"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Κατασκευάζοντας ένα έθνος

Ομότιμος Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο


Με αφορμή την προσφάτως εκδηλωθείσα αντιπαράθεση μεταξύ της βουλγαρικής κυβέρνησης και αυτής της Βόρειας Μακεδονίας, εξαιτίας του βουλγαρικού βέτο ως προς την εν προκειμένω έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε πως η κατά ταύτα αντιπαράθεση έχει ιστορικές ρίζες που παραπέμπουν στο γεγονός ότι η Βουλγαρία δεν αναγνωρίζει ιστορικά και διεθνοπολιτικά, δηλαδή παλαιόθεν και σήμερα τα Σκόπια ως ανεξάρτητη εθνική οντότητα.

Για τη Σόφια τα Σκόπια ήταν ανέκαθεν τμήμα του βουλγαρικού έθνους. Αυτή η παράσταση εδράζεται στην ιστορική διαδρομή των δύο χωρών, κυρίως δε στη γλωσσική διάσταση των Σκοπίων, που παραπέμπει σε ένα βουλγαρικό ιδίωμα. 

Αυτήν την αντίληψη υιοθέτησε και προέβαλε και η Αθήνα στη διαδρομή της αντιπαράθεσης για το αποκαλούμενο μακεδονικό ζήτημα μέχρι και τη συμφωνία των Πρεσπών, όπου και η ανωτέρω πολιτική εν τίνι βαθμό ανετράπη.

Η Βουλγαρία, τόσο στο παρελθόν, όσο και σήμερα, θεωρεί τα Σκόπια ως εδαφική συγκρότηση και ως λαό, χώρο υπαγόμενο ταυτοτικά στο βουλγαρικό έθνος, σε μια διαδρομή αιώνων, η οποία και αλλοιώθηκε από την κυρίαρχη παρουσία και τις πολιτικές πρακτικές του στρατάρχη Τίτο.

Η αντιπαράθεση που υφίσταται σήμερα μεταξύ Σόφιας και Σκοπίων, και που έχει ως κορύφωσή της την άρνηση της Βουλγαρίας να επιτρέψει την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Βόρειας Μακεδονίας με την ΕΕ, είναι προϊόν του εγχειρήματος κατασκευής ενός έθνους, μιας τεχνητής δηλαδή πολιτειακής συγκρότησης, που δεν έχει ιστορική ή και σύγχρονη εθνική πραγματικότητα ως ταυτότητα και ως πολιτισμός.

Πρόκειται για μια συνηθισμένη πρακτική, η οποία δεν παραπέμπει στο γνωστό «κομίζομεν γλαύκα ες Αθήνας», αλλά στην απεικόνιση μιας αληθούς διάστασης των ιστορικών γεγονότων, τα οποία αφορούν στη σύγκλιση συμφερόντων που παρακάμπτουν εν προκειμένω ιστορικές διαδρομές λαών, κρατών και εθνών κατασκευάζοντας κατά ταύτα κρατικές οντότητες.

Σήμερα και σε συνέχεια των ανωτέρω, ο Πρωθυπουργός της Βόρειας Μακεδονίας, σε μια άκομψη και προδήλως ατυχή αντίδραση, στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να προσεγγίσει κατευναστικά τη Σόφια, έτσι ώστε να κερδίσει την εύνοιά της προς άρση του ευρωπαϊκού της βέτο, προβαίνει σε μια κατά το δοκούν ανάγνωση της ιστορίας ως προς τον ρόλο της Βουλγαρίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καταλήγοντας σε μια ιλαροτραγική εικόνα, όπου ένα κράτος παρουσιάζει ταυτόχρονα διαφορετική ανάγνωση της ιστορίας του απέναντι σε διαφορετικά κράτη και λαούς της περιοχής.

Οφείλουμε κατά τα ανωτέρω να υπογραμμίσουμε πως ακόμα και εάν οι βουλγαρικές αντιρρήσεις, κατόπιν υφισταμένων ή και επερχομένων γερμανικών πιέσεων, αρθούν, η αντιπαράθεση μεταξύ Βουλγαρίας και Σκοπίων, που άπτεται του γλωσσικού ιδιώματος και όχι μόνο, δεν πρόκειται να παύσει οριστικά καθ’ ότι παραπέμπει σε ζητήματα ζωτικής σημασίας, που αφορούν στην εθνική ταυτότητα των εμπλεκομένων κατά ταύτα χωρών.

Υπάρχει δε μια διαδικασία μακράς διαδρομής ως προς την τελική ένταξη μιας χώρας στην ΕΕ, στην οποία η Βουλγαρία θα θέτει αδιαλείπτως επί τάπητος τα θέματα αυτά.

Από την άλλη η Βόρεια Μακεδονία, δεδομένου ότι στη διάρκεια της ενταξιακής της διαδρομής θα χρηματοδοτείται γενναία προκειμένου να αναδιαρθρωθεί εκσυγχρονιστικά το πολιτικό της σύστημα, θα επιχειρεί την πραγμάτωση τακτικών ελιγμών υπηρετώντας τη στρατηγική της στόχευση, χωρίς όμως να αποποιείται την ταυτότητα, την οποία εδώ και δεκαετίες υιοθέτησε, στηριζόμενη στην ηγεμονική κατά ταύτα στήριξη διεθνών παραγόντων, πράγμα που αφεύκτως θα επιφέρει κατά καιρούς την αναθέρμανση του συγκρουσιακού φαινομένου με γειτονικές χώρες.

Το εγχείρημα ένταξης της εν λόγω χώρας στους κόλπους της ΕΕ δείχνει...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Εξ Ανατολών επιθετικότητας ανάγνωση

Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής – Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Η κλασσική διατύπωση, που αναπτύσσει την θέση της του εαυτού γνώσεως, καθώς και της άλλης πλευράς και η οποία προβάλλει ως όρος εθνικής επιβίωσης και πορείας των κρατών στις δαιδαλώδεις διαδρομές της διεθνούς πολιτικής, εκδηλώνεται και σήμερα περισσότερο από ποτέ ως ενεργός επίκαιρη, παραπέμπουσα στην δύσκολη και ιστορικά βεβαρημένη σύγχρονη διαδρομή των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Επιβάλλεται, κατά τα ανωτέρω, η γνώση της αντίπαλης πλευράς στην ιστορική της διάσταση, όπως και στην αντίληψη των ευρύτερων δυνατοτήτων της περί επιβολής στρατηγικής στον χώρο και στο χρόνο. Το γεγονός αυτό, λαμβανομένων υπ’ όψιν των πρόσφατων εξελίξεων στην περιοχή,  δημιουργεί την υποχρέωση στην Αθήνα να κατέχει μια βαθιά και ολοκληρωμένη γνώση της τουρκικής κρατικής συγκρότησης, κοινωνικής και πολιτικής διάρθρωσης, καθώς και της πολιτιστικής της διαδρομής, όπερ και διαχέεται ως ταυτότητα στις δομές της άλλης πλευράς εν τω συνόλω της.

Ανατρέχοντας στο πλαίσιο της ιστορικής διαδρομής του τουρκικού πολιτικού συστήματος, οφείλει εν προκειμένω κάνεις να υπογραμμίσει  την συνέπεια και συνέχεια που διακρίνει την επιθετική, αναθεωρητική και καταπιεστική ως προς τις εσωτερικές δομές της Άγκυρας πολιτική, όπως εκδηλώνεται ως μεταοθωμανική, ιστορική κατά ταύτα διαδρομή που εξικνείται μέχρι των ημερών μας.

Το τουρκικό κράτος, που αποτελεί δημιούργημα του Κεμάλ Ατατούρκ και που στόχευε στον δυτικό εκσυγχρονισμό, ο οποίος εν τέλει περιορίστηκε σε επιφανειακής έκφανσης φαινόμενα, όπως το λατινικό αλφάβητο και η δυτική ενδυμασία, δεν κατάφερε ποτέ να υιοθετήσει βασικά δομικά στοιχεία του δυτικού πολιτισμού, όπως είναι η δημοκρατία και το κράτος δικαίου, δηλαδή τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι ατομικές ελευθέριες.

Η Τουρκία γεννήθηκε και οικοδομήθηκε ως προϊόν πολυεπίπεδης στρατιωτικής και πολιτικής βίας, που επεβλήθη στις εθνότητες και τους πληθυσμούς εν γένει, που ήσαν για αιώνες εγκατεστημένοι στον χώρο, ακολουθώντας με συνέπεια μια μεταοθωμανική, νεοτουρκική πολιτική επιβολής στην περιοχή. 


Η ως άνω αφετηριακή δομή συνδέεται άρρηκτα με την σημερινή διάρθρωση του τουρκικού κράτους, στον βαθμό που η μετάβαση στην δημοκρατία ουδέποτε επετεύχθη, αντιθέτως παρέμεινε ως διακηρυκτικό κενό διαφόρων πολιτικών ηγεσιών στην ιστορική διαδρομή της Τουρκίας.


Δεν ήταν ποτέ δημοκρατία


Δεν κατάφερε ποτέ η Τουρκία να γίνει δημοκρατία, διότι όπως προσφυώς ελέχθη σε μια αντίστοιχη περίπτωση, εάν η χώρα προχωρούσε σε μια διαδρομή αληθούς δημοκρατικής διάρθρωσης, θα διαλυόταν. 


Αυτό παραπέμπει στην πολυεθνική της δομή, την οποία ο τουρκισμός, ούτε να αναγνωρίσει μπορούσε, ούτε να αναδείξει επιθυμούσε.  


Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού αποτελεί η εξόντωση των Αρμενίων, η οποία συνιστά και την πρώτη γενοκτονία του 20ου αιώνα, αλλά και εκείνη του ποντιακού ελληνισμού της Μικράς Ασίας. 


Το ανωτέρω πλαίσιο πολιτικής, δηλαδή πραγμάτωσης μιας δημοκρατικής συνθήκης, που κατά ταύτα εφαρμοζόμενη θα οδηγήσει την χώρα σε διάλυση, συνιστά έναν διαρκή και αμετάθετο  φόβο όλων των τουρκικών ηγεσιών.

