"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΙΝΑΖΗ Ε.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΙΝΑΖΗ Ε.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΣΥΡΙΖΑίοι REBRAND-ΙΣΜΕΝΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΤΣΟΓΛΑΝΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: Ο νιος είν’ έντιμος, πατέρα! -- Η πολιτική ως αρραβώνας εξουσίας και η κάλπη της μνήμης

 

Της ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΜΠΙΝΑΖΗ

Στον τίτλο διασκευάζω μία από τις πιο αναγνωρίσιμες ατάκες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Προέρχεται από την ταινία «Η νεράιδα και το παλικάρι», με τη θρυλική σκηνή όπου η ευτραφής Ευαγγελία Σαμιωτάκη ως Λενιώ προσπαθεί να πείσει τον πατέρα της στη διαπραγμάτευση της προίκας για τα προσόντα του υποψήφιου γαμπρού, τον οποίο υποδύεται ο ζεν πρεμιέ Δημήτρης Παπαμιχαήλ.

Ουδεμία σχέση η πολιτική με τα συνοικέσια και τον γάμο. Η εξουσία στη δημοκρατία ευτυχώς είναι πιο κοντά σε έναν αρραβώνα σύντομης θητείας. Αλλά όπως στις ανθρώπινες σχέσεις, έτσι και στην πολιτική, η δοκιμή μπορεί να δώσει τα δείγματα του πώς μπορεί να κυλήσει ένας γάμος, σε περίπτωση που πεις το «ναι».

Βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο. Αυτό φαίνεται από τις κινήσεις των τελευταίων εβδομάδων, από τις περιοδείες των πολιτικών στην επαρχία, από τις μεταγραφές που ξεπερνούν αυτές των ποδοσφαιρικών ομάδων και από την περιρρέουσα ένταση της πολιτικής αντιπαράθεσης. Ακόμη κι αν ο πρωθυπουργός επιμένει ότι οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027, ο πολιτικός χρόνος κυλά πολύ πιο γρήγορα από τον ημερολογιακό.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο βασικός αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι ο Αλέξης Τσίπρας. Αυτό που έχουν κοινό οι δύο δημοσκοπικά ισχυρότεροι διεκδικητές της πρωθυπουργίας είναι ότι έχουν ήδη κυβερνήσει τη χώρα. Και η επικοινωνιακή ομάδα του κ. Αλέξη Τσίπρα έχει επιλέξει το αφήγημα από νωρίς: ο νιος είν’ έντιμος!

Κάθε υποψήφιος πρωθυπουργός επιχειρεί να αναδείξει εκείνα τα χαρακτηριστικά που πιστεύει ότι θα του δώσουν προβάδισμα στο θυμικό και στη λογική των ψηφοφόρων.

Είναι όμως η εντιμότητα, από μόνη της, αρκετή για να οδηγήσει έναν πολίτη στην κάλπη;

Ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ έγραφε πως καμία κληρονομιά δεν είναι τόσο πολύτιμη όσο η εντιμότητα.

Ένας συμπατριώτης του, ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, δυόμισι αιώνες αργότερα διαπίστωνε πως «Οι άνθρωποι σκοντάφτουν πού και πού πάνω στην αλήθεια, αλλά οι περισσότεροι σηκώνονται και συνεχίζουν σαν να μη συνέβη τίποτα», ερμηνεύοντας με τη λεπτή του ειρωνεία την ανθρώπινη φύση.

Επικοινωνιακά είναι λογικό να προβάλλεται η εντιμότητα ως βασικό πλεονέκτημα, ιδιαίτερα μετά τις υποθέσεις που τραυμάτισαν την εικόνα της κυβέρνησης τα τελευταία χρόνια. Μπορεί όμως από μόνη της να δημιουργήσει την πεποίθηση ότι ένας πολιτικός μπορεί να εξασφαλίσει αποτελεσματική διακυβέρνηση σε ένα σύνθετο γεωπολιτικό και οικονομικό περιβάλλον;

Οι εντυπώσεις και οι εικασίες που κυκλοφορούν σε παρέες για το αντίπαλο κόμμα δεν ταυτίζονται πάντα με τη δικαστική πραγματικότητα.

Σήμερα η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές καταγγελίες και υποθέσεις που ερευνώνται από τις ελληνικές και ευρωπαϊκές αρχές, γεγονός που έχει επηρεάσει την εικόνα της στην κοινή γνώμη. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις που να τεκμηριώνουν προσωπικό χρηματισμό του πρωθυπουργού ή οργανωμένο προσωπικό πλουτισμό της κυβέρνησης.

Αντίστοιχα, ούτε κατά την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε τέτοια δικαστική διαπίστωση για τον Αλέξη Τσίπρα.

Αυτό όμως δεν απαλλάσσει καμία κυβέρνηση από την πολιτική ευθύνη ούτε αναιρεί το δικαίωμα των πολιτών να αξιολογούν τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η εξουσία.

Αφήνουμε τους δημοσιογράφους και τη Δικαιοσύνη να κάνουν τη δουλειά τους. Αυτό που έχει ενδιαφέρον πριν μπούμε στην κάλπη είναι να σκεφτούμε αν αρκεί η εντιμότητα για να παραδώσουμε σε κάποιον τα κλειδιά της χώρας.

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι ένας νέος πολιτικός που ζητά να κριθεί για τις προθέσεις του. Έχει ήδη κυβερνήσει. Οι πολίτες θυμούνται τη διαπραγμάτευση του 2015, τις σχέσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους, τη Συμφωνία των Πρεσπών, την υψηλή φορολογική επιβάρυνση της μεσαίας τάξης που αποτέλεσε βασικό σημείο κριτικής της αντιπολίτευσης, τις επιλογές στην εκπαίδευση και συνολικά τις προτεραιότητες της κυβέρνησής του.

Όπως θυμούνται και τις επιλογές της σημερινής κυβέρνησης, τα θετικά της αλλά και τις υποθέσεις που έχουν τραυματίσει την αξιοπιστία της.

Η κάλπη, επομένως, δεν θα συγκρίνει δύο άγνωστους πολιτικούς.

Θα συγκρίνει δύο διαφορετικές εμπειρίες διακυβέρνησης.

 

Γι’ αυτό και στις δημοσκοπήσεις δεν αναζητείται ο «εντιμότερος» πολιτικός. Αναζητείται ο καταλληλότερος πρωθυπουργός.

Η εντιμότητα είναι απαραίτητη προϋπόθεση. Δεν είναι όμως κυβερνητικό πρόγραμμα. Οι πολίτες δεν ψηφίζουν μόνο χαρακτήρα. Ψηφίζουν κρίση, αποτελεσματικότητα, σχέδιο, πρόσωπα και την ικανότητα να παίρνονται δύσκολες αποφάσεις σε δύσκολες εποχές.

Το ερώτημα δεν είναι αν ο νιος είναι έντιμος.

Είναι …

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: «Ποιον ενδιαφέρει τι ψηφίζουν οι ηθοποιοί;»

 

Tης ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΜΠΙΝΑΖΗ

Ήταν μια ερώτηση που επαναλάμβανε συχνά ο πατέρας μου όταν ήμουν μικρότερη. Παντελώς ανίκανος να ξεχωρίσει την Αλίκη Βουγιουκλάκη από την Τζένη Καρέζη, παρόλο που λάτρευε τη μουσική και τις ατελείωτες βόλτες στα μουσεία. Δεν απαξίωνε τους ηθοποιούς. Απλώς δεν καταλάβαινε γιατί η πολιτική τους γνώμη θα έπρεπε να έχει μεγαλύτερο βάρος από τη γνώμη οποιουδήποτε άλλου πολίτη.

Η απορία του μου φαίνεται σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ.

Δεν είναι είδηση ότι καλλιτέχνες στηρίζουν ανοιχτά και δημόσια ένα κόμμα. Το είδαμε πρόσφατα με το νεοσύστατο κόμμα της ΕΛ.Α.Σ., την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη του Αλέξη Τσίπρα. Το έχουμε δει πολλές φορές στο παρελθόν, σχεδόν με όλα τα κόμματα, από το ΠΑΣΟΚ μέχρι τη Νέα Δημοκρατία.

Η διαφορά είναι ότι σήμερα η δημόσια στήριξη δεν γίνεται πάντα μέσα σε συνθήκες πραγματικού πολιτικού κινδύνου.

Την περίοδο της χούντας, η σχέση καλλιτεχνών και πολιτικής δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή. Στην επταετία αυτή η σχέση βάραινε με λογοκρισία και φακελώματα. Έφτανε στη φυλακή και στην εξορία ακόμη και σε περιουσιακές δεσμεύσεις. Η Μελίνα Μερκούρη κόντεψε να χάσει τη ζωή της, το 1969, στη Γένοβα όταν έγινε βομβιστική επίθεση εναντίον της.

Για να δικαιολογήσω την ερώτηση του πατέρα μου, κάποιες δεκαετίες πίσω, πρέπει να επισημάνω ότι η Ελλάδα δεν είχε μία ενιαία εμπειρία του καθεστώτος. Το σύνθημα «η Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα» δεν είναι τυχαίο.

