"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΑΝΑΞΙΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Να θεσπιστούν εξετάσεις για την έναρξη ιατρικής ειδικότητας

Rowan Atkinson as Mr. Bean

 

Γράφει ο Αχιλλέας Γραβάνης

Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, μέλος Δ.Σ. του Ινστιτούτου Επιστημονικών Ερευνών του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου.

Η χώρα μας διαθέτει πτυχιούχους Ιατρικής που εισέρχονται στη διαδικασία λήψης ιατρικής ειδικότητας από διάφορες πηγές: τους πτυχιούχους των επτά δημόσιων ιατρικών σχολών, τους πτυχιούχους από ιατρικές σχολές χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, από χώρες εκτός Ε.Ε. και βέβαια στο άμεσο μέλλον από τις πρόσφατα αδειοδοτηθείσες ιατρικές σχολές που είναι παραρτήματα ιατρικών σχολών της αλλοδαπής στη χώρα μας (μη κρατικές ιατρικές σχολές).

Ολοι οι πτυχιούχοι Ιατρικής από άλλες χώρες πρέπει πριν μπουν στην ειδικότητα στη χώρα μας να αναγνωρίσουν το πτυχίο τους από τη δημόσια αρχή του Διεπιστημονικού Οργανισμού Αναγνώρισης Ακαδημαϊκών Τίτλων (ΔΟΑΤΑΠ).

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει εισαγωγική εξέταση για να ξεκινήσει ένας πτυχιούχος Ιατρικής την ειδικότητα. Η διαδικασία βασίζεται στην αίτηση για θέση ειδικευόμενου και, όπου υπάρχει, στη σειρά αναμονής για συγκεκριμένη ειδικότητα και νοσοκομείο.

Η διαδικασία συνοπτικά είναι η εξής:

Ο νέος γιατρός επιλέγει ειδικότητα και νοσοκομείο/νοσοκομεία όπου επιθυμεί να ειδικευθεί.

Υποβάλλει αίτηση τοποθέτησης για ειδίκευση στην αρμόδια Περιφέρεια/Υγειονομική Υπηρεσία.

Εγγράφεται στη λίστα αναμονής της συγκεκριμένης θέσης, εφόσον υπάρχει αναμονή.

Οταν έρθει η σειρά του, εκδίδεται η απόφαση τοποθέτησης και ο γιατρός ξεκινά ως έμμισθος ειδικευόμενος.

Η ανωτέρω διαδικασία δεν περιλαμβάνει κανένα αξιολογικό στοιχείο προτεραιότητας, όπως ο βαθμός πτυχίου, οι τυχόν ερευνητικές ή εν γένει επιστημονικές δραστηριότητες του νέου γιατρού στα φοιτητικά του χρόνια ή πριν από την ειδικότητα. Οι εξετάσεις για τους ειδικευόμενους έρχονται μόνο στο τέλος της ειδίκευσης, για την απόκτηση του τίτλου της ιατρικής ειδικότητας.

Η διαδικασία στηρίζεται μόνο σε λίστα αναμονής και χρονικής επετηρίδας κατάθεσης της αίτησης για ειδικότητα. Ετσι, πολλοί άριστοι φοιτητές, ανεξαρτήτως προέλευσης του πτυχίου τους, δεν δέχονται να περιμένουν και φεύγουν για ειδικότητα στο εξωτερικό, με πολύ καλύτερες επίσης αποδοχές.

Ενα σημαντικό μέρος αυτών των άριστων νέων γιατρών διαπρέπει διεθνώς και χάνεται για πάντα για το ελληνικό υγειονομικό οικοσύστημα, μένοντας στο εξωτερικό. Επίσης, οι κλινικές και το έμπειρο εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό δεν έχουν λόγο στην επιλογή των ειδικευομένων τους.

Σε αντίθεση με τη χώρα μας, οι επιστημονικά και ιατρικά προηγμένες χώρες επιλέγουν τους νέους γιατρούς για ειδικότητα ύστερα από διαδικασίες εξετάσεων και προσωπικής αξιολόγησης με συνέντευξη. Σε πολλές ευρωπαϊκές προηγούνται της ειδικότητας αυστηρές εξετάσεις σε εθνικό επίπεδο, κατάταξη των υποψηφίων και μετά έναρξη της ειδικότητας.

Για παράδειγμα, στη Γαλλία, η είσοδος στο σύστημα ειδικότητας γίνεται μέσω του τρίτου κύκλου σπουδών (troisième cycle des études médicales – TCEM). Οι Γάλλοι νέοι γιατροί περνούν από τις εθνικές διαδικασίες EDN και ECOS και η κατάταξή τους σε αυτές καθορίζει την πρόσβαση στις ειδικότητες και στις θέσεις.

Στην Ιταλία, η πρόσβαση στις ιατρικές ειδικότητες γίνεται με εθνικό διαγωνισμό, ο οποίος προκηρύσσεται κάθε χρόνο από το υπουργείο Ανώτατης Εκπαίδευσης και Ερευνας. Μετά την εξέταση δημιουργείται η εθνική κατάταξη και ο υποψήφιος, ανάλογα με τη θέση του στην κατάταξη και τις διαθέσιμες θέσεις, επιλέγει ειδικότητα και νοσοκομείο. Αντίστοιχη διαδικασία υπάρχει και στην Ισπανία.

Για έναν απόφοιτο αμερικανικής ιατρικής σχολής που ξεκινά ειδικότητα στις ΗΠΑ, η διαδικασία περιλαμβάνει τις εξετάσεις βασικών και κλινικών επιστημονικών ιατρικών γνώσεων USMLE, την αίτηση για ειδικότητα σε διάφορα νοσοκομεία, την προσωπική συνέντευξη σε κάθε νοσοκομείο, την είσοδο όλων των αξιολογικών στοιχείων του υποψηφίου στο εθνικό πρόγραμμα NRMP (National Resident Matching Program). Η απόφαση αποδοχής του εκάστοτε νοσοκομείου στηρίζεται στη βαθμολογία της εξέτασης USMLE, στο βιογραφικό του υποψηφίου, στην προϋπάρχουσα ερευνητική εμπειρία, στις συστατικές επιστολές, στην ποιότητα της ιατρικής σχολής αποφοίτησης.

Το σύστημα ιατρικής ειδικότητας στη χώρα μας διώχνει τους περισσότερους άριστους νέους γιατρούς μας και χρειάζεται άμεσα αλλαγές που θα στηρίζουν την αξιοκρατία, την προτεραιοποίηση της αριστείας και την ουσιαστική επιστημονική αξιολόγηση των γνώσεων αλλά και της προσωπικότητας των ειδικευομένων.

Είναι απαραίτητη, λοιπόν, η οργάνωση ετήσιων εθνικών εξετάσεων για την έναρξη ειδικότητας από τις ιατρικές σχολές της χώρας και τον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο.

Τα νοσοκομεία και ειδικά τα τριτοβάθμια και πανεπιστημιακά νοσοκομεία πρέπει …

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΣΑΜΑΝΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Τι κάνει η χώρα για τους γιατρούς που δεν πουλάνε μούσι;

Image

 

Γράφει η Βίβιαν Στεργίου

Εδώ και μέρες ο Ελληνας έχει ξυπνήσει ειδικός αιματολόγος. Ξέρει να αναλύσει περίπλοκες ιατρικές διαδικασίες, πλασμο-τέτοια. Τα πλάνα από το ιατρείο του Κολωνακίου θυμίζουν τα πιο γαργαλιστικά επεισόδια της σειράς Δέκατη Εντολή. Ανακαλύπτουμε ξαφνικά πως υπάρχουν κακοί τύποι με λευκές ποδιές, δρες Φρανκενστάιν.