Όταν η κεμαλική πρωτοβουλία υλοποίησης ενός πολιτεύματος δυτικού τύπου προχώρησε σε μια σχετικά ελεύθερη δημοκρατική διεργασία στην δεκαετία του 1960, ο φόβος της διάλυσης της χώρας έφερε το στράτευμα κατ’ επανάληψη πραξικοπηματικά στην εξουσία, εμφανιζόμενο ως ο θεματοφύλακας της ενότητας του κράτους και του τουρκικού έθνους. Αυτή η περίοδος αποτελεί και την κατά Φρανζ Ρονενμπέργκερ, δημοκρατική όαση του τουρκικού πολιτικού συστήματος, που διήρκησε κάτι λιγότερο από μια δεκαετία. Έκτοτε, η Τουρκία διοικείται, είτε από το στράτευμα, είτε από κεμαλικές και μετακεμαλικές αυταρχικές δομές, της σύγχρονης πολιτικής της ηγεσίας μη εξαιρουμένης.

Η καταγραφείσα τουρκική πολιτική κουλτούρα αδυναμίας εκδημοκρατισμού, ικανή να διαγνωσθεί παλαιόθεν ακόμα και δια γυμνού οφθαλμού από τις ελληνικές πολιτικές ηγεσίες, παραπέμπει στην μετά βεβαιότατος αντίληψη μιας ανυπάρκτου ικανότητας ευρωπαϊκού προσανατολισμού της γείτονος.

Αυτή η διάσταση πολιτικής, συνυφαινόμενη με την στρατηγική μιας, λόγω και έργω, τουρκικής επεκτατικότητας εις βάρος Ελλάδος και Κύπρου, που διατρέχει τις αφετηριακές δομές της Άγκυρας εκ της δεκαετίας του 1950 και εντεύθεν, επιβάλει σε Αθήνα και Λευκωσία την από κοινού εκπόνηση και συγκρότηση εκείνου του αναγκαίου εθνικού σχεδιασμού στρατηγικής, που θα επέτρεπε την αξιόπιστη, δηλαδή αποτελεσματική αντιμετώπιση ενός επερχόμενου και εκδηλούμενου εις βάρος του ελληνισμού επεκτατικού φαινομένου.

Η τουρκική πολιτική στόχευση παραπέμπει σε δυο τινά. 

Αφενός, στην δημιουργία εκείνων των πολιτικών και ευρύτερων συνθηκών που θα «επέτρεπαν» στον τουρκικό παράγοντα να δρα ως κυρίαρχος του χώρου ανεμπόδιστα, άνευ δηλαδή ισχυρής εν προκειμένω αντίστασης από τις εθνικές δυνάμεις της περιοχής.  

Αφετέρου, στην εν τέλει ανάδειξη και εμπέδωση του πολιτικού φαινομένου μιας τουρκικής επικυριαρχίας στην νοτιοανατολική Μεσόγειο, την Μέση Ανατολή και όχι μόνο.


Πώς θα τους αντιμετωπίσουμε


Η ελληνική πολιτική ηγεσία οφείλει να αντιμετωπίσει τον τουρκικό αναθεωρητισμό δια της κύριας ικανότητας που έχουν τα κράτη να αντιμετωπίζουν παρομοίου τύπου επιθετικές εκδηλώσεις πολιτικής, που παραπέμπει στην συγκρότηση και προβολή δομών ισχύος, στρατιωτικής, πολιτικής, οικονομικής και γεωπολιτικής τοιούτης, που καθιστούν την απειλούμενη εν προκειμένω κρατική οντότητα ικανή, όχι μόνο να αντιμετωπίσει την επιτιθέμενη δύναμη, αλλά και να αποτρέψει ταυτοχρόνως την σύγκρουση.

Τούτο γιατί η σύγκρουση συνιστά φαινόμενο επερχόμενο εκεί όπου εκδηλώνονται συνθήκες συνιστώσες κενά ισχύος.  


Βασικότερο στοιχείο της κατά τα ανωτέρω αποτρεπτικής στρατηγικής οφείλει να είναι...

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Εθνική ασφάλεια: Υπαρξιακή διάσταση κρατικών οντοτήτων

Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Ακολουθώντας την περίφημη ρήση της ισραηλινής κρατικής οντότητας τού «ποτέ ξανά», που αναπτύσσεται ως παράδοση και εμπεδώνεται ως δόγμα, αναφερόμενη στο Ολοκαύτωμα, υπογραμμίζουμε την πρωταρχική αναγκαιότητα συνυφασμένη με την ύπαρξη των κρατών, που παραπέμπει στην εθνική επιβίωση ως εθνική ασφάλεια.

Εθνική ασφάλεια σημαίνει, όχι μόνο τη στρατιωτική, αποτρεπτική ισχύ, που προβάλλει την σχέση κόστους – οφέλους σε κάθε επίδοξο επιβουλέα της εθνικής ακεραιότητας μιας χώρας, αλλά και την εσωτερική διάρθρωση σε επίπεδο παιδείας, εκπαίδευσης, κοινωνικοποίησης, που συντρέχει τη δόμηση της ικανότητας του κοινωνικού συνόλου να αντιστέκεται και να προβάλλει τούτη του τη θέληση προς πάσα αναθεωρητική ή επιθετική δύναμη του περιφερειακού ή του ευρύτερου διεθνούς συστήματος.
 
Αυτό ήταν και η θεμελιακή προϋπόθεση, όρος και παράγοντας υπαρξιακής πορείας και ζώσας συνάφειας της ισραηλινής κρατικής οντότητας. 

Αντιστοίχως τούτο υπαγορεύει και στην ελληνική, ελλαδική και κυπριακή διάσταση της περιφερειακής και διεθνούς πολιτικής, προκειμένου η ελληνικότητα και το ελληνικό έθνος να επιβιώσουν στους σύγχρονους και επερχόμενους δύσκολους πολιτικά, και από κάθε διεθνή άποψη επερχόμενους κινδύνους, να προβάλει δομές αντίστασης και πολιτικές διεκδίκησης δικαίου.
 
Η ικανότητα αποτροπής δεν εκδηλώνεται αυτομάτως ή σπασμωδικά, αλλά συνίσταται ως το σύνολο των στρατηγικών επιλογών τακτικής και πολιτικής πρόβλεψης των ηγεσιών της χώρας, αποτυπώνουσα κατά ταύτα και την πολιτική συναίνεση του πολιτικού συστήματος εν το συνόλω του. 

Άνευ πρόβλεψης και προετοιμασίας οι κίνδυνοι επιβίωσης είναι άμεσοι και απολύτως ορατοί. 

Η πλέον απειλητική, εξωτερική επιβουλή παραπέμπει άνευ δισταγμού στην τουρκική διεκδικητική, επεκτατική παρουσία στη νοτιοανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή. Η Τουρκία διαχρονικά δεν κρύβει τις επιθετικές της προθέσεις, αλλά αντιθέτως τις ανακοινώνει, τις δημοσιοποιεί, τις κοινοποιεί και τις εμπεδώνει στη διεθνή δημοσιότητα, η οποία και βεβαίως δεν αντιδρά υπέρ της απειλούμενης Ελλάδος, εάν δεν έχει ίδιο συμφέρον σύμπραξης.
 
Επομένως, η αίσθηση που καλλιεργείται σε ορισμένους κύκλους πως το σύστημα του ΟΗΕ ή της ΕΕ μπορούν να αποτελέσουν ασπίδα προστασίας και διεθνούς ασφάλειας για τον Ελληνισμό, είναι τόσο παραπλανητική, όσο και επικίνδυνη. 

Ο ΟΗΕ δεν παρεμβαίνει από μόνος του, ως προδήλως θα όφειλε, αλλά δίνει δια του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη στα κράτη το δικαίωμα να υπερασπίζονται εαυτούς και αλλήλους, μόνα και μετά συμμάχων.

 Η εθνική ασφάλεια και δια της τελευταίας σχετικής αναφοράς στη Συνθήκη της Λισσαβώνας υπογραμμίζεται πως παραμένει στην αποκλειστική ευθύνη των κρατών.
 
Εκδηλώνεται ως επικίνδυνη ψευδαίσθηση για την υπόσταση των κρατών εκείνη η αντίληψη που θεωρεί πως υφίσταται, εν είδει παγκοσμίου κράτους, ικανότητα υποστήριξης για τους απειλούμενους ή τους αδικημένους ή και έναντι παντός αδικοπραγούντος. Πρόκειται για μια ιδεαλιστική προσέγγιση της πολιτικής, που παραπέμπει στο δέον γενέσθαι και δεν ανταποκρίνεται στη διαχρονική πραγματικότητα του κόσμου των κρατών.
 
Εκείνοι που έχουν την ισχύ, όπως η Τουρκία εν προκειμένω, τη θέληση και την ικανότητα παρανόμου, πλην αποτελεσματικής για τα συμφέροντά τους παρέμβασης και παραβίασης της διεθνούς νομιμότητας, το πράττουν και δη άνευ κόστους. Εσχάτως δε αυτή η πολιτική επιθετικής στάσης παρατηρείται και στην περίπτωση της βόρειας Συρίας, όπου τουρκικές δυνάμεις εισέβαλαν με τη στόχευση της κατάληψης, όπερ τυγχάνει και της σιωπηρής, πλην ηχηράς συναίνεσης του ρωσικού και του αμερικανικού παράγοντα, εκδιώκοντας και εξοντώνοντας τους Κούρδους.

Κράτη που διαδραματίζουν ή που επιδιώκουν να διαδραματίσουν ρόλο στη διεθνή πολιτική, το πράττουν με την ασφάλεια να διατηρεί την πρωτοκαθεδρία των εθνικών τους επιλογών. Τούτο αποτελεί τη μόνιμη και σταθερή επίκληση, προσχηματική ή πραγματική, όλων εκείνων των δυνάμεων που ενεργοποιούνται σε διάφορα πεδία των διεθνών σχέσεων, επιθετικά ή και αμυντικά, στοχεύοντας στην αποκόμιση διεθνοπολιτικών κερδών από την κατά τα ανωτέρω δράση τους. 

