"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΑΓΚΟΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΑΓΚΟΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Τελειώνει ο κόσμος;

 


Tης ΠΕΠΗΣ ΡΑΓΚΟΥΣΗ

Ο κόσμος δεν τελειώνει με έναν κρότο αλλά με έναν λυγμό. Ετσι γράφει ο Τ.Σ. Ελιοτ στην «Ερημη Χώρα».

Και όχι μόνο ο κόσμος. Τα πάντα. Οι σχέσεις, οι ιδεολογίες, οι ελπίδες, οι βεβαιότητες, ό,τι είναι να τελειώσει τέλος πάντων. Και δεν τελειώνουν όταν όλοι νομίζουν πως πέφτει η αυλαία.

Το πραγματικό τέλος συντελείται αργότερα, σε μία άσχετη χρονική στιγμή, εκτός παρατηρητηρίου.

Ή έχει ήδη συντελεστεί πολύ πιο πριν.

Θυμάμαι μια φίλη μου να λέει ότι, στην πραγματικότητα, «χώρισε» από τον άντρα της όχι όταν εκείνος μάζεψε τα πράγματά του και έφυγε από το σπίτι, ύστερα μάλιστα από δική της απαίτηση, αλλά μήνες αργότερα, μια μέρα καθώς έπλενε τα πιάτα.

Ο «μεγάλος» κόσμος είναι η συνολική προβολή των δικών μας μικρόκοσμων. Με τον ίδιο τρόπο συμβαίνουν τα πράγματα και σε προσωπικό και σε συλλογικό και σε εθνικό επίπεδο. Οσοι είδαμε την περασμένη Παρασκευή το ντιμπέιτ μεταξύ Μπάιντεν και Τραμπ, σκεφτήκαμε ότι αυτό το θέαμα σηματοδοτεί το τέλος των ΗΠΑ, έτσι όπως τις ξέραμε τουλάχιστον. Το θέαμα παρέπεμπε σε ταινία των Μόντι Πάιθον ή του Μπόρατ. Ενας παρλαπίπας κλόουν από τη μία και από την άλλη ένας άνθρωπος καταφανώς ανήμπορος και όχι σε απόλυτη επικοινωνία με το περιβάλλον. Να διεκδικούν την προεδρία της υπερδύναμης. Και οι ψηφοφόροι να έχουν να διαλέξουν ανάμεσα σε ένα δυστοπικό παρελθόν και σε ένα τρεμάμενο μέλλον. Κι εμείς να τραγουδάμε από μέσα μας, με ξεκούρδιστη φωνή, σαν τους παλιούς δίσκους που έχαναν στροφές στα πικάπ, το «Born in the USA» του Σπρίνγκστιν.

Πότε «τέλειωσαν» οι ΗΠΑ;

Οταν βγήκε πρόεδρος ο Τραμπ;

Οταν ξέσπασε το κίνημα Black Lives Matter που ήθελε να σαρώσει τον παλιό κόσμο;

Οταν μπούκαραν οι τραμπικοί στο Καπιτώλιο και είδαμε εκείνες τις απίστευτες σκηνές;

Ή μήπως άρχισε να «τελειώνει» το 2001, μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους;

Oλα θα ταίριαζαν σε μία ταινία.

Ψυχραιμία παιδιά. Οι ΗΠΑ δεν τελείωσαν. Κουράστηκαν, ρέταραν.

Ξέμειναν από οράματα, το αμερικάνικο όνειρο ξεθώριασε όπως «ξεθωριασμένα» από τον χρόνο φαίνονται πλέον και τα έντονα χρώματα στις τεχνικολόρ ταινίες.

Χρειάζονται ένα restart όπως ακριβώς και οι συσκευές μας όταν «κολλάνε».

Ανθρώπους που θα μπορούν να εμπνέουν. Που να έχουν και όραμα και φιλοδοξίες και το ένα να τροφοδοτεί το άλλο. Και θεωρώ ότι αυτό το άτομο ή αυτά τα άτομα ήδη υπάρχουν και κάπου δουλεύουν. Oτι σύντομα θα ξεμυτίσουν έστω και ως μεταβατική κατάσταση. Πριν ο Μπάιντεν καταρρεύσει μπροστά στις κάμερες ή ο Τραμπ «καβαλήσει» το άλογο παράλογο. Φτάνει να του δώσει το χρίσμα η Τέιλορ Σουίφτ. Τον νου της.

Αλονζανφάν

Δεν βλέπουμε τι γίνεται και στη Γαλλία;

Ο φόβος για την επέλαση της Ακροδεξιάς αύξησε εντυπωσιακά το ποσοστό των Γάλλων που, προχθές, πήγαν να ψηφίσουν. Τελικά, δεν ανατράπηκαν τα προγνωστικά, πρώτο το κόμμα της Λεπέν, με λιγότερο ωστόσο ποσοστό από αυτό που περίμεναν.

Τι σημαίνει αυτό;

Οτι «τέλειωσε» η Γαλλία;

Η χώρα της σύγχρονης δημοκρατίας και των κινημάτων;

Με τα συνθήματα του Μάη του ’68 να ηχούν ακόμη στα αφτιά όχι μόνο αυτών που τον έζησαν αλλά και στα δικά μας που τον «εισπράξαμε»;

Οχι βέβαια. Κι ας ακούω εδώ και καιρό αναλύσεις επί αναλύσεων για τους λόγους που οι Γάλλοι έκαναν τέτοια στροφή. Δεν γίνονται οι άνθρωποι φασίστες επειδή αισθάνονται απροστάτευτοι από το κράτος. Και ξέρουν πολύ καλά τι σημαίνει φασισμός. Τους το θυμίζουν αυτοί που βγαίνουν στους δρόμους των πόλεων της Γαλλίας να φωνάξουν εναντίον της Ακροδεξιάς.

Περί ενός φαινομένου πρόκειται που ό,τι και αν το προκάλεσε δεν γίνεται παρά, με τον καιρό, να κατασταλεί.

Η Ευρώπη δεν ξεχνά τόσο εύκολα τι πλήρωσε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Από τότε που ήμουν πολύ νέα ακούω συνέχεια για το «τέλος του κόσμου». Στα χρόνια της πανδημίας το άκουγα κάθε μέρα και από πολλές πλευρές.

Μόνο που ο κόσμος δεν τελειώνει, η Ιστορία, απλώς, μας βγάζει κατά καιρούς τη γλώσσα.

Διότι …

ΔΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ο Τζέιμς Μποντ δεν μένει πια εδώ

 


Της ΠΕΠΗΣ ΡΑΓΚΟΥΣΗ

 

Μεγάλωσα στην εποχή του «Ακατάλληλον». Και μάλιστα σε τρεις παραλλαγές.«Κατάλληλον άνω των 13», «Ακατάλληλον», «Αυστηρώς ακατάλληλον».

Εκείνη την εποχή που ο κινηματογράφος αποτελούσε για εμάς την πιτσιρικαρία τη μεγάλη εικόνα του κόσμου και τη μεγάλη «πύλη εισόδου» στον κόσμο αυτό, ένας από τους λόγους που βιαζόμασταν να μεγαλώσουμε ήταν να υπερβούμε αυτό το «ακατάλληλο».

 

Να πάψουμε να μεταμφιεζόμαστε σε «δεσποινίδες» για να περάσουμε στη ζούλα ή να στριμωχνόμαστε στο μπαλκόνι της προνομιούχας φιλενάδας που είχε θέα στην οθόνη του θερινού σινεμά για να μυηθούμε στον «ακατάλληλο» κόσμο των ενηλίκων, εκεί που δεν υπήρχε απαγόρευση θεαμάτων.

Διότι θα είμαστε πια σε ηλικίες που ό,τι και να βλέπαμε, θα μπορούσαμε να το επεξεργαστούμε, να το διαχειριστούμε, να το αφομοιώσουμε, να το κρίνουμε, να το αξιολογήσουμε, να διαβάσουμε την ούγια του.

Και να ‘μαστε τώρα, όχι απλώς ενήλικοι αλλά σχεδόν υπερήλικοι, απέναντι σε νέα «απαγορεύται».

Αυτά που υπαγορεύει η woke κουλτούρα και η πολιτική ορθότητα.

Ψάχνω να βρω ουσιαστικές, ειδοποιούς διαφορές από εκείνες τις πάλαι ποτέ «κυρίες της Ζωής» με τους σφιχτούς κότσους, τα γκριζόμαυρα ρούχα και τα σφιχτά χείλη αλλά δεν βρίσκω.

Το αντικείμενο μόνο αλλάζει.

Η λύσσα για την επισήμανση του σωστού και του λάθους, του καλού και του κακού, της αρετής και της αμαρτίας είναι ακριβώς η ίδια.

Λες και η ηθική προκύπτει από την απαγόρευση του οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί ανήθικο και όχι από ελεύθερη επιλογή.

Δηλαδή; Εκείνος ο μύθος με τον Ηρακλή που μας μάθαιναν στο σχολείο και που, όταν βρέθηκε στο σταυροδρόμι, απέναντι στην Αρετή και την Κακία, επέλεξε την πρώτη, δεν ισχύει;

Η πιο πρόσφατη επισήμανση του «κακού», του «εξαποδώ» έγινε σε δύο ταινίες με τον Τζέιμς Μπόντ, τον «Χρυσοδάχτυλο» (1964) και το «Ζεις μονάχα δύο φορές» (1969).

Το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου, σε αφιέρωμα που έκανε στον συνθέτη Τζον Μπάρι, θεώρησε ότι, κατά τη διάρκεια της προβολής αυτών των δύο ταινιών, έπρεπε να υπάρχει μήνυμα που θα ειδοποιούσε το κοινό ότι «περιέχουν γλώσσα, εικόνες ή άλλο περιεχόμενο που αντικατοπτρίζει απόψεις που ήταν διαδεδομένες στην εποχή τους, αλλά θα προκαλέσουν προσβολή σήμερα».

 

Οτι δηλαδή τι;

Θα δει κάποιος αυτές τις ταινίες και δεν θα καταλάβει ότι έχουν γυριστεί κάμποσες δεκαετίες πριν; Θα νομίζει ότι γυρίστηκαν τώρα;

Μόνο αν τον πάνε στην αίθουσα προβολής κατευθείαν από το δάσος του Αμαζονίου και μάλιστα με κουκούλα για να μη βλέπει τη διαδρομή. …Μπα, ούτε και τότε.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό.

Το ίδιο Ινστιτούτο έχει επιβάλει την προβολή ανάλογων μηνυμάτων και σε άλλες ταινίες ανάμεσα στις οποίες «Ο καουμπόι του μεσονυχτίου» (1969) προειδοποιώντας για «ομοφοβική γλώσσα και σεξουαλική βία» και το «Πετούλια» (1968) για «ενδοοικογενειακή βία».

