"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΧΛΙΒΑΝΙΔΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΧΛΙΒΑΝΙΔΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΛΛΑΔΑ: Εκδήλωση Βράβευσης

Στις 20 Οκτωβρίου 2012, στο χώρο του Remezzo, πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση βράβευσης του Λογοτεχνικού Διαγωνισμού που διοργάνωσε το Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού, με θέμα: «Το Απολυμαντήριο της Καλαμαριάς»
Τα μέλη που απάρτιζαν την Επιτροπή Αξιολόγησης είναι:

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΚΑΡΙΖΩΝΗ, Καλαμαριώτισσα λογοτέχνης με πλούσιο συγγραφικό έργο.          

ΓΙΩΤΑ ΣΤΥΛΛΙΑΝΙΔΟΥ – ΧΑΤΖΗΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, φιλόλογος μέσης εκπαίδευσης, με εμπειρία στη διόρθωση κειμένων.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΧΛΙΒΑΝΙΔΟΥ εκπαιδευτικός, συγγραφέας και ποιήτρια με πλούσιο συγγραφικό έργο και έντονη πολιτιστική δραστηριότητα.

ΜΕΛΙΤΑ ΤΟΚΑ ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ, ποιήτρια δίγλωσσης στην γαλλική και την ελληνική γλώσσα, μεταφράστρια με ειδικότητα στο ιδεόγραμμα (σχηματική ποίηση) και αξιόλογο συγγραφικό έργο.

Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ Επίκουρος Καθηγητής στον Τομέα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Λαογραφίας και Kοινωνικής Ανθρωπολογίας.

Σύμφωνα με την βαθμολογία της επιτροπής αξιολόγησης τα αποτελέσματα έχουν ως εξής:

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ                                                                                                               

 1ο  ΒΡΑΒΕΙΟ (Υπάρχει ισοβαθμία)                                                                          
Ελένη Αυγερινοπούλου, με το ψευδώνυμο ΚΑΣΤΑΛΙΑ και τίτλο διηγήματος, ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟ                                                                                                  
Ακριτίδης Αλέξανδρος, με το ψευδώνυμο ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ και τίτλο διηγήματος, ΤΟ ΣΑΖΙ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ                                                                                                  
2ο  ΒΡΑΒΕΙΟ                                                                                                                
Στελίνα Μαργαριτίδου με το ψευδώνυμο ΣΙΛΙΑ ΜΑΡΓΑΡΗ και τίτλο διηγήματος ΑΠΟΛΥΜΑΝΤΗΡΙΑ: Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ                                                                           

3ο ΒΡΑΒΕΙΟ                                                                                                               
Πολυξένη Χουρίδου με το ψευδώνυμο ΚΛΕΟΝΩΡΑ                                                          

 1ος ΕΠΑΙΝΟΣ                                                                                                                     
Αθηνά Ρώσση, με το ψευδώνυμο ΝΟΣΤΟΣ και τίτλο διηγήματος, ΝΑ ΖΗΣΩ          

 2ος ΕΠΑΙΝΟΣ                                                                                             
 Απόστολος Παυλίδης, με το ψευδώνυμο ΑΞΕΝΟΣ και τίτλο διηγήματος, ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΒΑΣΑΝΑ ΝΑ ΜΗ ΒΡΟΥΝ ΚΑΝΕΝΑ Σ΄ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ                                      

3ος ΕΠΑΙΝΟΣ                                                                                                           
Δεν υπάρχει κατάλληλο έργο για την κατηγορία αυτή.                               

ΠΟΙΗΜΑΤΑ                                                                                                                    

Κενότης


Της Ευαγγελίας – Αγγελικης Πεχλιβανίδου
(Εκπ/κού – Ποιήτριας - Συγγραφέως)

Βαρύς γλυκός είν’ ο καφές
Ο καναπές
Χέρια που πλέκουν ηδονές
Με αρωγές

Το ουίσκι άνευ συνταγής
Κι άνευ  τιμής
Τι κι αν πληρώνεις μετρητοίς
Ακροβατείς

Σφηνάκια στήνουνε χορό
Ένα σωρό
Κορμιά ριγμένα εκεί και εδώ
Χωρίς αιδώ.