Η επένδυση στην εθνική ασφάλεια στέλλει το μήνυμα στη διεθνή κοινότητα πως η συγκεκριμένη κρατική οντότητα προβάλλει και με αυτό τον τρόπο την αποφασιστικότητά της για εμπέδωση και διατήρηση της εθνικής της ακεραιότητας. Η μηνυματική εν προκειμένω στάση συνιστά ή εκπέμπει και μία σημειολογική, ορατή και έμπρακτη αναβάθμιση του κράτους στη διεθνή σκακιέρα.
 
Ο κατευνασμός, ο οποίος παραδοσιακά συντρέχει τις σχέσεις των κρατών σε επίπεδο σύγκρουσης, συνύπαρξης, αντιπαράθεσης και ανταγωνισμού, εκδηλώνεται και εκφράζεται μόνο στο πλαίσιο της σχέσης ισχυρού προς αδύναμο. 

Εάν εκδηλωθεί από τον αδύναμο προς τον ισχυρό, σηματοδοτεί σχέσεις παράδοσης και υποταγής. 

Η περίπτωση της Ελλάδας με την Τουρκία αναφέρεται προπάντων στην τουρκική επιθετικότητα, η οποία ούσα αναθεωρητική δύναμη, αντιμετωπίζεται μόνο δια της πολιτικής αποτροπής, δηλαδή προβολής ισχύος ως μόνης στρατηγικής, που μπορεί να διαφυλάξει την ασφάλεια και την ακεραιότητα της χώρας.
 
Εν κατακλείδι...

ΝουΔοΣΥΡΙΖΑίικο ΛΑΘΡΟΜΑΧΜΟΥΤΑΡΑΔΙΚΟ: Η ουτοπία της ενσωμάτωσης

Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο


Η υφιστάμενη, κατά το μάλλον ή ήττον, ανεπιθύμητη εξέλιξη που παραπέμπει σε εσχάτως εντεινόμενες ροές πληθυσμιακών ομάδων, που υπό την πίεση πολεμικών συνθηκών και όχι μόνο μετακινούνται μαζικά προς το Αιγαίο, μέσω διαδρόμων που σε μεγάλο βαθμό απηχούν την στρατηγική της Άγκυρας, αναδεικνύει μια εξόχως προβληματική κατάσταση που αναφέρεται στο γεγονός της ανικανότητας, τουτέστιν αδυναμίας, των συγκεκριμένων πληθυσμιακών μουσουλμανικών ομάδων για ενσωμάτωση στην ελληνική κοινωνία, αλλά  και σε ευρύτερα χριστιανικούς πληθυσμούς.

Το πρόβλημα εν προκειμένω δεν παραπέμπει σε συνήθεις διαδικασίες και δρομολογήσεις δυνατοτήτων, που μπορεί να αναφέρονται εκ πρώτης όψεως σε προγράμματα ενσωμάτωσης, όπως είναι η εργασία ή η εκπαίδευση, δομές και θεσμοί που θα μπορούσαν ενδεχομένως να συμβάλουν  σε δημιουργία κοινωνικού πλαισίου ομαλής συμβίωσης, αλλά στην θρησκευτική διάσταση μιας ταυτότητας, του Ισλάμ εν προκειμένω, που ούσα ισχυρή, δεν επιτρέπει σε κανέναν βαθμό την ανάπτυξη διαδικασιών ενσωμάτωσης, πολύ δε περισσότερο, την εμπέδωση μέτρων και συνθηκών κοινωνικής και εθνικής αφομοίωσης.

Η ερμηνευτική αυτή διάσταση παραπέμπει ευθέως στην κατά Μαξ Βέμπερ διά της «Προτεσταντικής Ηθικής» προσδιοριστική συνθήκη των όρων και προϋποθέσεων ενταξιακής ενσωμάτωσης, η οποία αναφέρεται σε καθεστώς ανυπέρβλητης αδυναμίας ένταξης πληθυσμών, φορέων θρησκευτικής διαφορετικότητας και δη κατ’ αντίστιξη του προτεσταντισμού, της ισλαμικής εν προκειμένω θεώρησης του κόσμου.
Η κατά τα ανωτέρω πορεία των πράγματων αναφορικά προς την ένταξη ή μη, παρανόμως ή άλλως πως εισερχομένων πληθυσμιακών ομάδων αλλότριας ή αλλογενούς εθνικής υπόστασης στο κοινωνικό σύνολο, δεν λειτουργεί εν μέσω κοινωνικών ή πολιτικών αυτοματισμών, ευχών, ευσεβών πόθων ή προσδοκιών οικοδόμησης πολυπολιτισμικών κοινωνιών, αλλά επαφίεται στην πολιτιστική διάσταση ενός φαινομένου, που άπτεται του πυρήνα της υπόστασης εθνικών ομάδων και λαών, που είναι η ταυτότητα, που στην προκείμενη περίπτωση εστιάζεται στο θρήσκευμα, του οποίου η ισχύς δεν μπορεί να υπερκεραστεί από πολιτικές τακτικού επιπέδου ως προς την πολιτική και κοινωνική ενσωμάτωση διαφόρων κοινωνικών ομάδων.

Το Ισλάμ εν προκειμένω αντιλαμβάνεται τον κόσμο των κρατών και των οργανωμένων πολιτειών, όχι σε επίπεδο διαχωρισμού εθνικού ή διακρατικού, αλλά αποκλειστικά και μόνο στην αναφορά της θρησκευτικής ταυτότητας μεταξύ μουσουλμάνων και όλων των άλλων.
Η κατά τα ανωτέρω προβαλλόμενη διάσταση δρομολογεί κατά ταύτα συνθήκες ενός πλαισίου οικοδόμησης αυτόνομων μουσουλμανικής υφής κοινωνικοπολιτιστικών λιμναζόντων νησίδων, διάσπαρτων καθ’ άπασα την επικράτεια, με απρόβλεπτο μέλλον σε ότι αφορά στην παρουσία, την δράση και την συνύπαρξη τους στην εκάστοτε χώρα υποδοχής, δεδομένου μάλιστα πως το Ισλάμ συνιστά μια εν είδει ισχυρής πολιτικής ταυτότητας, πολιτισμική προβολή ενός κόσμου απολύτως διαφοροποιημένου και αντιθετικού εν πολλοίς προς τα δυτικά και κατ’ επέκταση ευρωπαϊκά πολιτιστικά πρότυπα.

Θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο πως το Ισλάμ ως ταυτότητα ριζώνει στις συνειδήσεις των πιστών του, διδασκόμενο και καλλιεργούμενο σε μια παιδευτική διαδικασία αρχόμενη από τα πολύ πρώιμα χρόνια της παιδικής ηλικίας των πιστών, όπου η διαπαιδαγώγηση ως ισλαμικός κόσμος σφραγίζει εμπεδούμενη κατά τρόπο πολιτιστικού εξαναγκασμού την κοινωνικοποίηση τους σε όλη την διάρκεια του βίου τους, ανεξαρτήτως σε ποια χώρα βρίσκονται εγκατεστημένοι. Το παράδειγμα μουσουλμανικών μειονοτήτων σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, όπου ζουν όντας σε μουσουλμανικά γκέτο, χωρίς να έχουν επαφή ή πρόσμιξη στην κοινωνία υποδοχής, είναι χαρακτηριστικό.

Εν κατακλείδι, η Βεμπεριανή θεώρηση της «Προτεσταντικής Ηθικής», που κατά τα ανωτέρω ερμηνεύει τα ζητήματα που άπτονται κοινωνικής και πολιτιστικής ενσωμάτωσης θρησκειών και πολιτισμών,  είναι σήμερα πιο επίκαιρη παρά ποτέ.

Ως εκ τούτου η πολιτική ηγεσία της χώρας είναι συναφώς υποχρεωμένη...

ΤΟΥΡΚΙΑ: Το colpo grosso του Ερντογάν

Καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής, Κοσμήτορα της Σχολής Διεθνών Σπουδών, Επικοινωνίας και Πολιτισμού Παντείου Πανεπιστημίου

Η Τουρκία ξεκίνησε την εφαρμογή ενός -προδήλως, από πολλού χρόνου- προετοιμασμένου σχεδίου πληγμάτων στη Μέση Ανατολή, προς τους ISIS και τους Κούρδους του PKK, και όχι μόνο, που εντάσσεται σε μια στρατηγική διπλής κατεύθυνσης.
Από τη μια επιδιώκει να ενισχύσει το εσωτερικό της μέτωπο εν όψει δεύτερων εκλογών, όπου ο Ερντογάν επιθυμεί να επιτύχει εκλογική αυτοδυναμία για το κόμμα του, που να του επιτρέπει να καθιερωθεί μέσα από τη συνταγματική αναθεώρηση ως ο νέος σουλτάνος της καινούργιας τουρκικής αυτοκρατορίας, και από την άλλη να επιτύχει πλήγματα κατά των Κούρδων στον περίγυρο της Τουρκίας. 

Η στρατηγική αυτή θα επέτρεπε στην Άγκυρα αφενός μεν να εξασφαλίσει τη δυνατότητα σε επόμενα βήματα ελέγχου της Συρίας και της εγγύς προς τα τουρκικά σύνορα περιοχής της στη Μέση Ανατολή, να αποδυναμώσει τον δυνάμει κρατικό θύλακα, που εγκαθιδρύθηκε στη Βόρεια Συρία, του κουρδικού στοιχείου της Συρίας και ταυτόχρονα να πλήξει to PKK στο Βόρειο Ιράκ και αλλού.
Παράλληλα ανέλαβε δράση στο εσωτερικό μέτωπο με αυθαίρετες και παράνομες συλλήψεις χιλιάδων Κούρδων και υπόπτων ως φίλα προσκείμενων προς το ISIS, έτσι ώστε να εμπεδωθεί ο συνειρμός ότι οι Κούρδοι γενικώς και στην Τουρκία είναι εξίσου εξτρεμιστές και τρομοκράτες με τους ISIS. Ταυτόχρονα, δε, επιχειρεί εντός της Τουρκίας να θέσει εκτός νόμου το Κουρδικό Κόμμα, που εισήλθε στη Βουλή με 12%, ζητώντας την άρση της ασυλίας των βουλευτών του.  

