"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΠΑΣ Τ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΠΑΣ Τ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΣΥΡΙΖΑίικα REBRANDισμένα ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Ο Μακιαβέλι, ο Μπλερ και ο Τσίπρας


Του Τάκη Παππά

Οταν ανέλαβε την πρωθυπουργία του Ηνωμένου Βασιλείου το 1997, ο Τόνι Μπλερ μπορεί να μη διέθετε καμία προηγούμενη κυβερνητική εμπειρία, αλλά είχε πλήρη επίγνωση ότι στην πολιτική το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι οι άνθρωποι – δηλαδή, οι συνεργάτες που επιλέγει ο ηγέτης. Με τη δική τους συμβολή θα υλοποιήσει το πολιτικό του σχέδιο, εκείνοι θα διαχειριστούν τις σχέσεις του με τους διάφορους φορείς και θεσμούς, αυτοί θα τον καθοδηγήσουν σε δύσκολες αποφάσεις και θα τον στηρίξουν στις κρίσιμες στιγμές.

Αιώνες πριν, ο Νικολό Μακιαβέλι το είχε διατυπώσει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο: «Η επιλογή των μελών της κυβέρνησης είναι ζήτημα εξαιρετικής σημασίας για τον ηγέτη, η δε αξία τους εξαρτάται από τη δική του οξυδέρκεια».

Το συμπέρασμα είναι απλό: αν οι συνεργάτες είναι ανεπαρκείς, τότε και ο ηγέτης που τους επέλεξε στερείται προσωπικής κρίσης και πολιτικής διορατικότητας.

Καιρό αφού αποχώρησε από την πρωθυπουργία, ο Μπλερ έγραψε ένα βιβλίο-πραγματεία για την πολιτική ηγεσία («On Leadership», 2024), στο οποίο αφιερώνει ένα κεφάλαιο ειδικά στη σχέση του ηγέτη με τους πολιτικούς του συνεργάτες. Από αυτό ξεχωρίζω ορισμένες ιδέες και πρακτικές συμβουλές που μπορούν να φανούν χρήσιμες στους πολιτικούς μας ηγέτες.

Πρώτα πρώτα, η ομάδα που απαρτίζει το επιτελείο πρέπει να είναι αφοσιωμένη στον ηγέτη, αλλά εξίσου σημαντική είναι η αμοιβαία εμπιστοσύνη ανάμεσα στα μέλη. Το να «πουλάς» τους συνεργάτες σου όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, γράφει ο Μπλερ, είναι ένα από τα πιο αντιπαθητικά φαινόμενα στην πολιτική – κι όμως δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο. Αλλού τονίζει: «Οταν ηγείσαι μιας χώρας, ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα που έχεις είναι η τεράστια δυνατότητα να προσελκύεις ανθρώπους. Αν ζητήσεις από κάποιον να συνεργαστεί μαζί σου, τις περισσότερες φορές η απάντηση θα είναι θετική». Πράγμα που βέβαια σημαίνει ότι, αν αποτύχεις να προσελκύσεις ικανούς συνεργάτες, η ηγετική σου ικανότητα τίθεται σε αμφιβολία, όπως και η δυνατότητα να διοικήσεις αποτελεσματικά μειώνεται δραματικά.

Ο Μπλερ κάνει ειδική αναφορά στους υπουργούς της κυβέρνησης, τους οποίους χωρίζει σε δύο κατηγορίες: αυτούς που ο ηγέτης επιλέγει με προσωπική πρωτοβουλία και εκείνους που είναι υποχρεωμένος να διορίσει για πολιτικούς λόγους. Το κρίσιμο, καταλήγει, είναι τα άτομα επιλογής να είναι ικανά και να τοποθετούνται στις πιο σημαντικές θέσεις, ενώ όσοι διορίζονται από πολιτική και κομματική αναγκαιότητα να καταλαμβάνουν θέσεις με περιορισμένη πρακτική εμβέλεια. Είναι η πρώτη κατηγορία υπουργών που σηκώνει το κύριο βάρος της κυβέρνησης και καθορίζει κατά μεγάλο βαθμό εάν αυτή θα επιτύχει ή όχι.

Η Ιστορία είναι γεμάτη με παραδείγματα ηγετών που αντιλήφθηκαν ότι η πολιτική τους επιτυχία βασίζεται στους ανθρώπους που τοποθετούν γύρω τους.

Ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ, χωρίς ο ίδιος να έχει τεχνοκρατική εμπειρία, δημιούργησε το περίφημο Brain Trust επιλέγοντας στελέχη που διαμόρφωσαν τις πολιτικές του New Deal της δεκαετίας του ’30.

Ο Κόνραντ Αντενάουερ, πρώτος καγκελάριος της μεταπολεμικής Γερμανίας, επέλεξε τον Λούντβιχ Ερχαρντ, που υπήρξε ο αρχιτέκτονας του οικονομικού «θαύματος» της χώρας.

Ο Λι Κουάν Γιου, ιδρυτής της σύγχρονης Σιγκαπούρης, επίσης επέλεξε με μεγάλη προσοχή τους στενούς του συνεργάτες, συνδυάζοντας αξιοκρατία και εμπιστοσύνη.

Πρόσωπα όπως ο Γκο Κενγκ Σουί, αρχιτέκτονας της οικονομικής πολιτικής, και ο Σ. Ρατζαράτναμ, θεμελιωτής της εξωτερικής πολιτικής και των θεσμών, συνέβαλαν καθοριστικά στη δημιουργία του οικονομικού και θεσμικού πλαισίου του κράτους-μοντέλου που είναι σήμερα η Σιγκαπούρη.