Βαριά η ανάσα κι αδειανή
Από ψυχή
Χτυπούν ακούρδιστοι οι παλμοί
Πνιγμένη η αυγή

Φωτάκια μες στη σκοτεινιά
Ειρωνικά
Βήχας, τσιγάρο, καταχνιά
Νύχτα βαθειά.

Χλωμό το μάτι αναπολεί
Σ’ άδεια σιωπή
Παρόν και μέλλον μια ζωή
Που αιμορραγεί

Μαγκιά και λόγια ο χουβαρντάς
Σφιχτά ο παράς
Κερνάει ο κάθε  μασκαράς
Μετά χαράς

Το Κράτος είμαι Εγώ κι Εσύ κι Αυτός κι Εκείνος


Γράφει η Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου

 Το Κράτος  είμαι Εγώ   (L’État, c’est moi), είπε ο Λουδοβίκος ο ΙΔ΄ αυταρχικά.      Και τώρα στην εποχή της Δημοκρατίας που όλοι την επικαλούμεθα για ό,τι λέμε και κάνουμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο καθένας με τον τρόπο του είναι ένας Λουδοβίκος 14ος που επαναλαμβάνει τη ρήση εκείνου.

 Γιατί σήμερα τη Δημοκρατία, τη δημοκρατική σκέψη μας, τη δημοκρατική γλώσσα μας, τη δημοκρατική συμπεριφορά μας την κάναμε σαν το «φούρνο του Χότζα». 
Ο Χότζας λοιπόν έχτιζε κάποτε ένα φούρνο. 
Περνάει ένας γείτονάς του και του λέει:
- Έκανες λάθος, Χότζα μου, ο φούρνος πρέπει να βλέπει προς τη Δύση.
Χαλάει ο Χότζας το φούρνο και τον ξαναχτίζει προς τη Δύση. Περνάει τότε ένας άλλος γείτονας και του λέει:
- Μα, Χότζα μου, τι κάνεις. Ο φούρνος πρέπει να κοιτάει στην Ανατολή.
Τον ξαναχαλάει ο Χότζας και τον χτίζει πάλι απ’ την αρχή έτσι ώστε να βλέπει προς την Ανατολή.  Σε λίγο νά σου ένας περαστικός. Βλέπει το Χότζα που έχτιζε το φούρνο και γυρίζει και του λέει:
- Να με συμπαθάς, Χότζα μου, ο φούρνος πρέπει να είναι στραμμένος προς το Νότο.
Θυμώνει τότε ο Χότζας, γκρεμίζει το φούρνο, πάει αγοράζει ένα κάρο που είχε βέβαια τέσσερις ρόδες και μια και δυο χτίζει τον φούρνο επάνω στο κάρο.
Έτσι μπορούσε να γυρνάει το κάρο σε κάθε κατεύθυνση σύμφωνα με τη γνώμη και την επιθυμία όλων.

Έτσι κάναμε κι εμείς όλοι τη Δημοκρατία μας, την ψυχή μας, τις ενέργειές μας.   Τις κάναμε αυτόνομες.  Και τις αλήθειες μας και τα ψεύδη μας και την ηθική μας. Και προσπαθούμε να επιβάλουμε τις δικές μας αλήθειες ως αντικειμενικές.            Δεν αφήνουμε χώρο στην υποκειμενική άποψη ενός γεγονότος ή άλλου. Αυθαιρετούμε θεωρώντας ότι δεν μπορεί κάτι να είναι εν μέρει αληθινό, ότι μπορεί να έχουμε περιπέσει σε πλάνη από άγνοια όλων των γεγονότων ή από αδυναμία ή σκοπίμως στο βάθος της ψυχής μας, αν και στην τελευταία περίπτωση, έχουμε ήδη προχωρήσει στο πεδίο του ψεύδους.                                 
 Και όλοι μα ς έχουμε τα επιχειρήματά μας και αγωνιζόμαστε  να τα υποστηρίξουμε. Και έτσι καταργούμε τους νόμους της ηθικής.                                                         
 Αυτοί κι αν δεν έχουν γίνει σαν το φούρνο του Χότζα»! Οι βασικές έννοιες της ηθικής, «καλό» ή «κακό», έχουν χάσει τον προσδιορισμό τους.

