενη στο μέτρο που γνωρίζαμε και σχολιάζαμε επί χρόνια τη μετατόπιση του κέντρου βάρους από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό, ενώ και η αργή, επιλεκτική διαδικασία απαγκίστρωσης που ξεκίνησε επί Ομπάμα γνωρίζαμε και αναλύαμε ότι είναι ασύμμετρη και δεν αφορά τον Ειρηνικό.

Ήταν όμως και απρόβλεπτη στο μέτρο που σήμανε μια ξαφνική και ισχυρή επανεκκίνηση της αγγλοαμερικανικής συνεργασίας και μια εξίσου σαφή και έντονη αποδοκιμασία της γαλλικής επιρροής στις χώρες και τα νερά του πάλαι ποτέ SEATO.

Η παλαιότερη αμερικανική καχυποψία αναφορικά με τις ανεξάρτητες στρατηγικές επιδιώξεις της Γαλλίας δεν έχει ξεπεραστεί παρά τον σημαντικό ρόλο του Παρισιού μεταξύ άλλων και στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ μετά την επανένταξη στο στρατιωτικό σκέλος του από το 2009.

Φαίνεται επίσης ότι, αναφορικά με την ΕΕ, η κυβέρνηση Μπάιντεν θα προτιμήσει τη δοκιμασμένη συνταγή Ομπάμα: συντονισμός, στο μέτρο του δυνατού, με το κράτος – εταιρεία (Γερμανία), με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αποτίμηση του συνολικού ρόλου της Ευρώπης στη διεθνή πολιτική.

Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι  στον Ινδο-Ειρηνικό ξημέρωσε νέα εποχή. Το νέο τριμερές σύμφωνο ασφαλείας μεταξύ Αυστραλίας – ΗΠΑ – Ηνωμένου Βασιλείου (AUKUS) έχει εξαιρετικά σημαντικές επιπτώσεις σε πολλά επίπεδα.

Αλλά το μείζον ερώτημα για μένα είναι συγκεκριμένο: Θα έχει τελικά η νέα συμφωνία περισσότερες συνέπειες για τη «Δύση» παρά για την Κίνα; Για το εν πολλοίς φαντασιακό υποκείμενο της αποτροπής παρά για το υποτιθέμενο αντικείμενό της;

Το υπόβαθρο
 
Από το 1954 μέχρι το 1977, το SEATO (Οργανισμός Συμφώνου Νοτιοανατολικής Ασίας) διαδραμάτιζε φθίνοντα ρόλο στρατηγικού συμφώνου ασφαλείας στην ευρύτερη περιοχή. Μέσα σε κλίμα εντεινόμενων διαφωνιών των ιδρυτικών μελών του (ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, Φιλιππίνες, Ταϊλάνδη, Πακιστάν) το SEATO τελικά διαλύθηκε και οι ΗΠΑ με σειρά επιμέρους συμφωνιών ανέλαβαν την υποστήριξη των συμμάχων τους στην περιοχή.

Η γεωπολιτική έννοια του Ινδο-Ειρηνικού αναδύθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου πρώτα στην Αυστραλία και την Ιαπωνία και χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στις ΗΠΑ από την περίοδο κυβέρνησης Τραμπ. Συνυφάνθηκε με την ανησυχία για την άνοδο της Κίνας και την αυξανόμενη παρουσία της στην περιοχή.

Ως προς αυτή τη γεωπολιτική ενότητα του Ινδο-Ειρηνικού, η ΕΕ τον Απρίλιο 2021 δημοσίευσε μια «Στρατηγική για συνεργασία» δηλώνοντας ότι επιθυμεί να ενισχύσει τον ρόλο της σε μια ευρύτατη γκάμα τομέων από το περιβάλλον και το εμπόριο μέχρι τη δημόσια υγεία και την ασφάλεια.

Παρότι η ΕΕ πάντοτε δήλωνε ότι οι δράσεις της δεν στρεφόταν κατά της Κίνας, η διάσταση της συμβολής της ΕΕ στην εξισορρόπηση της κινεζικής ισχύος στην περιοχή ήταν έκδηλη.

Όπως διεξοδικά έχουν αναλύσει ο Frédéric Grare και η Manisha Reuter, πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή την πορεία διαδραμάτισαν η Γαλλία, η Γερμανία και η Ολλανδία, από διαφορετική όμως σκοπιά η κάθε χώρα.

