"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ: Ο παρρησιαστής Στέφανος Μάνος

Image 

 Γράφει ο Χαρίδημος Κ. Τσούκας

Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.

(www.htsoukas.com)

 

«Η παρρησία δεν είναι δεξιότητα. Είναι στάση, ένας τρόπος ύπαρξης που προσεγγίζει την αρετή. […] Η παρρησία πρέπει να νοείται ως ένας τρόπος εκφοράς της αλήθειας, και όχι ως τεχνική [όπως] η ρητορική».

ΜΙΣΕΛ ΦΟΥΚΟ (1984)

 

Ο Στέφανος Μάνος δεν ήταν μόνο πολιτικός αρχών, ούτε μόνο το γόνιμο και ορθολογικό μυαλό για το οποίο τον θυμόμαστε.

Ηταν και κάτι άλλο: υπόδειγμα παρρησιαστή – του κριτικά σκεπτόμενου πολίτη που λέει εύτολμα τη γνώμη του. Ενώ με τις πολιτικές απόψεις του μπορεί να διαφωνεί κανείς, ο τρόπος της σκέψης του και η δημόσια εκφορά της συνιστούν υπόδειγμα παρρησιαστικού λόγου, που αξίζει να είναι καθολικά αποδεκτός. Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν διαφωνείς με τον Μάνο, είναι καλό να σκέφτεσαι και να μιλάς όπως ο Μάνος.

Εξηγούμαι.

Στις 25 Μαΐου 2008, ένα επτάμηνο πριν από τις ταραχές του Δεκεμβρίου 2008 στην Αθήνα και δύο χρόνια πριν από την ελληνική χρεοκοπία, ο Στ. Μάνος έγραψε στην «Καθημερινή» ένα άρθρο-υπόδειγμα παρρησίας, με τίτλο «Οι βολεμένοι και τα αδιέξοδα της χώρας».

Η κριτική του στην κυβέρνηση Καραμανλή ήταν δριμεία. Ομως, δριμύτερη ήταν η κριτική του στους «βολεμένους φίλους» του – τους ιδιαίτερα ευκατάστατους, μορφωμένους «ενοίκους του επάνω ορόφου», οι οποίοι μένουν «αδιάφοροι και απαθείς με όσα συμβαίνουν γύρω τους, με την προσοχή τους στραμμένη αποκλειστικά στον δικό τους μικρόκοσμο».

 

Τους ειρωνεύεται για τον συντηρητισμό τους. «Το 2004, το 2000, το 1996 και όσο θυμούνται ψήφισαν Νέα Δημοκρατία. Είναι αρετή να μένεις σταθερός, να μην αλλάζεις. Ετσι λένε. Είναι συντηρητικοί. Δεν πιστεύουν (και ίσως ενδόμυχα δεν θέλουν) ότι μπορεί ν’ αλλάξει οτιδήποτε στην Ελλάδα. Εύκολα καταλήγουν στο απαισιόδοξο συμπέρασμα ότι “τι τα θες, αυτή είναι η… Ελλάδα!”». Τους ανθρώπους αυτούς δεν τους αγγίζουν τα προβλήματα της χώρας – τα προσεγγίζουν ως παρατηρητές, όχι ως ενεργοί πολίτες. «Τα παιδιά τους σπούδασαν σε καλά πανεπιστήμια του εξωτερικού. Η διάλυση της παιδείας ευτυχώς δεν τους άγγιξε». Η Ελλάδα, για τους ευκατάστατους-βολεμένους, «δεν είναι τίποτε παραπάνω από μια πλατφόρμα, μια γεωγραφική περιοχή, από την οποία μπορούν επωφελώς για τους ίδιους να ασκούν τις όποιες επικερδείς δραστηριότητές τους. Δεν αισθάνονται καμιά ιδιαίτερη ευθύνη για την Ελλάδα».

Δεν ξέρω πόσοι από τους ιδιαίτερα ευκατάστατους φίλους του εξακολούθησαν να του λένε καλημέρα έπειτα από εκείνο το άρθρο, αλλά ο Στ. Μάνος τόλμησε να εκστομίσει, με παρρησία, μια δυσάρεστη αλήθεια: παρά τις τιμητικές εξαιρέσεις, η ελίτ δεν νιώθει ότι ο πλούτος της τής δημιουργεί αυξημένη ευθύνη για τη χώρα. Με την οικονομική και πολιτική ισχύ της, έχει τη δυνατότητα να ιδιωτικοποιεί τις λύσεις σε συλλογικά προβλήματα (π.χ. εκπαίδευση, υγεία). Eχει εσωτερικεύσει την εικόνα μιας μονίμως καθυστερημένης Ελλάδας, στην οποία, ωστόσο, η ελίτ απολαμβάνει να παραμένει στην κορυφή. Υποκρίνεται ότι θέλει αλλαγές στη χώρα, αλλά η ίδια δεν θέλει να αλλάξει (παραμένει συντηρητική στις πολιτικές επιλογές της). Δεν μπαίνει στον κόπο να αναζητήσει εναλλακτικές ή να δεξιωθεί τις όποιες αξιόπιστες της προσφέρονται.

Ο Μισέλ Φουκό αναφέρει πέντε γνωρίσματα της παρρησίας.

Ειλικρίνεια – ο ομιλητής διατυπώνει ευθέως τη γνώμη του.

Αλήθεια – σε αντίθεση με έναν ρητορεύοντα (π.χ. δικηγόρο), ο παρρησιαστής πιστεύει την αλήθεια των όσων λέει.

Θάρρος – ο ομιλητής διακινδυνεύει κάτι πολύτιμο γι’ αυτόν, όπως η σχέση του με αυτούς στους οποίους απευθύνεται.

Καθήκον – αισθάνεται ηθικά υποχρεωμένος να μιλήσει, παρά το τίμημα που θα καταβάλει.

Και, τέλος, κριτική – ο ομιλητής λέει πράγματα που ενοχλούν τους άλλους ή τον εαυτό του («ιδού γιατί κάνετε λάθος ή γιατί έκανα λάθος»).

Ο λόγος του Στ. Μάνου εμπεριείχε όλα αυτά τα γνωρίσματα.

Θα σταθώ στην κριτική.

 

Ο κριτικά σκεπτόμενος άνθρωπος διατηρεί εποικοδομητικό σκεπτικισμό για όλες τις απόψεις (άλλων και δικές του). Θέτει ερωτήματα τόσο στη «δική του» πλευρά όσο και στην «απέναντι». Αναζητάει εμπειρικά δεδομένα για να (ανα)διαμορφώσει άποψη. Δεν υποστέλλει τη σκέψη του χάριν υπέρτερων σκοπιμοτήτων. Γνωρίζει ότι η γνώμη του είναι εγγενώς ατελής και τα συμπεράσματά του δυνάμει αναθεωρήσιμα.

Ο Στ. Μάνος ενσάρκωσε την κριτική πολιτική σκέψη.

Σε άρθρο του στην «Καθημερινή» (13/12/22) αναφέρει ότι μια φίλη του παραπονέθηκε ότι είναι ιδιαίτερα επικριτικός στην κυβέρνηση Μητσοτάκη.

«Τι θέλεις, να ξανάρθει ο Τσίπρας;» τον ρώτησε.

Η απάντησή του ήταν σύνθετη.

Ως ψηφοφόρος ήταν ρεαλιστής. «Αν πρέπει να διαλέξω μεταξύ κυβέρνησης Μητσοτάκη ή κυβέρνησης Τσίπρα, θα διαλέξω κυβέρνηση Μητσοτάκη».

Ως πολίτης ήταν κριτικός:

«Πώς πρέπει να αντιμετωπίσω υπουργικές αποφάσεις ή ενέργειες τις οποίες θεωρώ βλαπτικές για το κοινωνικό σύνολο; Να κάνω πως δεν τις βλέπω επειδή έρχονται εκλογές; […] Δεν βλέπω πώς μπορεί να αλλάξουν τα κακώς κείμενα αν δεν συζητηθούν δημόσια».

Με άλλα λόγια, ο ψηφοφόρος οφείλει να είναι πραγματιστής: επιλέγει μεταξύ ήδη διαμορφωμένων επιλογών.

Ο πολίτης οφείλει να είναι σωκρατικός («ο ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπω»): αμφιβάλλει, διερωτάται, συζητάει.

Και τα δύο χρειάζονται: και πραγματιστική επιλογή και κριτική σκέψη.

Πολλοί επαναπαύονται οπαδικά στην παραταξιακή τους προτίμηση, αποφεύγοντας την ανήσυχη, άβολη σκέψη.

Ο Στέφανος Μάνος...

 

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ - ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ: Κινητήρας Φεράρι σε σασί Ζάσταβα

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του Θάνου Τζήμερου

Η πολιτική λάσπη είναι ένα προηγμένο τεχνολογικά προϊόν.

Δεν προκύπτει από τον θυμό ενός υβριστή. Αυτός είναι ο τελικός εκτοξευτής.

Τη λάσπη την κατασκευάζουν άλλοι: επιστήμονες λασπουργοί, που συστήνονται (και πληρώνονται) ως επικοινωνιολόγοι, εργάζονται στα επιτελεία των κομμάτων και μελετούν με προσοχή τη σύστασή της, για να έχει το καλύτερο αποτέλεσμα στον συγκεκριμένο στόχο.

Υπάρχουν πολλά είδη λάσπης. Τόσα, όσοι και οι στόχοι.

Ωστόσο, υπάρχει μια γενική συνταγή: η λάσπη έχει ως σκοπό την αποδόμηση της προσωπικότητας του θύματος, την απαξίωσή του. Επειδή ως στόχοι επιλέγονται άνθρωποι με αξία, ικανότητες και ήθος - αυτοί είναι που απειλούν το σύστημα - ο σκοπός της λάσπης είναι να τους παρουσιάσει ως ασυνεπείς, ανακόλουθους, υποκριτές, ανίκανους, ηθικά διάτρητους. Δάσκαλε που δίδασκες… Σε πολιτική απόδοση: "Κοίτα ποιος μιλάει! Αυτός που…" Μετά το "που" ακολουθεί η λάσπη. Συνήθως είναι ένα καραμπινάτο ψέμα. Όμως, τα επικοινωνιακά επιτελεία του συστήματος, διαφεντεύοντας τα ΜΜΕ, θα καταφέρουν να το βάλουν στα χείλη και στα πληκτρολόγια όλων.

Ποιος, μετά, θα μνημονεύει την αλήθεια;

Υπάρχει και μια δεύτερη περίπτωση. Η λάσπη να έχει ψήγματα αλήθειας. Μιας αλήθειας όμως που έχει αποκοπεί από το πλαίσιο της (πότε ελήφθη μια απόφαση, κάτω από ποιες συνθήκες, για πόσο χρόνο, ποιες εναλλακτικές υπήρχαν) και ο λασπουργός την συνδέει στρεψόδικα με ό,τι θέλει αυτός: ύποπτο, σκοτεινό, ιδιοτελές.