Ο υπουργός υποσχέθηκε να τους βρει – ο ίδιος που έφερε ευθύνη για την εποπτεία τους. Ας μην ξεχνάμε, εν τω μεταξύ, ότι η Ακροδεξιά φταίει που το έτος 2026 συζητάμε εάν τα εμβόλια είναι καλά (είναι) και εάν η εγκυμοσύνη είναι ταλαίπα (είναι).

Τώρα, η τιμώρηση των γιατρών του Κολωνακίου θυμίζει μεσαιωνικά τελετουργικά εκτόνωσης συναισθημάτων του όχλου. Δεν έχουν τεκμήριο αθωότητας οι συλληφθέντες; Δεν έχουν δικαίωμα να μην φαίνονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους στα ρεπορτάζ; Ψιλά γράμματα. Σημασία έχει η επιτελεστική «αποτελεσματικότητα». Το κράτος δείχνει το σκληρό του πρόσωπο, γιατί υπάρχει και αυτό, δεν φανερώνει, όμως, κάποιο ολιστικό, πειστικό πλάνο για την Υγεία. Μετά την τελετουργική σκληρότητα, τι;

Μία απλή βόλτα στο ΤικΤοκ φανερώνει το μέγεθος της σήψης. Νευροεπιστήμονες, διατροφολόγοι, ψυχοθεραπευτές/ψυχοβγάλτες υπόσχονται με φωνή μυοχαλαρωτική να σας βοηθήσουν με την άνοια της γιαγιάς σας, με τον καρκίνο της ξαδέλφης σας και με την κατάθλιψή σας. Εχετε διάσπαση της προσοχής, το ξέρατε; Τραύμα. Τοξικότητα. Ο καλός νευροεπιστήμονας είναι εδώ, θα κάνει πέρα το κακό. Εχει κοιλιακούς. Χαλαρωτική φωνή. Αυτό αρκεί.

Κι από την άλλη. Δεν ξέρω πόσες φορές έχω δει στο Διαδίκτυο κριτικές (reviews) για εξαιρετικούς γιατρούς από ασθενείς που δεν είναι επιστήμονες οι ίδιοι και νιώθουν ότι μπορούν να αξιολογήσουν χειρουργό οφθαλμίατρο σαν να είναι γαστρομπιστρό (ευχάριστος χώρος, αλλά ο γιατρός ήταν λίγο απότομος). «Με πίεσε να κάνω κι άλλες εξετάσεις που τελικά δεν χρειάζονταν», έγραφε ασθενής-πελάτισσα στο google-review για… μαστολόγο.

Διαθέτουμε εξαιρετικούς γιατρούς. Μόλις σήμερα ανακοινώθηκαν θετικές επιστημονικές εξελίξεις στην έρευνα για το μυέλωμα. Πριν από λίγες εβδομάδες, θετικά νέα για τον καρκίνο του δέρματος. Υπάρχουν γυναίκες και άνδρες πίσω από αυτές τις εξελίξεις (στην έρευνα για το μυέλωμα συμμετείχαν και Ελληνίδες από το ΕΚΠΑ). Επενδύονται τεράστια ποσά. Δουλεύουν ολόκληρες ομάδες πανέξυπνων ατόμων. Νύχτα μέρα η χώρα θα έπρεπε να στηρίζει τον κόσμο της ιατρικής έρευνας. Τα δημόσια νοσοκομεία θα έπρεπε να είναι το καμάρι μας και η βασική μας έγνοια, γιατί αυτά καθορίζουν την ποιότητα και τη διάρκεια της ζωής μας και όχι οι φούρνοι και τα γαστρομπιστρό.

Εχουμε εκτεθεί σε τεράστιες ποσότητες διαφήμισης για γιατροσόφια, αλοιφές, γουέλνες και υπηρεσίες ψυχοθεραπείας από ανθρώπους που εμφανέστατα έχουν οι ίδιοι πρόβλημα. Ενα μέρος του πληθυσμού, ειδικά τις δύσκολες στιγμές, ασκεί κάτι σαν χριστιανικοφανή παγανισμό με προσκυνήματα σε θαυματουργά λείψανα, φυλαχτά κ.λπ.

Από πού κι ως πού οι πολίτες έχουν αφεθεί μόνοι τους με όλ’ αυτά;

Από πού κι ως πού καλούνται, τάχα, αυτοί να ξέρουν εάν το ΕΚΠΑ έβγαλε καλούς γιατρούς εκείνη τη χρονιά ή εάν μία πιστοποίηση από πανεπιστήμιο του εξωτερικού είναι αξιόπιστη;

Αυτά δεν γίνονται.

Οι συνθήκες δουλειάς των γιατρών στα νοσοκομεία μας και των ερευνητριών στις Ιατρικές μας δεν συγκρίνονται με τις συνθήκες σε άλλες δυτικές χώρες. Παρά ταύτα, τα δημόσια νοσοκομεία λειτουργούν. Οι ερευνήτριες φέρνουν αποτέλεσμα. Για πόσο ακόμη;

Νοσοκομεία σε όλη τη Βόρεια Ευρώπη στελεχώνονται με κορυφαίες Ελληνίδες γιατρούς.

Η πιο πρόσφατη πράξη του ελληνικού δράματος ήταν το φετινό φιάσκο με τα χαμένα ερευνητικά κονδύλια.

Αφήσαμε εκατομμύρια που προορίζονταν για τη χρηματοδότηση ερευνητικών εργαστηρίων να χαθούν (βλ. Φτωχός Συγγενής η Ερευνα, Η Καθημερινή) απογοητεύοντας νέους ανθρώπους με όρεξη για δουλειά.

Oι θεραπείες, τα θαύματα της σύγχρονης Ιατρικής δεν προκύπτουν μαγικά.

Είναι αποτέλεσμα συγκροτημένης, πολύχρονης εργασίας ήσυχων «φυτών», που μπορεί να μην είναι τα πιο ευγενικά και κοινωνικά πλάσματα, ούτε καλοντυμένα ούτε με ακίνητα στο Κολωνάκι.

Ξέρουν, όμως...

 

ΝουΔο-γαλαζαίοι ΕΘΝΙΚΟΙ ΡΟΥΣΦΕΤΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: Η «φιλελεύθερη» κυβέρνηση του Κούλη και η βιομηχανία των μετακλητών…

Χειραψία  

Του Strange Attractor

Υπάρχει μια λέξη που η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου χρησιμοποιεί με ιδιαίτερη αγάπη όταν θέλει να περιγράψει τον εαυτό της… «Φιλελεύθερη».

Ακούγεται ωραία, σοβαρή, ευρωπαϊκή, και ελκύει όλους τους εκσυγχρονιστές «αντικρατιστές».

Θυμίζει μικρό και ευέλικτο κράτος, αξιοκρατία, περιορισμό της κομματικής εξουσίας, και σεβασμό στους κανόνες.

Μόνο που, όταν κοιτάξει κανείς την πραγματικότητα των διορισμένων από το παράθυρο μετακλητών συμβούλων, η λέξη μοιάζει περισσότερο με διαφημιστικό σύνθημα, παρά με πολιτική αρχή.

Για τον απλό πολίτη που θέλει να εργαστεί στο Δημόσιο, η διαδρομή είναι γνωστή.