Είχε συμφωνηθεί ότι θα ακολουθήσει εκτενέστερη ανάλυση τον Σεπτέμβριο ώστε να ξεδιπλωθεί ο συντονισμός της ΕΕ με τα δημοκρατικά καθεστώτα της περιοχής όπως η Αυστραλία, η Ινδία και η Ιαπωνία.

Στο μεταξύ, η μόνη πια στρατιωτική και πυρηνική δύναμη της ΕΕ, η Γαλλία, είχε από χρόνια συμφωνήσει μια πώληση-μαμούθ νέων υποβρυχίων στην Αυστραλία. Άλλωστε το Παρίσι είχε ξεκαθαρίσει και μετά τη διάλυση του ότι θεωρούσε τη Γαλλία και «δύναμη του Ειρηνικού». Επί Μακρόν, η στρατηγική αυτή είχε περαιτέρω ενισχυθεί – μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου 2021.

Η νέα συμφωνία της 15ης Σεπτεμβρίου βάζει τη Γαλλία στο περιθώριο ακυρώνοντας την προοπτική των γαλλικών υποβρυχίων, τα οποία θα αντικατασταθούν από αμερικανικά υποβρύχια και θα κινούνται με πυρηνική ενέργεια αλλά δεν θα φέρουν πυρηνικές κεφαλές.

Πρόκειται αναμφίβολα για ένα ηχηρό μήνυμα επιχειρούμενης αποτροπής προς την Κίνα.  

Πρόκειται επίσης, σε ένα βαθμό, για αύξηση της προσλαμβανόμενης ασφάλειας όχι μόνο για την Αυστραλία αλλά και για την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα.

Από την άλλη πλευρά, η Νέα Ζηλανδία έσπευσε να δηλώσει ότι δεν θέλει πυρηνοκίνητα υποβρύχια στα νερά της.  

Σε κάθε περίπτωση, η νέα συμφωνία συνιστά μια πολύ σημαντική, ίσως κρίσιμη καμπή στις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ηνωμένου Βασιλείου στην εποχή μετά το Brexit.

Παρότι είχε γενικά υποτεθεί ότι η Βρετανία θα έμενε στη μέση του Ατλαντικού μετά το Brexit και την ήττα του Τραμπ, η επάνοδος της ισχυρής αγγλοαμερικανικής σχέσης διεμβόλισε την όποια βελτίωση των ευρωατλαντικών σχέσεων, εκτοπίζοντας τις τελευταίες από υπερπόντια στρατηγικά ενδιαφέροντα και συμφέροντα.

Πράγματι, η νέα αυτή συμφωνία φέρνει σε δύσκολη θέση τη Γαλλία. Η Αυστραλία ακύρωσε τη συμφωνία για την αγορά 12 νέων υποβρυχίων ύψους 90 δισ. δολαρίων με τη γαλλική Naval Group.

Υπήρξαν τα τελευταία χρόνια και προβλήματα στη συνεννόηση μεταξύ Αυστραλίας και Γαλλίας για τις προδιαγραφές των υποβρυχίων, με την γαλλική πλευρά να επιμένει ότι η Αυστραλία ήταν δύσκολο (για λόγους τόσο εσωτερικής όσο και διεθνούς πολιτικής) να κατασταλάξει αν ήθελε τα υποβρύχια πυρηνοκίνητα (όπως είναι τα νέα γαλλικά υποβρύχια) ή όχι.

Τελικά, η Αυστραλία θα προστεθεί στις έξι, μέχρι σήμερα, δυνάμεις που διαθέτουν πυρηνοκίνητα υποβρύχια (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Βρετανία, Γαλλία, Ινδία) αλλά με αμερικανική και όχι γαλλική βοήθεια. Ο πρώην πρέσβης της Γαλλίας στην Ουάσιγκτον, Gérard Araud, το χαρακτήρισε «μαχαιριά στην πλάτη». Ενώ η Sydney Morning Herald σε ανάλυσή της επισημαίνει ότι η Αυστραλία οδηγείται σε ρήξη με την Γαλλία «τη στιγμή που ο Μακρόν αναλαμβάνει τη σκυτάλη από την Μέρκελ ως de facto ηγέτης της Ευρώπης».
 

Το αύριο της Ευρώπης


Σε αυτό το πλαίσιο, η πρώτη μου εκτίμηση, όσον αφορά τη νέα συμφωνία, είναι ότι πράγματι έχει μια σειρά από συνέπειες, μερικές προφανείς, όμως παράλληλα αναδεικνύει με δραματικό τρόπο και τα ρήγματα στο εσωτερικό της «Δύσης».

