Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΥΡΝΑΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΥΡΝΑΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Οι αδιάφοροι των Αθηνών
Το πρόσφατο περιστατικό με την κλοπή των πέντε προτομών σε ένα από τα
πιο κεντρικά σημεία της Αθήνας φανερώνει πολλά για την ανεπάρκεια της
αστυνόμευσης, την απουσία κάθε έγνοιας από την πλευρά της πολιτείας για
τον δημόσιο χώρο, μα και κάτι ακόμα πιο σοβαρό:
οι περισσότεροι
συμπολίτες μας δεν αισθάνονται καμιά ψυχική σύνδεση με τα γλυπτά που
κοσμούν τις πλατείες, τα αλσύλλια, τις προσόψεις δημοσίων κτιρίων. Οι
προτομές και οι ανδριάντες σπουδαίων λογοτεχνών, αγωνιστών, καλλιτεχνών
και δημοσίων προσώπων μάς είναι εντελώς αόρατες, χάνονται μέσα στη
γενικότερη ασχήμια της πόλης, εξαφανίζονται από το οπτικό πεδίο.
Οσο και αν έλεγε ο αείμνηστος Γιώργος Λάππας πως ένα καλό δημόσιο γλυπτό
«είναι σαν ένας αναμμένος προβολέας στη διάρκεια της ημέρας», η αλήθεια
είναι διαφορετική. Η Αθήνα είναι μια χοάνη που δεν επιτρέπει σε πεζούς ή
οδηγούς να ξεκουράσουν το βλέμμα τους στην ομορφιά. Και τα υπαίθρια
έργα τέχνης της μοιάζουν με πινελιά μέσα σε μια μουτζούρα.
Είναι άραγε
τυχαίο ότι δίπλα στα πεσμένα βάθρα από τις κλεμμένες προτομές του
Πνευματικού Κέντρου βρίσκονται σύριγγες τοξικομανών καθώς και ολόκληρα
«νοικοκυριά» αστέγων;
Ποιος τολμά να περάσει –πρωινές ή νυχτερινές ώρες–
από το μέρος αυτό; Είναι μια περιοχή ταχύτατης, αναγκαστικής διέλευσης.
Γιατί να χασομερήσεις δίπλα στον τοξικομανή που κάνει χρήση, για να
χαζέψεις τον Θεοτοκά ή τον Τερζάκη;
Ενα από τα πιο ωραία σημεία του Παρισιού είναι μια μικρή πλατεία πίσω
από το Κέντρο Πομπιντού. Εκεί...
Ετικέτες
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΜΝΗΜΕΙΑ,
ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ,
ΠΑΙΔΕΙΑ,
ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ,
ΠΟΛΙΤΙΚΗ,
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ,
ΠΟΥΡΝΑΡΑ
KOINΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η γενιά του Κυνόδοντα
Στον «Κυνόδοντα» του Γιώργου Λάνθιμου, δύο γονείς κρατούν έγκλειστα τα
τρία παιδιά τους σε μια απομονωμένη μονοκατοικία, δημιουργώντας ένα
πλαστό σύμπαν από το οποίο τα τελευταία είναι αδύνατον να αποδράσουν.
Ολη η ζωή περνά εκεί, στον κήπο και στα δωμάτιά τους, καθώς ο έξω κόσμος
είναι απειλητικός, μια άγνωστη ζούγκλα με την οποία δεν πρέπει να έχουν
καμιά απολύτως επαφή. Οι γονείς μάλιστα επινόησαν μια ιστορία πως ο
μεγαλύτερος αδελφός τους, που τόλμησε να φύγει, κατασπαράχθηκε από μια
γάτα.
Η ταινία γνώρισε διεθνή αναγνώριση όχι μόνο για το πρωτότυπο σενάριό της
ή τη λοξή σκηνοθετική προσέγγιση, αλλά για έναν ακόμη λόγο: η
μετανεωτερική Ελλάδα εξακολουθεί να δομεί την ύπαρξή της γύρω από τον
πυρήνα της οικογένειας.
Τα πρώτα χρόνια της κρίσης, αυτό θεωρήθηκε ένα από τα μεγαλύτερα δίκτυα
κοινωνικής ασφάλειας:
Είσαι νέος, φοιτητής, άνεργος, ανασφάλιστος,
απλήρωτος ή χωρίς πραγματικά προσόντα σε ένα εξόχως ανταγωνιστικό
επαγγελματικό περιβάλλον;
Διασωζόσουν από τη σύνταξη του παππού, τη
γενναιοδωρία της γιαγιάς, την προστατευτικότητα του πατέρα και την
έγνοια της μάνας. Οι οικείοι αναπλήρωναν τα κενά της καταρρέουσας
πολιτείας, που είχε πλημμελή ή και ανύπαρκτη θεσμική πρόνοια για να
φροντίσει τη νέα γενιά, που μαστιζόταν όσο καμιά άλλη ηλικιακή ομάδα από
τη συμπίεση του εισοδήματος και την απώλεια θέσεων εργασίας.
Καθώς η ύφεση βαθαίνει και δεν αχνοφαίνεται κάποια ηλιαχτίδα άμεσης
βελτίωσης στην οικονομία, η γενιά των 700 ευρώ που έγινε η γενιά των 400
ή του ισχνού επιδόματος ανεργίας, θυμίζει πάλι τον «Κυνόδοντα»:
Εικοσιπεντάρηδες και τριαντάρηδες ζουν στην πατρική εστία,
χαρτζιλικώνονται, αποκτούν γεροντίστικα χούγια και θυμό για την έλλειψη
πραγματικής προοπτικής. Οσοι δεν έχουν τολμήσει να φύγουν για το
εξωτερικό (και ας τους κατασπαράξει η γάτα...), μένουν πίσω σαν
απόμαχοι, σακατεμένοι από την ενηλικίωση που μοιράζονται με τους γονείς
τους.