Όλα αυτά συμβαίνουν στο πλαίσιο μιας στρατηγικής με διάφορους στόχους.
Ο ένας στόχος είναι εσωτερικός, δηλαδή να αποδυναμωθεί το Κουρδικό Κόμμα και να μην μπορεί να ξαναμπεί στη Βουλή, οι δε τούρκοι ψηφοφόροι του να μετακινηθούν προς το κόμμα του Ερντογάν, διευκολύνοντας έτσι την πολυπόθητη αυτοδυναμία και εν προκειμένω τις σουλτανικές του βλέψεις. 

Ο άλλος είναι να εξαλείψει ή να αποδυναμώσει πλήρως τους Κούρδους τόσο στην περιοχή της Συρίας όσο και στην περιοχή του Βόρειου Κουρδιστάν, εμπεδώνοντας έτσι την ηγεμονική παρουσία της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή, με προεξάρχοντα άμεσο στρατηγικό στόχο τον έλεγχο της Συρίας και την εκπαραθύρωση του Άσαντ από την ηγεσία της χώρας.
Θα επιχειρήσει φυσικά να διεκδικήσει τα όποια κέρδη μπορέσουν να αποκτηθούν από τον πόλεμο εναντίον των ISIS από τους Αμερικανούς και τον δυτικό παράγοντα, πληρώνοντας το ελάχιστο δυνατό κόστος, αφού είναι γνωστό ότι διατηρούνται υπόγειες και σαφείς σχέσεις συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και ISIS, τόσο στο επίπεδο της διευθέτησης της επόμενης ημέρας από τη διάλυση του συριακού κράτους όσο και σε σχέση με την αποχή οποιασδήποτε σοβαρής επιθετικής ενέργειας από τους ISIS εναντίον της Τουρκίας.

Πρόκειται για ένα μεγάλο σχέδιο του Ερντογάν που εμπεριέχει κινδύνους και ρίσκα, τα οποία όμως ο φιλόδοξος τούρκος ηγέτης, με τον μέντορά του Νταβούτογλου, επιχειρεί να υλοποιήσει έχοντας πάντοτε ως αρχή τη μεγιστοποίηση του οφέλους και την ελαχιστοποίηση του κόστους.  

Ποια θα είναι τα οφέλη, ποιο το κόστος, ποια τα ρίσκα;

ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - TOΥΡΚΙΑ: Διλήμματα εξωτερικής πολιτικής

Του ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗ
Καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής
Διευθυντή Κέντρου Ανατολικών Σπουδών

Είναι ολοφάνερο πως η Ελλάδα του Μνημονίου και της Τρόικας είναι ως κρατική υπόσταση και οντότητα σε πολλά επίπεδα αποδυναμωμένη και αδύναμη να πάρει αποφάσεις ή να χαράξει πολιτικές αυτοδύναμα και αυτόνομα στον βαθμό που έχει αυτήν τη δυνατότητα από τη φύση και τη δομή του κάθε κυρίαρχου κράτους στον κόσμο.

Παρά τους περιορισμούς που επιβάλλει η Δανειακή Σύμβαση, η Τρόικα, το Μνημόνιο, η συμμετοχή μας στην Ευρωζώνη ή ακόμα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε ζητήματα εθνικής κυριαρχίας και εθνικής ανεξαρτησίας, στον σχεδιασμό και στη λήψη αποφάσεων και στρατηγικών επιλογών, δηλαδή στο εθνικό συμφέρον της χώρας, εν τούτοις, παρά ταύτα, επιβάλλεται να παραμείνουμε όρθιοι, να έχουμε δηλαδή ως κράτος διεθνείς σχέσεις, στρατηγική και εξωτερική πολιτική.

Η οικονομική αδυναμία της χώρας δεν επιτρέπεται να αφήσει το κράτος ως επικράτεια και κρατική οντότητα ανυπεράσπιστο στα θέματα άμυνας και ασφάλειας και ανήμπορο ή αποδυναμωμένο στην εξωτερική πολιτική, δηλαδή στην προβολή του εθνικού συμφέροντος της χώρας στον κόσμο. Αντιθέτως, μάλιστα, αυτή ειδικά την περίοδο της οικονομικής αποδυνάμωσης της χώρας θα έπρεπε η εξωτερική πολιτική ως διεθνείς σχέσεις προβολής συμφερόντων, όπως έγινε εσχάτως με επιτυχία από τον πρωθυπουργό στο Πεκίνο, στο πλαίσιο μιας οργανωμένης στρατηγικής εθνικών συμφερόντων και οικονομικής διπλωματίας, αλλά και ταυτόχρονα πολιτιστικής διπλωματίας σε Δύση και Ανατολή, θα έπρεπε να είναι η εθνική στρατηγική της χώρας με στόχο το πρόταγμα της ανάπτυξης, της αποκατάστασης της αξιοπιστίας και της εμπέδωσης της εικόνας της χώρας ως ιστορικού έθνους με μακραίωνο οικουμενικό πολιτισμό.

Πρέπει, παράλληλα, να ομολογήσουμε με θλίψη πως, παρά τις συγκεκριμένες επιτυχείς επιλογές του ίδιου του Πρωθυπουργού, η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας την τελευταία διετία είναι χαμένη στην παρακμή και στη μιζέρια μιας φοβισμένης καθημερινότητας, μιας διπλωματικής και εξωτερικής πολιτικής ανυπαρξίας.

Η νοτιοανατολική λεκάνη της Μεσογείου και η Μέση Ανατολή διέρχονται μια φάση, την τελευταία διετία, πολιτικών δονήσεων που ανατρέπουν την πολιτική γεωγραφία της περιοχής, τα Βαλκάνια περνούν σε μια περίοδο εσωτερικής αποτελμάτωσης και δημοκρατικών αδιεξόδων των μετακομμουνιστικών καθεστώτων τους, ο κόσμος αλλάζει με ασύγκριτες ταχύτητες, η Ελλάδα βράζει καθεύδουσα στο αθηναϊκό ζουμί της, είναι δηλαδή παντού και παντελώς πολιτικά, ακόμη και πολιτιστικά, απούσα ως κράτος και ως πολιτεία.

ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ που είμαστε απόντες, χωρίς σχεδιασμό και στρατηγική για την παρουσία μας στον κόσμο, αποφάσισε η ηγεσία του Υπουργείου Εξωτερικών να αποδεχτεί την πρόσκληση του κυρίου Νταβούτογλου τη 19η Ιουλίου. Οι Τούρκοι σε κάθε τους κίνηση προς εμάς -και όχι μόνο- φροντίζουν να εξυπηρετούν συμβολισμούς που σημειολογικά παραπέμπουν σε στιγμές υπεροχής, κατάκτησης, νίκης. Αυτό αφορά εν προκειμένω και στο τραγικά ύποπτο διήμερο της 19ης - 20ής Ιουλίου, ημέρα της εισβολής των ορδών του Αττίλα στην Κύπρο. Διερωτάται κανείς γιατί αυτή η σπουδή της συνάντησης με τον κύριο Νταβούτογλου τούτες τις ημέρες του Ιουλίου που παραπέμπουν στην τραγωδία της Κύπρου.

Τι επιδιώκει ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών να αποκομίσει από αυτή την επίσκεψη; 

Ποιος είναι ο στρατηγικός σχεδιασμός της χώρας για τα Ελληνοτουρκικά, το Κυπριακό, το Αιγαίο, την πορεία της Τουρκίας στην Ευρώπη, ποια είναι η πολιτική της Ελλάδος έναντι των θεμάτων της περίφημης ΑΟΖ και του ενεργειακού τριγώνου Αθηνών, Λευκωσίας, Τελ Αβίβ?

Αν δεν έχουμε σχεδιασμό πολιτικής και δεν ξέρουμε τι θέλουμε και κυρίως δεν έχουμε αποφασίσει ποια θα είναι η στάση μας στα ζητήματα που άπτονται του περιεχομένου των διαπραγματεύσεων, αν δεν έχουμε αποφασίσει την εξωτερική μας πολιτική σε τακτικό και πολιτικό επίπεδο, πού και πώς οριοθετούμε το εθνικό συμφέρον της χώρας, τότε μεταβαίνουμε στην Άγκυρα απλά για εθιμοτυπικούς λόγους, διερευνητικούς, και ανταλλαγής απόψεων σε μια εξαιρετικά ατυχή χρονική επιλογή. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να είχε οργανωθεί και πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο, αφού θα είχαν προηγηθεί και άλλες συναντήσεις κατωτέρων κλιμακίων στο πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο.

ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΚΥΠΡΟΣ: Υπόθεση Πολιτισμού

Καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής, Διευθυντή Κέντρου Ανατολικών Σπουδών

Από τις αρχές της δεκαετίας του 50 ο κυπριακός ελληνισμός, όντας η τεράστια πλειοψηφία του κυπριακού λαού, διεκδίκησε επί ματαίω το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης που εφαρμοζόταν σε όλες τις αποικιοκρατούμενες περιοχές ως αναγκαστικό δίκαιο βάση σχετικής απόφασης του ΟΗΕ για τις αποαποικιοκρατούμενες περιοχές του κόσμου.
 
Η Κύπρος απετέλεσε τη μεγάλη εξαίρεση και οδηγήθηκε στον ανορθόδοξο και μοναδικό στα διεθνή, συνταγματικά χρονικά συμβιβασμό της Ζυρίχης, ο οποίος στην βάση του ήταν σε αντίθεση με το διεθνές δίκαιο και τον δυτικό πολιτικό πολιτισμό της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.
 