Πολλές προϋποθέσεις, πολλά προσόντα, διαγωνισμοί, μοριοδότηση, διαδικασίες ΑΣΕΠ, τύχη, και πολλή αναμονή.

Και καλώς υπάρχουν όλα αυτά…

Υποτίθεται ότι το κράτος πρέπει να λειτουργεί με αδιάβλητους κανόνες, και όχι με προσωπικές γνωριμίες.

Να μπαίνει κάποιος στο δημόσιο με αντικειμενικά κριτήρια, κι όχι με.. τηλεφώνημα.

Υπάρχει όμως και η άλλη πόρτα, εκείνη των μετακλητών.

Μια πόρτα που φαίνεται να ανοίγει πολύ ευκολότερα για όσους βρίσκονται κοντά στους διαδρόμους της πολιτικής εξουσίας, και δη εκείνης της Ν.Δ.

Που έχουν κάνει αφισοκολλήσεις, έχουν συμμετάσχει σε ζυμώσεις, έχουν κουβαλήσει τσάντες και ομπρέλες πολιτικάντηδων, και που δηλώνουν «αντικρατιστές» μεν, σφουγγοκωλάριοι δε…

Η κυβέρνηση του Κυριάκου λοιπόν, δηλαδή του «ανέμελου γόνου», που υποσχέθηκε αξιοκρατία, και ένα πιο αποτελεσματικό κράτος, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια εικόνα νεποτισμού, και εντυπωσιακής διόγκωσης του μηχανισμού των μετακλητών.

Και σύμφωνα με τις συγκρίσεις που προβάλλονται σε κάποια ΜΜΕ (τα μη πετσωμένα), οι αριθμοί τους έχουν ξεπεράσει ακόμη και την περίοδο του ΣΥΡΙΖΑ, τότε που η Σβίγγου φερ’ ειπείν είχε διορίσει όλους τους πρώην της… την εποχή του Καρανίκα αν θυμάστε!

Αυτή είναι μια ειρωνεία που δύσκολα περνά απαρατήρητη, όσο και αν αποφεύγουν να τη σχολιάσουν οι «αντικρατιστές», και φανατικοί πολέμιοι του δημόσιου τομέα ψηφοφόροι του Κυριάκου…

Για χρόνια, η Νέα Δημοκρατία κατήγγελλε το «κομματικό κράτος», τις πελατειακές σχέσεις, και τους διορισμούς ημετέρων. Σήμερα, όμως, η ίδια κυβέρνηση καλείται να εξηγήσει γιατί το κράτος χρειάζεται ολοένα και περισσότερους ανθρώπους σε θέσεις μετακλητών.

Μήπως ξαφνικά αυξήθηκαν τόσο πολύ οι ανάγκες σε συμβούλους;

Μήπως η δημόσια διοίκηση έπαψε να διαθέτει ικανά στελέχη;

Ή μήπως η πολιτική εξουσία έχει πάντα μια ιδιαίτερη αδυναμία στις θέσεις που δεν περνούν από τις ίδιες αυστηρές διαδικασίες που αντιμετωπίζει ο υπόλοιπος απλός κόσμος;

Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένας υπουργός χρειάζεται συνεργάτες. Κάθε κυβέρνηση χρειάζεται ανθρώπους εμπιστοσύνης για να ασκήσει πολιτική.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η εξαίρεση γίνεται κανόνας, και ο μηχανισμός των μετακλητών μετατρέπεται σε… παράλληλο Δημόσιο.

Όταν η αξιοκρατία απαιτείται από τον πολίτη, αλλά η πολιτική εξουσία διατηρεί για τον εαυτό της μια ευρύχωρη ζώνη εξαιρέσεων.

Και ας μη γελιόμαστε, οι μετακλητοί δεν είναι μόνο αριθμοί σε έναν πίνακα. Είναι άνθρωποι με οικογένειες, συγγενείς, φίλους, και κοινωνικά δίκτυα.

Σε μια χώρα όπου η πολιτική σχέση συχνά περνά μέσα από προσωπικές εξαρτήσεις και γνωριμίες, κάθε θέση εξουσίας δημιουργεί και ένα μικρό δίκτυο επιρροής.

Οι μετακλητοί, μαζί με το ευρύτερο περιβάλλον τους, δεν είναι απλώς μια διοικητική επιλογή. Μπορούν να αποτελέσουν και μια σημαντική πολιτική δεξαμενή στήριξης.

Ψήφους δηλαδή…

Και εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης. Η διόγκωση των μετακλητών δεν αφορά μόνο το κόστος για τον φορολογούμενο. Αφορά τη γενικότερη φιλοσοφία του κράτους.

 

Θέλουμε ένα Δημόσιο όπου οι θέσεις καταλαμβάνονται κατά κύριο λόγο με διαφανείς και αντικειμενικές διαδικασίες, ή ένα κράτος όπου η πολιτική εγγύτητα, και η αφισοκόλληση, παραμένουν το πιο αποτελεσματικό βιογραφικό;

Η κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται ότι όλα γίνονται νόμιμα, και ότι οι μετακλητοί προβλέπονται από το θεσμικό πλαίσιο. Όμως η νομιμότητα δεν είναι πάντα και ηθικά αποδεκτή.

Κάτι μπορεί να είναι απολύτως νόμιμο, και ταυτόχρονα πολιτικά προκλητικό.

Το ερώτημα είναι αν η εξουσία χρησιμοποιεί τις δυνατότητες που της δίνει ο νόμος με φειδώ, ή αν αντιμετωπίζει το κράτος ως χώρο διανομής θέσεων, όπως κάνει ο «υπαρκτός μητσοτακισμός»…

Η μεγαλύτερη αντίφαση είναι…

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΚΟΜΜΑΤΟΣΚΥΛΑΡΟ-ΡΟΥΣΦΕΤΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Είναι ο πελατειασμός ελληνική ιδιαιτερότητα;

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

 

Γράφει ο Ηλίας Ντίνας

Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και κάτοχος της ελβετικής έδρας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.

 

Μπορεί να υπάρξει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση χωρίς πελατειακές σχέσεις;

Η καθημερινή λειτουργία της δημοκρατίας συχνά δίνει την αντίθετη εντύπωση, αλλά αυτό οφείλεται σε μια σύγχυση δύο διαφορετικών πραγμάτων που στη βιβλιογραφία διαχωρίζονται ως constituency service και vote buying.

Η επίλυση προβλημάτων και η διαμεσολάβηση με τη διοίκηση είναι συνυφασμένες με τον ρόλο του βουλευτή. Δύσκολα φαντάζεται κανείς έναν Βρετανό βουλευτή χωρίς τις καθιερωμένες ώρες επαφής («surgeries») με τους ψηφοφόρους του. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μελέτες δείχνουν ότι οι πολίτες απευθύνονται στους εκπροσώπους τους για ζητήματα όπως συντάξεις ή βίζες και η ανταπόκριση δεν εξαρτάται από το αν τους ψήφισαν.

Δίπλα σε αυτό όμως υπάρχει ένα διαφορετικό φαινόμενο: η εξαγορά ψήφων και τα ρουσφέτια, δηλαδή η επιλεκτική παροχή οφελών με αντάλλαγμα πολιτική στήριξη.

Η διάκριση έχει σημασία: στη μία περίπτωση ενισχύεται η εκπροσώπηση, ενώ στην άλλη δημιουργούνται σχέσεις εξάρτησης που τη διαβρώνουν.