Για τους ανθρώπους που ζούσαν εκτός Αθηνών, οι ηθοποιοί δεν εμφανίζονταν ως ορατό αντιστασιακό κίνημα. Στην επαρχία, ας με συγχωρήσουν οι Θεσσαλονικείς για τον όρο, η δικτατορία βιωνόταν διαφορετικά. Στην αυστηρότητα των χωροφυλάκων, στις δυσμενείς μεταθέσεις, φυσικά  στις κουβέντες που κόβονταν απότομα στα καφενεία. Η Θεσσαλονίκη κουβαλούσε τα μετεμφυλιακά τραύματα με τις διώξεις των αριστερών, και φυσικά, τη δολοφονία του Λαμπράκη το 1963, που είχε χαράξει βαθιά τη δημόσια μνήμη της πόλης. «Θεατρική» αντίσταση δεν γνώρισε στο μέγεθος της Αθήνας.

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε. Το Θεατρικό Εργαστήρι της «Τέχνης», που δημιουργήθηκε γύρω στο 1969-70, μέσα στη χούντα, λειτούργησε ως εναλλακτική, πρωτοποριακή σκηνή απέναντι στη μονοκρατορία του ΚΘΒΕ στη θεατρική ζωή της πόλης. Άντεξε μέχρι τον Νοέμβριο του 1973, όταν το σχήμα το έπαυσε εν μια νυκτί η χούντα.

Στην Αθήνα, αντίθετα, η σύγκρουση θεάτρου και δικτατορίας πήρε πιο ορατή και προσωποποιημένη μορφή. Στην πρωτεύουσα οι ηθοποιοί μπορούσαν να γίνουν δημόσια σύμβολα. Η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος με το «Μεγάλο μας Τσίρκο», η Μελίνα Μερκούρη από το εξωτερικό, ο Στέφανος Ληναίος και η Έλλη Φωτίου, το Ελεύθερο Θέατρο με την πολιτική επιθεώρηση, έδειξαν ότι η σκηνή μπορούσε να μετατραπεί σε χώρο πολιτικής αντίστασης.

Υπήρξε ένας ολόκληρος θεατρικός κόσμος που δοκιμάστηκε από τη χούντα. Το Ελεύθερο Θέατρο, με την Άννα Παναγιωτοπούλου, τον Σταμάτη Φασουλή, τον Γιώργο Αρζόγλου και άλλους νέους τότε ηθοποιούς, βρήκε τρόπο να κάνει πολιτική σάτιρα κάτω από τη μύτη της λογοκρισίας. Το Θέατρο Τέχνης, η Στοά, το Πειραματικό Θέατρο έδειξαν ότι, ακόμη κι όταν η σκηνή μπορούσε να αφυπνίσει,

Άλλο πράγμα η αντίσταση κατά μιας δικτατορίας, άλλο ο πολιτικός σχολιασμός μέσα σε μια δημοκρατία και τελείως διαφορετικό η δημόσια υποστήριξη ενός ηθοποιού σε μια κομματική παράταξη. Δεν έχουν το ίδιο βάρος ούτε το ίδιο κόστος.

Σήμερα δεν είναι εύκολο να συμφωνήσουμε όλοι ούτε καν στο προφανές: ότι ζούμε σε δημοκρατία. Υπάρχουν άνθρωποι που επιμένουν να μιλούν για «καθεστώς». Μία δημοκρατία μπορεί να έχει τα προβλήματα της, με αδικίες με θεσμικές αστοχίες ακόμη και αλαζονικές συμπεριφορές. Δεν παύει να είναι δημοκρατία. Αν όλα ονομάζονται χούντα, τότε η πραγματική χούντα μικραίνει μέσα στη μνήμη μας.

Από εκείνη την εποχή μέχρι σήμερα έχει αλλάξει σχεδόν όλο το πλαίσιο.

Τότε, η δημόσια στράτευση ενός καλλιτέχνη μπορούσε να είναι συνέχεια μιας πραγματικής πολιτικής διαδρομής και να εμπεριέχει προσωπικό ρίσκο.

Σήμερα λειτουργεί συχνότερα ως δήλωση ταυτότητας μέσα στο επικοινωνιακό περιβάλλον της εικόνας. Οι ηθοποιοί μπορούν να ψηφίζουν ό,τι θέλουν, να λένε ό,τι πιστεύουν, να ανεβάζουν όποιο έργο επιλέγουν, να υψώνουν όποια σημαία θέλουν στο τέλος μιας παράστασης. Δεν κινδυνεύουν με βασανιστήρια και αφαίρεση ιθαγένειας.

Κάποιοι από αυτούς νιώθουν συχνά την ανάγκη να εκφράσουν ανοιχτά τη στήριξή τους σε μια παράταξη ή σε έναν πολιτικό αρχηγό.

Δικαίωμά τους. Είναι πολίτες, πληρώνουν φόρους, ζουν με τις συνέπειες των νόμων και των κυβερνήσεων.

Δικαίωμα του κοινού είναι επίσης να τους κρίνει.

Όταν δεν υπάρχει μεγάλο προσωπικό ρίσκο, η πολιτική δήλωση δεν διαβάζεται αυτομάτως ως πράξη θάρρους. Μπορεί να είναι ιδεολογική αγωνία. Μπορεί όμως να είναι και  σήμα προς ένα ακροατήριο. Μια  προσδοκία πρόσβασης και ένας  τρόπος να παραμείνει στην επικαιρότητα.

Η πολιτική πάντα θα αναζητά έστω και ψίχουλα από την αναγνωρισιμότητα της τέχνης. Τα κόμματα θέλουν πρόσωπα που φέρνουν οικειότητα, άρα και το εισιτήριο της πολιτισμικής νομιμοποίησης. Ένας γνωστός ηθοποιός φέρνει traffic στην κάλπη. Προσφέρει την ψευδαίσθηση ότι μια παράταξη συνομιλεί με τον πολιτισμό.

Μόνο που το υποκριτικό ταλέντο δεν σημαίνει αυτομάτως και ορθή πολιτική κρίση. Οι ηθοποιοί ερμηνεύουν Σαίξπηρ, δεν είναι ο Σαίξπηρ. Ερμηνεύουν Σοφοκλή και Ευριπίδη, δεν είναι ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης. Το ότι ένα πρόσωπο είναι αναγνωρίσιμο δεν του δίνει λευκή επιταγή πολιτικής σοφίας. Ούτε το ότι μπορεί να συγκινεί στη σκηνή σημαίνει ότι διαβάζει καλύτερα την κοινωνία από τον ανώνυμο πολίτη που ζει τις συνέπειες των πολιτικών αποφάσεων.

Υπάρχουν, βέβαια, καλλιτέχνες με σοβαρή πολιτική σκέψη και  κοινωνική ευαισθησία που δεν έχουν πει ποτέ ανοιχτά τι ψηφίζουν. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου η πολιτική στάση μοιάζει λιγότερο με αγωνία και περισσότερο με brand positioning. Άνθρωποι που δεν γνωρίζουμε την πολιτική τους σκέψη, αλλά ξέρουμε το πρόσωπό τους από την τηλεόραση, ένα διαφημιστικό ή ένα πετυχημένο ινσταγκραμικό προφίλ.  Διαθέτουν την ικανότητά  να παραμένουν στην επικαιρότητα για λόγους εντελώς ασύμμετρους με το καλλιτεχνικό τους έργο.

Η δημόσια στήριξη αφήνει ίχνος. Αν το κόμμα φθαρεί, φθείρεται και ο ηθοποιός που στάθηκε δίπλα του. Αν ο ηθοποιός κάνει ένα λάθος σχόλιο ή εκτεθεί δημόσια, το κόστος επωμίζεται και το κόμμα που τον αγκάλιασε. Η σχέση είναι αμφίδρομη και κανείς δεν χρησιμοποιεί τον άλλον αθώα.

Η εποχή της ειδωλοποίησης των καλλιτεχνών έχει τελειώσει ή τουλάχιστον θα έπρεπε. Οι ηθοποιοί μπορούν να έχουν άποψη, να τη λένε και να εκτίθενται. Αλλά από τη στιγμή που μετατρέπουν τη δημόσια εικόνα τους σε πολιτικό εργαλείο, κρίνονται και πολιτικά.

Ο πατέρας μου, τελικά, ίσως να μην ήταν τόσο άδικος. Ποιον ενδιαφέρει τι ψηφίζουν  οι ηθοποιοί;

Κανέναν, όταν πρόκειται για τη μυστική τους ψήφο.

Όλους, όταν…

ΝουΔο-ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίικο ΡΟΥΣΦΕΤΟ-ΛΑΜΟΓΙΑΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΟΥΛΟ-ΧΑΝΕΙΟ: Έχουμε κανέναν γνωστό;

 

Αγαπούν οι πολίτες το ρουσφέτι ή δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς;

 

Της Επιστήμης Μπινάζη

 

Έχεις κανέναν γνωστό στην τράπεζα;

Έχεις κανέναν γνωστό στο δήμο;

Στο Υπουργείο; Στην περιφέρεια;

Είναι γνωστό πως η ζωή στην Ελλάδα είναι λειτουργική και σίγουρα κυλάει ευκολότερα όταν υπάρχει γνωστός στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή.