Εισερχόμαστε σε μια πραγματικά κρίσιμη φάση για την ΕΕ. Είναι βέβαιο ότι η νέα συμφωνία ΗΠΑ – Βρετανίας – Αυστραλίας θέτει επείγοντα ζητήματα για την ΕΕ, ιδιαίτερα (αλλά όχι αποκλειστικά) όσον αφορά τη διάσταση της άμυνας και ασφάλειας.

Πώς θα αντιδράσει στη νέα εξέλιξη η ΕΕ; 

Η περίφημη «γεωπολιτική επιτροπή» που είχε προαναγγείλει η κυρία φον ντερ Λάϊεν αποδείχθηκε – όπως δυστυχώς αναμενόταν – γεωπολιτικό ανέκδοτο.  

Θα προσπαθήσει τώρα η ΕΕ να ενισχύσει έστω συμβολικά την αίσθηση μιας ευρωπαϊκής προσέγγισης;

Το ζητούμενο δεν είναι η επανάληψη του πομφόλυγα περί ευρωστρατού και αυτόνομης ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας.  

Πραγματικός ευρωστρατός και πραγματική αυτονομία είναι – στο μεσοπρόθεσμο τουλάχιστον μέλλον – αδύνατα. Το πλαίσιο του ΝΑΤΟ για την ευρωατλαντική ασφάλεια είναι εν πολλοίς δεδομένο – ως πλαίσιο. Όμως, η συνοχή, ο ρόλος και η σχετική βαρύτητα της ΕΕ θα πρέπει να αναβαθμιστούν.

Υπάρχει, όμως και μια ακόμη διάσταση:

 

ΙΣΛΑΜΟΦΑΣΙΣΜΟΣ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΛΑΘΡΟΜΑΧΜΟΥΤΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η προσπάθεια επιβολής του Ισλαμισμού μέσω της τρομοκρατίας και η Ελλάδα

 

Toυ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΑΒΔΑ

Όπως εξηγώ αυτές τις ημέρες σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές συνεντεύξεις, πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις εξελίξεις σε έξι βήματα, μερικά άμεσα, άλλα ανάλογα με τις εξελίξεις των επόμενων εβδομάδων.
 

Πρώτον, χρειάζεται απόλυτη και κάθετη ΔΗΜΟΣΙΑ καταδίκη της επιχειρούμενης επιβολής στη Δύση μιας διαφορετικής πολιτικής κουλτούρας μέσω της ωμής τρομοκρατίας του ισλαμοφασισμού. Απόλυτη καταδίκη χωρίς μισόλογα, στρογγυλεύσεις και εκτός τόπου και χρόνου στοχασμούς του τύπου «φταίει και η Δύση», «φταίνε οι σταυροφορίες», «φταίνε οι πρωτόπλαστοι», κλπ.
 

Δεύτερον, έμφαση στο γεγονός ότι δεν πλήττεται σήμερα από την τρομοκρατία μόνο η Γαλλία αλλά η Ευρώπη. Όπως επίσης, δεν πλήττεται από τους εκβιασμούς και την απειλή πολέμου μιας γείτονος μόνο η Ελλάδα, αλλά η Ευρώπη. Είμαστε διατεθειμένοι να το δούμε πραγματικά από αυτό το πρίσμα; Προφανώς διαφορετικά κράτη έχουν και διαφορετικά μέτωπα, αλλά πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ζούμε μια τελευταία, ίσως, ευκαιρία για το χτίσιμο μιας ευρωπαϊκής απάντησης. Δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος για λόγους που έχουν αναλυθεί στο παρελθόν (οι αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών συμφερόντων και των γεωπολιτικών απόψεων παραμένουν μεγάλες), αλλά πρέπει τουλάχιστον να προσπαθήσουμε να ξυπνήσουμε την Ευρώπη από τον λήθαργο που επιβάλλουν προσεγγίσεις όπως αυτή στην οποία επιμένει ακόμη η Γερμανία η οποία απλώς σωρεύει πλεονάσματα ενώ ο κόσμος γύρω μας μετασχηματίζεται ραγδαία.
 