Ιστορικά, βεβαίως, τα όρια δεν ήταν πάντα καθαρά. Στις απαρχές του κοινοβουλευτισμού, τα κόμματα λειτουργούσαν περισσότερο ως μηχανισμοί κινητοποίησης ψηφοφόρων παρά ως φορείς ιδεολογίας. Στη Νέα Υόρκη, η περίφημη μηχανή του Tammany Hall μοίραζε δουλειές, άδειες και τρόφιμα σε αντάλλαγμα για ψήφους. Με την επέκταση της καθολικής ψήφου και την είσοδο των μαζικών κομμάτων, η πολιτική σύγκρουση απέκτησε προγραμματικό περιεχόμενο. Οι μεγάλες διαιρετικές τομές, μαζί με την εισχώρηση του κράτους σε όλο και περισσότερες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, μετατόπισαν σταδιακά το κέντρο βάρους της πολιτικής από την προσωπική εξάρτηση προς την ιδεολογική ταύτιση.

Το πέρασμα αυτό όμως δεν ολοκληρώθηκε ποτέ πλήρως.

Ο λόγος είναι απλός: κόμματα και υποψήφιοι επιδιώκουν να κερδίσουν εκλογές και κάθε ψήφος μετράει. Οπου οι θεσμοί είναι αδύναμοι ή η πρόσβαση σε δημόσιους πόρους μπορεί να ελεγχθεί επιλεκτικά, δημιουργούνται ισχυρά κίνητρα για ρουσφέτια. Χαρακτηριστική είναι η μελέτη της Μίριαμ Γκόλντεν, που δείχνει ότι τα κρούσματα διαφθοράς αυξάνονται εκεί όπου ο ανταγωνισμός εντός του ιδίου κόμματος είναι πιο έντονος. Σε συστήματα με ανοικτές λίστες, οι υποψήφιοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους για σταυρούς· σε κλειστές λίστες, ο ανταγωνισμός μεταφέρεται στη θέση στη λίστα.

Το κίνητρο παραμένει το ίδιο: η ατομική πολιτική επιβίωση γεννάει διαφθορά.

Το αποτέλεσμα είναι κακό όχι μόνον επειδή δημιουργεί ζητήματα δικαιοσύνης, αλλά και επειδή είναι αναποτελεσματικό: οι πόροι κατανέμονται με βάση πολιτικές ανταλλαγές και όχι με βάση το συλλογικό συμφέρον.

Πού, λοιπόν, είναι πιθανότερο να συναντήσουμε ακόμη και σήμερα πελατειακές πρακτικές;

Η σύγχρονη πολιτική επιστήμη προσφέρει μια λεπτότερη εικόνα. Το κεντρικό πρόβλημα είναι ότι η ψήφος είναι μυστική. Πώς μπορεί ένας πολιτικός να «αγοράσει» μια ψήφο αν δεν μπορεί να ελέγξει αν ο ψηφοφόρος τήρησε τη συμφωνία;

Η απάντηση βρίσκεται σε ένα τρίτο πρόσωπο: τους μεσάζοντες, τους λεγόμενους brokers. Πρόκειται για τοπικούς παράγοντες που γνωρίζουν προσωπικά τους ψηφοφόρους, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις τους. Επιλέγουν ποιον θα προσεγγίσουν, τι θα του προσφέρουν, και διασφαλίζουν –μέσω επαναλαμβανόμενων σχέσεων και προσδοκιών μελλοντικής ανταμοιβής– ότι η ανταλλαγή θα τηρηθεί.

Οι σχέσεις αυτές δεν είναι στιγμιαίες, αλλά διαρκείς. Δεν πρόκειται για απλή «αγορά» ψήφου, αλλά για πλέγμα αμοιβαίων εξαρτήσεων. Ο ψηφοφόρος εξαρτάται από τον μεσάζοντα για πρόσβαση σε πόρους· ο μεσάζων από τον πολιτικό για να συνεχίσει να τους παρέχει· και ο πολιτικός από τον μεσάζοντα για να κινητοποιεί ψηφοφόρους.

Με άλλα λόγια, η λογοδοσία αντιστρέφεται: οι πολιτικοί λογοδοτούν στα δίκτυα που τους φέρνουν ψήφους και οι πολίτες σε εκείνους που τους εξασφαλίζουν πρόσβαση στο κράτος.

Αυτό εξηγεί και γιατί ο πελατειασμός δεν είναι απλώς «κακή κουλτούρα», αλλά συνδέεται με τη δομή του ιδίου του κράτους. Οπου η κρατική ικανότητα είναι περιορισμένη και η πρόσβαση στους δημόσιους πόρους περνάει μέσα από διαμεσολαβητές, τέτοια δίκτυα ευδοκιμούν. Αντιθέτως, όπου οι υπηρεσίες είναι απρόσωπες, καθολικές και προβλέψιμες, η ανάγκη για μεσάζοντες υποχωρεί.

Ενα παράδειγμα κοντά μας:

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΟΠΛΗΚΤΟΣ ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η παιδεία πάνω απ’ όλα

 

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ 

Ποτέ κανείς δεν πήγαινε να σπουδάσει στη φιλοσοφική σχολή για να πλουτίσει.

Κάποτε όμως οι φιλοσοφικές σχολές στο πανεπιστήμιο ήταν όχι μόνο περιζήτητες, αλλά και άκρως απαιτητικές. Αν δεν κάνω λάθος, έρχονταν αμέσως μετά την Ιατρική και σίγουρα προηγούνταν της Νομικής.

Οι μισθοί στην εκπαίδευση ήταν πάντα κάτω του μετρίου και, ως γνωστόν, λίγοι ήσαν εκείνοι που δεν αναγκάζονταν να κάνουν παράπλευρες εργασίες, ιδιαίτερα ή διορθώσεις σε εκδοτικούς οίκους, για να ζήσουν αξιοπρεπώς. Παρ’ όλ’ αυτά, είναι γνωστό ότι στις φιλοσοφικές σχολές των πανεπιστημίων πάντα σπούδαζαν οι καλύτεροι μαθητές.

Στη σχολική τάξη πρωταγωνιστούσε ο φιλόλογος, μαζί με τον μαθηματικό. Τον αντιμετώπιζαν με σεβασμό, διότι αυτός ήταν που «μάθαινε γράμματα» στα παιδιά.

Ηταν η εποχή που η ελληνομάθεια δεν ήταν απαξιωμένη, ασχέτως επαγγελματικού προσανατολισμού, η δε ορθογραφία δεν αντιμετωπιζόταν ως εργαλείο καταπίεσης. Αυτός ο σεβασμός συντηρούσε την κοινωνική αξιοπρέπεια επαγγελματιών που εκπροσωπούσαν αξίες, οι οποίες δεν κρίνονταν ούτε από τα τετραγωνικά της κατοικίας ούτε από τα κυβικά του αυτοκινήτου.

Πρόσφατα αναφέρθηκα στην υποκρισία με την οποία αντιμετωπίζουμε τους πυροσβέστες. Τους αποκαλούμε ήρωες και ως εκ τούτου τους ανταμείβουμε με μισθούς πείνας.

Σήμερα ήρθε η ώρα της παιδείας. «Η παιδεία πάνω απ’ όλα», «η παιδεία είναι εξίσου σημαντική με την υγεία», «από την παιδεία κρίνεται το μέλλον της χώρας». Μπορώ να αναφέρω και άλλα στερεότυπα, που τα χρησιμοποιούμε για να καλύψουμε την αδιαφορία μας.