Απομυθοποίηση του Άη Βασίλη του Μάρκετινγκ

Της Ευαγγελίας – Αγγελικής Πεχλιβανίδου

Ήρθες και φέτος Άη Βασίλη
Βιάστηκες όπως πάντα πριν την ώρα σου
Μέρες θα τριγυρνάς
Θα επαναλαμβάνεσαι
Και θα ξεφτίζεις
Οι μπότες πεταμένες στα σκουπίδια
Κι ο σκούφος και τα γένια λερωμένα
Θα παραμείνουνε στο μαυσωλείο της ψυχής
Να ανέβουν πάλι στο θεατρικό σανίδι
Ρούχα ραμμένα από εύφλεκτα, ακρυλικά υλικά
Με τσέπες αδειανές από αγάπη
Και βρώμικες απ’ τα Ευρώ.

Ήρθες! Κι εγώ φορώντας τα γυαλιά
Της αχρωματοψίας
Ξεκίνησα και πάλι να σε βρω
Όπως κάθε χρονιά κρατώντας το μπαστούνι
Της αλήθειας.
Έψαξα να σε βρω στους δρόμους
Που δεν έχουν ανάσα.
Στις ατέλειωτες κόρνες των αυτοκινήτων
Που κόβουν το νήμα της ειρήνης του νου
Στις ρόδες που αφήνουν πίσω τρίζοντας
Καθηλωμένα πόδια και μάτια και ψυχές
Στο κυνήγι του χρόνου που πληγώσαμε
Χωρίζοντάς τον σε άπειρες στιγμές
Ρυπαρής ευχαρίστησης.
Σε ψάχνω στα φανάρια τα χρωματιστά
Που δεν έχουν στοπ και φρένο
Καθώς κολλήσαν στην κραιπάλη της ζωής.

Σε έψαξα σ’ ένα πιάτο άδειο από ευλογία
Στις ψυχές που δε χωρούσαν
Λίγη αμασκάρευτη αγάπη
Στις ταβέρνες και τα κλαμπς που μύριζαν
Ιδρωμένες εισπνοές ελπίδων
Στα ιδρύματα τα αδειανά
Από δεσμούς και κόμπους αισθημάτων
Στις ναυαγισμένες οικογένειες
Απ’ τις βιτρίνες , τις γαλοπούλες και τις πρίζες,
Στα Χριστούγεννα που χάθηκαν στο χρόνο
Που μας παγιδεύει στη γρήγορη ροή του
Και μας συνθλίβει.
Στα ψεύτικα φιλιά και στις ευχές
Χωρίς αντίκρισμα αγάπης.

Λουκέτο

Της ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΠΕΧΛΙΒΑΝΙΔΟΥ

Μας κλείσαν σε στάνη
κι αυτοί στη Βουλή,
καφές και σεργιάνι
κι η μύτη στητή.

Στα “sales” πουλάνε
ψυχή, λεβεντιά.
Ελάτε να πάμε,
σαν άγρια  θεριά…

Μας δίνουν λουκέτα
πολλά, δωρεάν.
Προσφέρουν πακέτα
και μας ξεπουλάν.

Στο χρήμα λουκέτο
σε κάθε μισθό
και κόβουν με βέτο
Ταμεία σωρό.

Λουκέτο στο… στόμα,
«παχύναμε», λεν
Μας βάλανε… πώμα
και κάνουν πως κλαιν.

Λουκέτο στο… μάτι
…μυαλό και…φαί
Λουκέτο κι απάτη
και άδεια η ψυχή.

 «Δεν έχουμε», λένε
«περίσσια λεφτά»
Και «όλοι» πως «φταίμε»
στα χάλια αυτά.

Γινήκαμε επαίτες
στο Γιούρο – Ευρώ.
Κουνάμε τις χαίτες
για λίγο σανό.