Παρά ταύτα, η κυριαρχία του ελληνισμού ήταν αδιαμφισβήτητη και σχεδόν ολοκληρωτική, ενώ η ύβρις, δηλαδή η υπεροψία και η αλαζονεία, μαζί με την ανικανότητα σχεδιασμού ενός στρατηγικού πλάνου για το μέλλον της Κύπρου, όπως και μια σειρά από μοιραία λάθη εκείνης της εποχής, κυρίως όμως το χουντικό καθεστώς της 21ης Απριλίου, άφησαν την Κύπρο ανυπεράσπιστη, παραδίδοντάς την κυριολεκτικά στις ορδές του Αττίλα.
 

Αυτό που ενδιαφέρει τώρα να δούμε, δεν είναι τόσο πως φτάσαμε στο 74, αλλά τι δεν κάναμε από το 74 και εντεύθεν για να αποκαταστήσουμε, όχι μόνο την διεθνή νομιμότητα στο νησί, την συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού και της κοινωνικής, πολιτικής παρουσίας του ελληνισμού στην Κύπρο, αλλά και την εξισορρόπηση του τουρκικού παράγοντα, ο οποίος εξαιτίας της εισβολής και της μη ανατροπής και μη ενεργού αμφισβήτησης των συνθηκών που επέβαλε, αποθρασύνθηκε, γιγαντώθηκε η επεκτατικότητα, ευνοήθηκε ταμάλα η διεθνής παρουσία της Τουρκίας ως αξιόπιστου παράγοντα ειρήνης και ασφάλειας, μιας χώρας που διεκδικεί και καταφέρνει να επιβάλει την βούλησή της διεθνώς, χωρίς ή με ελάχιστο κόστος.
 

Αυτό έφερε την Τουρκία στο Αιγαίο, δυνάμωσε τον επεκτατισμό της και φυσικά διεκδίκησε και διεκδικεί μέσα από το περιβόητο διζωνικό - δικοινοτικό μοντέλο, τον έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου. Αυτό που εμφανίζεται σήμερα ως ηγεμονική, τουρκική δύναμη δεν επετεύχθει τυχαία, ούτε σε μερικά χρόνια, είναι προϊόν της σχεδόν σαραντακονταετούς κατοχής της Κύπρου και εμφάνισής της ως χώρας της ειρήνης, της σταθερότητας, της ασφάλειας, όχι μόνο για την Κύπρο, αλλά και για ολόκληρη την περιοχή. Είναι το παιχνίδι του ηγεμόνα, ο οποίος εμπεδώνει την παρουσία του ως σταθεροποιητικής δύναμης στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
 

Εκείνο που ξενίζει όλους μας και πολλούς τρίτους που ενδιαφέρονται για την Κύπρο και υπερασπίζονται τα δίκαια του Κυπριακού Ελληνισμού, είναι ότι η Κύπρος δεν αντιστάθηκε σε διάρκεια όλα αυτά τα χρόνια, δεν αντιστέκεται, η Ελλάδα δεν υπερασπίστηκε με σχέδιο και στρατηγική την νομιμότητα στην Κύπρο. Αυτά όλα καταγράφονται και βρίσκονται σε αναντιστοιχεία με ένα πολιτισμό, όπως ο ελληνικός, ο οποίος ήταν ο πολιτισμός της ελευθερίας, των δικαιωμάτων, της δημοκρατίας, αποδίδοντας στις ηγεσίες ανικανότητα και ανεπάρκεια εκπροσώπησής του.

ΤΟΥΡΚΙΑ και ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Η πορεία του Σουλτάνου στο κενό ως χρυσή ευκαιρία για την Κύπρο

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Του ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗ 
Καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής - Διευθυντή Κέντρου Ανατολικών Σπουδών

Οι εξελίξεις στην Τουρκία έλαβαν δραματικές διαστάσεις, στον βαθμό που αυτά τα γεγονότα δεν είναι ούτε συγκυριακά, ούτε τυχαία, ούτε και παροδικά, όπως φαίνεται.
 
Οι συγκρούσεις που εκδηλώθηκαν, με αφορμή ένα τυχαίο γεγονός, απετέλεσαν τη θρυαλλίδα συσσωρευμένου θυμού και αγανάκτησης, αγωνίας και φόβου όλων αυτών που κατά δεκάδες χιλιάδες σε 48 πόλεις βγήκαν στους δρόμους εναντίον της αστυνομίας και των δυνάμεων ασφαλείας, όπου και αντιμετωπίστηκαν βίαια, ρισκάροντας οι διαδηλωτές την ίδια τη ζωή τους. Η σύγκρουση ήταν απέναντι στο -όπως το χαρακτηρίζουν- απολυταρχικό, αυταρχικό και διόλου εναρμονισμένο με τις δυτικές κοσμικές δομές τουρκικό καθεστώς.
Το καθεστώς χαρακτηρίστηκε απολυταρχικό και αυταρχικό όχι μόνο από τους κινητοποιημένους τούρκους διαδηλωτές, αλλά και από τα μέσα ενημέρωσης και από έγκυρους διεθνείς αναλυτές, κυρίως εστιάζοντας στο γεγονός της αντικατάστασης επί τα χείρω μιας καμουφλαρισμένης, πλην όμως εμφανώς σταδιακά αναδεικνυόμενης ισλαμικής αυταρχικής δομής, η οποία εμπεριείχε, πέραν του αντιδημοκρατικού πλαισίου διακυβέρνησης, μια υποκρυπτόμενη ισλαμική, ολοκληρωτική ατζέντα, η οποία σερβιριζόταν πάρα πολύ έξυπνα και αξιόπιστα για το καθεστώς, από την ομάδα διακυβέρνησης του Ταγίπ Ερντογάν. Επρόκειτο δηλαδή για μια στρατηγική του καθεστώτος, που οδηγούσε την Τουρκία με διαρκείς διολισθήσεις από τον κοσμικό Κεμαλισμό ενός επιθετικού επεκτατισμού και μιας εσωτερικής στρατιωτικής ουσιαστικά διακυβέρνησης με δημοκρατικό μανδύα, στον ισλαμικό ολοκληρωτισμό ενός σουλτάνου, που θα αναλάμβανε ως Πρόεδρος τα επόμενα χρόνια τον ρόλο του χαλίφη, με παντοδύναμες πλέον εξουσίες, σε ένα απολύτως ελεγχόμενο πολιτικό σύστημα.

Το ενδιαφέρον λοιπόν που αναδεικνύεται και πρέπει να υπογραμμισθεί από αυτήν την καινοφανή κινητοποίηση στην Τουρκία συνίσταται στο ότι διαπιστώνεται για πρώτη φορά από τότε που υπάρχει τουρκικό κράτος, η ύπαρξη και η διαμόρφωση ενεργού κοινής γνώμης που λειτουργεί ως κοινωνία πολιτών με αιτήματα και διεκδικήσεις. 

Αυτό σημαίνει πως το παλαιό καθεστώς του απυρόβλητου της τουρκικής πολιτικής εξουσίας, η οποία δεν αμφισβητείτο από κανέναν, πλην του στρατεύματος, έχει τελειώσει, όπως τελείωσε η εξουσία του στρατεύματος. Ο καταλυτικός ρόλος της ύπαρξης μιας ενεργού κοινής γνώμης, που αποτελεί πεμπτουσία του δημοκρατικού πολιτεύματος, αναδεικνύει τη δυνατότητα και τη διαρκή εκδήλωση της αμφισβήτησης, της διεκδίκησης, της διαμαρτυρίας και της υπεράσπισης δικαιωμάτων έναντι οποιασδήποτε κρατικής εξουσίας. Η εικόνα που είχε μέχρι τώρα ο Ερντογάν είναι πως διεδέχθη ένα αυταρχικό, στρατοκρατούμενο πολιτικό σύστημα, το οποίο διέλυσε και το έστειλε στη φυλακή χωρίς να αποκαταστήσει ταυτόχρονα τη δημοκρατία ως κράτος δικαίου. Έκανε κατ' επίφαση κινήσεις, που μπορεί να εκλαμβάνονταν από τη Δύση ως δημοκρατικές, όπως ο διάλογος με τους Κούρδους και τις μειονότητες.
Ο δυισμός που εμφανίζεται σήμερα στην Τουρκία είναι μεταξύ κοινωνίας και ισλαμικής εξουσίας και ομάδων που την ακολουθούν. Υπάρχει όντως ένας διχασμός μεταξύ της δυτικής Τουρκίας και των δυτικόστροφων κοινωνικών ομάδων των διανοουμένων και των αστών, και από την άλλη της ανατολικοποιημένης Τουρκίας του Ισλάμ και των Αλεβιτών, των Κούρδων και όλων των άλλων. Έχουμε δηλαδή περισσότερες από δύο Τουρκίες:

ΚΥΠΡΙΑΚΟ: Σχέδιο Ανάν εν όψει

Του ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗ 
Καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής Πάντειο Πανεπιστήμιο

Υπάρχει μια διάχυτη, εδραιωμένη καθημερινά άποψη στην κυπριακή δημοσιότητα, άλλα και στην Αθήνα, πως το περιβόητο Σχέδιο Ανάν του 2004 βρίσκεται καθ' οδόν επί τα χείρω, για να εκδηλωθεί ως πρωτοβουλία των Αμερικανών και αυτήν τη φόρα -υπό τον μανδύα πάντοτε του ΟΗΕ- και να επιχειρηθεί η επιβολή του, δηλαδή να επιτύχουν αυτό που δεν κατάφεραν με την αντίσταση του κυπριακού λαού την προηγούμενη φορά.
 
Υπάρχει η προετοιμασία του εδάφους, η οποία επέρχεται από την οργάνωση, κατασκευή και ανάπτυξη μιας πρωτοφανούς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης στο κυπριακό πολιτικό σύστημα, η οποία δημιουργεί συνθήκες και προϋποθέσεις φόβου, ανησυχίας, που μπορούν να οδηγήσουν σε υποταγή. 