Την ώρα που η Ευρώπη, η Αμερική, το Ισραήλ και οι BRICS επενδύουν στο
ανθρώπινο κεφάλαιο της νεολαίας –ακόμα και με την ποταπή προσέγγιση του
εύπιστου καταναλωτή– η Ελλάδα με τον σαραντάρη πρωθυπουργό εξακολουθεί
να έχει γιους και κόρες που δεν μπορούν ακόμη να γίνουν αυτόνομες
προσωπικότητες μακριά από τους ανιόντες.
Πώς να περιμένει λοιπόν κάποιος μια ανανέωση της κοινωνίας, της
πολιτικής, του δημοσίου λόγου, του επιχειρείν από ανθρώπους που ζουν
εγκλωβισμένοι στα παιδικά τους δωμάτια και στον συγχρωτισμό με ιδέες και
ανησυχίες της τρίτης ηλικίας;
Αν κάτι στερεί από τη χώρα η οικονομική κρίση, είναι:
KOINΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η δύσκολη ενηλικίωση
Ο γνωστός Γάλλος εκδότης Pierre Bordas, από τις εμβληματικές μορφές των
γαλλικών γραμμάτων, έλεγε σοφά ότι «η χρεοκοπία είναι η ενηλικίωση του
αστού».
Κρίνοντας από δεκάδες ιστορίες επιχειρηματικής πτώχευσης στην
Ελλάδα της Μεταπολίτευσης (μία εξ αυτών ήταν και του πατέρα μου), θα
έλεγα ότι σε ατομικό ή οικογενειακό επίπεδο το ρητό ισχύει: βιώνει
κανείς μια τρομερή πτώση στον γκρεμό. Μετά την κατακρήμνιση, σηκώνεται
και μαθαίνει να περπατά από την αρχή, έχοντας διαφορετική θέση στην
κοινωνία. Με τη θωράκιση μιας εμπειρίας σαν και αυτή, σίγουρα αποκτά
μηχανισμούς επιβίωσης. Αναγνωρίζει νωρίς τις κακοτοπιές, με τίμημα τη
χαμένη αθωότητα. Πρωτίστως, αυτό που κερδίζει ο κακοπαθημένος είναι η
συνειδητοποίηση των λαθών, το δώρο της αυτοκριτικής.
Τι συμβαίνει όμως όταν η κατάρρευση είναι συλλογική;
Τι συμβαίνει όμως όταν η κατάρρευση είναι συλλογική;
Και όταν το
μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικού συνόλου την αποδίδει σε λόγους που δεν
έχουν τόσο σχέση με την πραγματικότητα όσο με χάρτινους τίγρεις και
φανταστικούς εχθρούς;
Δυστυχώς ελλοχεύει ο κίνδυνος να χάσουμε τη χρυσή
ευκαιρία να εντοπίσουμε και να διορθώσουμε τις ρίζες του προβλήματος. Να
μην καθρεπτιστούμε στον πόνο αλλά στον ναρκισσισμό της ήττας. Να
κατασκευάσουμε θεωρίες συνωμοσίας. Να πιστέψουμε ότι η «αυτοκτονία»
είναι μια πράξη αντίστασης και ηρωισμού.
Ουδείς μπορεί να ισχυριστεί σήμερα ότι οι Ευρωπαίοι δεν έκαναν τεράστια λάθη. Επικίνδυνα, με τραγικές συνέπειες. Αλίμονο όμως αν πέντε χρόνια μετά, το μόνο που έχουμε να ψελλίσουμε είναι ότι αυτοί φταίνε για τη σημερινή μας κατάσταση. Η χρεοκοπία δεν μας βοήθησε να ενηλικιωθούμε, διότι οι ηγέτες μας επιδεικνύουν απίστευτη ανωριμότητα ακόμα και την ύστατη ώρα.
Αρνήθηκαν να πάρουν το μάθημα της πραγματικότητας. Λειτούργησαν δημαγωγικά, παρασύροντας στην ψευδαίσθηση χιλιάδες πολίτες.
Ουδείς μπορεί να ισχυριστεί σήμερα ότι οι Ευρωπαίοι δεν έκαναν τεράστια λάθη. Επικίνδυνα, με τραγικές συνέπειες. Αλίμονο όμως αν πέντε χρόνια μετά, το μόνο που έχουμε να ψελλίσουμε είναι ότι αυτοί φταίνε για τη σημερινή μας κατάσταση. Η χρεοκοπία δεν μας βοήθησε να ενηλικιωθούμε, διότι οι ηγέτες μας επιδεικνύουν απίστευτη ανωριμότητα ακόμα και την ύστατη ώρα.
Αρνήθηκαν να πάρουν το μάθημα της πραγματικότητας. Λειτούργησαν δημαγωγικά, παρασύροντας στην ψευδαίσθηση χιλιάδες πολίτες.
Δεν τόλμησαν
να μιλήσουν με τη γλώσσα της αλήθειας και καλλιεργούσαν συνεχώς τη
ρητορική των «κακών ξένων» που μισούν τη χώρα και θέλουν να την πετάξουν
χωρίς λόγο έξω από την ευρωπαϊκή οικογένεια.
Σε έναν λαό με χαμηλή αυτοεκτίμηση και μορφωτικό επίπεδο, φόβο για το μέλλον και ροπή στον συναισθηματισμό, αυτό το αφήγημα έπιασε τόπο. Αντί της αυτοκριτικής, ενισχύθηκε ο εθνικισμός, αντί της συναίνεσης και της λογικής, η αντίσταση στους «τυράννους» (οι οποίοι ήταν οι εταίροι μας όσο μας έδιναν πακτωλούς χρημάτων).
