"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΡΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΡΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΠΡΟΣΩΠΑ: Ο Βασίλης Καρράς και η αξία του αληθινού έρωτα



Toυ ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΡΑΠΑΛΗ

Eίναι δύσκολο να γράψει κάποιος με καθαρό μυαλό για έναν τύπο σαν τον Βασίλη Καρρά. Πιθανά γιατί η μέθη που προκάλεσε η απώλεια ξεπέρασε την αληθινή μέθη από τα λόγια των τραγουδιών του.

Άφησα να περάσουν λίγες μέρες μήπως και ηρεμήσει το μυαλό μετά από αυτή την χριστουγεννιάτικη απώλεια.

Να ηρεμήσει από την ανάγκη που δημιούργησε σε όλους μας να βγούμε να τον τιμήσουμε όπως του άρμοζε. Να κλειστούμε σε ένα μπαρ και να πιούμε όχι δυστυχώς στην υγειά του αλλά στην μνήμη του. Όπως ανέφερε ο συνάδερφος και φίλος του Ζαφείρης Μελάς, ήθελε στην κηδεία του όλοι να είναι χαρούμενοι και να φοράνε άσπρα.

Όμως ο καλύτερος αποχαιρετισμός ήταν αυτός ο αυθόρμητος όσων απλά παράγγελναν τα τραγούδια του, όπου βρίσκονταν. Δεν είχα την τύχη να είμαι στην Θεσσαλονίκη αυτές τις μέρες, στην μοναδική του έδρα όπου έδινε παραστάσεις αξέχαστες, αλλά είχα την τύχη να τον θρηνήσω στο μαγαζί που τραγούδαγε ο Άγγελος Διονυσίου.

Τύχη γιατί ο Άγγελος ουσιαστικά ήξερε μέσα του πάντα πως ο πραγματικός συνεχιστής του μεγάλου πατέρα του ήταν ο Βασίλης Καρράς. Αν κάτι συνδύαζε τον Στράτο και τον Βασίλη ήταν πως στα τραγούδια τους ένιωθες ότι έβλεπες την ιστορία να διαγράφεται μπροστά σου. Σαν ένα βιντεοκλίπ που εξιστορούσε κάτι που έχεις ήδη ζήσει. Η στιγμή που ο σκυφτός διαβάτης της ζωής πήγαινε βόλτα στου ονείρου το σεργιάνι.

Ο Καρράς ήταν ο φίλος που μίλησε στην ψυχή μας και μας συντρόφευσε στις δύσκολες στιγμές της απώλειας. Δεν ασχολήθηκε ως στιχουργός και ερμηνευτής με την κατάκτηση του έρωτα αλλά με την ανάγκη της διατήρησής του.

Σε εκείνο τον μοναδικό στίχο του Αυγούστου «η αγάπη διεκδικείται δεν παρέχεται» αποτύπωσε απόλυτα την αξία του αληθινού έρωτα. Όχι αυτού που δημιουργήθηκε από την στιγμιαία παρόρμηση αλλά εκείνου που αξίζει να πολεμάς κάθε μέρα κάθε στιγμή γιατί αυτός σε ολοκληρώνει και σε γεμίζει.

Ο Καρράς δεν ενδιαφέρθηκε για την κατάκτηση αλλά για την συνέχεια της αγάπης πράγμα που έπραξε στην ζωή του, όντας με την ίδια γυναίκα από τα εφηβικά του χρόνια. Ακόμη και στην αέναη επίκληση στην ξελογιάστρα νύχτα επέμεινε στην αγάπη και όχι σε κάτι το περιστασιακό και το τυχαίο.

Αν λοιπόν κάτι οφείλει να μείνει από αυτόν τον μεγάλο καλλιτέχνη είναι…

 

 

ΠΡΟΣΩΠΑ - Βασίλης Καρράς: Τι ψυχή θα παραδώσεις!


Του ΜΑΝΩΛΗ ΚΟΤΤΑΚΗ

«Ρε σεις, σπίτια δεν έχετε; Ακόμη εδώ είστε;» Ακόμη αντηχεί στα αυτιά μου η φωνή του Βασίλη Καρρά, πέντε το πρωί, κάποιο Σάββατο, στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στο θρυλικό Αβαντάζ της Θεσσαλονίκης. Οταν έβγαινε για το τελευταίο μέρος του προγράμματος με το λευκό πουκάμισο έξω, χωρίς κοστούμι, για να τραγουδήσει μέσα σε ένα σύννεφο από καπνό μια τελευταία φορά «για τη νύχτα την ξελογιάστρα» και για να μας πει το κλασικό «καλημέρα σας!» Να σφυρίξει τη λήξη, δηλαδή, λίγο πριν από την ανατολή.