Τρίτον, χρειάζεται διάλογος και συνεχής, σε βάθος συζήτηση με τα υπεύθυνα στοιχεία στον αραβικό και γενικότερα τον ισλαμικό κόσμο, στοιχεία που είναι, φυσικά, πολλά και ιδιαίτερα προβληματισμένα. Δίκτυα όπως η Μουσουλμανική Αδελφότητα αλλά και κράτη όπως η Τουρκία, το Κατάρ, το Πακιστάν δεν πρέπει να αφεθούν να ποδηγετήσουν (άμεσα ή έμμεσα) το νέο κύμα κινηματικής διεθνικής τρομοκρατίας που έχουμε μπροστά μας. Τα ξέρουμε τα άλλα κράτη (π.χ. η Σαουδική Αραβία, για να θυμηθούμε ένα) και τι εξέθρεψαν στο παρελθόν, όμως σήμερα έχουμε μια νέα εικόνα μπροστά μας. Και θα πρέπει να προχωρήσουμε χωρίς παρωπίδες του παρελθόντος.
 

Τέταρτο, πρέπει να αναδείξουμε με κάθε τρόπο τον δόλιο ρόλο του καθεστώτος Ερντογάν. Όσοι δεν το πράττουν έχουν ευθύνη. Καθαρά πράγματα.
 

Πέμπτο, στο εσωτερικό των κοινωνιών μας έχουμε μπροστά μας ένα δύσκολο αλλά κρίσιμο αγώνα για...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΕΘΝΙΚΑ ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ: Από τις «κόκκινες γραμμές» στην πειστική αποτροπή

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο 
Έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, Senior Research Fellow στο London School of Economics και Καθηγητής στην Έδρα Ελληνικών και Ευρωπαϊκών Σπουδών «Κωνσταντίνος Καραμανλής» στο Fletcher School of Law and Diplomacy του Πανεπιστημίου Tufts στις ΗΠΑ.
 
Ξαφνικά όλοι θυμήθηκαν τις «κόκκινες γραμμές». Φαίνεται όμως ότι είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό στην ευρύτερη δημοσιότητα ότι στη διεθνή πολιτική η «κόκκινη γραμμή» είναι πρωτίστως έννοια και εργαλείο διαπραγμάτευσης και μέσον πρόληψης. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αντικείμενο της διαπραγμάτευσης (π.χ. μια καλύτερη συμφωνία) ή από αυτό που θέλουμε να προλάβουμε ή να αποτρέψουμε (π.χ. μια επόμενη κίνηση του αντιπάλου). Εξαρτάται όμως και από παράγοντες όπως η συγκυρία, η προσλαμβανόμενη ισχύς των δυο μερών, οι αντιλήψεις τους για τις εξελίξεις στο περιβάλλον τους, κλπ.

Πότε θεωρείται χρήσιμη μια συγκεκριμένη «κόκκινη γραμμή»; 
 
Μια είναι σε τελική ανάλυση η απάντηση: εάν βελτιώνει τις πιθανότητες επίτευξης ενός στόχου τον οποίο έχει τεθεί να υπηρετεί, όπως π.χ. την επίτευξη ενός βελτιωμένου αποτελέσματος στις διαπραγματεύσεις για το ζήτημα των δικαιωμάτων αλιείας μεταξύ ΕΕ – Βρετανίας ενόψει Brexit, την διακοπή ανάπτυξης του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν ή την αποτροπή του τουρκικού επεκτατισμού. 
 
Σε σχέση με τους στόχους που υποτίθεται ότι υπηρετεί κρίνεται μια «κόκκινη γραμμή», όχι αναφορικά με τις επιδράσεις της στην εικόνα και την επικοινωνιακή αποτύπωση μιας κυβέρνησης ή ενός οργανισμού στο κοινό που, αντίστοιχα, τους ενδιαφέρει.

Ενίοτε η ασάφεια μπορεί να είναι προσόν μιας διαπραγμάτευσης, εάν π.χ. αυτός που θέτει τα όρια γνωρίζει ότι ενδέχεται να μην είναι σε θέση να τα εγγυηθεί. Από την άλλη πλευρά, η ίδια η ασάφεια των ορίων ενδέχεται να είναι λόγος αποτυχίας της αποτροπής.  
 
Με δυο λόγια, ο υπολογισμός του κόστους που θα υπάρξει από την παραβίαση μιας «κόκκινης γραμμής» είναι διαδικασία σύνθετη και όχι εύκολα προβλέψιμη.