Το συμπέρασμα μας ξαναγυρίζει στη ρήση του Bordas:
Σε έναν λαό με χαμηλή αυτοεκτίμηση και μορφωτικό επίπεδο, φόβο για το μέλλον και ροπή στον συναισθηματισμό, αυτό το αφήγημα έπιασε τόπο. Αντί της αυτοκριτικής, ενισχύθηκε ο εθνικισμός, αντί της συναίνεσης και της λογικής, η αντίσταση στους «τυράννους» (οι οποίοι ήταν οι εταίροι μας όσο μας έδιναν πακτωλούς χρημάτων).
Το συμπέρασμα μας ξαναγυρίζει στη ρήση του Bordas:
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΕΛΛΑΔΑ,
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ,
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ,
ΠΟΛΙΤΙΚΗ,
ΠΟΥΡΝΑΡΑ,
ΣΥΡΙΖΑ
ΤΟΥΡΚΙΑ - ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ: Οι Ρωμιοί της Πόλης, μέσα από μια απώλεια
Ο κοιμητηριακός ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στο νεκροταφείο των Ρωμιών στο Σισλί.
Την Κωνσταντινούπολη, το αδρό
τουριστικό της περίγραμμα για να ακριβολογώ, το γνώριζα μέσα από σύντομα
επαγγελματικά ταξίδια. Είχα εικόνες, γεύσεις, ακούσματα που έφτιαχναν
ένα γρήγορο αλλά ελλιπές σκαρίφημα, ανάξιο του ιστορικού της βάθους, της
γεωγραφικής έκτασης και της ανθρωπολογικής της πανσπερμίας. Το
συμπλήρωνα σταδιακά με διαβάσματα. Μέσα από τις διαδρομές του ιστορικού
Κώστα Σταματόπουλου και του φίλου δημοσιογράφου Αλέξανδρου Μασαβέτα,
ανεβοκατέβαινα νοερά τους απότομους λόφους, έχοντας για στήριγμα τη
στιλπνή τους γραφή. Στην τελευταία μου όμως επίσκεψη, πριν από λίγες
ημέρες, ένιωσα για πρώτη φορά ότι συντονίστηκα με το χτυποκάρδι της
Πόλης. Σαν να ανοιγόκλεισε μια πόρτα αποκαλύπτοντας το εσωτερικό ενός
σπιτιού, σαν να πέρασα μπροστά από ένα φωτισμένο παράθυρο και είδα στα
κλεφτά μια σκηνή, είχα την αίσθηση ενός αποκαλυπτικού βιώματος.
Ισως διότι η φύση του ταξιδιού ήταν αυστηρά προσωπική και φορτισμένη συναισθηματικά. Εφτασα στον Βόσπορο για μια κηδεία συγγενικού προσώπου. Ρωμιά. Εκεί γεννήθηκε, παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια, μεγάλωσε τις κόρες της, έχασε τον άνδρα της. Εζησε τις αναταραχές του ’55, την απίσχνανση του ελληνικού πληθυσμού από το ’64 και μετά. Θα μπορούσε να είχε μετακομίσει στην Αθήνα, oπως χιλιάδες άλλοι. Ομως ο ομφάλιος λώρος με την Πόλη δεν κόπηκε ποτέ. Με πείσμα και συνέπεια, συνέχισε μια δύσκολη πορεία, στην οποία μεγάλωνε συνεχώς η μοναξιά. Τι άλλο να νιώθει κανείς όταν μια δεμένη κοινότητα αποψιλώνεται κάθε τόσο από θανάτους φίλων και συγγενών; Οταν ο κόσμος σου σμικρύνεται, αλλοιώνεται και γίνεται ανάμνηση; Εκείνη εξακολούθησε να μένει στα Ταταύλα, με περιστασιακά μονάχα ταξίδια προς την Ελλάδα. Στο τελευταίο, νοσηλεύτηκε και έφυγε από τη ζωή, μακριά από τον τόπο που θεωρούσε κυτταρικά πατρίδα της. Μέγιστο χρέος οικογενειακό, να ξαναγυρίσουμε μαζί της στην Πόλη, για την τελευταία της κατοικία. Για την αντιπελάργηση της φροντίδας της.
Η νεκρώσιμος ακολουθία στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου Ταταούλων είχε κάτι βαθιά κατανυκτικό. Το ποίμνιο, μικρό. Ο μητροπολίτης τούς ξέρει όλους με τα μικρά τους ονόματα. Συγκίνηση. «Βλέπεις, παιδί μου, έχουμε μείνει πια τόσο λίγοι σε αυτά τα μέρη, που είναι αδύνατον να δεις κάποιον από εμάς και να μη σου έρθουν δάκρυα στα μάτια», μου ψιθύριζε μια συγγενής. Στις τελευταίες σειρές, Αρμένιοι και Τούρκοι γείτονες που ήρθαν να πουν με τρυφερότητα το ύστατο αντίο, σε μια ατμόσφαιρα γνώριμη από τα βιβλία του Παμούκ.
Και μετά, η ταφή στο ελληνικό νεκροταφείο του Σισλί. Μια μικρή λωρίδα γης, μια νησίδα, μέσα στο «δυναμικό», νέο πρόσωπο της Κωνσταντινούπολης. Δίπλα στο μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο του ισλαμικού κόσμου. Κάτω από ουρανοξύστες, όπως το Trump Towers Istanbul και το Key Plaza, που απειλούν με το τεράστιο ύψος τους το κοιμητήριο με τα κυπαρίσσια. Ο Γολιάθ του μέλλοντος μπροστά στον Δαβίδ του παρελθόντος. Ντουμπάι εναντίον Ρωμιοσύνης.