Ο γνωστός αντικαθιστά τον θεσμό. Και μία καλή γνωριμία την γραφειοκρατική διαδικασία.

Τίποτα δεν είναι απολύτως απρόσωπο και τίποτα δεν λειτουργεί αποκλειστικά τεχνοκρατικά. Για να προχωρήσει μια υπόθεση, πρέπει κάπως να «γνωριζόμαστε». Να υπάρχει ένα τηλέφωνο. Μια σύσταση. Κάποιος που «θα το δει».

Από τα πιο απλά μέχρι τα πιο κρίσιμα. Από το να συνδεθεί το φυσικό αέριο στο σπίτι σου πιο γρήγορα, μέχρι να εξασφαλίσεις πρώτο τραπέζι πίστα εκεί που τραγουδάει η Βίσση.

Βύσμα, ρουσφέτι, λάδωμα, μπαξίσι, φακελάκι, γρηγορόσημο.

Οι λέξεις είναι πολλές και δεν είναι καινούργιες.

Η ίδια η λέξη «μπαξίσι» κουβαλάει ιστορία. Άρα και το φαινόμενο δεν είναι ούτε σημερινό ούτε και αποκλειστικά ελληνικό όπως νομίζουμε οι περισσότεροι.

Τα στοιχεία που έρχονται από το ευρωβαρόμετρο δείχνουν κάτι που ίσως δεν περιμέναμε.

Οι Ευρωπαίοι πολίτες δεν θεωρούν τη διαφθορά αποδεκτή. Το αντίθετο. Η μεγάλη πλειοψηφία απορρίπτει ξεκάθαρα την ιδέα του «δώσε κάτι για να γίνει η δουλειά σου». Δηλαδή, σε επίπεδο αξιών, είμαστε όλοι οι ευρωπαίοι πολίτες και απο άλλες χώρες από τη σωστή πλευρά. Ωστόσο, σχεδόν 7 στους 10 πιστεύουν ότι η διαφθορά είναι διαδεδομένη στη χώρα τους. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι υπάρχει στους δημόσιους θεσμούς, είτε μιλάμε για το κεντρικό κράτος είτε για την τοπική διοίκηση. Και ένα πολύ μεγάλο ποσοστό δεν πιστεύει ότι οι μεγάλες υποθέσεις φτάνουν μέχρι το τέλος ή ότι οι κανόνες εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους.

Δεν είναι ότι οι πολίτες «αγαπούν» το ρουσφέτι. Είναι ότι δεν εμπιστεύονται ότι μπορούν να κάνουν αλλιώς. Ότι αν δεν σηκώσεις το τηλέφωνο, θα μείνει πίσω η δουλειά σου. Και φυσικά αυτοί που περιμένουν υπομονετικά και με πειθαρχία τη σειρά τους, η σειρά τους δεν έρχεται ποτέ.

Το πιο αποκαλυπτικό, ίσως, στοιχείο είναι άλλο: ακόμα και όταν οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με περιστατικά διαφθοράς, σπάνια τα καταγγέλλουν.

Ο πρώτος λόγος είναι ότι πιστεύουν ότι δεν θα αλλάξει κάτι.

Και ο δεύτερος οτι δεν ξέρουν καν πού να απευθυνθούν.

Με τεράστια ευκολία έλληνες και ευρωπαίοι περνάμε από το «έχεις κανέναν γνωστό;» στο «έτσι δουλεύει το σύστημα».

Η ηθική ταλάντευση κρατά ελάχιστα λεπτά. Γιατί να πηγαίνω με το σταυρό στο χέρι, γιατί να αλλάξω εγώ τον κόσμο όταν ο κόσμος είναι φτιαγμένος πάνω σε σύστημα διαφθοράς;

Το ηθικά παράδοξο είναι ότι στις κοινωνίες με αυτά τα χαρακτηριστικά ο τίμιος γίνεται αποσυνάγωγος. Γιατί να αποκλείσω την πιθανότητα να εξελίξω την επιχείρησή μου, να διευκολύνω την καθημερινότητά μου, όταν το κάνει και ο ανταγωνιστής μου ή ο συμπολίτης μου χωρίς ηθικούς φραγμούς;

Ο τίμιος εύκολα περνάει στη σφαίρα του βλάκα.

Από το ενοχλητικό «μαζί τα φάγαμε» του μακαρίτη Πάγκαλου έχουν περάσει πολλά χρόνια αλλά αποδεικνύεται ότι το τραπέζι εκείνο έμεινε στρωμένο μέχρι τις μέρες μας. Ότι εξακολουθούμε να είμαστε κάποιοι αποκλεισμένοι από αυτό κι ας πληρώνουμε στο τέλος το λογαριασμό.

Ο ΟΠΕΚΕΠΕ σημάδεψε την Ελλάδα το 2026.

Ο λεκές της ρουσφετολογίας πρέπει να φύγει από το ρούχο της σύγχρονης δημοκρατίας.

Αλλά …

 

ΝουΔο-ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίικο ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Η μάχη της καθημερινής μετακίνησης

 

Της Επιστήμης Μπινάζη

Oι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή μάς οδηγούν να σκεφτόμαστε βαθύτερα υπαρξιακά ζητήματα από τη μετακίνηση μας εντός και εκτός αστικών κέντρων.

Από την άλλη, ελάχιστα θέματα θυμίζουν «μάχη» όσο οι παρατεταμένες καθυστερήσεις και η ταλαιπωρία των πολιτών που προσπαθούν να χωρέσουν σε 24 ώρες υποχρεώσεις και ό,τι μοιάζει με ανθρώπινη ζωή.

Πριν από λίγες μέρες, η κυβέρνηση διεμήνυσε πως άκουσε τη φωνή των πολιτών για έναν ασφαλή σιδηρόδρομο και αποφάσισε να τον φτιάξει. Τρία χρόνια μετά το δυστύχημα των Τεμπών και την τραγική απώλεια 57 συμπολιτών μας, πράγματι κάτι κινήθηκε. Ενεργοποιήθηκαν συστήματα, μπήκε γεωεντοπισμός στα τρένα, βλέπουμε πλέον την «κουκκίδα» της αμαξοστοιχίας στην οθόνη του κινητού μας. Πρακτικά, υποθέτω, έχει μια ωφέλεια εφόσον την παρακολουθούν οι υπεύθυνοι για την ασφάλεια. Ψυχολογικά, προσφέρει ηρεμία στους συγγενείς των επιβατών. Έχει γίνει παραγγελία νέων τρένων, έχουν ξεκινήσει προσλήψεις εξειδικευμένων επαγγελματιών, ολοκληρώνεται η αποκατάσταση του δικτύου. Όλα αυτά είναι πρόοδος. Είναι δύσκολο να μην το αναγνωρίσει κανείς. Το ερώτημα είναι γιατί πρέπει να προηγηθεί μια εθνική τραγωδία και μαζικές διαδηλώσεις για να εφαρμοστούν τα αυτονόητα;

Υπάρχουν άλλα τέτοια αυτονόητα που επιδέχονται βελτίωσης;

Δεν είναι μόνο ο ΟΣΕ και οι παθογένειες δεκαετιών. Είναι ο τρόπος που μετακινούμαστε. Είναι το ερώτημα αν μπορούμε να φτάσουμε στη δουλειά μας χωρίς να χρειαστεί να ξυπνήσουμε δύο ώρες νωρίτερα. Αν μπορούμε να περιμένουμε το λεωφορείο σε μια στεγανή τον χειμώνα και δροσερή το καλοκαίρι στάση, με λειτουργική τηλεματική και γεωντοπισμό λεωφορείων, με συχνότητα δρομολογίων χωρίς αναμονή που ξεπερνά το δεκάλεπτο. Και, ιδανικά, να μπορούμε να βρούμε θέση σε μια διαδρομή που διαρκεί πάνω από μία ώρα – όσο κάνει, για παράδειγμα, να διανύσει το Α7 την απόσταση Εξάρχεια - Μαρούσι. Να μπορεί ο κάτοικος της ανατολικής Θεσσαλονίκης, για παράδειγμα, να φτάσει στο κέντρο της πόλης χωρίς αυτοκίνητο. Σκεφτείτε ότι από την Περαία ένας κάτοικος πρέπει να πάρει 2 λεωφορεία για να φτάσει στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, ή δυο λεωφορεία και το μετρό σε χρόνο 75 λεπτών, όταν σε χώρες με ανάλογη γεωγραφική κλίμακα, μια θαλάσσια συγκοινωνία θα εξυπηρετούσε σε λιγότερο από 20 λεπτά.

Το flyover προχωρά με ταχύτητα ρεκόρ, επειδή υπήρξε πολιτική βούληση. Η θαλάσσια συγκοινωνία όμως έμεινε στα χαρτιά για χρόνια. Μια ρομαντική μακέτα που σκόνταφτε σε επιχειρήματα αβάσιμα.

Η αγορά μερικών ηλεκτρικών ιπτάμενων δελφινιών παντός καιρού και η δημιουργία 4 σταθμών με συνολικό κόστος 100 εκατομμυρίων «ναυάγησε» ή βάλτωσε. Και μαζί της ναυάγησε και η πιθανότητα να παίρνουμε το δελφίνι από το λιμάνι για αεροδρόμιο με κόμιστρο 3 ευρώ.