Τι είναι αυτή η περίφημη παιδεία;

Είναι ένας φιλόλογος που πέρασε στο πανεπιστήμιο με τα ελάχιστα δυνατά «μόρια» – λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος.

Μπορεί να καλύψει τα κενά του στα τέσσερα χρόνια που θα περάσει εκεί μέσα;

Αμφίβολο.

Είναι ένας φιλόλογος που, όταν καταφέρει να βρει μια θέση στο Δημόσιο με το καλό και διορισθεί σ’ ένα νησί, δεν θα βρει σπίτι για να νοικιάσει. Αντί για σεβασμό εμπνέει οίκτο στην τοπική κοινωνία, στην καλύτερη περίπτωση. Και αυτός ο οίκτος μεταφέρεται μέσα στην τάξη. Οπότε ας μην απορούμε για το έλλειμμα πειθαρχίας που ταλανίζει την εκπαίδευση.

Είναι ένας φιλόλογος ο οποίος, για να καλύψει τα κενά, μπορεί να χρειαστεί να διδάξει Ιστορία και ας πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικούς γνωστικούς τομείς.

Τέλος, όπως έμαθα με ρίγη εθνικής υπερηφανείας, είναι ένας φιλόλογος ο οποίος …

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Το μέτρο της κοινωνίας

 

Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΚΟΥΡΑ 

Λένε ότι μπορείς να κρίνεις μια οικονομία από το πώς ζουν οι φτωχότεροι πολίτες της.

Ότι μπορείς να κρίνεις το ήθος ενός ανθρώπου από το πώς συμπεριφέρεται στους σερβιτόρους.

Ότι μπορείς να κρίνεις έναν μάνατζερ από τον τρόπο με τον οποίο φέρεται στους υφισταμένους του.

Αν όλα αυτά έχουν κάποια αξία, τότε μπορούμε να κρίνουμε και μια κοινωνία από το πώς αντιμετωπίζει τους πυροσβέστες της.

Το φυσικό ένστικτο του ανθρώπου, όταν βλέπει μια φωτιά να πλησιάζει, είναι να απομακρυνθεί. Να προστατεύσει τον εαυτό του, την οικογένειά του, το σπίτι του. Ο πυροσβέστης κάνει ακριβώς το αντίθετο. Την ώρα που όλοι τρέχουν μακριά από τον κίνδυνο, εκείνος τρέχει προς το μέρος του.

Αυτό δεν αποτελεί απλώς επαγγελματική υποχρέωση. Ο μισθός, όσο αξιοπρεπής και αν είναι, δεν αρκεί για να εξηγήσει γιατί ένας άνθρωπος μπαίνει σε ένα φλεγόμενο κτίριο, στέκεται απέναντι σε ένα πύρινο μέτωπο ή αναζητεί εγκλωβισμένους μέσα σε καπνούς που δεν επιτρέπουν ούτε την αναπνοή ούτε την όραση. Χρειάζεται αίσθηση καθήκοντος. Χρειάζεται θάρρος. Χρειάζεται η βαθιά πεποίθηση ότι η ζωή ενός αγνώστου αξίζει να διακινδυνεύσεις τη δική σου.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες ακούει κανείς συχνά ακόμη και μικρά παιδιά να λένε σε στρατιωτικούς, αστυνομικούς και πυροσβέστες τη φράση «thank you for your service». Πρόκειται για μια απλή έκφραση ευγνωμοσύνης.

Δεν σημαίνει ότι κάθε κρατικός θεσμός λειτουργεί άψογα. Δεν σημαίνει ότι κάθε ένστολος βρίσκεται υπεράνω κριτικής. Σημαίνει ότι μια ελεύθερη κοινωνία αναγνωρίζει εκείνους που αναλαμβάνουν προσωπικό κίνδυνο για να διατηρήσουν την ασφάλεια μέσα στην οποία οι υπόλοιποι ασκούμε τις ελευθερίες μας.

Στην Ελλάδα έχουμε επιτρέψει σε ένα μέρος της Αριστεράς να παρουσιάζει ακόμη και την ευγνωμοσύνη προς τον στρατό ή την αστυνομία ως περίπου ύποπτη πολιτική πράξη. Η στολή αντιμετωπίζεται συχνά όχι ως σύμβολο υπηρεσίας, αλλά ως τεκμήριο ενοχής. Η προσφορά υποβαθμίζεται και στη θέση της μπαίνει μια μηχανική καχυποψία απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας.

Αυτή η νοοτροπία δεν είναι προοδευτική. Είναι παιδαριώδης.

Ο φιλελεύθερος πολίτης οφείλει να ελέγχει την εξουσία, αλλά δεν χρειάζεται να περιφρονεί εκείνους που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.

Η κριτική και η ευγνωμοσύνη δεν αλληλοαναιρούνται. Αντιθέτως, μια ώριμη κοινωνία μπορεί ταυτόχρονα να απαιτεί λογοδοσία από τους θεσμούς και να τιμά τους ανθρώπους που εκτελούν με γενναιότητα το καθήκον τους.

Η εκτίμηση προς τους πυροσβέστες, βέβαια, δεν μπορεί να εξαντλείται σε χειροκροτήματα τις ημέρες της καταστροφής. Πρέπει να αποτυπώνεται στην εκπαίδευση, στον εξοπλισμό, στις συνθήκες εργασίας, στις αμοιβές τους, ακόμα και στον τρόπο που μαθαίνουμε στα παιδιά μας να τους χαιρετούν. Μια πολιτεία που αποκαλεί ήρωες τους πυροσβέστες τον Αύγουστο και τους ξεχνά τον Οκτώβριο δεν τους τιμά. Απλώς χρησιμοποιεί τον ηρωισμό τους για να κρύψει τη δική της ανεπάρκεια.

Οι πυροσβέστες δεν χρειάζονται αγιοποίηση.

Χρειάζονται σεβασμό.

Και ο σεβασμός αρχίζει από μια απλή παραδοχή:

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΟΛΑΜΟΓΙΑΡΑΔΙΚΟ: Ο καπιταλισμός των ημετέρων (Ή αλλιώς: Υπαρκτός Μητσοτακισμός!)

 

Του Strange Attractor

Αν κάποιος πιστεύει ότι από το 2019 η Ελλάδα ακολουθεί ένα φιλελεύθερο, κεντρώο, σύγχρονο μοντέλο οικονομίας, μάλλον ζει αλλού, ή καπνίζει μπαγιάτικη ρίγανη, ή απλά… «πετσώνεται».

Γιατί ο φιλελευθερισμός προϋποθέτει ελεύθερο ανταγωνισμό, ίσους κανόνες, και ένα κράτος που δεν επιλέγει τους «δικούς μας» μόνο.

Αυτό που εγώ ο ποταπός βλέπω να κυριαρχεί στην Ελλάδα είναι κάτι εντελώς διαφορετικό… ένας κρατικοδίαιτος παρασιτικός καπιταλισμός, όπου η πολιτική εξουσία, και τα οργανωμένα οικονομικά συμφέροντα συνυπάρχουν σε μια σχέση αμοιβαίου οφέλους, εις βάρος των υπολοίπων.

Από το 2019 λοιπόν, η κυβέρνηση του «ανέμελου γόνου» έχει επενδύσει επικοινωνιακά στην εικόνα μιας φιλελεύθερης μεταρρυθμιστικής διακυβέρνησης, φιλικής προς τις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα.