Μια εικόνα που τα λέει όλα. Από τους τελευταίους ορόφους των θηριωδών κτιρίων από σκυρόδεμα και γυαλί που άλλαξαν τη σιλουέτα της Πόλης, η θέα πρέπει να κάνει τους ενοίκους να αισθάνονται παντοδύναμοι. Από χαμηλά, ανάμεσα στα μνήματα, καταλαβαίνει κανείς αμέσως τη ματαιοδοξία των ανθρώπων. Και πως η ισχύς μπορεί τελικά να αποτυπωθεί όχι στην εν ζωή κατοικία σου, αλλά στην τελευταία, σαν αυτούς τους Ρωμιούς που δεν υπάρχουν πια.
Τα παλαιά ελληνικά σχολεία της Πόλης έχουν ερημώσει. Τα νεκροταφεία της όμως είναι γεμάτα. Στο Σισλί, νιώθεις δέος. Μπροστά του, το Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας και εκείνο της Ερμούπολης στη Σύρο είναι μια χλωμή αντανάκλαση. Οχι μόνο για το μεγαλείο ορισμένων τάφων, όσο για τη σπουδαιότητα των ανθρώπων που είναι θαμμένοι εκεί. Είναι το αρχικό DNA της ελληνικής αστικής τάξης, με οικογένειες όπως οι Ζαρίφηδες και οι Μαυροκορδάτοι. Κομψοί οικογενειακοί οίκοι για την υστεροφημία των κραταιών τότε Ελλήνων, που μονοπωλούσαν το Πέραν, το Σταυροδρόμι, τα Ταταύλα.
Ισως διότι η φύση του ταξιδιού ήταν αυστηρά προσωπική και φορτισμένη συναισθηματικά. Εφτασα στον Βόσπορο για μια κηδεία συγγενικού προσώπου. Ρωμιά. Εκεί γεννήθηκε, παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια, μεγάλωσε τις κόρες της, έχασε τον άνδρα της. Εζησε τις αναταραχές του ’55, την απίσχνανση του ελληνικού πληθυσμού από το ’64 και μετά. Θα μπορούσε να είχε μετακομίσει στην Αθήνα, oπως χιλιάδες άλλοι. Ομως ο ομφάλιος λώρος με την Πόλη δεν κόπηκε ποτέ. Με πείσμα και συνέπεια, συνέχισε μια δύσκολη πορεία, στην οποία μεγάλωνε συνεχώς η μοναξιά. Τι άλλο να νιώθει κανείς όταν μια δεμένη κοινότητα αποψιλώνεται κάθε τόσο από θανάτους φίλων και συγγενών; Οταν ο κόσμος σου σμικρύνεται, αλλοιώνεται και γίνεται ανάμνηση; Εκείνη εξακολούθησε να μένει στα Ταταύλα, με περιστασιακά μονάχα ταξίδια προς την Ελλάδα. Στο τελευταίο, νοσηλεύτηκε και έφυγε από τη ζωή, μακριά από τον τόπο που θεωρούσε κυτταρικά πατρίδα της. Μέγιστο χρέος οικογενειακό, να ξαναγυρίσουμε μαζί της στην Πόλη, για την τελευταία της κατοικία. Για την αντιπελάργηση της φροντίδας της.
Η νεκρώσιμος ακολουθία στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου Ταταούλων είχε κάτι βαθιά κατανυκτικό. Το ποίμνιο, μικρό. Ο μητροπολίτης τούς ξέρει όλους με τα μικρά τους ονόματα. Συγκίνηση. «Βλέπεις, παιδί μου, έχουμε μείνει πια τόσο λίγοι σε αυτά τα μέρη, που είναι αδύνατον να δεις κάποιον από εμάς και να μη σου έρθουν δάκρυα στα μάτια», μου ψιθύριζε μια συγγενής. Στις τελευταίες σειρές, Αρμένιοι και Τούρκοι γείτονες που ήρθαν να πουν με τρυφερότητα το ύστατο αντίο, σε μια ατμόσφαιρα γνώριμη από τα βιβλία του Παμούκ.
Και μετά, η ταφή στο ελληνικό νεκροταφείο του Σισλί. Μια μικρή λωρίδα γης, μια νησίδα, μέσα στο «δυναμικό», νέο πρόσωπο της Κωνσταντινούπολης. Δίπλα στο μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο του ισλαμικού κόσμου. Κάτω από ουρανοξύστες, όπως το Trump Towers Istanbul και το Key Plaza, που απειλούν με το τεράστιο ύψος τους το κοιμητήριο με τα κυπαρίσσια. Ο Γολιάθ του μέλλοντος μπροστά στον Δαβίδ του παρελθόντος. Ντουμπάι εναντίον Ρωμιοσύνης.
Μια εικόνα που τα λέει όλα. Από τους τελευταίους ορόφους των θηριωδών κτιρίων από σκυρόδεμα και γυαλί που άλλαξαν τη σιλουέτα της Πόλης, η θέα πρέπει να κάνει τους ενοίκους να αισθάνονται παντοδύναμοι. Από χαμηλά, ανάμεσα στα μνήματα, καταλαβαίνει κανείς αμέσως τη ματαιοδοξία των ανθρώπων. Και πως η ισχύς μπορεί τελικά να αποτυπωθεί όχι στην εν ζωή κατοικία σου, αλλά στην τελευταία, σαν αυτούς τους Ρωμιούς που δεν υπάρχουν πια.
Τα παλαιά ελληνικά σχολεία της Πόλης έχουν ερημώσει. Τα νεκροταφεία της όμως είναι γεμάτα. Στο Σισλί, νιώθεις δέος. Μπροστά του, το Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας και εκείνο της Ερμούπολης στη Σύρο είναι μια χλωμή αντανάκλαση. Οχι μόνο για το μεγαλείο ορισμένων τάφων, όσο για τη σπουδαιότητα των ανθρώπων που είναι θαμμένοι εκεί. Είναι το αρχικό DNA της ελληνικής αστικής τάξης, με οικογένειες όπως οι Ζαρίφηδες και οι Μαυροκορδάτοι. Κομψοί οικογενειακοί οίκοι για την υστεροφημία των κραταιών τότε Ελλήνων, που μονοπωλούσαν το Πέραν, το Σταυροδρόμι, τα Ταταύλα.