Η σύνδεση του αεροδρομίου «Μακεδονία» με το κέντρο παραμένει μη ανταγωνιστική. Γνωρίζετε πολλές ευρωπαϊκές μητροπόλεις με αεροδρόμιο που συνδέεται μόνο με λεωφορείο και ταξί;

Με λεωφορείο που μεσολαβούν 24 στάσεις σε 18 χιλιόμετρα από τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης;

Για να φτάσει κάποιος από τη Δυτική Θεσσαλονίκη στο αεροδρόμιο θα χρειαστεί περισσότερο χρόνο από όσο για να φτάσει αεροπορικώς στην Αθήνα.

Η Θεσσαλονίκη δίνει προτεραιότητα στα αυτοκίνητα, όχι στα ΜΜΜ, κι έτσι τιμά τον τίτλο της ως… «πρωτεύουσα των Βαλκανίων». Μόνο που τα Βαλκάνια μας έχουν προσπεράσει. Στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας την ίδια απόσταση των 18 χιλιομέτρων διανύει ένα τρένο που φτάνει στο αεροδρόμιο της πόλης σε 20 με 25 λεπτά, με 6 μόνο στάσεις από τον βασικό σιδηροδρομικό σταθμό.

Στη χώρα μας, το αυτοκίνητο δεν είναι επιλογή. Είναι αναγκαστική επένδυση. Αν ζεις στην περιφέρεια ή σε μια μεγάλη πόλη χωρίς αξιόπιστο δίκτυο ΜΜΜ, χρειάζεσαι Ι.Χ. για να μετακινηθείς, να ταξιδέψεις, να πας στο νοσοκομείο, να δεις τους γονείς σου. Το παράδοξο είναι ότι, ενώ η ίδια πολιτεία σε ωθεί να έχεις αυτοκίνητο, σε τιμωρεί όταν δεν έχεις πού να το βάλεις.

Μια συνάδελφος δέχτηκε πρόστιμο 150 ευρώ επειδή πάρκαρε στην Ερεσού, στα Εξάρχεια. Όχι πάνω σε πεζοδρόμιο, ούτε έκλεισε κάποια ράμπα. Σε μια γειτονιά που θεωρείται «κέντρο», αλλά δεν διαθέτει το καθεστώς μπλε διαγράμμισης που απολαμβάνουν άλλες περιοχές, με λιγότερο αριθμό τουριστών μάλιστα, όπως το Κολωνάκι. Γιατί; Με ποια πολεοδομική λογική;

Τα Εξάρχεια, η Κυψέλη, το Παγκράτι, το Κουκάκι είναι μέσα στον πυρήνα της Αθήνας. Δέχονται καθημερινά επισκέπτες, έχουν πυκνή κατοίκηση και μεγάλη έλλειψη θέσεων πάρκινγκ. Γιατί ο κάτοικος μιας συγκεκριμένης συνοικίας του κέντρου έχει θεσμοθετημένο πλεονέκτημα και όχι και οι υπόλοιποι;

Δεν ζητά κανείς να μην υπάρχει τάξη. Ζητάμε η τάξη να σχεδιάζεται με ενιαία κριτήρια. Αν η πόλη δεν σου δίνει αξιόπιστη εναλλακτική μετακίνησης, αν δεν σου εξασφαλίζει θέση κατοίκου, αν σε αναγκάζει να χρησιμοποιείς Ι.Χ., τότε το πρόστιμο των 150 ευρώ μοιάζει με διπλή και παράλογη τιμωρία.

Η εμπειρία των υπεραστικών μετακινήσεων με ΚΤΕΛ δεν βελτιώνει την εικόνα. Από το κέντρο της Αθήνας μέχρι τα ΚΤΕΛ Κηφισού, από εκεί εξίμιση ώρες μέχρι τη Θεσσαλονίκη, και μετά άλλη μια διαδρομή μέχρι την ανατολική πλευρά της πόλης. Συνολικά τον προηγούμενο μήνα διέθεσα σχεδόν δέκα ώρες για 500 χιλιόμετρα διαδρομή. Ο οδηγός κάπου στο ύψος της Θήβας βγήκε από την Εθνική για να παραλάβει «πελάτη» από στάση έξω από τη Λειβαδιά σε επαρχιακό δρόμο. Κανείς μας δεν είχε προειδοποιηθεί. Αν μια χώρα χρειάζεται δέκα ώρες για να ενώσει δύο μητροπολιτικά της κέντρα, τότε δεν μιλάμε για ταλαιπωρία. Είναι εξαντλητικό.

Η αντιπολίτευση μιλά συχνά με έμφαση για την περιφερειακή ανάπτυξη.

Σωστά. Αλλά περιφερειακή ανάπτυξη χωρίς γρήγορη, καθαρή, αξιόπιστη μεταφορά δεν γίνεται.

Πώς θα πάρει μπρος η οικονομία στην περιφέρεια; Πώς θα κατοικηθεί ξανά η επαρχία;

Πώς θα στηθούν επιχειρήσεις πάνω σε ερείπια καταστημάτων που φθείρονται από την απραξία και την εγκατάλειψη , όταν μένεις αποκομμένος από το κέντρο;

Η κινητικότητα είναι πολιτισμός. Είναι ο τρόπος που οργανώνεται μια κοινωνία. Είναι η αίσθηση ότι το κράτος λειτουργεί χωρίς να χρειάζεται να του υπενθυμίζεις με πανό και φωνές και συνθήματα. Όταν οι αλλαγές έρχονται μόνο μετά από οργή, τότε κάτι βαθύτερο είναι προβληματκό.

Δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να κατεβαίνουμε στον δρόμο για να έχουμε τα τρένα.

Δεν θα έπρεπε να χάνουμε μια μέρα για να διανύσουμε 500 χιλιόμετρα.

Δεν θα έπρεπε να…

 

ΔΙΕΘΝΗ ΙΣΛΑΜΟΚΑΘΑΡΜΑΤΑ και ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΛΑΓΝΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Η σιωπή των «προοδευτικών» απέναντι στο Ιράν

Mε τεράστιο ενδιαφέρον, αλλά και βαθιά απογοήτευση, παρακολουθώ τον δημόσιο διάλογο που εκτυλίσσεται κυρίως στα κοινωνικά δίκτυα γύρω από την επανάσταση του λαού του Ιράν απέναντι στο καθεστώς των μουλάδων. Όχι επειδή αμφισβητείται η ίδια η εξέγερση, πρόκειται για μια αυθεντική και βαθιά πολιτική επανάσταση, αλλά επειδή ένα τμήμα ανθρώπων που αυτοπροσδιορίζονται ως «προοδευτικοί» εμφανίζονται διστακτικοί, αμήχανοι ή σιωπηλοί μπροστά της.

Και αυτό είναι πολιτικά και ηθικά ακατανόητο.

Το λεγόμενο «ακραίο κέντρο» ή, ευρύτερα, το ανοιχτά αντι-αριστερό ρεύμα στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, δεν στέκεται πια τυχαία απέναντι στην αριστερή σκέψη.

Η στάση του τροφοδοτείται και από την αδυναμία της ίδιας της αριστεράς να τοποθετηθεί καθαρά απέναντι σε κρίσιμα ιστορικά γεγονότα. Κάθε φορά που καλείται να πάρει θέση, φιλτράρει την πραγματικότητα μέσα από σχήματα που μοιάζουν αποκομμένα από τον κόσμο όπως είναι σήμερα. Όλα τα κινήματα αλλάζουν, εκτός από την αριστερά. Και ειδικά η ελληνική αριστερά μοιάζει εγκλωβισμένη στις ίδιες της τις συνιστώσες και στην ίδια της την καχυποψία. Ίσως αυτό να είναι και η μοίρα της.

Στις συζητήσεις με φίλους που αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί, ακούω συχνά τη φράση: «κι εσύ αριστερή είσαι και δεν το καταλαβαίνεις».

Θα μπορούσα να απαντήσω αν μπορούσε κάποιος με σαφήνεια να μου πει τι είναι τελικά η αριστερά σήμερα;

Είναι μια αυτόματη στάση απέναντι στη Δύση;

 Ένα αφηρημένο αξιακό σύστημα αποσυνδεδεμένο από τα μέσα παραγωγής;

Μια πολιτική ταυτότητα χωρίς υλικό έδαφος;

Ή μια πολιτική θρησκεία με δόγματα και απαγορεύσεις;

Και, κυρίως, ποιος είναι σήμερα ο «προοδευτικός άνθρωπος»; Πώς γίνεται να σιωπά μπροστά σε αυτό που συμβαίνει στο Ιράν;

Πώς είναι δυνατόν γυναίκες που μιλούν καθημερινά για γυναικοκτονίες, χειραφέτηση, δικαιώματα και ισότητα, γυναίκες που ανήκουν, θεωρητικά, στον ευρύτερο αριστερό χώρο, να έχουν δεύτερες σκέψεις για το αν η θεοκρατική τυραννία των μουλάδων είναι «λιγότερο κακή» από μια αυταρχική, καθεστωτική, καπιταλιστική δημοκρατία τύπου Τραμπ;

Αν πρέπει να τεθεί το ερώτημα ωμά, είναι απλό: ελευθερία και ανθρώπινα δικαιώματα, με όλες τις αντιφάσεις και τις παθογένειες της δυτικής δημοκρατίας, ή θεσμοθετημένη ανελευθερία, φόβος και σιωπή;

Κάποιοι θα πουν «τίποτα από τα δύο».