Ημασταν νέοι, ήμασταν φοιτητές, οδηγούσαμε πέντε ώρες από την Κομοτηνή μέχρι τη Θεσσαλονίκη -δεν υπήρχε η Εγνατία τότε- για να διασκεδάσουμε, διπλοπαρκάραμε σε παρακείμενες οδούς και μετά τρέχαμε στον επίσης θρυλικό διοικητή της Τροχαίας Θόδωρο Αθανάσαρο για να μας σβήσει την κλήση. Αν γινότανε. Ηταν η εποχή που τα τραγούδια του νεοεμφανιζόμενου Καρρά κυκλοφορούσαν σε δισκάκια της εταιρίας VASIPAP, από τα αρχικά του ιδρυτή της: Βασίλης Παπαδόπουλος.

Εκανε εντύπωση σε πολλούς αυτό που συνέβη με τον θάνατο του λαϊκού τραγουδιστή από το Κοκκινοχώρι της Καβάλας. Η αγάπη του κόσμου, ειδικά του βορρά, στο πρόσωπό του. 

Δεν ήταν ο ποιοτικός του έντεχνου, όμως έπειτα από 35 χρόνια παρουσίας στις πίστες και στο πεντάγραμμο είχε καταφέρει να εκφράσει την ψυχή μιας πόλης και μιας ολόκληρης περιοχής. Με το χιούμορ του και με το χαμόγελό του.

Ηταν για τα δύσκολα, όχι για τα εύκολα. Δεν ήταν κάτι φοβερά σπουδαίο για να μπει στο πάνθεον του πενταγράμμου, αλλά με τις λέξεις του, με τις παράδοξες εικόνες που έφτιαχνε («από τον βορρά μέχρι τον νότο, να σ’ αγαπώ δεν βρήκα τρόπο») και με τις μουσικές του κατάφερνε κάθε βράδυ να κάνει τις καρδιές που χοροπηδούν, να ηρεμούν και να ταξιδεύουν. Χρειάζεται ταλέντο για να κάνεις τους στενοχωρημένους χαρούμενους και τους χαρούμενους στενοχωρημένους. Να τους χαϊδεύεις ευαίσθητες χορδές. Να τους ξυπνάς συναισθήματα. Να τους κάνεις να αφήνονται χωρίς καθωσπρεπισμούς. Στο έλεος των αισθήσεών τους.

Αναρωτήθηκα στο άκουσμα της είδησης της απώλειας του Καρρά, πέρα από τις νεανικές αναμνήσεις που έφερε υποχρεωτικά στον νου μου, κάτι ευρύτερο:

Τι είναι αυτό που κάνει τη βόρεια Ελλάδα, από τα Τρίκαλα και πάνω, να γεννά ασταμάτητα, ανεξαρτήτως εποχών, συνθέτες και τραγουδιστές που μπορούν να εκφράσουν το ανθρώπινο παράπονο, τον καημό, τη χαρά, τον ενθουσιασμό, τον δισταγμό, την απογοήτευση, την πτώση, την άνοδο, την ελπίδα, την αδικία, την αμφιβολία.

Προφανώς και τα μεγέθη δεν είναι όλα ίδια. Σκέφτομαι όμως ότι ο Καζαντζίδης, ο Τσιτσάνης, ο Μητροπάνος, ο Νταλάρας, η Μαρινέλλα, ο Στράτος Διονυσίου, ο Παπάζογλου, ο Χρήστος Νικολόπουλος, ο Ακης Πάνου, και από τις νεότερες γενιές με διαφορετικό ύφος ο Τερζής, ο Καρράς, η Θεοδωρίδου, ο Ρέμος η Ασλανίδου και πολλοί άλλοι που αυτή τη στιγμή μπορεί και να ξεχνώ, κατέβηκαν στην Αθήνα και την αναστάτωσαν. Εδωσαν νέα πνοή στη νύχτα.