Ωραία ως εδώ;

Να το ξαναπώ για εμπέδωση… όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο γίνεται εμφανές ότι το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο δεν μοιάζει με αυτό μιας ανοιχτής αγοράς. Μοιάζει περισσότερο με μια εκδοχή σάπιου κρατικοδίαιτου παρασιτικού καπιταλισμού (crony capitalism), όπου η πολιτική ισχύς καθορίζει σε μεγάλο βαθμό ποιοι ευνοούνται, και ποιοι μένουν εκτός παιχνιδιού.

Το παράδοξο αυτό είναι εντυπωσιακό…

Μια κυβέρνηση που εμφανίστηκε ως η κυβέρνηση της «αριστείας», και των εκσυγχρονιστικών μεταρρυθμίσεων, απλά έχει οικοδομήσει ένα μοντέλο στο οποίο η επιτυχία εξαρτάται λιγότερο από την παραγωγικότητα, και περισσότερο από την εγγύτητα προς την εξουσία, με μεγάλους κερδισμένους τους κομματικούς οσφυοκάμπτες, και τους «φίλους» κρατικοδίαιτους (δήθεν) επιχειρηματίες.

Οι απευθείας αναθέσεις έγιναν το σύμβολο της επταετούς «αριστείας», προκαλώντας έντονη πολιτική αντιπαράθεση για το κατά πόσο εξυπηρετείται επαρκώς το δημόσιο συμφέρον.

Παράλληλα, η συγκέντρωση μεγάλων δημόσιων έργων, και σημαντικών κρατικών συμβάσεων σε περιορισμένο αριθμό ισχυρών (φιλικά προσκείμενων) επιχειρηματικών ομίλων ενίσχυσε την εικόνα μιας οικονομίας όπου οι μεγάλοι γίνονται ακόμη μεγαλύτεροι, οι μητσοτακικοί ακόμη πιο μητσοτακικοί, και οι μελανιασμένοι απλοί πολίτες καλούνται απλώς να παρακολουθούν.

Βέβαια, καλά να πάθουν, αφού το αριστερό γελαστό παιδί ήθελαν για να «σωθούμε», οπότε πάρτε τώρα μπόλικο, και ανεξέλεγκτο Κυριάκο για έχετε να πορεύεστε…

Το ίδιο ερώτημα γεννιέται και γύρω από τη διάθεση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Αντί να αποτελέσει εργαλείο ανανέωσης του παραγωγικού μοντέλου, και ενίσχυσης της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, όσοι δεν σιτίζονται με τον ένα ή άλλο τρόπο από το Μαξίμου, υποστηρίζουν ότι οι πόροι κατευθύνθηκαν δυσανάλογα προς ήδη ισχυρούς οικονομικούς παίκτες, διευρύνοντας τη συγκέντρωση της ισχύος τους στη (για τους άλλους) χειμαζόμενη αγορά.

Και όταν οικονομική ισχύς, κρατικές αποφάσεις και μιντιακή επιρροή αρχίζουν να αλληλοτροφοδοτούνται, η αγορά παύει να είναι πραγματικά ελεύθερη. Μετατρέπεται σε μια αγορά προνομίων… για τους λίγους.

Δεν είναι τυχαίο ότι διεθνείς οργανισμοί, και διεθνή μέσα ενημέρωσης έχουν επανειλημμένα αναδείξει ζητήματα που αφορούν τη διαφάνεια, την ανεξαρτησία των θεσμών και την ποιότητα του κράτους δικαίου στην Ελλάδα, ενώ υποθέσεις όπως οι παρακολουθήσεις, η διαχείριση δημόσιων συμβάσεων, και πιο πρόσφατα το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, έχουν τροφοδοτήσει έντονη δημόσια συζήτηση για τις σχέσεις πολιτικής εξουσίας και πελατειακών δικτύων.

Άσχετα, αν όπως στα πάντα όλα, οι άριστοι κάνουν τον… Κινέζο.

Το πιο ανησυχητικό όμως, δεν είναι μόνο ποιος ωφελείται από αυτό το σαθρό μοντέλο.  Είναι το μήνυμα που εκπέμπεται προς την κοινωνία.

Όταν οι νέοι επιχειρηματίες πιστεύουν ότι οι γνωριμίες αποδίδουν περισσότερο από την καινοτομία, όταν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αισθάνονται ότι ανταγωνίζονται σε άνισο γήπεδο, και όταν οι πολίτες θεωρούν πως οι κανόνες εφαρμόζονται διαφορετικά ανάλογα με το ποιος βρίσκεται πιο κοντά στην εξουσία, τότε η οικονομία χάνει την ανταγωνιστικότητά της, και η δημοκρατία τη νομιμοποίησή της.

Η κυβέρνηση προβάλλει την αύξηση των επενδύσεων, την ανάπτυξη, και τη βελτίωση βασικών μακροοικονομικών δεικτών ως απόδειξη της επιτυχίας της. Όμως η ανάπτυξη από μόνη της δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ένα οικονομικό μοντέλο ως υγιές.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος ωφελείται από αυτήν, με ποιους κανόνες, και με ποια θεσμικά αντίβαρα.

 

Ο κρατικοδίαιτος παρασιτικός καπιταλισμός δεν είναι απλώς ένα οικονομικό πρόβλημα.

Είναι πρόβλημα δημοκρατίας. Διαβρώνει τον ανταγωνισμό, υπονομεύει την αξιοκρατία, αποθαρρύνει την παραγωγική επιχειρηματικότητα, και μετατρέπει το κράτος από εγγυητή των κανόνων σε διαχειριστή προνομίων.

Η ειρωνεία είναι προφανής. Μια κυβέρνηση που αυτοπροσδιορίζεται ως φιλελεύθερη κατηγορείται ότι έχει οικοδομήσει ένα μοντέλο όπου η αγορά λειτουργεί υπό τη διαρκή σκιά του κράτους, προς όφελος ολίγων.

Δεν πρόκειται για «λιγότερο κράτος»… πρόκειται για ένα κράτος που παρεμβαίνει επιλεκτικά, επιβραβεύοντας όσους βρίσκονται κοντά στην εξουσία, και αφήνοντας τους υπόλοιπους να ανταγωνίζονται σε ένα άνισο και σικέ πεδίο.

Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από έναν «έξυπνο» δήθεν καπιταλισμό που ξέρει ποιον να ευνοήσει.

Έχει ανάγκη από…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Διαφορά κουλτούρας

 

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΑΣΙΜΑΤΗ

Η έννοια «ρουσφέτι», ας το παραδεχθούμε, είναι ένα τσουβάλι στο οποίο ρίχνουμε τα πάντα. Γιατί υπάρχουν δύο κατηγοριών εξυπηρετήσεις που ζητούν οι ψηφοφόροι από τους βουλευτές.

Οι θεμιτές, δηλαδή εκείνες που αφορούν την επανόρθωση μιας αδικίας μέσα στο πλαίσιο του νόμου και οι άλλες, οι αθέμιτες, εκείνες που αφορούν ευνοϊκή μεταχείριση κάποιων εις βάρος των άλλων, που ενδεχομένως τη δικαιούνται.

Φυσικά, αυτές είναι δύο πολύ γενικές, θεωρητικές κατηγορίες. Στην πραγματική ζωή, τη ζωή που εξελίσσεται στους προθαλάμους των βουλευτικών γραφείων, κάθε περίπτωση εξυπηρέτησης είναι ξεχωριστή και σπανίως αμιγής. Οι περισσότερες είναι ανάμεικτες, στον δικό της βαθμό η καθεμία.