Είναι μια τίμια απάντηση.

Αυτό που δεν είναι τίμιο είναι η έμμεση ή άμεση προτίμηση στη σκλαβιά των μουλάδων στο όνομα ενός αντιδυτικού αντανακλαστικού.

Η σιωπή γίνεται ακόμη πιο εκκωφαντική αν σκεφτεί κανείς πόσοι καλλιτέχνες ύψωναν σύμβολα και συνθήματα σε θεατρικές σκηνές και δημόσιους χώρους, αλλά σήμερα αποφεύγουν να μιλήσουν για μια πραγματική εξέγερση, μια εξέγερση που ξεκίνησε κυρίως από γυναίκες.

Γιατί ας είμαστε ειλικρινείς: μια έφηβη στη Δύση ή μια τριαντάρα influencer που μιλά για προϊόντα, σχέσεις και αυτοβελτίωση την ώρα που κάνει το ωραίο της insta story, δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα που ζει μια νεαρή Ιρανή. όταν πετά τη μαντίλα της σε ένα καθεστώς που μπορεί να τη σκοτώσει... Και την σκοτώνει επιτόπου.

Τίποτα δεν με έχει συγκλονίσει περισσότερο από αυτή την εξέγερση. Αυτά τα κορίτσια είναι οι ηρωίδες της εποχής μας.

Κάθε ιστορία έχει τους δικούς της ήρωες. Και αυτή η ιστορία γράφεται από...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Κακώς παρελαύνουμε κάθε 28η Οκτωβρίου σύντροφοι?

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Της Επιστήμης Μπινάζη

«Δεν μου άρεσε ποτέ ο Σαββόπουλος. Δεν τον άκουγα, δεν ένιωθα να με αφορά».

«Πρέπει να δηλώνεις συγκίνηση υποχρεωτικά όταν φεύγει ένας άνθρωπος που σημάδεψε την εποχή του;»

«Είχαν κάθε δικαίωμα να μην θέλουν να παρευρεθούν στην κηδεία του Διονύση Σαββόπουλου Αριστερά και ΠΑΣΟΚ. Ελευθερία δεν έχουμε;»

Βρέθηκα σε παρέες που με χωρίζουν μια δεκαετία και βάλε. Η άποψη ήταν λίγο πολύ κοινή. Τον ξέραμε αλλά δεν μας λένε και τίποτα τα τραγούδια του. Έχουμε θέματα επιβίωσης, άλλα μας απασχολούν. Με τραγουδάκια θα ασχολούμαστε και με άδειες καρέκλες;

Αυτό είναι ίσως το πρόβλημα. Όχι η πολιτική στάση ενός μεγάλου καλλιτέχνη όπως ο Διονύσης Σαββόπουλος, αλλά η γενιά που νομίζει πως ό,τι δεν τη συγκινεί, δεν αφορά κανέναν.

Αν έτσι είναι, τότε κακώς παρελαύνουμε κάθε 28η Οκτωβρίου. Το «Όχι» ειπώθηκε από μια άλλη γενιά, όχι από τη δική τους. Κακώς διδασκόμαστε και Ιστορία, αν όλα όσα δεν ζήσαμε θεωρούνται άσχετα με το σήμερα. 

Μόνο που η μνήμη είναι ο συνεκτικός ιστός μιας κοινωνίας. Όταν κοπεί, διαλυόμαστε σε φυλές αποσυνάγωγες.

Η νέα γενιά ασχολείται –δικαίως– με την επιβίωση. Αλλά καμία γενιά δεν είχε την πολυτέλεια να ζήσει χωρίς αγώνα για κάτι. Κάποιοι πέρασαν κατοχή, άλλοι λοιμό, άλλοι Covid, άλλοι πέθαναν μέσα στη μήτρα της μάνας τους από ασιτία ή από χολέρα, άλλοι έγιναν σαπούνια μέσα σε κρεματόρια. Η διαφορά είναι ότι κάθε γενιά ψάχνει τρόπους να παραμείνει και ανθρώπινη, εκτός από το να επιβιώσει – αν επιβιώσει.

Η κηδεία του Διονύση Σαββόπουλου ήταν αφορμή να ξαναδούμε το ρήγμα ανάμεσα στην τέχνη και την πολιτική. Γιατί, πραγματικά, μπορείς να εμπιστευθείς το Υπουργείο Παιδείας σε κάποιον που δεν έχει διαβάσει ούτε έναν ποιητή; Το Υπουργείο Δικαιοσύνης σε κάποιον που δεν έχει σκύψει έστω και ελάχιστα στα φιλοσοφικά κείμενα του Αριστοτέλη; Το Υπουργείο Πολιτισμού σε κάποιον που θεωρεί τον πολιτισμό «κοσμικό event»;

 

Η πατρίδα χρειάζεται πολιτικούς με κρίση, καλλιέργεια και μια ελάχιστη συνείδηση του τι σημαίνει πολιτισμός. Ο επικήδειος του Γιώργου Σκαμπαρδώνη ήταν ένα συνοπτικό μάθημα της πολιτιστικής ιστορίας της χώρας. Μια ομιλία που συμπεριέλαβε Χατζηδάκι και Θεοδωράκη, Παύλο Σιδηρόπουλο και Γιάννη Σπανό. Μίλησε ακόμη και για τον τραγουδιστή του ενός τραγουδιού. Μια πρόταση λιτή μα απέραντα ευρύχωρη. Αξίζει σεβασμό και ο ποιητής του ενός στίχου που άγγιξε την ψυχή ενός και μόνο ανθρώπου.

Ίσως η σημερινή έλλειψη ηγετών να ξεκινά ακριβώς από εκεί: από την απουσία επαφής με την τέχνη. Ο ηγέτης, πριν γίνει πολιτικός, είναι κάποιος που έχει σταθεί απέναντι στην ποίηση, στη μουσική, στον κινηματογράφο, σε κάτι που τον μαθαίνει να βλέπει τον κόσμο μέσα από το βλέμμα του άλλου.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος μετέφραζε Θουκυδίδη στην εξορία. Όταν είχε κέφια απήγγειλε στίχους από τα χορικά της Αντιγόνης του Σοφοκλή που γνώριζε απ’ έξω.

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος συνέγραψε λογοτεχνική μελέτη για τον Κωστή Παλαμά.

Ο Ευάγγελος Παπανούτσος, φιλόσοφος και παιδαγωγός, διαμόρφωσε την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του ’64.

Δεν ήταν μόνο πολιτικοί και στείροι γενικοί γραμματείς υπουργείων, ήταν άνθρωποι που πρώτα διάβαζαν.

Η απόσταση ανάμεσα στην πολιτική και την τέχνη δεν είναι απλώς αισθητική. Είναι υπαρξιακή. Όπου απουσιάζει η καλλιέργεια, αρχίζει η λογιστική διαχείριση.

Κι αν η πολιτική είναι απλώς διαχείριση αριθμών, τότε ας την αναθέσουμε στην τεχνητή νοημοσύνη. Στατιστικά, θα κάνει λιγότερα λάθη από έναν άνθρωπο.

Στο μεσοδιάστημα, έχουμε την ελευθερία να κρίνουμε: τους παρόντες και πώς χρωμάτισαν αχρείαστα παραταξιακά μια τελετή, τους απόντες και πώς γύρισαν την πλάτη σε ένα σημαντικό κεφάλαιο του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού, τους παρόντες που αψήφησαν τις κατ’ αυτούς πληγωτικές παλινωδίες του εκλιπόντος και τον τίμησαν με δάκρυ και ευγνωμοσύνη, την gen z και μέρος των millennials που στέκεται αδιάφορη σε ό,τι δεν την αγγίζει όπως λέει.

Διλληματικά, η κηδεία του Διονύση Σαββόπουλου επανέφερε τον μύθο της τραγωδίας της Αντιγόνης του Σοφοκλή. Της αγαπημένης του Ελευθέριου Βενιζέλου: ο άγραφος κανόνας των νεκρών και η τιμή που τους αποδίδουμε είναι …

ΣΥΡΙΖΑίικα REBRANDισμένα ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Παραίτηση Αλέξη Τσίπρα: τέσσερις αντιφάσεις σε μια δήλωση

 Tης ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΜΠΙΝΑΖΗ

Ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε την παραίτησή του από το βουλευτικό αξίωμα, υποστηρίζοντας ότι η σημερινή Βουλή είναι
«δημοκρατικά απογυμνωμένη» και ότι επιθυμεί να επιστρέψει στην «ελπιδοφόρα ανασφάλεια της κοινωνικής δράσης». 

Πρόκειται για μια πολιτική πράξη που θα μπορούσε να θεωρηθεί θαρραλέα, αν δεν συνοδευόταν από ορισμένες αντιφάσεις.