Εντάξει, δεν πρόκειται ακριβώς για απαγόρευση αλλά πόσο απέχει από αυτήν;

Πριν από πέντε χρόνια, τα σχολεία στη Βαρκελώνη κατέβασαν από τα ράφια των βιβλιοθηκών τους 200 τίτλους ανάμεσα στους οποίους «Η Κοκκινοσκουφίτσα» και «Η ωραία κοιμωμένη».

Διότι, λένε ότι, προβάλουν σεξιστικά πρότυπα.

Να καλωσορίσουμε τον Μπράντμπερι;

Αν δούμε κάτω από το μικροσκόπιο της woke κουλτούρας το σύνολο της λογοτεχνίας και της δραματουργίας, θεωρώ ότι στα πάντα μπορούμε να βρούμε αναφορές που είναι κόντρα στους κανόνες της.

Και αν συνεχιστεί και εξελιχθεί αυτό, το δυστοπικό μυθιστόρημα του Ρέι Μπράντμπερι «Φαρενάιτ 451» δεν θα είναι τόσο μακριά από τη δική μας πραγματικότητα.

Η ηθικιστική προσέγγιση της λογοτεχνίας και της δραματουργίας είναι σαν, αυτόματα, να τις ακυρώνει.

 

Οι συγγραφείς δεν «διδάσκουν» το καλό.

Ανοίγουν όλα τα χαρτιά του κόσμου μπροστά στα μάτια του αναγνώστη ή του θεατή, τον προβληματίζουν, τον βάζουν να σκεφτεί.

Μόνο ύστερα από σκέψη και επιλογή μπορεί να γίνει ο κόσμος καλύτερος.

Η επιβολή…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΙΣΛΑΜΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο Τσαρούχης, οι αριστεροί "συγγραφείς" μας και οι εθνικές μας φράσεις

 

Της ΠΕΠΗΣ ΡΑΓΚΟΥΣΗ

Κάποιες ρήσεις, όταν τις επαναλαμβάνουμε κατά κόρον και τις κολλάμε κατά βούληση όπου θεωρούμε ότι ταιριάζουν, χάνουν, με την πάροδο του χρόνου, την αξία και τη σπουδαιότητά τους και εκπίπτουν σε κοινοτοπία.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει με το «Στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις» που αποδίδεται στον Γιάννη Τσαρούχη και κυκλοφορεί από τη δεκαετία του 1960.

Η κατάχρησή της απομείωσε το νόημά της και την υποβίβασε σε κλισέ. 

Μέχρι που έρχεται κάποια στιγμή, μια αφορμή, ένα γεγονός και, ως διά μαγείας, επανακτά το πλήρες νόημά της.

Συνέβη πρόσφατα. Οταν διάβασα ότι 263 συγγραφείς (συγκεκριμένα «άνθρωποι της ποίησης, της πεζογραφίας και της μετάφρασης») συγκρότησαν την πρωτοβουλία
«Δείξε τα χέρια σου», με έμπνευση από ποίημα του Μανώλη Αναγνωστάκη, και ως πρώτη δημόσια παρέμβαση συνυπέγραψαν κείμενο για το «έγκλημα που συμβαίνει τώρα στη Γάζα».

Πάμε πρώτα απ’ όλα στους «συγγραφείς». 

Τους βάλαμε κάτω με άνθρωπο που εργάζεται εδώ και χρόνια στον χώρο του βιβλίου.

Από τους 263, ζήτημα είναι αν οι σαράντα πρόκεινται για αναγνωρίσιμα ονόματα – δεν λέω όλα αξιόλογα, απλά αναγνωρίσιμα ακόμη και από ανθρώπους του μετιέ.

Ανάμεσά τους, υπάρχουν βέβαια και κάποιοι πολύ καλοί συγγραφείς. Αλλά λίγοι και μέχρι εκεί. Εντάξει, πολύ συχνά οι μεγάλοι άνθρωποι της Τέχνης και του Πνεύματος δεν αναγνωρίζονται εν ζωή ή όταν είναι στην ακμή τους και το έργο τους γίνεται γνωστό πολύ αργά, ακόμη και μετά θάνατον.

Φαντάζομαι ότι κάποιοι από τους 223 που απέμειναν αφού αφαιρέσαμε τους σαράντα, θα θεωρούν ότι ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία, πιθανόν και όλοι. Ο καθένας μπορεί να θεωρεί τον εαυτό ό,τι θέλει, να δηλώνει ό,τι θέλει άρα και να είναι ό,τι θέλει.

Αναρωτιέμαι όμως αν μία υπογραφή δεν είναι αναγνωρίσιμη, τι είδους επιδραστικότητα έχει; Γιατί εγώ, ο απλός πολίτης, θα επηρεαστώ από τον κύριο Ταδόπουλο ή την κυρία Ταδοπούλου δεν πα’ να ‘ναι και συγγραφέας;

Για να δούμε λίγο και τον τίτλο της πρωτοβουλίας.
«Δείξε τα χέρια σου». Και ολόκληρος ο εξαιρετικός στίχος του Αναγνωστάκη «…Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες, κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα. Εστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς». Από τον «Επίλογο».

Αναρωτιέμαι όμως πόσοι από τους αποδέκτες του μηνύματος των 263 γνωρίζουν αυτό το ποίημα και μπορούν να κάνουν τον συνειρμό.

Οι πιο αναγνωρίσιμες αναφορές των τελευταίων δεκαετιών σε «χέρια» είναι τα «καθαρά χέρια» του χουντικού Λαδά και η αντίστοιχη του Μιχαλολιάκου όταν έλεγε ότι «αυτά τα χέρια μπορεί να χαιρετούν καμιά φορά ναζιστικά αλλά είναι καθαρά».

Αντε και το υπέροχο
«Αυτά τα χέρια είναι δικά σου και τα ‘χεις στείλει για να με δικάσουν» του Λευτέρη Παπαδόπουλου σε μουσική Δήμου Μούτση.
 

Επί της ουσίας

Να σοβαρευτούμε; Να δούμε το ίδιο το κείμενο; 

«Ούτε η ανείπωτη τραγωδία του εβραϊκού λαού τον περασμένο αιώνα με τα εκατομμύρια των αθώων θυμάτων, ούτε οι ακρότητες της Χαμάς είναι επιτρεπτό να χρησιμοποιούνται ως άλλοθι από την αδίστακτη στρατοκρατική κλίκα που κυβερνάει το Ισραήλ…».

Τον περασμένο αιώνα; Τι μου λέτε;  

Ξέρουμε και εμείς, κι ας μην είμαστε «συγγραφείς», το «φορτίο» των λέξεων.

Το Ολοκαύτωμα δηλαδή είναι ένα γεγονός θαμμένο στους αιώνες; Κάτι που συνέβη κάποτε, πολύ παλιά, άρα δεν το βάζουμε στην κουβέντα; 

Και οι σφαγές της 7ης Οκτωβρίου είναι «ακρότητες»;  

Τα ξεκοιλιάσματα και οι αποκεφαλισμοί, οι βιασμοί των βρεφών, τα μωρά που κρατούν ως ομήρους, τα άλλα αποτρόπαια που δεν θέλω να περιγράψω είναι ακρότητες.

Τύπου «χθες το βράδυ ήπια πολύ και έκανα ακρότητες»; «Φρικώδη εγκλήματα» κάνουν μόνο οι Ισραηλινοί; 

 Και οι «συγγραφείς» δεν θέλουν εξαιτίας της «δίκαιας αγανάκτησης» για αυτά τα εγκλήματα να πυροδοτηθεί ένα νέο κίνημα αντισημιτισμού.

Δεν θέλουν αλλά ...

 

ΣΥΡΙΖΑίικο ΣΟΥΡΓΕΛΟΨΩΝΑΡΑΔΙΚΟ: Ιστορίες με καθρέφτες

 

Της ΠΕΠΗΣ ΡΑΓΚΟΥΣΗ

Τα νήπια, έως δυόμισι περίπου ετών, δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους όταν κοιτάζονται στον καθρέφτη.
Αλλες φορές τούς τρομάζει κάπως το είδωλό τους – ο «άγνωστος»,  ο «ξένος» –, άλλες πάλι εντυπωσιάζονται από αυτό που βλέπουν. Σιγά σιγά και με την παρότρυνση των μεγάλων που τους υποδεικνύουν ότι «αυτό» που αντικρίζουν είναι, για παράδειγμα, ο Κωστάκης, εξοικειώνονται με την εικόνα τους.

Ωστόσο, το «σύνδρομο του καθρέφτη» κατατρέχει και αρκετούς ενηλίκους, όλο και περισσότερους στην εποχή μας. Δεν αναγνωρίζουν την εικόνα τους όπως αυτή καταγράφεται από την κοινωνική τους συμπεριφορά, τα λεγόμενά τους, τις απόψεις τους, τις ιδέες τους, τον τρόπο που τις προβάλλουν. Και συνήθως ό,τι «βλέπουν» είναι κάτι το εξαιρετικό.

Υπέρ αυτού συνηγορεί ο Νίκος Δήμου στο «Η δυστυχία τού να είσαι Ελληνας» με τη φράση
«Ο Ελληνας, όταν βλέπει τον εαυτό του στον καθρέφτη, αντικρίζει είτε τον Μεγαλέξαντρο, είτε τον Κολοκοτρώνη, είτε (τουλάχιστον) τον Ωνάση. Ποτέ τον Καραγκιόζη…».

Νομίζω ότι σε αυτό το σύνδρομο είναι εγκλωβισμένα – άλλα μόνιμα, άλλα προσωρινά – τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ.  

Ξεκινώντας από τον αρχηγό του. Ο κύριος Κασσελάκης είδε να γίνεται πραγματικότητα όχι απλώς ο στόχος του αλλά η πιο ακραία ονειροφαντασίωσή του.

Διότι δεν πιστεύω ότι ο στόχος του ήταν να έρθει για διακοπές στην Ελλάδα και αντί για σουβενίρ μαγνητάκια ψυγείου με τσολιαδάκια, την Ακρόπολη, ίσως και κάποιο πιτόγυρο μινιατούρα, να πάρει ένα κόμμα, αυτό της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Είναι οι συγκυρίες των γεγονότων που του έκαναν αυτό το δώρο. Διότι από μόνα τους τα γεγονότα ή από μόνες τους οι συγκυρίες δεν αρκούν για τέτοια θαύματα. Χρειάζονται και τα δύο ώστε να προκληθεί αυτό το ντόμινο που ανοίγει ρωγμές από τις οποίες μπορεί να περάσει ό,τι προλαβαίνει.

