"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ: Κώστας Καββαθάς: Αποχαιρετισμός εκ βαθέων

 

Της ΡΕΑΣ ΒΙΤΑΛΗ

Οταν πέθανε ο πατέρας μου ήμουν 14 ετών.
Δεν καταλάβαινα απόλυτα. Ηταν όλα μπερδεμένα. Η αφή του κρύου μετώπου του με στιγμάτισε. Μα, δεν ήταν κρύος ο μπαμπάς μου! Ο μπαμπάς μου ήταν ο πιο ζεστός άνθρωπος στον κόσμο! 

Και άλλα με στιγμάτισαν. Αυτό που λέω συχνά: «Ανέβηκα Χαλκιδική με πατέρα, μια μέρα μετά, κατέβηκα χωρίς». 

Αυτό με εκπαίδευσε στο μεγαλειώδες της στιγμής. Το τώρα ως το μόνο δεδομένο. Το γραπώνω. Ισως γι’ αυτό δεν κάνω όνειρα, κάνω μόνο σχέδια. Είναι διαφορετικό πράγμα.  

Σήμερα με βλέπω στο τότε μου, ότι πονούσα για τον πατέρα μου λαχανιασμένα. Με έτρεχε η ζωή. Τον έκλαιγα εν κινήσει. Τον έκλαιγα ενδιαμέσως ζωής. Ετσι συμβαίνει με την απώλεια όταν είσαι νέος.  

Ομως τι νόημα έχει να σας λέω αυτά κι άλλα κι άλλα κι άλλα; 

«Ο Κώστας Καββαθάς είναι ο μόνος έντιμος στον χώρο των περιοδικών αυτοκινήτου», μου είχε πει ο μπαμπάς μου. 

Ο μπαμπάς μου ήξερε τι έλεγε. 

Την Τετάρτη πέθανε ο Κώστας Καββαθάς. Είμαι πια 63 ετών. Καταλαβαίνω τον πόνο της απώλειας στο πετσί μου επάνω. Μου λείπει ήδη. Ως μια πατρική φιγούρα στη ζωή μου, που δεν χαμήλωσε ποτέ στα χρόνια. Μα, δεν με τρέχει η ζωή. Αυτόν τον κλαίω εν στάσει.  

Πέθανε ο μάστορας. Ετσι τον αποκαλούσα. 

Για να είμαι, μάλιστα, απολύτως αποκαλυπτική στους «κωδικούς» μας, λίγο πάντα κοντοστεκόμουν, ζυγίζοντας μέσα μου με δισταγμό αμηχανίας. «Δάσκαλο» να τον πω ή «Μάστορα»; 

 Ο δάσκαλος σε μαθαίνει. 

Ο μάστορας σου δείχνει, χωρίς να σου δείχνει. Ο,τι πιάσει το μάτι σου.  

Μάστορας! Μάστορας! Ο Καββαθάς «έδειχνε» χωρίς να δείχνει. Εκπαίδευε τους «Αλλους Ελληνες». Δεν πήγαινε με το ρεύμα, ούτε βέβαια του χρήματος το ρεύμα. Οσμίζονταν το αύριο, τον μάγευε να είναι στην επόμενη σελίδα μέλλοντος.  

Οι 4Τροχοί δεν ήταν περιοδικό αυτοκινήτου, ήταν περιοδικό πολιτισμού. Οπως και όλα των εκδόσεών του. Μιλάμε για έναν κολοσσό. 

Πρόσφατα έκανα ένα επεισόδιο για την «Κεραία» με τίτλο «Πατέρας – γιος, ιδιαίτερη σχέση», και έλεγα στον πρόλογο: «Ο κάθε πατέρας να γνωρίζει ότι ο γιος του κάποτε δεν θα ακολουθήσει ούτε τα λόγια του ούτε τις συμβουλές του, αλλά το παράδειγμά του». Γυναίκα είμαι. Ενιωθα κόρη του.  

Δεν «έχω» ούτε λόγια του ούτε συμβουλές του, έχω το παράδειγμά του. Ακεραιότητα, εντιμότητα, αξιοπρέπεια. Ούτε ίχνος έπαρσης. Προσγειωμένος όσο δεν πάει. Δεν φλέρταρε με καμία Σειρήνα. Δεν λοξοδρόμησε στιγμή. 

Στη ματιά του, ακόμα και νοητά, αναμετριόμουν για ό,τι έκανα στη ζωή μου. Να ενέχει ήθος. Τις αρχές του. 

 Εντεκα χρόνια στους 4Τροχούς ως η μόνη γυναίκα που αρθρογράφησε στις σελίδες του Αντίλογου, πες το και «Κρυφό σχολειό Καββαθά». Νίκος Δήμου ο ιδιοφυής, Σαράντος Καργάκος μαθήματα αληθινής ιστορίας, Νίκος Μάργαρης «οικολογικά», μωρέ, το 1980, ο Βασίλης Βασιλικός, ο Ριχάρδος Σωμερίτης και άλλοι, και άλλοι… Τι γειτονιά! 

Ετρεμε το φυλλοκάρδι μου να σταθώ αντάξια της εμπιστοσύνης του. Και μετά… όπου ήμουν… Σαν να μη σταμάτησα ποτέ. Οι αρχές ήταν αρχές. Τι να πεις; Σε ποιους να τα πεις; 

 Κάποτε έγραψα ένα κείμενο για ένα ελαττωματικό μοντέλο αυτοκινήτου. Σπάνια φορά, καθώς στις σελίδες του Αντίλογου δεν γράφαμε για αυτοκίνητα. Επικοινώνησε μαζί του η εταιρεία. Ή να στρογγυλέψει η Βιτάλη το κείμενό της ή θα πάψουμε το διαφημιστικό πρόγραμμα. Αυτόματη η απάντηση: «Να σταματήσετε το διαφημιστικό πρόγραμμα».  

Αυτό δεν είναι έκπληξη για όσους τον γνώριζαν. Εκπληξη είναι ότι ούτε καν μου ανέφερε το περιστατικό. 

Το έμαθα. Του είπα «λυπάμαι».  

«Μαστόρισσα, γιατί λυπάσαι; Σωστά έγραψες αυτό που έγραψες». Τόσο απλά. 

Τι να γράψω για τον Κώστα Καββαθά; 

«Γιατρέ, μην ξεχάσεις το νόμισμα στο στόμα». 

«Ποιο νόμισμα;» ρώτησε ο ανυποψίαστος γιατρός σε μια από τις πάμπολλες δοκιμασίες του σε χειρουργεία τα τελευταία χρόνια.  

«Το νόμισμα; Για τον άλλο κόσμο». Το σαρδόνιο χιούμορ του. Πόσο θα μου λείψει το σαρδόνιο χιούμορ του!  

Ο άνθρωπος που μονίμως φρενάριζε το χαμόγελο μην και εξελιχθεί σε γέλιο, από μια βαθιά ενσυναίσθηση περίεργης ντροπής-αντίληψης για τα πόσα δραματικά συμβαίνουν στον κόσμο, άρα ενοχικός στην προσωπική χαρά-απόλαυση, ούτε κατά διάνοια ξεσάλωμα… 

Ο ίδιος άνθρωπος δεν μιζέριασε ποτέ για δυστυχίας δοκιμασίες. Πονούσε με μια αξιοπρέπεια και ένα μέτρο που μου έλιωνε την ψυχή, με θαυμασμό. Πάλευε σαν λιοντάρι. Σαν να ήταν η ζωή ένας αγώνας και η κάθε etap έπρεπε να βγει πέρα. Και δώσ’ του! Η αξιοπρέπειά του, η αγωνία του να μη ζητήσει κάτι χωρίς να είναι ακραία ευγενικός. Και αυτομάτως να το βλέπεις ότι ήδη είχε μετανιώσει που κάτι ζήτησε.  

Πέρασε δύσκολα, πολλά, πολλά χρόνια. Από όταν έπρεπε να παραδώσει το «Παιδί του» και μετά. Παιδιά του ήταν οι εκδόσεις του. Και οι υπάλληλοι ήταν συνεργάτες. Ισοϋψείς τους λογάριαζε, και ας αποδείχτηκαν πολλοί χαμηλοί, φθηνοί, «πάτωμα». Δεν υπήρξε πιο Κύριος από τον Καββαθά στον εκδοτικό κόσμο.  

Τον παρατηρούσα, ιδίως τα τελευταία χρόνια που διένυε τη δεκαετία των 80 χρόνων του, με βαθύ ενδιαφέρον που έφτανε σε δάκρυα βαθιάς συγκίνησης-θαυμασμού. Επιζητούσε ανθρώπους έξυπνους. Να συνομιλεί. Και ήταν τόσο χαριτωμένος όταν θύμωνε για βλάκες, ιδίως όπως περιέγραφε ή μιμούνταν τη βλακεία. 

Επιζητούσε εσαεί νέους, ανήσυχους. Φρέσκα μυαλά, φρέσκες ιδέες. Τον ενδιέφεραν η πρόοδος της επιστήμης, η τεχνολογία, πρωτοπόρος και σε αυτό, η μελέτη του ανθρώπινου μυαλού και σώματος. Ως μηχάνημα μαγευτικό, σπουδαίο! Τον ενδιέφεραν οι πλανήτες. Τον ενδιέφεραν… Τον ενδιέφεραν…  

Ο Κώστας Καββαθάς ήταν… 

 

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ: Αγιε Βασίλη, σου γράφω…

 Του ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΥ

Δεν έγραψα ποτέ γράμμα στον Αγιο Βασίλη.
Πρώτα απ’ όλα (και) ως παιδάκι δεν είχα τη φαντασία που η περίσταση απαιτεί: θέλω να πω ότι για να γράψεις ένα γράμμα στον Αγιο πρέπει να είσαι (και) λίγο ονειροπόλος – εγώ από μικρός ήμουν φρικτά ορθολογιστής.