Πρώτη αντίφαση
Ο κ. Τσίπρας υπήρξε πρωθυπουργός, αρχηγός κόμματος και αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αν σήμερα αισθάνεται ότι το Κοινοβούλιο έχει αποκοπεί από την κοινωνία, το ερώτημα είναι αναπόφευκτο: είχε εκείνος, όταν κατείχε το ύψιστο αξίωμα, πραγματική επαφή με την κοινωνία και τις ανάγκες της; Και αν όχι, γιατί η συνειδητοποίηση αυτή έρχεται εκ των υστέρων;

Δεύτερη αντίφαση
Στη δήλωσή του, ο πρώην πρωθυπουργός αναφέρεται σε μια
«πλειοψηφία που ευθύνεται για τη δημοκρατική απογύμνωση της Βουλής», ενώ την ίδια στιγμή καλεί τους πολίτες να πιστέψουν στη «δύναμη και τις πράξεις των πολλών». Το σχήμα αυτό είναι εσωτερικά αντιφατικό: αν η πλειοψηφία μπορεί να εκφράζει τόσο τη φθορά όσο και τη λύση, τότε χάνεται η έννοια της πολιτικής ευθύνης.

Τρίτη αντίφαση
Αφήνει αιχμές για όσους
«δεν μπορούν να παραμερίσουν τις ιδιοτέλειές τους» ώστε να υπάρξει αλλαγή. Ποιοι είναι αυτοί; Οι πολιτικοί του αντίπαλοι ή οι πρώην σύντροφοί του; 

 Αν εννοεί τους δεύτερους, τότε η επίκληση της συλλογικότητας ακυρώνεται. Γιατί η δημοκρατία προϋποθέτει τη διαφωνία, όχι τη στοίχιση πίσω από έναν ηγέτη.

Τέταρτη αντίφαση
Η αναφορά του ότι
«δεν πιστεύει σε Μεσσίες» έρχεται επίσης σε αντίθεση με τη ρητορική του. Γιατί όταν κάποιος τοποθετεί τον εαυτό του απέναντι σε ένα σύστημα που «δεν μπορεί να αλλάξει» και καλεί την κοινωνία να τον ακολουθήσει, καταλήγει να περιγράφει ακριβώς αυτό που αρνείται: τη μεσσιανική λογική του σωτήρα.

Η χώρα έχει ανάγκη από πολιτικούς που μπορούν να συνδέσουν τη θεσμική ευθύνη με την κοινωνική ευαισθησία — όχι να επιλέγουν το ένα εις βάρος του άλλου. 

Ο ρόλος του βουλευτή δεν είναι απλώς προνόμιο, είναι υποχρέωση: η υποχρέωση να παραμένεις μέσα στους θεσμούς, ακόμη κι όταν αυτοί δυσλειτουργούν, και να προσπαθείς να τους διορθώσεις.

Αν πράγματι η δημοκρατία είναι απογυμνωμένη, τότε το ζητούμενο δεν είναι η αποχώρηση, αλλά η ανασυγκρότηση. Το να εγκαταλείπει κανείς το πεδίο της θεσμικής πολιτικής στο όνομα μιας «ελευθερίας» εκτός θεσμών, μοιάζει περισσότερο με πολιτική υπεκφυγή παρά με ανανέωση.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλους ηγέτες που υπόσχονται να αφουγκραστούν τον λαό εκ των υστέρων. Χρειάζεται...

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Ο δρόμος για τον Πύργο και ο δρόμος για το αυτονόητο

 Γράφει η Επιστήμη Μπινάζη

H γενιά μου σπούδασε σε ευρωπαϊκές πόλεις και κωμοπόλεις, με ένα φοιτητικό εισιτήριο τρένου να αρκεί για να γυρίσεις όλη τη χώρα των σπουδών σου.
Κανείς μας δεν ενθουσιάστηκε ποτέ με τις κορδέλες των εγκαινίων οδικών δικτύων.

Οι δρόμοι είναι χρήσιμοι, αλλά όχι πανάκεια. Εξυπηρετούν κυρίως τις εμπορευματικές μεταφορές. Οι υπόλοιποι, σε μια σοβαρή χώρα, θα επιθυμούσαν λιγότερα αυτοκίνητα και καλύτερες δημόσιες συγκοινωνίες. Η κατοχή αυτοκινήτου έχει κόστος: ασφάλεια, συντήρηση, ΚΤΕΟ, ανταλλακτικά, παρκάρισμα. Το ταξίδι προϋποθέτει διόδια, καλή υγεία και ικανότητα οδήγησης. Δεν τα έχουμε πάντα. Θυμάμαι, νεότερη στην Αγγλία, την έκπληξή μου όταν διαπίστωσα ότι κανείς από τους γνωστούς μου δεν διέθετε αυτοκίνητο. Δεν βόλευε. Και ήταν μπελάς.

Για χρόνια, τα SUV και τα μεγάλου κυβισμού αυτοκίνητα ήταν σύμβολα status. Επιστέγασμα επαγγελματικής καταξίωσης. Σήμερα, βλέποντας στον δρόμο πολυτελή αυτοκίνητα με πινακίδες από βαλκανικές χώρες, νιώθω ότι επιστρέψαμε δύο δεκαετίες πίσω.  

Η νεότερη γενιά έχει αφήσει αυτή τη λογική. Σκέφτεται αλλιώς το ταξίδι, τη μετακίνηση, το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

Ένα ασφαλές οδικό δίκτυο είναι αυτονόητο. Στην Ελλάδα, όμως, για δεκαετίες δεν ήταν. Και ίσως γι’ αυτό οι πολιτικές δυνάμεις που κυβέρνησαν επί χρόνια δυσκολεύονται σήμερα να πείσουν ότι είναι «μεταρρυθμιστικές», όταν παρουσιάζουν ως πρόοδο κάτι που αλλού γίνεται εμπρόθεσμα και χωρίς φιέστες. Το ίδιο ισχύει και για το εκτεταμένο σιδηροδρομικό δίκτυο – εκεί, βέβαια, το όνομα «Τέμπη» δεν παραπέμπει πια σε τοπίο, αλλά σε εθνική τραγωδία.

Η κυβέρνηση υπογραμμίζει την ολοκλήρωση του δρόμου ως επιτυχία. Αλλά η ικανοποίηση του πολίτη είναι χλιαρή. Σε μια χώρα όπου είδηση γίνεται η συντήρηση μιας διάβασης, ο πήχης έχει πέσει χαμηλά. Είναι σαν υπάλληλος να δηλώνει υπερήφανος που κατάφερε να ανοίξει και να κλείσει τον υπολογιστή του με επιτυχία.

Η συγκοινωνιακή πραγματικότητα είναι αποκαλυπτική: Στη Θεσσαλονίκη, ο σιδηροδρομικός σταθμός δεν συνδέεται με το λιμάνι. Το λιμάνι μόλις φέτος αργά το καλοκαίρι συνδέθηκε με τις Σποράδες. Στην Πελοπόννησο, ορισμένοι πολίτες δεν έχουν επισκεφθεί καν τους γειτονικούς νομούς, γιατί το ΚΤΕΛ δεν βολεύει.

Έχω ταξιδέψει σε όλη την Ελλάδα με αυτοκίνητο. 

Στην Αγγλία, τη Γαλλία και την Ιταλία με τρένο. Εκεί, οι πόλεις και οι περιφέρειες συνδέονται πυκνά, γρήγορα και χωρίς ανάγκη αυτοκινήτου. Οι παρακάμψεις λόγω έργων και η συχνή συντήρηση των δρόμων κάνει το ταξίδι με αυτοκίνητο σκέτη ταλαιπωρία.

Κι αν κάτι εξηγεί τα χαμηλά ποσοστά όλων των κομμάτων στις δημοσκοπήσεις, είναι ακριβώς αυτό: μια χώρα όπου...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η απολογία ενός «λαϊκιστή»

 

Tης ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΜΠΙΝΑΖΗ

71% των καταθετών στην Ελλάδα έχουν τραπεζικούς λογαριασμούς με υπόλοιπα μικρότερα των 1.000 ευρώ, όπως επεσήμαναν πρόσφατα δημοσιεύματα.
Αν εξαιρεθούν όσοι διακινούν μαύρο χρήμα – πληρώνονται και ξοδεύουν εκτός τραπεζικού συστήματος – απομένει ένα πολύ μεγάλο ποσοστό που ζει στα όρια της επιβίωσης. Δεν έχει αρκετούς πόρους, δεν έχει ψυχικό απόθεμα, δεν έχει καν χώρο να παραδεχτεί ότι δεν αντέχει.

Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν δύο και τρεις δουλειές. Όχι για να ξοδεψουν σε διακοπές ή να αποκτήσουν Tesla με leasing. Αλλά για να πληρώσουν τον ΕΦΚΑ, το ρεύμα, τα ενοίκια που φτάνουν σε επίπεδα φαντασίας. Εκτός από την οικονομική πίεση, κουβαλούν κι ένα άλλο βάρος. Τους άλλους. Αυτούς που ο Σαρτρ εντόπισε ως «την κόλαση». Όχι γιατί τους μισούν. Αλλά γιατί δεν τους καταλαβαίνουν.