Όταν λοιπόν από συγκυριακές καραμπόλες γίνεται απολύτως εφικτό το απολύτως ανέφικτο, πώς να μην πάρουν τα μυαλά αέρα; 

Πώς να μην αναγνωρίζεις στον εαυτό σου συνειδησιακά προνόμια που ούτε καν ανιχνεύεις στους άλλους; Ενας αρχηγός που προέκυψε μεν από ψηφοφορία αλλά υπεράνω πολιτικών διεργασιών γιατί να τις λαμβάνει υπόψη του;

«Είπα – ξείπα, αποπατώ την παρόλα μου», που λέει κι ο σοφός λαός. Γιατί να μην ξεστομίσει το «Εγώ δεν έχω ανάγκη κανενός οργάνου για να εφαρμόσω τις αποφάσεις μου»;  

Τελικά, αν από κάτι κινδυνεύει ο Στέφανος Κασσελάκης δεν είναι από έλλειψη πολιτικών θέσεων (αυτά κουκουλώνονται) αλλά από έλλειψη πολιτικής συμπεριφοράς.

Αυτό που τον κάνει μεν να βλέπει στον καθρέφτη του τον Μέγα Ναπολέοντα (ποιος δεν θα τον έβλεπε στη θέση του;) αλλά και να μην μπορεί να το κρύψει. 

Εξάλλου ο Μπέρναρντ Σο έχει πει ότι δύο είναι τα χειρότερα που μπορούν να συμβούν σε έναν άνθρωπο. Ή να μην εκπληρωθεί κανένα όνειρό του ή να εκπληρωθούν όλα.

Από την άλλη, τα «αντικασσελακικά» στελέχη της Κουμουνδούρου (αναρωτιέμαι αν έχουν συνέλθει από το σοκ και έχουν, πλέον, περάσει στη φάση του μετατραυματικού συνδρόμου) βλέπουν στον καθρέφτη τους τον Βελουχιώτη και τον Μπελογιάννη αγκαλιά με support τον Ρίτσο.

Ενας καθρέφτης που φαίνεται ότι είχε θολώσει εντελώς, εντελώς όμως, όταν συγκυβερνούσαν επί τέσσερα και πλέον χρόνια με τον Καμμένο και τους ΑΝΕΛ, όταν άνοιξαν διάπλατα τις πόρτες τους για να υποδεχθούν τους ανελίτες και να τους βαφτίσουν αριστερούς.

Οσο για τον παραιτηθέντα ευρωβουλευτή Σταύρο Κούλογλου, ή δεν αναγνωρίζει σε κάποιον το δικαίωμα να αλλάζει άρδην τις πολιτικές του απόψεις, οπότε δεν θα έπρεπε να το αναγνωρίσει ούτε στην προερχόμενη από τους ΑΝΕΛ συμβουλευτή του Ελενα Κουντουρά, ή το αναγνωρίζει, οπότε πρέπει να το αναγνωρίσει και στον Στέφανο Κασσελάκη. 

Κατά τα άλλα, καλή καρδιά.

Ωστόσο, και για τους μεν και για τους δε, ξέρω ακόμη μία ιστορία με καθρέφτες: 

 

ΣΥΡΙΖΑίικο ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΙΚΟ: Το πάρτι

 


Tης ΠΕΠΗΣ ΡΑΓΚΟΥΣΗ

Δεν θυμάμαι πώς αρχίζει το ανέκδοτο, θυμάμαι όμως πώς τελειώνει. Με τη σύζυγο που, προκειμένου να στηρίξει τον άνδρα της που της προσφέρει τα πάντα, αποφαίνεται μεγαλοπρεπώς ότι η ερωμένη του (την οποία αποκαλεί «η δικιά μας») είναι καλύτερη από εκείνη του αντιπάλου του. Ε, κάπως έτσι διαχειρίστηκε ο ΣΥΡΙΖΑ τις  εσωκομματικές εκλογές του. 

Πρώτα απ’ όλα με τα πανηγύρια για τις, περίπου, 149.000 που πήγαν να ψηφίσουν την Κυριακή. Οσοι, πάνω – κάτω, ψήφισαν όταν μοναδικός υποψήφιος ήταν ο Αλέξης Τσίπρας. Και οι μισοί, περίπου, από τις 270.000 που ψήφισαν το 2021 στις εσωκομματικές του ΠΑΣΟΚ. Δεν το λες και θρίαμβο για ένα κόμμα που υποτίθεται ότι διεκδικεί την εξουσία παρά τα 40.000 νέα μέλη που ενεγράφησαν. Αλλωστε, άλλα τόσα μέλη δεν πήγαν να ψηφίσουν. Οπότε μία η άλλη. Ναι, εντάξει, υπολόγιζαν ότι η συμμετοχή θα ήταν χαμηλότερη, ίσως κάτω και από τις 50.000. Οταν ρίχνεις τόσο χαμηλά τον πήχη, το λίγο φαντάζει πολύ. Κι εσύ νομίζεις ότι κατέκτησες θρίαμβο.

Το πόσο χαμηλά έχουν ρίξει τον πήχη εκεί στον ΣΥΡΙΖΑ φάνηκε από τα ποσοστά του Στέφανου Κασσελάκη. Δηλαδή τόση απελπισία, τόση απογοήτευση, τέτοιο αυτομαστίγωμα;  

Σαν περσινή αρραβωνιαστικιά που μόλις την εγκατάλειψε ο μεγάλος της έρωτας, άνοιξε την πόρτα και τον πρώτο που περνούσε απέξω, τον έμπασε μέσα και τον έντυσε γαμπρό. Αντε κι ήταν τυχερή και ο περαστικός της βγήκε ομορφούλης, τσαχπίνης και με τσακίρικα μάτια. Ομως, αν δεν κάνω λάθος, εκεί στην Κουμουνδούρου για αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης ψάχνουν που σημαίνει εν δυνάμει πρωθυπουργό. Οχι για γαμπρό. (Εκτός κι αν κάνω λάθος διότι, στις δηλώσεις για τα επινίκια, βλέποντας πίσω του τη Θεοδώρα Τζάκρη με το μαλλί το πρεσαρισμένο, το μπουκλέ το σωστό, το μπλε το ελεκτρίκ το φόρεμα με τη διακριτική την πέρλα στη μανικοκόλληση και τα τακούνια που τα «βλέπεις» ακόμη και αν δεν φαίνονται, μου έκανε η απόλυτη κουμπάρα. Ο δε Πέτρος ο Παππάς – στις δηλώσεις του δεν υπήρξε ούτε μια φορά που δεν έβαλε άρθρο και στο «Στέφανος» και στο «Κασσελάκης», τύπου «ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια» – με το μαλλί το φλου του πιστολακίου, σαν να έχει βγει από χοροεσπερίδα στην Αστόρια το 1988, ο απόλυτος κουμπάρος).

    Ναι, εντάξει, υπολόγιζαν ότι η συμμετοχή θα ήταν χαμηλότερη, ίσως κάτω και από τις 50.000. Οταν ρίχνεις τόσο χαμηλά τον πήχη, το λίγο φαντάζει πολύ. Κι εσύ νομίζεις ότι κατέκτησες θρίαμβο.

Τέλος πάντων, ο Κασσελάκης, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος  έκανε κανονικό εισοδισμό στον ΣΥΡΙΖΑ και όχι απλώς ανακάτεψε την τράπουλα, μαντάρα γίναν όλοι.  

Αμετροεπής, νάρκισσος, αυτοαναφορικός πήρε τη θέση του «Μεσσία» που άφησε κενή (ή του την παραχώρησε μήπως και προκάμει και κάτσει κάποιος άλλος) ο Αλέξης Τσίπρας. Βέβαια, ο ίδιος το διευκρίνισε ότι δεν είναι Μεσσίας, είναι ένας από εμάς, διότι προς στιγμή ταραχθήκαμε μήπως έχουμε εδώ χάμου καμιά Δευτέρα Παρουσία.

Να σοβαρευτούμε λίγο; 

Δύσκολο. Ακούω από προχθές για το μήνυμα που εστάλη και για το τι θέλουν να πουν αυτοί που ψήφισαν Κασσελάκη. Κατά τη γνώμη μου, απολύτως τίποτα πέρα από την απόλυτη αμηχανία απέναντι στην πολιτική. Και η αμηχανία πολλές φορές παράγει κωμωδία, έστω και πικρή. Και η αλήθεια είναι ότι ...

 

ΣΥΡΙΖΑίικο ΣΟΥΡΓΕΛΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Μικρή η κληρονομιά, στα κάγκελα οι κληρονόμοι (με πρώτο τον Κασσελάκη "μασελάκη"!)

 


Της ΠΕΠΗΣ ΡΑΓΚΟΥΣΗ

Το γράφει ο Καραγάτσης
(που προχθες ήταν η επέτειος του θανάτου του) στο «10», όταν αναφέρεται στον Λούση. Εναν περιθωριακό και λαθρόβιο τύπο που έλεγε τερατώδη ψέματα. Οταν πέθανε η γυναίκα του, ο Λούσης πλακώθηκε με την κουνιάδα του για την κληρονομιά, να σκοτωθούν πήγαν. Που τι ήταν δηλαδή η «κληρονομιά»; Το τίποτα. Κάτι παλιοντετζερέδια, δυο τρία ξεχαρβαλωμένα έπιπλα, άντε και μερικά σεντόνια. Αλλά, όπως λέει ο συγγραφέας, όσο πιο μικρή είναι η κληρονομιά, τόσο περισσότερο «σκοτώνονται» μεταξύ τους οι κληρονόμοι.

Φαίνεται ότι το ίδιο συμβαίνει και στην πολιτική. Το διαπιστώνω με αφορμή τις εκλογές στον ΣΥΡΙΖΑ για την ανάδειξη νέου αρχηγού. Στην εκλογική αναμέτρηση του Ιουνίου, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης έχασε τη μισή, σχεδόν, εκλογική του δύναμη σε σχέση με τις εκλογές του 2019. Πρωτοφανές για αντιπολιτευτική παράταξη. Αλλά και ενδεικτικό της μεταστροφής του κόσμου που φαίνεται ότι, μετά από δώδεκα χρόνια, έγκωσε (όπως λέμε και στη Σύρο) από την τοξικότητα που καλλιέργησαν τα, επώνυμα και ανώνυμα, τρολ του Διαδικτύου, από τα μπινελίκια που αντικατέστησαν τα πολιτικά συνθήματα και μηνύματα, από τη σκανδαλολογία, την εχθροπάθεια και τον διχασμό στον οποίον επένδυσε ο ΣΥΡΙΖΑ το πολιτικό του όραμα. Εστω και μέσω των διαδικτυακών του πολιτοφυλάκων.