Επειτα χρειαζόταν το πράγμα λίγο αφηγηματικό και λογοτεχνικό ταλέντο που δεν πίστευα πως είχα. Το γράμμα στον Αγιο θα έπρεπε να έχει αρχή, μέση και τέλος: έπρεπε, για παράδειγμα, προτού κάνεις την παραγγελία σου, να του εξηγήσεις του Αγίου γιατί το δώρο το αξίζεις. 

Εδώ ανέκυπταν για εμένα δύο προβλήματα.  

Το πρώτο ότι δεν θεωρούσα ποτέ μου πως ήμουν υποχρεωμένος να πείσω κάποιον (έστω και Αγιο) ότι αξίζω κάτι – αν δεν το καταλάβαινε μόνος του, πρόβλημά του.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι πως αν έγραφα ένα γράμμα, θα ήταν πολύ μικρό – σχεδόν τηλεγραφικό. Δεν θα το έγραφα με αυτόν τον τρόπο από τεμπελιά: απλώς πίστευα πως αν όλα τα παιδιά στέλνουν γράμματα, όφειλα να μην τον κουράσω. Από την άλλη, με μια τηλεγραφική παράκληση, πώς να κερδίσεις τον λογοτεχνικό ανταγωνισμό; Οπότε απείχα. Σίγουρος ότι ο Αγιος, αν ήταν να το κάνει το καλό, δεν χρειαζόταν επιστολές με αιτήματα και παρακλήσεις.

Τι γίνονται άραγε όλα αυτά τα γράμματα που γράφουν τα παιδιά στον Αγιο Βασίλη;  

Τα κρατάνε οι γονείς, στους οποίους και καταλήγουν; 

Πολύ αμφιβάλλω. Θυμάμαι πως, χρόνια πριν, ένας ιταλός δάσκαλος με το όνομα Μαρτσέλο Ντ’Ορτα είχε κάνει παγκόσμιο σουξέ με ένα βιβλίο με τον τίτλο «Εγώ ελπίζω να τη βολέψω», στο οποίο είχε δημοσιεύσει 60 απίθανες εκθέσεις μαθητών του – το βιβλίο σήμερα είναι δυσεύρετο και εξαντλημένο.

Πάντα είχα την υποψία πως ο εν λόγω δάσκαλος έγραψε κάποιες από τις εκθέσεις αυτές μόνος του – αλλά χωρίς αποδείξεις δεν πρέπει να προβαίνω σε τέτοιους ισχυρισμούς. Αλλωστε δεν είναι αυτό το θέμα: το θέμα είναι πως αν κάποιος είχε την ανάλογη όρεξη να διαλέξει 100 ωραία γράμματα παιδιών στον Αγιο Βασίλη, θα έκανε εξίσου μεγάλη επιτυχία. Και γιατί αυτά θα ήταν απολύτως αυθεντικά: κανένας ενήλικος δεν μπορεί να γράψει ένα γράμμα στον Αγιο Βασίλη. Ούτε καν fake.

Τελευταία διακρίνω μια τάση νέων γονιών να εξηγούν στα παιδιά πως Αγιος Βασίλης δεν υπάρχει και πως δεν χρειάζεται να του στέλνουν γράμματα, αλλά μπορούν απλώς να πουν στους ίδιους τι δώρο θέλουν και θα το έχουν. Η τάση αυτή είναι η ακριβώς αντίθετη από τη μόδα που υπήρξε κυρίως τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, όταν οι μπαμπάδες ντύνονταν Αγιο-Βασίληδες αργά το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, και όχι μόνο ευχαριστούσαν τον μπόμπιρά τους αφήνοντάς του το δώρο που ζήτησε κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο αλλά του έδιναν τη δυνατότητα και να πιστεύει πως είχε μια μεταφυσική εμπειρία συναντώντας τον ίδιο τον Αγιο.

Σήμερα αυτές οι οικογενειακές θεατρικές παραστάσεις πρωτοχρονιάτικα τελούν υπό εξαφάνιση και οι γονείς προτιμούν να μεγαλώνουν τα παιδιά μαθαίνοντάς τους να μην πιστεύουν σε τίποτα. Πολλοί λένε πως αυτός είναι ένας τρόπος για να ωριμάσουν τα παιδιά γρηγορότερα – δεν χρειάζονται, μου λένε, να πιστεύουν σε παραμύθια. Το ακούω ως άποψη, αλλά δεν ξέρω αν έχουν και δίκιο.

Θα ήταν καλύτερη η ζωή μας χωρίς παραμύθια; 

 Πολλοί λένε πως ναι. Είναι όσοι αγαπούν τις ιστορίες επιτυχίας που στηρίζονται στη σκληρή δουλειά και όχι στην τύχη. Πρόκειται για ανθρώπους που έχουν τη βεβαιότητα πως τα παραμύθια κάνουν τους μπόμπιρες μαλθακότερους και μεγαλώνοντας λιγότερο διεκδικητικούς.  

Ολοι αυτοί ισχυρίζονται πως η πίστη στον Αγιο Βασίλη, που μας καλλιεργούν όταν είμαστε πιτσιρικάδες, μας οδηγεί μεγαλώνοντας να πιστεύουμε και σε άλλα παραμύθια, μεγαλύτερα.

Να πιστεύουμε π.χ. στην καλοσύνη των ανθρώπων. Να πιστεύουμε πως αν κάτι κακό μάς συμβεί, όλο και κάποιος θα ενδιαφερθεί για εμάς. Να πιστεύουμε πως για κάθε καλό που κάνουμε θα υπάρξει ανταπόδοση. Να πιστεύουμε πως οι κόποι μας θα ανταμειφθούν. Να πιστεύουμε στον Ερωτα, αυτόν μες στα καδράκια, που έρχεται με τόξο και βέλη, χτυπάει και φεύγει και μας κάνει ευτυχισμένους.

Είναι, λένε, παραμύθια όλα αυτά. Ο κόσμος είναι, λένε, σκληρός και συχνά άδικος και αυτή του την όψη θα τη δεις σίγουρα, γι’ αυτό είναι καλύτερα να έχεις οργανώσει έτσι τη ζωή σου ώστε να μην έχεις ποτέ κανέναν ανάγκη. Αν περιμένεις ανταπόδοση, λένε, είσαι απλώς κορόιδο. Και όσο για τον έρωτα, αυτό, λένε, που θα θυμάσαι είναι τις φορές που πληγώθηκες.  

Ιδεολογικά, με την κυνική αυτή προσέγγιση ομολογώ πως συμφωνώ.

Αλλά από την άλλη, ο ορθολογισμός τον οποίο υιοθέτησα αρνούμενος ως πιτσιρικάς να γράψω γράμματα στον Αγιο Βασίλη, μπορεί να υπήρξε καλός μου σύμβουλος, δεν θυμάμαι να μου είπε όμως ποτέ τα μυστικά της ευτυχίας. Αλλωστε, αν τέτοια μυστικά υπάρχουν, θα ήταν πιθανότερο να τα ‘βρισκε κανείς σε αυτά τα παιδικά γράμματα που βασίζονται στη βεβαιότητα πως το βράδυ της Πρωτοχρονιάς κάτι μαγικό θα γίνει. Είναι γράμματα προσδοκίας και ελπίδας: της ελπίδας ότι κάτι καλό θα συμβεί.

Την ελπίδα στη ζωή μας την έχουμε ανάγκη πάρα πολύ. 

Την έχουμε ανάγκη όταν αρρωσταίνουμε και ψάχνουμε τον καλύτερο γιατρό.  

Την έχουμε ανάγκη όταν αναζητούμε μια συγχώρεση για κάποιο λάθος μας, χωρίς μάλιστα να έχουμε τη δύναμη να τη ζητήσουμε και χωρίς να προκύπτει πως ο άλλος έχει κάποιον λόγο να μας συγχωρήσει.

Την έχουμε ανάγκη όταν νιώθουμε μόνοι και ξεχασμένοι και όταν φοβόμαστε να παραδεχθούμε πόσο μας χρειάζεται λίγη αγάπη, χωρίς καλά-καλά να ξέρουμε από ποιον. 

Την έχουμε ανάγκη για να φέρουμε εις πέρας μια δύσκολη αποστολή σε πείσμα της βεβαιότητας του κόσμου πως αυτά που θέλουμε δεν γίνονται.  

Αν ο ορθολογισμός εξηγεί τον κόσμο, η ελπίδα είναι αυτό που μας δίνει δύναμη. 

 Το γράμμα σε έναν μυστήριο Αγιο Βασίλη που περιμένουμε μπορεί σε πολλές περιπτώσεις να είναι και καθημερινό, γιατί οι άνθρωποι αγαπούν την ελπίδα και όχι την έλλειψή της. Και πάλι καλά, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα τους είχε συντρίψει η ματαιότητα.

Σας εύχομαι τον νέο χρόνο να γράφετε καθημερινά ένα γράμμα στον Αγιο Βασίλη των ελπίδων και των προσδοκιών σας. Δεν χάνετε τίποτα: ίσως κάποια στιγμή αυτό πέσει στα μαγικά του χέρια.  

Και ...

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ (ΔΕΝ) ΣΒΗΝΟΥΝ: Χριστούγεννα ήταν πάντα, πάντα ο Αγιος Βασίλης

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Tης ΡΕΑΣ ΒΙΤΑΛΗ

Ολόκληρη Αθήνα και είχε μόνο δύο καταστήματα παιχνιδιών
. 