Στο παρελθόν και η υπόλοιπη Ελλάδα γεννούσε τραγουδιστές και συνθέτες που μπορούσαν να εκφράσουν με μεγάλη πληρότητα το λαϊκό αίσθημα. Ο Ζαμπέτας από το Αιγάλεω, ο Βοσκόπουλος από τη Νίκαια, ο Μπιθικώτσης από τη Δραπετσώνα, και πολλοί άλλοι. Ο καθένας με το ύφος του πάντοτε.

Σταδιακά όμως το κλεινόν άστυ άρχισε να γίνεται κυνικό και η διασκέδασή του ψεύτικη, να χάνει την ταυτότητά της. Τη δυνατότητα τού να εκφράσει γνησίως τις λαϊκές πλειοψηφίες. Οι οποίες, όσο και αν δεν αρέσει σε κάποιους κύκλους, αγαπούν πολύ το λαϊκό τραγούδι σε κάθε του μορφή. Είτε είναι ρεμπέτικο είτε παλιό λαϊκό ή το σημερινό πλαστικό λαϊκό με ήχους που μας ξεπερνούν κατά πολύ καμιά φορά και μας πάνε στη βαθιά Ανατολή.

Αλλά ο Ελληνας ως γεννήτωρ της Δύσης δεν φοβάται την Ανατολή. Δεν φοβάται τους ήχους της. Είναι συμφιλιωμένος μαζί τους.

Την παραμονή των Χριστουγέννων το βράδυ, το πρώτο κανάλι της ελληνικής τηλεόρασης έδειχνε μία συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής με τον αξεπέραστο Διονύση Σαββόπουλο (και αυτός ανθρωποκεντρικός, έβαλε πολύ συναίσθημα στη σκληρή μεταπολιτευτική εποχή του πολιτικού τραγουδιού) και το δεύτερο κανάλι μια παλιά χριστουγεννιάτικη εκπομπή του «Καλλιτεχνικού καφενείου» με τον Μίμη Πλέσσα, τον Βασίλη Τσιβιλίκα και τον Κώστα Φέρρη, στην οποία πρωταγωνιστούσαν η Πόλυ Πάνου, η Τζένη Βάνου, ο Γιώργος Μητσάκης, η Χαρούλα Λαμπράκη και «Τα παιδιά απ’ την Πάτρα».

Δεν έχω αμφιβολία ποια εκπομπή είδαν οι περισσότεροι.

Αν αναζητήσει κανείς λοιπόν γιατί τόση λατρεία για τον Βασίλη Καρρά με την μπάσα φωνή θα ανακαλύψει ότι…

 

ΠΡΟΣΩΠΑ - Βασίλης Καρράς: Δεν πας πουθενά, εδώ θα μείνεις!

 

 ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Της ΡΕΑΣ ΒΙΤΑΛΗ

 

Ψιλοσούρα. Εκεί στο μεταίχμιο, τόσο δα έξω από αναστολές και τόσο δα, να μην χάσεις την μπάλα τελείως.

Εκείνος, ο φιλαράκος ζωής γελούσε «Πας καλά; Σύνελθε», για να την αναπτερώσει, και καλά. Σκατά! «Εγώ τώρα πονάω βαθιά» του τόνισε και όλο παράπονο «Μη γελάς, μωρέ», για να του κόψει κάθε φόρα ψευτοπαρηγοριάς.

Το σεβάστηκε. Μπήκαν στο αυτοκίνητο αμίλητοι.

«Να σε πάω μια βόλτα;», της πρότεινε.

Ανασήκωσε τους ώμους της, κάπως όπως «Να! Κι αν με πας, Να κι αν δεν με πας» αλλά δεν το είπε φωναχτά. Τόσο μαυρισμένη η ψυχή της δεν υπήρχε δρόμος για εκείνη, δεν υπήρχε οδός. Έρωτας φαρμακερός. Πονούσαν τα σπλάχνα της. Μύριζαν καμένα τα φρένα της, ζήτημα λεπτών ήταν να τα σπάσει. Να μην σώνει άνθρωπος τέτοιο πόνο.

«Ξέρεις τι θα ήθελα;» τον ρώτησε με το βλέμμα επίσης στο μεταίχμιο. «Να υπήρχε ένα μηχάνημα ερωτόπονου. Να μετράει, ρε παιδάκι μου, τον πόνο του έρωτα. Να στον κάνει πόνο στο σώμα, όπως ο πονοκέφαλος, όπως ο πόνος της γέννας. Να δεις, δεν θα τον άντεχε άνθρωπος!».