Ομως η κατάρα (διότι και τέτοιες διακινήθηκαν στον πολιτικό λόγο τα τελευταία χρόνια) είναι γαϊδάρα και σου έρχεται στη μούρη. (Κάπως έτσι δεν το λένε;). Το ξεκατίνιασμα (δεν μου αρέσει η λέξη, τη βρίσκω παλιά αλλά την «αναγνωρίζει» ακόμη και ο διορθωτής της Google) φαίνεται να είναι εγγενές χαρακτηριστικό του ΣΥΡΙΖΑ, κινητήριος δύναμή του και, στην τελική, το κάρμα του. Ενα τέτοιο ξεκατίνιασμα παρακολουθήσαμε την τελευταία εβδομάδα επιπέδου «Ποιος πήγε κι άπλωσε τα ρούχα στην ταράτσα;». Καβγάδες – αντίστοιχοι μ’ αυτούς που, αριστουργηματικά, περιγράφει ο Καραγάτσης στο «10» – που «σκηνικά» υποστηρίζονταν από ρόμπα και μπικουτί.

Εντάξει, η κλωτσοπατινάδα άρχισε το βράδυ των εκλογών με τις καρεκλιές του Τζανακόπουλου και φαίνεται ότι συνεχίστηκε στα μουλωχτά μέχρι που οι «Κασσελίστας» του Κασσελάκη άπλωσαν «τα λερωμένα τ’ άπλυτα» στα μπουγαδόσχοινα των social media. Ποιος αγαπούσε περισσότερο τον Τσίπρα, ποιος αγαπά λιγότερο την Αχτσιόγλου, πόσο Τσίπρα έχει καταπιεί ο Κασσελάκης, πόσο μεγάλος στην ηλικία είναι ο Δραγασάκης και πόσο ανόητοι κάποιοι περιφερόμενοι απελάτες του τέως κραταιού ΣΥΡΙΖΑ.

Για να σοβαρευτούμε όμως λίγο. Η εκλογική κληρονομιά του ΣΥΡΙΖΑ είναι όντως μικρή για ένα κόμμα εξουσίας. Οχι όμως και η πολιτική του. Με το ΠΑΣΟΚ να έχει αυτοπεριορισθεί στον ρόλο του απαθούς θεατή των τεκταινόμενων και χωρίς να έχει καταφέρει (εκτός κι αν δεν θέλει) να καρπωθεί τη φθορά της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το κενό στον εξ αριστερών χώρο της Δεξιάς (δεν βρίσκω άλλον, καλύτερο ορισμό) είναι μεγάλο. Και η κάλυψή του απαραίτητη για την ισορροπία των πολιτικών δυνάμεων. Από φορείς ξεκάθαρης ιδεολογίας χωρίς παπατζιλίκια και τζιριτζάντζουλες και όχι από περιφερόμενους «Κεν» της πολιτικής.
 

Κασσελάκης ο μασελάκης

Τζάμπα έδωσα, πριν από έναν χρόνο, ένα μάτσο λεφτά για να φτιάξω τα δόντια μου.
Τζάμπα και τα εμφυτεύματα. Θα έρθει ο Κασσελάκης και θα μου τα βγάλει ένα – ένα. Και τα δικά μου και των συναδέλφων μου και των δικαστικών.  

Γιατί; 

Γιατί το παιδί γουστάρει. Αυτό ακριβώς δεν είπε; Γουστάρει να μας ξεδοντιάσει. Σκιάχτηκα τώρα…

Είμαι σίγουρη ότι ο «Κεν της Κουμουνδούρου» νομίζει ότι...

 

ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ: Τράβα μου μια φωτογραφία

 

Της ΠΕΠΗΣ ΡΑΓΚΟΥΣΗ

Κάτι που τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει καταλυτικά στη ζωή μας (και τη ζωή μας) είναι η σχέση μας με τη φωτογραφία. Από εκείνα τα οβάλ πορτρέτα που δέσποζαν στα σπίτια των παππούδων μας, κορνιζαρισμένα σε τεράστια κάδρα και με πολύ πασπαρτού τριγύρω, έως τις σημερινές σέλφι μεσολαβεί μια νοοτροπία, μια αιωνιότητα, μια τεχνολογική επανάσταση και ένας Στιβ Τζομπς. Τα πάντα δηλαδή.

Για να θυμηθούμε τι σήμαινε μια φορά κι έναν καιρό το «Βγαίνω φωτογραφία».  

Μια ιεροτελεστία που μπορούσε να κρατήσει και μέρες, ειδικά εάν επρόκειτο για οικογενειακή φωτογράφιση. Επρεπε να βγουν τα επίσημα ρούχα από τις ντουλάπες, να ξεσκονιστούν, να φρεσκαριστούν, να προετοιμαστεί η οικογένεια, να «ανοικοδομηθεί» η κυρία, να ξυριστεί ο κύριος, να σουλουπωθούν τα παιδιά για να κορδωθούν απέναντι από τον φωτογράφο.

Ο μπαμπάς και η μαμά στο νοητό κέντρο, τα μεγάλα παιδιά πίσω με το χέρι στον ώμο των γεννητόρων, τα μικρότερα αριστερά – δεξιά και τα κούτσικα στα γόνατα ή στην αγκαλιά. Ολοι δε βλοσυροί. Ακόμη και μια υποψία χαμόγελου είχε κάτι το ενοχικό. Οπως το λέει η Κωστούλα Μητροπούλου στο τραγούδι του Λουκιανού Κηλαηδόνη με τον Μανώλη Μητσιά: «Ασπρη – μαύρη η φωτογραφία / είχε ένα χαμόγελο μισό / στο δεξί πλευρό του η κυρία / και στο στήθος του ένα φυλαχτό». Ή ο Γιάννης Ξανθούλης στη «Φωτογραφία» του Σταμάτη Σπανουδάκη με την Αλκηστη Πρωτοψάλτη: «Μια ευτυχισμένη Κυριακή του ’33 / κάναμε το αίσθημα σεμνή φωτογραφία / κι ύστερα κάτσαμε να φάμε στο τραπέζι μας ψητό / σαλάτα, φρούτο και βανίλια παγωτό».

Τέλος πάντων, αυτά γίνονταν παλιά. Στα δικά μας τα χρόνια οι φωτογραφίες ήταν πιο ενσταντανέ, δεν πολυπροσέχαμε και τα φλας και βγαίναμε με κόκκινα μάτια σαν τα παιδιά του κόμη Δράκουλα. Και αργότερα – επηρεασμένοι «φωτογράφοι» και «μοντέλα» από τα περιοδικά – πιο ποζάτες. Μάθαμε και τη γωνία λήψης και το «κοντρ λιμιέρ» τρομάρα μας.

Ζήσαμε την «επανάσταση» της Polaroid που δεν φτούρησε διότι οι φωτογραφίες δεν ήταν καλής ποιότητας και ύστερα από λίγους μήνες ξεθώριαζαν, ενώ εμείς, τότε, στοκάραμε αναμνήσεις. Στα συρτάρια μου έχω ακόμη εκείνες τις τριπλές εκτυπώσεις – μια μεγάλη, δύο μικρότερες στο ίδιο «χαρτί». Και θυμάμαι πολύ καλά τις συγκεντρώσεις που οργανώναμε μετά τις διακοπές «για να δούμε τις φωτογραφίες που βγάλαμε». Αυτές που βλέπουμε σήμερα και νοσταλγούμε τα νιάτα μας.

Κι αυτά όμως είναι πλέον παλιά. Πολύ παλιά. Αν πεις σε έναν νέο – ή όχι και πολύ νέο – άνθρωπο σήμερα «θα μαζευτούμε να δούμε τις φωτογραφίες των διακοπών», θα μας κοιτάξει με τρόπο στην πλάτη μήπως και έχει αρχίσει να φυτρώνει η ουρά του Ομπερον από το «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» του Σαίξπηρ. Οι φωτογραφίες, δηλαδή οι σέλφι, των διακοπών, που δεν χρειάστηκε να περιμένουμε μέρες για να εκτυπωθούν, έχουν προ πολλού αναρτηθεί στα σόσιαλ και έχουν καταγράψει τα likes που τους αξίζουν. Διότι τι να τις κάνεις τις διακοπές και τα «ηλιοβασιλέματα γεμάτα αναμνήσεις» και τα «όλα τα πρωινά του κόσμου» και τα μοχίτο και τις αποδομημένες χωριάτικες αν δεν μπορείς να τις αναρτήσεις;

Και γιατί τα γράφω εγώ όλα αυτά; 

Διότι...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οι γέροι χωριστά, οι νέοι άλλο πράμα…

 


Tης ΠΕΠΗΣ ΡΑΓΚΟΥΣΗ

«…Οποιος τούς θέλει αντάμα / πληρώνει ακριβά / Πρόστιμο μια ζωή / στην κλεψύδρα και στα εφετεία / Είναι μια κοροϊδία / σειρά του δικαστή». Είναι στίχοι από την «Παράβαση» που έγραψε ο Διονύσης Σαββόπουλος για τους «Αχαρνής». Και τους ανακαλώ πολύ συχνά. Οπως τον τελευταίο καιρό που στον πολιτικό λόγο – και μάλιστα σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών – γίνεται χρήση λέξεων από τη γλώσσα των σημερινών νέων με προφανή στόχο την προσέγγιση των νεότερων, ηλικιακά, ψηφοφόρων. Φαινόμενο που κατέγραψε εξαιρετικά στο προχθεσινό φύλλο των «ΝΕΩΝ» η συνάδελφος Μαρία Μουρελάτου. Και που εμένα – δεν αντέχω, θα το πω – μου θυμίζει τα πάλαι ποτέ «καμάκια» του ελληνικού καλοκαιριού, τύπου «Ντου γιου λάικ μαμαζέλ δε γκρις».