Έκανα αυτή την εισαγωγή, καθώς στα σχόλια του προ 15θημέρου άρθρου μου αλλά και στα social media, διακινήθηκε ξανά η λάσπη που έχει πετάξει, εδώ και δεκαετίες το σύστημα, αριστερό και δεξιό, στον μεγάλο εκλιπόντα, Στέφανο Μάνο: "Μιλάς για τον Μάνο που…"

Θα αναφερθώ στα πιο "δημοφιλή" "που…".

"…που χρεοκόπησε την Αλλατίνη." Είναι 100% ψέμα. Ο Μάνος, διοικώντας την Αλλατίνη από το 1966 ως το 1977, την εκσυγχρόνισε και εκτόξευσε την κερδοφορία της υιοθετώντας πρωτοποριακές, για την εποχή, μεθόδους.

Απέκλεισε τους χονδρεμπόρους και διοχέτευσε τα προϊόντα της κατευθείαν στα σημεία πώλησης με όφελος και για τον καταναλωτή και για την εταιρεία του.

Κατάργησε το "χύμα" προϊόν και το πουλούσε συσκευασμένο για να έχει έλεγχο της ποιότητας.

Λανσάρισε το αλεύρι που φουσκώνει μόνο του. Όλα αυτά οδηγούσαν την Αλλατίνη από επιτυχία σε επιτυχία.

Όμως, όταν το 1977 μπήκε στην πολιτική, έκανε κάτι που έχουν κάνει ελάχιστοι: παραιτήθηκε από κάθε θέση στη εταιρεία, για να μην υπάρχει ούτε υποψία conflict of interest. Υπήρχε κάτι που τον ενέπνεε περισσότερο από τα κέρδη της Αλλατίνη: ο πόθος να υπηρετήσει τη χώρα.

Η Αλλατίνη συνέχισε να λειτουργεί κανονικά, και αργότερα μεταβιβάστηκε σε άλλους επιχειρηματικούς ομίλους. Μπήκε σε περιπέτειες, μαζί με όλη την αλευροβιομηχανία της χώρας, όταν, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επέβαλε πάγωμα τιμών λιανικής στο αλεύρι, ενώ η τιμή του σιταριού και το κόστος της ενέργειας ανέβαιναν αλματωδώς στη διεθνή αγορά, οδηγώντας το σύνολο του κλάδου σε οικονομική ασφυξία. (Να θυμίσω ότι η διατίμηση, δηλαδή η λαϊκίστικη, βλακώδης και καταστροφική επιβολή κρατικού ορίου τιμών στα καταναλωτικά αγαθά, ήταν διαχρονικό εργαλείο των ελληνικών κυβερνήσεων από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και γνώρισε ιδιαίτερες μέρες "δόξας" επί Κατοχής, στα χέρια του Γερμανικού Φρουραρχείου: εξαφάνισε τα προϊόντα από την επίσημη αγορά και τα έστειλε όλα στη μαύρη. Παρά την προφανή της αποτυχία, διατηρήθηκε από όλες τις μεταπολεμικές ελληνικές κυβερνήσεις, προκαλώντας τεράστιες στρεβλώσεις στην Οικονομία, μέχρι να καταργηθεί οριστικά, από τον Μάνο, το 1992. Σε παραλλαγμένη μορφή - πλαφόν στο περιθώριο κέρδους - αναβίωσε με τη σημερινή κυβέρνηση.)

Η λάσπη περί "χρεοκοπίας" κατασκευάστηκε από το αυριανιστικό σύστημα και διαδόθηκε μαστόρικα από όσους, πράσινους, μπλε και κόκκινους κόκκους, αντιδρούσαν στη θέση του Μάνου ότι η Δημόσια Διοίκηση πρέπει να είναι αποτελεσματική με όρους management και όχι πελατειακών εξυπηρετήσεων. "Τι να μας πει κι αυτός ο τεχνοκράτης που φαλίρισε! Αφήστε εμάς που ξέρουμε να σας διορίζουμε για να μας ψηφίζετε."

 

"…που χάρισε τα χρέη του Ολυμπιακού." Η ρύθμιση των χρεών των αθλητικών εταιρειών έγινε με νόμο, όχι με υπουργική απόφαση. Έχει σημασία αυτό, διότι τον νόμο τον ψήφισε και το ΠΑΣΟΚ. Ο Μάνος ήταν τότε Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Ο νόμος είχε ευεργετικό χαρακτήρα για όλες τις Ποδοσφαιρικές Ανώνυμες Εταιρείες (ΠΑΕ) που όφειλαν στο Δημόσιο. Διέγραφε το μεγαλύτερο μέρος των προστίμων και των προσαυξήσεων που είχαν συσσωρευτεί. Το εναπομείναν χρέος ρυθμίστηκε σε 60 έως 120 μηνιαίες δόσεις. Ο Ν. 2021/1992 δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο. Στην ιστορία του ελληνικού επαγγελματικού αθλητισμού, σχεδόν όλες οι μεγάλες ομάδες ποδοσφαίρου και μπάσκετ κατά καιρούς αξιοποίησαν παρόμοιες νομοθετικές ρυθμίσεις.

Το 1992, ναι, ο Ολυμπιακός είχε τα περισσότερα χρέη. Βρισκόταν στα πρόθυρα της πτώχευσης, της κατάσχεσης των περιουσιακών του στοιχείων και του υποβιβασμού στη Γ' Εθνική, λόγω του σκανδάλου Κοσκωτά, το οποίο δεν το εξέθρεψε ο Μάνος, ούτε οι φίλαθλοι του Ολυμπιακού. Πασοκικό προϊόν και συνολική αποτυχία των θεσμών ήταν ο Κοσκωτάς. Άρα υπήρχε και κρατική ευθύνη.

Η επιχειρηματολογία του Μάνου ήταν ότι αν η ΠΑΕ πτωχεύσει, το Δημόσιο και η (υπό εκκαθάριση) Τράπεζα Κρήτης δεν θα εισπράξουν τίποτα. Λόγω πολυετούς μη καταβολής των φόρων, τα αρχικά ποσά είχαν τριπλασιαστεί εξαιτίας των υπέρογκων τόκων υπερημερίας. Κουρεύοντας τις προσαυξήσεις, το Δημόσιο εξασφάλιζε την είσπραξη τουλάχιστον του αρχικού χρέους, σε βάθος χρόνου. Επιπλέον, κανένας επενδυτής (τότε εμφανίστηκε ο Σωκράτης Κόκκαλης) δεν θα αναλάμβανε μια εταιρεία με χρέη 11 δισ. δραχμών που αυξάνονταν καθημερινά. Η ρύθμιση ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για να βρεθεί νέος αγοραστής και για να μπουν χρήματα στα κρατικά ταμεία. Η πολιτική, σχεδόν πάντα, διαχειρίζεται προβλήματα για τα οποία δεν υπάρχει η τέλεια λύση. Εσύ, τι θα έκανες στη θέση του Μάνου;

Όμως, η αλήθεια είναι ότι αυτή η πρακτική καθιέρωσε ένα κακό προηγούμενο. Οι αθλητικές εταιρείες δημιουργούσαν χρέη, γνωρίζοντας ότι, λόγω του κοινωνικού τους βάρους, και της απειλής εκτρόπων από τους οπαδούς, το κράτος αργά ή γρήγορα θα έβρισκε μια νομοθετική φόρμουλα για να τα "κουρέψει". Αυτό, οι "κουτόφραγκοι" το ονομάζουν ηθικό κίνδυνο (moral hazard) και το λαμβάνουν σοβαρά υπόψη. Σε μας, δεν μετράει και τόσο. Απόδειξη, τα χρέη των κομμάτων. Ο γράφων υποστηρίζει την άποψη ότι σε κόμματα που χρωστούν ή που αρνούνται οικονομικό έλεγχο θα έπρεπε να μπαίνει λουκέτο και οι υπεύθυνοι να υφίστανται τις συνέπειες του νόμου, όπως ισχύει για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Επιπλέον, οποιαδήποτε χαριστική απόφαση τραπεζών προς κόμματα, συνιστά το αδίκημα της απιστίας για τις διοικήσεις τους, διότι "ρίχνουν" τους μετόχους, τα συμφέροντα των οποίων υποτίθεται ότι προασπίζουν. Η δική σου άποψη ποια είναι;

"…που έβαλε, από τη μια μέρα στην άλλη, 50 δραχμές φόρο στη βενζίνη." Αληθεύει, μολονότι δεν ήταν 50άρικο αλλά 32 έως 35 δραχμές το λίτρο ανάλογα με τον τύπο του καυσίμου. Δες, όμως, τις συνθήκες και πες μου εσύ τι θα έκανες.

 

Μέχρι η κυβέρνηση Μητσοτάκη να αναλάβει την εξουσία τον Απρίλιο του 1990, η Οικονομία της Ελλάδας εφάρμοζε το… δόγμα "Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα" και βρισκόταν σε κατάσταση ολοκληρωτικού εκτροχιασμού και επικείμενης χρεοκοπίας. Τα "όλα" που έδινε ο Τσοβόλας, μετά την προτροπή του εθνικού εκμαυλιστή, προέρχονταν από εσωτερικό και εξωτερικό δανεισμό, αφήνοντας πίσω τους μια μαύρη δημοσιονομική τρύπα. Το δημόσιο χρέος, από το 30% του ΑΕΠ που το παρέλαβε το ΠΑΣΟΚ το 1981, είχε εκτιναχθεί στο 80%, το 1990. Το έλλειμμα του προϋπολογισμού ήταν 16% του ΑΕΠ, μέγεθος απολύτως μη βιώσιμο, που καθιστούσε τον δανεισμό της χώρας από τις διεθνείς αγορές επισφαλή και πανάκριβο. Ο πληθωρισμός κάλπαζε στο 20%, φαλκιδεύοντας την αγοραστική δύναμη των πολιτών και αποθαρρύνοντας κάθε ξένη επένδυση. Το κράτος είχε φορτωθεί δεκάδες χρεοκοπημένες ιδιωτικές επιχειρήσεις, τις οποίες "διοικούσαν" οι συνδικαλιστές, τις κατάκλεβαν και τις βούλιαζαν ακόμα περισσότερο. Ταυτόχρονα, οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές είχαν εκτινάξει τη φοροδιαφυγή. Ουσιαστικά είχαμε άτυπο μνημόνιο: μας επιτηρούσε η ΕΟΚ, που απειλούσε με διακοπή των κοινοτικών κονδυλίων αν δεν νοικοκυρεύαμε το μαγαζί.