Το μπούσουλα χάσαν
τα “pet” της Βουλής
Ε! κι αν μας “αδειάσαν”,
χρωστάν πάλι δις.

Κι από τη …χαρά τους,
σκυλάκια  θαρρείς,
κουνάν την… ουρά τους,
σκυλάκια… κανίς!

Ω! τρακόσιοι

Της ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΠΕΧΛΙΒΑΝΙΔΟΥ

Ω! Τρακόσοι! Σηκωθείτε,
μπείτε μέσα στη Βουλή
Τα σπαθιά σας θε να δείτε
σκουριασμένα στο χαλί.

Να προλάβετε βιαστείτε
με τη σπάθα, το μπαλτά
τους τρακόσους μας σα δείτε
πως μασάνε τον παρά.

Ω! τρακόσοι! Ελάτε τώρα,
δείτε πως καρέ καρέ
καταντήσανε τη χώρα .
Θάψαν το Mολών λαβέ.

Όλα τά ’δωσαν, μας κλέβουν.
Και εμάς όλους στο σφυρί
μας εβγάλαν, μας χορεύουν
σε παγκόσμιο ταψί.

Ω! τρακόσοι ! Πάρτε πάλι
τα γενναία σας σπαθιά,
μην αφήσετε κεφάλι
έτσι να μας κυβερνά.

Καταστρέψτε όλες τις μάσκες
που φορούν για το λαό
Μάσες, μίζες, χάψες, κάσκες,
στον Απόκρεω το χορό.

Ω! Τρακόσοι! Σηκωθείτε,
μπείτε μέσα στη Βουλή
Τα σπαθιά σας θε να δείτε
σκουριασμένα στο χαλί.

Να προλάβετε βιαστείτε
με τη σπάθα, το μπαλτά
τους τρακόσους μας σα δείτε
πως μασάνε τον παρά.

Ω! τρακόσοι! Ελάτε τώρα,
δείτε πως καρέ καρέ
καταντήσανε τη χώρα .
Θάψαν το Mολών λαβέ.

Όλα τά ’δωσαν, μας κλέβουν.
Και εμάς όλους στο σφυρί
μας εβγάλαν, μας χορεύουν
σε παγκόσμιο ταψί.

Ω! τρακόσοι ! Πάρτε πάλι
τα γενναία σας σπαθιά,
μην αφήσετε κεφάλι
έτσι να μας κυβερνά.

Καταστρέψτε όλες τις μάσκες
που φορούν για το λαό
Μάσες, μίζες, χάψες, κάσκες,
στον Απόκρεω το χορό.

Ο ποιητής Διονύσιος Σολωμός και ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν

Γράφει η Ευαγγελία-Αγγελική Πεχλιβανίδου

«Υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού και, αν είσαι αρκετός, κυρίεψέ την». Έτσι αναφέρει κάπου στο «Διάλογό» του ο Σολωμός. Σ’ αυτή τη γλώσσα, τη Νεοελληνική Κοινή, γαλουχήθηκε στα πρώτα δέκα χρόνια της ζωής του στο οικογενειακό του περιβάλλον και μέσα από τον προφορικό λόγο, γιατί το επίσημο γλωσσικό όργανο ήταν η Ιταλική στην Ενετοκρατούμενη Ζάκυνθο. Μετά τη δεκάχρονη παραμονή του στην Ιταλία για σπουδές, νέος 20 ετών, επιστρέφει το 1818 στην πατρίδα του που ήταν εκείνη την εποχή αγγλικό προτεκτοράτο.

Ένας ποιητής που δεν ήξερε να γράφει και να μιλά καλά την ελληνική γλώσσα επέστρεψε στην πατρίδα του γεμάτος ήθος, αγάπη, και με το πνεύμα της Ελευθερίας μέσα του (κάτι που είχε πάρει, μικρό ακόμη παιδί, από τους δασκάλους του Μαρτελάτο – ιεροδιάκονο – και Don Santo Rossi – καθολικό ιερέα, ο οποίος διώχτηκε από την πατρίδα του για τα φιλελεύθερα φρονήματά του- ).