Τα παραδείγματα των επιτυχημένων ηγετών έχουν ένα κοινό μοτίβο: Ικανοί συνεργάτες πολλαπλασιάζουν την ισχύ του ηγέτη, ενώ ανεπαρκείς συνεργάτες εκθέτουν τη δική του έλλειψη κρίσης. Οπως το έθεσε ο Μακιαβέλι, η πρώτη γνώμη για τη νοημοσύνη ενός ηγεμόνα προκύπτει από την ποιότητα των ανθρώπων γύρω του. Αν αυτοί είναι ικανοί και αφοσιωμένοι, ο ηγέτης δείχνει σοφός επειδή τους επέλεξε και τους κράτησε στο πλευρό του· αν όχι, έχει ήδη διαπράξει το πρώτο και σοβαρότερο σφάλμα, δηλαδή τους λάθος συνεργάτες.

Στο βιβλίο του, ο Αλέξης Τσίπρας περιγράφει ένα περιβάλλον όπου οι επί χρόνια στενοί συνεργάτες του δεν διέθεταν ούτε διοικητική επάρκεια ούτε στρατηγική διορατικότητα – μια εικόνα που θυμίζει ακριβώς αυτό που ο Μακιαβέλι θεωρούσε «θανάσιμο» για τον ηγεμόνα: έναν αδύναμο και δυσλειτουργικό πυρήνα εξουσίας.

Ωστόσο, αυτή η αυστηρή κριτική προς τους συνεργάτες του, καθώς και η αναγνώριση των κυβερνητικών αστοχιών, δεν συνοδεύεται από την αναγκαία αυτοκριτική. Ο πρώην πρωθυπουργός είχε την εξουσία να τους επιλέξει, να τους διορίσει ή να τους απομακρύνει· άρα η πολιτική ευθύνη των αποτυχιών ανήκει πρωτίστως σε εκείνον. Οπως στον ίδιο θα ανήκει και η ευθύνη δημιουργίας νέας, ικανής επιτελικής ομάδας εάν τελικά αποφασίσει να επιστρέψει στον στίβο του πολιτικού ανταγωνισμού. Χωρίς τέτοια ομάδα, η επιστροφή δεν μπορεί να έχει πιθανότητες επιτυχίας.

Οπως καταλήγει ο έμπειρος Μπλερ: «Οταν παρακολουθώ άλλους ηγέτες, αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο να δω είναι…

 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Πότε μια χώρα τα πάει καλά;

 

Γράφει ο Τάκης Παππάς

Πολιτικός επιστήμονας και συγγραφέας

 

Τι σημαίνει για μια δημοκρατική ευρωπαϊκή χώρα να «τα πηγαίνει καλά»;

Είναι οι μακροοικονομικοί δείκτες;

Η ευτυχία των πολιτών;

Οι χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα;

Οσο κι αν θέλουμε να βρούμε μια μοναδική απάντηση, η πραγματικότητα είναι πάντα πιο σύνθετη. Υπάρχουν όμως πέντε βασικά κριτήρια που μας δείχνουν την πραγματική εικόνα.

Πρώτον, η κυβερνητική σταθερότητα.

Μόνο σταθερές κυβερνήσεις μπορούν να σχεδιάσουν μακροπρόθεσμες πολιτικές και να πραγματοποιήσουν σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Αντίθετα, οι ασταθείς κυβερνήσεις είναι αναποτελεσματικές και συχνά επιρρεπείς σε πολιτικές κρίσεις. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σημερινή Γαλλία. Μετά την επανεκλογή του Εμανουέλ Μακρόν στην προεδρία, οι κυβερνήσεις του έχουν βρεθεί σε μόνιμη αδυναμία να εξασφαλίσουν κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αφήνοντας κρίσιμες μεταρρυθμίσεις, όπως το συνταξιοδοτικό, εκτεθειμένες σε έντονες κοινωνικές αντιδράσεις και πολιτικό αδιέξοδο. Η χώρα βιώνει συχνά γενικές απεργίες, μαζικές διαδηλώσεις και εντάσεις που υπονομεύουν την κυβερνητική αποτελεσματικότητα, ενώ ταυτόχρονα η πολιτική σκηνή είναι βαθιά κατακερματισμένη, πράγμα που επιτείνει ακόμη περισσότερο την προοπτική σταθερότητας.

Δεύτερον, η σταθερή οικονομική ανάπτυξη.

Αυτό είναι το κατεξοχήν πεδίο των οικονομικών δεικτών της αύξησης του ΑΕΠ, των επενδύσεων και της απασχόλησης, με την εξής μάλιστα υποσημείωση: η σταθερή ανάπτυξη, ακόμη κι αν είναι μέτρια, είναι προτιμότερη από τους έντονους κύκλους ανάπτυξης – ύφεσης, καθώς επιτρέπει καλύτερο προγραμματισμό και δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας στους πολίτες. Η οικονομία της Γερμανίας, για παράδειγμα, βρίσκεται σε τεχνική ύφεση και παρουσιάζει φθίνουσα ανταγωνιστικότητα, ειδικά στους τομείς της αυτοκινητοβιομηχανίας και της ενέργειας, ενώ η εξάρτησή της από τις εξαγωγές την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς, όπως η επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας. Η μετάβαση στην πράσινη οικονομία, αν και αναγκαία, προχωράει με αργούς ρυθμούς και συνοδεύεται από υψηλό κόστος.

Τρίτον, η χαμηλή ισχύς αντισυστημικών δυνάμεων, ιδίως της Ακροδεξιάς.