Ο Μάνος ως Υπουργός Οικονομικών έκανε πολλές δομικές, γενναίες μεταρρυθμίσεις για να στηρίξει την ανάπτυξη.

Μείωσε τους συντελεστές φορολογίας σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, κατάργησε τη διπλή φορολογία (εταιρειών και μερισμάτων), διαχειρίστηκε αυστηρά τις δαπάνες, πούλησε προβληματικές κρατικές επιχειρήσεις, κατάργησε πλήθος από γραφειοκρατικούς περιορισμούς και σοσιαλιστικές αγκυλώσεις, θεσμοθέτησε τα ΣΔΙΤ (σύμπραξη δημοσίου και ιδιωτικού τομέα) και την αυτοχρηματοδότηση στα μεγάλα έργα, εισήγαγε το leasing, έφερε την κινητή τηλεφωνία, δρομολόγησε την ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ, παρά τη λυσσαλέα πολεμική των συνδικαλιστών, ακόμα και στελεχών της ΝΔ. Όλα αυτά βελτίωσαν σημαντικά την κατάσταση της Οικονομίας, αλλά είχαμε ακόμα πολύ δρόμο.

Το 1992 η Ελλάδα είχε μόλις υπογράψει τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και έπρεπε να πιάσει, πάση θυσία, τα αυστηρά δημοσιονομικά κριτήρια που αυτή έθετε για να μην αποκοπεί από την πορεία προς το Ευρώ.

Το κράτος χρειαζόταν άμεσα πρωτογενές πλεόνασμα.

Θα μπορούσε να το βρει από πώληση δημοσίων επιχειρήσεων. Αλλά οι αποκρατικοποιήσεις συναντούσαν πρωτοφανείς αντιδράσεις (απεργίες, καταλήψεις, πολιτικό μπλόκο από την αντιπολίτευση) και απαιτούσαν χρόνο για να αποδώσουν ρευστότητα, την οποία το κράτος χρειαζόταν "χθες".

Θα μπορούσε να τυπώσει χρήμα υποτιμώντας τη δραχμή, όμως θα ανέβαζε πάλι τον πληθωρισμό και το εξωτερικό χρέος.

Η εναλλακτική ήταν ένας νέος φόρος, προσωρινός, μέχρι να ανεβάσει στροφές η Οικονομία. Θα μπορούσε να μπει στα ακίνητα, όμως θα έπληττε καίρια την οικοδομή, ατμομηχανή της Οικονομίας μας.

Η αύξηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα προτάθηκε και ουσιαστικά επιβλήθηκε από την ΕΟΚ. Ήταν η μόνη ρεαλιστική λύση που εξασφάλιζε εγγυημένα έσοδα μέσα σε λίγες εβδομάδες, για να αποφευχθεί στάση πληρωμών του κράτους και για να μείνουν οι "κάνουλες" της ΕΟΚ ανοιχτές. Μάλιστα, είχε μηδενικό διαχειριστικό κόστος, διότι το κράτος τον εισέπραττε στην πηγή (από τα διυλιστήρια). Εσύ τι θα έκανες;

Ο φόρος έφερε "ζεστό χρήμα" στα κρατικά ταμεία, δημιούργησε πρωτογενές πλεόνασμα για πρώτη φορά μετά από το 1973 (!), που επέτρεψε στα πακέτα Ντελόρ να συνεχίσουν να φτάνουν στη χώρα μας, μείωσε το κόστος δανεισμού και βελτίωσε τη συνολική δημοσιονομική εικόνα, με όποια θετική επίδραση έχει αυτό στην Οικονομία και στις ζωές των πολιτών. Όμως, το να δεις ένα πρωί ξαφνικά την τιμή της αμόλυβδης στις 162,2 δραχμές το λίτρο, ενώ χθες το βράδυ ήταν στις 130, είναι ένα σοκ που καταγράφεται ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη.

Την ίδια στιγμή ο πολίτης ξεχνάει, αν έχει καν συνειδητοποιήσει, το όφελος στη ζωή του από την φορολογική ελάφρυνση των μεταρρυθμίσεων Μάνου. Ως το 1991, το φορολογικό σύστημα ήταν εξαιρετικά πολύπλοκο και βαρύ για όλα τα εισοδήματα. Περιλάμβανε 9 φορολογικά κλιμάκια που έφταναν στο 50%. Ο Μάνος τα μείωσε σε 4 θεσπίζοντας αφορολόγητο όριο 1.000.000 δραχμές για τα χαμηλά εισοδήματα. Παράλληλα προσπάθησε να δημιουργήσει φορολογική συνείδηση στον Έλληνα με τη θρυλική καμπάνια "Αγαπάς την Ελλάδα; Απόδειξη!". Ήταν η πρώτη φορά που το κράτος απευθύνθηκε στον πατριωτισμό των πολιτών ενάντια στη μάστιγα της φοροδιαφυγής και τους κάλεσε να γίνουν οι ίδιοι εφαρμοστές και ελεγκτές της νομιμότητας στην καθημερινότητά τους. Μολονότι το σύστημα συλλογής αποδείξεων, σε μια εποχή που όλα γίνονταν με το χέρι, ήταν μπελαλίδικο, αποτέλεσε τον πρόγονο όλων των συστημάτων που εφαρμόστηκαν τις επόμενες δεκαετίες, μέχρι να φτάσουμε στη σημερινή εποχή των POS και των ψηφιακών διασταυρώσεων.

Έκανα μια μικρή άσκηση, που δεν ξέρω πόσοι από όσους έβριζαν και βρίζουν τον Μάνο για το "50ρικο" μπήκαν στον κόπο να κάνουν.

Το 1992 ο μέσος ετήσιος μισθός ήταν 2.500.000 δραχμές. Με μέση ετήσια χρήση αυτοκινήτου 12.000 χιλιόμετρα και μέση κατανάλωση βενζίνης, τότε, 8 λίτρα / 100 χλμ. έχουμε 960 λίτρα βενζίνης ανά έτος και μέγιστη επιβάρυνση από τον φόρο 33.600 δρχ. Προσθέτουμε και τον ΦΠΑ (18% ήταν τότε) και φτάνουμε στις 39.648 δραχμές.

Πριν τον Μάνο, με τον Ν.1828/1989  για εισόδημα 2.500.000 δραχμές πλήρωνες φόρο 701.000 δραχμές. Υπήρχαν, βέβαια, πολλές και πολύπλοκες κατηγορίες ελαφρύνσεων που μείωναν τον φόρο, ο οποίος, όμως, σε καμμία περίπτωση δεν μπορούσε να πέσει στα επίπεδα της φορολογίας Μάνου (Ν. 2065/1992)  που για τα 2.500.000 δρχ. τον πήγε, μπαμ και κάτω, στις 75.000 δρχ., γκρεμίζοντας από 38% σε 5% τον συντελεστή για εισόδημα από 2.000.000 έως 2.500.000! Το θυμάσαι αυτό; Το άκουσες ποτέ από κάποιον;

Όσοι βρίζουν τον Μάνο ξεχνούν και κάτι άλλο: η εκάστοτε κυβέρνηση ευθύνεται για το σύνολο των νόμων που ισχύουν, ακόμα κι αν είναι από την εποχή του Όθωνα. Αν διαφωνούσε, θα τους άλλαζε. Η διατήρησή τους είναι τεκμήριο της συναίνεσής της, σωστά;

Όλες, λοιπόν, οι κυβερνήσεις από το 1992 μέχρι σήμερα, όχι μόνο δεν κατήργησαν τον ΕΦΚ στα καύσιμα, αλλά τον αύξησαν 12 φορές!

Τι ψήφιζες από το 1992 και μετά;

Ο Μάνος ήταν φιλελεύθερος, αλλά χωρίς manual φιλελευθερισμού. Δεν τον ενδιέφερε η "ιδεολογική ταυτότητα" ενός μέτρου, αλλά η λειτουργία του. Για παράδειγμα, ο κλασικός φιλελευθερισμός είναι κατά των παρεμβάσεων του κράτους στην αγορά. Όμως, το 1991, η Αθήνα υπέφερε από ατμοσφαιρική ρύπανση που προκαλούσαν σε μεγάλο βαθμό τα σαπάκια που κυκλοφορούσαν στους δρόμους της. Ο Μάνος δεν περίμενε να αντικατασταθούν με τον φυσικό ρυθμό της αγοράς. Γι’ αυτό νομοθέτησε την απόσυρση. Στέλνεις το σαράβαλο για ανακύκλωση και αγοράζεις καταλυτικό; Δεν πληρώνεις φόρους και τέλη. Μέσα σε 18 μήνες έφυγαν σχεδόν 350.000 παλιά, ρυπογόνα οχήματα. Μαζί τους έφυγε και το "νέφος". Και ποιος ξέρει πόσα ατυχήματα γλυτώσαμε και πόσες ζωές σώθηκαν καθώς τα καινούργια οχήματα ήταν πιο αξιόπιστα και ασφαλή.

Η πολιτική διαχειρίζεται μεγέθη σε ανεπάρκεια. Ποτέ δεν έχει τα χρήματα, τον χρόνο και τους ανθρώπους που χρειάζονται, ειδικά για τις μεγάλες αλλαγές. Τις περισσότερες φορές δεν έχει ούτε το θάρρος, καθώς κάθε μεγάλη παρέμβαση θίγει μεγάλα συμφέροντα και δημιουργεί μεγάλες αντιδράσεις. Ο Μάνος δεν χαμπάριαζε από αντιδράσεις. Οι επιχειρηματίες της νύχτας απειλούσαν να τον σκοτώσουν, όταν αποφάσισε, στην πρώτη του θητεία στο νεοσύστατο Υπουργείο Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος (ΥΧΟΠ) να μεταμορφώσει την Πλάκα από μια κακόφημη και θορυβώδη περιοχή, στο διεθνές κόσμημα που είναι σήμερα. Είμαι σίγουρος ότι θα σκέφτηκε "πώς έφτασα εγώ, ένας αστός και επιτυχημένος βιομήχανος να μπλέξω με τον υπόκοσμο"! Δεν ξέρω πόσοι θα συνέχιζαν. Ο Μάνος το έκανε. Η ανάπλαση της Πλάκας θεωρείται ως μια από τις πιο επιτυχημένες παγκοσμίως.

Μακαρίζει, όμως, τον Μάνο ο ιδιοκτήτης της περιοχής που είδε την περιουσία του να αξίζει χρυσάφι ή ο εστιάτορας που δεν έχει καρέκλα άδεια από τους τουρίστες που έρχονται στη "Συνοικία των Θεών";

Τον μακαρίζει ο κάτοικος διαμερίσματος που παρκάρει κατευθείαν στην πιλοτή και δεν κάνει γύρους στη γειτονιά μέχρι να βρει κάποια θέση, όπως όσοι μένουν σε διαμερίσματα που χτίστηκαν πριν τον νόμο Μάνου για υποχρεωτικές θέσεις πάρκινγκ σε κάθε πολυκατοικία;

Θυμάμαι τον πόλεμο που είχε ξεσπάσει τότε με τους εργολάβους. Ευτυχώς νίκησε ο Μάνος.