Πλημμυρισμένος, λοιπόν, από τις φιλελεύθερες ιδέες που τότε καλλιεργούνταν στα ιταλικά πανεπιστήμια, γεμάτος γνώσεις και ζωή, μπαίνει στα αριστοκρατικά και πνευματικά σαλόνια της Ζακύνθου, όπου άνθιζε εκείνη την εποχή η Ποίηση, η Μουσική, η Τέχνη και η Φιλοσοφία.

Γίνεται γνωστός, αλλά ο ίδιος νιώθει σαν ανάπηρος γιατί δεν μπορεί να εκφράσει όλο το ποιητικό του πάθος στην Ελληνική Γλώσσα. Και κάποτε, (στα τέλη του 1822) , όταν ο Χαρίλαος Τρικούπης (που ήταν και ο ίδιος ποιητής) ακούγοντας στίχους του Σολωμού, τον προέτρεψε: «…ο Παρνασσός της νεωτέρας Ελλάδος περιμένει ακόμα τον Dante της» αναφερόμενος στο ποιητικό τάλαντο του ποιητή, ο Σολωμός με μετριοφροσύνη του είπε:  

«Δεν ξέρω καλά τα Ελληνικά και επομένως , δεν μπορώ να γράψω κάτι καλό».

Ήταν, όμως, τα λόγια του Τρικούπη που έφεραν την ανατροπή στις αποφάσεις του Σολωμού, που λειτούργησαν σαν δαδί που άναψε τη φλόγα της αγάπης για τη νεοελληνική γλώσσα, που σιγόκαιε κάτω από τη στάχτη του χρόνου, και άρχισε να καλλιεργεί και να προσέχει με την ακοή κυρίως σαν αισθητήριο όργανο, την απλή γλώσσα του λαού και τα δημοτικά τραγούδια. Αλήθεια, ποια ήταν τα λόγια που του είπε ο Τρικούπης;  

«Η γλώσσα που βυζάξατε μαζί με το γάλα της μάνας σας είναι η Ελληνική. Δεν έχετε παρά να την ξαναφέρετε στη μνήμη σας». 

Αγωνίστηκε πολύ να κατακτήσει τη γραπτή ελληνική γλώσσα και να πλάσει αυτούς τους υπέροχους στίχους του. Η ελληνική κερδίζει την ιταλική ολοένα και περισσότερο. Ο Σιγούρος γράφει γι αυτό : 
«…μεταχειρίζεται (ο Σολωμός) την ιταλική γλώσσα ως υπηρέτρια και τη νεοελληνική ως αρχόντισσα».

Τότε και ενώ η μικρή Ελλάδα θα αγωνίζεται να αποτινάξει το βαρύ ζυγό που πιέζει τα στήθη της, με την «κόψη του σπαθιού» θα φέρει την Ελευθερία.

Η ελληνικότατη ψυχή του επαναστατεί. Γιατί όπως λέει (β΄ σχεδίασμα): 

«…κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθείς μέσα σου να λαχταρίζει κάθε είδους μεγαλείο και θα είσαι ευτυχισμένος».

Μέσα από αυτή την ελληνική ψυχή, την αγωνία, το παράπονο και τον πόνο γεννιέται ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν, που τον χρήζει Εθνικό ποιητή.
 
Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν είναι σύμπασα η Ελλάδα που αγωνίζεται για το όραμα της ελευθερίας του Έθνους.

Ο βασιλεύς Γεώργιος ο Α΄ ήταν εκείνος που καθιέρωσε τον Ύμνο από το 1865 ως «Ύμνον του Έθνους και του Βασιλέως», τον οποίο μελοποίησε ο φίλος και συμπατριώτης του Σολωμού, Μάντζαρος. Μια καλλιτεχνική και αρχοντική φυσιογνωμία που είχε κάνει το σπίτι του μουσικοδιδασκαλείο και δωρεάν δίδασκε τους μαθητές του.
 