Το διανοείστε;  

Η Πανελλήνιος Αγορά στην οδό Σταδίου και ο Τσοκάς στην Κανάρη στο Κολωνάκι. Επίσης, τα ζαχαροπλαστεία της τότε εποχής διέθεταν μερικά παιχνίδια, όπως αυτοκινητάκια και κούκλες άκαμπτες, δίπλα στις βιτρίνες με τις πάστες σεράνο, νουγκατίνα, κασετίνα…  

Ποθούσαμε πολύ, ποθούσαμε μακροχρόνια, ποθούσαμε βαθιά, έσπαγε η καρδιά μας, αναμονή, προσμονή, υπομονή. Ισως γι’ αυτό και η χαρά μας διαρκούσε πολύ. Εκείνη η κούκλα που μιλούσε! Χρειαζόταν μπαταρία. Κάτι χοντρές, τεράστιες μπαταρίες, και έλεγε «δώσε μου ένα φιλάκι, δώσε μου ένα φιλάκι, δώσε μου ένα φιλάκι». Το γράφω τρις γιατί συχνά κολλούσε. Και την κοπανούσα να σταματήσει.  

Σας έγραψα ότι η μπαταρία ήταν χοντρή, τεράστια. Μα, όλα τότε ήταν τεράστια και θορυβώδη. Να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, γιατί η απόκτησή τους ήταν μαραθώνια άσκηση υπομονής.  

Και οι πολυπόθητες τηλεοράσεις ήταν ολόκληρο έπιπλο, η δική μας είχε μέχρι παντζούρια να ανοίγει για την οθόνη. Και όταν και αυτή «κολλούσε», όλοι μαζί φωνάζαμε «χιόνια»! Συνέβαινε συχνά στον «Αγνωστο Πόλεμο» και στο χειρότερο σημείο πλοκής του Βαρτάνη (κωδικοί μιας ολόκληρης γενιάς, μην προσπαθήσετε να καταλάβετε). Και τα πικάπ ήταν τεράστια, έπιπλα ολόκληρα. Είχαν χώρο και για τους δίσκους. Που όταν και αυτοί κολλούσαν, φωνάζαμε «κόλλησε η βελόνα!» και τη σπρώχναμε πιο κάτω. 

Τα Χριστούγεννα οι εταιρείες δίσκων έβγαζαν τις νέες κυκλοφορίες. Απέραντη χαρά! Πώς γινόταν και χωρίς ιδιαίτερα μέσα προώθησης, σε μια μέρα όλη κι όλη, όλοι τραγουδούσαν το ίδιο τραγούδι; 

Μετά τα παιχνίδια, λοιπόν, πηγαίναμε με τον πατέρα μου σε δισκάδικα. Που διέθεταν και αφίσες. Μεγάλη υπόθεση η αφίσα! Ο Ντέιβιντ Κάσιντι ήταν στο δικό μου δωμάτιο… Αλλος πόθος κι αυτός! Γυρίζαμε σπίτι με πολλούς πολλούς δίσκους και αρχίζαμε τον χορό. Τανγκό, «ωχ Ρεάκι μου, σε πάτησα;», τόσο άτεχνος χορευτής. Και σέικ, «Κορίτσι, στάσου να σου πω». Πόθος Δάκης. Και πάνω από όλα «Καζατζόκ». Η μεγαλύτερη χαρά του πατέρα μου ήταν το «Καζατζόκ», για εκείνα τα δευτερόλεπτα που η μουσική χαμήλωνε ρυθμό και εμείς έπρεπε να χαμηλώνουμε στο πάτωμα προσμένοντας/καιροφυλακτώντας την αλλαγή του ρυθμού! Και με το που άλλαζε, «παπ!» τιναζόμασταν ελατήρια επάνω και συνεχίζαμε ακόμα πιο ξέφρενοι χαράς! 

Η παιδικότητα του πατέρα μου είναι ένα στοιχείο που βαθιά με συγκινεί ότι του το κληρονόμησα. Τη διαθέτει και η μάνα μου. Το Βεττάκι μας. Δηλαδή δεν θα «διασωζόμουν» με τίποτα.  

Τι άλλο ήταν τα Χριστούγεννα ενός «κάποτε»; 

Ααααα! Το καλό ρούχο και τα καλά παπούτσια. Το «καλό». Που τους φερόμασταν ως εύθραυστα πορσελάνινα βάζα. «Πρόσεξε πώς πατάς τα καλά σου παπούτσια». Λουστρίνια με μια εγκράφα με στρασάκια. Το ρούχο, φόρεμα βελούδο, κόκκινο κατακόκκινο. Καμάρι, απέραντο καμάρι, πόζες στον καθρέφτη, χαμόγελα στο πουθενά. «Πρόσεξε μη λερώσεις το καλό σου φόρεμα». Ολο «πρόσεξε!». Και παροιμίες, για καλύτερη εμπέδωση «Τα αγαθά κόποις κτώνται». 

Χριστούγεννα ήταν και εκείνες οι θείες και θείοι που έρχονταν επίσκεψη και πάντα έφερναν το ίδιο γλυκό. Τι ωραίο ότι όλοι ήταν συνδεδεμένοι μέσα μας με το ίδιο γλυκό που έφερναν κάθε χρόνο ή μια δική τους σπεσιαλιτέ! Περιμέναμε την «τούρτα της Ελπης» πώς και πώς. Ααααα! Και κάτι άλλο, τώρα που τα σκέφτομαι… Οι επισκέψεις συγγενών «χρονιάρες μέρες» και μια ατμόσφαιρα μυστικών μαζί τους.  

Πώς να σας την περιγράψω;  

Τα αμίλητα κάθε οικογένειας που έμεναν εσαεί αμίλητα. «Γιατί δεν παντρεύτηκε η θεία;». Λες να έμεινε παρθένα;.. Σουτ! «Γιατί είναι πάντα μελαγχολική αυτή η κυρία; Τι πάει να πει την πήγαν με τα πόδια στην Τασκένδη; Πού είναι η Τασκένδη;»… Ασ’ τα! Ολο «άσ’ τα» και «σουτ!» μας έλεγαν. Ιστορίες που αιωρούνταν, κουβέντες που έφταναν σε ένα σημείο και διακόπτονταν απότομα. Ετσι που ακόμα περισσότερο θέριευαν τη φαντασία μας. Γνωστοί αλλά και άγνωστοι. 

Χριστούγεννα ήταν και τα δώρα εταιρειών στα πόδια των τροχονόμων. Χριστούγεννα ήταν πάντα, πάντα, πάντα ο Αγιος Βασίλης. Στρουμπουλός στρουμπουλός και χαμογελαστός χαμογελαστός. 

Στη μνήμη έρχεται ευεργετικά, αλλά μεταστρέφεται και τραυματικά στην αποκάλυψη του αδελφού μου, με γουρλωμένα μάτια: «Δεν υπάρχει Αϊ-Βασίλης. Είδα τους γονείς μας να βάζουν τα δώρα. Αλήθεια σου λέω». Λες και με πυροβόλησε.  

Αλήθεια μου έλεγε, αλλά σε δευτερόλεπτα πήρε την απόφαση η ψυχή μου, και στο διηνεκές θα επιμένω: «Υπάρχει! Υπάρχει! Υπάρχει!». Και χρόνια και χρόνια μετά… 

Ο διάλογος προχώρησε και με τα παιδιά μας: «Δεν υπάρχει! Εσείς φέρνετε τα δώρα».  

«Ακούστε, αν δεν υπάρχει Αϊ-Βασίλης, τότε δεν θα σας ξαναφέρει δώρα», 

«Υπάρχει, υπάρχει!»… 

Συνέχισε και στα εγγόνια μας (λατρεύω τα πονηρεμένα μάτια τους που κατασκοπεύουν λεπτομέρειες). «Τα κατάλαβα όλα! Είδα τα παπούτσια του παππού!», 

 «Μόνο ο παππούς έχει τέτοια παπούτσια; Τέλος πάντων, Μαξιμάκο μου, αν δεν υπάρχει, δεν θα σου ξαναφέρει του χρόνου δώρα», 

«Υπάρχει, υπάρχει!»… 

Χριστούγεννα, αναγνώστες μου, μπορεί και να είναι...

ΠΡΟΣΩΠΑ: Ο βετεράνος πατέρας σηκώνεται από το αναπηρικό καροτσάκι για να χαιρετήσει στρατιωτικά τον γιό του που επέστρεψε

 

ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ: Μιλτιάδης Κρανιδιώτης (6/3/1929 – 8/3/2024)


ΚΕΙΜΕΝΟ-ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΨΥΧΗΣ...
 

Ο ΦΑΗΛΟΣ ΚΡΑΝΙΔΙΩΤΗΣ γράφει απο καρδιάς για τον πατέρα του που έφυγε από τη ζωή πριν λίγες ημέρες...

 

Με έμαθες να κολυμπάω, να κάνω ποδήλατο, να καβαλάω μηχανή. Σε ρώτησα στο νοσοκομείο “μπαμπά, τί ήταν αυτό που σου άρεσε πιο πολύ, που σε έκανε χαρούμενο;”.

“Η μηχανή, να φεύγω”.

Πάνω από όλα όμως μου έμαθες να δουλεύω, να είμαι ακούραστος και αφοσιωμένος. “Η δουλειά είναι σαν την γυμναστική”, έλεγες. “θέλει ρέγουλα, επιμονή αλλά και ρέγουλα”.