Γενικά, οι πιθανότητες επιτυχίας στην λειτουργία μιας «κόκκινης γραμμής» αυξάνονται εάν υφίστανται συνδυαστικά ορισμένοι σημαντικοί παράγοντες: σαφήνεια των ορίων, προηγούμενη εμπειρία που πείθει τον απέναντι για την αποφασιστικότητα αυτού που θέτει τα όρια, ύπαρξη ισχύος και πιθανότητα υψηλού κόστους σε περίπτωση παραβίασης των ορίων, υπολογισμός του κόστους από τον απέναντι σε σχέση με το όφελος που θεωρεί ότι θα έχει από το διακύβευμα, περιβάλλον στο οποίο η κινητοποίηση ως αποτέλεσμα της παραβίασης των ορίων για ένα συγκεκριμένο αντικείμενο (π.χ., υπεράσπιση πεδίου δυνητικής κυριαρχίας με νόμιμο έρεισμα) θα γίνει αποδεκτή ή, αντίθετα, θα τύχει απορριπτικής αντιμετώπισης.

Επειδή ο συνδυασμός πολλών από τους παραπάνω παράγοντες δεν είναι εύκολος, ενώ και η απόφαση για την ανάληψη της ευθύνης για την έναρξη μιας εμπλοκής λόγω παραβίασης ενός ορίου είναι εξαιρετικά ριψοκίνδυνη, η δημόσια τοποθέτηση περί «κόκκινων γραμμών» μπορεί να είναι προβληματική σε ορισμένες συγκυρίες και συγκεκριμένα περιβάλλοντα. Πέρα από το αυτονόητο ζήτημα ότι εάν οι γραμμές δεν τηρηθούν, θα υπάρξει δυσβάστακτο κόστος λόγω αναξιοπιστίας, η δημοσιοποίηση των γραμμών σε ένα εσωτερικό κοινό μειώνει επιπλέον τις δυνατότητες διαπραγματευτικών ελιγμών εκείνων που χειρίζονται τη διαπραγμάτευση και λαμβάνουν τις αποφάσεις. Για τις οποίες, φυσικά, θα κριθούν όταν έλθει η στιγμή στο πλαίσιο του αντιπροσωπευτικού συστήματος. Είναι βέβαια υπαρκτός ο κίνδυνος της εύκολης εν κρυπτώ αναδίπλωσης, είναι όμως επίσης υπαρκτό το ενδεχόμενο να υπάρξει πραγματικό πρόβλημα σε δημοκρατικά συστήματα εάν έχει διαμορφωθεί μια πολιτική δέσμευση σε χρόνο t1 για κάτι που ενδέχεται να πρέπει να τροποποιηθεί επωφελώς – σε σχέση με νέα δεδομένα ή νέα ανταλλάγματα – σε χρόνο t2.  

Από την ειδική άποψη της καθαρής ισχύος, όσο αποτελεσματικότερη η προσλαμβανόμενη ισχύς που διαθέτει ένας δρών τόσο πιο μαξιμαλιστικά μπορεί να θέσει κάποιες «κόκκινες γραμμές». Αδιαφορώντας για το ενδεχόμενο μιας σύγκρουσης ή κατά περίπτωση επιθυμώντας και να την προκαλέσει. Μπορεί π.χ. να θεωρήσει και την αβάσιμη επέκταση των περιοχών έρευνας και διάσωσης από μια επιθετική γείτονα ως παραβίαση «κόκκινης γραμμής». 
 
Η Ελλάδα δεν έχει να επιδείξει τέτοιες μαξιμαλιστικές κόκκινες γραμμές. 
 
Περίπτωση υπαρκτής μαξιμαλιστικής και εξόχως προκλητικής «κόκκινης γραμμής» είναι όμως η απειλή πολέμου (casus belli) με την οποία η τουρκική Εθνοσυνέλευση το 1995 προειδοποίησε την Ελλάδα να μην προχωρήσει στην άσκηση του απολύτως νόμιμου δικαιώματός της να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα πέραν των 6 μιλίων. Άλλωστε οι κόκκινες γραμμές δεν σχετίζονται απαραίτητα με τη νομιμότητα.

Στο άλλο άκρο, η μινιμαλιστική ταύτιση των ίδιων των συνόρων ενός κράτους με «κόκκινες γραμμές» υποδηλώνει αδυναμία και θα γίνει αντιληπτή ως έλλειψη ισχύος ή/και αποφασιστικότητας. Κατ’ ελάχιστον θα εκληφθεί ως σήμα επιτρεπτικό για ό,τι αφορά περιοχές πέραν των συνόρων. Στην χειρότερο σενάριο, θα επιβεβαιώσει τη διαιώνιση του καχεκτικού νομικισμού που περιόρισε την αντίληψη περί εξωτερικής πολιτικής σε θεσμικούς μονολόγους.  
 