Η Ελευθερία για τον ποιητή, γενναία, μεταφυσική και απόκοσμη, βγαίνει από τους τάφους των προγόνων, όλων εκείνων που έχυσαν το αίμα τους για την Ελλάδα. Σε όλη την ιστορική της πορεία, στους ατέλειωτους αγώνες της, η Ελευθερία και μαζί της η Ελλάδα, σαν μια ιδέα, μια ψυχή, μια ελπίδα ζωντανή, θάβονταν μαζί με τους νεκρούς της, αγιάζοντας τα χώματα και καρτερώντας….

«εκεί μέσα εκατοικούσες
πικραμένη, εντροπαλή
κι ένα στόμα εκαρτερούσες,
“έλα πάλι”να σου πει». (στρ.3 )


Χρόνια πικραμένη η Ελευθερία Ελλάδα, ζούσε στη σκλαβιά και στη φοβέρα.
 

«…γιατί τα ’σκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά»(στρ. 4)


«…κι αποκρίνοντο από πάνω
κλάψες, άλυσες, φωνές» (στρ.7).


Μόνη της η Ελευθερία, αιματοβαμμένη ζητούσε βοήθεια, αλλά κανείς δεν της την έδινε.


«Μοναχή τον δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή
δεν είν’ εύκολες οι θύρες,
εάν η χρεία τες κουρταλεί» (στρ.10).


Αλλά η εθνική παλιγγενεσία έφτασε.
 

«Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει,
κάθε τέκνο σου μ’ ορμή
που ακατάπαυστα γυρεύει,
ή τη νίκη ή τη θανή» (στρ.15).


Αντιδρούν οι δυνάμεις. Ε, και;
«Δυστυχιά του, ω! δυστυχιά του!
οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι σου αποκάτου
και σε κείνο αντισταθεί»(στρ. 31)


Και αρχίζει η φοβερή νύχτα της μάχης. Α! Ριγεί ο ποιητής και μαζί ριγούμε και εμείς.
«Α! Τι νύχτα ήταν εκείνη,
που την τρέμει ο λογισμός;
Άλλος ύπνος δεν εγίνη
πάρεξ θάνατος πικρός» (στρ. 45).


Και παρακάτω, όλες οι ατιμώσεις και τα βάσανα, που έζησαν οι αδικοσκοτωμένοι Έλληνες από τους Τούρκους, βγαίνουν και οι ψυχές ζητούν εκδίκηση και οι σκελετωμένες μορφές χορεύουν μέσα στα αίματα.
«Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
βαθειά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει
και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά» (στρ.57).


Δεν έχει πλέον όριο η αναμονή για τους Έλληνες. Η καρδιά τους έγινε πέτρα. Θέλουν να νιώσουν ελεύθεροι αλλά και να εκδικηθούν. Έντονο το ανθρώπινο στοιχείο του ποιητή.
«Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει,
λες και κείθεν η ψυχή
απ’ το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθεί» (στρ.60).


Και ο πόλεμος (του ξεσηκωμού) κρατά τρία μερόνυχτα.
«Κοίτα χέρια απελπισμένα,
πως θερίζουνε ζωές!
χάμω πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές» (στρ.64).


Ο ποιητής λες και νιώθει ανακουφισμένος με το τέλος της μάχης και το ίδιο νιώθουμε και μεις μέσα από τις στροφές 72 και 73.
«Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη «Της αυγής δροσάτο αέρι,
και κυλάει στη λαγκαδιά, δεν φυσάς τώρα εσύ πλιό
και το αθώον χόρτο πίνει των ψευδόπιστων τ’ αστέρι.
αίμα αντίς για τη δροσιά. (στρ. 72) 


φύσα, φύσα το ΣΤΑΥΡΟ» (στρ. 73).
 

Σταυρός, Νίκη, Ελλάδα, Ελευθερία: Συνώνυμα για τον ποιητή μας. Αμέσως μετά με ενθουσιασμό χαιρετίζει την Ελευθερία με την ίδια δεύτερη στροφή του Ύμνου.
«Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά
και σαν πρώτα ανδρειωμένη Χαίρε! Ω! Χαίρε Ελευθεριά!».