Οσο τέτοιου είδους κόμματα είναι αδύναμα, επιτυγχάνεται μεγαλύτερη συναίνεση ως προς τις βασικές αρχές λειτουργίας της δημοκρατίας και της οικονομίας. Αντίθετα, τα ισχυρά ακραία κόμματα επηρεάζουν αρνητικά την πολιτική και κοινωνική ζωή. Για παράδειγμα, η εκλογική επιτυχία στην Ολλανδία του κόμματος Ελευθερίας του Γκέερτ Βίλντερς υπονομεύει τις αξίες της πολυπολιτισμικότητας και της ανεκτικότητας που ιστορικά χαρακτήριζαν την ολλανδική κοινωνία, εντείνοντας τις κοινωνικές εντάσεις και φέρνοντας στην επιφάνεια τον εθνοκεντρισμό και την ξενοφοβία. Με κεντρικό σύνθημα τη μείωση της μετανάστευσης και την αντίθεση στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ο Βίλντερς εντείνει την πόλωση, δυσχεραίνει τη δυνατότητα συνεργασιών ανάμεσα στα παραδοσιακά κόμματα και ενισχύει τη δυσπιστία των πολιτών προς τους θεσμούς.

Τέταρτον, η ισχυρή δημοκρατική ηγεσία.

Αντίθετα από τις αυταρχικές χώρες των παντοδύναμων ηγετών, η ισχυρή ηγεσία στις φιλελεύθερες δημοκρατίες είναι εκείνη που κινητοποιεί την κοινωνία προς κοινούς στόχους με σεβασμό στους θεσμούς, με συναίνεση και, όταν χρειάζεται, με αποφασιστικότητα για δύσκολες αποφάσεις. Τέτοιοι ηγέτες σήμερα σπανίζουν. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα αδύναμης ηγεσίας είναι ο Πέδρο Σάντσες, πρωθυπουργός της Ισπανίας, που σήμερα πασχίζει να αντιμετωπίσει την πολιτική πόλωση, τις εσωτερικές διαφωνίες στον κυβερνητικό συνασπισμό και την αυξανόμενη επιρροή των περιφερειακών κομμάτων. Ως αποτέλεσμα, η κυβέρνησή του αδυνατεί να προωθήσει μακροπρόθεσμες στρατηγικές και να εξασφαλίσει πολιτική σταθερότητα. Ανάλογα παραδείγματα ανίσχυρων και ασταθών πολιτικών ηγεσιών αφθονούν σε χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, το Βέλγιο, η Ιρλανδία αλλά και σε αρκετές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Πέμπτον, η μειούμενη κοινωνική ανισότητα.

Πρόκειται για έναν ιδιαίτερα κρίσιμο δείκτη που αφορά το σύνολο της κοινωνίας και επηρεάζει καθοριστικά την κοινή πρόσληψη για την ποιότητα της δημοκρατίας. Η κοινωνική ανισότητα αναφέρεται στο κόστος ζωής (ιδίως αφορά την προσιτότητα στέγασης και ενέργειας), καθώς επίσης στο ποσοστό κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Ενας χαμηλός δείκτης ανισότητας συνήθως συνδέεται με μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή, καλύτερη λειτουργία των θεσμών και υψηλότερη εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα. Αντίθετα, η υψηλή ανισότητα μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνικές εντάσεις και πολιτική αστάθεια. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, τα πρωτεία της κοινωνικής φτώχειας κατέχει η Ρουμανία, με τη Βουλγαρία να ακολουθεί σε μικρή απόσταση.

Τα πέντε παραπάνω κριτήρια αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και, αναλόγως, παράγουν είτε θετικά είτε αρνητικά αποτελέσματα. Σε μια τυπικά αγαθή αλληλουχία, η κυβερνητική σταθερότητα κάτω από ικανή και αποτελεσματική ηγεσία που δρα σε ένα πολιτικό σύστημα δίχως σημαντικά ακροδεξιά ή ακροαριστερά κόμματα είναι ο βασικότερος παράγοντας οικονομικής ανάπτυξης και μείωσης των κοινωνικών ανισοτήτων. Αντίθετα, η κομματική πόλωση, η αναποτελεσματική ηγεσία και η κυβερνητική αστάθεια αποτελούν συστατικά στοιχεία δυνητικών πολιτικών κρίσεων με τελικό –και μοιραίο– αποτέλεσμα την εθνική υστέρηση και την επιδείνωση των κοινωνικών ανισοτήτων.

«Και η Ελλάδα το 2025;», ευλόγως θα αναρωτηθείτε.

Για την απάντηση, δεν έχετε παρά να αναλογιστείτε …

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Τρία πολιτικά οικοσυστήματα στην Ευρώπη

Γράφει ο Τάκης Σ. Παππάς 
Πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι και συγγραφέας. 
 
 Υπήρχε μια εποχή, όχι πολλές δεκαετίες πριν, κατά την οποία η Ευρώπη διέθετε ένα και μοναδικό μοντέλο διακυβέρνησης, αυτό δηλαδή που ονομάζουμε φιλελεύθερη δημοκρατία και το οποίο λειτουργεί σε δύο επίπεδα.  
 
Πρώτα ως ένα συγκροτημένο «πολιτικό σύστημα» που προϋποθέτει ελεύθερες και δίκαιες εκλογές, διάκριση των εξουσιών, ισχυρό κράτος δικαίου, κ.ά. και, επίσης, ως συγκεκριμένο «αξιακό σύστημα» που προστατεύει τις ατομικές και κοινωνικές ελευθερίες, τον πλουραλισμό των ιδεών και τον ανοιχτό δημόσιο διάλογο, ανάμεσα σε πολλά άλλα. 
 