Εμείς σήμερα θέλουμε να επισημάνουμε την ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας του τόπου να λειτουργήσει αποτρεπτικά, δηλαδή να αποτρέψει την εκδήλωση της πρωτοβουλίας αυτής, που θα οδηγούσε τον κυπριακό Ελληνισμό σε πολύ μεγάλα και δύσκολα διλήμματα, όχι ως προς το τι θα αποφάσιζε, αλλά ως προς τις συνέπειες ενός νέου «όχι».
 

Η Πολιτική Επιστήμη μας διδάσκει πως η πολιτική ικανότητα σημαίνει την τέχνη της διαχείρισης των δημοσίων υποθέσεων με βάση το εθνικό συμφέρον. Η διαπίστωση και η υπεράσπιση του εθνικού συμφέροντος, με όρους ισχύος, αποτελεί το κλειδί της αξιόπιστης παρουσίας κάθε κράτους σε έναν άναρχο και συγκρουσιακό κόσμο, όπως αυτόν που βιώνουν οι λαοί, έθνη και κοινωνίες τις τελευταίες δεκαετίες.
 

Επομένως, η πολική ηγεσία ενός κράτους δεν υπάρχει για να διορίζει τους εκάστοτε ημετέρους και να λειτουργεί πελατειακά ή να κάνει πολιτικές επιλογές ιδεολογικο-κομματικού περιεχομένου, αλλά υπάρχει αποκλειστικά και μόνο για την υπεράσπιση και την προβολή του εθνικού συμφέροντος, της διεθνούς παρουσίας και της προοπτικής της χώρας. Εμείς, οι Έλληνες, καταφέραμε δύο κράτη του Ελληνισμού να τα διαλύσουμε και να τα καταποντίσουμε, ταπεινώνοντας καθημερινά ένα περήφανο ιστορικό έθνος. 

Τίποτα δεν έγινε τυχαία. Ούτε επιτρέπεται να αποδίδουμε τις ευθύνες της σημερινής μας κακομοιριάς και αποδυνάμωσης στους ξένους, παλαιότερα στους Αμερικάνους και σήμερα στους Γερμανούς. Προβάλλουμε κάθε φορά μια φρενίτιδα ανθελλήνων ξένων, οι οποίοι τα έχουν μαζί μας και θέλουν να μας εξοντώσουν. Όμως ξεχνάμε πως μια βασική αρχή που διέπει τη διεθνή πολιτική είναι πως ο κόσμος είναι άναρχος, δηλαδή δεν υπάρχει ένα ενιαίο σύστημα επιβολής του δικαίου και των κανόνων του, αλλά υπάρχει το δίκαιο της ισχύος, δηλαδή τα δυνατά κράτη επιβάλλονται στα αδύναμα, ανέτοιμα, απροετοίμαστα και ανίσχυρα από την ηγεσία τους. Αυτό είναι μια αρχή που όχι μόνο ισχύει διαχρονικά, αλλά μας τη δίδαξε ο πατέρας της ρεαλιστικής σχολής σκέψης στη διεθνή πολιτική, ο μέγας Θουκυδίδης.
 

Τι συμβαίνει λοιπόν σήμερα στην Κύπρο; 

ΚΥΠΡΟΣ: Εκβιαστικών διλημμάτων προάγγελος

ΑΡΘΡΟ "ΚΑΜΠΑΝΑΚΙ"...
Του ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗ 
Καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής Πάντειο Πανεπιστήμιο

Ο διεθνής παράγων συνηθίζει, όταν σχεδιάζει πολιτικές πίεσης ή εξαναγκαστικής διπλωματίας έναντι διαφόρων χωρών και περιοχών του κόσμου, όπου επιχειρούνται διευθετήσεις προβλημάτων κατά το δοκούν του διεθνούς παράγοντα, να προετοιμάζει ή να προλειαίνει το έδαφος διά προπομπών των σελίδων του, όπως αυτή των «Financial Times», που είδε το φως της δημοσιότητας πρόσφατα.
 
Σύμφωνα με τον αρθρογράφο των «Financial Times»1, Tony Barber, ο Sir David Hannay, γνωστός αρχιτέκτονας του Σχεδίου Ανάν, συνήθιζε να αναφέρει μέσα από τη συσσωρευμένη εμπειρία του στο Κυπριακό πως «no one ever lost money betting against successful negotiations in Cyprus». 

Αυτό βέβαια απηχεί τη μισή αλήθεια εν προκειμένω, γιατί οι διαπραγματεύσεις που έγιναν για το Κυπριακό, όλες αυτές τις δεκαετίες, δεν έγιναν με όρους ισοτιμίας και ισοδυναμίας, αλλά με το τουρκικό πιστόλι στον κρόταφο της Κύπρου και τις διεθνείς πιέσεις να ασκούνται αφόρητα και μονόπλευρα στην ελληνική πλευρά, για λύση με βάση τις συνθήκες ή τα τετελεσμένα της τουρκικής εισβολής-κατοχής. Γι' αυτό και ο Barber ευστόχως ομολογεί πως η επίλυση του Κυπριακού προβλήματος παραπέμπει στην έννοια «διακανονισμός» (settlement) και όχι στην επίλυση του Κυπριακού προβλήματος, πολύ δε περισσότερο στη δίκαιη και βιώσιμη λύση του.
Περαιτέρω, αποδίδοντας το περιεχόμενο του «διακανονισμού», αναφέρεται σε διευθετήσεις «εδαφικών και ιδιοκτησιακών διαφορών». Προβάλλει προδήλως στο πλαίσιο αυτών των αναλυτικών σχολίων ενός έγκυρου διεθνούς εντύπου, όπως οι «Financial Times», η διαχρονικά εδώ και δεκαετίες σταθερή, τουρκοβρετανική ιδέα μιας «διευθέτησης» του Κυπριακού επί του εδάφους που να μονιμοποιεί τη διχοτόμηση και την ύπαρξη δύο κρατικών οντοτήτων, όπου η μόνη παραχώρηση που θα λάμβανε η ελληνική πλευρά από τους Τούρκους θα συνίστατο σε μερικές οριακές, διορθωτικές μεταβολές της γραμμής αντιπαράθεσης.  

Ταυτόχρονα αυτό θα οδηγούσε σε νομιμοποίηση της «τουρκικής ιδιοκτησίας» του βορείου τμήματος της Κύπρου, διά της μετατροπής του σε νόμιμο, τουρκικό, ομόσπονδο κράτος, στο πλαίσιο μιας sui generis ομοσπονδιακής δομής της αναθεωρημένης εκ βάθρων Κυπριακής Δημοκρατίας.
 

Πρόκειται για μία επί τα χείρω επιστροφή του Σχεδίου Ανάν, το οποίο απερρίφθη ομοθύμως από τους Έλληνες της Κύπρου, κυρίως γιατί προσέβαλε την Ιστορία και τον ευρωπαϊκό τους πολιτικό πολιτισμό, που παραπέμπει στα ανθρώπινα δικαιώματα, τη δημοκρατία και τις ελευθερίες όλων των πολιτών ενός κράτους και δη, εν προκειμένω, ευρωπαϊκού κράτους! Το σχέδιο αυτό μετέτρεπε την Κύπρο σε οιονεί τουρκικό προτεκτοράτο, με όλες τις συνέπειες για την ασφάλεια και τη γεωπολιτική παρουσία του Ελληνισμού σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι του κόσμου.

ΚΥΠΡΙΑΚΟ: Ο «Αττίλας» και οι «εισβολές»

Του ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗ 
Καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Η Κύπρος βιώνει για 38 χρόνια το διαρκές έγκλημα της Τουρκίας εις βάρος της αλλά και κατά της ανθρωπότητας, που συνίσταται στην παράνομη κατοχή ξένης γης, στον εποικισμό της, στην εκδίωξη των κατοίκων της, πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας, και τη μετατροπή τους σε πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα, καθώς και στη διαρκή, αδιάλειπτη παραβίαση όλων των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των μόνιμων κατοίκων της Μεγαλονήσου.
 
Η εισβολή σαφώς είχε πρόσχημα, πρόφαση, ακόμη και αφορμή της το πραξικόπημα των εγκληματιών, αφρόνων στρατιωτικών της ελληνικής χούντας. Δεν υπάρχει όμως καμία αμφιβολία πως το τραγικό αυτό συμβάν δεν ήταν ούτε τυχαία ούτε συγκυριακή εξέλιξη, αλλά προϊόν ενός στρατηγικού πλάνου της Τουρκίας, με τη συνεργασία των Βρετανών και σε τελευταία φάση των Αμερικανών, που είχε αφετηρία το σχέδιο Νιχάτ Ερίμ του 1957, κατ' εντολήν του τότε πρωθυπουργού της Τουρκίας Αντνάν Μεντερές, ο οποίος επεξεργάστηκε το «Σχέδιο Αττίλας» για τη διχοτόμηση της Κύπρου. Το σχέδιο επιχειρήθηκε να πραγματοποιηθεί το 1964 και το 1967, αλλά απέτυχε είτε γιατί εμποδίστηκε από τις ΗΠΑ το 1964 είτε γιατί υποχώρησε η δικτατορία των συνταγματαρχών στις απαιτήσεις της Τουρκίας για απόσυρση της μεραρχίας τον Δεκέμβριο του 1967.

Το 1974 προσφέρθηκε από εμάς τους Έλληνες, Ελλαδίτες και Κυπρίους, η χρυσή και πολυαναμενόμενη ευκαιρία για την Τουρκία να εισβάλει και να υλοποιήσει τους στόχους που είχε θέσει ήδη από τη δεκαετία του 1950 για διχοτόμηση και έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου.
 