Όταν κάποιος σε μια παρέα παραδέχεται ότι δεν έχει χρήματα να πάει διακοπές ή να βγαίνει συχνά εξω για φαγητό αντιμετωπίζεται ως Βασιλάκης Καΐλας που υπερβάλλει για να προκαλέσει. Αλλά και να πείθει μοιάζει σαν να προδίδει το συλλογικό αφήγημα πως «όποιος προσπαθεί τα καταφέρνει». Αν πει «δεν βγαίνω οικονομικά», τον κοιτούν σαν να είναι μίζερος. Σαν να απογοήτευσε όχι μόνο τον εαυτό του, αλλά κι εκείνους που πίστεψαν ότι είχε όλα τα φόντα να γίνει «πετυχημένος».

Η μεσαία τάξη έχει κατακερματιστεί και μέσα στις ίδιες τις παρέες της. Μικροί κύκλοι με μεγάλες ανισότητες. Εκείνος που κληρονόμησε διαμέρισμα από τη θεία του, εκείνη που έχει πατρικό χωρίς δάνειο, εκείνοι που είχαν ένα κεφάλαιο από το σπίτι των γονιών — βρίσκονται στην ίδια παρέα με αυτούς που ξεκινούν από το μηδέν. Όλοι μιλούν την ίδια γλώσσα, αλλά δεν ζουν την ίδια ζωή. Ο λόγος; 

Δεν είμαστε στη χρυσή εποχή του ΠΑΣΟΚ της πρώτης τετραετίας που η χώρα έσπαγε όλα τα ρεκόρ αυτοδημιούργητων πετυχημένων.

Είναι σκληρό αλλά είναι πραγματικότητα: ο φίλος που τα κατάφερε λίγο καλύτερα, αρχίζει να αισθάνεται μια απόσταση. Όχι από κακία. Από αμηχανία. Από άρνηση να δει τη διαφορά. Έτσι, εκείνος που δεν τα κατάφερε, μένει μόνος. Και νιώθει και ένοχος. Που δεν μπόρεσε. Που δεν έχει. Που πρέπει να εξηγεί τα αυτονόητα: ότι είναι άλλο να έχει στήριξη και άλλο να προσπαθεί να χτίσει κάτι μόνος του, μέσα σε μία δεκαετία αλλεπάλληλων κρίσεων.

Είναι τρομερά δύσκολο να εξηγηθεί ότι δεν είναι το ίδιο να πατά κανείς σε κάτι που κληρονόμησε, με το να χτίζει από το μηδέν μέσα σε μια δεκαετία κρίσεων. Και όλα αυτά που αποδίδονται συχνά στη Generation Z –η κόπωση, η αβεβαιότητα, η απελπισία, η δυσκολία να μπει κάποιος στο παιχνίδι– δεν ανήκουν μόνο σ’ αυτήν. Αφορούν εξίσου τους millennials. Αφορούν και τη Generation X. Όλους όσοι ξεκίνησαν από το τίποτα.

Κι ενώ πολλοί ζητούν κάτι παραπάνω, δεν είναι βέβαιο αν το αξιώνουν καν. Συνεχίζουν να επιβιώνουν. Ο καθένας όπως μπορεί, με τον τρόπο που μπορεί. 

Άλλοι με μεγαλύτερες δυνάμεις προσπαθούν να μπουν σε κύκλους που δεν ανήκουν, να ωφεληθούν, έστω κι αν είναι «ξένα σώματα». 

Άλλοι έχουν παραδώσει τα όπλα. 

Άλλοι φεύγουν στο εξωτερικό – παρά το αφήγημα περί brain gain. Άλλοι περιμένουν από την παρούσα κυβέρνηση μεγαλύτερες μεταρρυθμίσεις. 

Κι άλλοι έχουν πειστεί πως τίποτα πια δεν αλλάζει σ’ αυτή τη χώρα.

Όσο όλα αυτά δεν λέγονται, τόσο μαζεύονται. Γίνονται αποχή. Όχι μόνο από τις εκλογές. Από τη δημόσια ζωή. Από τις ειδήσεις. Από τη συλλογική ελπίδα. Όχι επειδή δεν ενδιαφέρονται. Αλλά επειδή κάνουν οικονομία δυνάμεων.

Οι Έλληνες πολίτες έχουν ωριμάσει. Τους ωρίμασε η κρίση. Τους ωρίμασαν οι αλλεπάλληλες απογοητεύσεις, οι πολιτικές διαψεύσεις, η διάψευση της ίδιας τους της προσδοκίας. Γι’ αυτό και δεν πείθονται πια. Ούτε από τον «επαναστάτη της δραχμής» που καίει το αυτοκίνητο του νοικοκυραίου, ούτε από εκείνους που υποστηρίζουν τέτοιες πράξεις με άλλοθι μια δήθεν λαϊκή εξέγερση. 

Δεν πείθονται ούτε από όσους, από κυβερνητικές θέσεις, υπόσχονται ότι «μια εξεταστική επιτροπή» θα φέρει την κάθαρση σε σκάνδαλα που ξεπηδούν κάθε τόσο.

Έχουν γίνει απιστοί Θωμάδες. Κοιτούν και δεν πιστεύουν. Ακούν και περιμένουν να δουν. Κι αν δεν δουν, δεν ακολουθούν.


Στο μεταξύ...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΚΗΦΗΝΟ-ΛΑΜΟΓΙΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: "Δεν τα ξέρεις; Έτσι πάνε αυτά"

 Της ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΜΠΙΝΑΖΗ

Από τα ανύπαρκτα βοσκοτόπια των ανύπαρκτων κτηνοτρόφων στις ανύπαρκτες διαδικασίες αξιολόγησης για πολύ υπαρκτές θέσεις.
 

Από τους μαϊμού παραγωγούς στις μαϊμού συνεντεύξεις. 

Από την ιστορική φράση του Θεόδωρου Πάγκαλου «μαζί τα φάγαμε», περάσαμε στην εποχή του «μαζί τα καλύψαμε».

Στην ταλαίπωρη χώρα μας, κάθε τι που πάει να φυτρώσει με υγεία, κάποιο χέρι θα βρεθεί να το ξεριζώσει. Σαν ζιζάνιο. Σαν να φοβόμαστε την ίδια την ανάκαμψη. Σαν να μας πονάει η προκοπή. 

Μικροί ΟΠΕΚΕΠΕ παντού, σε όλα τα υπουργεία, σε κάθε οργανισμό, σε κάθε θεσμικό δίκτυο. Δεν καταχρώνται επιδοτήσεις μόνο. Καταχρώνται θέσεις εδώ και χρόνια. Καταχρώνται ευκαιρίες, με μόνο προσόν τις καλές δημόσιες σχέσεις και μια ισχυρή δόση πολιτικού μέσου.

Ο ΟΠΕΚΕΠΕ πόνεσε. Όχι γιατί είχε θύματα όπως τα πάντα, αλλά γιατί είχε κάτι εξίσου πληγωτικό: τη ματαίωση της ελπίδας. Της ελπίδας για αναγέννηση, αξιοκρατία, για ένα κράτος που δεν σε ξενερώνει πριν καν πας για συνέντευξη. 

 Σαν μια σισύφεια διαδρομή χωρίς ανηφόρα, κουβαλάμε οριζοντίως πέτρες σκανδάλων. Δεν υπάρχει κάθαρση. Μόνο επανάληψη.

«Έτσι πάνε αυτά», άκουσα να λένε τρεις διαφορετικοί άνθρωποι μέσα σε μια εβδομάδα. Όχι με αγανάκτηση, αλλά με εκείνη τη σιωπηλή αποδοχή του «δεν αλλάζει τίποτα».  

Όταν η διαπίστωση γίνεται συνήθεια, τότε έχεις χάσει. Όχι από κάποιον εχθρό. Από μέσα σου.

Ποια είναι όμως «αυτά»; Και γιατί πάνε έτσι;

Γιατί ο δημόσιος τομέας – σε αντίθεση με τον ιδιωτικό – δεν αξιολογείται. Δεν κρίνεται με νούμερα, με πωλήσεις, με ακροαματικότητες ή τηλεθεάσεις. 

Γιατί δεν έχει σημασία αν είσαι ο καλύτερος. Αρκεί να είσαι «του καλύτερου φίλου». 

Οι άνθρωποι του ιδιωτικού τομέα είναι αυτοί που βάζουν πλάτη. Και πάνω σ’ αυτή την πλάτη υπάρχουν εκδορές. Από τις υπερωρίες, την ανασφάλεια, την πίεση, τον διαρκή έλεγχο. Δεν έχουν περιθώριο να πουν «έτσι πάνε αυτά». Γιατί αν πάνε έτσι, αυτοί θα πάνε σπίτι τους.

Κι όμως, εκείνοι που πληρώνουν τους φόρους, που συντηρούν το σύστημα, που κρατάνε την οικονομία όρθια, δεν έχουν φωνή. Δεν έχουν «δικό τους άνθρωπο». Έχουν μόνο μια αίσθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει και μια απογοήτευση που γίνεται κυνισμός.

Έτσι φτάσαμε στην...