Ο στοιχειώδης τρόπος για να ξεχωρίσουμε τις μεν από τις δε είναι η δημοσιότητα. Αν αυτό που έχεις να ζητήσεις ως εξυπηρέτηση δεν ντρέπεσαι να το πεις δημοσίως και να το εξηγήσεις, όταν δεν έχεις κανέναν λόγο να το κρύψεις, σημαίνει ότι είναι θεμιτό και, επομένως, είναι πολύ πιθανό να εισακουστείς από εκείνους στους οποίους απευθύνεις το αίτημα. Αν είναι «χεράτο», «παντελονάτο» ή όπως αλλιώς το λένε και εσύ κρίνεις ότι είναι προτιμότερο να το σπρώξεις υπογείως, τότε το αίτημα είναι μάλλον αθέμιτο. Δεν είναι όσο απλό και το ξυράφι του Οκαμ;

Στη μητέρα όλων των κοινοβουλίων, τη Βουλή των Κοινοτήτων του Ηνωμένου Βασιλείου, πετυχαίνουν ως έναν βαθμό τον διαχωρισμό αυτόν, χάρη στον τρόπο με τον οποίο γίνονται οι κοινοβουλευτικές ερωτήσεις.

Ο βουλευτής σηκώνεται και μέσα σε ενάμισι λεπτό (το πολύ) αναπτύσσει το αίτημά του, καταλαβαίνοντας ότι, λόγω της στενότητας του χρόνου, πρέπει να δώσει τον καλύτερο εαυτό του.

Ο αρμόδιος κυβερνητικός, ως επί το πλείστον υφυπουργός, σηκώνεται και αυτός και δίνει σαφή απάντηση επί του προκειμένου, μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα. Εννοείται, βέβαια, ότι οι ερωτήσεις έχουν εκ των προτέρων κατατεθεί γραπτώς με κάθε λεπτομέρεια, οι δε απαντήσεις των αρμοδίων έχουν προετοιμαστεί αναλόγως.

Πρόκειται, λοιπόν, για μία παράσταση, η οποία γίνεται με τον σκοπό να δουν οι ψηφοφόροι τον βουλευτή να τους αντιπροσωπεύει. Και η διαδικασία αυτή επαναλαμβάνεται συνεχώς για ώρα πολλή, με ρυθμό υψίσυχνο, που λέει ο ποιητής, καθώς ο ένας βουλευτής διαδέχεται τον άλλον στο μικρόφωνο.

Μη νομίζετε ότι αυτή η παράσταση είναι βαρετή να την παρακολουθείς. Κάθε άλλο, γιατί το τι ζητούν οι βουλευτές από τους κυβερνώντες, κυρίως δε πώς το ζητούν, είναι ο καλύτερος τρόπος να αντιληφθεί ο ενδιαφερόμενος (αν υποθέσουμε ότι υπάρχει) την ανθρωπογεωγραφία της Βουλής.

Θα μπορούσαμε εμείς να εφαρμόσουμε το σύστημα αυτό, προσαρμοσμένο στα μέτρα μας;

Ούτε για πλάκα.

Δεν το επιτρέπει η διαφορά κουλτούρας. Εμείς είμαστε υπέρ του πολλού – το ευ μη σας πω τι το έχουμε κάνει.

Εδώ, ο κανόνας είναι να επιβληθείς στον συνομιλητή με τη λογοδιάρροια. Ολοι θέλουν περισσότερο χρόνο στις πολιτικές συζητήσεις, όλους τους αδικεί ο χρόνος, όλοι θέλουν να επιστρέψουν στην προηγούμενη ερώτηση, επειδή δεν είπαν όσα ήθελαν. Κανείς τους όμως δεν μπορεί να πει σύντομα και με μεστότητα αυτό που έχει να πει – εκτός αν είναι να βρίσει, αλλά αυτό είναι κάτι διαφορετικό.

Είναι επίσης το βάρος της ξύλινης γλώσσας των στερεοτύπων, στην οποία διεξάγεται ο πολιτικός διάλογος, ένα είδος λόγου που δυσκολεύει την περιεκτικότητα και τη συντομία. Γιατί, όταν δεν μπορείς να πεις αυτό που πρέπει, με τα δικά σου λόγια, πώς να το συμπτύξεις; (Η περίληψη κειμένου ή, ακόμη χειρότερα, βιβλίου είναι η πιο απαιτητική άσκηση…)

Αφήστε δε το άλλο, ότι προϋπόθεση για να μπορείς να μιλήσεις με τα δικά σου λόγια είναι …

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΚΗΦΗΝΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΟΠΛΗΚΤΟ ΚΟΥΛΟ-ΧΑΝΕΙΟ: Οι δήθεν «ανεξάρτητες» Αρχές, και το μεγάλο παραμύθι…

 Του Strange Attractor

Στην Ελλάδα του «υπαρκτού μητσοτακισμού», δηλαδή της αριστείας και των επιτελικών αντικρατιστών νοικοκυραίων που μας κυβερνούν, έχουμε μερικά παράδοξα, πέραν του παρασιτικού κρατικοδίαιτου καπιταλισμού που κυριαρχεί.

Ένα είναι η «μείωση» του αριθμού των παράτυπων «προσφύγων»!

Πώς έγινε αυτό;

Απλά νομιμοποιήθηκαν οι περισσότεροι… με χαρτιά.

Ένα άλλο είναι η «μείωση» του κράτους!

Αυτό έγινε με την ίδρυση και σύσταση πάμπολλων (δήθεν) ανεξάρτητων Αρχών…

Όταν μια κυβέρνηση θέλει να δείξει ότι εκσυγχρονίζεται, δεν λύνει το πρόβλημα. Ιδρύει μια νέα «ανεξάρτητη αρχή».

Και όταν μια αρμοδιότητα γίνεται πολιτικά επικίνδυνη, την παραδίδει σε κάποιον «ανεξάρτητο», ώστε να μπορεί αύριο να δηλώσει ότι «η κυβέρνηση δεν παρεμβαίνει»…

Μόνο που το παραμύθι αυτό έχει αρχίσει να κουράζει.

Σήμερα λειτουργούν δεκάδες ανεξάρτητες αρχές, εκ των οποίων συνταγματικά προβλεπόμενες και κατοχυρωμένες είναι μόνο πέντε.

Από κει και πέρα το χάος, ή αλλιώς η χαρά του ρουσφετιού…

Με προέδρους, αντιπροέδρους, μέλη διοικητικών συμβουλίων, γενικούς διευθυντές, ειδικούς συμβούλους, και χιλιάδες υπαλλήλους.

Όλοι ανεξαιρέτως αμείβονται, άμεσα ή έμμεσα, από δημόσιους πόρους, ή αλλιώς από τους φόρους μας… έτσι μειώνεται το «κακό» δημόσιο (στα χαρτιά).

Όμως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσες είναι, ούτε πόσο κοστίζουν.

Είναι το πόσο ανεξάρτητες είναι πραγματικά;

Οι διοικήσεις τους, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν προκύπτουν από κάποια κοινωνική διαδικασία, ούτε από άμεση λαϊκή νομιμοποίηση. Ορίζονται μέσα από μηχανισμούς στους οποίους η εκάστοτε κυβέρνηση διαθέτει καθοριστικό ή τον πλέον σημαντικό ρόλο. Δηλαδή τις διορίζει!