Μου κάνει τεράστια εντύπωση το ότι, όσο μεγαλώνουμε, ξεχνάμε εντελώς πώς νιώθαμε όταν ήμασταν νέοι. Ή, μάλλον, κοιτάζουμε τα νιάτα μας με τα πρεσβυωπικά γυαλιά της μέσης ηλικίας. Ξεχνάμε πώς κοροϊδεύαμε τους μεγαλύτερους που υιοθετούσαν δικές μας συμπεριφορές και εκφράσεις μας με την ψευδαίσθηση ότι έτσι καλύπτουν το ηλικιακό χάσμα. Και, στην ουσία, το κάνουν να φαίνεται μεγαλύτερο. Το ανέκδοτο του «θείου που θέλει να κάτσει με τη νεολαία» δεν είναι τυχαίο. Είναι μια άλλη εκδοχή του 60φεύγα που φοράει ξεβαμμένο και ξεσκισμένο τζιν με κολεγιακό φούτερ ή του φαλακρού που μακραίνει τις δέκα τρίχες που του έμειναν και τις πιάνει κοτσιδάκι. Δεν έχουν κάτι κακό αυτοί οι τύποι. Ετσι γουστάρουν, έτσι κάνουν και, όπως έλεγε ένας παλιός θεατρικός συγγραφέας, «το αρεσάμενον του ανθρώπου το καλυότερον». Απλώς, δεν πείθουν. (Πώς μεθυσμένος ολλανδός τουρίστας προσπαθεί να χορέψει τσιφτετέλι σε ταβέρνα της Πάρου; Ε, αυτό ακριβώς.)

Και δεν πείθουν διότι είναι πολύ έκδηλη η αγωνία τους περί αυτού.  

Προσπαθούν να φαίνονται ότι είναι κοντά στους νέους υιοθετώντας τις εκφράσεις τους και τα σουσούμια τους – όπως τα έλεγε η γιαγιά μου – και είναι σαν ο λύκος να φοράει προβιά για να ξεγελάσει τα πρόβατα και να μπει στο κοπάδι. Βεβαίως και οι προθέσεις δεν είναι, τις περισσότερες φορές, κακές. Θυμάμαι όμως πως, όταν ήμουν κι εγώ νέα, με πρόσβαλλαν αυτοί που, ως ταυτότητα της ηλικίας μου, εξελάμβαναν μόνο τις εικονίτσες που, α λα Μαντόνα, κρεμούσαμε στα αφτιά μας ή την αργκό των, τότε, εικοσιπεντάρηδων. Δηλαδή μόνο αυτό καταλάβαιναν; Την καταγραφή ενός φαινομένου και όχι το τι μπορεί να το προκαλεί;

Να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Οπου υπάρχει σχέδιο προσέγγισης των νέων μέσω, μάλιστα, λεκτικών σχημάτων, δεν είμαι και τόσο σίγουρη ότι ενδιαφέρονται πραγματικά γι’ αυτούς. (Και είμαι απολύτως σίγουρη ότι όσοι χρησιμοποιούν τη λέξη «νεολαία» ούτε νοιάζονται ούτε έχουν ιδέα για τους νέους.) Εξάλλου, οι λέξεις που θεωρούν οι μεγαλύτεροι ότι χρησιμοποιούν σήμερα τα νέα παιδιά είναι ήδη πασέ. Για παράδειγμα, το «τρέντι» του Μητσοτάκη και το «χάου του» του Τσίπρα, τα λέγαμε και τα γράφαμε τη δεκαετία του 1990 όταν κι εμείς είχαμε καβατζάρει προ πολλού τα 30. Δεν ξέρω πώς τα ξέθαψαν αυτά ως μοντερνιές.

Εμένα μου αρέσει κάτι άλλο.  

Το ότι στο, ας το πούμε, νεανικό λεξιλόγιο έχει μπει η λέξη...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΝΕΟ-ΨΩΝΑΡΟ-ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Σε παραλίες σκουπιδοτόπων

 

ΠΑΝΩ: Μοντέρνα νεοελληνική κατσαπλιάδικη πολυτέλεια

ΚΑΤΩ: Καλοκαιρινή «πολυτέλεια» μιας άλλης εποχής. Να κάθεσαι σε ένα καφενεδάκι στην Υδρα, δίπλα στη Μελίνα και τον Ντασέν
 

Tης ΠΕΠΗΣ ΡΑΓΚΟΥΣΗ

Πρώτα απ’ όλα θα διαβάσετε όλον τον στίχο από την «Πρωτομαγιά»
  διότι πρόκειται για ένα από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια του Διονύση Σαββόπουλου αλλά, στην προκειμένη περίπτωση, όχι μόνο γι’ αυτό. Πάμε λοιπόν: «Σε παραλίες σκουπιδοτόπων με κασετόφωνα κι εγώ / μια πολιτεία σωριασμένη έχω σκοπό / όλα είναι τόσο τρομαγμένα μα τ’αγαπάω ο φτωχός / δώσ’μου τα λόγια επιτέλους να μην είμαι μοναχός».

Θεωρώ ότι θα μπορούσε να είναι το σάουντρακ του Σαββατοκύριακου. Διότι πολύ μας «απασχόλησε» το θέμα παραλία. Ο νεαρός στη Ρόδο που σέρβιρε στις πλωτές ξαπλώστρες μπαίνοντας στο νερό μέχρι τον λαιμό, τα πρώτα πρόστιμα των 1.000 ευρώ που έπεσαν για τις ρακέτες στην ακρογιαλιά, οι διαμαρτυρίες για τον γυμνισμό που απαγορεύθηκε κάπου στη Γαύδο. Ολη η Ελλάδα σε τρεις εικόνες εντελώς αντιφατικές αλλά που, στην ουσία, χαρτογραφούν το ίδιο πράγμα

Χαζεύω, για παράδειγμα, τις φωτογραφίες από τη Ρόδο. Μια παραλία και μια θάλασσα πακτωμένη στον κόσμο όπου ζεσταίνεται ο διπλανός σου και ιδρώνεις εσύ από τη σαρδελοποίηση. Ναι αλλά έχει ξαπλώστρες από το ξύλο το καλό, το τικ και ομπρέλες πλεκτές τύπου κουρτινάκι. Και στο έμπα της θάλασσας, στο πιο βρώμικο σημείο, εκεί που, κατά μέσον όρο, «ξαλαφρώνουν», ανά λεπτό, τουλάχιστον είκοσι πέντε νοματαίοι, κάτι κατασκευές (παρόμοιες έχω δει στα διβάρια της λίμνης του Μεσολογγίου και σε ιχθυοκαλλιέργειες) που υποτίθεται είναι το αντίστοιχο «πρώτο τραπέζι πίστα» στα μπουζούκια.

Σε αυτό το «πρώτο τραπέζι πίστα» λοιπόν κάποιοι άνθρωποι που έχουν «τα καλοκαίρια τους μικρά κι ατέλειωτους χειμώνες» (στίχος του Μιχάλη Μπουρμπούλη είναι αυτός) θέλουν να ζήσουν το δικό τους vanity fair, τη γιορτή της ματαιοδοξίας τους δηλαδή. Να νιώσουν ότι είναι φραγκάτοι (έχω κρυφακούσει τέτοιες παρέες, έτσι αποκαλούν τους πλούσιους), να φαντασιωθούν ότι είναι στην παρέα τους ο Τζορτζ Κλούνεϊ, άντε ο Αντώνης Ρέμος, και μια από τις δύο ή και οι δύο αδελφές Χαντίντ.  

Πρόκειται για τη φτηνότερη πρόσβαση στην πολυτέλεια ή, μάλλον, στην επίφασή της, για να μην πω στο ξέφτι της. Να νιώσουν ότι είναι προνομιούχοι, μακριά (πέντε – έξι μέτρα δηλαδή) από το αγριεμένο πλήθος, την πλέμπα της άμμου. 

Ε, κι όταν νιώθεις έτσι, φραγκάτος για μιάμιση ώρα, δεν καταδέχεσαι να κουβαλήσεις εσύ το κλαμπ σάντουιτς με ζαμπόν ωμοπλάτη και το ξεθυμασμένο αναψυκτικό με στέβια. Γιατί πόσο θα σου στοιχίσει αυτό; Είκοσι, τριάντα ευρώ παραπάνω; Αντε πενήντα. Μικρό ποσόν για μια ψευδαίσθηση Μυκόνου ή Ντουμπάι.

Και σου λέει το παλικαράκι να εκμεταλλευτεί τη ματαιοδοξία τους, να τσιμπήσει μεγαλύτερο πουρμπουάρ. Και έτσι βγήκαν αυτές οι περίφημες φωτογραφίες που μας έκαναν να μιλάμε για εργασιακό Μεσαίωνα και περί αξιοπρέπειας. Δεν ξέρω όμως για ποιον τίθεται θέμα αξιοπρέπειας. Για το παλικάρι που σερβίρει μέσα στη θάλασσα, για την επιχείρηση που «πουλάει» ευκαιρίες ματαιοδοξίας ή για τους πελάτες που παριστάνουν τους αριστοκράτες.  

Αλλά, ξέχασα, δεν παριστάνουν τους αριστοκράτες. Τους νεόπλουτους παριστάνουν. Διότι ένας πραγματικός αριστοκράτης, ένας νομπλ, θα έπαιρνε μόνος του το σάντουιτς. Δεν είναι τυχαίο ότι τους πραγματικούς αριστοκράτες τους λένε «ευγενείς» και τους τίτλους τους, «τίτλους ευγενείας».

Διαμαρτυρόμαστε λοιπόν για τον νεαρό που σερβίρει μέσα στο νερό και από την άλλη επιχαίρουμε για τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν στις παραλίες που απαγορεύθηκαν οι ρακέτες.  

Τι έγινε ρε παιδιά; 

Μας ενοχλούν οι εξέδρες στη θάλασσα, οι ακριβές ξαπλώστρες, τα mohito on the beach αλλά μας ενοχλούν και οι ρακέτες;  

Τι παραλίες θέλουμε;  

Free και χύμα αλλά και με ρακέτες, όπως τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 (τότε είχαμε και τα κασετόφωνα – γουρούνες) ή υπερκοστολογημένες ομπρέλες με κουρτινάκια; 

Ή μήπως, τελικά, θέλουμε μια παραλία ο καθένας για την πάρτη του;

Εχω την εντύπωση ότι...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΚΤΣΟΓΛΑΝΙΣΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο μεγάλος θυμός

 

Tης ΠΕΠΗΣ ΡΑΓΚΟΥΣΗ

Κι εκεί που κάθεσαι και χαζολογάς στην τηλεόραση, έρχεται μία εικόνα, από άσχετη «πηγή» μάλιστα, που σε κάνει να συνειδητοποιήσεις και να κατανοήσεις κάποια από τα ακατανόητα που συνθέτουν το παζλ της πραγματικότητας. Μου συνέβη πριν από λίγες μέρες. Επαιζε μια διαφήμιση αντιηλιακού. Το μοντέλο – ένα πανέμορφο κορίτσι – είχε από δύο λευκές πινελιές σε κάθε μάγουλο που την έκαναν να μοιάζει με πολεμιστή των Απάτσι. Στο τελευταίο πλάνο κοίταζε τον φακό με βλέμμα οχέντρας.  