 Μετά την πτώση του κομμουνισμού, πολλοί θεώρησαν ότι η επικράτηση του φιλελευθερισμού θα οδηγούσε την Ευρώπη στη δημιουργία ενός ευρέος πολιτικού οικοσυστήματος χωρών, κάθε μία από τις οποίες θα χρησιμοποιούσε τα εργαλεία και θα εφάρμοζε τις αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Οπως όμως προείπα, αυτή η αντίληψη ανήκει περισσότερο στον προηγούμενο αιώνα.

Στον δικό μας αιώνα, πολλά έχουν ήδη αλλάξει. 
 
Η πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα σημαδεύτηκε από τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα, τόσο από τις πρώην κομμουνιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης προς τη Δύση, όσο και –κυρίως– από μη ευρωπαϊκές χώρες προς την Ευρώπη.  
 
Παράλληλα, καθώς αυξήθηκαν τα τρομοκρατικά χτυπήματα και άλλες βίαιες ενέργειες (όπως ήταν, για να αναφέρω δύο μόνο παραδείγματα, η δολοφονία το 2004 του σκηνοθέτη Τέο βαν Γκογκ στο Αμστερνταμ ή η επίθεση το 2015 στα γραφεία του σατιρικού Charlie Hebdo στο Παρίσι) από φανατικούς ισλαμιστές, η Ευρώπη έγινε όλο και πιο εχθρική προς το μουσουλμανικό στοιχείο.

Η δεύτερη δεκαετία του αιώνα μας έφερε ακόμη περισσότερες δυσκολίες. 
 
Αρχικά, η χρηματοπιστωτική κρίση βάθυνε περισσότερο το χάσμα εντός της Ευρώπης ανάμεσα στον πλουσιότερο Βορρά και τον φτωχότερο Νότο.  
 
Στη συνέχεια, το μοντέλο της ευρωπαϊκής φιλελεύθερης δημοκρατίας άρχισε να αμφισβητείται από πολλές μεριές και σε κάθε ένα από τα σκέλη του. Η Βρετανία, πρώτα, απέρριψε τον κοινό «ευρωπαϊκό» χαρακτήρα του μοντέλου και, παρότι πιστή στον πολιτικό φιλελευθερισμό, προτίμησε να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Η Αμερική, κατόπιν, υπό την ηγεσία ενός κλασικού λαϊκιστή ηγέτη όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, αγνόησε επιδεικτικά πολλές από τις αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας, πράγμα που για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία οδήγησε τα δύο μέρη σε αντίθετες θέσεις, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση του ατλαντικού συμμαχικού άξονα. Τέλος, άλλες χώρες, όπως η Ρωσία και η Τουρκία, απορρίπτουν ακόμη και τον δημοκρατικό χαρακτήρα του ευρωπαϊκού μοντέλου και επιλέγουν τον πολιτικό αυταρχισμό.

Ολες αυτές οι σχετικά πρόσφατες ιστορικές εξελίξεις επηρέασαν βαθύτατα την Ευρώπη και τους πολίτες της, πολλοί από τους οποίους έχασαν την πίστη τους σε αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας, αν και όχι στην ίδια τη δημοκρατία.  
 
Σταδιακά, εμφανίστηκαν και αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη δύο νέα πολιτικά οικοσυστήματα, καθένα από τα οποία αμφισβητεί τη νομιμοποίηση του πρώην κοινά αποδεκτού φιλελεύθερου μοντέλου, είτε εν μέρει είτε συνολικά.

Το πρώτο από τα νέα οικοσυστήματα, που ελλείψει καλύτερου όρου ας το ονομάσουμε νατιβισμό (από το αγγλικό «nativism» με ρίζα στο λατινικό «nativus», ο γηγενής ή αυτόχθων) απαρτίζεται από μία σειρά κομμάτων με σημαντική πλέον εκλογική ισχύ στις περισσότερες χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα καθώς και στη Σκανδιναβία. Τέτοια κόμματα είναι, ενδεικτικά, ο Εθνικός Συναγερμός της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία, το αυστριακό Κόμμα Ελευθερίας, το Λαϊκό Κόμμα στη Δανία, και η Λέγκα του Σαλβίνι στην Ιταλία. Παρά τις επιμέρους διαφορές τους, όλα αυτά τα κόμματα αμφισβητούν το μοντέλο του ανοιχτού φιλελευθερισμού που αναπτύχθηκε στη σύγχρονη Ευρώπη ως συνέπεια των αλλεπάλληλων διευρύνσεων της Ε.Ε., ιδίως προς τα ανατολικά, των μαζικών μεταναστεύσεων, και της (προσπάθειας) ενσωμάτωσης ξένων, ιδίως αλλόθρησκων, πληθυσμών στην ευρωπαϊκή κουλτούρα και σύστημα αξιών. Με άλλα λόγια, το οικοσύστημα του νατιβισμού δεν είναι αντίθετο με τις θεωρητικές αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Μόνο που, στην πράξη, επιδιώκει έναν φιλελευθερισμό αποκλειστικά για γηγενείς πολίτες. Ετσι, τα κόμματα που απαρτίζουν το συγκεκριμένο οικοσύστημα έχουν τρία αλληλένδετα χαρακτηριστικά: την ξενοφοβία καθώς και τη διπλή τους αντίθεση προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα των κοινωνιών. Κάθε ένα από αυτά τα χαρακτηριστικά βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τον κλασικό ευρωπαϊκό φιλελευθερισμό που είχε ως κύριο στόχο τη σταδιακή ομοσπονδιοποίηση μιας Ευρώπης που νοείται ανοιχτή και με ποικιλία πολιτισμών.