Η αναφορά ορισμένων κυπρίων ιθυνόντων σε δύο εισβολές δεν είναι απλώς λάθος, αλλά για να παραφράσουμε τον Ταλλεϋράνδο είναι έγκλημα, γιατί ακριβώς ταυτίζουμε τη σχεδιασθείσα και πραγματοποιηθείσα εισβολή του «Αττίλα», της οποίας τα εγκληματικά αποτελέσματα είναι μέχρι σήμερα ορατά και δυστυχώς παρόντα παντού, με το εγκληματικό πραξικόπημα της χούντας εις βάρος του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Ο «Αττίλας» δεν είχε και δεν έχει καμία σχέση με εισβολή ελλαδικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο, οι οποίες δεν κατέλαβαν έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και δεν διέπραξαν εγκλήματα πολέμου.

Το να ταυτίζει η πολιτική ηγεσία της Κύπρου το πραξικόπημα με την εισβολή, χαρακτηρίζοντας και τα δύο «εισβολές», δεν είναι μόνο πολιτικά και ηθικά ανεπίτρεπτο, είναι και στρατηγικά βλακώδες.
Ο διεθνής παράγων, λόγω των χαρακτηρισμών αυτών, δεν θεωρεί την Τουρκία δύναμη που κατέχει την Κύπρο παρανόμως και παραβιάζοντας όλα τα δικαιώματα των κατοίκων της. 

Προβάλλεται η σκέψη και η παράσταση δύο χωρών, Ελλάδας και Τουρκίας, οι οποίες στον ίδιο βαθμό και με τα ίδια αποτελέσματα διέπραξαν και διαπράττουν εγκλήματα εις βάρος της Κύπρου, τα οποία πρέπει κάποια στιγμή να διευθετηθούν μέσα από συνεννόηση των δύο «μητέρων» πατρίδων-εισβολέων.

Οι αρνητές της Ιστορίας

Του ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗ
Καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής Πάντειο Πανεπιστήμιο

Το συμβάν που έλαβε χώρα προσφάτως στη γνωστή ταβέρνα της Λευκωσίας «Ενωτικόν Οινοπνευματικόν, το Αιγαίον», που είναι το καθιερωμένο στέκι κατανυκτικού περάσματος της κυπριακής ελληνοπρέπειας, σηματοδότησε την πολιτική νοοτροπία ενός μέρους, ελπίζουμε όχι κυρίαρχου της πολιτικής ηγεσίας της Κύπρου, που προδίδει την ιστορία του τόπου, πιο σωστά την απαρνιέται, διακατεχόμενη από την ανόητη ψευδαίσθηση πως κατ' αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνει να κατευνάσει τους φόβους ή τις ανησυχίες των ξένων πως η διατράνωση της ελληνικής μας ηρωικής ιστορίας, και δη της πρόσφατης μοναδικής στιγμής μυθικού ηρωισμού της Κύπρου, θα συνέβαλε στην προώθηση της κοινής υπόθεσης, που στα μάτια των ξένων, οι οποίοι θα εφησύχαζαν δήθεν ότι η Κύπρος δεν ελληνοκρατείται, δεν έχει εθνικό παλμό και κυρίως δεν έχει ελληνική ιστορία που θα εμπόδιζε τη συνεννόηση με τους Τουρκοκύπριους.

Οποία δουλοπρεπής, εθελόδουλη και εντέλει απολύτως αναποτελεσματική ως προς τους πραγματικούς στόχους
που θα έπρεπε να είχε για την προώθηση του κυπριακού προβλήματος και την υλοποίηση της πολιτικής της Κύπρου και του Eλληνισμού, αν θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς αυτού του είδους τις ενέργειες ως πολιτική. Το γεγονός αυτό, που –όπως είπαμε– συνέβη στη γνωστή στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ ταβέρνα του Βάσου Φτωχόπουλου, προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία και θλίψη όχι μόνο για τούτο το συμβάν, αλλά γιατί αυτό από μόνο του αποτυπώνει σημειολογικά τον πυρήνα της φιλοσοφίας της σημερινής ηγετικής ομάδας του κυπριακού κράτους, δηλαδή της κυβέρνησης Χριστόφια. Νομίζουν δηλαδή πως αρνούμενοι την ελληνική ιστορία του τόπου, που αποτελεί μια αδιάλειπτη και αδιάψευστη ιστορική πραγματικότητα της τρισχιλιετούς ιστορίας της Κύπρου και αποτυπώνει τον πολιτισμό της, αυτή η άρνηση θα συνέβαλε, όπως ανόητα πιστεύουν, στην προσέγγιση με τους Τουρκοκύπριους και τον εξευμενισμό της Τουρκίας, της Βρετανίας και ορισμένων άλλων θεσμικών και πολιτικών εκφραστών του διεθνούς παράγοντα, που επιδιώκουν να μετατρέψουν την Κύπρο από Νήσο της Ιστορίας και του Πολιτισμού, με ελληνική ταυτότητα, πολιτικούς αγώνες για την ελευθερία και την αυτοδιάθεση, σε ένα Χονγκ Κονγκ της Μεσογείου χωρίς παρελθόν, χωρίς πολιτισμό του παρόντος και χωρίς ιστορικό μέλλον.

Εκείνο που επιδιώκουν σε τελευταία ανάλυση είναι η μετατροπή του Ελληνισμού της Κύπρου σε έναν σωρό καταναλωτών χωρίς ταυτότητα, χωρίς πνευματικό πολιτισμό και χωρίς διεκδικήσεις, χωρίς δημιουργική παρουσία στο ιστορικό γίγνεσθαι της περιοχής και χωρίς συμβολή στον παγκόσμιο πολιτισμό
. Εκείνο που επιτυγχάνεται με αυτήν την εθελόδουλη πολιτική των ηγετών του τόπου είναι η πολιτική και διπλωματική υπονόμευσή μας ως μιας εθνότητας που δεν διεκδικεί τον σεβασμό των άλλων γι' αυτό που είναι, γι' αυτό που ήταν και γι' αυτό που θέλει να παραμείνει στο μέλλον. Θα έπρεπε να γνωρίζουν οι αδαείς που διαπραγματεύονται τόσο επιπόλαια και ρηχά το μέλλον της Κύπρου πως οι τρίτοι, εχθροί και φίλοι, σε σέβονται όσο σέβεσαι εσύ τον εαυτό σου, υπερασπίζεσαι τις αξίες σου και τον πολιτισμό σου. Αν δεν σέβεσαι εσύ την ιστορία σου, που είναι ουσιαστικά το διαπραγματευτικό πλεονέκτημά σου, που είναι μια ιστορία αγώνων για την ελευθερία, τότε και οι άλλοι δεν αισθάνονται την ανάγκη να σου αναγνωρίσουν το δικαίωμα να είσαι ελεύθερος, να έχεις το δικαίωμα να είσαι ισότιμος και ανεξάρτητος με αυτούς. Αντιθέτως, σου επιτρέπουν να συνεχίσεις να ζεις ως καταναλωτής και χωρίς να αναγνωρίζεσαι ότι υπάρχεις ως ισότιμος εταίρος που δικαιούσαι τον σεβασμό τους.

Η Κύπρος είχε στη νεότερη ιστορία της, που ήταν και ιστορία του Ελληνισμού, μια χρυσή ηρωική στιγμή του Εθνικού Απελευθερωτικού Αγώνα του '55-59, στην οποία δεκάδες νέα παιδιά υπήρξαν πρότυπα της παγκόσμιας νεολαίας, κοινωνικά πρότυπα που γαλούχησαν γενεές ολόκληρες του ελληνικού έθνους, γιατί θυσίασαν τα ωραιότερα και πιο δημιουργικά χρόνια της ζωής τους για την ελευθερία του συνόλου.
Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο Γρηγόρης Αυξεντίου και ο Μάρκος Δράκος, μαζί με τόσους άλλους ήρωες της ελευθερίας, θα έπρεπε να διδάσκονται στα σχολεία της Κύπρου και της Ελλάδος ως πρότυπα και φορείς της ελευθερίας, ιδιαίτερα σήμερα που ζούμε σε μια εποχή γενικευμένης ξηρασίας και αποστέρησης προτύπων και αξιών.

KYΠΡΟΣ: Πιασμένη σε «διζωνική» παγίδα

Του ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗ
Καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής - Πάντειο Πανεπιστήμιο

Η Κύπρος συνιστά κλασική περίπτωση κράτους που θα αποτελέσει παράδειγμα στη διδασκαλία των διεθνών σχέσεων, καθώς η πολιτική ηγεσία διαχρονικά κατάφερε κάτι μοναδικό στην ιστορία της διεθνούς πολιτικής: να οδηγήσει τη χώρα και το κράτος, διά της διολισθήσεως και της πολιτικής του κατευνασμού, στον ηγεμονικό έλεγχο της παρανόμως κατέχουσας έδαφος της κρατικής επικράτειάς της τουρκικής δύναμης εισβολής. 

Το 1974 έγινε η εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο, κατεδικάσθη απ' όλη την ανθρωπότητα, το δε διεθνές σύστημα κρατών θεώρησε και θεωρεί αυτή την τουρκική δράση ως απολύτως αντιβαίνουσα στον διεθνή νόμο και το διεθνές δίκαιο.

Οι μόνοι που δεν πίστεψαν βαθιά και με αυτοπεποίθηση, με θέληση και αποφασιστικότητα δράσης βάσει στρατηγικού σχεδίου στην αποκατάσταση της διεθνούς νομιμότητας, την απελευθέρωση των κατεχομένων από τον τουρκικό ζυγό και την αποκατάσταση της ιστορικής συνέχεια της Κύπρου -της Κύπρου ως συνεχούς ιστορικού πολιτιστικού μέλλοντος πολιτισμού- ήμασταν εμείς οι Έλληνες εν Αθήναις και εν Λευκωσία. Πήραμε την πολιτική «καραμέλα διζωνικής-δικοινοτικής ομοσπονδίας», την οποία αποδώσαμε κακώς στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, για να νομιμοποιήσουμε την εθελοτυφλούσα εθελοδουλία μας, και οικοδομήσαμε μια τσαπατσούλικη ψευτοστρατηγική πάνω σε μια φόρμουλα που ήταν ακριβώς η πολιτική στρατηγική της Τουρκίας για να θέσει υπό τον έλεγχό της ολόκληρη την Κύπρο.