Εδώ τελειώνει η β΄ Ενότητα του Ύμνου. Παρακάτω και μέχρι την 158η στροφή, η Ελευθερία περπατά περήφανη και εμψυχώνει τους πολεμιστές, στα διάφορα μέτωπα πολέμου σε ξηρά και θάλασσα, που αγωνίζονται «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία».
Όλες οι ιστορικές στιγμές διαγράφονται ποιητικά μέσα από τη μορφή της που πρωτοστατεί.

Εδώ στην 138η στροφή θα μπορούσε να τελειώσει ο Ύμνος.
«Η καρδιά συχνοσπαράζει… ( από το θάνατο του Πατριάρχη )
πλην, τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει
με το δάχτυλο η Θεά».


Με το «πλην» ο ποιητής μας μεταφέρει στον Επίλογο του Ύμνου, μέσα στον οποίο ζωντανεύει το ώριμο, σοβαρό πρόσωπο της Ελευθερίας που καθοδηγεί τους Έλληνες συμβουλεύοντάς τους και αποτρέποντάς τους από λάθη. Εδώ γεννήθηκαν και η περίφημη στροφή (144)
«Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει
“Πάρ’ το” λέγοντας και συ».


Γελαστή και απατηλή η Διχόνοια προσπαθεί να ξεγελάσει τους Έλληνες, που ήταν και, δυστυχώς, είναι επιρρεπείς σ’ αυτό το ελάττωμα.
Αλλά Διχόνοια και Ελευθερία δεν συμβιβάζονται
«Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένα έθνη αληθινά
αν μισούνται ανάμεσά τους
δεν τους πρέπει Ελευθεριά».


Υπολόγιζε πάντα στη βοήθεια των ξένων, των Ευρωπαίων. Και στο τελευταίο μέρος του Ύμνου μετά από την 151η στροφή, με τη φωνή των αγωνιστών και με έμβλημα το Σταυρό, ζητά τη βοήθειά τους, ελέγχοντάς τους που κρατούν ανθελληνική στάση, ενώ και εκείνοι είναι Χριστιανοί. Πώς αφήνουν τον Κάιν (Τούρκους), να υποδουλώνει τον Άβελ (Έλληνες); Πρέπει να πάρουν θέση απέναντι στο ελληνικό πρόβλημα ή αλλιώς να χτυπήσουν το σημείο του Σταυρού, δηλαδή να παύσουν να είναι Χριστιανοί. Να πάψουν να είναι διπρόσωποι.

«Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος «Τι θα κάμετε; θ’ αφήστε
σαν του Άβελ καταβοά να αποκτήσωμεν εμείς
δεν είν’ φύσημα αέρος λευθερίαν ή θα την λύστε
που σφυρίζει εις τα μαλλιά. (156) 

εξ αιτίας πολιτικής; (157)
 

«Τούτο αν ίσως μελετάτε
Ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε,
Και κτυπήσετε κι εδώ». (158)


Έτσι τελειώνει ο Διονύσιος Σολωμός τον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν»
Έτσι είναι η Ελευθερία Ελλάδα. Άρρηκτα δεμένη με τη Χριστιανική πίστη.
Η Ελευθερία ήταν πάντα το χώμα μας, τα βουνά μας, τα ποτάμια και οι θάλασσές μας, το κρύο το χειμώνα και η ζέστη το καλοκαίρι, η φτώχεια μας, η ψυχή μας, η ανάσα μας, η Ελλάδα.

Η Ελευθερία υπήρξε η Μάνα αμέτρητων Ηρώων

Η Ελευθερία ήταν για όλους τους προγόνους μας ο σκοπός της ζωής τους. Ήταν η ύπαρξή τους. Αυτή ή τίποτα.