Αυτό που για σένα ήταν ρέγουλα, άλλοι δεν θα το άντεχαν μια μέρα. Έχω μια εικόνα. Εγώ 7 χρονών κι ο Χρήστος 13. Μέναμε ακόμη στο μικρό σπιτάκι με τα δυο δωμάτια που έχτισες με τα χέρια σου. Τοίχοι από τσιμεντόλιθους, ταβάνι από σανίδες και σκεπή από κεραμίδια. Όταν πήγες την μάνα, να της δείξεις το οικόπεδο στον Άνω Κορυδαλλό, το εικοσάχρονο κορίτσι που είχε μεγαλώσει στο Μαυρομμάτι της Θήβας, σου είπε “Πού θα μας φέρεις εδώ; Θα μας φάνε οι λύκοι”. Το μέρος της φάνηκε πιο άγριο από το Μαυρομμάτι. Σε έβλεπε να έρχεσαι από την δουλειά από δυο χιλιόμετρα μακριά, από την σκόνη που σήκωνε η μοτοσυκλέτα σου, αφού δεν υπήρχαν παρά δύο σπίτια, το δικό μας κι άλλο ένα. Ήταν τραχύ βουνό, που τώρα είναι πόλη. Σας βλέπω σαν τώρα, 1972, έπρεπε να σπάσει ο βράχος με φουρνέλα, για να σκαφτούν τα θεμέλια για το καινούργιο σπίτι. Έβαλες τον εργολάβο να σημαδέψει με κόκκινη μπογιά τα σημεία, τον ρώτησες πόσο βαθιά τα ήθελε, για να μπεί ο δυναμίτης και κάθε απόγευμα, αφού γυρνούσες από το λιμάνι, έτρωγες, μια ώρα ύπνο και μετά η μάνα κρατούσε την σφήνα και εσύ χτυπούσες με την βαριοπούλα. Στην αρχή φοβόταν και τραβούσε τα χέρια της, “Μην φοβάσαι, γαμώ το, ξέρω τι κάνω”. Εσύ 43 και η μάνα 35. Νέοι, ωραίοι, δυνατοί.

 Δυόμιση μήνες τώρα, για πρώτη φορά στη ζωή σου στο κρεβάτι, όμως τουλάχιστον μιλήσαμε πολύ. Κι όπως σε άκουγα, έβλεπα το μικρό παιδάκι, που έμενε Γρηγορίου Ε΄ 7 στην Αμφιάλη και πούλαγε νερό με μια στάμνα στην αγορά του Πειραιά, μια πεντάρα το ποτήρι.   Πόλεμος, Κατοχή, στην μεγάλη πείνα του Χειμώνα του ΄41, ο παππούς έμεινε να δουλεύει στο λιμάνι και φύγατε με την γιαγιά και τα 3 αδέρφια σου σε ένα χωριό, όπου πήγαν και άλλοι, στο Μαυρομμάτι. Βοσκόπουλο 12 χρονών με αμοιβή ψωμί και γάλα, βρέθηκες να κοιμάσαι στα βουνά. Εκεί έμαθες τον θάνατο του πατέρα σου και πήρες όλη την οικογένεια επ’ ώμου. Εκεί γνώρισες την μάνα και όταν μαλώνατε καμμιά φορά, ο καυγάς τέλειωνε με θυμηδία, όταν η μάνα έλεγε “ανάθεμα σε Χίτλερ”, αφού η Κατοχή σε έφερε στο χωριό της.

Είδες αντάρτες να σφάζουν μάνα και κόρη από την φάλαγγα των ομήρων των Δεκεμβριανών. Όταν όμως έπιασαν τον Μιλτιάδη Π., τον υπεύθυνο του ΕΑΜ στο χωριό και τον είχαν για ντουφέκι στα Βούρλα, πήγες να τον δεις κι όταν σε ρώτησα “γιατί;”, μου απάντησες “δούλεψα στον αδερφό του τον Λιάμη, έφαγα ψωμί και μου φέρθηκαν ανθρώπινα, δις εις θάνατον, τον λυπόμουν”. Και στην οικογένεια της αδερφής του, που κυνηγημένοι λόγω του “στίγματος” πεινούσαν το 1947, 1948, άφηνες τις τσάντες με τα τρόφιμα, που αγόραζες φτύνοντας αίμα στο μηχανουργείο, στην πόρτα, την χτυπούσες και έφευγες τρέχοντας.

Ποτέ δεν έμαθαν ποιος ήταν ο άγνωστος ευεργέτης.

“Καλά, αφού ήταν κομμουνιστές, εσύ δεξιός, γιατί το έκανες;”.

“Δεν ήταν κομμουνιστές, ήταν απλά άνθρωποι που πεινούσαν”.

Τότε ήσουν 17 χρονών, το πρωί στο πλαστιγγοποιείο του Αντόνιο Μιλάτσι και το βράδυ στην τεχνική σχολή, στον “Αρχιμήδη”. Καιγόσουν να μάθεις τέχνη, σου άρεσε πάντα να φτιάχνεις ό,τι χαλάει. Γεννημένος μάστορας. Πλαστιγγοποιός, μηχανικός κινητήρων εσωτερικής καύσης, υδραυλικός, ηλεκτρολόγος, σιδεράς, χτίστης, βοσκός, αγρότης. Χέρια ευλογημένα.

Στο νοσοκομείο στις ατέλειωτες ώρες της αγωνίας και της μάταιης ελπίδας, σου κρατούσα το χέρι και ένοιωθα τους ρόζους, ο ένας μεγάλος, πιο  τραχύς στο κέντρο της παλάμης. “Από τι είναι αυτό, μπαμπά;”.

“Ε, από τον τόρνο, την λίμα, το σιδηροπρίονο, την τσάπα, από τα εργαλεία”. 

Με μια λαμαρίνα, μισή σάμαλι, μισή μπακλαβά στον δρόμο “Γιατί ρε μικρέ δεν διαλαλείς το εμπόρευμα”;

“Γιατί ντρέπομαι”.

“Τί σόϊ έμπορας θα γίνεις, άμα ντρέπεσαι:’.

“Δεν θέλω να γίνω έμπορας”.

Μπήκες μόνος σου στο μηχανουργείο του Μιλάτσι και ρώτησες αν θέλει βοηθό. Σε έκοψε το αφεντικό από πάνω ως κάτω και είπε, “ναι”.

“Από πότε μπορώ;”.

“Από τώρα”.

Κέρασες σε όλους τα απούλητα γλυκά και από το άχτι σου έσπασες και πέταξες το τριπόδι και την τάβλα που ακούμπαγες την λαμαρίνα και σε κυνήγαγε η γιαγιά που τα είχε χρεωμένα.  Μετά στον ΟΛΠ, λιμενεργάτης στο κάρβουνο, την πιο βαριά και ανθυγιεινή δουλειά στο λιμάνι, όπως και ο πατέρας σου.  Στρατό, στο Κέντρο Νεοσυλλέκτων στο Μεσολλόγγι και ύστερα στο 518 Τάγμα Πεζικού στην Δράμα. Μετά πίσω στον ΟΛΠ και από λιμενεργάτης, στο Τεχνικό, λόγω της τέχνης που έμαθες.

Όποιο βιβλίο ήθελα, στο έλεγα, το έγραφες σε ένα χαρτάκι και την άλλη μέρα μου το έφερνες. Μαζί με την αγάπη στις μοτοσυκλέτες μου έδωσες και το “γονίδιο” της αγάπης για τα βιβλία και την Ιστορία. Εδώ και χρόνια είχαμε αλλάξει ρόλους, σου έφερνα εγώ ιστορικά βιβλία και λευκώματα, “Πήρες κανά καινούργιο; ¨Αν πήρες, όταν το διαβάσεις, φέρτο”.

Ως την συνταξιοδότηση σου δεν πήγατε ποτέ διακοπές, γιατί την άδεια σας την παίρνατε το Χειμώνα για να μαζέψετε τις ελιές. Για πρώτη φορά στην ζωή σας με την μάνα, όταν πήρες το εφάπαξ, πήγατε δέκα μέρες στη Μάνη. Κι ύστερα αφιέρωσες και τον υπόλοιπο χρόνο σου σε μας και στο κτήμα. Άμισθος συντηρητής των δικηγορικών μας γραφείων, τεχνικός σύμβουλος για κάθε αγορά ή επισκευή, γνώστης κάθε τρύπας για εργαλεία, ανταλλακτικά. Πατέρας και παππούς αποκλειστικής απασχόλησης.

Τώρα ξέρω πως ποτέ δεν θα ξαναχτυπήσει το τηλέφωνο μου, δεν θα ακούσω τη φωνή σου. Δεν θα σε ξαναδώ στο μπαλκόνι να πίνεις τον καφέ σου μαστορεύοντας. Δεν θα μπορώ να σε ρωτήσω τη γνώμη σου, δεν θα κόβεις τα άρθρα μου κάθε βδομάδα.

Εσύ τα έφτιαχνες όλα, όμως ποιος θα φτιάξει τώρα την καρδιά μου, μπαμπά, γλυκέ μου πατέρα;

Όμως θα ανταμώσουμε πάλι και θα πάμε στο Έδεμ, εκεί που με κρατούσες στο νερό και μου έλεγες τι να κάνω και μόλις με άφησες και συνέχισα να επιπλέω, με επιβράβευες, λες και πήρα μετάλλιο κολύμβησης. Θα κάτσουμε στο κτήμα αγναντεύοντας τον κάμπο και θα μου εξηγείς, όπως στο νοσοκομείο, πως χρονίζονται οι βαλβίδες της BSA μοντέλο 1934 και γιατί η BMW R51, η Μαρμάρω σου, ήταν καλύτερη.

Μία φορά μόνο με στεναχώρησες. Τώρα.

Δεν υπάρχει εχθρός να βγω στην αλάνα να χτυπηθώ μαζί του για σένα, να πολεμήσω να σου κερδίσω λίγο χρόνο ακόμη.

Προσπάθησα αλλά νικήθηκα. Είναι ο χρόνος, ο νόμος της ζωής και του θανάτου.

Ξέρω πως ήμασταν τυχεροί, που σε είχαμε δίπλα μας τόσα πολλά χρόνια, όμως για μένα ήταν λίγα.

Θέλω όλος ο κόσμος να μάθει …

 

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ: Η καλύτερη πρωτοχρονιά μου ever

Toυ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΞΕΝΑΚΗ

Πρέπει να 'χαμε δραχμές. Πάνε 20 χρόνια και βάλε.
Τη θυμάμαι όμως σαν να 'ναι χθες.  
 
Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς. Λίγο πριν από την αλλαγή του χρόνου. Ντυμένος στην πένα, κατέβαινα βιαστικά τη Βάρης-Κορωπίου, ανυπόμονος για το ρεβεγιόν, αλλά κι αγχωμένος. Από τις μέρες που το ρολόι τρέχει πιο γρήγορα απ' το κανονικό. Πλησίαζα στη συμβολή με την παραλιακή. Ο δρόμος άδειος. Ο κόσμος είχε κατασταλάξει, όπως θα έλεγε κι η θεία μου, αν ήταν εδώ. 
 
Τον είδα με την άκρη του ματιού μου και με τη μία τον απέφυγα. Αυτό που στρουθοκαμηλίζεις και νομίζεις ότι θα φύγει ο άλλος. Ευχόμουν το φανάρι να ανάψει γρήγορα πράσινο. 
 
Ο τύπος ήταν στο πεζοδρόμιο και ζητούσε υπομονετικά βοήθεια. Ήρεμα και καρτερικά. Καθώς πρέπει, ευγενικός, η επιτομή της αξιοπρέπειας. Με το που άναψε το φανάρι την έκανα βιαστικά για να τον αποφύγω. Χαρούμενος που δεν πρόλαβαν να ανταμώσουν οι ματιές μας.  
 
Η όλη φάση μου ήταν πολύ άβολη. 
 
 Άρχισα να βλέπω τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, αυτήν τη φορά πιο ξεκάθαρα. Τον όμορφο χαρακτήρα του πιο έντονα. Μέχρι που δεν μπορούσα να το αντέξω άλλο. Λες κι είχα φτάσει στην άκρη του σκοινιού κι αυτό είχε τεντώσει. Και δεν με άφηνε να πάω παραπέρα. Σαν να με τράβαγε πίσω.  
 
Στο πρώτο φανάρι έκανα αναστροφή, κι ας απαγορευόταν. Ήμουν ήδη εκτός χρόνου, αλλά δεν μ' ένοιαζε πια. Το μόνο που μ' ένοιαζε ήταν να μην είχε φύγει από το πόστο του. Γκάζωνα ολοένα περισσότερο για να τον προλάβω. Ήμουν πια ένα φανάρι μακριά του. 
 
Με ανακούφιση άρχισα να ξαναδιακρίνω τη σιλουέτα του. Χαμογελαστός, ευγενικός, υπομονετικός. Στο ίδιο ακριβώς σημείο. Δεν είχε άλλα αμάξια, άρα κι ελπίδα για χαρτζιλίκι. 
 
Η ώρα πλησίαζε ακριβώς κι ο τύπος σίγουρα θα έκανε πρωτοχρονιά στον δρόμο. 
 
Πέρασα φουριόζος από δίπλα του, από την άλλη κατεύθυνση, αναζητώντας την πρώτη αναστροφή. Ίσως θα έκανα κι εγώ πρωτοχρονιά στον δρόμο. Δεν μ' ένοιαζε πια. Φτάνω πλάι του. Με πλησιάζει αδιάφορα, πάντα ευγενικά, χωρίς ελπίδα, χωρίς καμία προσδοκία. Με αναγνωρίζει. Απορία το συναίσθημα. Γιατί πάλι εδώ; Αφού δεν (με) γουστάρεις. 
 
Του χαμογελάω. Όχι πολύ. Αν ήταν εξετάσεις, ίσα που θα περνούσα. Βάζω το χέρι στην κωλότσεπη. Πιάνω το πρώτο χαρτονόμισμα. Πεντοχίλιαρο (δρχ) ήταν. Του το δίνω. Του χαμογελάω.  
 
Ξαφνιάζεται. Μια βλέπει εμένα, μια το κολλαριστό πεντοχίλιαρο. Το φανάρι ανάβει πράσινο. Μένουμε να κοιταζόμαστε για λίγο. Καπάκι δίνω μια δυνατή γκαζιά και φεύγω.  
 
Συνεχίζω να τον καρφώνω μέσα από το καθρεφτάκι. Το ίδιο κι αυτός. Πετάω από χαρά. Το ίδιο και το αμάξι μου. 
 
Τελικά την πρόλαβα στο παραπέντε τη νέα χρονιά. Τα φιλαράκια αναρωτήθηκαν γιατί άργησα. Δεν τους την είπα ποτέ την ιστορία. Την κράτησα για μένα. 
 
Σαν κάτι...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ο κλέφτης των σύκων

Toυ ΔΗΜΗΤΡΗ ΕΥΘΥΜΑΚΗ

Ο Jesus Christ (πριν γίνει κινηματογραφικός super star), στις μακρές πορείες του μέσα στην άνυδρη Ιουδαία και στην αμαρτωλή Σαμάρεια, συναντήθηκε πλειστάκις με την συκιά. Δέντρο που ταιριάζει απόλυτα με μεσογειακό (πόσο μάλλον με το βιβλικό) τοπίο, γαντζωμένο σε πυρωμένες πλαγιές και πετρώδη αφρόντιστα εδάφη, φαίνεται ότι ξεφύτρωνε τακτικά μπροστά στα σκονισμένα σανδάλια του θεανθρώπου, ποιος ξέρει γιατί.  
Η σχέση τους πάντως δεν πήγε καλά, καθώς έπεσε θύμα μιας απρόσμενης επιθετικότητας εκ μέρους του συνήθως νηφάλιου και προσηνούς Ιησού. Στα προάστια των Ιεροσολύμων συνάντησε μια συκιά, την πλησίασε, έψαξε για σύκα να φάει, αλλά πάνω στα κλαδιά της βρήκε μόνο φύλλα. Εκνευρίστηκε, την καταράστηκε κι αυτή ξεράθηκε στο άψε σβήσε.  
 
Συμπέρασμα: Η πείνα είναι κακός σύμβουλος και για θεούς και για ανθρώπους και για το ενδιάμεσο τους. 
 
Κάθε Αύγουστο αναθυμούμαι αυτή την αψυχολόγητη θεϊκή κατάρα, καθώς ξαμολιέμαι στα χωράφια για να τρυγήσω τα (ξένα) σύκα που φέρνουν μαζί τους τα μελτέμια του ύστερου καλοκαιριού. Σε αντίθεση με τον Jesus Christ, εγώ θεωρώ την συκιά (και τον καρπό της) πραγματικό μνημείο της φύσης, άξιο θαυμασμού και όχι αναθέματος. Κατά τούτο ταυτίζομαι πλήρως με τους αρχαίους άνδρες Αθηναίους, οι οποίοι προκειμένου να αποτρέψουν την κλοπή και το λαθρεμπόριο των σύκων (ειδικά την περίοδο του πελοποννησιακού πολέμου), είχαν θεσπίσει την φοβερή και τρομερή κρατική θέση του συκο-φάντη (αυτού που φυλάει-φανερώνει τα σύκα). Αν αυτές τις μέρες έπεφτα στα χέρια κάποιου συκοφάντη, τον είχα στο τσεπάκι μου τον εξοστρακισμό έτσι που πετσοκόβω τα σύκα άλλων νοικοκυραίων και τα καταναλώνω αυθωρεί και παραχρήμα. 
 
Το εξομολογούμαι λοιπόν ευθέως. Όπως άλλοι είναι εξαρτημένοι απ’ το τσιγάρο ή το αλκοόλ, εγώ είμαι εξαρτημένος με το κλέψιμο των σύκων τον Αύγουστο. Δεν νοούνται διακοπές δίχως το ξαφνικό φρενάρισμα του αυτοκινήτου μου σε επαρχιακό δρόμο, σε κάποια στροφή του οποίου προβάλλουν απρόσμενα οι φυλλωσιές μιας κατάφορτης με ζουμερούς καρπούς συκιάς, αγνώστου ιδιοκτήτη φυσικά. Δεν με νοιάζει αν είναι άσπρα, μαύρα, βασιλικά, καλαματιανά, ηπειρώτικα ή κάποιας άλλης άγνωστης ντόπιας ποικιλίας. Το ίδιο μου συμβαίνει και στα σύνορα έρημων χωραφιών στα ενδότερα νησίδων του Αιγαίου ή χερσονήσων της νότιας χώρας, όπου παμπάλαιες συκιές συνεχίζουν να στέκονται αγέρωχες, σαν πινελιές βαθέως πρασίνου μέσα σ’ έναν ωκεανό θερινής ξεραΐλας. Καμιά δεν γλυτώνει απ’ την μανία μου, αν και συχνά πυκνά γδέρνω τα χέρια μου και σπάω τα ποδάρια μου σκαρφαλώνοντας σε ετοιμόρροπους πέτρινους τοίχους που ψευτόχτισαν παλιοί άνθρωποι, οριστικά φευγάτοι εδώ και τρεις ή πέντε γενιές. 
 
Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στην διατροφική αξία ή στα απαράμιλλης νοστιμιάς ζάκχαρα που περιέχουν τα σύκα. Πολλώ δε μάλλον στην ευεργετική τους επίδραση επί της αφοδεύσεως. Δεν είμαι ούτε διατροφολόγος, ούτε φρουτογευσιγνώστης, ούτε γαστρεντερολόγος. Είμαι ένας απλός κλέφτης σύκων. Ως τέτοιος δεν πολυψειρίζω τα πράγματα. Ο κλέφτης ζει για το σήμερα, άντε και για το αύριο. 
 
Είμαι επίσης ένας αυθεντικός θαυμαστής της ίδιας συκιάς. Του μόνου δέντρου που ενώ ανήκει στην ιδιοκτησία του ανθρώπου, αδιαφορεί πλήρως για τις υπηρεσίες που μπορεί να της παράσχει όπως οργώματα, ψεκάσματα, λιπάνσεις, κλαδέματα ή ποτίσματα. Η μοναχική συκιά ζει ερήμην του γεωργού και της τεχνογνωσίας του.  
 