Κοινότητα ακμαία, κοσμοπολίτικη, αρχοντική στη φιλοξενία και
στους τρόπους, με ιστορική ενσυναίσθηση της μακράς πορείας του
ελληνισμού. Εμποροι, τραπεζίτες, γιατροί, νομικοί. Δαιμόνιοι,
παράτολμοι, είχαν τον κόσμο στη χούφτα τους.
Τραυματική η σύγκριση
Τραυματική η σύγκριση
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Αγωνία για τις έδρες ελληνικών σπουδών
Τους τελευταίους μήνες, άσημοι και διάσημοι φίλοι της Ελλάδας,
Ελληνες φοιτητές στην Αγγλία, ευαισθητοποιημένοι πολίτες, συνυπογράφουν
διάβημα προς το περίφημο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ ώστε να μην
καταργηθεί η διδασκαλία της Νεοελληνικής, Ιστορίας, Γλώσσας και
Λογοτεχνίας.
Η εκστρατεία έχει καταφέρει να συσπειρώσει αρκετές δυνάμεις
που ήταν ώς τώρα σε ύπνωση. Κανείς όμως δεν μπορεί να γνωρίζει αν
τελικά θα έχει αίσιο τέλος, δεδομένου ότι το 2012 συνταξιοδοτήθηκε ο
διδάσκων καθηγητής Ντέιβιντ Χόλτον, το αρχικό κληροδότημα δεν επαρκεί
για την οικονομική κάλυψη, ενώ το ελληνικό κράτος αντιμετωπίζει τις
εξελίξεις αυτές με έλλειψη πόρων και αμηχανία για το τι πρέπει να γίνει.
Και, κυρίως, με απουσία οποιουδήποτε σχεδίου συντονισμένης δράσης.
Η
απειλή δεν εστιάζεται μονάχα στο Κέμπριτζ. Πριν από λίγο καιρό,
πραγματοποιήθηκε ακόμα μία καμπάνια διάσωσης, για το αντίστοιχο τμήμα
του King’s College, το οποίο συνδέεται με την ιστορική Εδρα Κοραή. Οι
περικοπές που έκανε το πανεπιστήμιο σε όλα του τα τμήματα είχαν ως
αποτέλεσμα να απορροφηθεί τελικά από το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών. Η
ακτινοβολία του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού στη Βρετανία, μια χώρα με
ιδιαίτερη παράδοση στην ποιοτική εκπαίδευση και με έντονη παρουσία
ελληνικού φοιτητικού στοιχείου, μειώνεται διαρκώς.
Είναι λοιπόν
σαφές ότι θα πρέπει να ανασχεδιαστεί η εθνική πολιτική για τις έδρες
ελληνικών σπουδών, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί -με μια συνεργασία κράτους
και ιδιωτών- η οικονομική τους βιωσιμότητα. Ταυτόχρονα θα αναζωογονηθεί
το ενδιαφέρον για τη σύγχρονη Ελλάδα, η οποία μοιάζει σχεδόν αόρατη
μπροστά στη λάμψη της κλασικής αρχαιότητας και του Βυζαντίου.
Ο
Μιχάλης Μόσχος, αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Λονδίνου και
συντονιστής της επιτροπής του διεθνούς βραβείου «The John D. Criticos
Prize» για ελληνικά πολιτιστικά θέματα, ασχολείται τα τελευταία τριάντα
χρόνια με την παρουσία του ελληνικού πολιτισμού σε βρετανικά
πανεπιστημιακά ιδρύματα. Επισημαίνει : «Το 1922, οι ισχυροί
Ελληνες του Λονδίνου, Χιώτες στην πλειονότητά τους, αντιλήφθηκαν ότι η
Εδρα Κοραή, που μόλις είχαν ιδρύσει, θα έπρεπε να δοθεί σε μια εξέχουσα
προσωπικότητα. Είχαν συνειδητοποιήσει ότι αυτό υπαγόρευε το συμφέρον της
χώρας μας στο εξωτερικό, την εποχή που η Βρετανία πρωτοστατούσε διεθνώς
και η μικρασιατική καταστροφή κατέλυε φιλελληνικά ερείσματα. Με αυτά τα
κριτήρια επελέγη ο διάσημος ιστορικός Αρνολντ Τόινμπι. Επρόκειτο για
μια κίνηση πρωτοποριακή για την εποχή εκείνη. Σήμερα, που περνάμε
μεγάλες δυσκολίες και ο απανταχού ελληνισμός βιώνει την υποβάθμιση του
κύρους της χώρας, θα έπρεπε το ελληνικό κράτος να αντιμετωπίσει το θέμα
με ανάλογα μεγάλη σοβαρότητα και διορατικότητα».
Τούτο δεν
σημαίνει ότι σε μια περίοδο τέτοιας κρίσης οφείλει να χρηματοδοτήσει εξ
ολοκλήρου τις έδρες αυτές. «Ομως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αλλιώς
συναλλάσσονται τα πανεπιστήμια με τους ιδιώτες, όσο πλούσιοι και αν
είναι, και αλλιώς με τα κράτη», μας εξηγεί. «Ας ηγηθεί η ελληνική
Πολιτεία μιας εθνικής πρωτοβουλίας με όραμα και σωστό σχεδιασμό, που θα
θεραπεύσει τη δυσπιστία των ομογενών, την απροθυμία τους να συμβάλουν με
δωρεές. Ας δώσει φορολογικές ελαφρύνσεις σε όσους αποφασίσουν να βάλουν
το χέρι στην τσέπη. Ας προωθήσει ταλαντούχους νέους Ελληνες
ακαδημαϊκούς, οι οποίοι θα μπορούσαν να στελεχώσουν τις θέσεις αυτές. Ας
προβλέψει πως θα υπάρχει θεματολογική και χρονική αλληλοκάλυψη ανάμεσα
στις έδρες, για να προβάλλεται και η σύγχρονη Ελλάδα από την Επανάσταση
του 1821 και μετά. Ετσι θα ωθήσει τα βρετανικά πανεπιστήμια να μη
βλέπουν τα τμήματα Ελληνικών Σπουδών ως εύκολα θύματα στον βωμό της
λιτότητας. Να παραδειγματιστούμε από τη δουλειά που κάνουν αντίστοιχα
τμήματα στις ΗΠΑ, όπως στο Πρίνστον, στον τομέα της οργάνωσης και της
διδασκαλίας».