Τέτοιο θυμό και μίσος σε τόσο νεανικά μάτια, ούτε στην Γκρέτα (λέμε τώρα) δεν έχω δει. 

Κάνω ζάπινγκ, πέφτω σε άλλη διαφήμιση. Μπίρας αυτήν τη φορά.

Εδώ κι αν βροντάει ο Ολυμπος κι αν αστράφτει η Γκιώνα.
 

Οπου Ολυμπος ένα αγόρι που με κοιτάει σαν να με φτύνει από την οθόνη, απλώς, λόγω απόστασης, δεν με φτάνει η ροχάλα του. Και Γκιώνα, ένα ευτραφές κορίτσι με κοτσιδάκια που θα μπορούσε να ήταν συμπαθέστατο αλλά το βλέμμα του είναι σαν να μου λέει «Στο επόμενο πλάνο θα σε φάω» – για να θυμηθούμε και τη γνωστή τραγουδίστρια.

Ο θυμός και το μίσος χαρακτηρίζει τον πολιτικό λόγο (κυρίως των πολιτών) και όχι μόνο στη χώρα μας. Οι άνθρωποι δεν μιλάνε για τις ιδέες τους. Βρίζουν. Ή, σε πιο λάιτ εκδοχή, επικοινωνούν τον αποτροπιασμό τους και, μάλιστα, με έναν τρόπο εντελώς αγοραίο.  

Πόσο τυχαίο είναι ότι στα emoticon του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν τόσοι πολλοί εμετοί και σκατουλίτσες;  

Ανά περιόδους μάλιστα, βλέπε Αγανακτισμένους και άνω – κάτω πλατείες, η επένδυση στο μίσος αποτέλεσε πολιτικό κεφάλαιο με «κέρδη πολλά, σίγουρα λεφτά και εισόδημα μεγάλο». Φτάσαμε στο σημείο, ανασύροντας και ξεσκονίζοντας και κάποια ξεπερασμένα στερεότυπα, να θεωρείται αυτονόητο το ότι ο θυμωμένος, αυτός που μισεί και, κυρίως, εκφράζει έντονα το μίσος του, είναι κι αυτός που έχει δίκιο. Οπως εκείνες οι φεμινίστριες που απηύθυναν συνολικά στο ανδρικό φύλο, το «Ο βιαστής είσαι εσύ». Ακόμη και η αγάπη για τον διπλανό σου δεν εκφράζεται ως τέτοια αλλά ως μίσος για τον απέναντι.

Δεν νομίζω ότι είναι θέμα πολιτικής ιδεολογίας.  

Είναι περισσότερο υπόθεση μίας κουλτούρας που καλλιεργήθηκε από πολλές και σε πολλές συνιστώσες. Από τον κινηματογράφο έως τις πόζες των μοντέλων. Το είδαμε και σε ριάλιτι μόδας. Για να δείχνεις σέξι πρέπει να βγάζεις θυμό. Να είσαι μουτρού. Εκείνα τα «say cheese» (ή «σουτιέν» στα Ελληνικά) για να κάτσει το χαμόγελο, τα έχουμε ξεχάσει. Θυμώστε κορίτσια, μισήστε αδελφές μου. Ετσι βγαίνει το καλό, το σωστό, το ινσταγκραμικό duck face. Αυτή είναι η μόδα. Μόδα όπως το μίνι ή οι φλούο αποχρώσεις.

Οι μόδες όμως περνάνε, κάνουν τους κύκλους τους. Το ότι δεν είναι παντοτινές δίνει υπεραξία στον σύντομο βίο τους. Κι αυτή η μόδα του θυμού...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟΣΟΥΡΓΕΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: «Ρεκλάμες» στο Ηρώδειο

 

Της ΠΕΠΗΣ ΡΑΓΚΟΥΣΗ

Την προηγούμενη εβδομάδα, ακούγοντας δηλώσεις πολιτικών, είχα, κάποιες φορές, την αίσθηση ότι μπήκα σε χρονοκάψουλα. Που με πήγε πολύ πίσω, στις δεκαετίες του 1980 (κι αυτά στο πρώτο της μισό) και του 1970. Τότε άκουγα, τόσο συχνά, για ολιγάρχες. Τότε που τραγουδούσε ο Παπακωνσταντίνου για τον Πέτρο, τον Γιόχαν, τον Φρανς, τον Μπράουν, τον Φίσερ, τον Κραφτ.  

Total recall λοιπόν με αφορμή το «φτούκα προ» των κομμάτων για το ποιος θα φορολογήσει περισσότερο τα υπερκέρδη. Οικονομικό μέτρο βέβαια, που στοχεύει όμως κυρίως στο θυμικό των πολιτών καθώς ικανοποιεί τη διαμονοποίηση της επιχειρηματικότητας, αυτή την παντιέρα που αγνοεί άλλους παράγοντες της οικονομίας, αλλά δεν είναι, σήμερα, αυτό το θέμα μας.

Το θέμα είναι ότι βλέπω την ολική επαναφορά μίας νοοτροπίας μαζί με το «οπλοστάσιο» του λεξιλογίου της. Που, κολλημένη σε παλιές ιδεοληψίες, δεν επιτρέπει τη «θέα» προς το αυτονόητο. Ετσι λοιπόν, πολύ αναστατώθηκαν οι «προοδευτικοί» φιλότεχνοι, το κρατίδιο του «αντιμενδωνιστάν» δηλαδή, διότι, λέει, στη «Μαντάμα Μπατερφλάι» του Πουτσίνι που, σε σκηνοθεσία Ολιβιέ Πι, παρουσιάστηκε την προηγούμενη εβδομάδα στο Ηρώδειο, το αρχαίο ωδείο είχε γεμίσει με τα logo επιχειρήσεων – κολοσσών.  

Μα διαφήμιση σε αρχαίο θέατρο;

Δεν ξέρω αν ο φανατισμός και οι ιδεοληψίες κάνουν τους ανθρώπους κουτούς ή η κουταμάρα καλλιεργεί ιδεοληψίες και φανατισμό. Πάντως, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Οι veryχολοσκασμένοι με τις «ρεκλάμες» του Ολιβιέ Πι δεν σκέφτηκαν ότι ο γάλλος σκηνοθέτης ήθελε, με αυτό το σκηνικό, να καταγγείλει τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και τρόπο ζωής, κάτι που κάνει, με έναν υπαινικτικό τρόπο στο έργο του, και ο ίδιος ο Πουτσίνι.  

Ούτε το είδαν; 

Δεν πρόσεξαν ότι, στο δεύτερο μέρος, στη θέση των logo, υπήρχαν φωτογραφίες με πυρηνικά «μανιτάρια»; 

 Και όσον αφορά τον γκαϊλέ για το αν το συγκεκριμένο σκηνικό πήρε έγκριση από το ΚΑΣ, το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ λέει ότι βεβαίως και πήρε (στη διάθεση της εφημερίδας υπάρχει το απόσπασμα της γνωμοδότησης για το θέμα 14). 

Ας συντονιστούν τα παιδιά διότι αλληλοεκτίθενται. Εκτός κι αν κρίνουν μια παράσταση που δεν έχουν καν δει.

Ομως η ιστορία δεν τελειώνει με το Ηρώδειο.  

Μεγάλη αναστάτωση στους ίδιους κύκλους προκάλεσε μια φωτογραφία από το σκηνικό της «Μήδειας» που, σε σκηνοθεσία Φρανκ Καστόρφ, θα παρουσιαστεί στις 21 και 22 Ιουλίου στο θέατρο της Επιδαύρου. Πρόκειται για την πρόσοψη ενός παρακμιακού αμερικανικού μοτέλ με μια σπασμένη διαφήμιση της Coca Cola στην άκρη. Οι φωστήρες της προοδευτικότητας «είδαν» επίσης σε αυτό το σκηνικό διαφήμιση του αναψυκτικού. Οτι δηλαδή η εταιρεία πλήρωσε για να μπει αυτή η διαφήμιση στην Επίδαυρο όπως και οι αντίστοιχες στο Ηρώδειο. Και ο διαφημιστής, επέλεξε, έτσι για ξεκάρφωμα, να δείξει το σήμα του διαφημιζόμενου προϊόντος ξεχαρβαλωμένο.

Μου θύμισε ένα ανέκδοτο που κυκλοφορούσε στα νιάτα μας, επί Ψυχρού Πολέμου, όταν όμως είχαμε αρχίσει να συμφιλιωνόμαστε με το «τέρας» του καπιταλισμού. Αποφάσισαν, λέει, οι Ρώσοι, για λόγους προπαγάνδας, να βάψουν το φεγγάρι κατακόκκινο. Εστειλαν λοιπόν τα διαστημόπλοια και τους αστροναύτες τους, έπιασαν τις μπογιές και τα πινέλα τους και τους πήρε κανένα τρίμηνο για να φέρουν σε πέρας το πρότζεκτ «η σελήνη είναι κόκκινη».  

Οταν το είδαν οι Αμερικανοί...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΟΛΑΓΝΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Πίσω από τις λέξεις έρχεται ο Αλέξης

 


Tης ΠΕΠΗΣ ΡΑΓΚΟΥΣΗ

Η αλήθεια είναι ότι μέχρι την περασμένη Δευτέρα που «έσκασε η βόμβα», είχα ψιλοξεχάσει ότι ο Αλέξης Γεωργούλης ήταν ευρωβουλευτής. Δεν μας θάμπωσε δα με το πλούσιο έργο του ή τον στιβαρό εκλογικό λόγο του κατά τη διάρκεια της θητείας του. Για να είμαι ειλικρινής, ψάχνοντας στο σάιτ του ευρωβουλευτή βρήκα καμιά τριανταπενταριά (συνολικά μέσα στα τέσσερα, σχεδόν, χρόνια) τοποθετήσεις του, ομιλίες του και «ανταλλαγές απόψεων» σε επιτροπές της Ευρωβουλής. (Για μία ειδικά μάλιστα, θαύμασα τους μεταφραστές που κατόρθωσαν να βάλουν σε τάξη τον εντελώς «άταχτο» λόγο του).

Αντίθετα τον θυμάμαι – κατά τη διάρκεια της ευρωκοινοβουλευτικής του θητείας – να λάμπει ως κριτής στο τηλεοπτικό σόου Your face sounds familiar. Και βέβαια εκείνη την πρώτη του, ιστορική φωτογραφία μπροστά στο Ευρωκοινοβούλιο, να πηδάει στον αέρα σαν να φωνάζει «Μυκονοοοοός», συγγνώμη «Βρυξέλλεεεεες».