Το άλλο οικοσύστημα αναπτύσσεται εδώ και καιρό ιδιαίτερα στην Ανατολική Ευρώπη σε ευθεία αντίθεση –και ανοιχτή αντιπαράθεση—με τις παραδοσιακές φιλελεύθερες δημοκρατίες. Εχει ως πυρήνα το δίδυμο Ουγγαρία-Πολωνία, αλλά μπορεί εύκολα να επεκταθεί και σε άλλες χώρες της περιοχής ή και ευρύτερα. Αυτές οι κυβερνήσεις παραβιάζουν τους κανόνες του πολιτικού φιλελευθερισμού, απορρίπτουν τις αξίες του και πολεμούν εναντίον των θεσμών του (όπως είναι η Δικαιοσύνη, ο Τύπος, η λεγόμενη κοινωνία πολιτών, κ.ά.). Η διακυβέρνησή τους είναι ρητά προσανατολισμένη προς τον ανελεύθερο συντηρητικό λαϊκισμό. Ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Ορμπαν, για παράδειγμα, καταφέρεται εναντίον της «κοσμοπολίτικης ελίτ» των Βρυξελλών και της ανοιχτής κοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα τάσσεται υπέρ της επιστροφής στο έθνος-κράτος, τις αξίες της παραδοσιακής οικογένειας και της χριστιανικής θρησκείας. Εχοντας ήδη πετύχει να αντικαταστήσει στη χώρα του «το ναυάγιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας με μια ανελεύθερη χριστιανική δημοκρατία του 21ου αιώνα», ο Ορμπαν και οι ιδεολογικοί του συνοδοιπόροι εργάζονται για την από-νομιμοποίηση του κλασικού φιλελεύθερου μοντέλου σε μεγάλες περιοχές της Ευρώπης.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για το μέλλον της φιλελεύθερης δημοκρατικής Ευρώπης; 
 
Πρώτα πρώτα σημαίνουν ότι...
 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Δέκα σημεία που κρίνουν τις αμερικανικές εκλογές

Πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι και συγγραφέας. 
Διατηρεί το ιστολόγιο www.pappaspopulism.com
 

 Εάν εμπιστεύεστε τις δημοσκοπήσεις, οι προσεχείς αμερικανικές εκλογές έχουν σίγουρο νικητή, τον Τζο Μπάιντεν, και μάλλον δεν χρειάζεται να διαβάσετε παρακάτω. Αλλά εάν είστε κάπως δύσπιστοι, ιδίως για προβλέψεις σε πολωμένες αναμετρήσεις όπως ήταν το ελληνικό δημοψήφισμα του 2015 ή το αγγλικό του 2016, τότε μάλλον θα πρέπει να λάβετε υπ’ όψιν τα σημεία που θα κρίνουν το εκλογικό αποτέλεσμα.  

Παραθέτω μία λίστα με δέκα τέτοια σημεία που θεωρώ τα σημαντικότερα, καθένα με μια σύντομη επεξήγηση.

1. Το αμερικανικό εκλογικό σύστημα. Η ιδιομορφία του έγκειται το ότι δεν βασίζεται στην αρχή της λαϊκής πλειοψηφίας. Τις εκλογές κερδίζει εκείνο το κόμμα που θα εξασφαλίσει την ψήφο 270 (από ένα σύνολο 538) πολιτειακών εκλεκτόρων. Με δεδομένο ότι ο αριθμός των εκλεκτόρων κάθε πολιτείας εξαρτάται από το μέγεθος του πληθυσμού της, οι εκλογικοί αντίπαλοι επιδιώκουν να κερδίσουν, όχι απλώς την πλειοψηφία της εθνικής ψήφου, αλλά την πλειοψηφία σε συγκεκριμένες πολιτείες που διαθέτουν πολλούς εκλέκτορες και αμφίρροπο εκλογικό σώμα.

2. Το πλεονέκτημα της εξουσίας. Οπως στο ποδόσφαιρο, στο οποίο η έδρα μετράει, έτσι και στις εκλογές το κόμμα που ήδη βρίσκεται την εξουσία έχει πλεονέκτημα. Ο σημερινός πρόεδρος εκμεταλλεύεται αυτό το πλεονέκτημα με πολλούς τρόπους, από χαριστικές εκτελεστικές πράξεις προς κρίσιμες ομάδες ψηφοφόρων (όπως είναι οι επιδοτήσεις στους αγρότες της Αϊόβα ή η κρατική βοήθεια στους πληγέντες των τυφώνων στο Πουέρτο Ρίκο) έως τον διορισμό ιδεολογικών και πολιτικών φίλων σε κομβικές θέσεις (όπως εκείνες του διευθυντή των αμερικανικών ταχυδρομείων ή των τριών ήδη υπερσυντηρητικών δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο).

3. Οι κομματικές οργανώσεις. Το ερώτημα εδώ είναι σε ποιον βαθμό τα δύο κόμματα θα πάνε στις εκλογές μαζικά και συντεταγμένα κάτω από την ηγεσία των αρχηγών τους. Μέχρι στιγμής, οι Ρεπουμπλικανοί παραμένουν πιστοί στον ηγέτη τους, αλλά αρκετοί γερουσιαστές μπορεί να διαφοροποιήσουν τη στάση τους λίγο πριν από τις εκλογές αν οι δημοσκοπήσεις συνεχίσουν να είναι αρνητικές για το κόμμα τους. Επίσης, μέχρι στιγμής, οι ιδεολογικές πτέρυγες των Δημοκρατικών δείχνουν αποφασισμένες να ψηφίσουν υπέρ του κοινού δικού τους υποψηφίου, αλλά καλό είναι να θυμόμαστε τι συνέβη το 2016: ένας από τους κύριους λόγους της ήττας ήταν ότι πολλοί Δημοκρατικοί αρνήθηκαν να στηρίξουν την Κλίντον.