Ο
Πολ Κάρτλετζ είναι καθηγητής Ελληνικής Ιστορίας στην Εδρα Λεβέντη στο
Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. Υπογραμμίζει ότι η οικονομική
κακοδαιμονία πλήττει ακόμα και τα πιο ισχυρά πανεπιστήμια: «Σε αυτόν τον
παράγοντα οφείλεται η απόφαση να κλείσουν τμήματα και όχι στο ότι η
Ελλάδα έχει κακή εικόνα διεθνώς. Eπίσης ζούμε στην εποχή των ψηφιακών
μέσων που ισχυροποιούν την πρωτοκαθεδρία των αγγλικών και σκοτώνουν όλες
τις άλλες σύγχρονες γλώσσες, ακόμα και τα γαλλικά. Οι Βρετανοί εν γένει
δεν φημίζονται για το ταλέντο τους στις ξένες γλώσσες. Είναι ντροπή να
αποκόψουμε την σύγχρονη απόληξη μιας πανάρχαιας γλώσσας όπως η ελληνική
και να μην διδάσκονται στα καλά βρετανικά πανεπιστήμια. Είναι η λαλιά
μέσα από την οποία σμιλεύτηκαν ιδέες και συνειδήσεις. Κάθε περίοδος της
ελληνικής ιστορίας αξίζει να μελετηθεί εντατικά. Αν θέλουμε όμως να
είμαστε πραγματιστές, πρέπει να παραδεχθούμε ότι φθίνει ο αριθμός των
φοιτητών που ενδιαφέρονται για τα νέα ελληνικά. Οπότε θα χρειαστεί να
γίνει μια γερή οικονομική ενίσχυση ώστε να διατηρηθεί η διδασκαλία τους
στο Κέιμπριζ».
Μήπως για την έλλειψη ενδιαφέροντος φταίει και ο
τρόπος που γίνονται τα μαθήματα; Κάποιες έδρες ελληνικών σπουδών στην
ΗΠΑ, όπως η έδρα Καβάφη στο Αν Αρμπορ του Μίσιγκαν, γνωρίζουν άνθηση.
«Είναι αλήθεια ότι κάνουν καλή δουλειά», τονίζει ο Κάρτλετζ. «Αυτό που
με απογοητεύει περισσότερο είναι το γεγονός ότι οι εύποροι Ελληνες και
ισχυρά ελληνικά ιδρύματα δεν δείχνουν ζήλο να στηρίξουν την ελληνική
ακαδημαϊκή παρουσία στην Βρετανία».
«Το θέμα για την Ελλάδα δεν είναι μόνο οικονομικό»
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ,
ΓΛΩΣΣΑ,
ΕΛΛΑΔΑ,
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ,
ΠΟΥΡΝΑΡΑ
ΚΟΙΝΩΝΙΑ: «Το περίσσιο χαλάει το ίσιο»
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Tης Μαργαριτας Πουρναρα
Το έλεγε μια σοφή κυρά από τα Χανιά, η οποία πρόσφατα έφυγε από τη
ζωή: «Το περίσσιο χαλάει το ίσιο». Ανήκε στη γενιά που πέρασε στερήσεις
και δυσκολίες, ανατροπές, καταστροφές και μικρούς θριάμβους. Ηταν από
τις δυνατές εκείνες γυναίκες που είχε ως οδηγό την ίδια τη ζωή, χωρίς
στάλα ματαιοδοξίας. Και όλες τις αρετές που διέθετε ως πετριά, το
κουράγιο και το μέτρο, καλούμαστε εμείς οι νεότεροι να αναπτύξουμε
καθυστερημένα και απρόθυμα, απέναντι στο αδυσώπητο πρόσωπο της κρίσης.
Θα τα καταφέρουμε;
Η αλήθεια είναι ότι μεγαλώσαμε με το περίσσιο.
Οι γονείς μας έκαναν την καλοπέρασή μας καθήκον τους. Δεν μας έλειψε
τίποτα. Ακόμα και όταν το εισόδημα δεν το επέτρεπε, οι επιθυμίες μας
είχαν απόλυτη προτεραιότητα. Το ίδιο και η μόρφωσή μας.
Και εμείς, με τη
σειρά μας, θεωρήσαμε σίγουρο ότι θα έχουμε πάντα το καλύτερο. Από τις
προσωπικές σχολικές αναμνήσεις σε ιδιωτικό εκπαιδευτικό ιδρυμα, θυμάμαι
πολλές περιπτώσεις παιδιών των οποίων οι γονείς έκαναν αιματηρές θυσίες
για να πληρώνουν όχι μόνον τα ακριβά δίδακτρα αλλά και τα φροντιστήρια.
Μεγαλώνοντας, εκτιμήσαμε τη στάση των δικών μας αλλά πήραμε ως δεδομένο
ότι η ζωή θα είναι τόσο γενναιόδωρη όσο και εκείνοι.