Θυμάμαι και τον πόλεμο με τους μαγαζάτορες στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας που πεζοδρομήθηκαν. "Πώς θα έρχονται οι πελάτες μας; Με τα πόδια;" Αυτό ήταν το αντεπιχείρημα! Το σιγοντάριζε και η αντιπολίτευση. Το ΠΑΣΟΚ, κυνηγώντας ψηφαλάκια, υποδαύλιζε τις διαμαρτυρίες εμπορικών συλλόγων και καταστηματαρχών που ισχυρίζονταν ότι η διακοπή της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων θα "νεκρώσει την αγορά" και θα τους οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή. Το ΚΚΕ έβαζε την γνωστή κασέτα για μέτρα που εξυπηρετούν το μεγάλο κεφάλαιο, αυτή που παίζει ακόμα.

Ευτυχώς, πάλι νίκησε ο Μάνος.

Πώς θα ήταν η Αθήνα και η Ελλάδα ολόκληρη, αν υπήρχε Μάνος στην προδικτατορική κυβέρνηση Καραμανλή, της αντιπαροχής και της αστυφιλίας, όταν οι νεότεροι αρχιτεκτονικοί μας θησαυροί έγιναν μπάζα και στη θέση των νεοκλασικών κοσμημάτων φύτρωσε ένα κακόγουστο τσιμεντένιο δάσος;

Αν οι διάδοχοί του προχωρούσαν το όραμά του για την αποκέντρωση και τις ανταγωνιστικές πόλεις της υδροκέφαλης Αθήνας;

Αν το ρυθμιστικό του σχέδιο εφαρμοζόταν με αυστηρότητα;

Ακόμα και το 1979, όταν ο Μάνος ορίσθηκε (από τον Καραμανλή) Υπουργός ΥΧΟΠ, υπήρχαν κτήρια που έπρεπε να σωθούν και ελεύθερα οικόπεδα που έπρεπε να γίνουν πάρκα και παιδικές χαρές. Ποιος, όμως, θα πλήρωνε τον λογαριασμό;

Με την καινοτομία της μεταφοράς συντελεστή δόμησης (ΣΔ) ο Μάνος σχεδόν τετραγώνισε τον κύκλο. Ο ιδιοκτήτης του διατηρητέου ή του απαλλοτριωμένου οικοπέδου δεν έχανε, διότι αποζημιωνόταν. Όχι από το κράτος, αλλά πουλώντας "δικαιώματα δόμησης", αυτά που το κράτος του απαγόρευε να χρησιμοποιήσει. Τα δικαιώματα τα αγόραζε κάποιος ιδιώτης και έχτιζε περισσότερο στο οικόπεδό του, τηρώντας όμως τα όρια ύψους της περιοχής. Ναι, κάπου θα έπεφτε λίγο παραπάνω τσιμέντο. Αλλά αν σωζόταν ένα νεοκλασικό στην Πανεπιστημίου, με "κοινωνικό αντίτιμο" ένα κτήριο στον Γέρακα αντί για 500 μέτρα εμβαδόν να έχει 550, ε, δεν ήταν και τόσο τραγικό. (Ο νόμος έβαζε όριο πως το κτήριο "υποδοχής" του ΣΔ δεν θα μπορούσε να "φουσκώσει" πάνω από 10% του κανονικού.)

Το πώς αντιμετωπίστηκε αυτή η ευφυής και πρακτική ιδέα είναι ένα ειδικό case study. Θα άξιζε βιβλίο, αλλά το θίγω επί τροχάδην. (Με τον ίδιο νόμο θεσπίστηκε για πρώτη φορά ως ανώτατος συντελεστής δόμησης για ολόκληρη τη χώρα το 2,4, βάζοντας φρένο στην ανέγερση θηριωδών πολυκατοικιών.)

Υπήρξαν, λοιπόν, αντιδράσεις, που κατέληξαν στο ΣτΕ.

Κι εκείνο, το 1994, απεφάνθη: για να γίνει μεταφορά ΣΔ θα πρέπει προηγουμένως να υπάρχει… ειδική επιστημονική πολεοδομική μελέτη για κάθε οικοδομικό τετράγωνο της περιοχής υποδοχής, δηλαδή για όλη την Ελλάδα, που να ορίζει πόσο παραπάνω εμβαδόν μπορεί να σηκώσει! Μα, πώς μπορεί να γίνει αυτό; Και γιατί χρειάζεται κάτι τέτοιο, εφόσον ο υπάρχων συντελεστής δόμησης σημαίνει ότι, έστω και χωρίς εξαντλητικές μελέτες, η Πολιτεία όρισε πόσο χτίσιμο σηκώνει κάθε γειτονιά; Ένα 10% επιπλέον σε κάποιο κτήριο που αγόρασε συντελεστή, δεν θα φέρει δα και τον οικολογικό Αρμαγεδδώνα. Πόσα κτήρια είναι υπό κατασκευή σε μια περιοχή; Ένα στα εκατό; Και πόσα από αυτά θα αγοράσουν συντελεστή; Ένα στα δέκα; Δηλαδή θα επιβαρυνθεί η περιοχή με 0,01% παραπάνω τσιμέντο και καθόμαστε να το συζητάμε;

Και τι άλλο μπορεί να γίνει, αφού το κράτος δεν έχει να πληρώσει τόσες πολλές αποζημιώσεις και τα νεοκλασικά καταρρέουν;

Όμως, το ΣτΕ δεν ασχολείται με τέτοια ποταπά θέματα: "Το επιχείρημα, εξάλλου, ότι τούτο θα απαιτούσε υπέρογκες δαπάνες εκ μέρους του κράτους δεν αφορά, καταρχήν, τη δογματική του συνταγματικού δικαίου, αφού ανάγεται αποκλειστικά στη σφαίρα της (πολιτικής) σκοπιμότητας." Ήγουν: κόψτε τον λαιμό σας να βρείτε τα λεφτά (αρκεί να μην είναι από περικοπές σε μισθούς και συντάξεις δικαστών) ή αφήστε τα να ρημάξουν. Εμείς είμαστε δογματικοί θεωρητικοί.

Η απόφαση του 1994 (και η επανάληψή της το 2002) κατέστρεψε την αρχιτεκτονική κληρονομιά. Εκατοντάδες ιστορικά νεοκλασικά που θα μπορούσαν να είχαν σωθεί με τα χρήματα της μεταφοράς συντελεστή, αφέθηκαν στην τύχη τους και τελικά κατέρρευσαν. Επιπλέον, χιλιάδες πολίτες που κρατούσαν στα χέρια τους νόμιμους τίτλους βρέθηκαν ξαφνικά με ένα άχρηστο κομμάτι χαρτί, χάνοντας τις περιουσίες τους, χωρίς καμία αποζημίωση από το κράτος. Το ΣτΕ εφάρμοσε μια "αποστειρωμένη" νομική καθαρότητα, εις βάρος της πραγματικής ζωής. Προτίμησε να παγώσει έναν επιτυχημένο σε πολλά κράτη και ρεαλιστικό θεσμό, επειδή δεν ήταν θεωρητικά τέλειος, αντί να δει τη μεγάλη εικόνα. Δεν ήταν η πρώτη φορά, ούτε η τελευταία που ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με τις αγαθές προθέσεις του ΣτΕ.

Η λύση δόθηκε μόλις πρόσφατα (Μάρτιος 2026), αξιοποιώντας, μετά από 47 (!) χρόνια την καινοτομία Μάνου. Είναι η Ψηφιακή Τράπεζα Γης. Η μεταφορά δεν γίνεται πια "χέρι με χέρι". Ο ιδιοκτήτης του διατηρητέου πουλάει τον συντελεστή του στην Ψηφιακή Τράπεζα Γης και παίρνει χρήματα. Τα τετραγωνικά αυτά αποθηκεύονται ψηφιακά και το κράτος τα διαθέτει σε προκαθορισμένες Ζώνες Υποδοχής Συντελεστή (ΖΥΣ), οι οποίες υποτίθεται ότι έχουν ήδη μελετηθεί και αντέχουν το επιπλέον χτίσιμο, του 0,01%!

Ο Μάνος όμως έβλεπε τη μεγάλη και κυρίως τη μελλοντική εικόνα. Τον ενδιέφερε το αποτύπωμα που θα άφηνε στον τόπο, κι ας του κόστιζε την εκλογή του.

Ακούγεται τρελό, αλλά για τους πεζοδρόμους, τις πιλοτές και την Πλάκα, που θα έπρεπε να του στήσουν ανδριάντα οι Αθηναίοι, τον… μαύρισαν! Στις εκλογές του 1981 δεν εξελέγη καν βουλευτής.

Είχε βέβαια και ένα άλλο "κουσούρι": αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει το Υπουργείο του για ρουσφέτια, "χαλώντας την πιάτσα" των παραδοσιακών πολιτικών πρακτικών. Αυτό εξόργισε τα τοπικά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, τα οποία δεν τον στήριξαν (ή και τον υπονόμευσαν) στη μάχη του σταυρού.

Άφησε όμως, παρά τα λίγα χρόνια υπουργίας του, τεράστιο αποτύπωμα: Αττική Οδός, Γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου, Μετρό, Αεροδρόμιο Σπάτων δεν θα υπήρχαν χωρίς τον Μάνο. Όπως δεν θα υπήρχαν καθορισμένες χρήσεις γης, παραδοσιακοί οικισμοί, Πλάκα, ιδιωτική τηλεφωνία (6 χρόνια περιμέναμε να μας βάλει τηλέφωνο ο ΟΤΕ, και το πληρώναμε πανάκριβα) και απελευθερωμένη ενέργεια.

Γιατί, όμως, ο μέσος Έλληνας δεν τον θυμάται γι’ αυτά;

Γιατί δεν τον ξαναψήφισε γι’ αυτά;

Διότι το αφήγημα "έλα μωρέ, σιγά τι έκανε, αυτός που έβαλε φόρο στη βενζίνη…" βολεύει τη διανοητική νωθρότητά του. Τον εξυπηρετεί να πιστεύει ότι κανένας δεν είναι άξιος. Είναι ένας μηχανισμός άμυνας καθώς ψάχνει μια ηθικοφανή δικαιολογία για τη δική του αδιαφορία για τα κοινά. Η ισοπέδωση των πάντων λειτουργεί ως "απαλλακτικό βούλευμα": αν όλοι είναι ίδιοι, τότε η αποχή και η ιδιώτευση δεν είναι λιποταξία, αλλά "σοφή στάση". Έτσι, τη μέρα των εκλογών πάει για μπάνιο. Η πνευματική τεμπελιά μετατρέπεται σε στάση πολιτικής ανωτερότητας ή και… αντίστασης.