Φταίει ο Αλέξης Γεωργούλης για το ανύπαρκτο πολιτικό του προφίλ; Φταίει ο ίδιος που είναι ευρωβουλευτής;  

Οχι βέβαια. Η ευθύνη βαραίνει αυτούς που, αρχικά, τον επέλεξαν και αυτούς που τον εξέλεξαν. Παρασυρμένοι προφανώς και οι μεν και οι δε από την απατηλή λάμψη της διάσημης υποψηφιότητας. Διότι δεν φαντάζομαι να διέκρινε κάποιος πάρα πολύ διορατικός το ισχυρό πολιτικό DNA του ανδρός (το οποίο, αν είχε, θα λειτουργούσε ως «κόφτης» σε κάποιες συμπεριφορές.

Εξάλλου το είχε πει ο ίδιος πριν μάλιστα από τις ευρωεκλογές. Είχε συναντηθεί και με τη Νέα Δημοκρατία και με τον ΣΥΡΙΖΑ και, τελικά, τα βρήκε με το κόμμα της Κουμουνδούρου. Δουλίτσα ήθελε ο χριστιανός, να τρουπώσει κάπου όπως έλεγε ο Κώστας Βουτσάς στο «Ενα έξυπνο μούτρο». Και τρούπωσε.

Τέλος πάντων, όσο τον είχαμε ξεχάσει τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια που ήταν ευρωβουλευτής, τόσο ασχοληθήκαμε μαζί του τις τελευταίες μέρες. Οι πράξεις του θα κριθούν από τη δικαιοσύνη.


Η ιστορία όμως αυτή εξέθεσε τον ΣΥΡΙΖΑ επαληθεύοντας αυτό που δεν θυμάμαι τώρα ποιος το έχει πει. «Μπορείς να κοροϊδεύεις λίγους για πολύ καιρό, πολλούς για λίγο καιρό αλλά όχι όλους για πάντα». Και κάπως έτσι, bye bye χιλιοτραγουδισμένο ηθικό πλεονέκτημα της δρακογενιάς. Διότι περί αυτού ακριβώς πρόκειται.

Δεν είναι το «φτούκα πρω», αν δηλαδή παραιτήθηκε πρώτος ο Γεωργούλης ή τον απέπεμψε πρώτος ο ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε καν το «κυκλοφορούσαν κάποιες φήμες εδώ και δύο χρόνια αλλά ο ίδιος μας είπε ότι δεν τρέχει τίποτα» – που σημαίνει πως είτε το παραδέχτηκε και το κουκούλωσαν είτε είναι τόσο αφελείς που πίστεψαν την άρνησή του. Είναι, κυρίως, τα δύο μέτρα και τα δύο σταθμά του κόμματος της μείζονος αντιπολίτευσης.

«Δεν παίζουμε με θέματα κακοποίησης γυναικών» έλεγε προχθές στο Live News του Νίκου Ευαγγελάτου η εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Πόπη Τσαπανίδου. Φαίνεται ότι εκεί στην Κουμουνδούρου παίζουν κυρίως με θέματα δημοκρατίας. Γι’ αυτό και δεν ίδρωσε κανενός το αφτί από την ομόφωνη καταδίκη του τιμονιέρη της δρακογενιάς Νίκου Παππά για παράβαση καθήκοντος, του πιο απαξιωτικού αδικήματος για έναν δημόσιο λειτουργό.

Επειδή όμως στην πολιτική όπως ακριβώς και στη ζωή μεγαλύτερη σημασία από αυτό καθαυτό το συμβάν έχει, πολύ συχνά, ο τρόπος που το διαχειρίζεσαι, ως προς αυτό, ο επίσημος ΣΥΡΙΖΑ και οι ημιεπίσημοι τυμπανιστές του έχουν πολλά μέτρα και πολλά σταθμά. Ο δικός τους «κακοποιητής» είναι αθώος μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. Ο «κακοποιητής των άλλων» είναι ένοχος άμα τη καταγγελία. Και αν η δικαιοσύνη αποφασίσει κάτι διαφορετικό και πάλι «βιαστής είναι».

Από συριζαϊκά «ρυάκια» δημοσιοποιήθηκε το όνομα της Ελένης Χρονοπούλου.  

Και υποψήφια βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ αναρτά (άρα υιοθετεί) χυδαίο πρωτοσέλιδο όπου η αξιοπρεπέστατη κυρία Χρονοπούλου αναφέρεται ως «γκόμενα» πολιτικού.  

Και ο πρόεδρος του ΣΕΗ που έτρεφε ελπίδες ότι με την υπόθεση Λιγνάδη θα έπεφτε η κυβέρνηση είναι veryχολοσκασμένος επειδή δημοσιοποιήθηκε το όνομα του Αλέξη Γεωργούλη.

Θυμίστε μου τι έλεγε εκείνο το τρικάκι της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ στις πορείες υπέρ της «εγώ αδελφή μου σε πιστεύω» Γεωργίας. «Πλούσιοι, νέοι, ωραίοι, σεξιστές, δεν μας κάνει εντύπωση που είναι βιαστές» νομίζω.

Ε, ο Αλέξης Γεωργούλης φαίνεται ότι...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Φονική μηλόπιτα

 

Tης ΠΕΠΗΣ ΡΑΓΚΟΥΣΗ

Τα Χριστούγεννα, διαλέγοντας βιβλία για τα ανίψια μου, έπεσαν στα χέρια μου τα «Πρωτο… βοηθήματα» της Αμαλίας Λεντζή (εκδ. Νίκας). Μια έκδοση που διδάσκει στα παιδιά τις Πρώτες Βοήθειες μέσα από τις περιπέτειες του Ακη, του Κλώνη, της πεταλουδίτσας Χαράς και του Λουκουρούκου που είναι πουλάκι. Τελικά, το κράτησα για τον εαυτό μου και, πλέον, το διαβάζουμε μαζί. Δεν φανταζόμουν πιο «βελούδινο» τρόπο για να ξεπεράσω μια δική μου φοβία. Αυτή που με κάνει, αν κάποιος στο περιβάλλον μου βρεθεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, να παθαίνω εγώ μεγαλύτερο πανικό. Εκείνες τις ημέρες όμως «έπαιζαν» κάποιες ειδήσεις, με κοινό παρονομαστή, που με είχαν προβληματίσει.

«Ενα κομμάτι μηλόπιτα προκάλεσε τον θάνατο του άτυχου άνδρα». «Πνίγηκε από σουβλάκι μπροστά στους πελάτες του εστιατορίου». Περιστατικά που μου έφερναν στο μυαλό παλιές ιστορίες, για κάποιο παιδάκι που πνίγηκε από ένα κομμάτι μήλο ή από ένα ψαροκόκαλο. Πέρα από τη φρίκη να συμβεί σε εμένα, ήταν πάντα ο εφιάλτης μου και το να βρεθώ στο ίδιο δωμάτιο με έναν τόσο ξαφνικό θάνατο και να μη μπορώ να κάνω τίποτα.

Να μη μπορώ να κάνω τίποτα;  

Εδώ είμαστε. Θεωρούσα ότι η παροχή Πρώτων Βοηθειών απαιτεί γνώσεις  εξειδικευμένης νοσοκόμου. Και, από ένα άτυπο γκάλοπ, διαπίστωσα ότι το ίδιο πιστεύουν οι περισσότεροι γνωστοί μου. Οι οποίοι αν, ο μη γένοιτο, συμβεί κάτι δίπλα τους, το πολύ πολύ να θυμηθούν γιαγιαδίστικα γιατροσόφια. «Ανοιξε η μύτη του; Το κεφάλι πίσω». (Μία κίνηση που αντενδείκνυται αυστηρά σε περίπτωση ρινορραγίας). Ναι, υποτίθεται ότι στην Υγιεινή που κάναμε, στα χρόνια μου, στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, υπήρχε κάποιο κεφάλαιο περί Πρώτων Βοηθειών. Εντελώς θεωρητικό. Θυμάμαι ότι για την περίδεση τραύματος έγραφε πως, τυλίγοντας τον επίδεσμο, έπρεπε να βάλουμε δυο ξυλαράκια χιαστί. Κι άντε να καταλάβω σε μια ηλικία που δεν ήξερα καν τι σημαίνει χιαστί.

Πριν από λίγες μέρες έτυχε να γνωρίσω προσωπικά την Αμαλία Λεντζή. Που η βασική δουλειά της είναι εκπαιδεύτρια Πρώτων Βοηθειών και εργάζεται για τον Ερυθρό Σταυρό. (Στο βραβευμένο ντοκιμαντέρ της Δάφνης Ματζιαράκη «4,1 μίλια» υπάρχει μια «ζωντανή» σκηνή όπου επαναφέρει ένα δίχρονο προσφυγόπουλο). Σπάνια συναντάω πια ανθρώπους τόσο παθιασμένους με τη δουλειά τους. Και, στην προκειμένη περίπτωση, με το να πείσει όλους εμάς ότι τα βασικά της δουλειάς της μπορούν να γίνουν κοινή γνώση. Οτι φτάνουν ελάχιστες ώρες εκπαίδευσης για να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά από ένα στραμπούληγμα έως μια πνιγμονή ή να κάνουμε ΚΑΡΠΑ. Κάτι που μπορεί να σώσει τη ζωή ενός άγνωστου, ενός δικού μας ανθρώπου ή ακόμη και τη δική μας. (Η Αμαλία μού είπε ότι αν, τον περασμένο Σεπτέμβριο, δεν ήταν μπροστά στον βαρύ τραυματισμό του γιου της από μηχανάκι, το πιθανότερο είναι ότι «σήμερα θα φορούσα μαύρα»).

Οι Πρώτες Βοήθειες πρέπει άμεσα να ενταχθούν στη διδακτέα σχολική ύλη. Είναι θέμα εκπαίδευσης, που θα έπρεπε να έχουμε όλοι μας, αλλά και παιδείας για τις νέες γενιές. Πρόκειται για το πιο ουσιαστικό «μάθημα ζωής».  

Διότι...

 

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΗΛΙΘΙΟΙ - ΔΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα δεν μένουν πια εδώ

 


Tης ΠΕΠΗΣ ΡΑΓΚΟΥΣΗ

Δεν θυμάμαι να έχω νιώσει τόσο σπαραγμό, τέτοια απόρριψη, τόσο μεγάλη απομόνωση και τόσο έντονο το συναίσθημα της αποσυνάγωγης όπως τότε. Που δεν θυμάμαι πότε ακριβώς ήταν αλλά θυμάμαι πολύ καλά τον λόγο για τον οποίο βίωσα εκείνη τη συντριβή. Στους κινηματογράφους έπαιζαν το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Τζεφιρέλι, με πρωταγωνιστές την Ολίβια Χάσεϊ και τον Λέοναρντ Γουάτινγκ.