Υστερα, στα
πρώτα φοιτητικά χρόνια, μπήκαμε στον χορό της κατανάλωσης. Δεν είναι
τυχαίο ότι στη διεθνή λίστα αναγνωρισιμότητας στις ακριβές φίρμες η
Ελλάδα καταλάμβανε ώς πρόσφατα μία από τις πρώτες θέσεις. Το λάιφ στάιλ
έγινε δική μας υπόθεση. Σινιέ ρούχα, γκάτζετ τελευταίας τεχνολογίας,
γκλαμουράτα αυτοκίνητα, έξοδοι σε εστιατόρια, ντίσκο, νυχτερινά κέντρα.
Το περίσσιο έγινε καθημερινότητα, ψυχική εξαρτηση, ζήτημα αυτοσεβασμού.
Το έχειν ήταν σημαντικότερο από το είναι.
Και τώρα, στα τριάντα
και κάτι ή στην αρχή των σαράντα μας χρόνων, διαπιστώνουμε ότι μας
λείπει το βασικό οπλοστάσιο για να αντιμετωπίσουμε τις αντιξοότητες της
ζωής. Να σταθούμε όρθιοι σε μια σκληρή, ίσως και άδικη, πραγματικότητα
που γυρίζει την πλάτη στις καλές μας σπουδές, τη γεμάτη από καλά ρούχα
ντουλάπα, τις βεβαιότητες ότι όλα θα κυλήσουν ομαλά.
Η χρεοκοπία
της χώρας μάς ωθεί στην απότομη ενηλικίωση. Κάποιοι από εμάς
αναγκάζονται να φύγουν στο εξωτερικό όπου δεν υπάρχει το δίχτυ ασφαλείας
της οικογένειας. Αλλοι αφήνουν πίσω την αυτονομία τους σπιτιού τους,
επιστρέφοντας στην πατρική εστία. Πολλοί υποαμείβονται, είναι άνεργοι ή
κάνουν δουλειές που δεν αντιστοιχούν στα προσόντα ή τις δεξιότητές τους.
Σε κάθε περίπτωση, το μέλλον δεν είναι αυτό που φανταζόμασταν. Το
χειρότερο; Κανένας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πότε και αν θα έρθουν
καλύτερες ημέρες.
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΕΛΛΑΔΑ,
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΠΟΥΡΝΑΡΑ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ : To χρεοκοπημένο φέουδο της γεροντοκρατίας
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Tης Μαργαριτας Πουρναρα
Πριν από μερικά χρόνια, σε μια δημοσιογραφική αποστολή στη Μάλτα,
ζήτησα να κάνω συνέντευξη με τον επίτροπο κινηματογράφου. Δεν είναι
επικεφαλής κάποιου φεστιβάλ, αλλά ο άνθρωπος που διαπραγματεύεται την
ενοικίαση ιστορικών μνημείων της Βαλέτα και τη ναύλωση στούντιο ειδικών
εφέ που υπάρχουν στο νησί, με κινηματογραφικούς παραγωγούς από το
εξωτερικό, κυρίως από το Χόλιγουντ. Οπως αντιλαμβάνεται κανείς τα έσοδα
από αυτήν την υπόθεση, είναι εκατομμύρια δολάρια ή ευρώ για το μαλτέζικο
κράτος.
Στη συνάντηση εμφανίστηκε ένας συμπαθής εικοσιεφτάρης.
Ευφυής, κατατοπισμένος, επικοινωνιακός. Παρά το νεαρό της ηλικίας του,
φαινόταν ο κατάλληλος άνθρωπος γι’ αυτήν τη δουλειά. Είχε όρεξη και ήταν
παθιασμένος με το αντικείμενό του. Αν ζούσε στην Ελλάδα -όχι κατά την
περίοδο της κρίσης αλλά ακόμα και πιο πριν- θα είχε τελειώσει το
πανεπιστήμιο και θα πάλευε να πάρει αναβολή από τον στρατό, ζώντας στο
σπίτι των γονιών του. Η επαγγελματική του καριέρα θα ξεκινούσε πολύ
αργότερα. Και για να φτάσει να αναλάβει ένα κρατικό πόστο, στο οποίο να
διαχειρίζεται εκατομμύρια ευρώ, θα έπρεπε να έχει περάσει τα εξήντα.
Η
γεροντοκρατία στην Ελλάδα είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα, που
κανένας δεν θίγει ανοιχτά. Ολες οι θέσεις εξουσίας είναι κατειλημμένες
από μέλη της λεγόμενης γενιάς του Πολυτεχνείου. Ο δημόσιος λόγος έχει
μόνον τη δική τους σφραγίδα και τη δική τους οπτική.
Aξίζει να
γίνει ένα μικρό πείραμα. Στα δελτία ειδήσεων και τις ενημερωτικές
εκπομπές, οι συνομιλητές των δημοσιογράφων είναι συνήθως από πενήντα
ετών και πάνω. Λογικό, θα πει κανείς, εφόσον αυτοί βρίσκονται στις
κρίσιμες θέσεις. Και οι νέοι πού είναι; Πώς εμφανίζονται;
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΑΠΟΨΕΙΣ,
ΕΛΛΑΔΑ,
ΕΞΟΥΣΙΑ,
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ,
ΠΟΥΡΝΑΡΑ
ΟΜΟΓΕΝΕΙΑΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το πολύτιμο κεφάλαιο
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Tης Μαργαρίτας Πουρναρα
Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του στη δημόσια τηλεόραση, ο γνωστός
Ελληνοαμερικανός συγγραφέας Τζέφρι Ευγενίδης κλήθηκε να σχολιάσει τη
δύσκολη κατάσταση στην Ελλάδα. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια, συνόψισε σε
μια φράση πώς αισθάνεται για τη χώρα καταγωγής των παππούδων του: «Είναι
σαν την αγαπημένη μου ομάδα» είπε, «την οποία δεν θέλω να βλέπω να
χάνει».