4. Η προσωπικότητα των υποψηφίων. Αυτός είναι πάντα καθοριστικός παράγοντας ιδίως εφόσον πρόκειται για προεδρικές εκλογές. Αυτή τη φορά γίνεται ακόμη σημαντικότερος επειδή οι δύο υποψήφιοι παρουσιάζουν διαμετρικά αντίθετες προσωπικότητες. Ο ένας είναι εγωπαθής, απρεπής, εριστικός, χωρίς κοινωνική ενσυναίσθηση, αλλά επίσης θεωρείται πιο δυναμικός και με καλύτερη επικοινωνιακή ικανότητα από τον αντίπαλό του. Ο άλλος είναι πολιτικά μετριοπαθής, ευγενής και προσιτός, με απροσποίητο ενδιαφέρον για τον απλό πολίτη. Κάθε προσωπικότητα ελκύει ψηφοφόρους με ιδιαίτερα ψυχολογικά χαρακτηριστικά, κι έτσι σύντομα θα μάθουμε τι είδους ηγέτη αποζητεί ο σημερινός μέσος Αμερικανός.

5. Η πολιτική πόλωση. Εδώ υπάρχουν δύο αλληλένδετα στοιχεία που έχουν σημασία. Πρώτον, οι επικείμενες εκλογές θα είναι οι πλέον πολωμένες της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας, αφού η μεν κοινωνία είναι διαιρεμένη σε δύο σφόδρα αντίπαλα στρατόπεδα, το δε μετριοπαθές πολιτικό κέντρο έχει εξαφανιστεί. Δεύτερον, ακριβώς επειδή αυξάνει τη συσπείρωση στο εσωτερικό τους και την εχθρότητα προς τον αντίπαλο, η πόλωση ευνοεί περισσότερο τα λαϊκιστικά κόμματα, όπως είναι οι Ρεπουμπλικανοί, και λιγότερο τα φιλελεύθερα και περισσότερο ενωτικά, όπως είναι οι Δημοκρατικοί.

6. Η πολιτική συγκυρία. Αυτή σημαδεύτηκε από δύο εξελίξεις, τον κορωνοϊό και τη ρατσιστική βία, που σε μεγάλο βαθμό καθόρισαν την τακτική των εκλογικών αντιπάλων. Το ένα στρατόπεδο, επενδύοντας κυρίως στον φόβο των λευκών ψηφοφόρων, υποσχέθηκε να αποκαταστήσει τον νόμο και την τάξη που θεωρεί ότι διασαλεύτηκαν από διαδηλώσεις και λεηλασίες σε πολλές πόλεις της Αμερικής μετά τα επεισόδια αστυνομικής βίας εις βάρος μαύρων πολιτών. Το αντίπαλο στρατόπεδο επέλεξε να επενδύσει στην καταστροφική διαχείριση της πανδημίας από την κυβέρνηση που ήδη έχει αφήσει πίσω της πάνω από 200.000 νεκρούς.

7. Η κατάσταση της οικονομίας:  

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ιστορικές πρωτιές σε 200 χρόνια εθνικής ιστορίας

Photo: Προσφυγόπουλα στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’20. Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, η Ελλάδα διέθετε τον πλέον ομοιογενή (εθνικά, γλωσσικά και θρησκευτικά) πληθυσμό στην Ευρώπη (μαζί με την Πορτογαλία).


 Πολιτικός επιστήμονας και συγγραφέας. Ανάμεσα στα βιβλία του είναι και το «Σε τεντωμένο σκοινί: Εθνικές κρίσεις και πολιτικοί ακροβατισμοί από τον Τρικούπη έως τον Τσίπρα» (Ικαρος, 2017). Διατηρεί το blog www.pappaspopulism.com.


Η επερχόμενη επέτειος για τη συμπλήρωση δύο αιώνων από την Επανάσταση του ’21 αποτελεί θαυμάσια ευκαιρία για την απογραφή των ιστορικών περιστάσεων στις οποίες η χώρα πρωτοπόρησε σε σχέση με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά έθνη ή και διεθνώς.  


Οσο κι αν φαίνεται παράδοξο για μια μικρή και όχι πλούσια χώρα σαν τη δική μας, η Ελλάδα βρέθηκε συχνά στην πρωτοπορία ιστορικών εξελίξεων παγκόσμιας σημασίας – αν και όχι πάντα με θετικό για την ίδια αποτέλεσμα.  


Ας δούμε αμέσως, κατά χρονολογική σειρά, μια δεκάδα από τις πιο εντυπωσιακές πρωτιές της χώρας μας κατά τους δύο προηγούμενους αιώνες.

1830 (Φεβρουάριος). Οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, Μ. Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία, υπέγραψαν το Πρωτόκολλο του Λονδίνου με το οποίο αναγνώρισαν την Ελλάδα ως ανεξάρτητο βασίλειο. Αν και η Ελλάδα δεν ήταν η πρώτη από τις επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Ευρώπη που επαναστάτησαν εναντίον της Πύλης (είχαν προηγηθεί οι Σέρβοι το 1804), ήταν η πρώτη που κατόρθωσε να ανακηρυχθεί σε ανεξάρτητο εθνικό κράτος (κάτι που η Σερβία δεν πέτυχε παρά μόνο το 1878).

1844 (Μάρτιος). Η Εθνοσυνέλευση που είχε προέλθει από τις εκλογές του προηγούμενου έτους ψήφισε εκλογικό νόμο που καθιέρωνε την καθολική και άμεση ψηφοφορία για όλους τους άρρενες Ελληνες πολίτες. Ετσι, η Ελλάδα έγινε πρωτοπόρος στην Ευρώπη (και μάλλον σε ολόκληρο τον κόσμο) στο πεδίο του καθολικού εκλογικού δικαιώματος. Για σύγκριση, η Ελβετία και η Γαλλία εφάρμοσαν την καθολική ανδρική ψήφο το 1848, η Δανία το 1849, η Γερμανία το 1871, το Βέλγιο το 1893, η Ισπανία το 1890, η Αυστρία το 1896, η Ιταλία το 1912 και η Μ. Βρετανία το 1918.