Κάτι τέτοιες φιλοσοφίες χτυπάνε ταβάνι τέτοιες ώρες.

Ο φιλαράκος συγκατάνευσε «Εμένα θα μου το πεις!».

Ψιλογέλασαν και οι δυο. Έτρεχε το αυτοκίνητο. Βούρκωνε ξεβούρκωνε. Κάποια στιγμή σταμάτησε σε κάποιο πάρκιγκ. Μπροστά θάλασσα. Άνοιξε παράθυρο. Ψοφόκρυο. Άνοιξε και ο φιλαράκος. Και πού στο διάολο ήταν να πατήσει το κουμπί του ραδιοφώνου. Βασίλης Καρράς. Πυροβολισμός κατάκαρδος. Κλάμα! Με λυγμούς.

«Τον θέλω!» παραδόθηκε με ψηλά τα χέρια. Είναι η στιγμή που μπορείς να κάνεις τα πάντα. Να φτάσεις τέρμα Ξεφτίλας! «Θα του τηλεφωνήσω»,

«Μην το κάνεις». Ούτε ξέρει πόσες φορές άκουγε το ίδιο και το ίδιο μήνυμα στον τηλεφωνητή του. «Πας καλά;» ξανάλεγε το φιλαράκι της.

Και δώστου Βασίλης Καρράς. Στιγμιαία κατάδικός της άνθρωπος. Στην αγκαλιά της φωνής του τον έκλαψε, τον τελείωνε, τον ανάσταινε. Στα βαθιά του Καρρά… Πιο βαθιά δεν έχει!… Ξεθάρρεψαν όλα τα  δικά της βαθιά. Και για κάθε ανάσα του, όπως μόνο ο Καρράς την έπαιρνε έτσι, γέμιζαν ανάσα και τα δικά της πνευμόνια για να βγάλει πέρα τη βουτιά. Βουτιά η καψούρα! Διαπασών ο Καρράς. Και το δικό της το χέρι να μαστιγώνει τον αέρα στίχο τον στίχο. Ψιλοσούρα.

Τα θυμάται. Ψιλογελάει.

Ψιλοντροπής πράγματα;

Σιγά! Δεν υπάρχει πιο ενδιαφέρον ρεζίλι από αυτό του βαριού έρωτα. Χρόνια μετά… Χαμήλωσαν τα μπάσα… Ευτυχώς. Σκέψου να την βγάζαμε σερί με τόσο δυνατά μπάσα!…

Αχ βρε Βασίλη! Παρέα τα περάσαμε. Ανθρωπένιος εσύ, σε ένα κόσμο φτωχολαμέ, επηρμένων σαχλοφιλοσόφων δεκάρας.

Πήρες το μυστικό της ματωμένης μας στιγμής μαζί σου. Δεν την εξέθεσες ποτέ.

Θα σου έλεγα «Καλό σου ταξίδι» αλλά επί της ουσίας… Δεν πας πουθενά. Εδώ θα μείνεις!

Τους τραγουδιστές…

 

ΠΡΟΣΩΠΑ - Βασίλης Καρράς: Ναι ρε φίλε, και Τσαϊκόφσκι και Στελάρα και Τόλη και Βασιλάρα

 

Του ΣΑΚΗ ΜΟΥΜΤΖΗ

Οι Αυστριακοί μερακλώνουν με Στράους και κτυπάνε ρυθμικά παλαμάκια στη γνωστή πρωτοχρονιάτικη συναυλία.

Κάποιοι συνέλληνες τους θαυμάζουν για αυτό, ενώ κάποιοι άλλοι προσπερνούν αδιάφορα το θέαμα, μπορεί και να υπομειδιούν. Έχουν τα δικά τους γούστα, αυτοί μερακλώνουν με Μητροπάνο, Καρρά και Τερζή και άλλους λαϊκούς βάρδους.

Υπάρχει και η κατηγορία των «έντεχνων». Αυτοί αποτελούν ένα μεγάλο σύνολο με πολλά υποσύνολα, με πολλές τομές, καθώς η ίδια η έννοια του «έντεχνου» είναι ιδιαίτερα ρευστή και αν θελήσουμε κάπως να την ορίσουμε θα πρέπει να είμαστε πολύ ευρύχωροι.