Τότε μου φαίνονταν τα ωραιότερα πλάσματα του πλανήτη, σαν να ζωντάνεψαν τα παραμύθια και βγήκαν οι νεράιδες και τα πριγκιπόπουλα στους δρόμους.  

Καθόμουν και χάζευα τις φωτογραφίες στις προθήκες των σινεμά, κάπου κάπου τις χάιδευα κιόλας, και μετά, γύριζα στο σπίτι και ξεσπούσα σε λυγμούς.  

Ο λόγος;  

Το έργο ήταν ακατάλληλο (γενικώς ή από 13 ετών θα σας γελάσω) και εγώ πολύ αχαμνό ακόμη για να περάσω στη ζούλα. Γι’ αυτό χτυπιόμουν κι έκλαιγα.

Και τα χρόνια πέρασαν κι εγώ μεγάλωσα και είδα κάποτε την ταινία του Τζεφιρέλι που μου φάνηκε αυτό ακριβώς που ήταν. Ενα καλοφτιαγμένο παραμύθι (καμία σχέση με το αριστουργηματικό «Romeo and Juliet» του Μπαζ Λούρμαν που είδα δεκαετίες αργότερα). Οσο για την Ολίβια Χάσεϊ και τον Λέοναρντ Γουάτινγκ, εντάξει, δυο ωραία παιδιά στα πρότυπα της εποχής (μιλάμε για το τέλος της δεκαετίας του 1960) που δεν έκαναν και καμιά σπουδαία καριέρα στη συνέχεια. Ή μάλλον, για την ακρίβεια, δεν έκαναν καθόλου καριέρα. Τη Χάσεϊ την ξαναείδα στον ρόλο της Παναγίας στο τηλεοπτικό «Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ», επίσης του Τζεφιρέλι, τον άλλον πουθενά και, πέραν τούτου, νάδα. Ετσι γίνεται συνήθως. Οι ηθοποιοί που κάνουν το κινηματογραφικό ντεμπούτο τους στα πρώτα εφηβικά τους χρόνια, κατά κανόνα δεν μεγαλουργούν στη συνέχεια, βλέπε Μπρουκ Σιλντς. Η Τζόντι Φόστερ και η Σκάρλετ Γιόχανσον αποτελούν εξαίρεση.

Και τα χρόνια πέρασαν κι εγώ μεγάλωσα κι άλλο. Και μαζί μεγάλωσαν και οι πρωταγωνιστές του Τζεφιρέλι. Σήμερα η Χάσεϊ είναι 71 ετών και ο Γουάτινγκ 72. Και πριν από λίγες μέρες, στο Ανώτατο Δικαστήριο της Σάντα Μόνικα, στην Καλιφόρνια, κατέθεσαν αγωγή εναντίον της Paramount. Της παραγωγού εταιρείας του «Ρωμαίος και Ιουλιέτα».

Πενήντα τέσσερα χρόνια μετά, θυμήθηκαν ότι ο Τζεφιρέλι (ο οποίος έχει πεθάνει πριν από τρία χρόνια και δεν μπορεί να απαντήσει) τους ξεγέλασε και γύρισε «γυμνή» σκηνή που τους είχε πει ότι δεν θα προβληθεί αλλά, τελικά, προβλήθηκε. Και αφού, βρε παιδί μου, το δούλεψαν μέσα τους πάνω από μισό αιώνα, το έφεραν από ‘δω, το πήγαν από ‘κει, το είδαν έτσι, το είδαν αλλιώς κατηγορούν την εταιρεία για σεξουαλική παρενόχληση, απάτη, σεξουαλική κακοποίηση και σκόπιμη πρόκληση συναισθηματικής δυσφορίας. Και ζητούν αποζημίωση.

Οχι μεγάλη. Αντε καλέ. Μόνο 500 εκατομμύρια δολάρια. Οσα, δηλαδή, έβγαλε η ταινία από το 1968 που έκανε πρεμιέρα έως σήμερα. 

Αλλά δεν το κάνουν, λέει, για τα λεφτά. Α παπαπαπά, αυτοί δεν κάνουν τέτοια πράγματα. Το κάνουν για ηθικούς λό γους. Για τον «οικονομικό, σωματικό και συναισθηματικό πόνο» που τους προκάλεσε η συγκεκριμένη σκηνή.

Γιατί έκαναν την καταγγελία τώρα και όχι τότε; 

«Διότι...

 

ΙΣΛΑΜΟΦΑΣΙΣΜΟΣ και ΔΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Κομμένα κατάμαυρα μαλλιά

Της ΠΕΠΗΣ ΡΑΓΚΟΥΣΗ

Οταν πριν από λίγες ημέρες έγραφα για τον θάνατο ή μάλλον τη δολοφονία της Μαχσά Αμινί στην Τεχεράνη, οι διαδηλώσεις στο Ιράν δεν είχαν, ακόμη, πάρει τόσο μεγάλες διαστάσεις. Ή, τέλος πάντων, οι εικόνες τους δεν έφταναν στον υπόλοιπο κόσμο. Οταν όμως αυτά τα «ποτάμια της οργής» σπάζουν τα φράγματα των καθεστώτων που τα δημιουργούν, δεν εμποδίζονται ούτε γυρίζουν πίσω. Κι έτσι γέμισαν οι οθόνες από πανέμορφα γυναικεία πρόσωπα, αυτά τα «ρόδα του Ισπαχάν» με τα πυρωμένα μάτια, τα καλογραμμένα χείλη και τα στιλπνά, πλούσια μαλλιά. 

 «Από τις ωραιότερες γυναίκες στον κόσμο» θυμάμαι να λένε, όταν ήμουν μικρή, οι ναυτικοί και κοσμογυρισμένοι θείοι μου. Μιλάμε τώρα για τις αρχές της δεκαετίας του 1970 όταν το Ιράν κυβερνούσε ο σάχης και η οικογένεια των Παχλαβί ήταν για τα media της εποχής κάτι σαν την πριγκιπική οικογένεια του Μονακό. Και η Φαράχ Ντιμπά, η «Τζάκι της Ανατολής» ενώ ήταν ακόμη ισχυρός ο μύθος της Σοράγιας που «αποπέμφθηκε» επειδή δεν κατάφερε να φέρει στον κόσμο τον πολυπόθητο Διάδοχο.

Η Περσία, θυμάμαι, ήταν τότε μια χώρα με δυτικούς κώδικες. Μια «κοσμπολίτισσα» εξ Ανατολών με μοντέρνες γυναίκες που φορούσαν μίνι και μπικίνι, διασκέδαζαν, οδηγούσαν, χόρευαν, δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν από τις Παριζιάνες ή τις Λονδρέζες. Εως και επιδείξεις μόδας γίνονταν στην Τεχεράνη από κορυφαίους διεθνείς οίκους μόδας που τα σχετικά ρεπορτάζ «καταβρόχθιζα» στα περιοδικά της εποχής. 

Υστερα ήρθε η «επανάσταση των μουλάδων» που έδιωξε τον σάχη, τον «δυνάστη του λαού». Και επέβαλε τη δική της θεοκρατική χούντα που ξέκοψε τη χώρα από τον δυτικό προσανατολισμό της. Υπήρξαν μάλιστα πολλοί διανοητές της Δύσης που είδαν με σχετική συμπάθεια το καινούργιο καθεστώς. Το 1979 ο «αγώνας εναντίον του ιμπεριαλισμού» ήταν στο φόρτε του και η σχετική ρητορική έβρισκε εύφορο έδαφος ώστε να «καρποφορήσει» ως αντισυστημικός λόγος.

Σαράντα τρία χρόνια μετά, τα γενναία κορίτσια του Ιράν, με αφορμή τη δολοφονία της Μαχσά επειδή δεν φορούσε σωστά το χιτζάμπ της, βγήκαν στους δρόμους. Σαν φόρος τιμής στις μανάδες τους που το 1979 είχαν και πάλι βγει στους δρόμους να διαμαρτυρηθούν την τελευταία μέρα που κυκλοφορούσαν με ακάλυπτο κεφάλι πριν επιβληθούν τα ισλαμικά ήθη. Καίνε τις μαντίλες, κόβουν τα μαλλάκια τους, ζητάνε το ελάχιστο της αυτοδιάθεσής τους.

Μαζί τους και οι γενναίοι άνδρες της χώρας που δεν φοβούνται να υποστηρίξουν το «άλλο μισό του φεγγαριού». Μια αντίδραση στο δικό τους καθεστώς και μία απάντηση στην ισλαμολαγνεία της Δύσης. Σε εκείνες και εκείνους που θέλουν να μας πείσουν ότι πρέπει να υποστηρίξουμε τις γυναίκες που επιλέγουν να φοράνε το χιτζάμπ. Και με αυτές και με τη Μαχσά, απλά, δεν γίνεται. Ούτε γίνεται να λες ότι τιμάς αυτά τα κορίτσια και όταν βρίσκεσαι εσύ στην Τεχεράνη, να φοράς καμαρωτά τη μαντίλα. Δεν είναι φολκόρ στοιχείο μιας τοπικής ενδυμασίας. Δεν είναι φέσι ούτε τσαρούχι. Είναι σύμβολο καταπίεσης.


Βλέπω λοιπόν τα ατρόμητα κορίτσια του Ιράν να βγάζουν τις μαντίλες τους και να κόβουν τα στιλπνά μαλλιά τους (στο Ισλάμ απαγορεύονται τα κοντά μαλλιά) μπροστά στους ένοπλους της «Αστυνομίας Ηθών και Σεμνότητας», αυτούς δηλαδή που σκότωσαν τη Μαχσά. 

Ακούω ότι οι νεκροί έχουν ξεπεράσει τους τριάντα.

Και σκέφτομαι διαμαρτυρίες γυναικών στην Ελλάδα και σε άλλες δυτικές πόλεις. Τάχα αλυσοδεμένες και με κόκκινη μπογιά, εν είδει αίματος, στο πρόσωπο, να φωνάζουν στους ανυποψίαστους περαστικούς «Ο βιαστής είσαι εσύ». Θυμάμαι συλλαλητήρια όπου καταγγέλλονταν βιασμοί για τους οποίους η Δικαιοσύνη αποφάνθηκε ότι ποτέ δεν έγιναν.  

Βλέπω τις «αδελφές της Μαχσά» να στέκονται ατρόμητες μπροστά στην αμείλικτη αστυνομία των μουλάδων και σκέφτομαι τον φοιτητή Τάσο που, στα καθ’ ημάς, έγινε viral επειδή κοίταξε επίμονα στα μάτια έναν αστυνομικό που ήξερε ότι δεν πρόκειται να του κάνει τίποτα

Τελικά...