Οποιος και αν είναι ο βαθμός συναισθηματικής εγγύτητας των
αποδήμων προς τον τόπο μας, η δυσαρέσκεια και η απογοήτευση
περισσεύουν. Είτε πρόκειται για εκείνους που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν
στην Ελλάδα για να μετοικήσουν αργότερα σε άλλα μέρη είτε για τους
τρίτης γενιάς μετανάστες που είναι σήμερα Αμερικανοί, Αυστραλοί,
Καναδοί, Γερμανοί πολίτες, όλοι τους μοιράζονται μιαν απαισιόδοξη
αντίληψη.
Οχι μόνον δεν μπορούν να αντλήσουν υπερηφάνεια από τη μακρινή
πατρίδα, αλλά δέχονται χλεύη και υφίστανται κριτική. Η ζημιά είναι
προφανής και δεν περιορίζεται μονάχα στην αρνητική εικόνα, δηλαδή στα
γραφικά έως και προσβλητικά στερεότυπα του τεμπέλη, του κλέφτη και του
επιτήδειου, χαρακτηρισμούς που καταπίνουν όσοι έχουν ελληνικά επίθετα.
Το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο.
Αντί να μπορέσουμε να
εκμεταλλευτούμε τις τεράστιες δυνατότητες του ομογενειακού ελληνισμού,
σπαταλάμε το ανθρώπινο αυτό κεφάλαιο. Σε αντίθεση με άλλες χώρες που
διαθέτουν ισχυρή διασπορά, δεν παρέχουμε δικαίωμα ψήφου. Οι ομογενείς
και οι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού χρειάζεται συχνά να περάσουν από τον
κυκεώνα της γραφειοκρατίας για οποιαδήποτε διευθέτηση αφορά τη σχέση
τους με το κράτος. Ακόμα και εκείνοι που θα ήθελαν να ενισχύσουν την
Ελλάδα μέσα από τη δίοδο της φιλανθρωπίας ή των επενδύσεων αισθάνονται
ότι είμαστε χαμένη περίπτωση. Εχουν ενεργήσει πολλές φορές με
αυθορμητισμο και καλή πρόθεση, για να βρεθούν εξαπατημένοι. Τρανταχτή
περίπτωση τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν από τους ομογενείς για τους
πυρόπληκτους της Ηλείας και κατέληξαν στην ανέγερση του δημαρχιακού
μεγάρου.
Αν όμως το σκεφτούμε καλύτερα, θα συνειδητοποιήσουμε ότι
είναι δύσκολο να συνέλθει η Ελλάδα χωρίς τη συνδρομή των ομογενών. Δεν
εννοεί κανείς τη χρηματική υποστήριξη, αλλά τη συμβολή τους στην
οικοδόμηση της νέας ταυτότητας της χώρας. Την ώρα που παλαιοί μύθοι
καταρρέουν και το σάπιο κατεστημένο της μεταπολίτευσης αποσυντίθεται
μπροστά στα μάτια μας, οι επιτυχήμενοι Ελληνες της διασποράς μπορούν να
δώσουν ένα θετικό παράδειγμα.
Θα μου λείψετε ρε λαμόγια...
Tης Μαργαριτας Πουρναρα
H ύφεση μας αναγκάζει να αποχωριστούμε μια σειρά από μικρές πολυτέλειες. Να αγοράζουμε -ελαφρά τη συνειδήσει- πράγματα που δεν τα χρειαζόμαστε, να κάνουμε εκδρομές σε νησιά το Σαββατοκύριακο ή ταξίδια στο εξωτερικό, να έχουμε συχνές βραδινές εξόδους για φαγητό.
Μαζί, όμως, αποχαιρετάμε και άλλα, που δεν θα μας λείψουν καθόλου.
Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, ότι θα συναντάμε όλο και σπανιότερα αυτόν τον εκνευριστικό τύπο του νεόπλουτου Ελληνα που φυσούσε με αυθάδεια τον καπνό από τα Cohiba, μέρα μεσημέρι, ουρλιάζοντας (δήθεν μυστικά) στο κινητό τηλέφωνο, εμπιστευτικές πληροφορίες για μετοχές. Ετσι όπως τα πάει το Ελληνικό Χρηματιστήριο ακούγεται τουλάχιστον κωμικό να ισχυρίζεσαι ότι έχεις συναλλαγές.
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΕΛΛΑΔΑ,
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ,
ΠΟΥΡΝΑΡΑ
Πανεπιστήμιο για κλάματα
Tης Mαργαριτας Πουρναρα
Τέτοιες ημέρες κάθε χρόνο, θυμάμαι αναπόφευκτα τη δική μου εισαγωγή στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Κυρίως τις ελπίδες και τις ματαιώσεις που επακολούθησαν.
Εχουν παρέλθει 21 ολόκληρα χρόνια από τότε που εγγράφηκα στο Τμήμα Γαλλικής Φιλολογίας του Καποδιστριακού, όμως ορισμένα περιστατικά έχουν εντυπωθεί στο μυαλό μου, λες και συνέβησαν χθες. Σταχυολογώ: το πρώτο κιόλας μήνα της φοίτησης ξεκίνησαν κινητοποιήσεις. Ετσι, προλάβαμε να κάνουμε λίγα μαθήματα τον Οκτώβριο και το Τμήμα τέλεσε υπό κατάληψη μέχρι τον Φεβρουάριο. Το πρώτο εξάμηνο χάθηκε, χωρίς να έχουμε πάρει μυρωδιά τι σημαίνει πανεπιστήμιο. Επιπροσθέτως, τα πέντε μαθήματα που δεν διδαχθήκαμε και στα οποία δεν είχαμε την ευκαιρία να εξεταστούμε όταν έπρεπε, μας «καταδίωκαν», σαν χρέος, στις επόμενες εξεταστικές περιόδους.
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΕΛΛΑΔΑ,
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ,
ΠΑΙΔΕΙΑ,
ΠΟΥΡΝΑΡΑ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