Άλλοι τη βρίσκουν με τα αγωνιστικά τραγούδια της δεκαετίας του 70, αν και οι τσιμινιέρες από τότε έχουν παγώσει κυριολεκτικά, άλλοι πιο μετριοπαθείς, ακούγοντας τους τρεις μεγάλους του ελληνικού τραγουδιού και κάπου εκεί προσπαθούμε να χωρέσουμε κι εμείς που γουστάρουμε και τους τρεις μεγάλους, αλλά και τους μινόρες του ελαφρολαϊκού τραγουδιού και τα καψουροτράγουδα και βέβαια και τη φωνή –κυρίως τη φωνή– του τεράστιου και ανεπανάληπτου Στέλιου, ένα παγκόσμιο φαινόμενο.

Εκείνο το οποίο παρατηρώ είναι η αφ' υψηλού θέαση των «έντεχνων» απέναντι στους υπόλοιπους –μας βλέπουν σαν πλέμπα. Η ίδια ακριβώς συμπεριφορά παρατηρείται και στα του κινηματογράφου, αλλά με αυτά έχω ασχοληθεί διεξοδικά σε άλλα κείμενά μου. Δεν πρόκειται να κάμω κοινωνιολογική ανάλυση του ελαφρολαϊκού τραγουδιού ούτε θα πέσω στην παγίδα των μαρξιστικών απλουστεύσεων, διότι η ζωή είναι πολύ πιο σύνθετη και δεν χωρά σε τέτοια καλούπια. Μπορεί να δακρύζεις εξίσου με το κονσέρτο για πιάνο του Τσαϊκόφσκι και με το «Δυό πόρτες έχει η ζωή». Να μερακλώνεις με Μητροπάνο και «τα καλοκαίρια και τους χειμώνες» του και συγχρόνως να συγκινείσαι και με τον Αττίκ ή τον Γιαννίδη και τη φωνή του Πολυμέρη και της Δανάης. Να σε συγκλονίζει ο Μπιθικώτσης στα τραγούδια του Μίκη, αλλά και στο «Μια κυρία φεύγει». Να υποκλίνεσαι στην «Καισαριανή» και στο «Δίκτυ» του Ξαρχάκου, αλλά και στα «Μάτια μπλε καλοκαιρινά» του ίδιου –ένα από τα ωραιότερα ερωτικά τραγούδια με τη φωνή του Πάριου.

Θυμάμαι στα νιάτα μου, στην ένδοξη δεκαετία του '70, σκληροπυρηνικοί αριστεροί συμφοιτητές μου, που κοιμόντουσαν και ξυπνούσαν με την προσδοκία της Επανάστασης, να βιώνουν την εγκατάλειψη και την «προδοσία» της συντρόφου όχι με «τα φασολάκια» του Ρίτσου ή την «Καταχνιά» του Λεοντή –αναμφίβολα έξοχο έργο– αλλά με Βοσκόπουλο και Πάριο. Και το δάκρυ κορόμηλο. Και τους έβρισκες να πνίγουν τον πόνο τους στη «Φέμινα» της Πρασακάκη και στο υπόγειο «Μινουί», δίπλα στην Αρμένικη εκκλησία και όχι στις έντεχνες φοιτητικές μπουάτ. Βλέπετε, η ανθρώπινη φύση επιβάλλεται και λυγίζει και αυτούς που νομίζουν ότι είναι πάνω από τέτοιες μικροαστικές ευαισθησίες.

Για να επανέλθω στο θέμα μου. Ο καθένας πορεύεται με τα γούστα του και δε δίνει λογαριασμό σε κανέναν, άνευ αστερίσκου. Γράφω τα αυτονόητα γιατί δεν είναι για όλους αυτονόητα. Το γεγονός ότι ακόμα και η ριζοσπαστική Αριστερά, και στις δύο εκφράσεις της, αισθάνθηκε την ανάγκη να τιμήσει τη μνήμη του Βασίλη Καρρά, του άρχοντα της καψούρας, φανερώνει πως…

ΠΡΟΣΩΠΑ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Κανείς δεν νοιάζεται που δεν σου άρεσε ο Καρράς

 

Ο Μάνος Βουλαρίνος σχολιάζει τις μετά θάνατον αρνητικές γνώμες για τους καλλιτέχνες και το έργο τους, με αφορμή τα σχόλια για τον Βασίλη Καρρά.