Η αμηχανία ξεκινάει τη στιγμή που στην πολιτική σκηνή εμφανίζεται κάποιος, άξιος και αποτελεσματικός, που κινείται με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον. Δηλαδή, ένας Μάνος. Η ύπαρξη ενός τέτοιου "αιρετικού" μετατοπίζει την ευθύνη από τον πολιτικό στον ψηφοφόρο, καθώς του θέτει το αμείλικτο ερώτημα: "Και εσύ, τι κάνεις για να τον στηρίξεις;"

"Καλά τα λέτε, αλλά εγώ δεν ψηφίζω. Έχω ρίξει μούντζα σε όλο το σύστημα." Αυτό μας ανακοίνωσε ένας πολίτης, τον Ιούνιο του 2012, που έτυχε να βρίσκεται στο Γκάζι, στην τελευταία ανοιχτή προεκλογική συγκέντρωση του συνασπισμού του γράφοντος με τον Μάνο. Κι απομακρύνθηκε, περήφανος. (Υπενθυμίζω ότι στις εκλογές του Μαΐου του 2012, η "Δράση" είχε πάρει 1,8% και η "Δημιουργία, ξανά!" 2,2%. Έναν μήνα αργότερα, ο συνασπισμός μας τιμήθηκε από τον σοφό λαό με 1,6%, και αμέσως μετά ο Μάνος αποχώρησε από την πολιτική.)

Τους καταλαβαίνω όσους "ρίχνουν μούντζα". Η συστράτευση απαιτεί φαιά ουσία, ενημέρωση, σύγκρουση με το ρεύμα και δράση, πράγματα που έχουν κόστος και απαιτούν προσπάθεια. Αν, μάλιστα, ο πολιτικός τάσσεται κατά του ρουσφετιού, η υποστήριξή του δεν συνεπάγεται για τον πολίτη κανένα προσωπικό όφελος.

Ο μέσος Έλληνας έβλεπε στον Μάνο έναν διπλό κίνδυνο. Αποδεικνύοντας ότι "αυτά που δεν γίνονται στην Ελλάδα" γίνονται, αρκεί να βρεθεί αυτός που θα τα κάνει, του στερούσε την ευτυχία της… απελπισμένης ιδιωτείας. Επιπλέον, του καταργούσε την προοπτική του μικροσυμφέροντος. Έτσι, προτίμησε τη λάσπη.

Ακόμα κι από σοβαρούς ανθρώπους έχω ακούσει: "Ναι, αλλά ο Μάνος…

 

ΠΡΟΣΩΠΑ: Λιτό ελεγειακό σχόλιο για τον Στέφανο Μάνο!..

Image 

Του Γιώργου Πιπερόπουλου

 

     Τον αποδημήσαντα πρώην Υπουργό Στέφανο Μάνο τον Άνδρα μεγάλου πολιτικού Αναστήματος που διαπίστωσα άμεσα ότι νοιαζόταν περισσότερο όχι για τις επόμενες εκλογές αλλά για τις επόμενες γενιές Ελλήνων τον γνώρισα προσωπικά όταν επιστρέφοντας από την Αμερική εργαζόμουν ως στέλεχος της εταιρίας "Good Year Ελλάς, ΑΒΕΕ"…

     Θαύμασα άμεσα την αγάπη του για την Ελλάδα και τους Έλληνες και την αντισυμβατικές του θέσεις με το «πολιτικό Κατεστημένο»…

     Για εμένα ήταν μια σπανίζουσα προσωπικότητα για το Ελληνικό Πολιτικό Σύστημα και την ελληνική πολιτική καθημερινότητα!..

     Εάν το «Σύστημα» και οι δουλοπρεπείς υπηρέτες του επέτρεπαν να εφαρμοστούν κάποια από τα ρηξικέλευθα προγράμματα και τις ιδέες του σήμερα θα είχαμε μια πολύ διαφορετική Ελλάδα...

     Στέφανε Μάνο...

 

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ: Στον Στέφανο Μάνο, ως ψηφοφόρος του

Image 

Της ΡΕΑΣ ΒΙΤΑΛΗ

Ο Στέφανος Μάνος είναι… Ηταν… Αυτός που ψήφιζες και κοιμόσουν ήσυχος συνείδησης τη νύχτα.
 

Ο Στέφανος Μάνος είναι… Ηταν… Αυτός που μας έκανε να νιώθουμε μια αίρεση, μια αδελφότητα, να μας ενώνει κάτι πολύ συγκεκριμένο απροσδιόριστο, εννοώ, να μη χρειάζεται να πούμε περισσότερα, να αρκεί ένα «Τον έχω ψηφίσει» για να κοιταχτείς, νοητά να αγκαλιαστείς με μια βαθιά συγγένεια…  

Τι σόι συγγένεια, μωρέ; Πώς να την προσδιορίσω; 

Οτι δεν κοιτάς τη δουλίτσα σου, αλλά πάντα επιζητάς να κάνεις σωστά και έντιμα, την όποια δουλειά σου. Και αντίστοιχα δεν αναζητάς πολιτικούς για να τακτοποιήσεις δουλίτσες σου αλλά να πράττουν με καθαρή συνείδηση, βαθιά γνώση, εντιμότητα, με πρακτικής ικανότητα αλλά και όραμα τη δουλειά τους-λειτούργημά τους. Ψηφοφόροι που ξεχωρίζουν το εφικτό από το ανέφικτο. Δεν ψάχνουν σωτήρες, ούτε «τα πάντα όλα», αλλά αυτόν που τους λέει αλήθειες, καθαρές κουβέντες, όχι αρεστές. Που αξιολογούν το ολόκληρο στο οτιδήποτε, με αρχή, μέση και τέλος. Αρα με άριστο σχεδιασμό, εξαρχής. Οχι «πάμε και βλέπουμε». Οχι πασαλείμματα έργων και ξεπετάγματα. Αποσπάσματα ατάκτως ερριμμένα. 

Τι να τα λέμε; Οσοι τον ψηφίσαμε, όσοι μας τιμούσε ότι υπήρχε και τον ψηφίσαμε, γνωρίζουμε…  

Τι να τα λέμε;  

Να ήταν ο μόνος που συνεννοηθήκαμε σε αυτονόητα; 

 Υπήρξαν κι άλλοι. Αλλά ζυγίστηκαν ελλιπείς στη διαδρομή. 

Και να σας πω και κάτι ακόμα;  

Για κανέναν δεν θα έβαζα το χέρι στο Ευαγγέλιο. Είναι και μεγάλα τα σόγια στη χώρα! Σε φοβίζει η «επέκταση» του καθενός. Οι περισσότεροι έχουν να τακτοποιήσουν… 

Για τον Στέφανο Μάνο θα το έβαζα το χέρι μου ήσυχη. Ούτε που γνωρίσαμε άλλο μέλος της οικογενείας του. Τον είχα στην καρδιά μου γιατί δεν επιζητούσε να είναι αρεστός, κοσμαγάπητος, λαοφιλής, ερωτεύσιμος. Λες και ήταν ο ίδιος πλήρης, υπερπλήρης, λες δεν είχε υπαρξιακά κενά να του συμπληρώσει «ζωή» η κολακεία του πλήθους. Δεν μιλούσε σε πολλούς, ήταν σαν να στόχευε να έχει απέναντι του τον κάθε πολίτη, οπωσδήποτε καθισμένο και να του μιλούσε με τη λογική, με την πρακτική. Εκεί που δεν σηκώνει αντίρρηση. Με ένα υφέρπον δεξιοτεχνικό χιούμορ, πάντα σκυφτός τόσο όσο.

 Τι να του λένε τα κόμματα; 

 Ηταν τόσο μπροστά, όσο πρέπει να βγούμε σήμερα όλοι οι πολίτες. Να ενταχθούμε στο κόμμα των αυτονοήτων.  

Αλλά ποιο κόμμα το συμφέρει αυτό; 

Ποιο κόμμα το συμφέρει ο νοήμων; 

Ποιος άλλος πολιτικός έχει να παρατάξει τόσα έργα, ολόκληρα, ολοκληρωμένα έργα που να έχουν ευεργετήσει τον τόπο τόσο; 

Τι να απαριθμήσω; 

Την Πλάκα που ήταν… Ακουσον, άκουσον… Μια εγκαταλειμμένη, βρώμικη συνοικία κακόφημων και έγινε το Κέντρο της πόλης και το «σημείο» των επισκεπτών;  

Το Μετρό της Αθήνας; 

Το αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος»; 

Την Αττική Οδό;  

Ποιος άλλος έχει να αντιπαραβάλει τόσα έργα και να μην έχει αναγνωριστεί στο ελάχιστο; 

Αλλά πιο πολύ από αυτό θα του χρωστάω αιώνια τα παραδείγματα που εφεύρισκε για να αντιληφθώ ως ψηφοφόρος. Κατέβαζε σε μικρή κλίμακα κάθε ανάλυσή του. 

 Για παράδειγμα, κρίνοντας αυτά που πληρώναμε για τον ΟΣΕ (τα τρένα) μας προέτρεπε «Καλύτερα συμφέρει να πληρώνουμε ένα ταξί για τον καθένα να τον πηγαίνει στον τόπο που θέλει». 

Και δεν ήταν «χαριτωμενιά», αλλά σου το αποδείκνυε με νούμερα. 

Πάντα με νούμερα και σωστούς υπολογισμούς. 

Αναγνώστες μου, σήμερα πενθώ τον πολιτικό τον οποίο ψήφισα και μετά κοιμήθηκα ήσυχη συνείδησης. (Εχω να το θυμάμαι). Και ποτέ δεν το μετάνιωσα. Και ποτέ δεν χαμήλωσε στα μάτια μου. Και άντεχα να ανέχομαι την καζούρα των υπολοίπων. 

Μα πόσο λίγοι ήμασταν οι ψηφοφόροι! 

Απλώς πάντα θα έχω μέσα μου ένα «Αχ!».  

Πώς γίνεται να...

 

ΝουΔο-ΠΑΣΟΚοι ΕΘΝΙΚΟΙ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΕΣ και ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ: Μάνος, μόνος: Το case study της πολιτικής μας ευτέλειας

 ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ-ΚΑΤΑΠΕΛΤΗΣ για τους λαϊκιστές κατσαπλιάδες της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ που χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για την εκδημία του Στέφανου Μάνου

Του Θάνου Τζήμερου

Ήταν Φεβρουάριος του 1998
. Η Ελλάδα βρισκόταν σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας της. Έδινε μάχη με τον χρόνο για να προλάβει το τρένο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Είχε ήδη χάσει το πρώτο "δρομολόγιο", των χωρών που θα έμπαιναν στο ευρώ την 1η Ιανουαρίου 1999, και ήλπιζε να προφτάσει το δεύτερο, με ένταξη την 1η Ιανουαρίου 2001 και έτος αξιολόγησης το 1999.  