 

ΝουΔο-ΠΑΣΟΚ-ο-ΚΚΕδο-ΣΥΡΙΖΑίικο ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Ένα παπούτσι πάνω από την Ακρόπολη

 Tης ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΜΠΙΝΑΖΗ

Η αντίληψη ότι οι μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες λειτουργούν χωρίς έλεγχο - σαν «μπάτε σκύλοι άλέστε» - είναι επιφανειακή και παραπλανητική.
Συχνά ακούγεται η απορία αν είναι τόσο εύκολο να σηκώσουν ένα drone για διαφημιστικούς σκοπούς, αλλά λίγοι πραγματικά κατανοούν τις προκλήσεις που συνεπάγεται η παραγωγή και η διαχείριση τέτοιων έργων. Πόσες άδειες και πόση γραφειοκρατία προηγούνται για να επιτευχθεί ακόμα και μια απλή κινηματογράφηση σε δημόσιο χώρο.

Η τρέχουσα κατάσταση προκαλεί ανησυχία καθώς πολλές από τις αντιδράσεις προέρχονται από ανθρώπους που παρακολουθούν τα γεγονότα μέσα από τις οθόνες των κινητών τους, καταλήγοντας σε απλουστευμένα συμπεράσματα. Το αίτημα για ακόμα μια παράλειψη της Υπουργού Πολιτισμού κ. Μενδώνη αποδεικνύει την επικρατούσα αντίληψη ότι η εκδήλωση της εταιρείας σχετίζεται με τη χρήση αρχαιολογικών χώρων, ενώ στην πραγματικότητα αφορά την εκμετάλλευση του εναέριου χώρου, ο οποίος δεν έχει προβλεφθεί από τους νομοθέτες. Και πώς αλλιώς αφού κάποτε στον εναέριο χώρο πετούσαν μόνο πουλάκια.

Αν μη τι άλλο, η κίνηση του Υπουργείου Πολιτισμού να προχωρήσει σε μηνύσεις φέρνει στο προσκήνιο την αμηχανία των θεσμών. Φαίνεται ότι φοβούνται περισσότερο την αντίδραση του κόσμου στα social media παρά τις πραγματικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν. Αυτή η αντίδραση ενισχύει την αίσθηση ότι έχουν διαπράξει κάποιο λάθος, αποδεικνύοντας ότι οι κρατικές υπηρεσίες είναι συχνά ένα βήμα πίσω από τις τεχνολογικές εξελίξεις.

Αυτό που προκαλεί ανησυχία είναι ότι ο κόσμος γύρω μας αλλάζει ταχύτατα. Εναέρια drones αντικαθιστούν τις γιγαντοαφίσες, οι συναυλίες με ολογράμματα θρυλικών μουσικών γίνονται πραγματικότητα, αλγόριθμοι αναλαμβάνουν ρόλους όπως οι διακοσμητές, οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί, οι λογιστές και ρομπότ διεκπεραιώνουν επεμβάσεις που παλαιότερα γίνονταν μόνο από χειρουργούς. Το μέλλον φέρνει προκλήσεις και νέες μορφές εργασίας, με την τεχνητή νοημοσύνη να γίνεται σταδιακά κομμάτι της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Οι αντιδράσεις που εκφράζονται κυρίως σε κοινωνικά δίκτυα, ιδιαίτερα στο Facebook, θυμίζουν την αξέχαστη ατάκα του Βασίλη Αυλωνίτη:
«Ω ρε που πάμε…». 

Το μέλλον είναι μπροστά μας και αλλαγές είναι αναπόφευκτες. Η ερώτηση που παραμένει ανοιχτή είναι: 

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΙΚΟ: Η εξαντλημένη υπομονή του πολίτη και οι γαλάζιοι ζαίοι με γραβάτα

 

Aπό την Επιστήμη Μπινάζη

Ο χειρότερος εχθρός της εξουσίας είναι οι κόλακες. 

Ένα μάθημα που πήρε η αντιπολίτευση και στο οποίο οφείλει να μη μείνει μετεξεταστέα η νέα κυβέρνηση. Με τη διαφορά ότι ένα μεγάλο ποσοστό του 41% που ψήφισε ΝΔ δεν έχει σκοπό να παίξει τον ρόλο του κόλακα. Λίγες μέρες μετά τις εκλογές, οι ψηφοφόροι της ΝΔ, έστησαν κυριολεκτικά στον τοίχο το κόμμα που δίπλωσαν στον φάκελο και ανέδειξε η κάλπη. Επέδειξαν εξ αρχής μηδενική ανοχή σε υπουργικές «αρρυθμίες» και «αστοχίες», χαρακτηρισμούς με τους οποίους προσπάθησε να δικαιολογήσει κάποια από τα λάθη των υπουργών του ο πρωθυπουργός, σε σχετική συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ.  

Πού οφείλεται η αυστηρότητα των ψηφοφόρων της ΝΔ ακόμη και από προσωπικότητες που κυριολεκτικά ρίχτηκαν στον αγώνα επανεκλογής του, per terra per mare;  

Γιατί δεν προτίθενται να στέκονται δίπλα στη νέα κυβέρνηση με οπαδικούς όρους;

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι ένας νέος πρωθυπουργός. Είναι ένας επανεκλεγμένος πρωθυπουργός. Γι’ αυτό οι προσδοκίες είναι στον θεό. Γι’ αυτό η ανοχή είναι στα τάρταρα. Δεν μας συστήθηκε χθες. Μας είναι γνώριμος. Η παράκληση πίστωσης χρόνου για προσαρμογή δεν θα έπειθε ούτε τον Πίνατ το κομματόσκυλο, αφού ακόμη κι αυτός έλειψε από το Μαξίμου ελάχιστα εικοσιτετράωρα. Χρονικό διάστημα όμοιο με ένα σύντομο διαφημιστικό διάλειμμα, στο μέσον μιας ταινίας από την οποία ο τηλεθεατής περιμένει διακαώς την κάθαρση. Και όχι μια στείρα επανάληψη του πρώτου μέρους.

Οι Έλληνες πολίτες αποδείχτηκαν ωριμότεροι από την εικόνα που έχει γι’ αυτούς το πολιτικό σύστημα, αλλά και οι δημοσκοπήσεις. Είναι άτομα με απαιτήσεις, προσανατολισμένα να βελτιώσουν την ποιότητα της ζωής και της καθημερινότητάς τους, αποχρωματισμένοι από κόμματα και ιδεολογίες σε έναν ούτως ή άλλως σύνθετο κόσμο. Η υγεία, η παιδεία, η ποιότητα στις υπηρεσίες ΜΜΜ, το κοινωνικό κράτος, η ταχύτερη απόδοση δικαιοσύνης, η ασφάλεια στα πανεπιστήμια και στην ακαδημαϊκή διαδικασία, είναι ζητήματα, που τουλάχιστον προεκλογικά, το κυβερνών κόμμα έδειχνε να έχει μελετήσει προσεκτικά. 

Στους περίφημους μπλε φακέλους που γνωρίσαμε από το πρωθυπουργικό TikTok, φανταζόμασταν σελίδες στρατηγικού μάνατζμεντ οι οποίες έχουν συνταχθεί με ακρίβεια έπειτα από σκληρή δουλειά και μελέτη. Είχαμε ενθουσιαστεί από την τεχνοκρατική προσέγγιση άσκηση πολιτικής, μέσα από σύγχρονες μεθόδους διοίκησης στα μεγάλα θέματα που απασχολούν την ελληνική κοινωνία.  

Η απότομη προσγείωση ήρθε όταν προέκυψε το ζήτημα κατάργησης ή μη της πανεπιστημιακής αστυνομίας. 

Εξακολουθεί να παραμένει δελφικός γρίφος ο τρόπος λειτουργίας της. Δραστικά; Επικουρικά; Κατασταλτικά; 

 Ουδείς έχει κατανοήσει μέχρι τώρα και αυτό είναι δικαιολογημένα απογοητευτικό. Γιατί αν η ατολμία σε κάποια ζητήματα όπως αυτό, οφειλόταν στον φόβο της αντιπολίτευσης, η αντιπολίτευση εξαϋλώθηκε. Και αναρωτιόμαστε τι ακριβώς φοβάται η κυβέρνηση μετά την πανηγυρική εκλογή της για να προχωρήσει στις τομές που ευαγγελιζόταν προεκλογικά. Ή μήπως τελικά δεν υπάρχει κανένα απολύτως σχέδιο για την αντιμετώπιση της βίας στα πανεπιστήμια;

Όποιος παίζει μπάλα σε άδειο γήπεδο, είναι αδύνατον να βελτιωθεί ως παίκτης. Αν δεν υπάρχει σοβαρή αντιπολίτευση, υπάρχει σοβαρός λόγος να καθίσουν στο αντίπαλο τέρμα οι ψηφοφόροι της κυβέρνησης και αυτό κάνουν. Επαγγελματίες και πολίτες  με πολιτική άποψη, εκτός κομματικού σωλήνα, αλλά με αντανακλαστικά ενεργού πολίτη. Με καριέρα, προσόντα, φιλοδοξίες. Άτομα που δεν πείθονται με συνθήματα, αλλά με επιχειρήματα. 

Έχουν δικαίωμα να...