 

Σε κάθε θάνατο δημοφιλούς καλλιτέχνη κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει: χωρίς κανείς να τους ρωτήσει και χωρίς κανέναν άλλο προφανή λόγο, διάφοροι συμπολίτες σπεύδουν να περιγράψουν το πόσο δεν τους άρεσε ο εκλιπών. Και το κάνουν με τρόπο που φανερώνει ότι πιστεύουν ότι η γνώμη τους έχει τόση σημασία ωστε η αρνητική τους αποτίμηση να μην μπορεί να περιμένει ούτε την ταφή.  

Αν μιλάμε για πολιτικούς ή δημοσιογράφους ή γενικότερα ανθρωπους με εξουσία το καταλαβαίνω.

Ένας άνθρωπος με εξουσία μπορεί να έχει επηρεάσει πολλές ζωές με τρόπο αρνητικό. Μπορεί να έχει κάνει κακό (ή τέλος πάντων κάποιος να πιστεύει ότι έχει κάνει κακό) και ο θάνατός του, ειδικά αν όταν πεθαίνει είναι εν ενεργεία, να είναι μια αφορμή για να εκφραστεί η δυσαρέσκεια και να εκτονωθούν απωθημένα. Στο κάτω-κάτω μια πολιτική μπορεί να έχει συνέπειες ακόμα και αφού ο εμπνευστής της πεθάνει. Επίσης οι άνθρωποι με εξουσία είναι συνήθως φορείς ιδεών που διχάζουν οπότε είναι εύκολο ο θάνατός τους να γίνει αφορμή αντιπαράθεσης.

Αλλά ένας καλλιτέχνης δεν είναι τίποτα από όλα αυτά. Αν ένας ζωγράφος δεν σου αρέσει δεν πας στις εκθέσεις του, αν ενας σκηνοθέτης σου φαίνεται ατάλαντος δεν βλέπεις τις ταινίες του κι αν δεν αντέχεις έναν τραγουδιστή δεν τον ακούς παρα μόνο στα λίγα λεπτά που μπορεί να ακουστεί ένα τραγούδι του στον κλαμπ που έχεις πάει για να διασκεδάσεις. Αν δεν σου άρεσε ο Καρράς ήταν πολύ εύκολο να μην τον ακούς καθόλου ή ελάχιστα. Η ακρόαση των τραγουδιών του δεν ήταν υποχρεωτική και άρα κανένα απωθημένο δεν μπορεί να υπάρχει για να δικαιολογείται η κακότροπη έκφραση αρνητικής γνώμης τις μέρες πριν την κηδεία του. Είναι αδικαιολόγητη αγένεια να πετιέσαι για να πεις πόσο δεν στεναχωριέσαι μια μέρα που πολλοί στεναχωριούνται για κάποιον που κατά πάσα πιθανότητα δεν σου έκανε ποτέ κανένα κακό.

Καλώς ή κακώς συνδεόμαστε με τους καλλλιτέχνες που μας αρέσουν ακόμα κι αν δεν ξέρουμε τίποτα γι’ αυτούς. Πριν τον δω στο Brooklyn 99 αγνοούσα ακόμα και την ύπαρξη του Αντρέ Μπράουερ. Αλλά όταν πριν λίγες μέρες έμαθα ότι πέθανε στεναχωρήθηκα στ’ αλήθεια. Και θα θεωρούσα φοβερά κακότροπο κάποιον που θα πεταγόταν σαν την τσουτσού να γραψει πόσο μέτριο ηθοποιό τον θεωρούσε.  

Καταλαβαίνω ότι υπάρχουν αρκετοί συμπολίτες σε κάθε ευκαιρία που αυτοϊκανοποιούνται δείχνοντας πόσο διαφέρουν από τους πολλούς. Θα ήταν ωραίο να χαλιναγωγήσουν κάπως αυτή τους τη διάθεση ετσι ώστε τουλάχιστον να μη γίνονται αγενείς. Για το δικό τους καλό. Για να μη μοιάζουν με κακομαθημένους έφηβους που το μόνο που τους νοιάζει είναι να γίνονται ενοχλητικοί για τους γύρω τους. Γιατί …

 

ΠΡΟΣΩΠΑ - Βασίλης Καρράς: Εγκαύματα!