 

Κι έπειτα ζητείται από τον αφελή πολίτη να πιστέψει ότι οι άνθρωποι αυτοί λειτουργούν σαν να μην οφείλουν τίποτε σε κανέναν, και να χειροκροτεί τους «άριστους» διότι μείωσαν το αναποτελεσματικό δημόσιο!

Θεωρητικά, αυτό μπορεί να συμβεί… θεωρητικά λέμε.

Πρακτικά, όμως, η κάθε κυβέρνηση δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ποιος θα διοικήσει αυτές τις αρχές. Και κάθε αντιπολίτευση, μόλις χάσει τις εκλογές, ανακαλύπτει ότι οι ίδιες αρχές δεν είναι τελικά τόσο… ανεξάρτητες.

Το πιο ειρωνικό είναι ότι οι ανεξάρτητες αρχές δημιουργήθηκαν για να περιορίσουν την… κομματική επιρροή, και το κομματικό ρουσφέτι.

Αντί γι’ αυτό, απλά αποτελούν έναν ακόμη κρίκο της κρατικής αλυσίδας εξουσίας, στελεχωμένες με αποσπασμένους δημοσίους υπαλλήλους, και φίλα προσκείμενους στο Μαξίμου (αντικρατιστές) αφισοκολλητές, που κάνουν αμάν να διοριστούν… μετακλητοί, και να σιτίζονται και αυτοί από τον δημόσιο κορβανά.

Όταν όμως ένας «θεσμός» (ταρατατζούμ) παύει να πείθει για την ανεξαρτησία του, το πρόβλημα καθίσταται θεσμικό και όχι μόνο επικοινωνιακό.

Δυστυχώς, το μητσοτακιστάν έχει μετατρέψει τις ανεξάρτητες αρχές σε μια ατελείωτη βιομηχανία.

Για κάθε νέο ζήτημα, ιδρύεται και μια νέα αρχή. Για κάθε νέα ευρωπαϊκή οδηγία, άλλη μία. Για κάθε κυβερνητική δυσκολία, ένας ακόμη φορέας. Έτσι, αντί να έχουμε ένα κράτος που αναλαμβάνει την ευθύνη των αποφάσεών του, αποκτούμε ένα κράτος που τη διαχέει σε επιτροπές, συμβούλια, και… δήθεν ανεξάρτητες διοικήσεις.

Και φυσικά, όλα αυτά έχουν κόστος.

Χιλιάδες εργαζόμενοι, άπειρες διοικήσεις και Δ.Σ., κτίρια, λειτουργικά έξοδα, αποζημιώσεις, υπερωρίες, μπόνους, αυτοκίνητα, σοφέρ, και βαρβάτοι προϋπολογισμοί.

Σαν τις ΜΚΟ ένα πράγμα, που αν και μη κυβερνητικές (χα, χα) χρηματοδοτούνται από το… κράτος.

Ένα σαθρό διοικητικό οικοδόμημα δηλαδή, που διαρκώς μεγαλώνει, χωρίς κανείς να αποδεικνύει πειστικά ότι κάθε νέα αρχή προσφέρει πραγματική προστιθέμενη αξία, ή έστω οτιδήποτε, εκτός από «αξιώματα», προνόμια, και αργομισθίες…

 

Θυμόσαστε τη ΡΑΣ; Την Αρχή επίβλεψης των σιδηροδρόμων;

Που δεν είχε ιδέα για τίποτα, και που μετά τα Τέμπη δήλωνε άγνοια, και αναρμοδιότητα;

Η επικεφαλής της διώκεται ποινικά για τους πενήντα τόσους θανάτους (αν βέβαια ολοκληρωθεί ποτέ η δίκη).

Αυτές είναι οι «ανεξάρτητες» αρχές.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, δεν είναι το οικονομικό. Έτσι κι αλλιώς τόσους άεργους παρατρεχάμενους κομματόσκυλους πληρώνουμε…

Το πρόβλημα είναι…

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΓΥΦΤΟΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟ ΚΟΥΛΟΧΑΝΕΙΟ: Η αποτυχημένη ένταξη των Ρομά

 

Toυ ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ 

Τρία εκατ. ευρώ είναι το ποσό που θα δοθεί από ΕΣΠΑ μέσω της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας στις κοινότητες των Ρομά. Στόχος, η βοήθεια της ένταξής τους στην κοινωνία. Τα ποσά θα διατεθούν για τον περιορισμό της «σχολικής διαρροής» και την «προώθηση θετικών προτύπων ανατροφής».

Ως γνωστόν οι Ρομά, σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους Ελληνες, επιδοτούνται για να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο και τα περισσότερα απ’ αυτά, όταν οι γονείς τους εισπράξουν το ποσό, εξαφανίζονται. Η απόφαση δεν μας εξηγεί με ποιον τρόπο θα περιορίσει το φαινόμενο.

Η ανακοίνωση της περιφέρειας, με την υπόσχεση ενός «ολιστικού» προγράμματος ένταξης ομάδων που το έχουν περισσότερη ανάγκη –κοινώς «ευάλωτων»–, απλώς μας διαβεβαιώνει ότι θα συνεχίσουν να κάνουν ό,τι έκαναν έως τώρα για να αποτύχουν.

Θα είχε ενδιαφέρον να μάθουμε ποιο μέρος του ποσού θα διατεθεί στον περιορισμό της «σχολικής διαρροής» και πώς και ποιο στο «ολιστικό» πρόγραμμα ένταξης.

Ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον θα είχε να μάθουμε ποια ήταν τα αποτελέσματα που παρήγαγαν αυτά τα τρία εκατομμύρια. Επειδή δε το πιθανότερο είναι να μην το μάθουμε ποτέ, εμείς οι δύσπιστοι μπορούμε να πιστεύουμε ότι είναι μία από τις παροχές της παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου. Μια προσπάθεια της κυβέρνησης να εξευμενίσει μια κοινωνική ομάδα η οποία φαίνεται ότι έως σήμερα δεν την τιμούσε με την ψήφο της.

Ομως, αφήνω κατά μέρος αυτά τα πολιτικάντικα. Για να υπενθυμίσω ότι αυτή η γενναιόδωρη χειρονομία του κράτους απέναντι στην «ευάλωτη» κοινωνική ομάδα αποδεικνύει με τον πιο επίσημο τρόπο αυτό που βλέπουμε με τα μάτια μας: οι Ρομά εξακολουθούν να ζουν σε κοινότητες απομονωμένες από το κοινωνικό τους περιβάλλον. Οσες προσπάθειες έχουν γίνει έως σήμερα για την ένταξή τους έχουν αποτύχει παταγωδώς. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην ανεξέλεγκτη παραβατικότητα, στην οπλοφορία ή στην κλοπή χαλκού. Ας πιστέψουμε τον κ. Χρυσοχοΐδη, ότι στον τομέα πολλά έχουν αλλάξει, ότι το Ζεφύρι δεν είναι πλέον άβατο και ότι πολλοί έχουν συλληφθεί και οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη. Αυτά είναι τα συμπτώματα του κοινοτικού βίου, ανθρώπων που ζουν σε καταυλισμούς, ακόμη κι αν έχουν σπίτια και υπηρετούν τα δικά τους ήθη και έθιμα.

Φταίει η προοδευτική αφέλεια η οποία πίστεψε ότι αν δεν τους λέμε πια γύφτους, όπως ο Παλαμάς, και τους βαφτίσουμε Ρομά, θα άλλαζαν κι οι ίδιοι;

Φταίει η ασυνέπεια της κρατικής πολιτικής;

Ή μήπως φταίει…