1896 (Απρίλιος). Η Αθήνα οργάνωσε τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες με συμμετοχή 14 χωρών και 241 ανδρών αθλητών. Στο πρόσωπο του Σπύρου Λούη, η Ελλάδα επίσης κέρδισε το πρώτο χρυσό μετάλλιο στους σύγχρονους Μαραθώνιους αγώνες. Παρά την περίπλοκη πολιτική κατάσταση της εποχής (όπως ήταν η εξέγερση που ξέσπασε στην Κρήτη), καθώς και τις μεγάλες οικονομικές και οργανωτικές δυσκολίες, οι Αγώνες αποτέλεσαν το σημαντικότερο παγκόσμιο αθλητικό γεγονός μέχρι τότε και θεωρήθηκαν μεγάλη εθνική επιτυχία.

1923 (Ιανουάριος). Με τη Συνθήκη της Λωζάννης, η Ελλάδα μαζί με την Τουρκία έγιναν οι πρώτες χώρες στον κόσμο που υποχρεώθηκαν να ανταλλάξουν πληθυσμούς. Ειδικά η μικρή τότε Ελλάδα ανέλαβε, και έφερε εις πέρας, το έργο της οικονομικής αποκατάστασης και εθνικής ενσωμάτωσης άνω του ενός εκατομμυρίου προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την ανατολική Θράκη. Μια άλλη πρωτιά ακολούθησε: Μετά την ανταλλαγή, η Ελλάδα διέθετε τον πλέον ομοιογενή (εθνικά, γλωσσικά και θρησκευτικά) πληθυσμό σε ολόκληρη την Ευρώπη (μαζί με την Πορτογαλία).

1940 (Οκτώβριος). Μετά την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν η Ελλάδα η πρώτη χώρα που, αφού μπήκε στον πόλεμο, πέτυχε και τις πρώτες στρατιωτικές νίκες εναντίον του Αξονα σε ευρωπαϊκό έδαφος. Οταν πια η Ολλανδία, το Βέλγιο και η Γαλλία είχαν κατακτηθεί μέχρι τον Ιούνιο του ’40, η Ελλάδα όχι μόνο κατόρθωσε να αντισταθεί στην επίθεση της φασιστικής Ιταλίας αλλά και να την υποχρεώσει σε ήττα. Οι αμέσως επόμενες συμμαχικές νίκες ήρθαν το 1941 από τον αγγλικό στρατό εκτός Ευρώπης, στην Αιθιοπία και τη Βόρεια Αφρική.

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η χρήσιμη ιστορία μας

Γράφει ο Τάκης Σ. Παππάς


Ο​​πως όλοι μας σε αυτή τη χώρα που, εδώ και πολλά χρόνια, ταλαιπωρείται μέσα σε μια δίνη κρίσης χωρίς ορατή θετική κατάληξη, προσπάθησα κι εγώ να κατανοήσω τις βαθύτερες αιτίες της κρίσης, να εξηγήσω τη δυναμική της σημερινής συγκυρίας και να προβλέψω τα μελλούμενα.  


Θεώρησα ότι ο καλύτερος –αν όχι και μοναδικός– τρόπος ήταν να κοιτάξω πίσω προς το μακρύ ιστορικό παρελθόν. Κι έτσι έγραψα ένα βιβλίο με τίτλο «Σε τεντωμένο σκοινί: Εθνικές κρίσεις και πολιτικοί ακροβατισμοί από τον Τρικούπη έως τον Τσίπρα» (εκδόσεις Ικαρος), το οποίο στηρίζεται σε τρεις βασικές διαπιστώσεις. 


Πρώτον, ότι αυτό που ονομάζουμε «κρίση» δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός αλλά μια σπειροειδής αλληλουχία πολλών κρίσεων με άγνωστη ακόμη κατάληξη 


Δεύτερον, ότι η σημερινή σπείρα κρίσης έχει εντυπωσιακές ομοιότητες με τρεις ιστορικές κρίσεις που επίσης είχαν τη μορφή σπείρας ή φαύλου κύκλου 


Τρίτον, ότι οι προηγούμενες κρίσεις μάς προσφέρουν πολύτιμα διδάγματα που δεν πρέπει να τα αφήσουμε να πάνε χαμένα.



Η πρώτη από τις προαναφερθείσες σπείρες κρίσης ξεκίνησε με την πτώχευση του 1893 και τερματίστηκε με την πρώτη πρωθυπουργία του Ελευθέριου Βενιζέλου το 1910. 


Η δεύτερη εγκαινιάστηκε με το βενιζελικό στρατιωτικό πραξικόπημα του 1935 και κράτησε έως το 1952, όταν ένας άλλος στρατιωτικός, ο Αλέξανδρος Παπάγος, εγκαθίδρυσε ένα –ασφαλώς υπερσυντηρητικό– καθεστώς πολιτικής σταθερότητας, το οποίο αποτέλεσε τη βάση της μεταπολεμικής οικονομικής ανάπτυξης. 


Η τρίτη σπείρα κρίσης άρχισε να ξετυλίγεται με τον δημαγωγικό «Ανένδοτο» του Γεωργίου Παπανδρέου, ώσπου εντέλει, μετά τη δικτατορία και τη διχοτόμηση της Κύπρου, κατέληξε στην εγκαθίδρυση του σημερινού μας δημοκρατικού πολιτεύματος.