 

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ

Ο ήλιος τούς είχε κάνει πορτοκαλί – το χρώμα που παίρνουν οι πελιδνές επιδερμίδες του ευρωπαϊκού Βορρά όταν εκτίθενται στους ελληνικούς καύσωνες. Μετά τον καύσωνα της φύσης, είχε έρθει η ώρα να εκτεθούν και στην κάψα της ντόπιας κουλτούρας.

Ο Ελληνας οικοδεσπότης τους, είχε οδηγήσει τους Αγγλους συμφοιτητές του στου Καρρά.

Οι ηλιοκαμένοι θαύμαζαν αμίλητοι. Παρατηρούσαν γύρω τους τούς θαμώνες με τις φουσκωμένες καρωτίδες να ακολουθούν λατρευτικά τον άδοντα όγκο στη σκηνή. Παρακολουθούσαν, αλλά από την πίστα δεν τους χώριζαν μόνο τρεις σειρές τραπέζια κι ένα τείχος καπνού. Τους χώριζε η τάφρος του αμεταφράστου: Ενας ξένος πολιτισμός ανέπλαθε βάσανα σε έναν κυματοειδή λυγμό που μάλλον ήταν η γλώσσα του.

Υστερα από πολλή, έκθαμβη σιωπή και λίγο ουίσκι, ένας εκπρόσωπος της πορτοκαλί φυλής δοκίμασε να στείλει μήνυμα συμφιλίωσης στην άλλη άκρη της τάφρου. Εδειξε τον ήδη ανθοστόλιστο Καρρά και φώναξε: «Hey, man! Somebody call an ambulance! The man is in pain!».

 

Πώς θα τον άκουγες αν δεν ήξερες τη γλώσσα του;

 

Ο άνθρωπος όντως πονούσε. Δεν τραγουδούσε απλώς έναν πόνο. Προσπαθούσε να ξεγεννήσει λαρυγγικώς μια προπατορική οδύνη, σαν να έκανε γαργάρα με γυαλιά. Ετσι, χωρίς να έχει τα καθαρά φωνήεντα των μεγάλων λαϊκών φωνών (χωρίς το μέταλλο ενός Μητροπάνου), με γρέζι βραστήρα, που άφριζε από μια αενάως κοχλάζουσα ερωτική ήττα, ο Καρράς καθιερώθηκε ως μίστερ Πόνος.

Αυτός που –με σφαλιστά τα μάτια και τα φρύδια κυρτά, στην καμπύλη του στεναγμού– ομολογούσε σιωπηρά στο μικρόφωνο ότι δεν μπορούσε να πατήσει σε όλες τις νότες, εξισωνόταν με την πλατεία και ενσάρκωνε την αλγολαγνική αυτοθυματοποίηση, που ένθεν της πολιτισμικής τάφρου ονομάζουμε «καψούρα».

Η ιδιαιτερότητα αυτού του ενδημικού συναισθήματος είναι ότι ενώ χρησιμοποιεί το οικουμενικό λεξιλόγιο της μοναξιάς, της διάψευσης και της προδοσίας, δεν εκδηλώνεται κατά μόνας. Εκδηλώνεται κυρίως τελετουργικά. Δηλαδή κοινωνικά. Στου Καρρά ο ιδιωτικός πόνος συναντιόταν και –περίπου– συνηχούσε με εκατοντάδες ομόφωνους νταλκάδες. Αρκούσε ο ίδιος να βήξει τις πρώτες συλλαβές για να πυροδοτήσει το μοίρασμα του ερωτικού πένθους. Στην αυτοσχέδια σκηνοθεσία της «καψούρας» κανείς δεν καιγόταν μόνος. Καιγόταν μαζί. Εν χορώ.

Αυτή η φάμπρικα συναισθήματος δεν εγείρει βέβαια αξιώσεις κατεργασίας. Κόβει το συναίσθημα χοντρό.

Χοντρό δεν σημαίνει όμως λιγότερο γνήσιο. Η ηχηρή εισπνοή του Καρρά από το στόμα είχε σωστά επιζήσει και στις «επιμελημένες» ηχογραφήσεις του. Τραβούσε αέρα· έπαιρνε φόρα για να βγάλει τη φράση, πράγμα που έδινε στην ασθμαίνουσα εκφορά του το εφέ της σπλαχνικότητας.

Για να μοιράζεται η αγέλη το βαρύ συναίσθημα, πρέπει…