Τα σύνορα είναι σύνορα, δεν είναι εργαλεία διαπραγμάτευσης. Είναι αδιανόητο (από στρατηγική αλλά και λογική άποψη) να δηλώσουμε π.χ. ότι για εμάς είναι «κόκκινη γραμμή» το σπάσιμο των συνόρων στον Έβρο. Ένα σοβαρό κράτος δεν χρειάζεται να δηλώσει ότι είναι αιτία σύγκρουσης η παραβίαση των συνόρων του.

Ούτε αποτελεί η τήρηση μιας «κόκκινης γραμμής» εγγύηση αποτροπής, ειδικά αν ο αντίπαλος δεν έχει πειστεί εκ των προτέρων για την αποφασιστικότητα αυτού που θέτει τη γραμμή ή έχει λόγους να αμφιβάλει για την ισχύ του. Ρωτήστε τους Πολωνούς. Τον Μάρτιο 1939 η Βρετανία και η Γαλλία εγγυήθηκαν την ακεραιότητα των συνόρων της Πολωνίας. Λίγους μήνες μετά, τον Σεπτέμβριο, η Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία. Η Βρετανία και η Γαλλία, τιμώντας την εγγύηση τους για τα πολωνικά σύνορα, κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία. Μέσα στον Σεπτέμβρη η Πολωνία είχε παραδοθεί και η Γερμανία και η Σοβιετική Ένωση την μοίρασαν μεταξύ τους.

Οι «κόκκινες γραμμές» και ο ψευδο-μαξιμαλισμός της αναπλήρωσης

Πολλοί σήμερα ζητούν να δηλώσει η ελληνική κυβέρνηση ότι η «κόκκινη γραμμή» είναι στα 12νμ. Η προσέγγιση αυτή είναι κατανοητή αλλά όχι πειστική. Εάν ζούσαμε σε έναν κόσμο ελληνικής υπεροπλίας, εσωτερικής πατριωτικής ομοφωνίας και διαφορετικού περιβάλλοντος συμμαχιών, θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί ότι αυτός θα ήταν ένας τρόπος με τον οποίο να επιβληθεί τη διασαφήνιση αναφορικά με την εκκρεμότητα της δυνητικής κυριαρχίας.  Αλλά, σε κάθε περίπτωση, με δεδομένη την προϋπάρχουσα, προκλητική τουρκική κόκκινη γραμμή για το ίδιο αντικείμενο, θα ήταν απλούστερο εάν η Ελλάδα απλώς αποφάσιζε την επέκταση στα 12νμ.

Κόκκινες γραμμές και πράσινα άλογα; 
 
Όχι ακριβώς. Η χαώδης αντίληψη για τις κόκκινες γραμμές στη δημοσιότητα σημαίνει ότι πάσχουμε ταυτόχρονα από μινιμαλισμό της πράξης και ψευδο-μαξιμαλισμό της αναπλήρωσης.  
 
Πολλές πράξεις και παραλείψεις του ελληνικού κράτους στις εξωτερικές σχέσεις του τις τελευταίες δεκαετίες εξηγούνται εν μέρει μέσα από το πρίσμα της εξάρτησης από τις τουρκικές αντιδράσεις, π.χ. η μέχρι πρόσφατα αδυναμία οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών. Από την άλλη πλευρά, ο ψευδο-μαξιμαλισμός της αναπλήρωσης λειτουργεί ως δικλείδα ασφαλείας για την κοινή γνώμη, τα ΜΜΕ και ορισμένα περισσότερο εξειδικευμένα πεδία δημόσιου διαλόγου.  
 
Στο μεταξύ τα πραγματικά δεδομένα αλλάζουν, οι ισορροπίες δυνάμεων έχουν μετατοπιστεί, οι ανάγκες εξελίσσονται. Για την δομική απειλή που συνιστά σήμερα η Τουρκία, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί το καβαφικό «δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον». Δεν πραγματοποιήθηκε «ανεπαισθήτως» η γιγάντωση του τουρκικού αναθεωρητισμού. Αλλά ο ψευδο-μαξιμαλισμός της αναπλήρωσης συνόδευσε και υπηρέτησε πιστά, ως δικλείδα ασφαλείας, την πολιτική της φοβικής παρακολούθησης του κτισίματος της τουρκικής μεγαλομανίας.

Με δυο λόγια:  
 

ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: H μυωπία της Ευρώπης αποθρασύνει την Τουρκία

Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Οι εξελίξεις είναι σαφείς: το καθεστώς της Άγκυρας παραμένει πιστό στην λογική της επιβολής των δικών του όρων σε κάθε πιθανή συνομιλία, μέσω τετελεσμένων και – όταν χρειαστεί – μέσω απροκάλυπτων πολεμικών εκβιασμών. Άλλωστε, όπως είχαμε εξ αρχής επισημάνει, επρόκειτο για προσωρινή, τακτικής φύσεως αναδίπλωση της Τουρκίας. 
 