Συμπυκνώνω δέκα συμπεράσματα –και ορισμένα χρήσιμα διδάγματα– που αποκόμισα γράφοντας αυτό το βιβλίο:



1. Με τέσσερις διαδοχικές σπείρες κρίσης σε διάστημα μόλις πέντε 25ετιών, η σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία μοιάζει με το τρενάκι του τρόμου. Ανεβαίνει και μετά πέφτει με τρομακτική ταχύτητα, χωρίς όμως κανείς μας να μπορεί να φανταστεί την τελική κατάληξη. Ολοι μας όμως νιώθουμε μια αίσθηση ιλίγγου.



2. Οι περίοδοι αδιάσπαστης (σχετικής) ομαλότητας είναι βραχείες, με σημαντικότερη εξαίρεση τη Μεταπολίτευση, πράγμα που οφείλεται κυρίως στην ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ, νυν Ευρωπαϊκή Ενωση. Αντιθέτως, οι περίοδοι σπειροειδούς κρίσης έχουν εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια με μέσο όρο τα 15 έτη. Αυτό, προφανώς, δεν είναι καλό σημάδι.



3. Το στάδιο επώασης κάθε μιας σπείρας κρίσης βρίσκεται στην περίοδο σχετικής ομαλότητας που έχει προηγηθεί. Ετσι, η κρίση του τέλους του 19ου αιώνα οφείλεται κατά κύριο λόγο στον ανεκπλήρωτο εθνικισμό, η κρίση που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’30 οφείλεται στον εθνικό διχασμό, εκείνη της δεκαετίας του ’60 έχει τη ρίζα της στο μετεμφυλιακό αντικομμουνιστικό καθεστώς, ενώ η σημερινή κρίση δεν θα είχε υπάρξει χωρίς την επικράτηση του λαϊκισμού στο μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα.



4. Το κοινό χαρακτηριστικό σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις είναι η απονομιμοποίηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατικής διαδικασίας και, συνεπώς, η απίσχνανση του –έστω ατελούς– κοινοβουλευτισμού. Συνοψίζοντας, προτείνω την ακόλουθη γενική ερμηνεία: Το μόνιμο πολιτικό πρόβλημα της χώρας είναι ότι ο κοινοβουλευτισμός ουδέποτε απέκτησε στη χώρα μας καθολική και πλήρως κατοχυρωμένη νομιμοποίηση.



5. Οταν η χώρα εισέρχεται σε σπείρα κρίσης, και καθ’ όλη της τη διάρκεια, παρατηρούνται τρεις αρνητικές εξελίξεις. Πρώτον, η διαδοχή στην εξουσία ακατάλληλων ηγετών, δεύτερον, η ταχεία περαιτέρω αποσάθρωση των κοινοβουλευτικών θεσμών, κυρίως εξαιτίας της πόλωσης, και, τρίτον, η ραγδαία αποδυνάμωση των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων και η αύξηση της μετανάστευσης. Από τις τρεις αυτές εξελίξεις, η πλέον κομβική είναι η «κακή» ηγεσία, καθώς από αυτήν κυρίως εξαρτώνται η πολιτική πόλωση και η αίσθηση κοινωνικής ασφυξίας.



6. Η έξοδος από την κρίση συνδυάζεται πάντα με νέα, ισχυρή και κατάλληλη για τις περιστάσεις ηγεσία. Χρειάστηκε ο Ελευθέριος Βενιζέλος για να ανακοπεί η πρώτη σπείρα κρίσης, ο Παπάγος για να ξεκινήσει ένας αγαθός κύκλος σταθερότητας και ανάπτυξης μετά τη δεύτερη σπείρα και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής για να εγκαινιάσει τη Μεταπολίτευση.



7. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι όλοι οι παραπάνω ηγέτες διέθεταν έξι κοινά χαρακτηριστικά. Ολοι τους 
(α) διέθεταν μακρύ και επιτυχημένο πολιτικό ή στρατιωτικό παρελθόν, 
(β) φιλόδοξο εθνικό όραμα και συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα, για την πραγματοποίηση του οποίου 
(γ) δημιούργησαν νέα κόμματα τα οποία και στελέχωσαν με νέο πολιτικό προσωπικό, 
(δ) εγκαθίδρυσαν νέο νομικό και θεσμικό πλαίσιο, που 
(ε) κέρδισε ευρεία υποστήριξη από τις μεσαίες τάξεις, ενώ
 (στ) διέθεταν σημαντική ξένη πολιτική και οικονομική στήριξη.



8. Εάν η «καλή» ηγεσία συνδυάζεται με εξόδους από κρίσεις, η «κακή» ηγεσία εμφανίζεται αμέσως μετά από κάθε «σημείο καμπής» της εθνικής μας ιστορίας, εκεί δηλαδή που η χώρα έχει μόλις πετύχει κάτι σημαντικό, με καταστροφικές συνέπειες. Ετσι, μετά τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους, έλαμψε το διχαστικό πολιτικό άστρο του βασιλιά Κωνσταντίνου Β΄, μετά την Απελευθέρωση η πλήρως ακατάλληλη ηγεσία του ΚΚΕ, μετά το λεγόμενο μεταπολεμικό «οικονομικό θαύμα» η δημαγωγία του Γ. Παπανδρέου, μετά τον πρώιμο μεταπολιτευτικό φιλελευθερισμό ο λαϊκισμός του Ανδρ. Παπανδρέου και μετά την είσοδο της χώρας στη Ευρωζώνη μια ολόκληρη αλυσίδα ακατάλληλων ηγεσιών που φτάνει μέχρι το σήμερα.



9. Αν η Ιστορία διδάσκει κάτι, αυτό είναι ότι...