Ζει επίσης αδιαφορώντας για την αρνητική φημολογία που την συνοδεύει, προφανέστατα εξ αιτίας του παράλογου πολέμου που είχε κηρύξει ο πρωτοχριστιανισμός εναντίον της: Ο Ιησούς την καταράστηκε, ο προδότης Ιούδας κρεμάστηκε στα κλαδιά της, ο αέρας κάτω απ’ τον ήσκιο της είναι αραιός και θανατηφόρος, στην ρίζα της φωλιάζουν οχιές ή αστρίτες και άλλα παρόμοια. Μυθολογία αστήρικτη και καταφανέστατα άδικη, για ένα δέντρο που δεν ζητά ποτέ την στήριξη κανενός. 
 
Επανέρχομαι στο κλέψιμο των σύκων. Πρόκειται για ενασχόληση λυρική, απελευθερωτική, σχεδόν μυστικιστική. Ο κλέφτης σύκων είναι ταυτοχρόνως παρτιζάνος κατσαπλιάς, οικολόγος εναλλακτικός, τερψιλαρύγγιος αστός και ακραίος (νεο)φιλελεύθερος. Παραλλήλως και την ίδια στιγμή, απαλλοτριώνει προϊόντα ξένης ιδιοκτησίας που θα ‘πρεπε να ανήκουν σε όλους, έρχεται σε βιωματική επαφή με την φύση, χαρίζει στον ουρανίσκο σου σπάνιες εκρήξεις ανόθευτης γεύσης και αποθεώνει την ελεύθερη βούληση του ατόμου. Θεωρώ δε τον «κλέφτη σύκων», κατάφωρα αδικημένο έναντι του διάσημου «κλέφτη ποδηλάτων» του Βιττόριο ντε Σίκα, ο οποίος ως Σίκα θα είχε κάθε λόγο να αναδείξει τα σύκα (με τους κλέφτες τους) και όχι τα άσχετα ποδήλατα. 
 
Ας είναι. Η ιδανική ώρα για τις επιχειρήσεις είναι λίαν πρωία ή αργά το απόγευμα πριν πέσει ο ήλιος. Οι κίνδυνοι είναι μηδαμινοί, σαν επιδρομή του Ρουβίκωνα σε συμβολαιογραφείο. Συκοφάντες (με την στενή έννοια του όρου) δεν υπάρχουν πια, οι δε ιδιοκτήτες των δένδρων που μπορούν να σε πετροβολήσουν είναι πιο σπάνιοι κι από φρέσκο ψάρι σε Μυκονιάτικη ψαροταβέρνα. Αποκλείεται επίσης να πέσεις πάνω σε συνάδελφο κλέφτη σύκων, οι σκόρπιες μοναχικές συκιές είναι περισσότεροι απ’ αυτούς. Μόνοι πραγματικοί ανταγωνιστές είναι τα πετεινά του ουρανού, τα οποία όμως διαθέτουν το πλεονέκτημα της σύλησης των κλαδιών που φεύγουν υπερήφανα προς τον ουρανό, απροσπέλαστα στους κλέφτες επιφανείας. Σκαρφάλωμα ανθρώπου προς τα ρετιρέ της συκιάς δεν συνιστάται. Ως γνωστόν τα κλαδιά της σπάνε εύκολα, δεν ανέχονται αναρριχητές και ζογκλέρ της συμφοράς. Τους γκρεμοτσακίζουν, για να μάθουν. 
 
Θα ρωτήσετε βέβαια γιατί δεν αγοράζω σύκα αφού μ’ αρέσουν τόσο πολύ. 
 
Μα φυσικά αγοράζω, αλλά μόνο όταν δεν μπορώ να τα κλέψω. Και –πιστέψτε με- τα αγορασμένα...
 

ΠΑΣΧΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Να ζήσεις, κόρη μου

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΧΩΜΕΝΙΔΗ


Το Πάσχα του 1999 αποδείχθηκε το πιο δύσκολο της ζωής μου.


Με είχαν καλέσει κάτι φίλοι να σουβλίσουμε σε ένα κτήμα στο Πόρτο Ράφτη. Αδημονούσα. Κατά τις εννέα το πρωί, ενώ χουζούρευα ακόμα, χτυπάει το τηλέφωνο, «η γιαγιά έφυγε…» μού αναγγέλλει η μάνα μου. 

Το ρήμα «έφυγε» – αντί για «πέθανε» ή «τη χάσαμε» ή «απεβίωσε» ή «συγχωρέθηκε» έστω – δεν χρησιμοποιούνταν ακόμα ευρέως.  

Δεν κατάλαβα αμέσως. «Εφυγε; Και πού πήγε;» ρώτησα βλακωδώς. «Στον ύπνο της… Το πρωί τη βρήκε ο παππούς σου δίπλα του, παγωμένη…».

Οποιοι πεθαίνουν ανήμερα τη Λαμπρή θεωρούνται ευλογημένοι. Ευλογημένη ήταν έτσι κι αλλιώς η γιαγιά, έχοντας ζήσει ογδονταεννιά γεμάτα χρόνια, χωρίς ποτέ της να προδώσει ούτε τις ιδέες ούτε τους ανθρώπους της ούτε καν τη μωραΐτικη, την καλαματιανή προφορά της. Τους τελευταίους μήνες βάραινε μα δεν υπέφερε ιδιαίτερα, κυκλοφορούσε μες στο σπίτι, μέχρι που ψευτομαγείρευε. Το προηγούμενο βράδυ τής είχε έρθει μια παράξενη κρίση – ρίγη, κρυάδες – σπεύσαμε κοντά της, «σκεπάστε με! Τρέμω από το κρύο!» μούγκριζε και τα δόντια της όντως κροτάλιζαν, «ρίχτε μου όλες τις κουβέρτες! Και τα παλτά! Πέστε κι εσείς επάνω μου!». Με τα πολλά κάπως ηρέμησε. «Πηγαίνετε τώρα στην Ανάσταση… Αύριο θα ‘μαι περδίκι…».

Πριν καν περάσω το κατώφλι, στα αφτιά μου ο θρήνος του παππού. Δεν τον είχα ξαναδεί να κλαίει, να συσπάται το πρόσωπό του, να τρέχουν δάκρυα στα μάγουλά του. Μου θύμιζε όμορφο, γέρικο δελφίνι.  

Είχα σκεφτεί τι θα του έλεγα. «Οι κυρίες προηγούνται…».  Εστεκε ως παρηγοριά;

Είχαν γιορτάσει τον Δεκέμβριο τα εξηνταπεντάχρονά τους – πόσα ζευγάρια αξιώνονται τέτοια διάρκεια, ακόμα και με μεγάλες περιόδους αναγκαστικού χωρισμού, φυλακές γαρ και εξορίες; Της είχε φέρει, όπως σε κάθε τους επέτειο, μελομακάρονα και χρυσάνθεμα. «Σαν ψέματα μου φαίνεται…» είχε πει η γιαγιά. «Ωραία γερνάμε» είχε συμπληρώσει. Οι εικόνες από το κοινό φθινόπωρό τους πράγματι ειδυλλιακές. Στο σαλόνι, ο παππούς να σιδερώνει και η γιαγιά να πλέκει με το βελονάκι. Να διηγούνται ο ένας στον άλλον ιστορίες από τη δεκαετία του 1940, του 1950, «δεν τα θυμάσαι καλά, Βασίλη μου» να τον διορθώνει «στο αριστερό της πόδι είχε η μάνα σου την ελιά!».

Τώρα είχε μείνει μόνος του. Η γιαγιά νεκρή στο κρεβάτι.

Μπαινοβγαίναμε στο δωμάτιο και την κοιτάζαμε αποσβολωμένοι και της χαϊδεύαμε τα άσπρα μαλλάκια. Κάποια πιο παραδοσιακή οικογένεια θα είχε συναχθεί γύρω της, μοιρολογώντας θα εξοικειωνόταν με το γεγονός, ο θάνατος έχει οδηγίες χρήσεως για τους ζωντανούς που εμείς τις είχαμε προφανώς λησμονήσει. Και το γραφείο τελετών να καθυστερεί, τσούγκριζαν κι οι νεκροπομποί κόκκινα αυγά, χρονιάρα μέρα. Εμφανίστηκαν περασμένο μεσημέρι. Μύριζαν κνίσα και κρασί.

Την προχειροσαβάνωσαν, την έβαλαν στο φέρετρο, την κατέβασαν από τις σκάλες της πολυκατοικίας.  

Ο παππούς κουνούσε το χέρι του – που πρώτη φορά έτρεμε κάπως – «προσέξτε, μη μου τη χτυπήσετε!» τους είπε.

Το μέλλον ενός άντρα ο οποίος χηρεύει περασμένα τα ενενήντα του φαντάζει βραχύτατο. «Υπάρχει κενό μνήμα πλάι της» μας είπε ο τελετάρχης, ούτε η μάνα μου ούτε εγώ το βρήκαμε ανάρμοστο, πόσο να άντεχε ο παππούς μόνος του;

Η κηδεία τη μεθεπομένη, την Τρίτη του Πάσχα. Θρησκευτική κηδεία. Δεν γίνονταν τότε ακόμα πολιτικές – άκουγες, θέλοντας και μη, την ανυπέρβλητη «Εις Κεκοιμημένους» ποίηση: «Μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται…».

Μπροστά στον τάφο, ενώ την κατέβαζαν, ο παππούς κλυδωνίστηκε. Τον έπιασα από το μπράτσο, «δως μου» ψιθύρισε «μια χούφτα χώμα να της ρίξω». Κι έπειτα, πρώτος εκείνος, έκανε μεταβολή και άρχισε αργά να απομακρύνεται.

Στο μονοπάτι προς το κυλικείο, διασταυρωθήκαμε με μια άγνωστη κοπέλα με ένα βρέφος στην αγκαλιά της. Τότε ο παππούς μου με άφησε άναυδο:

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ: Ως μαέστροι τού αέρα

 

Της ΡΕΑΣ ΒΙΤΑΛΗ

Σε τούτο το νησί όταν έχει αέρα, έχει αέρα. Το σπίτι γίνεται μουσικό κουτί στα μαθημένα αφτιά ή ταινία θρίλερ στου άμαθου. Την πόρτα του αυτοκινήτου την κρατάμε σαν πανί του σερφ, με τα δυο τα χέρια. Βουρλίζεται το κεφάλι σου από ήχους, τα μαλλιά μπλέκονται, οι βλεφαρίδες όρτσα, το πρόσωπο το δέρνει άμμος. Η θάλασσα μανιάζει άτσαλα και μπορεί να δεις αντικείμενα να τρέχουν κι ανθρώπους ξωπίσω τους που δεν τα προλαβαίνουν. Μελαγχολικά αστείο ήταν ένα κορίτσι με το καπέλο της. Τόσο που το έβλεπες ότι το είχε σετάρει, το είχε κάνει πρόβες στον καθρέπτη της για την αντάμωσή της με εκείνον, μοντέλο σκέτο, το σορτσάκι της, το δεμένο πουκάμισο, η σαγιονάρα, η σωστή πόζα αντάμωσης, το τεράστιο καπέλο… Πάει το καπέλο! Απιαστο κι αυτή απελπισμένη. Μα ωραία γελάνε οι ερωτευμένοι και τα διορθώνει αυτό, όλα! Κυκλάδες, μάτια μου, και δη η Τήνος.  

Ασυναίσθητα, συχνά σκέφτομαι τον Χαλεπά, λες και ήταν δικός μου άνθρωπος κι έρχεται η μνήμη του στα ξαφνικά να μ’ ανταμώσει. Σε ετούτο το νησί «δικός μας άνθρωπος» είναι ο Χαλεπάς και, αλίμονο, η Παναγία. Ο,τι κακό σου συμβεί, το πρώτο που σου λένε είναι «Πήγες ν’ ανάψεις κερί στην Παναγία;»… Πόσα αιτήματα λαμβάνει και η Παναγία;  

Με τον Χαλεπά έχω θέμα.  

Με πονάει η μαρτυρική του ζωή. 

Με πονάνε τα χέρια της μάνας του που έλιωναν έργα του γιατί αυτά υποτίθεται τροφοδοτούσαν την τρέλα του. 

Με πονάνε τα παιδιά που τον κορόιδευαν στο κάθε βήμα του. Με πονάει εκείνος ο πρώτος του έρωτας που τον πήρε ο αέρας… Απιαστος.  

Μα πιο πολύ απ’ όλα με πονάει μια σκηνή. Ο καλύτερος, ο πιο ισόβια πιστός του φίλος έρχονταν με το βραβείο του Γιαννούλη στα χέρια. Τον χαιρέταγε από μακριά. Μπορώ να φανταστώ τη σκηνή ενός κοστουμιού και ενός καπέλου ανάμεσα σε ξερόχορτο τοπίο να αναδεύει ένα βραβείο «Γιαννούλη, Γιαννούλη» και μετά να το κρύβει πίσω από την πλάτη του παιχνιδιάρικα «Γιαννούλη, Γιαννούλη να ήξερες τι σου φέρνω!», 

«Τι;» αναρωτήθηκε εκείνος απηυδισμένος, παραδομένος στις οχλήσεις των πολλών «Τι μου φέρνεις;».  

«Ενα βραβείο! Γιανννούλη βραβεύτηκε το έργο σου! Εδώ σου έχω το βραβείο!». 

 Και ο Γιαννούλης «Και ‘γω που έλεγα ότι θα μου έφερνες κανένα τσιγαράκι…». Ο Γιαννούλης. Με ματώνει η σκηνή. Παραδομένος, απηυδισμένος, σακούλα στο αέρα των πολλών. Δεν χάνεται, λένε, η αξία αλλά και χάνεται η αξία. Τι δικαίωση; Δεν πάει να γεμίζουμε μουσεία; Να υποκλινόμαστε… Να στήνουμε εκδηλώσεις… Χρονιά Χαλεπά… Πάει ο Γιαννούλης. Με ματώνει ο Γιαννούλης.  

Σε τούτο το νησί, όταν έχει αέρα έχει αέρα. Σαν στοιχειό, σαν υπενθύμιση, όσο μακριά να πας, άλλος κάνει κουμάντο.  

Κάποτε ο αέρας σταματάει. Ξεμυτάμε όλοι ζαβλακωμένοι. Να εκμεταλλευτούμε το διάλειμμα. Η Τήνος μού το ενίσχυσε αυτό. Να γραπώνω το απανέμι. Τρέχουμε στη νηνεμία απονήρευτοι πλην πονηρεμένοι. Πόσο -δα- θα κρατήσει; Μα κι αν κρατήσει… Φτάνουμε μέχρι και στην ακρότητα να παρακαλάμε για λίγο αεράκι… «Λίγο» το τονίζουμε μην και υπάρξουν παρεξηγήσεις… Κάπως ως μαέστροι δίνοντας το τέμπο, απευθυνόμενοι σε ορχήστρα…  

Δεν βγάζεις άκρη με τους ανθρώπους! Το ξέρει κυρίως η Παναγία. Δεν ήθελα με τίποτα να είμαι Παναγία. Μα μερικές φορές φλερτάρω να ήμουν...

 

ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ (ΔΕΝ) ΣΒΗΝΟΥΝ: Ελάτε να ξαναγίνουμε συγχαίροντες και συμπάσχοντες συνάνθρωποι!…

 

Γράφει ο Καθηγητής Γιώργος Πιπερόπουλος* 

 

Μια φορά κι έναν καιρό, στη Θεσσαλονίκη είχαμε στο Διοικητήριο μια «μαρμάρινη» αλάνα που τώρα δεν υπάρχει και, δυστυχώς, τα αρχαία που αποκαλύφθηκαν ΔΕΝ έχουν αξιοποιηθεί σωστά.

Και απέναντι από την Αγγελάκη είχαμε μια «χωματένια» μεγάλη αλάνα όπου, όπως κάναμε και στη «μαρμάρινη» του Διοικητηρίου, κλοτσούσαμε την μπάλα, παίζαμε κρυφτούλι, αμάδες και μακριά γαϊδούρα…

Μια φορά κι έναν καιρό, είχαμε τους φίλους και τους κολλητούς να λέμε τα μυστικά μας, να μοιραζόμαστε χαρές που έτσι διπλασιάζονταν και λύπες που μειώνονταν επειδή τις βγάζαμε από το στέρνο με δάκρυα στα μάτια.

Μια φορά κι έναν καιρό, τα είχαμε αυτά για να παίζουμε εμείς σαν παιδιά γονιών που ΔΕΝ είχαν λεφτά ούτε αυτοκίνητα, αλλά είχαμε όνειρα πολλά!…

Γιατί τώρα πια, όχι μόνο στην πάλαι ποτέ τη δικιά μας «νυφούλα του Θερμαϊκού», την ανοιχτόκαρδη, γενναιόδωρη και τόσο φιλόξενη «φτωχομάνα» Θεσσαλονίκη, αλλά δυστυχώς σε ολάκερη την αγαπημένη και μοναδική μας Παρείδα Ελλάδα που άκουγε στο παρατσούκλι της «Ψωροκώσταινας» σε εποχές που έδεναν τα σκυλιά με τα… λουκάνικα, τώρα πια δεν έχουμε αλάνες, ούτε παρέες παιδιών, ούτε κρυφτούλι και κυνηγητό, δυστυχώς ούτε φίλους.

Μας τύλιξε μια απέραντη μοναξιά, πνιγόμαστε σε εθνική κατάθλιψη, αναιρούμε την ύπαρξή μας σε αριθμούς απίστευτους για Έλληνες και Ελλάδα, δεν λέμε καλημέρα ή καλησπέρα, δεν κοιτάμε ψηλά, αλλά ούτε καν σε επίπεδο ματιών τους ανθρώπους που έρχονται από απέναντί μας!..

Θεέ μου, τι κρίμα!..

Εντάξει, μη με μαλώνεις, παλιέ μου συμμαθητή, γιατί εσένα δεν σε έχω απλά και μόνο καλό γείτονα και φίλο, σε καμάρωνα πάντα γιατί ήσουν μερακλής, άτομο με ευαισθησίες, τεχνίτης πρώτος με χέρια επιδέξια, και μη μου θυμώσεις που «βγάζω τα εν οίκω, εν δήμω» αφού ονόματα ΔΕΝ λέω...

Δεν είναι πρόθεσή μου, σήμερα, να παραμυθιάσω εσένα και τους καλούς παλιούς συμμαθητές, φίλους και γείτονες που, αφού κάνατε το μεράκι σας επάγγελμα, σταδιοδρομήσατε όπως και εμείς, που πήγαμε σε πανεπιστήμια και ΚΑΤΕΕ εντός και εκτός των συνόρων της πατρίδας μας.

Αντίθετα, καθώς μοιραζόμαστε το καφεδάκι εδώ στην Αγγελάκη τώρα πια ΟΛΟΙ συνταξιούχοι, και μερικοί δυστυχως, απόμαχοι, μετράμε ευρώ-ευρώ κουτσουρεμένες συντάξεις, μετράμε τα χρόνια που μας παραμύθιαζαν πως θα γινόμασταν όλοι μας πλούσιοι, βλέπουμε ταλαιπωρημένους άγνωστους συνανθρώπους να ανοίγουν τους σκουπιδοτενεκέδες και να ανασύρουν ό,τι φαίνεται να έχει κάποια αξία…

Μαζί με τις ευχαριστίες μου για τη συνέχιση της παρέας με καφεδάκι και την καλοσυνάτη φιλοξενία των απλών μου σκέψεων και συναισθημάτων θέλω να σταθώ στο μεστό νοημάτων θέμα της προσπάθειας να γεμίσουμε τη μοναξιά του σύγχρονου Έλληνα, να μετριάσουμε τη θλίψη, να δώσουμε όσο μπορούμε μια αχτίδα ελπίδας στα παιδιά και στα εγγόνια μας…

«Επικοινωνώ, άρα… υπάρχω» ήταν ο τίτλος της εκπομπής μου αρχές ργς δεκαετίας ρου 1990 στην ΕΡΤ-3, εκείνη όπου προσπαθούσα για μερικά χρόνια να υπογραμμίσω (εάν μπορεί κανείς να υπογραμμίσει τον προφορικό λόγο) ότι ο δρόμος προς τη μοναξιά είναι στρωμένος με υποσχέσεις για ανεξαρτησία, αυτοδυναμία, προσωπική επάρκεια και αποκοπή από τον ομφάλιο λώρο της «παρέας».

Ο δρόμος που μας υποσχέθηκαν και μας έπεισαν να ακολουθήσουμε με τις γνωστές τακτικές «πλύσης εγκεφάλου» της συγχορδίας των ΜΜΕ με περισσή δεξιοτεχνία μεγιστοποιούσε τη «δήθεν απελευθερωτική» από την καταπίεση μικρόψυχη έννοια του ΕΓΩ ελαχιστοποιώντας τη μεγαλόψυχη έννοια του ΕΜΕΙΣ…

Και δεχθήκαμε με την κλασική μας καλοπροαίρετη ελληνοπρεπή αφέλεια την πλύση εγκεφάλου επιλέγοντας ως «παρέα» όχι ανθρώπους και μικρά κατοικίδια ως εκπροσώπους της φύσης αλλά, με τη σαγηνευτική μας τηλεόραση που τα κατάφερε να μας αποκοιμίσει «μοναχικούς», την εικονική πραγματικότητα της «ανύπαρκτης» παρέας…

Στο πρόσφατο παρελθόν είχαν καταγραφεί σχεδόν 72.000 συνάνθρωποί μας να ζούνε μοναχοί μόνο στο πολεοδομικό συγκρότημα της… φτωχομάνας ενώ για την Αθήνα και το λεκανοπέδιο γενικότερα δεν τολμώ να αναφέρω τους αριθμούς, γιατί είναι μαχαιριές στην ανθρώπινη καρδιά.

Και η ελληνική επαρχία μας, δυστυχώς, δεν πάει πίσω!..

Μια γυάλα, ένα ενυδρείο, ένα μικρό ζωάκι σίγουρα δεν ήταν και δεν θα μπορούσε να είναι τα πλέον επιθυμητά υποκατάστατα του φίλου ή της παρέας, αλλά με τη απρόοπτη πανδημία και τη μοναξιά των «lock-down» τα «κατοικίδια» πρσέφεραν μια λύση κόντρα στη μοναξιά.

Παλιέ μου συμμαθητή το λέω σε εσένα και όλη την παρέα μας όπως το είπα σε άρθρο μου που φιλοξενήθηκε ΕΔΩ την περασμένη εβδομάδα:

Κάποτε λέγαμε, «δείξε μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι», αλλά τώρα πια προτείνω «κοίτα τον φίλο σου για να καταλάβεις ποιος είσαι…».

Μπουχτίσαμε από άσφαλτο και πλακάκια πεζοδρομίου και, νοσταλγικά, αναπολούμε αλάνες, κρυφτούλι, τη μακριά γαϊδούρα, λάσπες στον δρόμο και τα σκυλιά που τα έδεναν με… λουκάνικα.

Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω, και δεν θα το συμβούλευα ακόμη και εάν είχαμε τη δυνατότητα πρόσβασης σε μια «μηχανή χρόνου».

Πέρα από την ανέχεια, όχι τη σημερινή «κακιά φτώχεια» στην Ελλάδα της τρόικας, που ξεπερνά τη στέρηση χρημάτων και αφορά σε συναισθήματα, αξίες και πολιτισμό, στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 η «παρέα», τα «κουτούκια» και τα «πάρτι ρεφενέ σε διαμερίσματα με μωσαϊκά» μας κρατούσαν δεμένους στην πραγματικότητα της ζωής με σάρκα και οστά.

Ζούμε πια σε ένα «υπερχρεομένο» Κράτος, σε μια ρημαγμένη οικονομία, σε έναν κόσμο που γέμισε πλαστικά και εικονική πραγματικότητα ψηφιακής μορφής χωρίς σάρκα και οστά, χωρίς τη χαρά και τον πόνο της ζωής, των ανθρώπινων συναισθημάτων, του έρωτα, της αγάπης, του κουτσομπολιού.

Μου λένε, καλόπιστα θαρρώ, μερικοί να γίνουμε βουλευτές και να πάρουμε εμείς τους θώκους εξουσίας…

Τους λέω να το ξεχάσουνε, δεν μας επέτρεψαν να γίνουμε όταν ήμασταν νέοι και τώρα πια ευτελίστηκε αυτός ο ρόλος!…

Ελάτε να ξαναγίνουμε φίλες και φίλοι ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΙ!…

Συγκάτοικοι, συμπολίτες, συνοδοιπόροι, συμμέτοχοι στις χαρές και τις λύπες του γείτονα…

Να ξαναγίνουμε...

 

ΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ελπίδα

(Μια ακόμα κατάθεση ψυχής του Ηλία Μαγκλίνη. Το άρθρο γράφτηκε τον  Φεβρουάριο του 2018 ...)
 


Χθες πέρασα όλο μου το πρωινό σε νοσοκομείο. Οχι για μένα αλλά για έναν πολύ δικό μου άνθρωπο. Είναι η πολλοστή φορά που βρίσκομαι σε αυτή τη δεινή θέση, μα κάθε φορά είναι σαν να είναι η πρώτη φορά. Το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι, το ενοχλητικό ανάδεμα βαθιά μέσα στην κοιλιά, ο ιδρώτας ψηλά στο μέτωπο ακόμα και στην καρδιά του χειμώνα, το ίδιο απελπισμένο κρέμασμα από κάθε λέξη, κάθε βλέμμα κάθε γιατρού. Και η ίδια ελπίδα, κάθε φορά. Ανούσια ή μη, εσύ συνεχίζεις με ένα ξεροκέφαλο πείσμα να ελπίζεις.


Βεβαίως, από τα είκοσι στα τριάντα τέσσερα και στα σαράντα επτά οι διαφορές είναι μεγάλες. Είσαι και δεν είσαι ο ίδιος άνθρωπος πια. Σαν το φίδι έχεις αλλάξει δέρμα αμέτρητες φορές, ειδικά εκείνες όπου έπειτα από μία (ακόμα) εμπειρία νοσοκομείου καταλήγεις στον οριστικό αποχαιρετισμό. Μαζί με τον άνθρωπό σου αποχαιρετάς και ένα μεγάλο κομμάτι της δικής σου ζωής, ένα πλευρό του κορμιού σου ξεριζώνεται βίαια και την επόμενη στιγμή δεν είσαι πια αυτός που ήσουν.


Πιο ευαίσθητος –πιο άβγαλτος μάλλον– στα δεκαέξι και τα είκοσι ή και στα τριάντα κάτι, περιμένεις ότι μεγαλώνοντας θα ήσουν πιο «μπασμένος», έμπειρος, ψύχραιμος. Εξωτερικά ναι, αυτό ισχύει, εσωτερικά όμως συμβαίνει περίπου το αντίθετο: κάθε στιγμή που περνάει νομίζεις ότι θα καταρρεύσεις κι ας συνεχίζεις να στέκεσαι στα πόδια σου και να προσπαθείς για το καλύτερο για τον άνθρωπό σου που δοκιμάζεται.


Αυτό που σε σώζει όταν είσαι νέος, πολύ νέος θέλω να πω, είναι αυτή η επίμονη ψευδαίσθηση αθανασίας. 


«Οποιος δεν έχει παρακολουθήσει κάποιον να πεθαίνει, πάσχει από μια πολύ κακή μορφή παρθενίας», γράφει ο Βρετανός θεατρικός συγγραφέας Τζον Οσμπορν στα περίφημα «Οργισμένα νιάτα». Υπάρχει αλήθεια σε αυτή την πρόταση, μονάχα που η νιότη, ακόμα και αν έχεις «ξεπαρθενευτεί» όπως το εννοεί εδώ ο Οσμπορν, μπορεί να σε εμποδίσει να δεις την αλήθεια κατάματα. Ετσι, οι άλλοι γύρω μπορεί να πέφτουν σαν τα θερισμένα στάχυα, αλλά εσένα –νομίζεις ότι– δεν σε αγγίζει τίποτα.


Καθώς μεγαλώνεις, αυτή η ψευδαίσθηση απογυμνώνεται και βλέπεις πια τι ακριβώς είναι: μια ψευδαίσθηση. 


Η φοβερή αλήθεια μεγαλώνοντας υπακούει σε έναν και μοναδικό νόμο: η ζωή μπάζει. Μπάζει από παντού. Κι όσο καλή ζωή και αν κάνεις, όσο καλά γονίδια κι αν έχεις, τίποτα δεν μπορεί να σε προστατέψει από αυτή τη νομοτέλεια. Οσο, δε, προστίθενται καλοκαίρια και χειμώνες στην καμπούρα σου, στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου μια σκέψη σαν φίδι αρχίζει να σαλεύει: παίρνεις κι εσύ σιγά σιγά σειρά.


Στο βλέμμα του δικού σου ανθρώπου που δοκιμάζεται, όμως, ξεχνάς τον εαυτούλη σου, αφήνεις τα υπαρξιακά στην άκρη και ρίχνεσαι στη μάχη ελπίζοντας. 
 
Ετσι είναι: η ζωή μπορεί να μπάζει, αλλά...