Δεν μπορεί βέβαια κανείς να επιχαίρει για την επαλήθευση δυσάρεστων σεναρίων που είχε «προβλέψει». Πρώτον, διότι το δυσάρεστο – ειδικά στα εθνικά θέματα – πρέπει να αποφεύγεται, όχι να επιβεβαιώνεται. Και δεύτερον διότι πραγματική επιστημονική «πρόβλεψη» στις διεθνείς διαδράσεις δεν υφίσταται, παρά μόνο με την έννοια της επεξεργασίας διαφορετικών, συστηματικά συγκροτημένων σεναρίων και της ανάδειξης ενός εξ αυτών ως περισσότερο πιθανού.

Και το πιθανότερο σενάριο ήταν και παραμένει αυτό που βασίζεται σε μια διάγνωση ανησυχητική. Ως συνεκτικό στοιχείο της τουρκικής στρατηγικής υφίσταται ο συνδυασμός της προσπάθειας για εσωτερική δικαίωση του ερντογανισμού το 2023 και της επιβολής δια τετελεσμένων μιας επιθετικά αναθεωρητικής εξωτερικής πολιτικής. Πρόκειται για στρατηγική που επιχειρεί να εκμεταλλευτεί το ριζοσπαστικοποιημένο πολιτικό Ισλάμ στην Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, γνωρίζοντας τις προφανείς αντιθέσεις εντός του αραβικού κόσμου αλλά προωθώντας συστηματικά ό,τι είναι δυνατόν να συνδυάσει την κινητοποίηση του εσωτερικού εθνικιστικού μετώπου με την εξωτερική ανάδειξη της Τουρκίας ως περιφερειακής μουσουλμανικής δύναμης με ηγεμονικές τάσεις ευρύτερα στον μουσουλμανικό κόσμο μέχρι τον Καύκασο.

Υπάρχουν βέβαια και οι άμεσες προκλήσεις, αλλά δυστυχώς και αυτές «δείχνουν» εντατικοποίηση της προσπάθειας εξασφάλισης τετελεσμένων από την πλευρά της Άγκυρας. Οι εσωτερικές δυσκολίες και το φάντασμα του Μεντερές, η πιθανότητα εκλογικής ήττας του Τραμπ το Νοέμβριο στις ΗΠΑ, οι εκλογικές αμφιβολίες και οι απροκάλυπτες παρεμβάσεις στα κατεχόμενα, όλα συγκλίνουν στην προτίμηση εξασφάλισης άμεσων ωφελειών. 

Τι θα πρέπει να κάνει η Αθήνα; 
 
Η Αθήνα απέδειξε ότι επιθυμεί γνησίως τον διάλογο ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί να υπενθυμίζει και την ύπαρξη σημαντικών αμυντικών μέσων με την κινητοποίηση του στόλου. Δεχόμενη πριν τη Σύνοδο της 1-2 Οκτωβρίου την προαναγγελία μελλοντικής έναρξης διερευνητικών επαφών, η Αθήνα επέτρεψε την μείωση της πίεσης προς την Άγκυρα, ικανοποιώντας ένα αίτημα του Βερολίνου. Το οποίο Βερολίνο υποσχέθηκε αποκλιμάκωση.  
Σε κάθε περίπτωση, σήμερα η Αθήνα δεν έχει να αποδείξει κάτι σε σχέση με τις γνησίως διαλλακτικές και φιλειρηνικές προθέσεις της.   

Κατά συνέπεια, η Αθήνα θα πρέπει να καταστήσει απολύτως σαφές ότι συνομιλίες δεν μπορούν να γίνουν με το Oruc Reis να κατευθύνεται για έρευνες σε περιοχές της μη οριοθετημένης ελληνικής υφαλοκρηπίδας που αγγίζουν το όριο των 6,5 μιλίων από το Καστελόριζο, το Barbaros να συχνάζει πια μονίμως και ανέτως στην κυπριακή ΑΟΖ και την Άγκυρα να παραβιάζει αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για την Αμμόχωστο.


Βεβαίως, η Αθήνα θα πρέπει να είναι επίσης έτοιμη να προσέλθει σε επαφές εάν η Άγκυρα δείξει και πάλι τακτικές αναδίπλωσης. Επιπλέον, η Αθήνα θα πρέπει να είναι σε θέση να χειριστεί αποτελεσματικά τις επικοινωνιακές διαστάσεις, π.χ. την τουρκική προπαγάνδα ότι «η Ελλάδα εγκαταλείπει τις συνομιλίες». Η διεθνής κοινή γνώμη μετράει και οι εντυπώσεις δημιουργούνται εύκολα αλλά σβήνουν δύσκολα.   

Και η μεγάλη εικόνα; 
 
Γνωρίζουμε ότι η Σύνοδος του Δεκεμβρίου θα είναι σημαντική για τις σχέσεις ΕΕ – Τουρκίας. Με τα μέχρι σήμερα δεδομένα, η «θετική ατζέντα» (αναβάθμιση τελωνειακής ένωσης κλπ) έχει έλθει εγγύτερα ενώ οι «ποινές» (λίστα κυρώσεων) παραμένουν στο τραπέζι αλλά σε απομακρυσμένη θέση, ενόψει της υπεσχημένης αποκλιμάκωσης, των υπεσχημένων διερευνητικών επαφών, των ενδεχόμενων πολιτικών συνομιλιών κλπ. Από την άλλη πλευρά, η ΕΕ μπόρεσε να προχωρήσει σε άμεσες κυρώσεις για την Λευκορωσία (ενώ στις 28 Αυγούστου στο Άτυπο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων στο Gymnich είχε συμφωνηθεί να συνδεθούν οι περιπτώσεις Λευκορωσίας και Τουρκίας).

Είναι πιθανό η ΕΕ να αντιδράσει τώρα αυστηρά σε επίπεδο δηλώσεων, με στόχο να διασώσει κάποια από την χαμένη αξιοπιστία της σε σχέση με την απροκάλυπτα αναθεωρητική Τουρκία. Όμως η πολιτική ίσων αποστάσεων που τηρεί το Βερολίνο ακόμη και κατά την περίοδο που συμβαίνει να διαχειρίζεται την προεδρία της ΕΕ δεν φαίνεται να αλλάζει επί της ουσίας.  
 
Η πολιτική αυτή κάνει πολλές ζημιές ταυτόχρονα. 
 
Στην Τουρκία αποθρασύνει τους μουσουλμανο-εθνικιστές, αλλού αφαιρεί επιχειρήματα από τους οπαδούς της διπλωματικής επίλυσης της κρίσης ενώ παράλληλα ενισχύει και εκείνους που χωρίς περίσκεψη αιτιώνται την ΕΕ για κάθε αναποδιά. Το Βερολίνο παραμένει μυωπικά προσκολλημένο στις καλές οικονομικές σχέσεις του με την Άγκυρα αλλά και στην τουρκική μειονότητα στη Γερμανία, ενώ παράλληλα παραγνωρίζει και τους γεωπολιτικούς κινδύνους της σημερινής, μετασχηματιζόμενης ισορροπίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Κρινόμενη ως ευρωπαϊκή δύναμη επικεντρωμένη – όπως η ίδια οφείλει αλλά και επιθυμεί – στην ήπια ισχύ, η Γερμανία αποδείχθηκε απολύτως κατώτερη των περιστάσεων.  

Αλλά και στην Ελλάδα, η ακριβής διάγνωση του προβλήματος με την Τουρκία φαίνεται να παραμένει για πολλούς αδύνατη. Ενώ η Τουρκία ευτελίζει κάθε προσπάθεια διαλόγου, ορισμένοι εντοπίζουν το πρόβλημα στο ότι η ελληνική κοινή γνώμη «δεν έχει προετοιμαστεί» για έναν πιθανό συμβιβασμό με την Τουρκία. Ελληνικός συμβιβασμός –απολύτως δικαιολογημένος, χρονικά επιβεβλημένος και εντός του πλαισίου της διεθνούς πρακτικής μεταξύ φίλων χωρών– υπήρξε με την Ιταλία και την Αίγυπτο. Δεν υπήρξαν αντιδράσεις ανορθολογικού εθνικισμού στην ελληνική κοινή γνώμη, ούτε εμποδίστηκε ο συμβιβασμός αυτός. Υπήρξαν και διαφωνίες (θεμιτές και αναμενόμενες σε ένα πλουραλιστικό πολιτικό σύστημα), αλλά οι συμφωνίες εγκρίθηκαν και μάλιστα με χαρακτηριστική άνεση.

Στην πραγματικότητα, η ελληνική κοινή γνώμη είναι...