Σήμερα, 35 χρόνια μετά την κακοποιημένη ερμηνεία των περίφημων συμφωνιών Μακαρίου-Ντενκτάς το '77, αφού απέτυχαν όλα τα πειράματα των ερασιτεχνικών αυτοσχεδιασμών της πολιτικής ελίτ Κύπρου και Ελλάδας, χωρίς σοβαρή και συγκροτημένη, μακράς πνοής στρατηγική πολιτικής δικαίωσης της Κύπρου, που θα σήμαινε δικαιώματα και ελευθερίες, εθνική ανεξαρτησία και ελευθερία για την Κύπρο και τον λαό της, και αφού δεν διεκδίκησαν ποτέ τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ελευθερίες για όλους τους πολίτες ενός κράτους όπως η Κύπρος, φτάσαμε να παραδεχόμαστε το αυτονόητο. Ότι δηλαδή η διζωνικότητα, που σημαίνει συμπαγές έδαφος, και η δικοινοτικότητα, που σημαίνει δύο λαοί, οδηγούν αφεύκτως σε συνομοσπονδιακή δομή, δηλαδή αναγνώριση των αποτελεσμάτων της εισβολής ως τετελεσμένων και διά της υπογραφής νομιμοποιημένων.


ΚΥΠΡΙΑΚΟ: Η διαπραγμάτευση στο Green Tree... πορεία υποθήκευσης του μέλλοντος της Κύπρου

Του ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ K. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗ

Υπάρχει μια διάχυτη ανησυχία στη Λευκωσία αλλά και στην καθεύδουσα τον ύπνο του δικαίου Αθήνα ως προς τις επιπτώσεις, δηλαδή τις πραγματικές συνέπειες για την πορεία του Κυπριακού, από τη διαπραγμάτευση στο Green Tree και τους ατυχείς, όπως όλα δείχνουν, χειρισμούς του Προέδρου της Κύπρου.

Σε σχέση και με τις αναμενόμενες, όπως θα έπρεπε να ήταν και για τον Πρόεδρο, πιέσεις που ασκήθηκαν από τον βρετανικό και τον αμερικανικό παράγοντα για υποχρεωτική, εξαναγκαστική θα λέγαμε, πορεία διευθέτησης του Κυπριακού πριν από τον Ιούνιο, δηλαδή πριν από την ανάληψη της Προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Κυπριακή Δημοκρατία.

Πολλά πράγματα από τις διαπραγματεύσεις δεν δημοσιοποιούνται, πλην όμως προσλαμβάνονται ως παραινέσεις και πιέσεις που εκδηλώνονται μεταξύ των γραμμών των κειμένων και των δηλώσεων των συμμετεχόντων στη διάσκεψη.

Είναι σαφής ο στόχος του αγγλοαμερικανικού παράγοντα και της Τουρκίας να προλάβουν να επιτύχουν μια λύση, χρησιμοποιώντας το εκβιαστικό δίλημμα της άρσης του διεθνούς ενδιαφέροντος για το Κυπριακό. Πρόκειται για έναν κλασικό εκβιασμό, που χρησιμοποιήθηκε και στο πλαίσιο του Σχεδίου Ανάν ανεπιτυχώς, αφού είναι γνωστό πως στη διεθνή πολιτική τίποτα δεν είναι στατικό και όλα κινούνται και διαμορφώνονται εάν έχει κάποιος στρατηγικό σχέδιο και ξέρει τι θέλει.

Η Κύπρος πρέπει να αποφύγει πάση θυσία τη θρυλούμενη και πολλάκις προτεινόμενη διεθνή διάσκεψη για το Κυπριακό, που με βάση τις δεσμεύσεις που ανέλαβε ο σημερινός Πρόεδρος κατά τη διάρκεια της διετούς διαπραγμάτευσης με τους κατοχικούς ηγέτες Ταλάτ και Έρογλου, θα είναι εις βάρος της Κύπρου, θα οδηγήσει στην κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και στη δημιουργία ενός «κράτους»-παρωδία, το οποίο θα σημάνει το τέλος της Κύπρου ως πολιτισμού και πολιτικής, ως κρατικής υπόστασης οργανωμένης δημοκρατικά και ευρωπαϊκά, αλλά και το τέλος ενός τμήματος του Ελληνισμού με 3.000 και πλέον χρόνια ιστορίας. 

Κρίση και περιφερειακός ηγεμονικός ιμπεριαλισμος

Του ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗ

Η Αραβική Άνοιξη διέρχεται -όπως ήταν αναμενόμενο- τη χαώδη φάση ενός αλλόφρονος αλληλοσπαραγμού «όλων εναντίον όλων», στην οποία δεν παρεμβαίνει κανείς απ' όσους εμφανίζονται ως παγκόσμιοι ηγεμόνες της σταθερότητας και της ειρήνης, ενώ πρωτίστως απούσα είναι η Ευρώπη ως Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κράτη που διεκδικούν ρόλο περιφερειακού ηγεμόνα επιδιώκουν να πείσουν, και το καταφέρνουν μέχρι ενός σημείου, ότι λειτουργούν σταθεροποιητικά. Διεθνείς παράγοντες (ΗΠΑ) και άλλες περιφερειακές δυνάμεις, όπως η Σαουδική Αραβία, διατείνονται πως έχουν την ικανότητα, τη δύναμη και τη γνώση για αποτελεσματική παρέμβαση σε εξελισσόμενες κρίσεις όπως αυτή της Συρίας. Η Τουρκία καταφέρνει να παίζει ένα πολλαπλά έξυπνο χαρτί και προς τον διεθνή παράγοντα αλλά και προς την ίδια τη Μέση Ανατολή ως προς τη δημοσιότητα, παρουσιαζόμενη ως παράγοντας σταθερότητας που μπορεί να προωθήσει το επιτυχές μοντέλο του «παντρέματος» του ισλάμ με την κοσμική εξουσία, δηλαδή τον δυτικό πολιτικό πολιτισμό και έναν ιδιαίτερο τύπο Δημοκρατίας, καλλιεργώντας παράλληλα ειδικές σχέσεις τόσο με τους ισλαμιστές όσο και με τους κοσμικούς και προωθώντας τον πολιτικό και ευρύτερο ρόλο της στο νέο καθεστώς που διαμορφώνεται στη Μέση Ανατολή και αναπτύσσεται επαναστατικά, δηλαδή ανατρεπτικά, ραγδαία.

Η Άγκυρα προσπαθεί να εξασφαλίσει την πολιτική εξουσιοδότηση της ΕΕ προκειμένου να λειτουργεί ως εκπρόσωπος του διεθνούς παράγοντα στις διαπραγματεύσεις που έγιναν, γίνονται και θα γίνονται στα υπό διαμόρφωση καθεστώτα της Μέσης Ανατολής. Επεδίωξε πρόσφατα να συμμετάσχει στη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ, αλλά ευτυχώς απετράπη η συμμετοχή και η έμμεση νομιμοποίησή της ως ευρωπαϊκής δύναμης από την παρέμβαση της κύπριας υπουργού Εξωτερικών, της κ. Ερατώς Κοζάκου - Μαρκουλλή. Στο πλαίσιο αυτής της παρεμβατικής πολιτικής η Άγκυρα έχει θέσει υπό τον έλεγχό της τη συριακή αντιπολίτευση, την οποία περιθάλπει, χρηματοδοτεί, εκπαιδεύει και εξοπλίζει. Ο στόχος εν προκειμένω δεν είναι η Δημοκρατία και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Συρία και στις άλλες περιοχές όπου ανατρέπονται τα παλαιά καθεστώτα, αλλά η προτεκτορατοποίηση της Δαμασκού από την Άγκυρα, κάτι που θα δημιουργούσε ένα ντόμινο επιρροής σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και ταυτόχρονα θα προκαλούσε ένα εντονότατο δίλημμα ασφάλειας για το Ισραήλ και όχι μόνο. Τις τελευταίες ημέρες, μάλιστα, ο κ. Νταβούτογλου, θεωρητικός της τουρκικής ηγεμονίας των «μηδενικών προβλημάτων» (!), ζήτησε την έγκριση του διεθνούς παράγοντα για να επέμβει στη βορειοανατολική Συρία, ώστε να ελέγξει τη ροή των προσφύγων και να οδηγήσει το καθεστώς Άσαντ σε πτώση.  

TOYΡΚΙΑ: Ο νέος ρόλος της στη Μέση Ανατολή

Του ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗ

H νέα Τουρκία υπό τους Ερντογάν, Γκιουλ και Νταβούτογλου αναπτύσσει εδώ και περίπου δύο χρόνια ένα καλά σχεδιασμένο και συστηματικά προετοιμασμένο ρόλο για την Αγκυρα στον εξαιρετικά ευαίσθητο γεωπολιτικά χώρο της Μέσης Ανατολής, και όχι μόνο. Περί τα τέλη του 2009 και τις αρχές του 2010, η Τουρκία διέρρηξε τις μέχρι τότε σχέσεις στρατηγικού άξονα με το Ισραήλ, που ανέτρεχαν στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και προσέφεραν πολλαπλά οφέλη εσωτερικά και διεθνώς στην ίδια, κάνοντας ταυτόχρονα ένα μεγάλο και εμφανές διαδηλωτικό άνοιγμα προς τη Μέση Ανατολή.

Κρίση του δυτικού πολιτισμού

Γράφει ο ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Εδώ και μερικούς μήνες η λεγόμενη ελληνική κρίση στην Ευρώπη εμφανίζει το πραγματικό της πρόσωπο που δείχνει πως η κρίση δεν είναι δυστυχώς μιας μικρής και ελέγξιμης μονάδας όπως η Ελλάδα, αλλά πρόκειται για μια βαθειά κρίση της Ευρώπης, θα λέγαμε μάλιστα πως πρόκειται για μια βαθύτερη κρίση της Δύσης όχι μόνο ως οικονομίας αλλά κυρίως ως πολιτισμού.