Πρωθυπουργός ήταν ο Κώστας Σημίτης. Είχε εκλεγεί από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ τον Ιανουάριο του 1996, μετά την παραίτηση του ασθενούντος Παπανδρέου, και είχε κερδίσει τις εθνικές εκλογές του Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς. Κεντρικός του στόχος ήταν η οικονομική σύγκλιση με την Ευρώπη, εγχείρημα καθόλου εύκολο, για το οποίο, όπως διαπιστώσαμε εκ των υστέρων, επιστρατεύτηκε και η "δημιουργική λογιστική". 

Πληθωρισμός, χρέος, έλλειμμα, ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ανταγωνιστικότητα της Οικονομίας ήταν τα τέρατα με τα οποία έπρεπε να παλέψει η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ του Σημίτη. Την ίδια στιγμή δεχόταν ασφυκτικές πιέσεις από τις ευρωπαϊκές αρχές, που ξεκαθάριζαν ότι δεν θα γινόταν καμμία "έκπτωση" στα κριτήρια του Μάαστριχτ για την Ελλάδα. 

Όμως αυτά τα δημοσιονομικά τέρατα τα είχε εκθρέψει και γιγαντώσει το ίδιο το ΠΑΣΟΚ.  

Το 1998, ο εσωκομματικός πόλεμος ήταν στο φόρτε του: το εκσυγχρονιστικό, "σημιτικό μπλοκ" απειλούσε το βαθύ παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ, δηλαδή το παρακράτος των τεμπέληδων της εύφορης κοιλάδας του κρατικού συνδικαλισμού. Οι πρασινοφρουροί είχαν καταλάβει όλες τις ΔΕΚΟ και τις κρατικές Τράπεζες και είχαν εξασφαλίσει απίστευτα και προκλητικά προνόμια, τα οποία σε συνδυασμό με την κακοδιαχείριση των ΔΕΚΟ και την "αξιοποίησή" τους ως πεδίο ρουσφετολογικών διορισμών, κάθε μέρα προσέθεταν χρέη και είχαν εκτινάξει τις συσσωρευμένες ζημιές στη στρατόσφαιρα.  

Όλα τα επιδόματα "πλυσίματος χεριών", "έγκαιρης προσέλευσης", "προθέρμανσης μηχανής", "χρήσης υπολογιστή", "κυλικείου", που μάθαμε λόγω τρόικας, όταν έσκασε η φούσκα των δανεικών, μαζί με τη μονιμότητα από την πρώτη μέρα της πρόσληψης, τους ηγεμονικούς μισθούς, τις πλασματικές υπερωρίες, τις αυξήσεις και τις προαγωγές που γίνονταν αυτόματα βάσει ετών υπηρεσίας χωρίς καμμία αξιολόγηση, τα τζάμπα εισιτήρια ακόμα και για τα πεθερικά των εργαζομένων στην Ολυμπιακή, το τζάμπα ρεύμα για τους ΔΕΗτζήδες, την πρόσληψη κατά προτεραιότητα των παιδιών τους στο Δημόσιο, και τις συντάξεις που ήταν ίσες ή και μεγαλύτερες από τον μισθό, ήταν "δικαιώματα" για την προάσπιση και επέκταση των οποίων οι εργατοπατέρες των ΔΕΚΟ έκαναν απεργίες και βύθιζαν την κοινωνία σε συνεχή blackout, τη χώρα σε διεθνή ανυποληψία και την Οικονομία στα τάρταρα.
 

Φυσικά, η απόλυση εργαζομένου ήταν πρακτικά αδύνατη, όχι μόνο για σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα ή ανεπάρκεια, αλλά ακόμα και για εγκλήματα, ακόμα και μετά από ποινικές καταδίκες, καθώς τα πειθαρχικά συμβούλια ελέγχονταν από εκπροσώπους των συνδικάτων.  

Όλα αυτά τα πλήρωνε ο "πληβείος" φορολογούμενος του ιδιωτικού τομέα. 

Οι ΔΕΚΟ ήταν από τις μεγαλύτερες "μαύρες τρύπες" της ελληνικής Οικονομίας και άθροιζαν ένα ετήσιο βαρίδι περίπου 3% του ΑΕΠ. Οι Διοικήσεις των ΔΕΚΟ, όσες δεν συμμετείχαν στο διαγούμισμα του δημόσιου χρήματος, ήταν δεμένες χειροπόδαρα. Δεν μπορούσαν ούτε καν να μετακινήσουν έναν εργαζόμενο από ένα τμήμα που περίσσευε σε κάποιο άλλο που τον είχε ανάγκη. Για αλλαγή αυτών των κανονισμών, ούτε λόγος. Χρειαζόταν συμφωνία των συνδικάτων, τα οποία όχι μόνο δεν συναινούσαν σε περιορισμό των προνομίων τους, αλλά απαιτούσαν περισσότερα. 

Για να συμμαζευτεί αυτό το όργιο αναξιοκρατίας, νεποτισμού και κατασπατάλησης δημόσιων πόρων, η κυβέρνηση Σημίτη, διά του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, Γιάννου Παπαντωνίου (με τη Νιγηριανή θεία), κατέθεσε, τον Ιανουάριο του 1998, τροπολογία σε ένα φορολογικό νομοσχέδιο, που όριζε ότι, αν μέσα σε 6 μήνες, διοίκηση και συνδικάτα δεν συμφωνούσαν σε νέους, εξορθολογισμένους κανονισμούς λειτουργίας, το κράτος θα μπορούσε να τους επιβάλει με νόμο. 

Τι θα έκανε η αντιπολιτευόμενη ΝΔ; 

Η εξυγίανση των ΔΕΚΟ ήταν βασική προεκλογική της εξαγγελία.  

Για έναν ευθύ και έντιμο πολιτικό, όπως ο Μάνος, δεν ετίθετο καν θέμα: ψηφίζουμε κάτι με το οποίο συμφωνούμε, επειδή είναι ωφέλιμο για τη χώρα, ανεξαρτήτως του ποιος το φέρνει προς ψήφιση. 

Για τον Κώστα Καραμανλή, που μόλις πριν από 10 μήνες είχε διαδεχθεί τον Έβερτ στην ηγεσία της ΝΔ, ήταν ευκαιρία για μικροπολιτική σπέκουλα: θα το καταψηφίσουμε, για να φθείρουμε τον Σημίτη και να πιάσουμε κονέ με το βαθύ ΠΑΣΟΚ.  

Μα, είναι και δική μας θέση αυτή, πώς θα δικαιολογήσουμε το "όχι";  

Έ, κάτι θα βρούμε να πούμε. 

Βρήκαν. Γελοιότητες, αντιφατικές μεταξύ τους, που κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν θα καταδεχόταν να εκφράσει. Ότι δήθεν το μέτρο ήταν "πρόχειρο και αποσπασματικό", αλλά ταυτόχρονα και… "αυταρχικό", που "καταπατούσε τον θεσμό των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων"! Ότι ο Σημίτης "χρησιμοποιούσε τη Βουλή για να λύσει τις εσωκομματικές του διαφωνίες με την ΠΑΣΚΕ", τη συνδικαλιστική πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ, κι ότι η ΝΔ δεν έπρεπε να προσφέρει "πολιτική κάλυψη" στην κυβέρνηση.

Βεβαίως, οι πραγματικοί λόγοι ήταν άλλοι. Ο ανασφαλής Καραμανλής, που εξελέγη απλώς και μόνο λόγω επιθέτου, ήθελε να δείξει ποιος είναι το αφεντικό και να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του στο εσωκομματικό μέτωπο. Για να δώσει προοπτική εξουσίας στη ΝΔ, μετά τις ήττες του 1993 και του 1996, χρειαζόταν μια σκληρή αντιπολιτευτική τακτική κι ας ήταν σε βάρος της χώρας. Η υπερψήφιση ενός κυβερνητικού νομοσχεδίου θα έστελνε μηνύματα "συναίνεσης", που ήθελε να αποφύγει. Και σήμερα, παρά τη χρεοκοπία και την πολυετή κρίση, η συμφωνία με κάτι που προτείνει ένα άλλο κόμμα, θεωρείται έγκλημα καθοσιώσεως. Στην νεοελληνική πολιτική πρέπει να είσαι χούλιγκαν: ή γαύρος ή βάζελος. 
 

Επιπλέον, η ΝΔ, συγκρατημένα επί Έβερτ και απροκάλυπτα επί Καραμανλή, μεταλλασσόταν σε μπλε ΠΑΣΟΚ. Είχε αντιληφθεί το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα του εθνικού εκμαυλιστή με το ζιβάγκο κι αποφάσισε να του μοιάσει. Καταψηφίζοντας ένα νομοσχέδιο που προκαλούσε μαζικές απεργίες και αντιδράσεις στους εργαζόμενους των ΔΕΚΟ, επιχειρούσε να αποβάλει το προφίλ της "σκληρής νεοφιλελεύθερης δεξιάς" του Κ. Μητσοτάκη και να κλείσει το μάτι στον πελατειακό κρατισμό, δημιουργώντας μαζί του μια παρά φύση σχέση, που κρατάει μέχρι σήμερα και έχει εκτοπίσει και αρχές και αξίες και ιστορία και όραμα.

Όμως, πώς να καταψηφίσεις "τις βασικές σου τις αρχές";  

Αρκετοί αντέδρασαν. Ο επίτιμος πρόεδρος Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Στέφανος Μάνος, ο Βασίλης Κοντογιαννόπουλος, ο Γιώργος Σουφλιάς (ο βασικός αντίπαλος του Καραμανλή για την προεδρία της ΝΔ στο συνέδριο του 1997) αλλά και η Ντόρα Μπακογιάννη εξηγούσαν για ποιους λόγους, εθνικής επιβίωσης, έπρεπε η αυτοκρατορία των εργατοπατέρων να τελειώσει. Στην ψηφοφορία, Μάνος και Κοντογιαννόπουλος ψήφισαν "υπέρ". Ο Σουφλιάς ψήφισε "παρών". Ο επίτιμος και 3 ακόμα βουλευτές (Παπαληγούρας, Τατούλης, Κάκκαλος) απουσίαζαν, έχοντας εκφράσει ανοιχτά τη διαφωνία τους. Η Ντόρα την τελευταία στιγμή συνεμορφώθη προς τας υποδείξεις και άλλαξε πλεύση, καταψηφίζοντας.

Αμέσως ο Καραμανλής κίνησε πειθαρχικές διαδικασίες. Το περίεργο είναι ότι πριν την ψηφοφορία δεν είχε θέσει θέμα "κομματικής πειθαρχίας". Μολονότι αυτός ο όρος είναι και αντιδημοκρατικός και αντισυνταγματικός, τον έχουμε συνηθίσει σε κρίσιμα ή αμφιλεγόμενα θέματα για να μην δημιουργηθούν φυγόκεντρες τάσεις, και για να έχουν δικαιολογία όσοι χρησιμοποιούν τα κόμματα για επαγγελματική καριέρα και είναι υποχρεωμένοι να κάνουν συχνά κυβιστήσεις:
"Εγώ δεν συμφωνούσα με την υιοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια, αλλά τι να κάνουμε, έπρεπε να πειθαρχήσω στην κομματική εντολή. Έτσι είναι οι σωστοί στρατιώτες." Όμως, στη συγκεκριμένη ψηφοφορία, η ψήφος ήταν "κατά συνείδησιν". 

Γιατί, λοιπόν, έπρεπε να τιμωρηθούν όσοι τίμησαν τη συνείδησή τους; 

Διότι ο Καραμανλής ήθελε να τους διαγράψει. 

Τον Σουφλιά, διότι τον είχε προτιμήσει το 31% στη μάχη της αρχηγίας, και τους άλλους διότι, με τις φιλελεύθερες, αντικρατικιστικές αντιλήψεις τους, χαλούσαν την πιάτσα σε ένα κόμμα που έβαζε πλώρη για ούλτρα πελατειακό (περισσότερο από ό,τι ήταν πριν). Το ζητούσαν και καμμιά πενηνταριά βουλευτές του, για ιδιοτελείς λόγους: όταν φεύγουν από τη μέση πρωτοκλασάτα στελέχη, είναι πιο εύκολο να εκλεγούν οι υπόλοιποι.

Όμως, πρόεδρος του πειθαρχικού ήταν ο "επίτιμος", που συμφωνούσε με τους παραπεμπόμενους.  

Πρόβλημα; 

Όχι για τον Καραμανλή. Τον καθαίρεσε. Αντίθετα με το καταστατικό; Εντελώς!  

Αλλά ποιος ενδιαφέρεται για τέτοιες δημοκρατικές… λεπτομέρειες; (Σχόλιο: περιμένετε από κόμματα που δεν σέβονται τη διάκριση των εσωκομματικών εξουσιών, να σεβαστούν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, όταν αναλάβουν την εξουσία;)  

Έπρεπε να βάλει κάποιον άλλον, πρόθυμο για να κάνει τη βρόμικη δουλειά.  

Βρήκε τον Γιάννη Κεφαλογιάννη. Οπότε, εκλήθησαν όλοι στο Πειθαρχικό, πλην του επιτίμου. Παραήταν χοντρό να διαγράψει ο φρέσκος πρόεδρος τον πρώην πρωθυπουργό. Η επίσημη δικαιολογία του Καραμανλή ήταν εξίσου γελοία με το σκεπτικό της καταψήφισης: ο Κ. Μητσοτάκης, ως επίτιμος, μπορεί να εκφράζεται όπως θέλει, διότι είναι… υπεράνω κομμάτων! 

Ο Μάνος έστειλε επιστολή στον Καραμανλή στην οποία ανέφερε ότι
"επειδή η πειθαρχική διαδικασία είναι σοβαρή υπόθεση, ζητώ η σύγκληση του Πειθαρχικού Συμβουλίου να γίνει με την καταστατική νόμιμη σύνθεση". 

Ο Καραμανλής τον αγνόησε.  

Έτσι, Μάνος, Κοντογιαννόπουλος και Σουφλιάς δεν προσήλθαν στο "στημένο" Πειθαρχικό και διεγράφησαν μόνιμα από τη ΝΔ. Οι άλλοι τρεις που πήγαν και έδωσαν τις αυτονόητες εξηγήσεις (ότι δεν μπορούμε να πάμε κόντρα σε όσα υποστηρίζουμε και να διαφωνήσουμε με τον εαυτό μας, επειδή συμφώνησε το ΠΑΣΟΚ) τιμωρήθηκαν με αναστολή της κομματικής ιδιότητας για έναν χρόνο. Τις ποινές ανακοίνωσε το μείζον πολιτικό κεφάλαιο που ακούει στο όνομα Άρης Σπηλιωτόπουλος και εκείνη την εποχή είχε πολύ αέρα στα πανιά του ως ανερχόμενος πολιτικός αστέρας της ΝΔ, με την ώθηση του προέδρου.

Ο Σουφλιάς το 2001 επέστρεψε στη ΝΔ. 

Ο Μάνος, ποτέ. Δήλωσε, για τη διαγραφή του, ότι έχει τη συνείδησή του ήσυχη και δεν θα κάνει ούτε βήμα πίσω στις αρχές του, αναρωτήθηκε "τι έκανε εκείνους που αποφάσισαν τις διαγραφές να ξεχάσουν τις δημοκρατικές αρχές του κόμματος και για ποιον λόγο έπρεπε να υποστηρίξουμε τις θέσεις των συνδικαλιστών του ΠΑΣΟΚ" εξέφρασε απορία για το οξύμωρο η ΝΔ να διαφωνεί με επιλογές που ακολουθούν το δικό της πρόγραμμα και τόνισε, προφητικά: "Είμαστε στη μέση μιας βαθιάς οικονομικής κρίσης, και από τη στάση του πολιτικού κόσμου θα κριθεί αν θα προφτάσουμε το τρένο της Ευρώπης ή θα μείνουμε στο περιθώριο. Τις αρχές αυτές άλλοτε τις συκοφάντησαν, τώρα τις διαγράφουν. Αλλά ό,τι και να κάνουν, αυτές είναι οι μόνες λύσεις για την Ελλάδα". Εκείνη τη μέρα, η χώρα είχε βγει για δανεισμό στις αγορές με επιτόκιο 12,4% για έντοκα γραμμάτια διάρκειας ενός έτους και το χρηματιστήριο ήταν στις 1.433,17 μονάδες. 

Ο Μάνος ζητούσε επίσπευση των αποκρατικοποιήσεων, άμεσο κλείσιμο των ζημιογόνων οργανισμών, κατάργηση των κρατικών μονοπωλίων και σύγκρουση με τις συνδικαλιστικές ηγεσίες. Πίστευε ακράδαντα στους χαμηλούς, οριζόντιους φορολογικούς συντελεστές για την τόνωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Απεχθανόταν τον στείρο λαϊκισμό. Όταν το ΠΑΣΟΚ έφερνε νομοσχέδια που κινούνταν προς την εκσυγχρονιστική κατεύθυνση, ο Μάνος θεωρούσε παράλογο να τα καταψηφίζει η ΝΔ, μόνο και μόνο επειδή ήταν στην αντιπολίτευση.  

Βέβαια, όπως και σήμερα, τα παπαγαλάκια του συστήματος ανέλαβαν το "θάψιμο". Προέβαλαν τον Κώστα Καραμανλή ως έναν αποφασιστικό ηγέτη που έβαλε τέλος στην εσωκομματική αμφισβήτηση. Ο Μάνος και ο Κοντογιαννόπουλος παρουσιάστηκαν ως πολιτικοί που "υπονόμευσαν την παράταξη", που "παίζουν το παιχνίδι του Σημίτη", που έγιναν "δεκανίκια του ΠΑΣΟΚ". Υπήρξε και η, απαραίτητη σ’ αυτές τις εκτροπές, θεσμική σάλτσα:
"κανένα στέλεχος, όσο ιστορικό κι αν είναι, δεν είναι υπεράνω του κόμματος και της λαϊκής εντολής που έλαβε ο νέος αρχηγός" έγραφε μια φιλοκαραμανλική φυλλάδα. Το πώς γίνεται ο αρχηγός ενός κόμματος, για λόγους μικροκομματικής σκοπιμότητας, να στρέφεται κατά των αρχών του κόμματός του, ουδέποτε απασχόλησε τους "εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν".

Το πόσο δίκαιο είχε ο Μάνος επιβεβαιώθηκε από τις εξελίξεις. Μόλις ένα μήνα μετά τη διαγραφή του, η κυβέρνηση Σημίτη υποχρεώθηκε (14/3/1998), να υποτιμήσει τη δραχμή κατά 12,3% και να ενταχθεί στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ERM). Για να μην εκτιναχθεί ο πληθωρισμός, η κυβέρνηση δεσμεύτηκε στην Ε.Ε. για ένα πακέτο σκληρών μέτρων: επίσπευση των ιδιωτικοποιήσεων, αυστηρό έλεγχο δαπανών και πάγωμα μισθών. 

Η επίμαχη τροπολογία ψηφίστηκε και ενσωματώθηκε ως παράγραφος 8 στο άρθρο 31 του Νόμου 2579/1998. Όμως, στην πράξη, έμεινε "στα χαρτιά". Τα συνδικάτα ξεσηκώθηκαν, απεργίες διαρκείας, με αιχμές του δόρατος την Ολυμπιακή Αεροπορία και την Ιονική Τράπεζα που ήταν προς πώληση, παρέλυσαν τη χώρα, και ο Σημίτης, ακόμα μία φορά, έβαλε την ουρά στα σκέλια προτιμώντας την κομματική ειρήνη και το σοσιαλιστικό λεφτόδεντρο (των δανεικών) από τον εκσυγχρονισμό και την ανόρθωση της Οικονομίας. 

Είχαμε πολλές ευκαιρίες να αποφύγουμε την χρεοκοπία, αλλά τις κλωτσήσαμε όλες. Και, επιπλέον, λιθοβολούσαμε όσους μας προειδοποιούσαν ότι η καταστροφή έρχεται. 

Ο Στέφανος Μάνος είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση. 

Όμως, η ιστορία διαθέτει σαρδόνιο χιούμορ. Ο Κώστας Καραμανλής έγινε τελικά πρωθυπουργός το 2004. Τα ελλείμματα των ΔΕΚΟ είχαν διογκωθεί ακόμη περισσότερο και η πίεση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη μείωση του ελλείμματος ήταν ασφυκτική. Τον Δεκέμβριο του 2005, ο Υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης κατέθεσε νομοσχέδιο για τις ΔΕΚΟ, ακόμα πιο σκληρό από την τροπολογία Παπαντωνίου του 1998. Καταργούσε τη μονιμότητα για όλους τους νεοπροσλαμβανόμενους στις ΔΕΚΟ, υπάγοντάς τους στο κοινό εργατικό δίκαιο (συμβάσεις αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου), έδινε τη δυνατότητα στις διοικήσεις των ζημιογόνων ΔΕΚΟ να καταγγέλλουν μονομερώς τους παλαιούς, "άκαμπτους" κανονισμούς εργασίας και να καταρτίζουν νέους, έκοβε τα παράλογα επιδόματα και επέβαλε αυστηρά πλαφόν στις αυξήσεις μισθών με υποχρέωση εγκρίσεως των προϋπολογισμών τους από τη Διυπουργική Επιτροπή. Ως Πρωθυπουργός, ο Καραμανλής αναγνώριζε στην πράξη ότι ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός των ΔΕΚΟ δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί χωρίς την κατάργηση των προνομίων και την αλλαγή των εργασιακών σχέσεων, επιβεβαιώνοντας την επιχειρηματολογία που είχε διατυπώσει ο Στέφανος Μάνος, εφτά χρόνια νωρίτερα.

Τι θα έκανε το ΠΑΣΟΚ που ήταν τώρα στην αντιπολίτευση; 

Ότι έκανε η ΝΔ το 1998! Βλέπετε, το πολιτικό σύστημα, στο σύνολό του, αδυνατεί να ξεφύγει από το σύνδρομο "να κυβερνήσουμε εμείς, κι ας γίνουν όλα ρημαδιό". Βέβαια, για το ΠΑΣΟΚ ήταν πιο εύκολο να μιλάει για κατεδάφιση "εργασιακών δικαιωμάτων" και "εισαγωγή του εργασιακού Μεσαίωνα" στο Δημόσιο. Αυτή ήταν πάντα η φρασεολογία του, αυτή και η ιδεολογία, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι η ληστεία των επόμενων γενεών που λανσάρισε ο εθνικός εκμαυλιστής για να περνάει καλά με την παρέα του και να τον αποθεώνει το πόπολο.

Αρχηγός του ΠΑΣΟΚ ήταν τότε ο υιός Παπανδρέου, που, ενώ διεκδικούσε την εξουσία με μεταρρυθμιστική ατζέντα, μετά την εκλογική ήττα του Μαρτίου 2004 κατάλαβε ότι ο εκσυγχρονισμός δεν φέρνει ψήφους και το "γύρισε" στη σίγουρη αντιπολιτευτική συνταγή: "όχι σε όλα". Το κωμικοτραγικό είναι ότι στη φαρέτρα του περιλαμβανόταν και η καταγγελία της ασυνέπειας της ΝΔ! Όμως και η ΝΔ κατηγορούσε το ΠΑΣΟΚ για την ίδια ασυνέπεια! Η ρητορική στη Βουλή ήταν πανομοιότυπη, απλώς είχαν αντιστραφεί οι ρόλοι.  

Η μόνη σταθερά σε αυτή την παράνοια ήταν πάλι ο Μάνος. Είχε εκλεγεί ως βουλευτής Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ, δεχόμενος την πρόταση του Γιώργου Παπανδρέου ο οποίος ήθελε να κάνει "άνοιγμα" τόσο στην εκσυγχρονιστική ΝΔ όσο και στη φιλοευρωπαϊκή αριστερά και επεδίωκε να στηρίξει το αφήγημα του "διευρυμένου μεταρρυθμιστικού μετώπου". Ο Μάνος είχε ξεκαθαρίσει ότι εκλεγόταν ως ανεξάρτητος για να στηρίξει τις μεταρρυθμίσεις και, φυσικά, θα διατηρούσε την αυτονομία της σκέψης και της γνώμης του, στοιχεία που διέθετε και όταν ήταν, θεωρητικώς, "εξαρτημένος" από τη ΝΔ.

Έτσι προέκυψε το παράδοξο, ο Μάνος, εκλεγμένος με το ΠΑΣΟΚ, να υπερψηφίζει το 2005 νόμο της ΝΔ, διότι ήταν στη σωστή κατεύθυνση, όπως έκανε όταν υπερψήφισε το 1998 νόμο του ΠΑΣΟΚ, όντας εκλεγμένος με τη ΝΔ! 

Σταθεροί στις απόψεις τους ήταν και οι συνδικαλιστές των ΔΕΚΟ. Ξανά μανά απεργίες, ξανά παράλυση της χώρας. Ο Δεκέμβριος του 2005 ήταν μαρτυρικός μήνας για τους πολίτες με τσουνάμι απεργιών σε Μετρό, ΗΣΑΠ, Λεωφορεία, ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΟΣΕ και ΕΛΤΑ. Η Αθήνα έζησε μέρες κυκλοφοριακού εμφράγματος, ενώ οι απεργίες στην Ολυμπιακή και στους σιδηροδρόμους προκάλεσαν τεράστια προβλήματα στο εμπόριο και τις μετακινήσεις. Η ΔΑΚΕ, η προσκείμενη στη ΝΔ συνδικαλιστική παράταξη, ήταν "στα μαχαίρια" με την κυβέρνηση, ακριβώς όπως ήταν το 1998 η ΠΑΣΚΕ με τον Σημίτη.

Σταθερή ήταν και η αριστερά, παίζοντας την ίδια αιώνια, φθαρμένη κασέτα: ο νόμος ήταν "αντιλαϊκό έκτρωμα" που προετοίμαζε το έδαφος για το "ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας στο κεφάλαιο". Υποστήριζε ότι η κυβέρνηση επιχειρούσε να "φορτώσει την κακοδιαχείριση των διορισμένων διοικήσεων στις πλάτες των εργαζομένων", και καλούσε σε "ανυπακοή και απειθαρχία", προειδοποιώντας ότι "ο νόμος θα ακυρωθεί στους δρόμους". Παρά τη θύελλα των αντιδράσεων, ο νόμος 3429/2005 ψηφίστηκε λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Το ΠΑΣΟΚ καταψήφισε χωρίς καμμία διαρροή. 

Ωστόσο, μολονότι τα σύννεφα της χρεοκοπίας είχαν αρχίσει να μαζεύονται πυκνά στον ουρανό της Οικονομίας μας, ο Καραμανλής έκανε ό,τι και ο Σημίτης. Μετρώντας την κοινωνική πίεση και το πολιτικό κόστος, άφησε τον νόμο ανενεργό και προτίμησε ψιλομερεμέτια και χρυσοπληρωμένα από νέο δανεισμό προγράμματα εθελουσίας εξόδου, παρά συνολική αναδιάρθρωση, όπως ζητούσαν οι επάρατοι "τεχνοκράτες". 

Μέχρι που ήρθε η χρεοκοπία. Και τότε, ώ του θαύματος, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ συμφώνησαν: για την κατάντια της χώρας φταίνε οι άλλοι. Οι ξένοι, οι Γερμανοί, οι Μπόερς, ο Σόιμπλε, οι τροϊκανοί. Να σκίσουμε το μνημόνιο, να διώξουμε τους δανειστές, να ξαναγίνουμε πλούσιοι.

Ο Μάνος, προσπαθούσε να μας επαναφέρει στην πραγματικότητα: "
Το θέμα είναι πώς θα μάθουμε να ζούμε με τα χρήματα που βγάζουμε. Ελπίζω να συνεχίζουν να μας πιέζουν, αλλιώς με τα μυαλά που έχουμε δεν θα κάνουμε τίποτε."

Σε άρθρα και σε συνεντεύξεις του κατά την περίοδο των μνημονίων, τόνιζε συστηματικά ότι το πρόβλημα δεν ήταν το ίδιο το Μνημόνιο, αλλά η αποτυχία του ελληνικού πολιτικού συστήματος να νοικοκυρέψει τα του οίκου του:

"Δεν μας φταίνε οι ξένοι. Το Μνημόνιο δεν είναι η αιτία της καταστροφής, είναι το αποτέλεσμα της δικής μας ασυνειδησίας. Χρεοκοπήσαμε επειδή ως χώρα ξοδεύαμε επί δεκαετίες περισσότερα από όσα παράγαμε, διορίζοντας στο Δημόσιο και μοιράζοντας δανεικά." 

"Αντί να σχεδιάσουμε εμείς μόνοι μας τις μεταρρυθμίσεις που χρειαζόταν η χώρα για να γίνει ανταγωνιστική, περιμέναμε να μας τις επιβάλουν οι δανειστές. Και μετά διαμαρτυρόμασταν ότι μας τις επιβάλλουν. Αυτό είναι ο ορισμός της πολιτικής υποκρισίας." 


Ελάχιστοι άνθρωποι την εποχή της αντιμνημονιακής υστερίας, που εξελίχθηκε σε φυτώριο νέων πολιτικών απατεώνων, εξέφραζαν δημοσίως αυτές τις απόψεις.

Ένας από αυτούς, ο γράφων. 

Καθώς υπήρξα ο τελευταίος πολιτικός με τον οποίο συνεργάστηκε ο Μάνος πριν αποσυρθεί από τον στίβο των εκλογών – όχι όμως από την πολιτική με την ευρεία έννοια – θεωρώ καθήκον μου να καταδείξω ότι ο Μάνος εκπροσωπούσε το πολιτικό ήθος σε ένα πολιτικό πλαίσιο παντελούς απουσίας του. Γι’ αυτό το πολιτικό σύστημα μετέτρεψε τα προτερήματά του σε ελαττώματα.  

Ήταν συνεπής στις απόψεις του - τον θεωρούσαν ξεροκέφαλο. Επεδίωκε το κοινό καλό, παρά τις αντιδράσεις των οργανωμένων "ημέτερων" - του καταλόγιζαν έλλειψη ευελιξίας. Ανέθετε τα δημόσια έργα και το project management σε διεθνείς εταιρείες, παρακάμπτοντας τη διαπλοκή και εξασφαλίζοντας ταχύτητα και οικονομία - ξεπουλούσε τη χώρα στο διεθνές κεφάλαιο! Ήταν αξιοπρεπής και αδέκαστος - τον κατηγορούσαν ως "σνομπ". Έβλεπε πού κινείται ο κόσμος, ενώ η Ελλάδα είχε μείνει δεκαετίες πίσω - του απέδιδαν μεν τα εύσημα, ότι ήταν μπροστά από την εποχή του, αλλά με αρνητική επίγευση, διότι η κοινωνία δεν ήταν ώριμη και η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού και μπλα-μπλα-μπλα… 

"Πολιτική είναι η τέχνη τού να καθιστάς εφικτό αυτό που σήμερα μοιάζει ανέφικτο. Η εκ των προτέρων κρίση ότι κάτι δεν είναι εφικτό είναι ο συνήθης τρόπος για να μην κάνεις τίποτα", απαντούσε.

Το πολιτικομηντιακό σύστημα της σήψης, καθώς δεν μπορούσε να τον αντιμετωπίσει με αντεπιχειρήματα, κατέφευγε μονίμως στο μόνο όπλο που ξέρει να χειρίζεται καλά: τη λάσπη. 

Τα συστημικά ΜΜΕ απέκρυπταν τον μακρύ κατάλογο εμβληματικών, καινοτόμων έργων που σχεδίασε και ολοκλήρωσε στο σύντομο σχετικά διάστημα που κατείχε θέσεις εκτελεστικής εξουσίας και...