Και τώρα τα παιδιά μας, που ζουν μέσα σε κάθε είδους ελευθερία, πολλές φορές δυστυχώς, δεν μπορούν να καταλάβουν το νόημά της. Ίσως δεν μπορούν να καταλάβουν τον ποιητή, τον αγωνιστή, τον ήρωα, γιατί μεγάλωσαν έχοντας για πρότυπο άλλους ψευτοήρωες, κάλπικους και χωρίς αξιοπρέπεια όταν αναζητούν τα θύματά τους ανάμεσα στα άδολα παιδιά, χωρίς ψυχή όταν αναδύονται μέσα απ’ τις αναθυμιάσεις της σκοτεινής κραιπάλης, της φιληδονίας και του κέρδους, χωρίς αυθεντικότητα όταν ρετουσάρουν μυς και πρόσωπα και σώματα με κάθε σιλικόνη αυτοπροβολής και εγωισμού, χωρίς πρόσωπο μέσα απ’ τα άγνωστα τούνελ των ιντερνέτ και των δεκάδων παραπλανητικών φίλτρων της τηλεόρασης και των μέικ – απ.

Ψευτοήρωες που νοιάζονται μόνο για την υπερφίαλη ύπαρξή τους και δεν έχουν χέρια, ικανά να αγγίξουν τις ψυχές.
 
Ήρωες χωρίς δύναμη για προσφορά και αγώνα, χωρίς το «δίνω» αλλά το «αρπάζω», που και οι ίδιοι –και κρίμα που δεν μπορούμε εμείς και πιο πολύ τα παιδιά μας να το αντιληφθούμε αυτό- είναι οι πιο δυστυχείς σκλάβοι του μυαλού και των «φρούδων» ελπίδων τους.

Ήρωες που ποτέ δε θα καταλάβουν την Ελευθερία των ποιητών μας, που , όπως λέει ο Παλαμάς,
« έχει της Νίκης τον αέρα,
έχει της Νίκης την ορμή,
πλασμένο το κορμί της όχι από σάρκα,
αλλά από Ψυχή».

 

γιατί οι ψευτοήρωες δεν έχουν ψυχή που μπορεί να είναι ελεύθερη,
αλλά μόνο σάρκα, που ποτέ γι αυτούς δεν είναι ελεύθερη.


Η εκπαιδευτικός κ. Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου έχει τιμηθεί δύο φορές με Έπαινο Ευδόκιμης Διδασκαλίας από το Δήμο Καλαβρύτων. Για το ποιητικό της έργο έχει βραβευτεί πολλές φορές με αριστεία, βραβεία, επαίνους και τιμητικές διακρίσεις σε ποιητικούς διαγωνισμούς (από ΧΑΝΘ, "Παρνασσός", "Γαλαξίας", "Ένωση Ευρωπαίων Λογοτεχνών, Π.Ε.Λ., Πνευματικό Πρακτορείο Γιοχάνεσμπουργκ, ΠΕΕΛ (Πανελλήνια Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών), Ε.Λ.Β.Ε., Κελαινώ - Ξάστερον, (Βραβείο για ανάλυση παροιμίας, Αριστείο σε Παιδική Ποίηση, Αριστείο σε Σατυρική ποίηση, Βραβεία σε θεματική ποίηση), "Griechischer Kunst und Literatur" - Μόναχο Βαυαρίας" "Giovanni Gronchi", Πίζα Ιταλίας, 2 φορές 1ο Βραβείο), καθώς και από άλλους φορείς μέχρι τώρα.

Οι ποιητικές συλλογές της:
"Από την ψυχή μου στην Κύπρο", "Άνοιξη δώδεκα χρονώ", "Ύμνος στην κόρη των ματιών", "Λευκή φωτιά", "Ο θάνατος ενός θεού", "Είναι γιατί λείπει η αγάπη", "Δάσκαλε εσύ, σοφέ λαέ μου, με ρητά και παροιμίες δίδαξέ μου", "Προσφυγιά - αρμονίας κατάλυση". Έχει μεγάλο έργο ανέκδοτο.
Διετέλεσε Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος (Ε.Λ.Β.Ε.) και Μέλος πολλών Ενώσεων. Ζει στη Θεσσαλονίκη και έχει τρία παιδιά.

ΠΗΓΗ: diasporic literature spot (Mέσω ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΖΩΝΗΣ)